Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ πιὸ πικρὸ ποτήρι

.

Kentrou-Agathopoulou,Maria-Eikona-01

.

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Τὸ πιὸ πι­κρὸ πο­τή­ρι

 

01-Htta ΘΕΟΔΩΡΑ-ΡΟΥΛΑ, ἀ­φό­του πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελ­φή της, εἶ­χε καὶ μιὰ πα­ρη­γο­ριὰ στὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη ζω­ή της. Ἡ μη­τέ­ρα της, ἤ­δη πο­λὺ γριὰ τὸ χί­λια ἐν­νι­α­κό­σια ἐ­νε­νήν­τα τέσ­σε­ρα, δὲν εἶ­χε πά­ρει χαμ­πά­ρι τὸ θά­να­το τῆς με­γα­λύ­τε­ρης κό­ρης της, ἐ­πει­δὴ ἡ βλά­βη τοῦ μυα­λοῦ της, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἀ­νί­κα­νη νὰ ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὴ γύ­ρω της πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὴν εἶ­χε προ­στα­τέ­ψει ἀ­πὸ τὴ γνώ­ση τῆς πιὸ ὀ­δυ­νη­ρῆς ἀ­λή­θειας γιὰ μιὰ μά­να.

       Ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρού­λα, κα­θὼς εἶ­χε πά­ρει ἀ­πὸ χρό­νια τὴ μη­τέ­ρα της στὸ δι­κό της σπί­τι ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­νημ­ποριᾶς της πιὰ νὰ φέ­ρει βόλ­τα ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ μό­νη τὸ νοι­κο­κυ­ριό, ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση σχε­δὸν τὴν ἔλ­λει­ψη συμ­με­το­χῆς τῆς γριᾶς μά­νας στὸ βα­ρὺ πέν­θος της.

       Ἔ­φτα­νε ὅ­μως κά­ποι­α ὥ­ρα ποὺ τῆς ἐρ­χό­ταν νὰ πά­ει ἐ­κεῖ στὸ στρῶ­μα της, ὅ­που ἀ­μί­λη­τη καὶ ἀ­σά­λευ­τη ξά­πλω­νε μέ­ρες καὶ νύ­χτες ἡ γριά της, νὰ τὴ ση­κώ­σει ἄ­ξαφ­να ἢ νὰ τὴν τραν­τά­ξει ἀ­π’ τοὺς ὤ­μους ἔ­στω ἀ­κό­μα, νὰ τὴν πο­νέ­σει καὶ νὰ τῆς φω­νά­ξει «ξύ­πνα ἐ­πι­τέ­λους, ἔ­λα στὰ συγ­κα­λά σου, νὰ μά­θεις ὅ­τι ἡ λα­τρευ­τή σου κό­ρη δὲν ζεῖ πιά, νὰ κλά­ψεις κι ἐ­σὺ γο­ε­ρά, νὰ θρη­νή­σεις τὸ χα­μὸ της ὅ­πως ἐ­γώ, νὰ μὴν εἶ­μαι μό­νη στὴ δυ­στυ­χί­α μου μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι».

       Κά­που κά­που, βέ­βαι­α, ἡ φευ­γά­τη, ποι­ὸς ξέ­ρει ἀ­πὸ ποι­οὺς χα­λα­σμέ­νους ἢ λο­γι­κοὺς συ­νειρ­μοὺς πί­σω μπρός, ἀ­πὸ ποι­ὰ μυ­στή­ρια μπερ­δέ­μα­τα κι ἀ­να­δαρ­μοὺς μὲς στὸ μυα­λό της, ρω­τοῦ­σε μὲ μιὰ ἀ­νή­συ­χη ἀλ­λὰ καὶ μα­ζὶ ἤ­ρε­μη φω­νὴ «Ρούλα, γιαβρί­κα μου» —ὅ­πως συ­νή­θι­ζε νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λεῖ ὅ­ταν ἡ Θε­ο­δώ­ρα ἦ­ταν μι­κρὴ— «ποῦ εἶ­ναι ἡ Κορ­νη­λί­α; για­τί δὲν ἔρ­χε­ται λί­γο νὰ τὴ δῶ;». «Εἶ­ναι τα­ξί­δι στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μα­μά, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πό μᾶς», ἀ­παν­τοῦ­σε ζε­μα­τι­σμέ­νη ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα, κι ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα καὶ τα­ραγ­μέ­νη ἀ­πὸ μπρο­στὰ της κι ἔμ­παι­νε σὰν τρε­λὴ στὴν κου­ζί­να της.

