Maró Triantafilou: Bifurcación


Maró Triantafilou


Bifurcación


E DECÍA su madre que se casara, para tener compañía en la vejez. Le parecía una razón mezquina por la que vivir con una persona. Le decía su padre que se casara, para tener hijos, alguien que la asistiera cuando vieja. Le parecía una razón salvaje por la que traer al mundo nueva vida. Era como un roble, no conoció enfermedad hasta los sesenta, si no fuera por lo típico, algún catarro, alguna gripe o algo por el estilo. Por primera vez enfermó a los sesenta. No le dio la importancia que debía al resfriado, que evolucionó en neumonía. Doce días de hospital, con oxígenos y sueros, y un mes y medio más en casa encamada.

       Se levantó con esfuerzo, aunque mucho menos que ayer, y que anteayer mucho mejor. Mejoraba día tras día. Quería algo caliente para beber que le aliviara el pecho. Con la crisis de dónde sacar dinero para poner a alguien, una muchacha que la cuidara. Ella sola se las apañaba. Con sus amigas. Una vez venía Aretí, otra María, y cuando podían también las otras. Dichosos sean todos sus amigos, estuvieron a su lado sin rechistar.

       Mientras vertía el té fragante en la taza, le vino a la mente Aris, que hacía días que no pensaba en él, desde cuando regresó del hospital. Si viviera, andaría bien entrado en los sesenta y cinco. «Ni el polvo de sus huesos…», decía cada vez que pensaba en él. De haber tenido hijos, el primero estaría por los cuarenta. Imposible que no tuvieran un segundo.

       Buscó pan para mojarlo pero se había a­ca­ba­do, se había acabado también el pan de molde. Abierta la tienda de enfrente, pero ¿quién podría ir? Le daba un poco igual. A la mañana siguiente esperaba a Aretí con las compras. Acordado lo tenían entre ellas: Aretí, lo indispensable de la semana; lo de cada día –leche, pan y periódico–, María.

       Se llevó la taza a la cama y encendió la tele, pero notó pesados sus párpados. Dejó la taza a medio beber en la mesita de noche y se cubrió con las cálidas mantas. Se puso de costado y se dobló como un feto en la barriga de la madre. Por primera vez después de años separó un poquito el brazo de su cuerpo y palpó las sábanas, como si estuviera buscando algo. Una forma conocida sobre la forma de la ausencia. Sonrió y respiró profundamente. Gratitud era lo que sentía cada vez que respiraba sin los oxígenos del hospital. Mejoraba día tras día. «Hace mucho tiempo que no voy al cementerio», pensó. E hizo la promesa de que en cuanto se pusiera completamente buena se llevaría a María y a Aretí, y que vengan también sus maridos, se lo dirá también a Sula y a Katerina, para bajar al pueblo a ponerle una vela a la tumba de Aris. Además ya hará buen tiempo. «Se está bien en el pueblo en primavera», pensó. Y se durmió con una gota de nostalgia impoluta mordiéndole el alma; sin nada de angustia.



Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 19 de mayo de 2013.

Maró Triandafilu (Atenas, 1963). Historiadora, novelista, crítico de teatro. Se dedica a la traducción de literatura y de ensayos de historia y filosofía del francés y del inglés. Su último libro: Δάφνη κα τ βουν (2011).

Tra­duc­ción: Equipo Proyecto Grequerías: I­lek­tra A­na­gno­stou, So­fía Fer­taki, The­oni Kabra, María Karalí, Eduardo Lucena, María Malakata, Alicia Manolá, Kon­­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, Jaralambos Theodosis, Anto­nia Vla­chou. La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2018 hasta abril de 2019, Konstanti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Διαφημίσεις

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ πρῶτος βρικόλακας

Triantafyllou,Maro-OProtosBrykolakas-Eikona-08

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


 

Ὁ πρῶ­τος βρι­κό­λα­κας

 


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__MuntheΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ, πο­λὺ πα­λιά, μιὰ γυ­ναί­κα μο­να­χὴ ποὺ εἶ­χε ἕ­να κτῆ­μα κι ἕ­να σπί­τι μέ­σα στὸ κτῆ­μα. Ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α τὰ κα­τά­φερ­νε κα­λὰ μὲ τὶς δου­λει­ὲς καὶ χρει­α­ζό­ταν μό­νο πε­ρι­στα­σια­κὰ ἐρ­γά­τες. Ἔ­σκα­βε, ἔ­σπερ­νε, πό­τι­ζε, μά­ζευ­ε τὴ σο­δειά, φρόν­τι­ζε τὰ ζῶ­α της καὶ μο­να­χὴ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν πρα­μά­τεια στὴν ἀ­γο­ρὰ κι ἔ­κα­με τὴν πού­λη­ση. Ἀλ­λὰ σὰν πέ­ρα­σε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζε νὰ βα­ραί­νει καὶ κομ­μα­τά­κι δυ­σκο­λευ­ό­τα­νε. Ὅ­λο καὶ πιὸ πί­σω πή­γαι­ναν τὰ πράγ­μα­τα καὶ μα­ρά­ζω­νε τὸ κτῆ­μα. Ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἐρ­γά­τη, νέ­ον ἄν­τρα, πα­λι­κά­ρι στὰ τριά­ντα του, αὐ­τὴ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ τὰ πε­νῆν­τα.

