Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Διαφημίσεις

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ πρῶτος βρικόλακας

Triantafyllou,Maro-OProtosBrykolakas-Eikona-08

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


 

Ὁ πρῶ­τος βρι­κό­λα­κας

 


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__MuntheΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ, πο­λὺ πα­λιά, μιὰ γυ­ναί­κα μο­να­χὴ ποὺ εἶ­χε ἕ­να κτῆ­μα κι ἕ­να σπί­τι μέ­σα στὸ κτῆ­μα. Ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ νέ­α τὰ κα­τά­φερ­νε κα­λὰ μὲ τὶς δου­λει­ὲς καὶ χρει­α­ζό­ταν μό­νο πε­ρι­στα­σια­κὰ ἐρ­γά­τες. Ἔ­σκα­βε, ἔ­σπερ­νε, πό­τι­ζε, μά­ζευ­ε τὴ σο­δειά, φρόν­τι­ζε τὰ ζῶ­α της καὶ μο­να­χὴ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν πρα­μά­τεια στὴν ἀ­γο­ρὰ κι ἔ­κα­με τὴν πού­λη­ση. Ἀλ­λὰ σὰν πέ­ρα­σε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζε νὰ βα­ραί­νει καὶ κομ­μα­τά­κι δυ­σκο­λευ­ό­τα­νε. Ὅ­λο καὶ πιὸ πί­σω πή­γαι­ναν τὰ πράγ­μα­τα καὶ μα­ρά­ζω­νε τὸ κτῆ­μα. Ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἐρ­γά­τη, νέ­ον ἄν­τρα, πα­λι­κά­ρι στὰ τριά­ντα του, αὐ­τὴ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ τὰ πε­νῆν­τα.

       Ἦ­ταν ὄ­μορ­φος ὁ ἐρ­γά­της καὶ μιὰ μέ­ρα ἡ μο­να­χὴ γυ­ναί­κα κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε γι’ αὐ­τὸν ἀ­ταί­ρια­στα αἰ­σθή­μα­τα. Δὲν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α – ἔ­τσι εἶ­χε μά­θει νὰ ξε­περ­νά­ει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὴν τά­ρα­ζαν. Εἶ­πε «φουρ­τού­να εἶ­ναι καὶ θὰ τε­λει­ώ­σει». Μὰ δὲν τέ­λει­ω­νε. Τ’ ἀν­τί­θε­το, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς τό­σο πιὸ βα­θιὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Μὰ τό ‘κρύ­βε κα­λά. Τὶς νύ­χτες πού ‘πε­φταν νὰ κοι­μη­θοῦν, ἄ­φη­νε στὸ κρε­βά­τι της μιὰ γω­νιά, ὅ­ση ἕ­να σῶ­μα καὶ πρὶν τὴν πά­ρει ὁ ὕ­πνος, γύ­ρι­ζε πρὸς ἐ­κεί­νη τὴ με­ριὰ μὲ κλά­μα­τα στὰ μά­τια καὶ πό­νο στὴν καρ­διὰ κι ἀγ­κά­λια­ζε τὴν ἀ­που­σί­α μὲ τὰ δυ­ό της χέ­ρια κι ἀ­πί­θω­νε στὴν ἄ­κρια τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ της πρὸς ἐ­κεί­νη τὴν πλευ­ρὰ ἕ­να με­γά­λο φι­λί, ἐ­ρω­τι­κό. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­τα­νε ἔ­πει­τα κι ὁ ὕ­πνος της ἦ­ταν βα­ρὺς καὶ δί­χως ὄ­νει­ρα. Τὸν πρῶ­το χει­μώ­να τοῦ ‘πλέ­ξε ἕ­να σκοῦ­φο καὶ τοῦ τὸν χά­ρι­σε κι ἔ­κα­νε αὐ­τὸς χα­ρὲς με­γά­λες. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ ‘χε πλέ­ξει δυ­ὸ ὁ­λό­ι­δια σκου­φιά. Τὸν ἄ­φη­σε καὶ τὸ φό­ρε­σε με­ρι­κὲς φο­ρὲς κι ὅ­ταν πό­τι­σε ἡ κλω­στὴ ἀ­πὸ τὸ κορ­μί του, τὸ ἄλ­λα­ξε μὲ τὸ ἄλ­λο, τὸ ὅ­μοι­ό του. Καὶ κρά­τη­σε τὸ φο­ρε­μέ­νο γιὰ ‘κεί­νην. Τό ‘κρυ­ψε κι ὅ­ταν μπο­ροῦ­σε, τό ‘βγα­ζε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι, τὸ κοί­τα­ζε κι ἔ­κλαι­γε. «Τί μὲ βρῆ­κε;» ἀ­να­ρω­τι­ό­τα­νε πο­νε­μέ­νη.

       Ἦ­ταν κα­λὸς ἐρ­γά­της ὁ νέ­ος ἄν­τρας, δου­λευ­τὴς, προ­κομ­μέ­νος κι αὐ­τὴ ἄ­ξια, κα­λὰ πή­γαι­νε τὸ κτῆ­μα. Ἦρ­θαν ὅ­μως και­ροὶ δί­σε­χτοι. Ἔ­πε­σε ξε­ρα­σί­α με­γάλη στὸν τό­πο. Ἦρ­θε πεί­να. Ἡ μο­να­χὴ γυ­ναί­κα μοι­ρα­ζό­τα­νε τὸ φα­ΐ της μὲ τὸ πα­λι­κά­ρι – γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἔ­τρω­γε ἐ­λά­χι­στα καὶ μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες τοῦ ἔ­δι­νε καὶ τὸ δι­κό της μερ­τι­κὸ κι αὐ­τὴ ἀ­δυ­νά­τι­ζε ὁ­λο­έ­να. Μὰ καὶ πά­λι ὁ νέ­ος ἄν­τρας δὲν ἐ­χόρ­ται­νε. Τί νὰ σοῦ κά­νει λί­γο ψω­μί, κα­μιὰ πα­τά­τα καὶ λί­γα μα­ραγ­κι­α­σμέ­να φροῦ­τα ὅ­ταν εἶ­σαι δυ­ὸ μέ­τρα κορ­μί;

       Ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ τί­πο­τε. Ἔ­βρα­σε χόρ­τα ἀ­λά­δω­τα. «Πει­νά­ω» εἶ­πε ὁ νέ­ος ἄν­τρας. Καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη πά­λι «πει­νά­ω» εἶ­πε κι εἶ­χε ἡ φω­νὴ του φαρ­μά­κι. Τὴν δάγ­κω­νε σὰν ὀ­χιά. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ τὰ πράγ­μα­τα χει­ρο­τέ­ρευ­αν. Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ πά­λι ἄ­δει­ο ἦ­ταν τὸ τρα­πέ­ζι κι εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του χα­ρα­κω­μέ­νο, δὲν ἄν­τε­ξε. Πῆ­ρε ἕ­να μα­χαί­ρι κο­φτε­ρὸ καὶ χά­ρα­ξε τὸν καρ­πό της βα­θιά. Ξε­χύ­θη­κε αἷ­μα ζε­στὸ καὶ κόκ­κι­νο. «Πι­έ» τοῦ εἶ­πε. «Πι­έ, νὰ τρα­φεῖς. Νὰ πά­ρεις δύ­να­μη.» Τὴν κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νος ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο πῆ­ρε τὸ χέ­ρι της μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη καὶ ρού­φη­ξε δυ­ὸ τρεῖς γου­λι­ές. Κι εἶ­χε τὸ αἷ­μα ἐ­κεῖ­νο μιὰ γεύ­ση ἀλ­λού­τε­ρη καὶ φω­τει­νή. Τό ‘κα­νε αὐ­τὸ καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἡ γυ­ναί­κα καὶ τῆς ἑ­πό­με­νης τὴν ἑ­πό­με­νη. Καὶ κά­θε μέ­ρα. Τὸν ἔ­τρε­φε μὲ ἀ­γά­πη ἀ­πὸ τὸ κορ­μί της καὶ τὴν ψυ­χή της. Κι ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ ἄλ­λο αἷ­μα δὲν τῆς ἔ­μει­νε. Στράγ­γι­ξε αὐ­τὸς καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ καὶ πέ­θα­νε ἐ­κεί­νη εὐ­τυ­χι­σμέ­νη στὴν ἀγ­κα­λιά του.

       Ὁ νέ­ος ἄν­τρας τὴν ἔ­θα­ψε κα­τὰ πῶς ἔ­πρε­πε κι ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸν τό­πο. Γύ­ρι­ζε με­τὰ μο­νά­χος στὰ βου­νά. Ζη­τοῦ­σε ξα­νὰ τὴ γεύ­ση τοῦ αἱ­μά­του της. Τὴν ζη­τοῦ­σε ἀ­πελ­πι­σμέ­να. Ἔ­πι­νε ἀ­πὸ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους ἀλ­λὰ τὴν γεύ­ση τὴ δι­κή της σὲ κα­νε­νοῦ τὸ αἷ­μα δὲν τὴν ἔ­βρι­σκε κι ὅ­λο ἔ­ψα­χνε. Κι ἀ­κό­μα ψά­χνει.

       Ἔ­τσι γί­νη­κε ὁ πρῶ­τος βρι­κό­λα­κας. Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Κι ἀ­γά­πη ψά­χνει ἀλ­λὰ δὲν τὸ ξέ­ρει.


 

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).

Μαρὼ Τριανταφύλλου: Διακλάδωση

.

FD002694 

.

 Μα­ρ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Δι­α­κλά­δω­ση

 

02-TaphΗΣ ΕΛΕΓΕ Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ ἔ­χει μιὰ πα­ρέ­α στὰ γε­ρα­τειά της. Τῆς φαι­νό­τα­νε πρό­στυ­χος λό­γος γιὰ νὰ ζή­σεις μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Τῆς ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας της νὰ παν­τρευ­τεῖ, νὰ κά­νει παι­διά, κά­ποι­ος νὰ τὴ γη­ρο­κο­μή­σει. Τῆς φαι­νό­τα­νε ἄ­γριος λό­γος γιὰ νὰ φέ­ρεις στὸν κό­σμο νέ­α ζω­ή. Γε­ρὸ σκα­ρὶ ἤ­τα­νε, ἀρ­ρώ­στια μέ­χρι τὰ ἑ­ξήν­τα της δὲν κα­τά­λα­βε, ἄλ­λο νὰ πεῖς ἀ­πὸ τὰ τυ­πι­κά, συ­νά­χια, γρί­πες καὶ τὰ τέ­τοι­α. Πρώ­τη φο­ρὰ ἀρ­ρώ­στη­σε στὰ ἑ­ξήν­τα. Δὲν ἔ­δω­σε τὴ ση­μα­σί­α πού ‘πρε­πε στὸ κρύω­­μα, γύ­ρι­σε αὐ­τὸ σὲ πνευ­μο­νί­α. Δώ­δε­κα μέ­ρες νο­σο­κο­μεῖ­ο, μὲ τὰ ὀ­ξυ­γό­να καὶ τοὺς ὀ­ρούς, κι ἄλ­λο ἐ­νά­μι­σι μή­να στὸ σπί­τι κρε­βα­τω­μέ­νη.

       Ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο, πάν­τως πο­λὺ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ χτές, κι ἀ­πὸ προ­χτὲς πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα.  Ἤ­θε­λε κά­τι ζε­στὸ νὰ πι­εῖ νὰ τῆς πρα­ΰ­νει τὸ στῆ­θος. Μὲ τὴν κρί­ση, ποῦ λε­φτὰ νὰ πά­ρει ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, μιὰ κο­πέ­λα νὰ τὴν φρον­τί­ζει. Μό­νη της τά ‘βγα­λε πέ­ρα. Μὲ τὶς φί­λες της. Μιὰ ἡ Ἀ­ρε­τὴ ἐρ­χό­τα­νε, μιὰ ἡ Μα­ρί­α καὶ ὅ­πο­τε μπο­ροῦ­σαν καὶ οἱ ἄλ­λες.  Νά ‘ναι κα­λὰ ὅ­λοι της οἱ φί­λοι, δί­πλα της στά­θη­καν ἀ­γόγ­γυ­στα.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ρι­χνε τὸ τσά­ι μο­σχο­βο­λι­στὸ μὲς στὸ φλιτ­ζά­νι, τῆς ἦρ­θε στὸ νοῦ ὁ Ἄ­ρης, ποὺ εἶ­χε ἡ­μέ­ρες νὰ τὸν σκε­φτεῖ, ἀ­π’ ὅ­ταν γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἂν ζοῦ­σε, θά ‘χε πα­τη­μέ­να τὰ ἑ­ξήν­τα πέν­τε.  «Οὔ­τε ἡ σκό­νη ἀ­πὸ τὰ κοκ­κα­λά­κια του…» ἔ­λε­γε κά­θε ποὺ τὸν σκε­φτό­ταν. Τὸ παι­δὶ τους τὸ πρῶ­το θὰ κόν­τευ­ε τὰ σα­ράν­τα. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­χαν κι ἕ­να δεύ­τε­ρο.