       Κα­θὼς περ­νοῦν τὰ χρό­νια, ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­ραι­ὰ ρω­τά­ει, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζε­ται στὸ μιν­τέ­ρι τῆς κό­ρης της, καὶ κοι­μᾶ­ται, ὅ­λο κοι­μᾶ­ται ἕ­ναν ὁ­λό­τε­λα δι­κό της ὕ­πνο, καὶ ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα δὲν ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πί­νει μό­νο τὸ δι­κό της πο­τή­ρι γε­μά­το πί­κρα γιὰ τὴν ἀ­δελ­φή της, ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄ­δει­ο κι ὅ­μως τὸ πιὸ φαρ­μα­κε­ρό τῆς μά­νας της, ποὺ δὲν ξέ­ρει κι οὔ­τε θὰ μά­θει πο­τέ.

       Για­τί ἡ Θε­ο­δώ­ρα-Ρούλα αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­δελ­φή της δὲν ἔ­χει πά­ρει ὅ­λο τὸν πό­νο ποὺ τῆς ἀ­νή­κει, αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἡ ἀ­νύ­παρ­κτη ὀ­δύ­νη τῆς μη­τέ­ρας της εἶ­ναι μιὰ στέ­ρη­ση γιὰ τὴν ψυ­χὴ τῆς νε­κρῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης της, κά­τι σὰν ἀ­δι­κί­α ποὺ τῆς ἔ­χει γί­νει, κι ἐ­πει­δὴ πι­στεύ­ει ὅ­τι δι­και­οῦν­ταν τὸν ἀ­πό­λυ­το πό­νο ἀ­πὸ τὴ μά­να της, ποὺ οὔ­τε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά της εἶ­χε ἀ­ξι­ω­θεῖ νὰ πά­ρει μα­ζί της.

                     

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ πα­ραί­τη­ση (ἐκδ. Κέ­δρος, 2002).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

 

 

Διαφημίσεις

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ τηλεφώνημα

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Τὸ τηλεφώνημα

 