       Ἦ­ταν ὄ­μορ­φος ὁ ἐρ­γά­της καὶ μιὰ μέ­ρα ἡ μο­να­χὴ γυ­ναί­κα κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε γι’ αὐ­τὸν ἀ­ταί­ρια­στα αἰ­σθή­μα­τα. Δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α – ἔ­τσι εἶ­χε μά­θει νὰ ξε­περ­νά­ει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὴν τά­ρα­ζαν. Εἶ­πε «φουρ­τού­να εἶ­ναι καὶ θὰ τε­λει­ώ­σει». Μὰ δὲν τέ­λει­ω­νε. Τ’ ἀν­τί­θε­το, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς τό­σο πιὸ βα­θιὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Μὰ τό ‘κρύ­βε κα­λά. Τὶς νύ­χτες πού ‘πε­φταν νὰ κοι­μη­θοῦν, ἄ­φη­νε στὸ κρε­βά­τι της μιὰ γω­νιά, ὅ­ση ἕ­να σῶ­μα καὶ πρὶν τὴν πά­ρει ὁ ὕ­πνος, γύ­ρι­ζε πρὸς ἐ­κεί­νη τὴ με­ριὰ μὲ κλά­μα­τα στὰ μά­τια καὶ πό­νο στὴν καρ­διὰ κι ἀγ­κά­λια­ζε τὴν ἀ­που­σί­α μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια κι ἀ­πί­θω­νε στὴν ἄ­κρια τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ της πρὸς ἐ­κεί­νη τὴν πλευ­ρὰ ἕ­να με­γά­λο φι­λί, ἐ­ρω­τι­κό. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­τα­νε ἔ­πει­τα κι ὁ ὕ­πνος της ἦ­ταν βα­ρὺς καὶ δί­χως ὄ­νει­ρα. Τὸν πρῶ­το χει­μώ­να τοῦ ‘πλέ­ξε ἕ­να σκοῦ­φο καὶ τοῦ τὸν χά­ρι­σε κι ἔ­κα­νε αὐ­τὸς χα­ρὲς με­γά­λες. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ‘χε πλέ­ξει δυ­ὸ ὁ­λό­ι­δια σκου­φιά. Τὸν ἄ­φη­σε καὶ τὸ φό­ρε­σε με­ρι­κὲς φο­ρὲς κι ὅ­ταν πό­τι­σε ἡ κλω­στὴ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί του, τὸ ἄλ­λα­ξε μὲ τὸ ἄλ­λο, τὸ ὅ­μοι­ό του. Καὶ κρά­τη­σε τὸ φο­ρε­μέ­νο γιὰ ‘κεί­νην. Τό ‘κρυ­ψε κι ὅ­ταν μπο­ροῦ­σε, τό ‘βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι, τὸ κοί­τα­ζε κι ἔ­κλαι­γε. «Τί μὲ βρῆ­κε;» ἀ­να­ρω­τι­ό­τα­νε πο­νε­μέ­νη.

       Ἦ­ταν κα­λὸς ἐρ­γά­της ὁ νέ­ος ἄν­τρας, δου­λευ­τὴς, προ­κομ­μέ­νος κι αὐ­τὴ ἄ­ξια, κα­λὰ πή­γαι­νε τὸ κτῆ­μα. Ἦρ­θαν ὅ­μως και­ροὶ δί­σε­χτοι. Ἔ­πε­σε ξε­ρα­σί­α με­γάλη στὸν τό­πο. Ἦρ­θε πεί­να. Ἡ μο­να­χὴ γυ­ναί­κα μοι­ρα­ζό­τα­νε τὸ φα­ΐ της μὲ τὸ πα­λι­κά­ρι – γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἔ­τρω­γε ἐ­λά­χι­στα καὶ μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες τοῦ ἔ­δι­νε καὶ τὸ δι­κό της μερ­τι­κὸ κι αὐ­τὴ ἀ­δυ­νά­τι­ζε ὁ­λο­έ­να. Μὰ καὶ πά­λι ὁ νέ­ος ἄν­τρας δὲν ἐ­χόρ­ται­νε. Τί νὰ σοῦ κά­νει λί­γο ψω­μί, κα­μιὰ πα­τά­τα καὶ λί­γα μα­ραγ­κι­α­σμέ­να φροῦ­τα ὅ­ταν εἶ­σαι δυ­ὸ μέ­τρα κορ­μί;

       Ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ τί­πο­τε. Ἔ­βρα­σε χόρ­τα ἀ­λά­δω­τα. «Πει­νά­ω» εἶ­πε ὁ νέ­ος ἄν­τρας. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη πά­λι «πει­νά­ω» εἶ­πε κι εἶ­χε ἡ φω­νὴ του φαρ­μά­κι. Τὴν δάγ­κω­νε σὰν ὀ­χιά. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ πράγ­μα­τα χει­ρο­τέ­ρευ­αν. Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ πά­λι ἄ­δει­ο ἦ­ταν τὸ τρα­πέ­ζι κι εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του χα­ρα­κω­μέ­νο, δὲν ἄν­τε­ξε. Πῆ­ρε ἕ­να μα­χαί­ρι κο­φτε­ρὸ καὶ χά­ρα­ξε τὸν καρ­πό της βα­θιά. Ξε­χύ­θη­κε αἷ­μα ζε­στὸ καὶ κόκ­κι­νο. «Πι­έ» τοῦ εἶ­πε. «Πι­έ, νὰ τρα­φεῖς. Νὰ πά­ρεις δύ­να­μη.» Τὴν κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νος ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο πῆ­ρε τὸ χέ­ρι της μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη καὶ ρού­φη­ξε δυ­ὸ τρεῖς γου­λι­ές. Κι εἶ­χε τὸ αἷ­μα ἐ­κεῖ­νο μιὰ γεύ­ση ἀλ­λού­τε­ρη καὶ φω­τει­νή. Τό ‘κα­νε αὐ­τὸ καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἡ γυ­ναί­κα καὶ τῆς ἑ­πό­με­νης τὴν ἑ­πό­με­νη. Καὶ κά­θε μέ­ρα. Τὸν ἔ­τρε­φε μὲ ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψυ­χή της. Κι ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ ἄλ­λο αἷ­μα δὲν τῆς ἔ­μει­νε. Στράγ­γι­ξε αὐ­τὸς καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ καὶ πέ­θα­νε ἐ­κεί­νη εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στὴν ἀγ­κα­λιά του.

       Ὁ νέ­ος ἄν­τρας τὴν ἔ­θα­ψε κα­τὰ πῶς ἔ­πρε­πε κι ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν τό­πο. Γύ­ρι­ζε με­τὰ μο­νά­χος στὰ βου­νά. Ζη­τοῦ­σε ξα­νὰ τὴ γεύ­ση τοῦ αἱ­μά­του της. Τὴν ζη­τοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να. Ἔ­πι­νε ἀ­πὸ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ἀλ­λὰ τὴν γεύ­ση τὴ δι­κή της σὲ κα­νε­νοῦ τὸ αἷ­μα δὲν τὴν ἔ­βρι­σκε κι ὅ­λο ἔ­ψα­χνε. Κι ἀ­κό­μα ψά­χνει.

       Ἔ­τσι γί­νη­κε ὁ πρῶ­τος βρι­κό­λα­κας. Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Κι ἀ­γά­πη ψά­χνει ἀλ­λὰ δὲν τὸ ξέ­ρει.


 

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Διακλάδωση

.

FD002694 

.

 Μα­ρ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Δι­α­κλά­δω­ση

 

02-TaphΗΣ ΕΛΕΓΕ Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ ἔ­χει μιὰ πα­ρέ­α στὰ γε­ρα­τειά της. Τῆς φαι­νό­τα­νε πρό­στυ­χος λό­γος γιὰ νὰ ζή­σεις μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Τῆς ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας της νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ κά­νει παι­διά, κά­ποι­ος νὰ τὴ γη­ρο­κο­μή­σει. Τῆς φαι­νό­τα­νε ἄ­γριος λό­γος γιὰ νὰ φέ­ρεις στὸν κό­σμο νέ­α ζω­ή. Γε­ρὸ σκα­ρὶ ἤ­τα­νε, ἀρ­ρώ­στια μέ­χρι τὰ ἑ­ξήν­τα της δὲν κα­τά­λα­βε, ἄλ­λο νὰ πεῖς ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νά­χια, γρί­πες καὶ τὰ τέ­τοι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ ἀρ­ρώ­στη­σε στὰ ἑ­ξήν­τα. Δὲν ἔ­δω­σε τὴ ση­μα­σί­α πού ‘πρε­πε στὸ κρύω­­μα, γύ­ρι­σε αὐ­τὸ σὲ πνευ­μο­νί­α. Δώ­δε­κα μέ­ρες νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὰ ὀ­ξυ­γό­να καὶ τοὺς ὀ­ρούς, κι ἄλ­λο ἐ­νά­μι­σι μή­να στὸ σπί­τι κρε­βα­τω­μέ­νη.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο, πάν­τως πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ χτές, κι ἀ­πὸ προ­χτὲς πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα.  Ἤ­θε­λε κά­τι ζε­στὸ νὰ πι­εῖ νὰ τῆς πρα­ΰ­νει τὸ στῆ­θος. Μὲ τὴν κρί­ση, ποῦ λε­φτὰ νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, μιὰ κο­πέ­λα νὰ τὴν φρον­τί­ζει. Μό­νη της τά ‘βγα­λε πέ­ρα. Μὲ τὶς φί­λες της. Μιὰ ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἐρ­χό­τα­νε, μιὰ ἡ Μα­ρί­α καὶ ὅ­πο­τε μπο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἄλ­λες.  Νά ‘ναι κα­λὰ ὅ­λοι της οἱ φί­λοι, δί­πλα της στά­θη­καν ἀ­γόγ­γυ­στα.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ρι­χνε τὸ τσά­ι μο­σχο­βο­λι­στὸ μὲς στὸ φλιτ­ζά­νι, τῆς ἦρ­θε στὸ νοῦ ὁ Ἄ­ρης, ποὺ εἶ­χε ἡ­μέ­ρες νὰ τὸν σκε­φτεῖ, ἀ­π’ ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἂν ζοῦ­σε, θά ‘χε πα­τη­μέ­να τὰ ἑ­ξήν­τα πέν­τε.  «Οὔ­τε ἡ σκό­νη ἀ­πὸ τὰ κοκ­κα­λά­κια του…» ἔ­λε­γε κά­θε ποὺ τὸν σκε­φτό­ταν. Τὸ παι­δὶ τους τὸ πρῶ­το θὰ κόν­τευ­ε τὰ σα­ράν­τα. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­χαν κι ἕ­να δεύ­τε­ρο.

