Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).


		
Advertisements

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης: Τὸ κέρασμα


banargiotisaleksandros-tokerasma-eikona-05


Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης


Τὸ κέ­ρα­σμα


k-kappa-somataΑΘΙΣΑΝ σὲ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο μπάρ. Πα­ρήγ­γει­λαν ἕ­να μπου­κά­λι κρα­σί. Ἤ­πιαν ἀρ­κε­τὰ καὶ κου­βέν­τια­σαν. Ἦ­ταν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός. Κά­τι μέ­σα του τὸν κρα­τοῦ­σε. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸν ἄγ­γι­ξε στὸ γό­να­το μὲ τὸ γό­να­τό της καὶ καρ­φώ­νον­τας μὲ τὸ μα­χαί­ρι ἕ­να κομ­μά­τι μῆ­λο τοῦ τὸ πρό­σφε­ρε μὲ νό­η­μα. Ἐ­κεῖ­νος τὸ δάγ­κω­σε, τὸ μα­χαί­ρι ἔ­μει­νε γυ­μνὸ κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).


 

Μιχαὴλ Βέσιμ (Михаил Вешим): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


besimmichail-iepochitoutherismou-eikona-01


Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим)


Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[2004]


[Ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας θὰ κα­τα­νο­ή­σει κα­λύ­τε­ρα τὸ μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἂν δι­α­βά­σει προ­η­γου­μέ­νως τὸ πα­σί­γνω­στο στὴν Βουλ­γα­ρί­α ὁ­μώ­νυ­μο πε­ζὸ (1904) τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­σα­με χθές. Γραμ­μέ­νο ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τὰ (2004) ἀ­πὸ τὸ πε­ζὸ τοῦ δι­ά­ση­μου συμ­πα­τρι­ώ­τη του, καὶ πά­νω στὸ χνά­ρι του, «Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ» τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ ἔρ­χε­ται νὰ σα­τυ­ρί­σει τὰ ἤ­θη μιᾶς με­ρί­δας τῆς νε­ο­λαί­ας, δι­α­βρω­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν μου­σι­κὴ ὑ­πο­κου­λτού­ρα τῆς Δύ­σης καὶ τὰ ναρ­κω­τι­κά, στὴν με­τα“κομ­μου­νι­στι­κὴ” κα­πι­τα­λι­στι­κὴ πιὰ Βουλ­γα­ρί­α. Σ.Τ.Ε.]


d-delta-somataΥΝΑΤΟ ΘΕΡΙΣΜΑ πέ­φτει μέ­σα στὰ κλὰμπ τοῦ φαρ­δύ­καμ­που τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κου­νι­οῦν­ται χρυ­σὰ στά­χια κά­να­βης καὶ κου­ρα­σμέ­νοι ἐρ­γά­τες δι­α­κρί­νον­ται ἐ­κεῖ στὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­να φο­βε­ρὸ καύ­σω­να στὸ sound. Τὰ φω­τει­νὰ ἐ­φὲ λάμ­πουν ἄ­γρια καὶ ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές τους ἀ­κτί­νες δὲν δι­ώ­χνουν ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια τοῦ κλὰμπ τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς νέ­ους. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν ἐ­κεῖ καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν χρυ­σὰ δε­μά­τια ἰν­δι­κῆς κά­να­βης. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ μέ­τω­πά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Πε­ρι­μέ­νει ἡ ὥ­ρι­μη κά­να­βη.

       Καὶ νά σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χή, κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τῶν προ­βο­λέ­ων ἠ­χοῦν οἱ ρυθ­μοὶ τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος «Με­τρό­πο­λη» καὶ ρέ­ουν σὲ techno-κύ­μα­τα μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Ση­κώ­νον­ται κά­που ἀ­πὸ τὴν γω­νί­α δυ­να­τοὶ κρό­τοι καὶ ντε­σιμ­πὲλ καὶ δυ­να­μω­μέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ χι­λιά­δες βάτ, ὑ­ψώ­νε­ται ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ ἀ­φή­νει τὸ βα­ρὺ δε­μά­τι κά­να­βης καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν θέ­ση του. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα νὰ κου­νι­οῦν­ται μό­νες στὴν πί­στα. Ἡ ἀ­δελ­φή του κα­τα­πί­νει ἕ­να χά­πι ἔκ­στα­ση καὶ χα­ρού­με­να τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τὲς ἐ­δῶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­τη… Ὅ­ταν μι­ξα­ρι­στεῖ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖα­, ἡ vocal χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ, καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τοὺς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν vocal τῆς Πέν­κα μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­τιρ­ντί, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια ἡ γριά του μη­τέ­ρα, πί­νει τὸ λε­ξο­τα­νίλ της, τοῦ χα­μο­γε­λᾶ μὲ ἀ­γά­πη, κα­θὼς κου­νι­έ­ται στοὺς ξέ­φρε­νους ρυθ­μοὺς τῆς μου­σι­κῆς:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τραγουδοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα. Ἀλ­λὰ μὲ τὸ “Με­τρό­πο­λη”… ἀ­κό­μη κι ἕ­νας ἔμ­πει­ρος Ντὶ Τζέ­ι σὰν κι ἐ­μέ­να δυ­σκο­λεύ­ε­ται.»

       Ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο σε­πα­ρὲ ἄ­ξαφ­να κα­τα­φτά­νει ἕ­να “φτι­αγ­μέ­νο” ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοι­νώ­νει, ὅ­τι ἡ Πέν­κα ἔ­χει λι­πο­θυ­μή­σει ἀ­πὸ ὑ­περ­βο­λι­κὴ δό­ση.

       Ἡ ἄ­σχη­μη εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο τοῦ κλάμπ. Ἔ­τρε­ξε ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔϊ τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀ­πόγνω­ση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο καὶ ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, techno-χα­ρά μου, τρα­γού­δι μου techno!», πνί­γε­ται ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς, ἐ­πί­σης σὲ στὺλ techno.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ τὰ φῶ­τα συ­νέ­χι­σαν νὰ καῖ­νε ἀ­νε­λέ­η­τα καὶ τὰ ὄρ­γα­να τοῦ «Με­τρό­πο­λη» κρο­τοῦ­σαν ξα­νὰ μέ­χρι τὸν Θε­ό. Ἀλ­λὰ μέ­σα στὰ χω­ρά­φια τοῦ κλάμπ, γε­μά­τα κά­να­βη, δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν καὶ ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος μὲ τὴν ἰν­δι­κὴ κά­να­βη γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα, τὸ μα­νε­κέν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στο­σε­λί­δα http://www.litclub.bg/library/nbpr/veshim/po_zhutva.html.

mihail-veshim-02

Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Μιχαὴλ Γκε­όρ­γκι­εφ Μί­σεβ [Ми­ха­ил Ге­ор­ги­ев Ми­шев]) (Σό­φια Βουλ­γα­ρί­ας, 1960). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος, γιὸς τοῦ συγ­γρα­φέα Γκε­όρ­γκι Μί­σεβ. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­χι­συν­τά­κτης τῆς σα­τι­ρι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Στάρ­σελ. Ὁ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ συμ­με­τέ­χει μὲ δι­κά του χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ παγ­κό­σμιο χι­οῦ­μορ, δί­πλα στὸν Μὰρκ Του­έ­ιν καὶ τὸν Γούν­τι Ἄλ­λεν. Τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Ἄγ­γλος γεί­το­νας γνω­ρί­ζει με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἀ­να­μέ­νε­ται ἡ ἔκ­δο­σή του καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκιόλα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ – εἰ­ρω­νι­κή, γιὰ μᾶς, τοῦ ‘με­γα­λο­ϊ­δε­α­τι­σμοῦ’ τοῦ Τύ­που ὡς τέ­ταρ­της ἐ­ξου­σί­ας.


 

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Μιχαὴλ Μήτρας: Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης


Mitras,Michail-IEkdochiMiasSynantisis-Eikona-02


Μιχαὴλ Μήτρας


Ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς συ­νάν­τη­σης


ΗΜΕΡΑ βρο­χε­ρὴ μὲ γκρί­ζο φῶς πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τῆς κα­φε­τέ­ριας


Βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ μαῦ­ρα της γάν­τια τὸν κοί­τα­ξε


Ἕ­νας ἀ­δέ­ξιος δι­ά­λο­γος μὲ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς καὶ βλέμ­μα­τα


Στὸ φλυ­τζά­νι πά­γω­νε τὸ τσά­ι, μὲ χρῶ­μα ποὺ σκού­ραι­νε


Ἕ­νας συ­νε­χὴς θό­ρυ­βος: συ­νο­μι­λί­ες, σερ­βι­ρί­σμα­τα, τη­λε­ο­πτι­κὸ ρε­πορ­τὰζ γιὰ τὸν πό­λε­μο, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μαρ­σά­ρι­σμα μο­το­συ­κλέ­τας


«Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νο­μί­ζεις», τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να


Ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ βρι­σκό­ταν σὲ ἄ­δει­ο δω­μά­τιο


Πρὸς στιγ­μὴν τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του ἡ πρω­το­σέ­λι­δη εἴ­δη­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ποὺ δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ος δί­πλα τους


Μιὰ φω­τει­νὴ λω­ρί­δα στὸ δά­πε­δο


Ὅ­πως ἡ αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος: πρὶν δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο ἑ­νὸς νη­σιοῦ κα­θὼς τέ­λει­ω­νε τὸ κα­λο­καί­ρι


Ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἔ­βγα­λε τὸ κρα­γιὸν κι ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει τὰ χεί­λη της, κλεί­νον­τας τὰ μά­τια


Κα­θὼς ἡ πό­λη ἔ­παιρ­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νή της ὄ­ψη


Τὸ πρω­ὶ τῆς ἴ­διας μέ­ρας στὴν μπὲζ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­ταν τῆς τη­λε­φώ­νη­σε κι ἐ­κεί­νη δί­στα­ζε


«Μή­πως αὔ­ριο τὸ ἀ­πό­γευ­μα;», ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του ἀλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­δη­μο­νί­α


Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ἀ­σαν­σὲρ εἶ­δε τὰ πρό­σω­πά τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γουν τὸ βλέμ­μα του


Βγῆ­κε στὸν δρό­μο καὶ μὲ γρή­γο­ρο βη­μα­τι­σμὸ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε γιὰ ὧ­ρες στὴν πό­λη, φαν­τα­σι­ώ­νον­τας ἐκ­δο­χὲς τῆς αὐ­ρια­νῆς τους συ­νάν­τη­σης


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἐ­κεί­νη ἦρ­θε φο­ρών­τας γυα­λιὰ ἡ­λί­ου, κι ἂς ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νο ἀ­πό­γευ­μα


Ἡ ἁ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος σὲ μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­να­δρο­μι­κῆς οἰ­κει­ό­τη­τας


Πα­ρα­τή­ρη­σε τὰ μαλ­λιά της ὑ­γρὰ ἀ­π’ τὴ βρο­χή


«Ποῦ τὸ θυ­μή­θη­κες τώ­ρα αὐ­τό,..», εἶ­πε σχε­δὸν ἐ­νο­χλη­μέ­νη


Ἡ εἰ­κό­να ἑ­νὸς ἀν­θι­σμέ­νου κή­που πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του ἀ­στρα­πια­ῖα, γιὰ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἀ­μέ­σως με­τὰ ἡ εἰ­κό­να μιᾶς βρα­χώ­δους ἀ­κτῆς


Βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὸν κλει­στὸ χῶ­ρο, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι ἡ βρο­χὴ εἶ­χε στα­μα­τή­σει κι ἐ­κεῖ­νος πρό­τει­νε νὰ βα­δί­σουν μὲς στὴ νύ­χτα


Ὁ θό­ρυ­βος ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του τὸν ἐμ­πό­δι­σε ν’ ἀ­κού­σει τὴν ἀ­πάν­τη­σή της


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μι­χα­ὴλ Μή­τρας, Μη­χα­νὴ Ἀ­να­ζή­τη­σης, πε­ζο-γρα­φή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2008.

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Τὸ μυστικό

.

05-Espada,Manuel-ToMystiko-Eikona-02

.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (Manuel Espada)

 .

Τὸ μυ­στι­κό

(El secreto)

 .

H-Itta-SomataΜΑΡΙΣΑ ἔ­φτα­σε στὸν ξε­νώ­να, χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι καὶ μὲ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρί­μελ της.

— Θέ­λω ἕ­να δω­μά­τιο, ἀ­γό­ρι μου, εἶ­πε μὲ στι­βα­ρὴ φω­νή.

      Πα­ρα­τή­ρη­σα τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα πό­δια της, τὰ πε­τα­χτὰ κα­πού­λια της καὶ τὰ γεν­ναι­ό­δω­ρα στή­θια της. Τῆς ἔ­δω­σα ἕ­να μὲ πα­λιὰ κλει­δα­ριά, ἀ­πὸ κεῖ­νες ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις μέ­σα. Δὲν ἤ­μουν ἀ­κό­μα οὔ­τε δε­κα­πέν­τε χρο­νῶν, ἀλ­λὰ οἱ ὁρ­μό­νες μου εἶ­χαν ἐ­πα­να­στα­τή­σει. Ἡ Μα­ρί­σα τό ‘ξε­ρε. Ὅ­ταν ἔ­βα­λα τὸ μά­τι στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἔ­βγα­λε τὸ σου­τι­έν της. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα, μοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα καὶ ξά­πλω­σα. Ὅ­ταν ἡ Μα­ρί­σα τε­λεί­ω­σε, μοῦ ψι­θύ­ρι­σε στὸ αὐ­τί:

      — Ἐ­σύ μπο­ρεῖς νὰ μὲ φω­νά­ζεις Λου­ίς, μω­ρό μου, ὑ­πάρ­χει οἰ­κει­ό­τη­τα.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Manuel Espada, Zoom, Sevilla: Parentesis Editorial, 2011.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (Manuel Espada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema.