       Γύ­ρε­ψε ψω­μὶ νὰ τὸ βου­τή­ξει μὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ές. Ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πέ­ναν­τι τὸ μί­νι μάρ­κετ, ἀλ­λὰ ποι­ὸς νὰ πά­ει; Δὲν τὴν ἔ­νοια­ξε καὶ πο­λύ. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ πε­ρί­με­νε τὴν Ἀ­ρε­τὴ μὲ ψώ­νια. Κα­νο­νι­σμέ­να τά ‘χαν με­τα­ξύ τους, ἡ Ἀ­ρε­τὴ τῆς ἑ­βδο­μά­δας τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τῆς κά­θε μέ­ρας —γά­λα, ψω­μὶ κι ἐ­φη­με­ρί­δα— ἡ Μα­ρί­α.

        Πῆ­ρε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κρε­βά­τι κι ἄ­νοι­ξε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μὰ ἔ­νι­ω­σε βα­ριὰ τὰ βλέ­φα­ρά της. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ φλιτ­ζά­νι στὸ κο­μο­δί­νο μι­σο­πι­ω­μέ­νο καὶ σκε­πά­στη­κε μὲ τὰ ζε­στὰ σκε­πά­σμα­τα. Ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι καὶ δι­πλώ­θη­κε σὰν ἔμ­βρυ­ο στῆς μά­νας τὴν κοι­λιά. Πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­πο­μά­κρυ­νε λι­γά­κι τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα της κι ἔ­ψαυ­σε τὰ σεν­τό­νια – σὰ νά ‘ψά­χνε κά­τι. Ἕ­να σχῆ­μα γνω­στὸ στῆς ἀ­που­σί­ας τὸ σχῆ­μα πά­νω. Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νά­σα­νε βα­θιά. Εὐ­γνω­μο­σύ­νη ἔ­νι­ω­θε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νά­σαι­νε χω­ρὶς τὰ ὀ­ξυ­γό­να τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Γέ­ρευ­ε μέ­ρα τὴ μέ­ρα. «Ἔ­χω πο­λὺ και­ρὸ νὰ πά­ω στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο» σκέ­φτη­κε. Κι ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς σὰν γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ θὰ πά­ρει τὴ Μα­ρί­α καὶ τὴν Ἀ­ρε­τή, νὰ ἔρ­θουν καὶ οἱ ἄν­τρες τους,  θὰ πεῖ καὶ τῆς Σού­λας καὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὸ χω­ριὸ ν’ ἀ­νά­ψου­νε στοῦ Ἄ­ρη τὸν τά­φο ἕ­να κε­ρί. Θά ‘χει φτιά­ξει κι ὁ και­ρός. «Εἶ­ναι ὄ­μορ­φα στὸ χω­ριὸ τὴν ἄ­νοι­ξη», σκέ­φτη­κε. Κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε μὲ μιὰ στα­γό­να νο­σταλ­γί­α ἀ­τσα­λά­κω­τη νὰ τῆς  δαγ­κώ­νει τὴν ψυ­χή· χω­ρὶς κα­μιὰ ἀ­γω­νί­α.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Ἡ Δάφνη καὶ τὸ βουνὸ (2011).

 

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret): Μαζὶ μὲ ἕναν Ἄραβα

.

Jauffret,Regis-MaziMeEnanAraba-Eikona-01

.

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret)

 .

Μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα

(Avec un Arabe)

 .

17-oΓΙΟΣ ΜΟΥ εἶ­χε ἐγ­χει­ρι­στεῖ γιὰ ὄγ­κο στὸν ἐγ­κέ­φα­λο. Ἡ κα­τά­στα­σή του δὲν  ­ἦτα­ν  πο­λὺ σο­βα­ρὴ καὶ ἔ­γι­νε κα­λά. Ἐ­δῶ καὶ πέν­τε χρό­νια ζεῖ ξα­νὰ μιὰ κα­νο­νι­κὴ ζω­ή, μά­λι­στα ἐ­φηῦ­ρε μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ κι­νεῖ­ται μὲ νε­ρό. Στὰ ἑ­ξήν­τα του κα­τε­βά­ζει ἰ­δέ­ες σὰν νὰ ἦ­ταν νέ­ος.  Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, πῆ­ρε δι­α­ζύ­γιο γιὰ νὰ παν­τρευ­τεῖ μιὰ δη­μο­σι­ο­γρά­φο ποὺ τοῦ γνώ­ρι­σε ἠ­θο­ποι­οὺς καὶ γε­νι­κὰ δι­α­ση­μό­τη­τες.

       Δὲν ἔ­χω πιὰ κα­μιὰ ἔ­γνοι­α γι’ αὐ­τόν, εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ εὐ­τυ­χὴς γιὰ ἄν­θρω­πος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο ἀ­νη­συ­χοῦ­σα, ὅ­ταν ἦ­ταν στὴν κλι­νι­κή, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τό­σο ζε­στὸ δω­μά­τιο ποὺ μοι­ρα­ζό­ταν μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα. Για­τὶ, γιὰ πο­λὺ κα­κή μας τύ­χη, δὲν εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­φα­λί­σου­με ἕ­να δι­κό μας μο­νό­κλι­νο δω­μά­τιο. Τό­τε μά­λι­στα κα­τά­φε­ρα νὰ δι­α­πι­στώ­σω πὼς ἡ χώ­ρα μας εἶ­χε δι­α­τη­ρή­σει, πα­ρὰ τὴν κρί­ση, τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ φι­λο­ξε­νί­α της.

       Πράγ­μα­τι, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι τὴν ὥ­ρα τοῦ γεύ­μα­τος σέρ­βι­ραν καὶ στοὺς δυ­ὸ τὰ ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πιά­τα ἐ­νῶ ἐ­πί­σης, ὅ­ταν ὁ φί­λος μας πα­ρα­πο­νιό­ταν γιὰ πό­νους μορ­φά­ζον­τας,  τοῦ ἔ­στελ­ναν ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον γιὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Αὐ­τὲς οἱ ἀ­βελ­τη­ρί­ες μὲ ἐ­κνεύ­ρι­σαν καὶ θε­ω­ρών­τας τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα πα­ρά­δο­ξο, ἔ­σκυ­ψα νὰ τὸ πῶ χα­μη­λό­φω­να στὸ αὐ­τὶ τοῦ γιοῦ μου.

       — Ξέ­ρεις, μα­μά, τὸν φρον­τί­ζουν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ μέ­να.

       — Σί­γου­ρα.

       — Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο.

       Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Τοῦ ἄλ­λα­ζαν τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους κά­θε πρω­ί, ἐ­νῶ κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ γιός μου ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν σει­ρά του, πρὶν κά­ποι­ος κα­τα­δε­χτεῖ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί του. Μο­λο­νό­τι ἔ­δω­σα­  φι­λο­δώ­ρη­μα στὴν ὑ­πεύ­θυ­νη νο­σο­κό­μα, ἡ κα­τά­στα­ση δὲν βελ­τι­ώ­θη­κε ἐ­παρ­κῶς. Ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα μου νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κύ­ριος πά­λι δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως δε­κτι­κός. Ὡ­στό­σο, προ­σπά­θη­σε φα­νε­ρὰ νὰ τὸν πεί­σει ὅ­τι τὸ κά­πως ἄ­γριο δέρ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­κεί­νου, ποὺ ἔ­λε­γε πολ­λὰ γιὰ­ τὴν πι­κρί­α καὶ τὸ μί­σος ποὺ ἔ­τρε­φε γιὰ τὴν ἀ­στι­κὴ τά­ξη, ἦ­ταν ἁ­πλῶς σκου­ρό­χρω­μη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ ἄν­τρας μου τὸν προ­ει­δο­ποί­η­σε πώς, ἂν ὁ γιὸς μας δὲν θε­ρα­πευ­ό­ταν, θὰ τὸν μή­νυ­ε.

       — Ἀ­ξί­ζει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς φρον­τί­δες, ποὺ θὰ τὶς πε­ρί­με­νε κα­νεὶς μό­νο ἀ­πὸ ἕ­να πρω­τό­γο­νο νο­σο­κο­μεῖ­ο.

       Πα­ρὰ τὰ ὀ­γδόν­τα πέν­τε του χρό­νια, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­βα­λε πο­λὺ κό­πο, σὲ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς συ­νάν­τη­σης, γιὰ νὰ μὴ βγά­λει τὴ ζώ­νη του καὶ τὸν τι­μω­ρή­σει ὅ­πως τοὺς ἰ­θα­γε­νεῖς. Κι ὅ­μως εἶ­ναι ἕ­νας γλυ­κὸς ἄν­θρω­πος, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ση­κώ­σει χέ­ρι πά­νω μου οὔ­τε πά­νω στὰ παι­διά μας.

       Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γιὰ νὰ τὸν ἠ­ρε­μή­σω, ἐ­πει­δὴ φο­βή­θη­κα πά­ρα πο­λὺ μή­πως τοῦ ἔρ­θει συγ­κο­πή. Πέ­θα­νε δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια. Ὅ­μως εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νη  ὅ­τι, ἂν ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τὸν εἶ­χαν δε­χτεῖ μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­γέ­νεια καὶ χω­ρὶς νὰ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σου­ν μιὰ ἀ­φ’­ ὑ­ψη­λοῦ πε­ρι­φρό­νη­ση στὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του, θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μα­ζί μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­résda­mοur, C­l­ém­e­n­ceP­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­tsdelav­ied­esg­e­ns, A­s­i­led­esf­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

.

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Ὁ ἑκατοχρονίτης

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola)

 

Ὁ ἑκατοχρονίτης

(Le centenaire)

 

ΑΘΕ ΜΕΡΑ, ἔ­βρι­σκα κα­θι­σμέ­νο σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τοῦ κή­που τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἕ­να με­γα­λό­σω­μο ἑ­κα­το­χρο­νί­τη γέ­ρον­τα. Στὴ σκιὰ τῶν κα­στα­νι­ῶν τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ χει­μώ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, στο­χα­ζό­ταν, μὲ τὸ πη­γού­νι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴ λα­βὴ τοῦ μπα­στου­νιοῦ του.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της κοι­τοῦ­σε τὰ κο­ρι­τσά­κια μὲ τὶς κορ­δέ­λες τους, ποὺ ἔ­παι­ζαν στὰ πό­δια του, χα­ρί­ζον­τάς του τὰ φω­τει­νὰ γε­λά­κια τους. Μᾶλ­λον στο­χα­ζό­ταν τὸ βρε­φι­κό του λί­κνο καὶ τὸν τά­φο του. Τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ σο­βα­ρὴ καὶ γλυ­κιὰ ἠ­ρε­μί­α, στὸ πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν ἡ κα­λο­σύ­νη καὶ ἡ πεί­ρα, πράγ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποί­α μὲ ἔ­θελ­γε. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τὸν ἀ­κού­ω νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή, αὐ­τὸν ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει πό­νους καὶ χα­ρές.

*

       Μιὰ μαρ­τι­ά­τι­κη μέ­ρα —ὁ οὐρανὸς ἦ­ταν συν­νε­φι­α­σμέ­νος καὶ τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου(1) ξε­πρό­βαλ­λε θλιμ­μέ­νο καὶ ἄ­χρω­μο πά­νω στὸ βρώ­μι­κο γκρί­ζο τῶν νε­φῶν— ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της, ποὺ σκά­λι­ζε τὴ γῆ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μπα­στου­νιοῦ του, μοῦ εἶ­πε μὲ με­λαγ­χο­λι­κὴ φω­νή:

       «Παι­δί μου, οἱ οὐ­ρα­νοὶ ἔ­ρι­ξαν πολ­λὲς βρο­χὲς ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κα, καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­χυ­σαν πολ­λὰ δά­κρυ­α. Πό­νε­σα πο­λὺ γιὰ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­χα­σα. Οἱ γιοί μου καὶ οἱ ἐγ­γο­νοί μου ἔ­χουν πε­θά­νει, ἔ­χω μεί­νει ὁ­λο­μό­να­χος, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ θά­να­το ποὺ δὲν ἔρ­χε­ται, σ’ ἕ­ναν αἰ­ώ­να ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ὁ δι­κός μου.

       »Μὴν εὐ­χη­θεῖ­τε πο­τὲ νὰ ὑ­περ­βεῖ­τε τὴ μέ­ση ἡ­λι­κί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι μί­α ἀ­ναγ­καί­α ἀ­νά­παυ­ση· εἶ­ναι γλυ­κὸς γιὰ τὸν γέ­ρον­τα σὰν τὸ φι­λὶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Εἶ­χα τὶς δι­κές μου θλί­ψεις καὶ εἶ­χα τὶς θλί­ψεις τῶν μα­κρι­ῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ἔ­ζη­σα. Εἶ­δα πέν­τε μο­ναρ­χί­ες, δυ­ὸ αὐ­το­κρα­το­ρί­ες, τρεῖς δη­μο­κρα­τί­ες· ἔ­ζη­σα ὅ­λα τὰ λά­θη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας λα­ὸς μέ­σα σὲ ἕ­να αἰ­ώ­να. Θυ­μη­θεῖ­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μας. Πό­σα δά­κρυα καὶ πό­σο αἷ­μα!

       »Σή­με­ρα, κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­θλιο οὐ­ρα­νὸ τοῦ Μαρ­τί­ου, κα­θὼς ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, ζη­λεύ­ω ὅ­σους δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­ναι μέ­σα στὴ γῆ καὶ ἀ­γνο­οῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ντρο­πὲς καὶ τοὺς τε­λευ­ταί­ους λυγ­μούς μας. Νι­ώ­θω οἶ­κτο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου ποὺ ζῶ ἀ­κό­μη, νι­ώ­θω οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χω κα­τοι­κή­σει τό­σο πο­λὺ και­ρό.