       Γύ­ρε­ψε ψω­μὶ νὰ τὸ βου­τή­ξει μὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ές. Ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πέ­ναν­τι τὸ μί­νι μάρ­κετ, ἀλ­λὰ ποι­ὸς νὰ πά­ει; Δὲν τὴν ἔ­νοια­ξε καὶ πο­λύ. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ πε­ρί­με­νε τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ ψώ­νια. Κα­νο­νι­σμέ­να τά ‘χαν με­τα­ξύ τους, ἡ Ἀ­ρε­τὴ τῆς ἑ­βδο­μά­δας τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τῆς κά­θε μέ­ρας —γά­λα, ψω­μὶ κι ἐ­φη­με­ρί­δα— ἡ Μα­ρί­α.

        Πῆ­ρε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κρε­βά­τι κι ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μὰ ἔ­νι­ω­σε βα­ριὰ τὰ βλέ­φα­ρά της. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κο­μο­δί­νο μι­σο­πι­ω­μέ­νο καὶ σκε­πά­στη­κε μὲ τὰ ζε­στὰ σκε­πά­σμα­τα. Ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι καὶ δι­πλώ­θη­κε σὰν ἔμ­βρυ­ο στῆς μά­νας τὴν κοι­λιά. Πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­πο­μά­κρυ­νε λι­γά­κι τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της κι ἔ­ψαυ­σε τὰ σεν­τό­νια – σὰ νά ‘ψά­χνε κά­τι. Ἕ­να σχῆ­μα γνω­στὸ στῆς ἀ­που­σί­ας τὸ σχῆ­μα πά­νω. Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νά­σα­νε βα­θιά. Εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­νι­ω­θε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νά­σαι­νε χω­ρὶς τὰ ὀ­ξυ­γό­να τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα. «Ἔ­χω πο­λὺ και­ρὸ νὰ πά­ω στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο» σκέ­φτη­κε. Κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς σὰν γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ θὰ πά­ρει τὴ Μα­ρί­α καὶ τὴν Ἀ­ρε­τή, νὰ ἔρ­θουν καὶ οἱ ἄν­τρες τους,  θὰ πεῖ καὶ τῆς Σού­λας καὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὸ χω­ριὸ ν’ ἀ­νά­ψου­νε στοῦ Ἄ­ρη τὸν τά­φο ἕ­να κε­ρί. Θά ‘χει φτιά­ξει κι ὁ και­ρός. «Εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στὸ χω­ριὸ τὴν ἄ­νοι­ξη», σκέ­φτη­κε. Κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μὲ μιὰ στα­γό­να νο­σταλ­γί­α ἀ­τσα­λά­κω­τη νὰ τῆς  δαγ­κώ­νει τὴν ψυ­χή· χω­ρὶς κα­μιὰ ἀ­γω­νί­α.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Ἡ Δάφνη καὶ τὸ βουνὸ (2011).

 

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret): Μαζὶ μὲ ἕναν Ἄραβα

.

Jauffret,Regis-MaziMeEnanAraba-Eikona-01

.

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret)

 .

Μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα

(Avec un Arabe)

 .

17-oΓΙΟΣ ΜΟΥ εἶ­χε ἐγ­χει­ρι­στεῖ γιὰ ὄγ­κο στὸν ἐγ­κέ­φα­λο. Ἡ κα­τά­στα­σή του δὲν  ­ἦτα­ν  πο­λὺ σο­βα­ρὴ καὶ ἔ­γι­νε κα­λά. Ἐ­δῶ καὶ πέν­τε χρό­νια ζεῖ ξα­νὰ μιὰ κα­νο­νι­κὴ ζω­ή, μά­λι­στα ἐ­φηῦ­ρε μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ κι­νεῖ­ται μὲ νε­ρό. Στὰ ἑ­ξήν­τα του κα­τε­βά­ζει ἰ­δέ­ες σὰν νὰ ἦ­ταν νέ­ος.  Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, πῆ­ρε δι­α­ζύ­γιο γιὰ νὰ παν­τρευ­τεῖ μιὰ δη­μο­σι­ο­γρά­φο ποὺ τοῦ γνώ­ρι­σε ἠ­θο­ποι­οὺς καὶ γε­νι­κὰ δι­α­ση­μό­τη­τες.

       Δὲν ἔ­χω πιὰ κα­μιὰ ἔ­γνοι­α γι’ αὐ­τόν, εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ εὐ­τυ­χὴς γιὰ ἄν­θρω­πος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο ἀ­νη­συ­χοῦ­σα, ὅ­ταν ἦ­ταν στὴν κλι­νι­κή, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τό­σο ζε­στὸ δω­μά­τιο ποὺ μοι­ρα­ζό­ταν μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα. Για­τὶ, γιὰ πο­λὺ κα­κή μας τύ­χη, δὲν εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­φα­λί­σου­με ἕ­να δι­κό μας μο­νό­κλι­νο δω­μά­τιο. Τό­τε μά­λι­στα κα­τά­φε­ρα νὰ δι­α­πι­στώ­σω πὼς ἡ χώ­ρα μας εἶ­χε δι­α­τη­ρή­σει, πα­ρὰ τὴν κρί­ση, τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ φι­λο­ξε­νί­α της.

