Τσὰκ Παλάνιουκ (Chuck Palahniuk): Συνοδός

.

Palahniuk,Chuck-Synodos-Eikona-06

.

Τσὰκ Πα­λά­νιουκ (C­h­u­ckP­a­l­a­h­n­i­uk)

 

Συ­νο­δός

(E­s­c­o­rt)

.

T-[Tay]-SomataΗΝ ΠΡΩ­ΤΗ ΜΟΥ ΜΕ­ΡΑ ὡς συ­νο­δός, τὸ πρῶ­το «ραν­τε­βού μου» εἶ­χε μό­νο ἕ­να πό­δι. Εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­να δη­μό­σιο λου­τρὸ γιὰ γκέ­ι, γιὰ νὰ ζε­στα­θεῖ, μοῦ εἶ­πε. Ἴ­σως καὶ γιὰ σέξ. Καὶ εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ στὴ σά­ου­να, κον­τὰ στὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ θερ­μαν­τι­κὸ σῶ­μα, πιὸ κον­τὰ ἀ­π’ ὅ­,τι ἔ­πρε­πε. Μέ­χρι νὰ τὸν βροῦ­νε εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες ἀ­ναί­σθη­τος. Τό­σο πολ­λὲς ποὺ τὸ κρέ­ας στὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μπού­τι εἶ­χε ψη­θεῖ ἐν­τε­λῶς καὶ πέ­ρα γιὰ πέ­ρα.

       Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ περ­πα­τή­σει, κι ἐρ­χό­ταν ἡ μη­τέ­ρα του ἀ­πὸ τὸ Γου­ι­σκόν­σιν νὰ τὸν ἐ­πι­σκε­φτεῖ, ὁ­πό­τε τὸ ἄ­συ­λο χρει­α­ζό­ταν κά­ποι­ον νὰ τοὺς κου­βα­λά­ει ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ γιὰ νὰ δοῦν τὰ ντό­πια ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα. Νὰ πᾶ­νε γιὰ ψώ­νια στὸ κέν­τρο. Νὰ δοῦν τὴν πα­ρα­λί­α. Τοὺς κα­ταρ­ρά­χτες Μαλ­τνό­μα. Αὐ­τὰ ἦ­ταν ὅ­λα ποὺ μπο­ροῦ­σες νὰ κά­νεις ὡς ἐ­θε­λον­τής· θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἤ­σουν νο­σο­κό­μος ἢ μά­γει­ρας ἢ για­τρὸς γιὰ νὰ προ­σφέ­ρεις πα­ρα­πά­νω.

      Ἤ­σουν συ­νο­δός, καὶ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μέ­ρος ὅ­που νέ­οι ἄν­θρω­ποι χω­ρὶς ἀ­σφά­λεια ζω­ῆς πή­γαι­ναν γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ ἀ­σύ­λου οὔ­τε κὰν τὸ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν ἦ­ταν γραμ­μέ­νο σὲ κα­μιὰ ταμ­πέ­λα, καὶ σοῦ ζη­τοῦ­σαν νὰ εἶ­σαι δι­α­κρι­τι­κὸς στὰ πή­γαι­νε-ἔ­λα σου, για­τὶ οἱ γεί­το­νες δὲν ἤ­ξε­ραν τί συ­νέ­βαι­νε στὸ τε­ρά­στιο πα­λιὸ σπί­τι τοῦ δρό­μου, ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ δι­κό του με­ρί­διο σὲ πρε­ζά­κια καὶ πι­στο­λί­δια, κι ὅ­μως δί­πλα σ’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζεῖ κα­νείς: τέσ­σε­ρις ἑ­τοι­μο­θά­να­τοι σ’ ἕ­να σα­λό­νι, δύ­ο στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Του­λά­χι­στον δύ­ο ἑ­τοι­μο­θά­να­τοι σὲ κα­θε­μί­α ἀ­πὸ τὶς κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου – κι ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὲς κρε­βα­το­κά­μα­ρες. Του­λά­χι­στον οἱ μι­σοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους εἶ­χαν A­I­DS, ἀλ­λὰ τὸ σπί­τι δὲν ἔ­κα­νε δι­α­κρί­σεις. Μπο­ροῦ­σες νὰ ἔρ­θεις ἐ­δῶ καὶ νὰ πε­θά­νεις ἀ­πὸ ὁ­τι­δή­πο­τε.

      Ἤ­μουν ἐ­κεῖ λό­γῳ τῆς δου­λειᾶς μου. Ποὺ ἦ­ταν νὰ εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να φορ­τη­γό, μὲ μιὰ γραμ­μὴ με­τά­δο­σης κί­νη­σης 100 κι­λῶν φορ­τη­γοῦ ντί­ζελ κλά­σης 8 νὰ κρέ­με­ται πά­νω ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ μέ­χρι τὰ πό­δια μου. Ἔ­πρε­πε νὰ σέρ­νο­μαι κά­τω ἀ­πὸ φορ­τη­γὰ κα­θὼς ἔ­φτα­ναν στὴ γραμ­μὴ συ­ναρ­μο­λό­γη­σης, καὶ νὰ το­πο­θε­τῶ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μὲς με­τά­δο­σης κί­νη­σης. Εἰ­κο­σι­έ­ξι κά­θε ὀ­χτὼ ὧ­ρες. Νὰ δου­λεύ­ω μὲ τα­χύ­τη­τα ἐ­νῶ ἔ­φτα­νε τὸ ἑ­πό­με­νο φορ­τη­γὸ καὶ τὸ προ­η­γού­με­νο μὲ τρα­βοῦ­σε σὲ ἐ­λά­χι­στη ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τε­ρά­στιους φλε­γό­με­νους φούρ­νους.

      Τὸ πτυ­χί­ο δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ δώ­σει πά­νω ἀ­πὸ πέν­τε δο­λά­ρια τὴν ὥ­ρα. Κι ἄλ­λα παι­διὰ στὸ μα­γα­ζὶ εἶ­χαν ὅ­μοι­α πτυ­χί­α, καὶ δου­λευ­ό­μα­σταν ὅ­τι τὸ πτυ­χί­ο στὶς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νει μα­θή­μα­τα ἠ­λε­κτρο­συγ­κόλ­λη­σης, μή­πως καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ τσιμ­πή­σου­με τὰ ἐ­πι­πλέ­ον δύ­ο δο­λά­ρια τὴν ὥ­ρα, ποὺ τὸ μα­γα­ζὶ ἔ­δι­νε σ’ ὅ­σους ἤ­ξε­ραν ἀ­πὸ συγ­κόλ­λη­ση. Κά­ποι­ος μὲ κά­λε­σε στὴν ἐκ­κλη­σία, καὶ ἤ­μουν τό­σο ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ποὺ πῆ­γα, καὶ στὴν ἐκ­κλη­σία εἶ­χαν ἕ­να φί­κο σὲ γλά­στρα καὶ τὸν ὀ­νό­μα­ζαν Δέν­τρο Προ­σφο­ρᾶς, ἦ­ταν δι­α­κο­σμη­μέ­νος μὲ χάρ­τι­να στο­λί­δια, κά­θε στο­λί­δι τυ­πω­μέ­νο μὲ μί­α κα­λὴ πρά­ξη ποὺ μπο­ροῦ­σες νὰ ἐ­πι­λέ­ξεις. Τὸ δι­κό μου στο­λί­δι ἔ­λε­γε: Βγὲς ραν­τε­βοὺ μὲ κά­ποι­ον ἀ­π’ τὸ ἄ­συ­λο.

      Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ λέ­ξη ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν, «ραν­τε­βού». Ἦ­ταν γραμ­μέ­νος κι ἕ­νας ἀ­ριθ­μὸς τη­λε­φώ­νου.

