Ἀντωνία Πασχαλίδου: Ἡ πα­ρα­λί­α



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Ἡ πα­ρα­λί­α


Τζί­τζι­κα!
Ὦ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νε,
ποὺ στῆς γῆς πά­νω τὸ κρε­βά­τι
πε­θαί­νεις με­θυ­σμέ­νος ἀ­πὸ φῶς!
Φεν­τε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα[1]

Ο ΤΑΞΙΔΙ ἐ­πρό­κει­το νὰ κρα­τή­σει πο­λὺ κι ἦ­ταν μό­νο στὴν ἀρ­χή. Δεύ­τε­ρη μέ­ρα στὸ νη­σὶ κι ἔ­νι­ω­θε λὲς καὶ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Για­τί ἄ­ρα­γε; Νο­μο­τέ­λεια τῆς προ­σαρ­μο­γῆς ἢ ὁ τό­πος ἀ­σκοῦ­σε ἐ­πά­νω της κά­ποι­α ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἕλ­ξη;

       Ἡ ζέ­στη σ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θεις ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη στὸ πα­λά­τι ἡ δρο­σιὰ στὸ κα­φὲ ποὺ πε­ρι­βαλ­λό­ταν ἀ­πὸ δέν­τρα καὶ ὁ χυ­μὸς τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­σαν. Ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ χι­λιά­δες τζι­τζί­κια ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, ὡ­στό­σο δὲν ἔ­παυ­ε νὰ σὲ συ­νο­δεύ­ει σὰν μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση. Ἀ­μέ­τρη­τοι τζί­τζι­κες ὑ­μνοῦ­σαν τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­νῶ ἄλ­λοι εἶ­χαν ἤ­δη σι­ω­πή­σει ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας σὰν μαν­δύ­ας τοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­τρων. Τό­τε θυ­μή­θη­κε ἕ­να ἄλ­λο κα­λο­καί­ρι στὴν Ἀτ­τι­κή. Μὲ τοὺς παι­δι­κοὺς φί­λους ποὺ ἔ­τρε­χαν μὲ τὰ πο­δή­λα­τα προ­σπα­θών­τας νὰ ξε­πε­ρά­σουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο σὲ κά­ποι­ο μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴ θά­λασ­σα. Καὶ τώ­ρα, με­τὰ τὴν ἀ­νά­παυ­λα, στὴ θά­λασ­σα θὰ πή­γαι­νε.

       Ἀ­φοῦ πάρ­κα­ρε καὶ κα­τέ­βη­κε στὴν πα­ρα­λί­α, δι­α­πί­στω­σε μὲ δυ­σα­ρέ­σκεια ὅ­τι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ φυ­σά­ει καὶ τὸ κύ­μα ἦ­ταν μᾶλ­λον ἐ­νο­χλη­τι­κό. Ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­μως νὰ μεί­νει. Τὸ ἀ­ε­ρά­κι ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νο μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη καὶ τὸ τρα­γού­δι τῶν τζι­τζι­κι­ῶν κι ἐ­δῶ κυ­ρί­αρ­χο. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μί­α βιά­ση γιὰ μπά­νιο.

       Ἡ δι­πλα­νὴ πα­ρέ­α δι­α­φω­νοῦ­σε ἔν­το­να ὅ­ταν πῆ­ρε τὸ αὐ­τί της ὅ­τι μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἄλ­λη πα­ρα­λί­α, τῆς Ἀτ­τι­κῆς καὶ προ­φα­νῶς ὁ λό­γος ἦ­ταν κά­ποι­α χρο­νο­λο­γί­α. Ὅ­ταν εἶ­χαν πρω­το­πά­ει ἐ­κεῖ; Ὅ­ταν ἔ­κα­ναν δι­α­κο­πές; Ὅ­ταν συ­νάν­τη­σαν κά­ποι­ον ἢ κά­ποι­α; Σί­γου­ρα ἦ­ταν Ἀ­θη­ναῖ­οι. Γύ­ρι­σε καὶ τοὺς κοί­τα­ξε: τρί­α ὥ­ρι­μα ζευ­γά­ρια – τώ­ρα ἂν ἦ­ταν ἀν­τρό­γυ­να ἢ φί­λοι ἢ ἴ­σως καὶ ἀ­δέλ­φια δὲν μπο­ροῦ­σες εὔ­κο­λα νὰ συμ­πε­ρά­νεις. Οἱ γυ­ναῖ­κες πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ὄ­μορ­φες στὰ νιά­τα τους. Ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε λάμ­ψη. Οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τοὺς ἄν­τρες ἀ­γου­ρο­γε­ρα­σμέ­νοι, ὁ τρί­τος ἀ­κό­μα γο­η­τευ­τι­κός. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ τῆς θύ­μι­ζε κά­ποι­ον ἀ­πὸ τὸ μα­κρι­νὸ πα­ρελ­θόν. Ὅ­λοι τώ­ρα εἶ­χαν τὸν ἀ­έ­ρα πρώ­ην χί­πι­δων, ἀλ­λὰ ὁ γκρι­ζο­μάλ­λης μὲ τὴν κο­τσί­δα καὶ τὸ γα­λά­ζιο μαν­τί­λι φο­ρε­μέ­νο στὸ κε­φά­λι κά­πως ἀ­νορ­θό­δο­ξα τὴν πῆ­γε στὴν πο­δη­λα­τά­δα ἐ­κεί­νου τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

       Ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ της κοι­τών­τας τους χω­ρὶς νὰ τὴ βλέ­πουν. Φο­ροῦ­σε ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­πί­θα­να γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νες πρὸς τὰ ποῦ κοι­τοῦ­σε. Καὶ πράγ­μα­τι δὲν τοὺς ἔ­βλε­πε, ὁ νοῦς της ἦ­ταν εἴ­κο­σι τριά­ντα χρό­νια πί­σω. Σορ­τσά­κι, τι­ραν­τά­το μπλου­ζά­κι, σπορ­τέξ. Τὰ με­γά­λα παι­διὰ τὴν κου­βα­λοῦ­σαν στοὺς ὤ­μους τους ἐ­νῶ ταυ­το­χρό­νως ἔ­κα­ναν πο­δή­λα­το προ­σπα­θών­τας νὰ πη­γαί­νουν τὸ ἴ­διο σι­γά, ἰ­σορ­ρο­πών­τας ὅ­πως προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖ καὶ κεί­νη. Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ δι­α­τα­ρά­χτη­κε ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α κι ἔ­πε­σαν κά­τω ὅ­λοι – εὐ­τυ­χῶς γε­λών­τας. Ἐ­κεῖ­νοι ἦ­ταν δυ­ὸ ἀ­δέλ­φια, Ἔ­φη καὶ Ἀν­τρέ­ας ἂν θυ­μό­ταν κα­λά. Κι ὁ ἄλ­λος ξά­δελ­φός τους. Τὸν θυ­μό­ταν ἀ­μυ­δρά. Αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ μὴ θέ­λει νὰ φύ­γει ἦ­ταν ὅ­ταν ἡ μί­α γυ­ναί­κα τὸν φώ­να­ξε Ἀν­τρέ­α κα­θὼς τοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τό­τε. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­γρά­φει τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει ὅ­λοι πρω­ὶ πρω­ὶ ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να, γο­νεῖς, παι­διὰ καὶ ξα­δέλ­φια. Θυ­μή­θη­κε πὼς εἶ­χαν πά­ρει μα­ζί τους καὶ τὸ κο­ρί­τσι τοῦ νοι­κά­ρη τους. Τὴ μι­κρὴ ποὺ πή­γαι­νε στὶς πρῶ­τες τά­ξεις τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, Πρώ­τη, Δευ­τέ­ρα, δὲν θυ­μό­ταν. Πα­ρά­ξε­νο παι­δί. Τοὺς εἶ­χε γί­νει φόρ­τω­μα ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τὸ ἔ­βλε­παν ἐ­κεῖ­νοι.

       «Ὑ­πε­ρο­πτι­κὸ παι­δί», εἶ­πε ὁ Ἀν­τρέ­ας, «ἀ­πὸ κεῖ­να ποὺ δὲν σ’ ἀγ­γί­ζουν, μᾶλ­λον τὰ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τὸ κο­ρί­τσι, ἐν τού­τοις, περ­νοῦ­σε κα­λά, γε­λοῦ­σε. Ἀλ­λὰ με­τὰ κλει­νό­ταν στὸν ἑ­αυ­τό του. Πραγ­μα­τι­κὴ σφίγ­γα».

       Δὲν τὸ πί­στευ­ε. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια… Αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἐ­ξέ­πλη­ξε ἦ­ταν το πῶς τὴ θυ­μό­ταν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­γό­ρι ποὺ θαύ­μα­ζε. Λὲς νὰ ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια;

       Ἄρ­χι­σε νὰ μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά της γε­μά­τη σκέ­ψεις, ὅ­ταν ὁ Ἀν­τρέ­ας τὴν πλη­σί­α­σε καὶ τῆς φά­νη­κε ὅ­τι ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ κά­τι. «Σᾶς ἔ­πε­σαν τὰ γυα­λιά», ψι­θύ­ρι­σε ἐ­κεῖ­νος. Τὸν εὐ­χα­ρί­στη­σε κι ἔ­σκυ­ψε νὰ τὰ ση­κώ­σει ἐ­νῶ ὁ σχε­δὸν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν κά­λυ­πτε τὰ πάν­τα.


       Δε­κέμ­βριος 2017

[1]Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Ποιήματα, μετάφραση: Κοσμᾶς Πολίτης, Ἐκδόσεις Κοροντζῆ, Δεκέμβρης 2007.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Luigi Malerba.