       Πράγ­μα­τι, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι τὴν ὥ­ρα τοῦ γεύ­μα­τος σέρ­βι­ραν καὶ στοὺς δυ­ὸ τὰ ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πιά­τα ἐ­νῶ ἐ­πί­σης, ὅ­ταν ὁ φί­λος μας πα­ρα­πο­νιό­ταν γιὰ πό­νους μορ­φά­ζον­τας,  τοῦ ἔ­στελ­ναν ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον γιὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Αὐ­τὲς οἱ ἀ­βελ­τη­ρί­ες μὲ ἐ­κνεύ­ρι­σαν καὶ θε­ω­ρών­τας τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα πα­ρά­δο­ξο, ἔ­σκυ­ψα νὰ τὸ πῶ χα­μη­λό­φω­να στὸ αὐ­τὶ τοῦ γιοῦ μου.

       — Ξέ­ρεις, μα­μά, τὸν φρον­τί­ζουν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ μέ­να.

       — Σί­γου­ρα.

       — Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο.

       Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Τοῦ ἄλ­λα­ζαν τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους κά­θε πρω­ί, ἐ­νῶ κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ γιός μου ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν σει­ρά του, πρὶν κά­ποι­ος κα­τα­δε­χτεῖ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί του. Μο­λο­νό­τι ἔ­δω­σα­  φι­λο­δώ­ρη­μα στὴν ὑ­πεύ­θυ­νη νο­σο­κό­μα, ἡ κα­τά­στα­ση δὲν βελ­τι­ώ­θη­κε ἐ­παρ­κῶς. Ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα μου νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κύ­ριος πά­λι δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως δε­κτι­κός. Ὡ­στό­σο, προ­σπά­θη­σε φα­νε­ρὰ νὰ τὸν πεί­σει ὅ­τι τὸ κά­πως ἄ­γριο δέρ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­κεί­νου, ποὺ ἔ­λε­γε πολ­λὰ γιὰ­ τὴν πι­κρί­α καὶ τὸ μί­σος ποὺ ἔ­τρε­φε γιὰ τὴν ἀ­στι­κὴ τά­ξη, ἦ­ταν ἁ­πλῶς σκου­ρό­χρω­μη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ ἄν­τρας μου τὸν προ­ει­δο­ποί­η­σε πώς, ἂν ὁ γιὸς μας δὲν θε­ρα­πευ­ό­ταν, θὰ τὸν μή­νυ­ε.

       — Ἀ­ξί­ζει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς φρον­τί­δες, ποὺ θὰ τὶς πε­ρί­με­νε κα­νεὶς μό­νο ἀ­πὸ ἕ­να πρω­τό­γο­νο νο­σο­κο­μεῖ­ο.

       Πα­ρὰ τὰ ὀ­γδόν­τα πέν­τε του χρό­νια, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­βα­λε πο­λὺ κό­πο, σὲ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς συ­νάν­τη­σης, γιὰ νὰ μὴ βγά­λει τὴ ζώ­νη του καὶ τὸν τι­μω­ρή­σει ὅ­πως τοὺς ἰ­θα­γε­νεῖς. Κι ὅ­μως εἶ­ναι ἕ­νας γλυ­κὸς ἄν­θρω­πος, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ση­κώ­σει χέ­ρι πά­νω μου οὔ­τε πά­νω στὰ παι­διά μας.

       Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γιὰ νὰ τὸν ἠ­ρε­μή­σω, ἐ­πει­δὴ φο­βή­θη­κα πά­ρα πο­λὺ μή­πως τοῦ ἔρ­θει συγ­κο­πή. Πέ­θα­νε δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια. Ὅ­μως εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νη  ὅ­τι, ἂν ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τὸν εἶ­χαν δε­χτεῖ μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­γέ­νεια καὶ χω­ρὶς νὰ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σου­ν μιὰ ἀ­φ’­ ὑ­ψη­λοῦ πε­ρι­φρό­νη­ση στὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του, θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μα­ζί μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­résda­mοur, C­l­ém­e­n­ceP­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­tsdelav­ied­esg­e­ns, A­s­i­led­esf­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

.