      Ἔ­βγα­λα τὸν ἄν­τρα μὲ τὸ ἕ­να πό­δι, ἔ­πει­τα αὐ­τὸν καὶ τὴ μη­τέ­ρα του, τοὺς πῆ­γα σ’ ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χή, σὲ ση­μεῖ­α μὲ θέ­α, σὲ μου­σεῖ­α, ἡ ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα του δι­πλω­μέ­νη στὸ πὸρτ-μπαγ­κὰζ τοῦ δε­κα­πεν­τά­χρο­νου Μέρ­κι­ου­ρι Μπόμ­πκα­τ(1) μου. Ἡ μη­τέ­ρα του κά­πνι­ζε, σι­ω­πη­λή. Ὁ γιός της ἦ­ταν τριά­ντα ἐ­τῶν, κι ἐ­κεί­νη εἶ­χε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες δι­α­κο­πές. Τὸ βρά­δυ, τὴν πῆ­γα πί­σω στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο της κον­τὰ στὴν ἐ­θνι­κή, καὶ κά­πνι­ζε, κα­θι­σμέ­νη στὸ κα­πό, μι­λών­τας γιὰ τὸ γιό της σὲ πα­ρελ­θον­τι­κὸ ἤ­δη χρό­νο. Ὁ γιός της ἔ­παι­ζε πιά­νο, εἶ­πε. Πῆ­ρε πτυ­χί­ο μου­σι­κῆς, ἀλ­λὰ κα­τέ­λη­ξε νὰ κά­νει ἐ­πί­δει­ξη ἠ­λε­κτρι­κῶν μου­σι­κῶν ὀρ­γά­νων σὲ ἐμ­πο­ρι­κὰ κέν­τρα.

      Αὐ­τὲς ἦ­ταν συ­ζη­τή­σεις ποὺ γί­νον­ταν, ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα.

      Ἤ­μουν εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νῶν, καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη ἡ­μέ­ρα —με­τὰ ἀ­πὸ ὕ­πνο τρι­ῶν ἢ τεσ­σά­ρων ὡ­ρῶν— ἤ­μουν καὶ πά­λι ξα­πλω­μέ­νος κά­τω ἀ­πὸ φορ­τη­γά. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὰ δι­κά μου προ­βλή­μα­τα δὲν ἔ­μοια­ζαν καὶ πο­λὺ χά­λια. Κοι­τοῦ­σα τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια μου, ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὸ βά­ρος ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ ση­κώ­σω, τὸν τρό­πο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ φω­νά­ξω μὲ δύ­να­μη κα­λύ­πτον­τας τὸν ἀ­ε­ρο­μη­χα­νι­κὸ βρυ­χηθ­μὸ τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ζω­ή μου ἔ­μοια­ζε μὲ θαῦ­μα ἀν­τὶ γιὰ σφάλ­μα.

      Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δες, ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε φύ­γει γιὰ τὸ σπί­τι της. Με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες, εἶ­χε φύ­γει ὁ γιός της. Νε­κρός, φευ­γά­τος.

      Μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μου πή­γαι­να ἀν­θρώ­πους μὲ καρ­κί­νο νὰ δοῦν τὸν ὠ­κε­α­νὸ γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Πή­γαι­να ἀν­θρώ­πους μὲ A­I­DS στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ βου­νοῦ Χοὺντ γιὰ νὰ δοῦν ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κό­σμο, ὅ­σο ὑ­πῆρ­χε ἀ­κό­μα και­ρός.

      Κα­θό­μουν στὸ πλά­ι τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἐ­νῶ ἡ νο­σο­κό­μα μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­νε ποι­ὰ ση­μά­δια νὰ πε­ρι­μέ­νω στὴν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του, τὸ ἀγ­κο­μα­χη­τὸ καὶ τὴν ἀ­συ­νεί­δη­τη πά­λη κά­ποι­ου ποὺ πνί­γε­ται στὸν ὕ­πνο του κα­θὼς ἡ νε­φρι­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια γέ­μι­ζε τὰ πνευ­μό­νια του μὲ νε­ρό. Ἀ­π’ τὴν ὀ­θό­νη ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να μπὶπ κά­θε πέν­τε ἢ δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα κα­θὼς τὸ μη­χά­νη­μα ἔ­κα­νε ἔ­νε­ση μορ­φί­νης στὸν ἀ­σθε­νῆ. Τὰ μά­τια τοῦ ἀ­σθε­νῆ κυ­λοῦ­σαν πρὸς τὰ πί­σω, γουρ­λω­τὰ καὶ ἐν­τε­λῶς ἄ­σπρα. Κρα­τοῦ­σες τὰ πα­γω­μέ­να χέ­ρια του γιὰ ὧ­ρες, μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ ἕ­νας ἄλ­λος συ­νο­δὸς ἐρ­χό­ταν γιὰ νὰ σὲ σώ­σει ἢ μέ­χρι ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κα­μί­α ση­μα­σί­α.

      Ἡ μη­τέ­ρα στὸ Γου­ι­σκόν­σιν μοῦ ἔ­στει­λε μιὰ κου­βέρ­τα ποὺ εἶ­χε πλέ­ξει μὲ τὸ βε­λο­νά­κι, μὼβ καὶ κόκ­κι­νη. Μιὰ ἄλ­λη μη­τέ­ρα ἢ για­γιὰ ποὺ συ­νό­δε­ψα μοῦ ἔ­στει­λε μιὰ κου­βέρ­τα μπλέ, πρά­σι­νη καὶ ἄ­σπρη. Μοῦ στεί­λα­νε μιὰ ἄλ­λη κόκ­κι­νη, ἄ­σπρη καὶ μαύ­ρη. Πα­λι­ο­μο­δί­τι­κα τε­τρά­γω­να, σχέ­δια ζὶγκ-ζάγκ. Ἔ­φτια­ξαν μιὰ στοί­βα στὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ κα­να­πέ, μέ­χρις ὅ­του οἱ συγ­κά­τοι­κοί μου μοῦ ζή­τη­σαν νὰ τὶς ἀ­πο­θη­κεύ­σω στὴ σο­φί­τα.

      Λί­γο πρὶν πε­θά­νει, ὁ γιὸς τῆς γυ­ναί­κας, ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ ἕ­να πό­δι, λί­γο πρὶν πέ­σει σὲ ἀ­φα­σί­α, μὲ εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει νὰ πά­ω στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ποὺ ζοῦ­σε πρίν. Εἶ­χε μί­α ντου­λά­πα γε­μά­τη ὄρ­γα­να τοῦ σέξ. Πε­ρι­ο­δι­κά, δερ­μά­τι­να εἴ­δη. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ βρεῖ ἡ μη­τέ­ρα του, ὁ­πό­τε ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ πά­ω καὶ νὰ τὰ πε­τά­ξω ὅ­λα. Ἔ­τσι πῆ­γα, ἐ­κεῖ, στὴ μι­κρή του γκαρ­σο­νι­έ­ρα σφρα­γι­σμέ­νη καὶ μπα­γι­ά­τι­κη ἀ­πὸ τοὺς τό­σους μῆ­νες ποὺ ἦ­ταν ἄ­δεια. Σὰν κρύ­πτη, θὰ ἔ­λε­γα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σω­στὴ λέ­ξη. Ἀ­κού­γε­ται πο­λὺ δρα­μα­τι­κή. Με­λό. Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἁ­πλῶς θλι­βε­ρή. Τὰ ὄρ­γα­να τοῦ σὲξ καὶ τὰ πρω­κτι­κὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ θλι­βε­ρά. Ὀρ­φα­νὰ τώ­ρα πιά. Οὔ­τε αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ σω­στὴ λέ­ξη, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη λέ­ξη ποὺ μοῦ ἔρ­χε­ται στὸ νοῦ.