ΣΤΕ ΠΕΘΑΝΕ, ἔ; Τί νὰ πεῖ κα­νείς.­.. Ζω­ὴ σ’ ἐ­σᾶς. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ­τε πιά. Νὰ κοι­τά­ξε­τε λί­γο τὰ τρι­γυρ­νά σας. Σάμ­πως ἦ­ταν ζων­τα­νὸς τό­σον και­ρό; Οὔ­τε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ θα­νά­του ἦ­ταν καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄλ­λω­στε εἴ­χα­τε πά­ψει νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ­τε. Πῶς ν’ ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Οὔ­τε τὸν λυ­πό­σα­σταν. Πῶς νὰ λυ­πᾶ­σαι ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Τοὺς ζων­τα­νοὺς λυ­πᾶ­ται κα­νείς. Αὐ­τοὺς ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν στὴ ζω­ὴ μ’ ἕ­ναν θά­να­το πιὸ θά­να­το ἀ­πὸ θά­να­το. Αὐ­τοὺς λυ­πᾶ­ται. Αὐ­τοὺς ποὺ μιὰ κά­νουν ἔ­τσι κι ἄ­ξαφ­να βρί­σκον­ται φτω­χοὶ κι ἀ­νέ­στιοι. Ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Χω­ρὶς πα­τρί­δα. Χω­ρὶς αὔ­ριο. Για­τί κλαῖς τώ­ρα; Γιὰ ποι­όν κλαῖς; Ἐ­νε­νήν­τα καί; Μα­σα­λάχ, χρι­στια­νή μου… Ἀ­στεῖ­ο εἶ­ναι νὰ κλαῖς. Μιὰ ἄ­χρη­στη λύ­πη εἶ­ναι. Μή­πως δὲν πα­ρα­κα­λού­σα­τε νὰ πε­θά­νει; Μή­πως δὲν εἴ­χα­τε γί­νει ρά­κη ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση; Φτά­σα­τε νὰ τὸν μι­σεῖ­τε κι­ό­λας. Νὰ τὸν σι­χαί­νε­στε. Κα­τέ­στρε­φε τὴ ζω­ή σας. Οἱ φί­λοι σας εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Τὸ εἶ­χαν στρί­ψει τε­χνη­έν­τως. Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ γκρέ­μι­σμα. Γιὰ γέ­λια. Μὰ ἂν τώ­ρα σοῦ κά­νει κα­λὸ τὸ κλά­μα, ἂν σοῦ κά­νει εὐ­ερ­γε­σί­α, κλά­ψε. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­κή σου δι­έ­ξο­δος. Τὸ ἐ­λεύ­θε­ρό σου μά­τι. Σὰν θά­λασ­σα σὲ ξε­πλέ­νει. Σὰν μω­ρὸ σὲ βα­φτί­ζει. Σοῦ δί­νει ὄ­νο­μα. Σῶ­μα. Σοῦ δί­νει ἀρ­χή. Βγὲς ἔ­ξω. Ἔ­χεις νιά­τα ἀ­κό­μη. Οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους κι οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Φό­ρε­σε τὰ και­νούρ­για σου πα­πού­τσια καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ἐμ­πρὸς μάρς! Μὴν ντρέ­πε­σαι. Ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ρα­δι­ό­φω­νο. Τρα­γου­δά­ει ἡ Μπέ­λου. Ἡ.­.. Σω­τη­ρί­α, βρέ. Χό­ρε­ψε γιὰ σέ­να. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς μό­νοι μας χο­ρεύ­ου­με. Πι­ὲς ἕ­να τσι­που­ρά­κι. Πά­το. Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με σι­νε­μά. Νὰ ἔρ­θεις. Θά ’ναι κι ἡ Ἀν­τι­γό­νη. Πάν­τα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες, τὸ ξέ­ρω. Κι αὐ­τὴ πάν­τα σὲ θυ­μᾶ­ται. Στὰ σκο­τει­νὰ νὰ τῆς πιά­σεις τὸ χέ­ρι. Μπο­ρεῖς καὶ νὰ τὴν χα­ϊ­δέ­ψεις. Στὰ σκο­τει­νά. Τί κάνεις τώρα; Κλαῖς ἢ γελᾶς;

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά*

 

Ν ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΦΟΝΟ στὴ ζω­ή της, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, οὔ­τε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε μὲ τὰ ἄλ­λα μά­τια μὲς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, οὔ­τε στὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ἀ­φη­γή­σεις τῆς για­γιᾶς της γιὰ φο­νι­κὰ ἀ­πὸ τούρ­κους κι ἕλ­λη­νες στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­πὸ τσέ­τες καὶ Γι­αγ­κοῦ­λες καὶ Μπαμ­πά­νη­δες.

       Ἂν εἶ­δε ἕ­να φό­νο μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια, μι­κρὸ κο­ρί­τσι τό­τε, ἦ­ταν ὁ φό­νος ἑ­νὸς σκο­τω­μέ­νου ἤ­δη.

       Μό­λις εἶ­χαν φύ­γει οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὴ δι­κή της πό­λη, τὴν κα­τα­στραμ­μέ­νη, γε­μά­τη νε­κροὺς καὶ ἄ­στε­γους, βομ­βό­πλη­κτους καὶ βα­θιὰ πεν­θοῦν­τες, μιὰ πό­λη μὲ σκό­νη σύν­νε­φο καὶ καλ­ντε­ρί­μια σκο­τει­νά, μὲ βρό­μι­κο χῶ­μα ἀ­νά­κα­το μὲ αἵ­μα­τα καὶ φτυ­σι­ές, μὲ κο­πρι­ὲς βαρ­βά­των γερ­μα­νι­κῶν ἀ­λό­γων καὶ ξε­ρα­μέ­νες ἀ­φο­δεύ­σεις σκύ­λων.