       «Αὐ­τοὶ ποὺ πε­θαί­νουν νέ­οι, εἶ­ναι οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι τῶν θε­ῶν».

*

       Τὸν Μά­ι­ο, βρῆ­κα τὸν ἑ­κα­το­χρο­νί­τη νὰ κά­θε­ται στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ ἄ­πλε­το φῶς τοῦ χρυ­σοῦ ἥ­λιου· πνο­ὲς ἀ­νέ­μου ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ παρ­τέ­ρια, φέρ­νον­τας μα­ζί τους τὶς γλυ­κὲς εὐ­ω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς πα­σχα­λι­ές.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της μοῦ εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας μου τρυ­φε­ρά:

       «Παι­δί μου, νά μιὰ ὄ­μορ­φη μέ­ρα ἀ­κό­μη ἀ­νά­με­σα στὶς ὄμορ­φες μέ­ρες αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­λες τὶς ἀ­νοί­ξεις μου, ὅ­λες τὶς χα­ρές μου. Πό­σο γλυ­κιὰ εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ πό­σο κα­λὸ εἶ­ναι νὰ ζεῖ κα­νεὶς μέ­σα στὸ ζε­στού­τσι­κο ἀ­έ­ρα. Ἑ­κα­τὸ ἀ­νοί­ξεις δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐ­ξαν­τλή­σουν τὴν ἀ­γά­πη μου γιὰ τὸν ἥ­λιο καὶ θά ‘θε­λα ἄλ­λες ἑ­κα­τὸ ποὺ πά­λι θὰ μοῦ ἀ­φή­σουν τὴν πί­κρα γιὰ τὰ πρῶ­τα φύλ­λα καὶ τὶς πρῶ­τες ἀ­χτί­δες. Ὁ ἄν­θρω­πος ξα­να­νι­ώ­νει, κά­θε και­νού­ρια χρο­νιά. Σή­με­ρα εἶ­μαι εἴ­κο­σι χρό­νων.

       »Πρέ­πει νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὴ ζω­ὴ γιὰ ὅ­λη τὴν εὐ­τυ­χί­α πού μοῦ ἔ­δω­σε. Εἶ­δα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α τοὺς ἀ­πο­γό­νους μου ὣς τὴν τέ­ταρ­τη γε­νιά, καὶ χά­ρη­κα ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς ἤ­μουν ὁ πα­τέ­ρας μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης φυ­λῆς. Καὶ τώ­ρα ἀκό­μη, μέ­σα στὴ μο­να­ξιά μου, εὐ­λο­γῶ τὴ ζω­ή, για­τί ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση. Χαί­ρο­μαι μὲ τὶς χα­ρὲς τοῦ πα­ρελ­θόν­τος.

       »Ἤ­μουν μάρ­τυ­ρας σὲ ἕ­να με­γα­λει­ῶ­δες θέ­α­μα. Ὁ αἰ­ώ­νας μου ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας με­γά­λος αἰ­ώ­νας, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἄν­θρω­πος κα­τέ­κτη­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Θὰ πά­ρω μα­ζί μου τὴν ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ σκέ­ψη ὅ­τι βα­δί­ζου­με πρὸς τὸ φῶς, μὲ ἀρ­γὰ καὶ βέ­βαι­α βή­μα­τα. Ξε­χνῶ τὶς δυ­στυ­χί­ες μας γιὰ νὰ σκε­φτῶ τὴν ἀ­λή­θεια καὶ τὴ δι­και­ο­σύ­νη ποὺ μᾶς κα­θο­δη­γοῦν καὶ μᾶς σπρώ­χνουν πρὸς τὰ ἐμ­πρός.

       »Ζη­τῶ ἀ­πὸ τὴν ἄ­νοι­ξη νέ­ες καὶ μα­κρι­ὲς χρο­νι­ές.»

*

       Ἦ­ταν οἱ δύο αἰ­ώ­νι­ες κραυ­γὲς τῆς ζω­ῆς, ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἡ φω­νὴ τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης.

       Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἔ­βλε­πα τὴ Γαλ­λί­α στὸ παγ­κά­κι τοῦ ἑ­κα­το­χρο­νί­τη, στοὺς τε­λευ­ταί­ους σκο­τει­νοὺς και­ρούς, νὰ θρη­νεῖ τὰ νε­κρὰ παι­διά της, νὰ κλαί­ει καὶ νὰ στε­νά­ζει πά­νω στὸ χῶ­μα. Ἀλ­λὰ τὴν βλέ­πω σή­με­ρα, κα­θὼς ἀ­να­θαρ­ρεύ­ουν οἱ ἐλ­πί­δες της, νὰ χα­μο­γε­λᾶ στὸ πα­ρελ­θόν, νὰ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ μέλ­λον της, νὰ εὔ­χε­ται μὲ θέρ­μη τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς μα­κριᾶς, μιᾶς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς, ποὺ θὰ τῆς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ φτά­σει στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὸ φῶς.

 

(1) Σ.τ.μ. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου βρί­σκε­ται μέ­σα στὸν ὁ­μώ­νυ­μο κῆ­πο, στὸ 6ο Δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς πό­λης τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Χτί­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 17ου αἰ. καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς Γαλ­λι­κῆς Γε­ρου­σί­ας.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Ὁ ἑ­κα­τοχρονίτης ἐμ­φα­νί­στη­κε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Événement Illustré στὶς 13 Ἰ­ου­λί­ου 1868, ἔ­πει­τα ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς Lettres Parisiennes τοῦ La Cloche, στὶς 25 Σε­πτεμ­βρί­ου 1872. Γιὰ τὸ κεί­με­νο ἐ­δῶ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ἡ δεύ­τε­ρη ἐκ­δο­χή.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Ρεζὶ Ζωφρέ (Régis Jauffret): Συνάντηση σὲ τρομοκρατικὴ ἐπίθεση

 

 

Ρε­ζὶ Ζω­φρὲ (R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et)

 

Συ­νάν­τη­ση σὲ τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση

(R­e­n­c­o­n­t­re d­a­ns un a­t­t­e­n­t­at)

 

ΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΜΕ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης, ὅ­ταν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε με­τα­ξύ μας, βρε­θή­κα­με στὸ ἴ­διο βα­γό­νι τοῦ με­τρό. Ἡ ἔ­κρη­ξη μᾶς ἔ­ρι­ξε τὸν ἕ­ναν πά­νω στὸν ἄλ­λον, καὶ χά­σα­με τὶς αἰ­σθή­σεις μας καὶ οἱ δυ­ό. Νο­ση­λευ­τή­κα­με σὲ νο­σο­κο­μεῖ­α τῶν λον­δρέ­ζι­κων προ­α­στί­ων, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀρ­κε­τῶν μι­λί­ων τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Εἶ­χα σο­βα­ρὰ ἐγ­καύ­μα­τα στὸ πρό­σω­πο καὶ χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου μά­τι καὶ νὰ βά­λουν στὴ θέ­ση του ἕ­να ψεύ­τι­κο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μοῦ ἔ­δω­σαν, μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ σα­κού­λα, τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα τὸ πρω­ι­νὸ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας.