      Οἱ κου­βέρ­τες εἶ­ναι ἀ­κό­μα σ’ ἕ­να κου­τὶ στὴ σο­φί­τα. Κά­θε Χρι­στού­γεν­να ἕ­νας συγ­κά­τοι­κος πά­ει νὰ βρεῖ τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα στο­λί­δια καὶ βρί­σκει τὶς κου­βέρ­τες, κόκ­κι­νη καὶ μαύ­ρη, πρά­σι­νη καὶ μώβ, κα­θε­μιὰ κι ἕ­νας νε­κρὸς ἄν­θρω­πος, ἕ­νας γιὸς ἢ μιὰ κό­ρη ἢ ἕ­να ἐγ­γό­νι, καὶ ὅ­ποι­ος τὶς βρί­σκει ρω­τά­ει ἂν μπο­ροῦ­με νὰ τὶς βά­λου­με στὰ κρε­βά­τια μας ἢ ἂν θὰ τὶς δώ­σου­με σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα. Καὶ κά­θε Χρι­στού­γεν­να λέ­ω ὄ­χι. Δὲν ξέ­ρω τί μὲ φο­βί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο, νὰ πε­τά­ξω ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νε­κρὰ παι­διὰ ἢ νὰ κοι­μη­θῶ μα­ζί τους.

      Μὴ μὲ ρω­τᾶ­τε για­τί, λέ­ω. Ἀρ­νοῦ­μαι νὰ μι­λή­σω σχε­τι­κά. Ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­γι­ναν πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια. Πού­λη­σα τὸ Μπόμ­πκατ τὸ 1989. Ἔ­πα­ψα νὰ εἶ­μαι συ­νο­δός. Ἴ­σως για­τί με­τὰ τὸν ἄν­τρα μὲ τὸ ἕ­να πό­δι, με­τὰ ποὺ πέ­θα­νε, με­τὰ τὰ ὄρ­γα­να τοῦ σὲξ πε­τα­μέ­να σὲ σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν, με­τὰ ποὺ θά­φτη­καν στὴ χω­μα­τε­ρή, με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῶν πα­ρα­θύ­ρων τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος καὶ τὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ δέρ­μα καὶ λά­τεξ ποὺ εἶ­χε φύ­γει, τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα φαι­νό­ταν πιὰ μιὰ χα­ρά. Ὁ κα­να­πὲς εἶ­χε ἕ­να γλυ­κό, με­νε­ξε­δὶ χρῶ­μα, οἱ τοῖ­χοι καὶ τὸ χα­λί, κρέμ. Ἡ μι­κρὴ κου­ζί­να εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο, κα­λο­φτι­αγ­μέ­νο πάγ­κο. Ἡ του­α­λέ­τα ἦ­ταν ἄ­σπρη καὶ κα­θα­ρή.

      Κά­θι­σα ἐ­κεῖ, στὴν κα­λό­γου­στη σι­ω­πή. Κι ἐ­γὼ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα ζή­σει ἐ­κεῖ.

      Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἐ­κεῖ.

1. Τύ­πος αὐ­το­κι­νή­του τῆς Φὸρντ Πίν­το.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds.New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

Τσὰκ Πα­λά­νιουκ (C­h­u­ck P­a­l­a­h­n­i­uk). Σα­τι­ρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ αὐ­το­α­πα­σχο­λού­με­νος δη­μο­σι­ο­γρά­φος ποὺ ζεῖ στὸ Πόρ­τλαντ τοῦ Ὄ­ρεγ­κον. Εἶ­ναι εὐ­ρέ­ως γνω­στὸς γιὰ τὸ βρα­βευ­μέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του F­i­g­ht C­l­ub, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει γυ­ρι­στεῖ σὲ ται­νί­α μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς τοὺς Μπρὰντ Πίτ, Ἔν­του­αρτ Νόρ­τον καὶ Ἔ­λε­να Μπό­ναμ-Κάρ­τερ καὶ σκη­νο­θέ­τη τὸν Ντέ­ι­βιντ Φίν­τσερ. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι τὰ H­a­u­n­t­ed καὶ R­a­nt.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

.

Διαφημίσεις

Τζέιν Ἂνν Φίλιπς (Jane Anne Phillips): Τυφλὰ Κορίτσια

 

 

Τζέιν Ἂνν Φίλιπς (Jane Anne Phillips)

 

Τυ­φλὰ Κο­ρί­τσια

(Βlind Girls)

 

ΞΕΡΕ πὼς στὸ χω­ρά­φι δὲν ἦ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νο τ’ ἀ­γό­ρια καὶ πὼς εἶ­χαν ἔρ­θει νὰ τὶς δοῦν νὰ με­θᾶ­νε μὲ και­νού­ριο κρα­σί. Στὴ μι­κρὴ κα­λύ­βα ἕ­να ρα­δι­ό­φω­νο σκορ­ποῦ­σε ὑ­πο­σχέ­σεις γιὰ φι­λιὰ καὶ μαῦ­ρο ἔ­ρω­τα. Ἡ Τζέ­σε κοί­τα­ζε τὴ Σά­λυ· ἔ­βα­φε τὰ μαλ­λιά της μὲ γρε­να­δί­νη(1), πι­τσι­λών­τας τὰ μπρά­τσα της μὲ τὸ σι­ρό­πι. Τὸ πάρ­τι γι­νό­ταν στὴν κα­λύ­βα κα­τε­βαί­νον­τας τὸ λό­φο ἀ­π’ τὸ σπί­τι της, πλά­ι σε χω­ρά­φια μὲ πα­νύ­ψη­λο χορ­τά­ρι, ἐ­κεῖ ὅ­που μαῦ­ρα φί­δια κοί­τον­ταν μοιά­ζον­τας μὲ ξε­­φού­­σκω­­τες λω­ρί­δες. Τὰ μπου­κά­λια R­i­p­p­l­e(2) εἶ­χαν ἀ­δειά­σει καὶ ἡ Τζέ­σε ἔ­λε­γε πορ­νο­γρα­φι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ δι­ά­φο­ρους ἐ­νή­λι­κες, ἐ­νῶ ὅ­λοι γε­λοῦ­σαν· γιὰ τὴ δε­σποι­νί­δα Χὶκς τὴ δα­σκά­λα τῶν οἰ­κο­κυ­ρι­κῶν μὲ τὰ ρυ­τι­δι­α­σμέ­να καὶ ὑ­γρὰ χέ­ρια ποὺ συ­νέ­χεια τοὺς ἀ­κούμ­πα­γε. Ὅ­σο σκο­τεί­νια­ζε, οἱ ἱ­στο­ρί­ες γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ τρο­μα­κτι­κές. Τε­λι­κά, εἶ­πε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη τους, ἐ­κεί­νη γιὰ τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­γό­ρι της. Εἶ­χαν στα­μα­τή­σει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το σὲ ἕ­ναν ἐ­ρη­μι­κὸ χω­μα­τό­δρο­μο μιὰ νύ­χτα σὰν αὐ­τή, μὲ τὸν ἀ­έ­ρα νὰ φυ­σᾶ καὶ με­τὰ νὰ βρέ­χει, ὁ­λό­κλη­ρος ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ στά­ζει δά­κρυ­α πα­τα­το­χυ­μοῦ. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ πᾶ­με νὰ φύ­γου­με, ἱ­κε­τεύ­ει τὸ κο­ρί­τσι, Ἀ­κού­ω κά­τι νὰ γδέρ­νει τὸ ἁ­μά­ξι. Γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, γκρι­νιά­ζει τὸ ἀ­γό­ρι, καὶ πα­τά­ει τὸ γκά­ζι· αὐ­τὸ σκλη­ρί­ζει. Στὸ σπί­τι βρί­σκουν τὸν γάν­τζο ἑ­νὸς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νου τρε­λοῦ γρα­πω­μέ­νο στὴν πόρ­τα. Ἡ Τζέ­σε πε­ρι­έ­γρα­ψε τὸ κί­τρι­νο, σά­πιο πρό­σω­πο καὶ τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο κο­λό­βω­μα. Τὸν πε­ρι­έ­γρα­ψε: ξε­φυ­σά­ει στὸ χορ­τά­ρι, οὐρ­λιά­ζει κα­θὼς κά­τι ψά­χνει. Μύ­ρι­ζε τὴ βρώ­μα του ἀ­πὸ ὠ­μὰ λα­χα­νι­κά, ἕ­ναν δι­ωγ­μέ­νο, αἱ­μό­φυρ­το κα­ουμ­πό­ι μὲ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ στά­χυ – κι ἔ­χα­σε τὴ συγ­κέν­τρω­σή της. Βογ­γη­τὰ στὸ σκο­τά­δι καὶ τσι­ρί­δες.  Μή μή, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μή. Νευ­ρι­κὰ γέ­λια. Ἡ Σά­λυ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κα­λύ­βας.  Τὸ χορ­τά­ρι κου­νι­ό­ταν, εἶ­πε, κά­τι σέρ­νε­ται στὰ χόρ­τα.  Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Ναί, κά­τι ἔρ­χε­ται, καὶ ἡ φω­νὴ στὸ τέ­λος ὑ­ψώ­θη­κε.  Εἶ­ναι κά­τι ἀ­γό­ρια μό­νο. Θέ­λουν νὰ μᾶς τρο­μά­ξουν.  Ἀλ­λὰ ἡ Σά­λυ κλα­ψού­ρι­ζε καὶ κο­πα­νοῦ­σε τὰ μπρά­τσα της. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, ἀγ­κά­λια­σε τὰ πό­δια τῆς Τζέ­σε καὶ μουρ­μού­ρι­σε μέ­σα στὰ μπού­τια της. Ἐν­τά­ξει, θὰ σὲ πά­ω στὸ σπί­τι.  Ἡ Σά­λυ κο­κα­λω­μέ­νη, τὰ νύ­χια της χω­μέ­να βα­θιὰ στὸ δέρ­μα. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κου­νη­θεῖ. Ἡ Τζέ­σε ἔ­δε­σε ἕ­να μαν­τή­λι γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια της καὶ τὴν ὁ­δή­γη­σε σὰν ἄ­λο­γο μέ­σα ἀ­πὸ τὴ φω­τιά, ἀ­νε­βαί­νον­τας τὸ λό­φο πρὸς τὸ σπί­τι,  ἕ­να φθο­ρι­οῦ­χο φῶς μα­λα­κὸ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἀ­γό­ρια ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ρά­φι στριγ­γλί­ζον­τας.

