Χαρὰ Νικολακοπούλου: Ἡ Βασίλω



Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Ἡ Βα­σί­λω


 ΒΑΣΙΛΩ Μ. γεν­νη­θη­κε στὴ Λάκ­κα Σου­λί­ου, στὸ χω­ριὸ Δερ­βί­ζαι­να ἐν ἔ­τει 189… Στὰ εἴ­κο­σι δύ­ο της παν­τρεύ­τη­κε τὸν Γι­ώρ­γη Γ. κι ἔ­κα­ναν ἕ­ξι παι­διά, ἔ­ζη­σαν τὰ τέσ­σε­ρα. Σκλη­ρὴ γυ­ναί­κα μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες στιγ­μὲς γλυ­κύ­τη­τας καὶ προ­σή­νειας.  Πα­νέ­ξυ­πνη, δι­α­ό­λου κάλ­τσα.  Ἡ φτώ­χεια τοὺς ἔ­δερ­νε, ὅ­πως καὶ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, στὴν ἄ­γο­νη γῆ ποὺ τοὺς δό­θη­κε. Ἕ­να κη­πά­κι μὲ τὰ ζαρ­ζα­βα­τι­κά τους, δυ­ὸ κα­τσί­κες καὶ πέν­τε πρό­βα­τα ἦ­ταν τὸ ἔ­χει τους. Ὁ ἄν­τρας της ἦ­ταν πρα­μα­τευ­τής, γυ­ρο­λό­γος, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ χω­ριὰ τῆς πε­ρι­ο­χῆς που­λών­τας τὴν πρα­μά­τεια του. Βα­σί­λισ­σα τὴν εἶ­χε τὴ Βα­σί­λω, ὅ,τι φτω­χι­κὸ ἀ­πο­κτοῦ­σε, στὰ χέ­ρια της τὸ ἀ­πό­θε­τε. Ἡ Βα­σί­λω δὲν σκο­τι­ζό­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ριοῦ, ψό­φα­γε νὰ λι­ά­ζε­ται στὴν αὐ­λή της μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔπι­α­νε τὸ τρα­γού­δι.

        Μα­νου­σά­κια, μα­νου­σά­κια, μό­σχος καὶ γα­ρυ­φαλ­λά­κια.

        Τὰ παι­διά της τὰ ἔ­δι­ω­ξε ἀ­πὸ κον­τά της νω­ρίς, με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ ἄν­δρα της δὲν εἶ­χε νὰ τὰ θρέ­ψει. Τὰ ἔ­στει­λε στὴν Ἀ­θή­να στὴν ἀ­δελ­φή της, ποὺ εἶ­χε τὴν τύ­χη νὰ κα­τέ­βει γιὰ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα καὶ νὰ τὴν υἱ­ο­θε­τή­σει ἕ­να πλού­σιο ζευ­γά­ρι ἄ­τε­κνων με­γα­λο­α­στῶν. Κρά­τη­σε κον­τά της μό­νον τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Κί­τσο. Τὸν πάν­τρε­ψε μὲ προ­ξε­νιὸ μὲ τὴν Ἄν­να, κό­ρη ἐρ­γά­τη, ποὺ μό­λις εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α. Μὲ τὸ ζευ­γά­ρι συγ­κα­τοι­κοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια στέ­γη. Ὅ­ταν ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ἐγ­γό­νια καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι φτά­νουν καὶ πε­ρισ­σεύ­ουν, ἐ­φάρ­μο­σε μί­α δρα­στι­κὴ καὶ πρω­τό­τυ­πη μέ­θο­δο ἀν­τι­σύλ­λη­ψης: μπού­κα­ρε στὴν κά­μα­ρα τοῦ ζευ­γα­ριοῦ κά­θε ποὺ μυ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι ἐ­πί­κει­ται συ­νου­σί­α καὶ τοὺς ἔ­κο­βε τὴ φό­ρα: «Δύ­ο ἔ­χε­τε, φτά­νουν! Δὲν χρει­ά­ζε­στε ἄλ­λα. Πῶς θὰ τὰ θρέ­ψε­τε, μπρέ;»

        Στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τέ­βη­κε στὴν Ἀ­θή­να νὰ θά­ψει τὸ στερ­νο­πού­λι της τὸν Νά­σο ποὺ ἔ­φυ­γε στὰ σα­ράν­τα ἑ­φτά του. Τὴ νύ­φη της τὴ Μα­ρί­α, ποὺ ἔ­κλαι­γε καὶ χτυ­πι­ό­ταν στὴν κη­δεί­α, τὴν ἀ­πο­πῆ­ρε: «Τί κά­νεις ἔ­τσι, γυ­ναί­κα; Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς καὶ οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους!»