         Με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὴ Γαλ­λί­α, καὶ πρὶν τὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια, σκά­λι­σα αὐ­τὰ τὰ ρά­κη, ποὺ οἱ δι­α­σῶ­στες εἶ­χαν κό­ψει καὶ ἀ­φαι­ρέ­σει ἀ­πὸ πά­νω μου μ’ ἕ­να ψα­λί­δι. Ξα­να­βρῆ­κα τὴν ἀτ­ζέν­τα μου, τὴν μα­γνη­τι­κὴ κάρ­τα ποὺ ξε­κλεί­δω­νε τὸ δω­μά­τιό μου στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τῆς C­a­r­d­i­n­g­t­on S­t­r­e­et, κι ἕ­να κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο σκού­ρου χρώ­μα­τος, ποὺ ἀρ­χι­κὰ θε­ώ­ρη­σα πὼς ἦ­ταν τὸ δι­κό μου. Ὅ­μως, κα­θὼς τὸ ἔ­φε­ρα πιὸ κον­τὰ στὸ φῶς μιᾶς λάμ­πας, πρό­σε­ξα ὅ­τι ἦ­ταν σκοῦ­ρο μπλὲ καὶ ὄ­χι μαῦ­ρο. Ἡ συν­δρο­μὴ δὲν εἶ­χε λή­ξει, ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ τη­λε­φω­νῶ κα­θη­με­ρι­νὰ σὲ ἕ­να παι­δι­κό μου φί­λο, ποὺ ζοῦ­σε στὴν Αὐ­στρα­λί­α, καὶ νὰ τοῦ δι­η­γοῦ­μαι ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἄ­κου­γα στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ ἔ­βρι­σκα στὶς δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­σε­λί­δες τοῦ Ἴν­τερ­νετ.

 

        Ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεί­νη μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Θὰ δι­έ­κο­πτε τὴ συν­δρο­μὴ μό­λις ἔ­κλει­νε τὸ τη­λέ­φω­νο, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε πρῶ­τα νὰ ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ ἀ­λή­τη ποὺ τῆς εἶ­χε κλέ­ψει τὸ κι­νη­τό της καὶ τὸ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ὁ λο­γα­ρια­σμὸς εἶ­χε φτά­σει στὶς πέν­τε χι­λιά­δες λί­ρες, στοὺς τρει­σή­μι­σι μῆ­νες ποὺ εἶ­χαν χρεια­στεῖ γιὰ νὰ ὑ­πο­στεῖ μιὰ ἐ­πέμ­βα­ση στὰ πό­δια της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ μπο­ρέ­σει νὰ περ­πα­τή­σει καὶ πά­λι μιὰ μέ­ρα.

        — Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ.

        Τῆς εἶ­πα ὅ­τι κι ἐ­γὼ ἐ­πί­σης εἶ­χα πε­ρά­σει πολ­λὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Σὰν νὰ γλύ­κα­νε. Μι­λών­τας, ἀ­να­κα­λύ­ψα­με σι­γὰ-σι­γὰ ὅ­τι εἴ­χα­με ζή­σει τὸ ἴ­διο δρά­μα. Ἐ­κεί­νη μά­λι­στα θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν ἑ­πό­με­νη τῆς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης εἶ­χε προ­σέ­ξει πά­νω στὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου ἕ­να μαῦ­ρο κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὅ­μως, λί­γες ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, θὰ τὸ εἶ­χε κλέ­ψει κά­ποι­α νο­σο­κό­μα ἢ κά­ποι­ος εἰ­δι­κευ­ό­με­νος για­τρός, ὅ­σο ἐ­κεί­νη κοι­μό­ταν.

        Τὸ πε­πρω­μέ­νο μᾶς εἶ­χε ἑ­νώ­σει τὴν ὥ­ρα μιᾶς ἔ­κρη­ξης. Ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μὴν τοῦ ἐ­ναν­τι­ω­θοῦ­με, καὶ ἴ­σως νὰ ἐ­πι­σπεύ­σου­με τὰ πράγ­μα­τα. Ὁρ­κι­στή­κα­με νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με σὲ ἕ­να τό­πο πιὸ ἥ­συ­χο, νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με καὶ νὰ μὴ χω­ρί­σου­με πο­τέ.

        — Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α.

        Τῆς ἀ­πάν­τη­σα πὼς ναί.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (G­a­l­l­i­m­a­rd, 2007).

 

R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et (Μασ­σα­λί­α, 1955). Γάλ­λος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος (H­i­s­t­o­i­r­és d’ a­m­ο­ur, C­l­é­m­e­n­ce P­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­ts de la v­ie d­es g­e­ns, A­s­i­le d­es f­o­us κ.ἄ.­). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆ­ρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce C­u­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ων ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Émile Zola: Τὰ ζαχαρωτὰ τῆς μικρῆς ζητιάνας

 

 

Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ (Émile Zola)

 

Τὰ ζα­χα­ρω­τὰ τῆς μι­κρῆς ζη­τιά­νας (1)

(Les étrennes de la mendiante)

 

ΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ὁ Ἰ­α­νουά­ριος, θὰ σᾶς θυ­μί­σω ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἔ­θι­μο τῆς πα­ρι­σι­νῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς.

Τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς τρῶ­γλες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρι­ποι­οῦν­ται μὲ φρον­τί­δα τὸν ἑ­αυ­τό τους. Οἱ ζη­τιά­νοι φο­ροῦν τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα ρά­κη τους, στο­λί­ζον­ται μὲ τὰ κου­ρέ­λια τους καὶ πη­γαί­νουν νὰ εὐ­χη­θοῦν στοὺς πε­ρα­στι­κοὺς καὶ νὰ τοὺς ποῦ­νε τὰ βά­σα­νά τους καὶ νὰ ζη­τή­σουν τὸ μπο­να­μά τους, μὲ τὸ χέ­ρι ἁ­πλω­μέ­νο, τὸ πρό­σω­πο ἀ­νή­συ­χο κι ὅ­λο ἔ­γνοι­α.

        Ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα ἡ ἐ­παι­τεί­α εἶ­ναι ἀ­νε­κτή· ἐ­ξα­σκεῖ­ται μέ­ρα με­ση­μέ­ρι χω­ρὶς νὰ με­ταμ­φι­έ­ζε­ται στὰ χί­λια πρό­σω­πα ποὺ μη­χα­νεύ­ε­ται ἡ βι­ο­μη­χα­νί­α τοῦ δρό­μου. Ὁ ὀρ­γα­νο­παί­κτης ἀ­φή­νει στὸ σπί­τι του τὴ με­γά­λη θή­κη ποὺ κου­βα­λοῦ­σε γιὰ δώ­δε­κα ἀ­τέ­λει­ω­τους μῆ­νες· οἱ ἔμ­πο­ροι σπίρ­των, δαν­τελ­λῶν, τρα­γου­διῶν δὲν χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀ­να­νε­ώ­σουν τὴν πρα­μά­τια τους. Ὁ δη­μό­σιος δρό­μος εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος· οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες κά­νουν τὰ στρα­βὰ μά­τια· μὲ εἰ­λι­κρί­νεια ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια, αὐ­τὰ ποὺ δί­νουν κι αὐ­τὰ ποὺ παίρ­νουν.

        Σ’ ἕ­να ψη­λὸ καὶ μαῦ­ρο σπί­τι, στὸ ἕ­κτο πά­τω­μα(2), στὸ βά­θος ἐ­νὸς πα­τα­ριοῦ, ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ ἀ­πο­θή­κη, ζεῖ μιὰ πάμ­φτω­χη οἰ­κο­γέ­νεια, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα κι ἕ­να ὀ­χτά­χρο­νο κο­ρι­τσά­κι.

        Ὁ πα­τέ­ρας, ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας στε­γνὸς κι ὅ­λο γω­νί­ες, τὰ γέ­νια του καὶ τὰ μαλ­λιά του μα­κριὰ καὶ μπερ­δε­μέ­να, ἄ­σπρα, ἕ­να ἄ­σπρο βρώ­μι­κο. Ἀ­να­πο­λεῖ ἀ­να­στε­νά­ζον­τας τὶς ὡ­ραῖ­ες μέ­ρες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ὅ­ταν οἱ δρό­μοι ἀ­νῆ­καν στοὺς φτω­χούς, κι εἶ­χαν δι­κό τους ὅ­λο τὸν ἥ­λιο τοῦ κα­λοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­λη τὴ συμ­πό­νια τῶν ἀν­θρώ­πων.(3)

        Ἡ μη­τέ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται πλέ­ον. Εἶ­ναι λὲς καὶ ζεῖ ἀ­πὸ συ­νή­θεια καὶ μοιά­ζει ἀ­ναί­σθη­τη στὴ χα­ρὰ καὶ τὸν πό­νο. Τὸ κρύ­ο καὶ ἡ πεί­να σκό­τω­σαν τὴν σκέ­ψη καὶ τὶς αἰ­σθή­σεις της.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­ναι τὸ φῶς σ’ αὐ­τὸ τὸ σκο­τει­νὸ ντά­μι. Μέ­σα σ’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­γρὴ σκο­τει­νιά, τὸ χλω­μό, ξαν­θὸ κε­φα­λά­κι της ξε­χω­ρί­ζει πά­νω στὸ μαυ­ρι­σμέ­νο τοῖ­χο, τὸ χα­μό­γε­λό της λάμ­πει σὰν ἡ­λι­α­χτί­δα· τὰ γα­λα­νὰ μά­τια της, ὅ­που ἡ ξε­γνοια­σιὰ ἀ­φή­νει ξαφ­νι­κὲς ἀ­να­λαμ­πὲς χα­ρᾶς, φω­τί­ζουν τὶς γω­νι­ὲς τοῦ φτω­χό­σπι­του. Δὲν κλαί­ει πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ βλέ­πει νὰ κλαῖ­νε. Τὴν πρω­το­χρο­νιὰ οἱ γο­νεῖς καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι ση­κώ­θη­καν στὶς πέν­τε. Τοὺς πῆ­ρε ὥ­ρα καὶ κό­πο πο­λὺ γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦν. Ἔ­πει­τα ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μη­τέ­ρα κά­θι­σαν ἀ­κί­νη­τοι νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ξη­μέ­ρω­μα, ἐ­νῶ ἡ μι­κρού­λα, πε­ρισ­σό­τε­ρο κο­κέ­τα, προ­σπα­θοῦ­σε, μά­ταια­, γιὰ ὥ­ρα, νὰ κρύ­ψει μιὰ με­γά­λη τρύ­πα ποὺ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ μιὰ με­ριὰ τῆς φού­στας της.

        Ἡ παι­δού­λα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τοὺς μπο­να­μά­δες της. Τὴν προ­η­γού­με­νη ὁ πα­τέ­ρας τῆς εἶ­πε: «Αὔ­ριο θὰ γί­νεις ὄ­μορ­φη καὶ θὰ βγοῦ­με στοὺς δρό­μους νὰ εὐ­χη­θοῦ­με ὑ­γεί­α καὶ πλού­τη στοὺς εὐ­τυ­χι­σμέ­νους αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι κα­λοί, καὶ θέ­λουν μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο νὰ μπο­ροῦ­με μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ κά­νου­με ἔκ­κλη­ση στὴν φι­λαν­θρω­πί­α τῶν εὐ­αί­σθη­των ψυ­χῶν. Αὔ­ριο οἱ ὄ­μορ­φες δε­σποι­νι­δοῦ­λες ποὺ ἔ­χουν πολ­λοὺς φί­λους θὰ πά­ρουν δῶ­ρα, με­γά­λες κοῦ­κλες καὶ κα­λα­θά­κια μὲ κα­ρα­μέ­λες. Οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν, λοι­πόν, καὶ τὰ φτω­χὰ παι­διὰ σὰν ἐ­σέ­να, ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴ χα­ρὰ νὰ ἔ­χουν φί­λους, νὰ μὴ μεί­νουν ὡ­στό­σο μὲ ἄ­δεια τὰ χέ­ρια καὶ τοὺς ἔ­δω­σαν γιὰ φί­λους ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἐ­πι­τρέ­πον­τάς τους νὰ ἁ­πλώ­νουν τὸ χέ­ρι σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τὰ νο­μί­σμα­τα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης τους θὰ γί­νουν τὰ ζα­χα­ρω­τὰ καὶ τὰ παι­χνί­δια σου.»