 

(1). Σπι­τι­κὸ σι­ρό­πι ρο­διοῦ.

(2). Φτη­νό, φρου­τῶ­δες, γλυ­κὸ κρα­σὶ τῶν γκέ­το. Θε­ω­ρεῖ­το κρα­σὶ τῶν ἀλ­κο­ο­λι­κῶν. Ἔ­πα­ψε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ με­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­70

 

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τζέιν Ἂνν Φί­λιπς (J­a­ne A­n­ne P­h­i­l­l­i­ps). Γεν­νή­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Βιρ­τζί­νια καὶ δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 3 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ 5 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Κάθρην Νόλτε (Katherine Nolte): Πρὶν ἀπὸ τὸ τρένο καὶ μετά

 

 

Κάθρην Νόλτε (Katherine Nolte)

 

Πρὶν ἀπὸ τὸ τρένο καὶ μετά

(Before the Train and After)

 

ΤΖΕΡΕΜΙ εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ τρέ­νο. Ἦ­ταν σκο­τά­δι, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα, καὶ στε­κό­μα­σταν δί­πλα στὶς ρά­γες τοῦ τρέ­νου, ἐ­κεῖ­νες τὶς ρά­γες ποὺ περ­νᾶ­νε δί­πλα ἀ­π’ τὸ κλὰμπ ὅ­που εἴ­χα­με μό­λις δεῖ τὸν φί­λο τοῦ Τζέ­ρε­μι, τὸν Πώλ, νὰ παί­ζει μὲ τὴ μπάν­τα του, τοὺς Σαν­ντά­ουν Κίν­γκς.

       Ἦ­ταν σκο­τά­δι. Τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­νε. Βλέ­πα­με τὰ φῶ­τα του, ἀ­κού­γα­με τὸ ρυθ­μι­κό του κού­νη­μα. Στε­κό­μα­σταν ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὶς ρά­γες, στὴ σκιὰ τοῦ T­he M­i­ll. Ἂν ἅ­πλω­να τὸ πό­δι μου, τὰ δά­χτυ­λά μου θὰ ἔ­φτα­ναν τὸ κρύ­ο μέ­ταλ­λο.

       Ὁ Τζέ­ρε­μι εἶ­πε, «Θὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σω. Λὲς νὰ μπο­ρῶ;» κι ἔ­βγα­λε τὰ χέ­ρια του ἀπ’ τὶς τσέ­πες.

       Μα­ζί μας ἦ­ταν κι ὁ Πώλ, ἀλ­λὰ καὶ ἡ και­νού­ρια του κο­πέ­λα, ἡ Μάρ­τυ. Οἱ τέσ­σε­ρίς μας στε­κό­μα­σταν στὴ σει­ρά. Ὁ Πὼλ καὶ ἡ Μάρ­τυ γε­λοῦ­σαν.

       «Κά­ν’ το Τζέ­ρε­μι», εἶ­πε ἡ Μάρ­τυ. Ἡ φω­νή της ἦ­ταν βρα­χνή. Ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ τρέ­νο πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρός μας βρον­τε­ρὸ καὶ τρα­χύ. Ἡ δύ­να­μή του προ­κα­λοῦ­σε δό­νη­ση τό­σο ἰ­σχυ­ρὴ ποὺ τρύ­πω­νε στὰ πό­δια μου καὶ τά ‘κα­νε νὰ τρί­ζουν, σὰν ὁ ἦ­χος του νὰ δι­α­περ­νοῦ­σε τὸ κορ­μί μου. Κοί­τα­ξα τὸν Τζέ­ρε­μι. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ πρό­σω­πό του, τὴν ἄ­σπρη σὰν τὸ φεγ­γά­ρι, μα­λα­κὴ λάμ­ψη τοῦ δέρ­μα­τός του. Τὸν εἶ­δα νὰ ση­κώ­νει τὸ χέ­ρι του. Φο­βή­θη­κα πὼς θὰ τοῦ τό ‘κό­βε τὸ τρέ­νο.

      Καὶ τοῦ τό ‘κο­ψε.

 

       Αὐ­τὸ ἦ­ταν ποὺ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας κα­θὼς ση­κώ­θη­κε ἀπ’ τὴ γῆ: «Μπο­ρῶ νὰ σὲ βο­η­θή­σω;­». Ὅ­ταν μι­λοῦ­σε χῶ­μα ἔ­πε­φτε ἀπ’ τὸ στό­μα του.

       Πό­τι­ζα τὸν κῆ­πο. Ὁ ἄν­τρας ποὺ ση­κώ­θη­κε ἀπ’ τὴ γῆ, σκού­πι­σε τὸ χῶ­μα ἀπ’ τὸ δέρ­μα του. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ λά­στι­χο κι ἐ­κεῖ­νος τὸ ἔ­πι­α­σε μὲ δυ­ὸ σφι­χτὲς γρο­θι­ές. Οἱ ντο­μα­τι­ὲς ἔ­λαμ­παν, τὸ δέρ­μα τους ἦ­ταν ὑ­γρὸ κι ἀ­στρα­φτε­ρό, κι ὁ τρό­πος ποὺ τὸ νε­ρὸ ἐ­πλέ­νε τὶς φλέ­βες τους ἔ­μοια­ζε μὲ μου­σι­κή.