        Ἡ Βα­σί­λω ἀ­πε­βί­ω­σε στὰ ἐ­νε­νῆν­τα ἑ­φτά της ἐν Ἀ­θή­ναις. Αἰ­τί­α ἡ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἔκ­θε­ση στὸν ἥ­λιο, τὸν ὁ­ποῖ­ον λά­τρευ­ε ὅ­πως εἴ­πα­με, γε­γο­νὸς ποὺ τῆς προ­κά­λε­σε ντου­βρουν­τζά*, κα­τὰ τὰ κοι­νῶς λε­γό­με­να.  Στὸν για­τρὸ ποὺ ἦρ­θε νὰ τὴν ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἑ­τοι­μο­θά­να­τη, ἔ­τει­νε τὸ χέ­ρι «τί ἦρ­θες νὰ κά­νεις κι ἐ­σύ; Ἐ­γὼ τώ­ρα φεύ­γω. Ἄν­τε γειὰ καὶ κα­λὴ ἀν­τά­μω­ση.»

        Ἔ­τσι πέ­θα­νε, ἥ­συ­χη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­ζη­σε.


ντου­βρουν­τζάς· ἐγκεφαλικό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπούδασε Φιλολογία καὶ πῆρε με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτικῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ πα­νελ­λή­νιους δι­α­γω­νι­σμοὺς καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Μαν­δρα­γό­ρας, Πα­ρέμ­βα­ση, Κο­ράλ­λι, Δέ­κα­τα, Ὀ­ρο­πέ­διο, Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2014 λει­τουρ­γεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα τὸ δι­κό της ἐρ­γα­στή­ρι Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὸ Κέν­τρο Δί­α Βί­ου Μά­θη­σης (ΙΝΕΔΙΒΙΜ).


		
Διαφημίσεις

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).

Βασίλης Μανουσάκης: Ἐκνευρισμός


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ἐ­κνευ­ρι­σμός


 ΙΣΙΔΩΡΑ ἔ­φτα­σε λα­χα­νι­α­σμέ­νη στὸ σχο­λεῖ­ο ποὺ τὴν πε­ρί­με­ναν οἱ ἄλ­λοι γο­νεῖς. Δί­πλα της ἡ κό­ρη της νὰ παί­ζει σὰν γα­τὶ στὰ πό­δια της. Ὁ Μά­νος τὴν εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ἔρ­χε­ται. Σὰν ἀ­πὸ ἔν­στι­κτο βγῆ­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ καὶ κά­θι­σε μό­νος στὸ πε­ζο­δρό­μιο κοι­τών­τας πέ­ρα στὸν δρό­μο. Σὰν νὰ τὴν πε­ρί­με­νε. Τὴν πε­ρί­με­νε.

            Κα­θη­με­ρι­νὰ ροῦ­χα ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, ἁ­πλὰ ντυ­μέ­νη, μὰ πάν­τα προ­σεγ­μέ­νη. Χω­ρὶς κρα­γιὸν ἢ ἄλ­λο βά­ψι­μο, ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα ἔ­δει­χνε συ­νή­θως φυ­σι­κή. Μιὰ φο­ρὰ δὲν τὴν ἔ­χω δεῖ μὲ κρα­γιόν. Θὰ τῆς πή­γαι­νε, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος, ἀλ­λὰ οἱ σκέ­ψεις του πε­ρὶ αἰ­σθη­τι­κῆς δι­α­κό­πη­καν ἀ­πὸ τὴν κο­φτή της κα­λη­μέ­ρα. Κα­λὰ τὸ κα­τά­λα­βα, σκέ­φτη­κε πά­λι ὁ Μά­νος, ποὺ εἶ­χε νι­ώ­σει τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμό της ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ μα­κριά. Τί ἔ­χεις; Τὴ ρώ­τη­σε στὸ μυα­λό του.

            Τί­πο­τα, ἄ­κου­σε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ λέ­ει. Τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό.