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Ὁ ἑκατοχρονίτης

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola)

 

Ὁ ἑκατοχρονίτης

(Le centenaire)

 

ΑΘΕ ΜΕΡΑ, ἔ­βρι­σκα κα­θι­σμέ­νο σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τοῦ κή­που τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἕ­να με­γα­λό­σω­μο ἑ­κα­το­χρο­νί­τη γέ­ρον­τα. Στὴ σκιὰ τῶν κα­στα­νι­ῶν τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ χει­μώ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, στο­χα­ζό­ταν, μὲ τὸ πη­γού­νι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴ λα­βὴ τοῦ μπα­στου­νιοῦ του.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της κοι­τοῦ­σε τὰ κο­ρι­τσά­κια μὲ τὶς κορ­δέ­λες τους, ποὺ ἔ­παι­ζαν στὰ πό­δια του, χα­ρί­ζον­τάς του τὰ φω­τει­νὰ γε­λά­κια τους. Μᾶλ­λον στο­χα­ζό­ταν τὸ βρε­φι­κό του λί­κνο καὶ τὸν τά­φο του. Τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ σο­βα­ρὴ καὶ γλυ­κιὰ ἠ­ρε­μί­α, στὸ πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν ἡ κα­λο­σύ­νη καὶ ἡ πεί­ρα, πράγ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποί­α μὲ ἔ­θελ­γε. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τὸν ἀ­κού­ω νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή, αὐ­τὸν ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει πό­νους καὶ χα­ρές.

*

       Μιὰ μαρ­τι­ά­τι­κη μέ­ρα —ὁ οὐρανὸς ἦ­ταν συν­νε­φι­α­σμέ­νος καὶ τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου(1) ξε­πρό­βαλ­λε θλιμ­μέ­νο καὶ ἄ­χρω­μο πά­νω στὸ βρώ­μι­κο γκρί­ζο τῶν νε­φῶν— ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της, ποὺ σκά­λι­ζε τὴ γῆ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μπα­στου­νιοῦ του, μοῦ εἶ­πε μὲ με­λαγ­χο­λι­κὴ φω­νή:

       «Παι­δί μου, οἱ οὐ­ρα­νοὶ ἔ­ρι­ξαν πολ­λὲς βρο­χὲς ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κα, καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­χυ­σαν πολ­λὰ δά­κρυ­α. Πό­νε­σα πο­λὺ γιὰ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­χα­σα. Οἱ γιοί μου καὶ οἱ ἐγ­γο­νοί μου ἔ­χουν πε­θά­νει, ἔ­χω μεί­νει ὁ­λο­μό­να­χος, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ θά­να­το ποὺ δὲν ἔρ­χε­ται, σ’ ἕ­ναν αἰ­ώ­να ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ὁ δι­κός μου.

       »Μὴν εὐ­χη­θεῖ­τε πο­τὲ νὰ ὑ­περ­βεῖ­τε τὴ μέ­ση ἡ­λι­κί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι μί­α ἀ­ναγ­καί­α ἀ­νά­παυ­ση· εἶ­ναι γλυ­κὸς γιὰ τὸν γέ­ρον­τα σὰν τὸ φι­λὶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Εἶ­χα τὶς δι­κές μου θλί­ψεις καὶ εἶ­χα τὶς θλί­ψεις τῶν μα­κρι­ῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ἔ­ζη­σα. Εἶ­δα πέν­τε μο­ναρ­χί­ες, δυ­ὸ αὐ­το­κρα­το­ρί­ες, τρεῖς δη­μο­κρα­τί­ες· ἔ­ζη­σα ὅ­λα τὰ λά­θη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας λα­ὸς μέ­σα σὲ ἕ­να αἰ­ώ­να. Θυ­μη­θεῖ­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μας. Πό­σα δά­κρυα καὶ πό­σο αἷ­μα!

       »Σή­με­ρα, κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­θλιο οὐ­ρα­νὸ τοῦ Μαρ­τί­ου, κα­θὼς ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, ζη­λεύ­ω ὅ­σους δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­ναι μέ­σα στὴ γῆ καὶ ἀ­γνο­οῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ντρο­πὲς καὶ τοὺς τε­λευ­ταί­ους λυγ­μούς μας. Νι­ώ­θω οἶ­κτο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου ποὺ ζῶ ἀ­κό­μη, νι­ώ­θω οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χω κα­τοι­κή­σει τό­σο πο­λὺ και­ρό.

       «Αὐ­τοὶ ποὺ πε­θαί­νουν νέ­οι, εἶ­ναι οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι τῶν θε­ῶν».

*

       Τὸν Μά­ι­ο, βρῆ­κα τὸν ἑ­κα­το­χρο­νί­τη νὰ κά­θε­ται στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ ἄ­πλε­το φῶς τοῦ χρυ­σοῦ ἥ­λιου· πνο­ὲς ἀ­νέ­μου ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ παρ­τέ­ρια, φέρ­νον­τας μα­ζί τους τὶς γλυ­κὲς εὐ­ω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς πα­σχα­λι­ές.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της μοῦ εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας μου τρυ­φε­ρά:

       «Παι­δί μου, νά μιὰ ὄ­μορ­φη μέ­ρα ἀ­κό­μη ἀ­νά­με­σα στὶς ὄμορ­φες μέ­ρες αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­λες τὶς ἀ­νοί­ξεις μου, ὅ­λες τὶς χα­ρές μου. Πό­σο γλυ­κιὰ εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ πό­σο κα­λὸ εἶ­ναι νὰ ζεῖ κα­νεὶς μέ­σα στὸ ζε­στού­τσι­κο ἀ­έ­ρα. Ἑ­κα­τὸ ἀ­νοί­ξεις δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐ­ξαν­τλή­σουν τὴν ἀ­γά­πη μου γιὰ τὸν ἥ­λιο καὶ θά ‘θε­λα ἄλ­λες ἑ­κα­τὸ ποὺ πά­λι θὰ μοῦ ἀ­φή­σουν τὴν πί­κρα γιὰ τὰ πρῶ­τα φύλ­λα καὶ τὶς πρῶ­τες ἀ­χτί­δες. Ὁ ἄν­θρω­πος ξα­να­νι­ώ­νει, κά­θε και­νού­ρια χρο­νιά. Σή­με­ρα εἶ­μαι εἴ­κο­σι χρό­νων.