.

Δανάη Ταχταρᾶ: Μανουὲλ Ἐσπάδα

.

01-Tachtara,Danai-ManuelEspada-Eikona-01

.

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΜΑΝΟΥΕΛ ΕΣΠΑΔΑ (Manuel Espada) γεν­νή­θη­κε στὴ Σα­λα­μάν­κα τὸ 1974. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ ρα­δι­ο­φω­νι­κὰ καὶ τη­λε­ο­πτι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Γιὰ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χει κερ­δί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου Grupo Buho, χά­ριν τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα El desguace [Ἀ­πο­συ­ναρ­μο­λό­γη­ση] (2007). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δώ­σει τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο El ter­cer día [Ἡ τρί­τη μέ­ρα], ἕ­να ἀ­κό­μη βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα, τὸ Fuera del te­ma­rio [Ἐ­κτὸς ὕ­λης] (2010), ἐ­νῶ τὸ 2011 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Parentesis τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, τὸ Zoom. Cien­to y p­ico novelas a escala [Ζούμ. Ἑ­κα­τὸ καὶ κά­τι δι­η­γή­μα­τα ὑ­πὸ κλί­μα­κα], στὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­έ­χον­ται τὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­κό­μη, σὲ συ­νερ­γα­σί­α, ἔ­χει συγ­γρά­ψει τὸ χι­ου­μο­ρι­στι­κὸ βι­βλί­ο Un poquito de por favor [Δεῖξ­τε λι­γά­κι ἔ­λε­ος] (2005) κι ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ ἔρ­γα του σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των (Mar de Pi­ra­ñas, An­to­lo­gia del mi­cror­re­la­to e­spa­ñol, La ra­dio es un cu­e­ntο, Re­la­tos en Ca­de­na 2008-2009, Ve­las al vi­e­nto, Per­ver­si­o­nes) καὶ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ (Al ot­ro la­do del es­pe­jo, BCN Week, Mi­nia­tu­ra).

       Ὁ Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα, πα­ρό­λο τὸ νε­α­ρὸ τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τὴ σχε­τι­κὰ σύν­το­μη κα­ρι­έ­ρα του, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των στὴν Ἰ­σπα­νί­α. Τὸ Ζοὺμ εἶ­ναι καρ­πὸς μιᾶς πο­ρεί­ας δε­κα­τρι­ῶν χρό­νων, ἂν καὶ τὰ πέν­τε χρό­νια ὕ­παρ­ξης τοῦ blog τοῦ συγ­γρα­φέ­α ἔ­δω­σαν τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ὤ­θη­ση γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α του. Ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου δη­λώ­νει ξε­κά­θα­ρα τὶς προ­θέ­σεις τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τὴ φύ­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Τὸ βι­βλί­ο δι­αι­ρεῖ­ται σὲ τρί­α μέ­ρη καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νει δι­η­γή­μα­τα δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἔ­κτα­σης (ποὺ σπά­νια ὅ­μως ξε­περ­νοῦν τὴ μί­α σε­λί­δα) καὶ θε­μα­το­λο­γί­ας. Γε­νι­κά, τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀ­πὸ τὸν κό­σμο ποὺ μᾶς πε­ρι­βάλ­λει. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται στὴ λε­πτο­μέ­ρεια, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πὸ μα­κριά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μᾶς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τη. Στὰ κεί­με­νά του συ­ναν­τᾶ­με παι­χνί­δια λέ­ξε­ων, χι­οῦ­μορ, στοι­χεῖ­α λυ­ρι­κά, ἀ­βὰν-γκὰρντ καὶ σου­ρε­α­λι­στι­κά, ἐ­νῶ ὁ συγ­γρα­φέ­ας πάν­το­τε χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν σω­στὸ ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων, οὔ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρες, οὔ­τε λι­γό­τε­ρες. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ προ­βλή­μα­τα τῆς συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἡ τά­ση ἐ­πα­νά­λη­ψης σχη­μά­των, ὅ­μως ὁ Ἐ­σπά­δα ἀ­πο­φεύ­γει αὐ­τὸν τὸν πει­ρα­σμὸ καὶ κα­τα­φέρ­νει νὰ γρά­ψει κεί­με­να πρω­τό­τυ­πα κά­θε φο­ρά, τὸ κα­θέ­να μὲ τὸ δι­κό του θέ­μα καὶ μορ­φή, ξαφ­νι­ά­ζον­τας εὐ­χά­ρι­στα τὸν ἀ­να­γνώ­στη.

Τὸ προ­σω­πι­κὸ blog τοῦ συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι:

http://manuespada.blogspot.com.es/

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: πρώτη δημοσίευση.

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema.

.