        Ἡ μι­κρού­λα εἶ­ναι στὸ δρό­μο. Βα­δί­ζει χα­ρού­με­να, μὲ ξαφ­νι­κὲς ντρο­πές, στα­μα­τών­τας στὰ σταυ­ρο­δρό­μια, στοὺς πρό­να­ους τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν, στὶς γέ­φυ­ρες, παν­τοὺ ὅ­που ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι. Ὁ πα­τέ­ρας της καὶ ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν, σο­βα­ροί, χω­ρὶς νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν οἱ ἴ­διοι τὴν δη­μό­σια συμ­πό­νια· μοιά­ζουν σὰν νὰ πη­γαί­νουν ἐ­πί­σκε­ψη στὸ πλῆ­θος καὶ τοῦ συ­στή­νουν τὴν κό­ρη τους.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι στα­μα­τᾶ νέ­ους καὶ γέ­ρους· προ­τι­μᾶ νὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται σ’ αὐ­τοὺς ποὺ κου­βα­λοῦν πα­κέ­τα καὶ τὰ γα­λά­ζια μά­τια της τοὺς λέ­νε χα­ϊ­δευ­τι­κὰ «ἐ­σεῖς ποὺ μό­λις ξο­δέ­ψα­τε ἕ­να λου­δο­βί­κειο(4) γιὰ νὰ προ­σφέ­ρε­τε χα­ρὰ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές σας, δὲν θὰ μοῦ δώ­σε­τε ἕ­να τό­σο δὰ νο­μι­σμα­τά­κι γιὰ νὰ πά­ρω λί­γα ζα­χα­ρω­τά;»

        Πῶς νὰ μὴν ἀ­κού­σεις τὴ σι­ω­πη­λὴ προ­σευ­χὴ τοῦ χα­μό­γε­λού της. Χάλ­κι­να νο­μί­σμα­τα πέ­φτουν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ χέ­ρι της. Μα­ζεύ­ει σολ­δὶ τὸ σολ­δὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά της, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ γεύ­ε­ται ἔ­τσι μέ­χρι τὸ βρά­δυ τὶς χα­ρὲς τῆς μέ­ρας ποὺ μοιά­ζει νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει γι’ αὐ­τήν.

        Τὸ βρά­δυ οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν φω­τιὰ καὶ ψω­μί. Ἡ μι­κρή, πε­ρή­φα­νη, με­τρᾶ τοὺς θη­σαυ­ρούς της καὶ μπο­ρεῖ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ πι­στέ­ψει πὼς ὅ­λη ἡ πό­λη τὴν ἀ­γα­πᾶ.

        Ναί, τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ποὺ γι­νό­μα­στε οἱ νο­νοί, οἱ φί­λοι τῶν μι­κρῶν ζη­τιά­νων. Εἶ­ναι κα­θῆ­κον μας νὰ τοὺς κά­νου­με νὰ ξε­χά­σου­νε τὴ φτώ­χια τους, νὰ τοὺς δώ­σου­με τὴ συμ­πό­νια μας καὶ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση.

        Ἀ­κοῦ­στε με, τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά, γε­μί­στε τὶς τσέ­πες σας μὲ με­γά­λα νο­μί­σμα­τα… Πη­γαί­νε­τε στὴν πό­λη καὶ μοι­ρά­στε ζα­χα­ρω­τὰ στοὺς φτω­χούς.

        Θὰ γυ­ρί­σε­τε στὰ σπί­τια σας πλού­σιοι ἀ­πὸ τὰ χα­ρού­με­να βλέμ­μα­τα, τὰ κα­λὰ λό­για. Θὰ αἰ­σθαν­θεῖ­τε μέ­σα σας ὅ­λη τὴ χα­ρὰ αὐ­τῶν τῶν χλω­μῶν παι­δι­ῶν ποὺ τὰ κά­να­τε νὰ χα­μο­γε­λά­σουν καί, μὲ τὴ σει­ρά σας, θὰ φι­λή­σε­τε τρυ­φε­ρό­τε­ρα τὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­διὰ ποὺ ἁ­πλώ­νουν κι αὐ­τὰ ἐ­πί­σης τὰ χέ­ρια, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ντρέ­πον­ται, γιὰ νὰ πά­ρουν τὰ παι­χνί­δια τῶν εἴ­κο­σι πέν­τε φράγ­κων!

 

 

     (1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Αὐ­τὴ ἡ συγ­κι­νη­τι­κὴ σκι­α­γρά­φη­ση τῆς φτώ­χιας μέ­σα στὴν πό­λη, ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζει γιὰ τὶς με­γά­λες συν­θέ­σεις, ὅ­πως τὸ L’ Assommoir καὶ τὰ κα­το­πι­νό­τε­ρα με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐμ­φα­νί­στηκε μὲ τὸν ἁ­πλὸ τίτ­λο «Χρο­νι­κό» στὴν Le Petit Journal, στὶς 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συμ­βο­λὴ τοῦ Ζο­λᾶ σ’ αὐ­τὴ τὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀ­πο­λί­τι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρί­ας, στὴν ὁ­ποί­α θὰ δώ­σει συ­νο­λι­κὰ ἐν­νέ­α κεί­με­να.

    (2) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὸ ἕ­κτο πά­τω­μα τῶν πα­ρι­σι­νῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν ἀ­πο­τε­λεῖ­το συ­νή­θως ἀ­πὸ μι­κρὰ δω­μα­τιά­κια, ποὺ ἦ­ταν τὰ δω­μά­τια τῶν ὑ­πη­ρε­τρι­ῶν. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε καὶ μέ­χρι σή­με­ρα, ποὺ νοι­κι­ά­ζον­ται ὡς φοι­τη­τι­κὴ στέ­γη ἢ σὲ φτω­χοὺς με­τα­νά­στες, ἡ ἔκ­φρα­ση: «Μέ­νω σὲ chamber de bonne», ποὺ ση­μαί­νει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «μέ­νω στὸν 6ο ὄ­ρο­φο» (χω­ρὶς ἀ­σαν­σέρ) σὲ σο­φί­τα ἢ σὲ μι­κρὸ δω­μά­τιο καὶ συ­νή­θως μὲ κοι­νὴ του­α­λέ­τα.

    (3) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Τὰ με­γά­λα ἔρ­γα ποὺ ἔ­κα­νε τὸ 1852 στὴν πό­λη ὁ νο­μάρ­χης Ὀ­σμάν, ἄλ­λα­ξαν ρι­ζι­κὰ τὴν ὄ­ψη τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Ὁ ἀ­στι­κὸς ἱ­στὸς ὑ­πέ­στη ἀ­να­κα­τα­τά­ξεις, τὰ ἐ­νοί­κια αὐ­ξή­θη­καν καὶ τὰ φτω­χό­τε­ρα στρώ­μα­τα ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ με­τοι­κή­σουν στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς πρω­τεύ­ου­σας καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα νη­σά­κια.

    (4) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὰ λου­δο­βί­κεια (louis) ὅ­πως καὶ τά σοὺ (sous) ποὺ γρά­φει πα­ρα­κά­τω ἦ­ταν πα­λι­ό­τε­ρα γαλ­λι­κὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κὰ ἀ­πὸ τὸ φράγ­κο (franc).

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Le Petit Journal, 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.