      Ἔ­μοια­ζε μὲ μου­σι­κή. Ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Πώλ.

 

       Ξέ­ρω ὅ­τι τὸ γιὰ πάν­τα ση­μαί­νει στὰ εὔ­κο­λα καὶ στὰ δύ­σκο­λα, μὲ δύ­ο χέ­ρια καὶ μὲ ἕ­να. Πρὶν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο καὶ με­τά. Γιὰ πάν­τα ση­μαί­νει ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν στέ­κε­σαι φο­ρών­τας τὸ νυ­φι­κό σου καὶ ἡ οὐ­ρά του εἶ­ναι μα­κριὰ καὶ σ’ ἀγ­κα­λιά­ζει σὰν ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο, λευ­κὸ χά­δι, γιὰ πάν­τα δὲν ση­μαί­νει ἀ­τύ­χη­μα, δὲν ση­μαί­νει κι ὅ,τι ἤ­θε­λε προ­κύ­ψει.

       Ἕ­να κομ­μά­τι του λεί­πει. Καὶ ναί, ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι τὸ χέ­ρι του, ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ κά­τι ἀ­κό­μα. Κι ἂν χά­θη­κε τὸ κα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι του; Κι ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χέ­ρι ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο κομ­μά­τι του, ἐ­κεῖ­νο ποὺ πῆ­ρε τὸ τρέ­νο κα­θὼς δι­έ­σχι­ζε τὴ νύ­χτα;

 

       Ὁ Πὼλ ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴ γῆ. Τὸ κε­φά­λι του, οἱ ὦ­μοι του, τὸ στῆ­θος του βγῆ­καν ἀ­π’ τὸ χῶ­μα σὰν κλα­διὰ ἀμ­πε­λιοῦ. Με­τὰ ἔ­γι­νε ἕ­νας πλή­ρης ἄν­τρας, στε­κό­ταν ἐ­κεῖ μπρο­στά μου, καὶ μὲ ρω­τοῦ­σε ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ βο­η­θή­σει μὲ τὸν κῆ­πο.

       «Ἄ­λι­σον», εἶ­πε, «σ’ ἀ­γα­πῶ. Πάν­τα σ’ ἀ­γα­ποῦ­σα».

       «Πώλ», εἶ­πα, «δὲν μπο­ρῶ. Τὸ ξέ­ρεις πὼς δὲν μπο­ρῶ. Τὸ ξέ­ρεις».

       Εἶ­πε, «Ξέ­ρω ὅ­τι μπο­ρεῖς», καὶ μὲ πλη­σί­α­σε. Οἱ μπό­τες του ἀ­κούμ­πη­σαν τὶς δι­κές μου.

       Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του μὲ τὰ δύ­ο χέ­ρια μου, πά­νω-κά­τω σὰν νὰ ἤ­θε­λα ν’ ἀ­νά­ψω φω­τιά.

       Καὶ ξύ­πνη­σα μὲ τὸν ἄν­τρα μου δί­πλα μου, τὸ μπα­τα­ρι­σμέ­νο μπρά­τσο του ν’ ἀ­κουμ­πά­ει τὸ γο­φό μου.

       Με­τὰ τὸ τρέ­νο, τὶς ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νες ἡ­μέ­ρες, τὸ χέ­ρι τοῦ Τζέ­ρε­μι πρή­στη­κε, ἔ­γι­νε σὰν κού­τσου­ρο πα­χύ. «Εἶ­ναι τὸ τραῦ­μα, μα­μά», εἶ­πε, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι θὰ μοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο. Πρή­στη­κε τὸ χέ­ρι του, τοῦ ἔ­πε­σαν οἱ τρί­χες καὶ πῆ­ρε ἕ­να χρῶ­μα ἀλ­λό­κο­το, κά­τι σὰν ὀρ­γι­σμέ­νο κόκ­κι­νο. Δὲν ἄν­τε­χα νὰ τὸ βλέ­πω πιά. Ἁ­πλῶς δὲν ἄν­τε­χα νὰ τὸ βλέ­πω.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­μως κοί­τα­ζα.

 

       Δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος πρὶν τὸ τρέ­νο, μο­νά­χα με­τά. Μο­νά­χα τώ­ρα. Εἴ­μα­στε στὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ Τζέ­ρε­μι κά­θε­ται στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ.

       Τοῦ λέ­ω, «Οἱ ζω­ές μας ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει γιὰ πάν­τα.»

       Λέ­ει, «Εἶ­ναι ἁ­πλῶς τὸ χέ­ρι μου. Θὰ ξα­να­φυ­τρώ­σει.»

       Κρα­τῶ τὰ μά­τια μου στὸ δρό­μο.

 

       Στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο, κά­νω μα­σὰζ στὴν πλά­τη τοῦ Τζέ­ρε­μι. Τρί­βω τοὺς μῦς του μέ­χρι νὰ βογ­γή­ξει.

       «Ἐ­κεῖ», λέ­ει, «ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ. Τέ­λεια.­». Τὸ κε­φά­λι του εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ὥ­στε νὰ βλέ­πω μο­νά­χα τὸ μι­σό του πρό­σω­πο. Φι­λά­ω τὴν ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν του. «Σ’ ἀ­γα­πά­ω», λέ­ει, καὶ τὸν ξα­να­φι­λά­ω.

       Τὸ χέ­ρια μου χα­ϊ­δεύ­ουν τὸ δέρ­μα του. Τὰ δά­χτυ­λά μου ρου­φοῦν τὴ ζε­στα­σιὰ τῆς πλά­της του. Εἶ­ναι ἀρ­γά, ἔ­ξω εἶ­ναι ὅ­λα ἥ­συ­χα. Τὸ σπί­τι μας εἶ­ναι κι αὐ­τὸ ἥ­συ­χο. «Τζέ­ρε­μι», λέ­ω, «μπο­ρεῖς νὰ μοῦ πεῖς πῶς εἶ­ναι;»

       Ἀλ­λὰ τὰ μά­τια του εἶ­ναι κλει­στά, ἡ ἀ­νά­σα του βα­θιά.

       Ἔ­χουν ἤ­δη πε­ρά­σει εἴ­κο­σι τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἀ­π’ τὸ τρέ­νο, μὰ με­ρι­κὲς φο­ρὲς νι­ώ­θω λὲς καὶ εἶ­μαι ἀ­κό­μα στὶς ρά­γες, λὲς καὶ μὲ σκε­πά­ζουν ἀ­κό­μα οἱ σκι­ές, πε­ρι­μέ­νον­τας πό­τε θὰ φτά­σει.

 

       Εἶ­μαι μὲ τὸν Πὼλ κι ὅ,τι ἤ­θε­λε προ­κύ­ψει. Φι­λά­ει τὸν ὦ­μο μου. Λέ­ει τὸ ὄ­νο­μά μου καὶ τρί­βει τὸ στό­μα του στὸ δέρ­μα μου. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν εἶ­ναι ὄ­νει­ρο.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ», λέ­ω, σὰν νὰ ἔ­χω χορ­τά­σει, ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐν­νο­ῶ, «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μὴ στα­μα­τᾶς.»

 

       Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ὁ Τζέ­ρε­μι στὸ σπί­τι, εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νη στὸ πά­τω­μα, τὸ μά­γου­λό μου πι­έ­ζει τὸ χα­λί. «Ἔ­χεις νι­ώ­σει πο­τὲ τό­σο πε­σμέ­νος;» ρω­τά­ω.