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ σκο­τει­νιά­ζει, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας κι ἀ­λα­λι­α­σμέ­νη στὸ σπί­τι της.

       Ἡ μά­να της προ­σπα­θοῦ­σε στὸ μι­σο­σκό­τα­δο ν’ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει τὸ κα­ρί­κω­μα μιᾶς κάλ­τσας τοῦ πα­τέ­ρα της, ὅ­ταν τὴν πλη­σί­α­σε τὸ κο­ρί­τσι καὶ εἶ­πε: «Εἶ­δα νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.» Ἔ­τσι τῆς εἶ­πε μό­νο, κι ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα καὶ τὴν κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ μα­το­γυά­λια της μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο πε­ρι­παι­χτι­κὸ καὶ μα­ζὶ πε­ρί­ερ­γο.

       «Τί τσαμ­που­νᾶς ἐ­κεῖ πέ­ρα» τῆς εἶ­πε «τί φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἑ­τοι­μά­ζε­σαι πά­λι νὰ μοῦ πα­σά­ρεις, πῶς γί­νε­ται, μα­θές, νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, μή­πως σά­λε­ψε τὸ μυα­λό σου;»

       Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε ἕ­να κλά­μα σι­ω­πη­λό, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, ὄ­χι τώ­ρα τό­σο γιὰ ὅ,τι εἶ­χε δεῖ νὰ δι­α­πράτ­τε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια της, τό­σο νω­πὸ ἀ­κό­μη, ὅ­σο γιὰ τὸ ὅ­τι ἡ μά­να της δὲν τὴν πί­στε­ψε καὶ τὴν κο­ρό­ι­δε­ψε κι ἀ­πο­πά­νω. Τὸ κορ­μά­κι της ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συ­νε­φέ­ρει, δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ τρε­μού­λια­σμα, πῶς νὰ καλ­μά­ρει τὸ ἀν­τά­ρια­σμα ποὺ μέ­σα της ἀ­να­κά­τευ­ε ὅ­λα τα σπλά­χνα της. Δά­κρυ­α καὶ μύ­ξες τρέ­χαν ἀ­νά­κα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸ πρό­σω­πό της, κι εἶ­χε ἀ­φε­θεῖ σ’ ἕ­να κλά­μα ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το, ἐ­πει­δὴ ἡ μά­να της ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να καὶ τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­δε­κεῖ ποὺ στε­κό­ταν, μὲς στὸ σκο­τά­δι τῆς κά­μα­ρας, καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να ν’ ἀ­να­κα­τέ­ψει τὸ βρα­δι­νὸ φα­γη­τό τους – τρα­χα­νὰς μὲ τη­γα­νη­τὲς μι­κρὲς βου­κί­τσες ψω­μιοῦ.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της συμ­μα­ζω­χτῆ­καν στὸ σπί­τι, στρώ­θη­καν ὅ­λοι στὸ τρα­πέ­ζι καὶ ρου­φοῦ­σαν ἡ­δο­νι­κὰ τὸν τρα­χα­νά, πλα­τα­γί­ζον­τας τὰ χεί­λια τους, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νης δὲν τῆς κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα ἀ­π’ τὴν κα­τα­πί­να της καὶ σούρ­ντι­ζε μέ­σα στὸ στό­μα της τὴ σού­πα μὲ τὸ ψω­μί.