       »Πρέ­πει νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὴ ζω­ὴ γιὰ ὅ­λη τὴν εὐ­τυ­χί­α πού μοῦ ἔ­δω­σε. Εἶ­δα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α τοὺς ἀ­πο­γό­νους μου ὣς τὴν τέ­ταρ­τη γε­νιά, καὶ χά­ρη­κα ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς ἤ­μουν ὁ πα­τέ­ρας μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης φυ­λῆς. Καὶ τώ­ρα ἀκό­μη, μέ­σα στὴ μο­να­ξιά μου, εὐ­λο­γῶ τὴ ζω­ή, για­τί ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση. Χαί­ρο­μαι μὲ τὶς χα­ρὲς τοῦ πα­ρελ­θόν­τος.

       »Ἤ­μουν μάρ­τυ­ρας σὲ ἕ­να με­γα­λει­ῶ­δες θέ­α­μα. Ὁ αἰ­ώ­νας μου ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας με­γά­λος αἰ­ώ­νας, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἄν­θρω­πος κα­τέ­κτη­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Θὰ πά­ρω μα­ζί μου τὴν ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ σκέ­ψη ὅ­τι βα­δί­ζου­με πρὸς τὸ φῶς, μὲ ἀρ­γὰ καὶ βέ­βαι­α βή­μα­τα. Ξε­χνῶ τὶς δυ­στυ­χί­ες μας γιὰ νὰ σκε­φτῶ τὴν ἀ­λή­θεια καὶ τὴ δι­και­ο­σύ­νη ποὺ μᾶς κα­θο­δη­γοῦν καὶ μᾶς σπρώ­χνουν πρὸς τὰ ἐμ­πρός.

       »Ζη­τῶ ἀ­πὸ τὴν ἄ­νοι­ξη νέ­ες καὶ μα­κρι­ὲς χρο­νι­ές.»

*

       Ἦ­ταν οἱ δύο αἰ­ώ­νι­ες κραυ­γὲς τῆς ζω­ῆς, ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἡ φω­νὴ τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης.

       Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἔ­βλε­πα τὴ Γαλ­λί­α στὸ παγ­κά­κι τοῦ ἑ­κα­το­χρο­νί­τη, στοὺς τε­λευ­ταί­ους σκο­τει­νοὺς και­ρούς, νὰ θρη­νεῖ τὰ νε­κρὰ παι­διά της, νὰ κλαί­ει καὶ νὰ στε­νά­ζει πά­νω στὸ χῶ­μα. Ἀλ­λὰ τὴν βλέ­πω σή­με­ρα, κα­θὼς ἀ­να­θαρ­ρεύ­ουν οἱ ἐλ­πί­δες της, νὰ χα­μο­γε­λᾶ στὸ πα­ρελ­θόν, νὰ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ μέλ­λον της, νὰ εὔ­χε­ται μὲ θέρ­μη τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς μα­κριᾶς, μιᾶς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς, ποὺ θὰ τῆς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ φτά­σει στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὸ φῶς.

 

(1) Σ.τ.μ. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου βρί­σκε­ται μέ­σα στὸν ὁ­μώ­νυ­μο κῆ­πο, στὸ 6ο Δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς πό­λης τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Χτί­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 17ου αἰ. καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς Γαλ­λι­κῆς Γε­ρου­σί­ας.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Ὁ ἑ­κα­τοχρονίτης ἐμ­φα­νί­στη­κε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Événement Illustré στὶς 13 Ἰ­ου­λί­ου 1868, ἔ­πει­τα ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς Lettres Parisiennes τοῦ La Cloche, στὶς 25 Σε­πτεμ­βρί­ου 1872. Γιὰ τὸ κεί­με­νο ἐ­δῶ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ἡ δεύ­τε­ρη ἐκ­δο­χή.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Ρεζὶ Ζωφρέ (Régis Jauffret): Συνάντηση σὲ τρομοκρατικὴ ἐπίθεση

 

 

Ρε­ζὶ Ζω­φρὲ (R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et)

 

Συ­νάν­τη­ση σὲ τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση

(R­e­n­c­o­n­t­re d­a­ns un a­t­t­e­n­t­at)

 

ΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΜΕ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης, ὅ­ταν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε με­τα­ξύ μας, βρε­θή­κα­με στὸ ἴ­διο βα­γό­νι τοῦ με­τρό. Ἡ ἔ­κρη­ξη μᾶς ἔ­ρι­ξε τὸν ἕ­ναν πά­νω στὸν ἄλ­λον, καὶ χά­σα­με τὶς αἰ­σθή­σεις μας καὶ οἱ δυ­ό. Νο­ση­λευ­τή­κα­με σὲ νο­σο­κο­μεῖ­α τῶν λον­δρέ­ζι­κων προ­α­στί­ων, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀρ­κε­τῶν μι­λί­ων τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Εἶ­χα σο­βα­ρὰ ἐγ­καύ­μα­τα στὸ πρό­σω­πο καὶ χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου μά­τι καὶ νὰ βά­λουν στὴ θέ­ση του ἕ­να ψεύ­τι­κο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μοῦ ἔ­δω­σαν, μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ σα­κού­λα, τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα τὸ πρω­ι­νὸ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας.