       Εἶ­χε πά­ει γιὰ τρέ­ξι­μο. Τὸ μπλου­ζά­κι του εἶ­ναι σκοῦ­ρο ἀπ΄τὸν ἱ­δρώ­τα. «Ἂν εἶ­σαι πά­νω ἀ­πὸ τὴ στάθ­μη τῆς θά­λασ­σας, εἶ­σαι ἐν­τά­ξει.»

       Κοι­τά­ζω τὰ πα­πού­τσια του. «Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­μαι νε­κρή.»

       «­Ὄ­χι», λέ­ει ὁ Τζέ­ρε­μι, ξα­πλώ­νον­τας στὸ πλά­ι μου, «δὲν εἶ­σαι».

 

       Ὁ Πὼλ λέ­ει πὼς θέ­λει νὰ γρά­ψει ἕ­να τρα­γού­δι γιὰ μέ­να. «Ἄ­λι­σον, εἶ­σαι τὸ γού­ρι μου», τρα­γου­δά­ει, με­τὰ λέ­ει, «Τί λές;»

       «Ὡ­ραῖ­ο», λέ­ω. Κα­θό­μα­σταν στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ του. Ὁ Πὼλ κρα­τά­ει μί­α ἀ­κου­στι­κὴ κι­θά­ρα στὴν πο­διά του.

       «Εἶ­ναι ὅ­λα ἐν­τά­ξει;­», ρω­τά­ει.

       «Θαυ­μά­σια», λέ­ω. «Θὲς νὰ πᾶς νὰ φέ­ρεις τί­πο­τε νὰ φᾶ­με;»

       Ὁ Πὼλ γρα­τσου­νά­ει τὴν κι­θά­ρα του. «Τὸ ξέ­ρεις πὼς δὲν μπο­ροῦ­με. Εἴ­μα­στε πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νοι σὲ αὐ­στη­ρὴ ἀ­πο­μό­νω­ση.»

       Τό ‘χα ξε­χά­σει.

       «Δὲν εἶ­ναι τό­σο χά­λια, Ἄ­λι», λέ­ει ὁ Πώλ. «Φί­λη­σέ με.»

       Τὸ κά­νω καὶ μὲ φι­λά­ει κι αὐ­τός.

 

       Ἂν οἱ Σαν­ντά­ουν Κὶν­γκς κά­νουν ἐ­πι­τυ­χί­α, ὁ Πὼλ κι ἐ­γὼ θὰ τὰ ἔ­χου­με κα­τα­φέ­ρει. Ἂν κά­νουν δί­σκο, του­λά­χι­στον θὰ ἔ­χου­με κά­τι ἁ­πτό. Ἂν ἀ­κού­σω τὸ τρα­γού­δι μου στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἴ­σως νὰ ἁρ­πά­ξω τὸ τι­μό­νι καὶ νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ.

       «Τί σκέ­φτε­σαι;­», ρω­τά­ει ὁ Τζέ­ρε­μι. Προ­σπα­θεῖ νὰ δέ­σει τὰ κορ­δό­νια τῶν ἀ­θλη­τι­κῶν του πα­που­τσι­ῶν.

       «Τί­πο­τα», λέ­ω. «Ἐ­σέ­να.»

       Χα­μο­γε­λά­ει καὶ πα­ρα­τά­ει τὰ κορ­δό­νια, κα­λών­τας με νὰ πά­ω κον­τά του.

       Πα­ρα­μέ­νω δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας. Ἔ­χω πά­ψει νὰ με­τρά­ω τὶς μέ­ρες.

       Ὅ­ταν ὁ Τζέ­ρε­μι ἔ­χει βγεῖ, χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο. Λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ μὴν τὸ ση­κώ­σει.

 

       Δι­α­βά­ζω, ὅ­ταν ὁ Τζέ­ρε­μι μοῦ φω­νά­ζει ἀπ’ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Λέ­ει, «Ἔ­χω κά­τι ποὺ θὰ σοῦ φτιά­ξει τὸ κέ­φι. Πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ».

       «Τί;» λέ­ω, καὶ μπαί­νει στὸ σα­λό­νι, τὰ χέ­ρια του κρυμ­μέ­να πί­σω του. «Τί συμ­βαί­νει;»

       «Εἶ­ναι θαῦ­μα!» λέ­ει καὶ βγά­ζει τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα.

       Φο­ρά­ει ἕ­να κόκ­κι­νο, ἀ­πὸ ἀ­φρο­λὲξ «Εἴ­μα­στε τὸ νού­με­ρο ἕ­να» χέ­ρι πά­νω ἀπ’ τὸν ἐ­πί­δε­σμό του.

       «OK, εἶ­ναι λί­γο με­γά­λο», λέ­ει, «ἀλ­λὰ πά­λι κα­λά. Θε­ρα­πεύ­τη­κα!» Κά­νει μί­α στρο­φὴ γύ­ρω ἀπ΄τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἡ ἄ­κρη τοῦ γι­γάν­τιου ἀ­φρο­λε­ξέ­νιου χε­ριοῦ του ἀ­κουμ­πά­ει τὸ τα­βά­νι.

       «Λοι­πόν, τί λές;» ρω­τά­ει, καὶ πέ­φτει στὰ γό­να­τα. Τὸ χέ­ρι γλι­στρά­ει καὶ τοῦ φεύ­γει, καὶ εἶ­ναι ἁ­πλῶς καὶ πά­λι ὁ Τζέ­ρε­μι, γο­να­τι­στὸς μπρο­στά μου. Κοι­τά­ω τὸ χέ­ρι του, τὸ μέ­ρος ὅ­που κά­πο­τε ἦ­ταν καὶ τὸ ὑ­πό­λοι­πο, ὅ­που ὁ καρ­πός του δὲν ἔ­χει πιὰ συ­νέ­χεια.

        «Μὴν μὲ κοι­τᾶς, σὲ πα­ρα­κα­λῶ», λέ­ει καὶ σκε­πά­ζει τὸ πρό­σω­πό του μὲ τὸ κα­λό του χέ­ρι.

 

       Τσα­κώ­νο­μαι μὲ τὸν Πώλ. Εἴ­μα­στε γυ­μνοὶ στὴν κου­ζί­να. Οὐρ­λιά­ζει. «Τί θές, γα­μῶ­ ‘το; Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω!»

       Ἔ­χου­με πε­ρά­σει τὴν τε­λευ­ταί­α ὥ­ρα τυ­λιγ­μέ­νοι σὲ σεν­τό­νια, νὰ τσα­κω­νό­μα­στε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα. Ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ με­τα­κι­νη­θοῦ­με καὶ πή­γα­με στὴν κου­ζί­να.

       «Τί; Τί εἶ­ναι; Ποι­ό εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μά σου;»

       «Τοῦ Τζέ­ρε­μι τοῦ λεί­πει ἕ­να χέ­ρι», λέ­ω.

       «Ἄν­τε! Δὲν τό ‘ξε­ρα!­», φω­νά­ζει ὁ Πώλ.

       Βγά­ζει μί­α βά­ση γιὰ κό­ψι­μο καὶ τὴν ἀ­κουμ­πά­ει στὸν πάγ­κο. «Λύ­θη­κε τὸ πρό­βλη­μα.» Το­πο­θε­τεῖ τὸ χέ­ρι του στὴ βά­ση.

       Κοι­τά­ω τὰ μα­κριά του δά­χτυ­λα.

       «Λοι­πόν; Τί πε­ρι­μέ­νεις; Ἂς τε­λει­ώ­νου­με μ’ αὐ­τὸ τὸ ζή­τη­μα.»

       «Δὲν ἔ­χω μα­χαί­ρι», λέ­ω.

       «Κα­θυ­στε­ρεῖς.» Ἀ­νοί­γει τὸ συρ­τά­ρι κον­τὰ στὸ γο­φό του καὶ μοῦ δί­νει ἕ­να μα­χαί­ρι.