       Ἡ μά­να της, ποὺ τὸ πρό­σε­ξε αὐ­τό, ὅ­λο τῆς ἔ­λε­γε «Τρῶ­γε, κα­η­μέ­νη μου, μὴν σὲ μπα­τσί­σω, βρῆ­κες φαΐ καὶ παί­ζεις, κα­τέ­βα­ζέ το λοι­πόν.­.­.­», κι ἐ­κεί­νης πε­τά­ρι­ζε ἀ­κό­μη τὸ στη­θά­κι της ἀ­πὸ τ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα, δὲν τολ­μοῦ­σε, φο­βό­ταν κι ἔ­τρε­με τὸν πα­τέ­ρα της, κι ἐ­κεῖ­νος κά­ποι­α στιγ­μὴ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το του κι εἶ­πε, ἀ­δι­ά­φο­ρα σχε­δόν, «Τί ἔ­χει αὐ­τή;­», τοῦ­το μό­νο εἶ­πε, κι ἡ μά­να της ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ξέ­ρεις δά, φαν­τα­σί­ες παι­δι­κὲς καὶ δὲν συμ­μα­ζεύ­ε­ται, ὅ­ταν ἔρ­χε­ται καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι εἶ­δε νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.­.­.­», ὥ­σπου ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να τὸ κο­ρί­τσι, τρά­βη­ξε πί­σω τὴν κα­ρέ­κλα του ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, στά­θη­κε ὄρ­θιο στὰ λι­γνά του πο­δα­ρά­κια, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ σὲ μιὰ στά­ση ὅ­πως λέ­νε τὰ παι­διὰ τὸ ποί­η­μα στὸ σχο­λεῖ­ο τὶς με­γά­λες ἐ­θνι­κὲς γι­ορ­τές, τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους κα­λὰ-κα­λά —δὲν ἔ­κλαι­γε πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε—, κι ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χαν ἀ­φή­σει ὅ­λοι ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μὶ κι εἶ­χε πιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν προ­σο­χή τους, εἶ­πε:

       «Ἀρ­γὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα, ἐ­κεῖ ποὺ παί­ζα­με στὴν ἀ­λά­να καὶ κά­ποι­οι ἀ­πὸ τ’ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρά τους μᾶς φώ­να­ζαν “Φτά­νει πιά, μᾶς ξε­κου­φά­να­τε μὲ τὶς τσι­ρί­δες σας, συ­ρεῖ­τε τώ­ρα στὰ σπί­τια σας, νύ­χτω­σε”, βλέ­πω πιὸ κεῖ, στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Κα­ϊ­στρί­ου πε­δί­ου, νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος πο­λύς. Ἔ­τρε­ξα κι ἐ­γὼ κα­τα­πά­νω —μ’ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ κά­ποι­α κο­ρί­τσια—, καὶ τί νὰ δῶ; Μι­κροὶ με­γά­λοι ἦ­ταν σκυμ­μέ­νοι πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, ριχ­μέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­νά­σκε­λα. Τὸν κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι, κά­ποι­οι λέ­γα­νε ὅ­τι τὸν ἤ­ξε­ραν κι ὅ­τι τά­χα ἦ­ταν γιὸς τῆς κυ­ρὰ-Ἀ­σπα­σί­ας καὶ τοῦ κὺρ Γιά­ννη τοῦ Ἑ­φτα­λι­ώ­τη, τοῦ τσαγ­κά­ρη, ἄλ­λοι ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζαν κα­θό­λου, δὲν ἦ­ταν τῆς δι­κῆς τους γει­το­νιᾶς – κι ἔ­λε­γες, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, σὰν κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­νε ὁ πε­θα­μέ­νος ἢ κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι, για­τὶ ἔ­στρε­φαν συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τά­ζα­νε πέ­ρα στὸν κα­τή­φο­ρο, ὥ­σπου ἦρ­θε κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας ἄν­τρας ὣς ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω, μὲ γέ­νια μα­κριά, μὲ μου­στά­κια καὶ μα­κριὰ λε­ρὰ μαλ­λιά, καὶ κά­τι μαῦ­ρα μά­τια πο­λὺ θυ­μω­μέ­να, ποὺ ἄ­στρα­φταν σὰν γυα­λί, κι ἄρ­χι­σε μὲ τὶς χον­τρὲς ἀρ­βύ­λες του, γε­μά­τες μαῦ­ρες πρό­κες ἀ­πο­κά­τω —ἐ­γὼ τὶς πρό­σε­ξα ἐ­πει­δὴ κα­θό­μουν καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα—, ἄρ­χι­σε λοι­πὸν νὰ πα­τά­ει δυ­να­τά το κε­φά­λι τοῦ σκο­τω­μέ­νου, καὶ σὲ κά­θε πά­τη­μα δυ­να­τὸ ν’ ἀ­κού­γε­ται ἕ­να κα­τά­ξε­ρο κράκ, ὅ­πως κά­νει τὸ καρ­πού­ζι ὅ­ταν τὸ σκί­ζουν μὲ τὰ χέ­ρια με­τὰ τὸ μα­χαί­ρω­μα. Πα­τοῦ­σε λοι­πὸν μὲ λύσ­σα τὸ κε­φά­λι τοῦ νε­κροῦ ἐ­κεῖ κα­τά­χα­μα, τό ‘­κα­νε λι­ῶ­μα, συ­νέ­χεια ἔ­βρι­ζε μὲ βρον­τε­ρή, ἄ­γρια φω­νή, μὲ ἀ­φρι­σμέ­νο στό­μα, μὲ ἄ­σπρο σά­λιο ποὺ πε­τα­γό­ταν ἕ­να μέ­τρο καὶ πα­ρα­πά­νω μα­κριά» —κι ἐ­δῶ χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή της μὲ ντρο­πή, μό­λις ποὺ τὴν ἄ­κου­σαν οἱ δι­κοί της— «”Νά, νά, πού­στη, νά, φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου” ξε­φώ­νι­ζε, κι οἱ ἀρ­βύ­λες του εἴ­χα­νε γε­μί­σει ὣς ἀ­πά­νω μὲ τὰ μυα­λά, τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὰ μά­τια τοῦ σκο­τω­μέ­νου, δὲν εἶ­χε μεί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του στὸ κορ­μί του, νά, μὰ τὸ Θε­ό, κι ὅ­λοι ἐ­μεῖς, μι­κροὶ με­γά­λοι, κοι­τού­σα­με καρ­φω­μέ­νοι ἐ­κει­δά, βου­βα­μέ­νοι, τὸ σῶ­μα του ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κε­φά­λι, κοι­τού­σα­με ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο πε­θα­μέ­νο γιὰ τὰ κα­λά.