         Με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὴ Γαλ­λί­α, καὶ πρὶν τὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια, σκά­λι­σα αὐ­τὰ τὰ ρά­κη, ποὺ οἱ δι­α­σῶ­στες εἶ­χαν κό­ψει καὶ ἀ­φαι­ρέ­σει ἀ­πὸ πά­νω μου μ’ ἕ­να ψα­λί­δι. Ξα­να­βρῆ­κα τὴν ἀτ­ζέν­τα μου, τὴν μα­γνη­τι­κὴ κάρ­τα ποὺ ξε­κλεί­δω­νε τὸ δω­μά­τιό μου στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τῆς C­a­r­d­i­n­g­t­on S­t­r­e­et, κι ἕ­να κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο σκού­ρου χρώ­μα­τος, ποὺ ἀρ­χι­κὰ θε­ώ­ρη­σα πὼς ἦ­ταν τὸ δι­κό μου. Ὅ­μως, κα­θὼς τὸ ἔ­φε­ρα πιὸ κον­τὰ στὸ φῶς μιᾶς λάμ­πας, πρό­σε­ξα ὅ­τι ἦ­ταν σκοῦ­ρο μπλὲ καὶ ὄ­χι μαῦ­ρο. Ἡ συν­δρο­μὴ δὲν εἶ­χε λή­ξει, ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ τη­λε­φω­νῶ κα­θη­με­ρι­νὰ σὲ ἕ­να παι­δι­κό μου φί­λο, ποὺ ζοῦ­σε στὴν Αὐ­στρα­λί­α, καὶ νὰ τοῦ δι­η­γοῦ­μαι ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἄ­κου­γα στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ ἔ­βρι­σκα στὶς δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­σε­λί­δες τοῦ Ἴν­τερ­νετ.

 

        Ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεί­νη μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Θὰ δι­έ­κο­πτε τὴ συν­δρο­μὴ μό­λις ἔ­κλει­νε τὸ τη­λέ­φω­νο, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε πρῶ­τα νὰ ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ ἀ­λή­τη ποὺ τῆς εἶ­χε κλέ­ψει τὸ κι­νη­τό της καὶ τὸ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ὁ λο­γα­ρια­σμὸς εἶ­χε φτά­σει στὶς πέν­τε χι­λιά­δες λί­ρες, στοὺς τρει­σή­μι­σι μῆ­νες ποὺ εἶ­χαν χρεια­στεῖ γιὰ νὰ ὑ­πο­στεῖ μιὰ ἐ­πέμ­βα­ση στὰ πό­δια της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ μπο­ρέ­σει νὰ περ­πα­τή­σει καὶ πά­λι μιὰ μέ­ρα.

        — Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ.

        Τῆς εἶ­πα ὅ­τι κι ἐ­γὼ ἐ­πί­σης εἶ­χα πε­ρά­σει πολ­λὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Σὰν νὰ γλύ­κα­νε. Μι­λών­τας, ἀ­να­κα­λύ­ψα­με σι­γὰ-σι­γὰ ὅ­τι εἴ­χα­με ζή­σει τὸ ἴ­διο δρά­μα. Ἐ­κεί­νη μά­λι­στα θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν ἑ­πό­με­νη τῆς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης εἶ­χε προ­σέ­ξει πά­νω στὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου ἕ­να μαῦ­ρο κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὅ­μως, λί­γες ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, θὰ τὸ εἶ­χε κλέ­ψει κά­ποι­α νο­σο­κό­μα ἢ κά­ποι­ος εἰ­δι­κευ­ό­με­νος για­τρός, ὅ­σο ἐ­κεί­νη κοι­μό­ταν.

        Τὸ πε­πρω­μέ­νο μᾶς εἶ­χε ἑ­νώ­σει τὴν ὥ­ρα μιᾶς ἔ­κρη­ξης. Ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μὴν τοῦ ἐ­ναν­τι­ω­θοῦ­με, καὶ ἴ­σως νὰ ἐ­πι­σπεύ­σου­με τὰ πράγ­μα­τα. Ὁρ­κι­στή­κα­με νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με σὲ ἕ­να τό­πο πιὸ ἥ­συ­χο, νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με καὶ νὰ μὴ χω­ρί­σου­με πο­τέ.

        — Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α.

        Τῆς ἀ­πάν­τη­σα πὼς ναί.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (G­a­l­l­i­m­a­rd, 2007).

 

R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et (Μασ­σα­λί­α, 1955). Γάλ­λος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος (H­i­s­t­o­i­r­és d’ a­m­ο­ur, C­l­é­m­e­n­ce P­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­ts de la v­ie d­es g­e­ns, A­s­i­le d­es f­o­us κ.ἄ.­). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆ­ρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce C­u­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ων ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.