       Τὸ πι­έ­ζω στὴν πα­λά­μη μου.

       «Πρό­σε­χε!­», λέ­ει. «Εἶ­ναι κο­φτε­ρό.»

 

       Ὅ­ταν μπαί­νω μέ­σα, ὁ Τζέ­ρε­μι μὲ πε­ρι­μέ­νει. Στέ­κε­ται στὸ χα­λί, μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο στὸ χέ­ρι.

       «Γύ­ρι­σα», λέ­ω καὶ τὸν ἀγ­κα­λιά­ζω. Τὸ κορ­μί του σφίγ­γε­ται, ἀλ­λὰ δὲν μὲ σπρώ­χνει μα­κριά του. «Θὰ φτιά­ξω φα­γη­τό, ἂν θές.»

       «Ὁ για­τρὸς τη­λε­φώ­νη­σε σή­με­ρα.» Ἡ φω­νὴ τοῦ Τζέ­ρε­μι εἶ­ναι στρω­τή. «Εἶ­πε πὼς μπο­ρῶ νὰ βγά­λω τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους.»

       Θά­βω τὸ πρό­σω­πό μου στὸ στῆ­θος του.

 

       Κά­τι ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν. Αὐ­τό: Εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι, πέ­ρυ­σι. Ὁ Τζέ­ρε­μι κι ἐ­γὼ ξα­πλω­μέ­νοι στὸ πάρ­κο. Μ’ ἕ­να χέ­ρι πε­τά­ει ἕ­να φρίσ­μπι πά­νω ἀπ’ τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸ πιά­νει μὲ τὸ ἄλ­λο. Τὸ γρα­σί­δι στὸ λαι­μό μου εἶ­ναι κρύ­ο.

       Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη μας ἐ­πέ­τει­ος. «Πές μου για­τί μὲ ἀ­γα­πᾶς», λέ­ω.

       «Ποι­ός ξέ­ρει;» λέ­ει ὁ Τζέ­ρε­μι καὶ γε­λά­ει.       

       Γε­λά­ω κι ἐ­γώ, για­τὶ εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ὅ­λα μιὰ χα­ρά, ἔ­χου­με πο­λὺ χρό­νο. Ὁ οὐ­ρα­νὸς ἁ­πλώ­νε­ται χί­λια μί­λια πά­νω μας.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

 

Κά­θρην Νόλ­τε (K­a­t­h­e­r­i­ne N­o­l­te). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ Glim­mer T­r­a­in, Con­fron­ta­tion, F­e­n­ce, B­l­ue M­e­sa R­e­v­i­ew, N­a­t­u­r­al B­r­i­d­ge, B­e­l­o­it F­i­c­t­i­on J­o­u­r­n­al, Q­u­i­ck F­i­c­t­i­on καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸ δι­ή­γη­μα «Πρὶν ἀ­πὸ τὸ Τρέ­νο καὶ Με­τά» κέρ­δι­σε τὴν πρώ­τη θέ­ση στὸν 4ο ἐ­τή­σιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τοῦ W­r­i­t­e­r­’s D­i­g­e­st τὸ 2004. Ἔ­λα­βε τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Τρού­μαν Κα­πό­τε γιὰ τὸ Συγ­γρα­φι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἄι­ο­βα τὸ 2003-4.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Ἡ κάλτσα

 

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)

 

Ἡ Κάλτσα

(The Sock)

 

ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ εἶ­ναι τώ­ρα παν­τρε­μέ­νος μὲ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ κον­τὴ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να, μὲ ὕ­ψος πε­ρί­που ἑ­νά­μι­ση μέ­τρο, γε­ρο­δε­μέ­νη, καὶ φυ­σι­κὰ αὐ­τὸς φαί­νε­ται πιὸ μα­κρὺς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν καὶ πιὸ στε­νός, καὶ τὸ κε­φά­λι του μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρο. Σὲ σύγ­κρι­ση μ’ ἐ­κεί­νη νι­ώ­θω κο­κα­λιά­ρα καὶ ἀλ­λό­κο­τη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ψη­λὴ ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ω στὰ μά­τια, πα­ρό­λο ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ στέ­κο­μαι ἢ νὰ κά­θο­μαι μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Κά­πο­τε εἶ­χα σα­φῆ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ παν­τρευ­τεῖ ὅ­ταν θὰ ξα­να­παν­τρευ­ό­ταν, ἀλ­λὰ κα­μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πέ­λες του δὲν εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶ­χα στὸ νοῦ μου, κι αὐ­τὴ τὸ εἶ­χε λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λες.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι ἦρ­θαν ἐ­δῶ, στὴν ἐ­ξο­χή, γιὰ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες γιὰ νὰ δοῦν τὸν γιό μου, ποὺ εἶ­ναι δι­κός μου καὶ δι­κός του. Ὑ­πῆρ­ξαν κά­ποι­ες στιγ­μὲς ποὺ νι­ώ­θα­με πε­ρί­ερ­γα, ἀλ­λὰ καὶ κα­λὲς στιγ­μές, μὰ φυ­σι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ οἱ κα­λὲς στιγ­μὲς ἦ­ταν λί­γο ἄ­βο­λες. Οἱ δυ­ό τους ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πολ­λὰ ἀ­πὸ μέ­να, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη – πο­νοῦ­σε καὶ ἦ­ταν κα­κό­κε­φη, μὲ κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ τη­λέ­φω­νό μου καὶ ἄλ­λα πράγ­μα­τα στὸ σπί­τι μου. Χω­ρὶς βι­α­σύ­νη ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α στὸ σπί­τι μου κι ἔ­κα­ναν ντούς, καὶ ἀρ­γό­τε­ρα πή­γαι­ναν γιὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ βόλ­τα, κα­θα­ροί, μὲ τὸν γιό μου ἀ­νά­με­σά τους, πι­α­σμέ­νοι χέ­ρι-χέ­ρι. Ἔ­κα­να πάρ­τυ, ἦρ­θαν, χό­ρε­ψαν, ἐν­τυ­πω­σί­α­σαν τοὺς φί­λους μου κι ἔ­μει­ναν μέ­χρι τὸ τέ­λος. Ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γι’ αὐ­τούς, κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ γιοῦ μας. Σκε­φτό­μουν πὼς γιὰ χά­ρη του ἔ­πρε­πε νὰ τὰ πη­γαί­νου­με κα­λά. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ ἐ­πί­σκε­ψή τους ἤ­μουν κου­ρα­σμέ­νη.

       Τὴ νύ­χτα πρὶν φύ­γουν, εἴ­χα­με σχε­διά­σει νὰ πᾶ­με γιὰ φα­γη­τὸ σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο ἑ­στι­α­τό­ριο μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ἡ μη­τέ­ρα του ἐρ­χό­ταν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη πό­λη, καὶ οἱ τρεῖς τους θὰ ἔ­φευ­γαν τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα γιὰ τὶς Με­σο­πο­λι­τεῖ­ες. Οἱ γο­νεῖς τῆς γυ­ναί­κας του ἤ­θε­λαν νὰ γι­ορ­τά­σουν τὸ γά­μο καὶ νὰ τοὺς γνω­ρί­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­κεί­νη εἶ­χε με­γα­λώ­σει, οἱ λε­βεν­τό­κορ­μοι ἀ­γρό­τες καὶ οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ές τους.