       »Αὐ­τὸ εἶ­δα τὸ σού­ρου­πο στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Καϊστρί­ου πε­δί­ου, κον­τὰ στὴν ἀ­λά­να ποὺ παί­ζα­με, κι ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν τ’ ἄν­τε­ρά μου, γι’ αὐ­τὸ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ φά­ω, πῶς νὰ φά­ω.­.­.­».

       Ἔ­τσι εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι μὲ μιὰν ἀ­νά­σα κι ἔ­κλει­σε τὸ στο­μα­τά­κι του με­μιᾶς. Πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε πά­νω σ’ ἕ­να μι­κρὸ μπα­οῦ­λο μὲ τὸ κε­φά­λι πε­σμέ­νο κά­τω κι εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο κα­τα­κόκ­κι­νο σὰν πρη­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κλαι­γε τώ­ρα πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε.

       Οἱ γο­νεῖς καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της δὲν ἄ­νοι­ξαν τὸ στό­μα τους κα­θό­λου, δὲν ἔ­κρι­ναν, δὲν ξα­να­πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μί, μο­νά­χα ποὺ ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­βγα­λε κα­πνὸ καὶ τσι­γα­ρό­χαρ­το κι ἔ­στρι­ψε τσι­γά­ρο, κι ἡ μά­να της πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ κα­ρί­κω­μα ὣς τὰ μεσάνυχτα.

 

* Ἀπὸ ἕνα τραγούδι τοῦ Σ. Ξαρχάκου, σὲ στίχους Νίκου Γκάτσου.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ μι­κρὲς χα­ρές (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2004).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Βιντεοσκόπηση: Σάββατο βράδυ 7 Μαΐου 2011 στὸ σπίτι τῆς συγγραφέως στὴ Θεσσαλονίκη. Λήψη-φωτογραφίες: Ἡρὼ Νικοπούλου. 

 

Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ἰωάννου Δέλλιου 7, Θεσσαλονίκη. Σάββατο, 7 Μαΐου 2011.

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Ἄτολμος

 

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Ἄ­τολ­μος

 

ΕΣ ΝΑ Μ’ΑΓΓΙΞΕΙΣ; θέ­λεις; πό­τε τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε κοι­τά­ζον­τάς τον κα­τα­πρό­σω­πο μὲ κά­τι μά­τια γε­μά­τα νε­ρὸ σὰν νέ­κταρ μυ­στι­κῆς πη­γῆς καὶ πό­τε ἄ­γρια, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ χέ­ρι σὰν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἡ ἴ­δια της ἕ­να μα­χαί­ρι πά­νω στὸ βυ­ζί της, νά, ἐ­δῶ πιά­σε κα­η­μέ­νε, τοῦ ‘λέ­γε, τί πε­ρι­μέ­νεις, τί ἀρ­γεῖς, τί σκέ­ψη χρει­ά­ζε­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τί κό­πο, κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­με­νε εἰ­σέ­τι ἄ­βου­λος, δει­λός, τρε­μά­με­νος μέ­σα του, ἀ­να­πο­φά­σι­στος, σὰν ἐ­χθρὸς στὸν πό­λε­μο ἔ­με­νε, νὰ σκο­τώ­σει ἢ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἐγ­γύ­τα­τα βρι­σκό­ταν καὶ ἱ­κέ­τευ­ε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του, δί­βου­λος ἔ­νοι­ω­θε, δι­συ­πό­στα­τος γιὰ κεί­νη τὴν πρά­ξη, δὲ νο­γοῦ­σε πῶς γί­νον­ται αὐ­τὰ τὰ αἵ­μα­τα, πῶς ση­κώ­νε­ται τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα ν’ ἀγ­γί­ξει τὸ ἄλ­λο σῶ­μα, τί δυ­νά­μεις ὁ­δη­γοῦν, πα­ρορ­μοῦν ἀ­πὸ βα­θιά, ποι­ά ἡ ἀρ­χή, ποι­ό τὸ τε­τέ­λε­σται, κι ἂν ἐ­κεί­νη πα­ρω­δοῦ­σε σ’ ἕ­να φρι­χτὸ παι­χνί­δι ἐ­ξον­τώ­σε­ως, σὲ μιὰ μοί­ρα ἀ­λύ­γι­στη, ἀ­γύ­ρι­στη ἀ­πὸ πα­λιά, πῶς θά ‘βρι­σκε ξα­νὰ τὸν ὁ­λό­κλη­ρο ἑ­αυ­τό του, τὸ ὁ­λό­κλη­ρο χέ­ρι του, πῶς θὰ κοί­τα­ζε τὸν κό­σμο ξέ­νοια­στα, τὸ χέ­ρι του δὲν θὰ ἦ­ταν πιὰ δι­κό του, πα­ρὰ σὰν μιὰ σφρα­γί­δα ἀ­νε­ξί­τη­λη θά ‘με­νε πά­νω στὸ δι­κό της σῶ­μα, ἀ­πο­τύ­πω­μα καυ­τὸ σὲ μιὰ ξέ­νη σάρ­κα, ἂχ θὰ ἔ­χα­νε τὸ χέ­ρι του διὰ παν­τὸς ἀ­πὸ μιὰ ἐ­ξου­σί­α, ἕ­νας μο­νό­χειρ θὰ ἦ­ταν, ἕ­νας ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τος κου­λός, θὰ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ ἡ θ υ σ ί α.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ τέ­χνη. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Σεν­τό­νια τῆς ἀ­γρύ­πνιας (Ποι­ή­μα­τα, Με­ταίχ­μιο, 2006).

 

Εἰκό­να: Χέ­ρι στὸ στῆθος. Ἡμί­γλυ­φο ἔνθε­το σὲ πλα­κό­στρω­το τῆς πε­ριοχῆς τῶν «κόκ­κινων φα­να­ριῶν» τοῦ Ἄμστερ­νταμ.