       Ὅ­ταν πῆ­γα στὴν πό­λη ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα νὰ τοὺς συ­ναν­τή­σω ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­με­ναν, πῆ­ρα ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὸ σπί­τι μου καὶ εἶ­χα βρεῖ ὣς τό­τε: ἕ­να βι­βλί­ο, δί­πλα στὴν πόρ­τα τῆς ντου­λά­πας, καὶ κά­που ἀλ­λοῦ μιὰ κάλ­τσα του. Ὁ­δή­γη­σα ὣς τὸ κτί­ριο καὶ εἶ­δα τὸν ἄν­τρα μου ἔ­ξω στὸ πε­ζο­δρό­μιο νὰ μοῦ κά­νει νό­η­μα νὰ στα­μα­τή­σω. Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ μι­λή­σει προ­τοῦ νὰ μπῶ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του δὲν ἦ­ταν κα­λὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μα­ζί τους, καὶ μὲ πα­ρα­κά­λε­σε ἂν θὰ γι­νό­ταν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ τὴν πά­ρω μα­ζί μου. Χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, εἶ­πα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα. Εἶ­χα ξε­χά­σει τὸν τρό­πο ποὺ θὰ ξε­ψά­χνι­ζε τὸ σπί­τι μου καὶ ὅ­τι ὅ­σο θὰ κα­θά­ρι­ζα ἐ­κεί­νη θὰ κοι­τοῦ­σε.

       Στὴν αἴ­θου­σα ὑ­πο­δο­χῆς, κά­θον­ταν ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη σὲ δυ­ὸ πο­λυ­θρό­νες, αὐ­τὲς οἱ μι­κρό­σω­μες γυ­ναῖ­κες, ὄ­μορ­φες μὲ ξε­χω­ρι­στὸ τρό­πο, καὶ φο­ροῦ­σαν κρα­γιὸν ἀλ­λι­ώ­τι­κου χρώ­μα­τος, ἀ­σθε­νι­κές, σκέ­φτη­κα ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους. Ὁ λό­γος ποὺ κά­θον­ταν ἐ­δῶ κά­τω ἦ­ταν ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του φο­βό­ταν νὰ ἀ­νε­βεῖ ἐ­πά­νω. Δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ πε­τά­ξει μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω ἀ­π’ τὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα. Τό­τε —ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη— ἄν­τε­χε ν’ ἀ­νε­βεῖ στὸν ὄ­γδο­ο, ὑ­πὸ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν κλει­στά.

       Πρὶν βγοῦ­με γιὰ φα­γη­τό, ὁ ἄν­τρας μου ἀ­νέ­βα­σε τὸ βι­βλί­ο στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἀλ­λὰ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἔ­χω­σε τὴν κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ στὴ διά­ρκεια τοῦ δεί­πνου, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα του ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ μιὰ ἄ­δεια κα­ρέ­κλα· κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­παι­ζε μὲ τὸν γιό μου, μὲ τ’ αὐ­το­κι­νη­τά­κια του, καὶ ἄλ­λο­τε ρω­τοῦ­σε τὸν ἄν­τρα μου καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ γυ­ναί­κα του σχε­τι­κὰ μὲ κόκ­κους μαύ­ρου πι­πε­ριοῦ καὶ ἄλ­λα δυ­να­τὰ μπα­χα­ρι­κὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε πι­θα­νό­τη­τα νὰ εἶ­χαν βά­λει στὸ φα­γη­τό της. Με­τά, ἀ­φοῦ φύ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­π’ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ στε­κό­μα­σταν στὸ πάρ­κινκ, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγα­λε τὴν κάλ­τσα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ τὴν κοί­τα­ξε, κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς εἶ­χε βρε­θεῖ ἐ­κεῖ.

       Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω τὴν κάλ­τσα, αὐ­τὴ τὴ μί­α κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη, μα­κρι­νὴ γει­το­νιὰ στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πό­λης σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο γκέ­το, δί­πλα σὲ αἴ­θου­σες μα­σάζ, καὶ κα­νείς μας δὲν ἤ­ξε­ρε πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν πό­λη, ἀλ­λὰ ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­δῶ μα­ζὶ καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο, για­τί ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἐ­γὼ κι αὐ­τὸς ἤ­μα­σταν σύν­τρο­φοι, εἴ­χα­με ὑ­πάρ­ξει σύν­τρο­φοι γιὰ πο­λὺ και­ρό, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα πα­ρὰ νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες κάλ­τσες του ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει, βρώ­μι­κες ἀ­π’ τὸν ἱ­δρώ­τα του καὶ ξε­φτι­σμέ­νες στὴν πα­τού­σα, σὲ ὅ­λη μας τὴν κοι­νὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο, καὶ με­τὰ σκέ­φτη­κα τὰ πό­δια του σ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς κάλ­τσες, πῶς τὸ δέρ­μα ἦ­ταν δι­α­φα­νὲς στὸν ἀ­στρά­γα­λο καὶ ἡ φτέρ­να μὲ τὴ φθαρ­μέ­νη ὕ­φαν­ση· σκε­φτό­μουν πῶς δι­ά­βα­ζε ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια σταυ­ρω­μέ­να στοὺς ἀ­στρα­γά­λους ἔ­τσι ὥ­στε τὰ δά­χτυ­λα νὰ δεί­χνουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­ρι­ὲς τοῦ δω­μα­τί­ου· πῶς με­τὰ γυρ­νοῦ­σε στὸ πλά­ι μὲ τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να σὰν δυ­ὸ μι­σὰ φρού­του· πῶς, συ­νε­χί­ζον­τας τὸ δι­ά­βα­σμα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι κι ἔ­φτα­νε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­βγα­ζε τὶς κάλ­τσες καὶ τὶς πέ­τα­γε στὸ πά­τω­μα δι­πλω­μέ­νες σὲ μι­κρὲς μπά­λες κι ἔ­πια­νε ξα­νὰ κι ἔ­τρι­βε τὰ δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε· με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοι­ρα­ζό­ταν μα­ζί μου αὐ­τὸ ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν, καὶ ἄλ­λο­τε δὲν ἤ­ξε­ρε κὰν ποῦ ἤ­μουν: στὸ δω­μά­τιο ἢ κά­που ἀλ­λοῦ.

       Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ ξε­χά­σω ὅ­λο αὐ­τό, πα­ρό­λο ποὺ ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν βρῆ­κα με­ρι­κὰ ἀ­κό­μα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει, ἢ ποὺ μᾶλ­λον ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴν τσέ­πη ἑ­νὸς σα­κα­κιοῦ μου – μί­α κόκ­κι­νη χτέ­να, ἕ­να κόκ­κι­νο κρα­γιὸν καὶ ἕ­να μπου­κα­λά­κι χά­πια. Γιὰ λί­γο και­ρὸ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κά­θον­ταν ἥ­συ­χα στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας σὲ μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα τῶν τρι­ῶν κι ἀρ­γό­τε­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ τῆς τὰ ἔ­στελ­να, ἐ­πει­δὴ ἔ­λε­γα πὼς ἴ­σως νὰ χρει­α­ζό­ταν τὰ φάρ­μα­κα, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς ξε­χνοῦ­σα νὰ ρω­τή­σω, μέ­χρι ποὺ τε­λι­κὰ τὰ ἔ­βα­λα σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι γιὰ νὰ τῆς τὰ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ ξα­να­έρ­χον­ταν ἐ­δῶ, για­τί εἶ­χε πε­ρά­σει και­ρός, ὁ­πό­τε δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σαν νὰ ξα­νάρ­θουν, καὶ κου­ρα­ζό­μουν καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκε­φτό­μουν.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ὤλ­μπα­νυ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 6 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­παι­νε­θεῖ γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους. Με­τα­φρά­ζει ἐ­πί­σης Γάλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­ξε παν­τρε­μέ­νη μὲ τὸν δι­ά­ση­μο συγ­γρα­φέ­α Πὸλ Ὦ­στερ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Μαί­ρη ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «dasein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Φω­το­γρα­φί­α: Robyn Drage, Toe Srory IV, Μι­κτὴ τε­χνι­κή σὲ καμ­βά (15,24 x 15,24 ἑκ.).