            Τὴν κοί­τα­ξε, ἔ­πει­τα καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι στὰ πό­δια της καὶ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν αὐ­λή. Στὴ συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους γο­νεῖς γιὰ κά­ποι­α βα­ρε­τὰ θέ­μα­τα τοῦ σχο­λεί­ου, ὁ Μά­νος εἶ­χε γυ­ρί­σει τὴν κα­ρέ­κλα του ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ει. Για­τί εἶ­σαι ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη; Τί σὲ τρώ­ει; Ρω­τοῦ­σε στὸ μυα­λό του. Ἄλ­λη ὥ­ρα, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιὰ ἐ­κεί­νη, κα­θὼς ἔ­νι­ω­θε τὸ βλέμ­μα του νὰ καί­ει πά­νω της καὶ ἔ­γερ­νε τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος του.

            — Τώ­ρα…

            — Με­τά…

            Καὶ συ­νέ­χι­σαν ἔ­τσι τὸν δι­ά­λο­γό τους δί­χως νὰ ἀ­κού­σουν λέ­ξη ἀ­πὸ ὅ­σα λέ­γον­ταν στὴν αἴ­θου­σα.

            Τε­λεί­ω­σε ἡ συ­νάν­τη­ση, τε­λεί­ω­σε καὶ ὁ βου­βὸς δι­ά­λο­γος.

            Φεύ­γον­τας, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ δί­πλα της κι ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὸν στα­μά­τη­σε. Πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, τοῦ εἶ­πε μὲ ἕ­να ἀ­κό­μα σφί­ξι­μο στὸ μπρά­τσο. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, σὲ πε­ρι­μέ­νω κά­θε φο­ρὰ ὅ­που καὶ νὰ εἶ­σαι, σκέ­φτη­κε ἐ­κεῖ­νος καὶ προ­χώ­ρη­σε γρή­γο­ρα μή­πως καὶ τὸν εἶ­χε ἀ­κού­σει.

            Ἄ­δεια­σε ἡ αὐ­λὴ ἀ­πὸ κό­σμο σι­γὰ-σι­γὰ κι ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε τε­λευ­ταί­α, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ κο­ρι­τσά­κι της νὰ πά­ει του­α­λέ­τα. Ὁ Μά­νος κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι καὶ λι­α­ζό­ταν. Χω­ρὶς λό­γο. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε μέ­σα του για­τί. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ τὴν εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζε. Ἔ­λα νὰ κά­τσεις, τῆς ἔ­γνε­ψε. Μό­λις κά­θι­σε, τὴν κοί­τα­ξε μέ­σα στὰ μά­τια. Πές μου τί ἔ­χεις. Εἶ­μαι ἐ­δῶ γιὰ σέ­να, ἔ­λε­γε τὸ βλέμ­μα.

            Κά­τι θέ­λω, κά­τι δὲν θέ­λω, ἀ­πάν­τη­σε μὲ ἕ­να ὁ­λο­φά­νε­ρα μπερ­δε­μέ­νο χα­μό­γε­λο.

            Μί­λη­σέ μου. Ξέ­ρω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ πᾶς κά­που, τὴν κα­θη­σύ­χα­σε τὸ δι­κό του χα­μό­γε­λο.

            Τὸ κο­ρι­τσά­κι γύ­ρι­σε καὶ τοὺς βρῆ­κε νὰ κοι­τά­ζον­ται βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια.

            «Τί λέ­τε;» Ρώ­τη­σε μὲ τὴ γλυ­κιά της φω­νή. Οὔ­τε αὐ­τὴ μι­λοῦ­σε πο­λύ, ἀλ­λὰ τώ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴ ρω­τή­σει.

            «Θὰ σοῦ τὰ γρά­ψω», τοῦ εἶ­πε ἡ Ἰ­σι­δώ­ρα καὶ ἡ φω­νή της τὸν ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς λι­α­κά­δας.

            «Νὰ τὸ κά­νεις ὀ­πωσ­δή­πο­τε», τῆς εἶ­πε λί­γο με­τὰ κα­θὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε φτά­σει στὴν πόρ­τα τοῦ σχο­λεί­ου.

            Γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ὑ­πό­σχε­σης.

            Εὐ­χα­ρι­στῶ, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­νος καὶ βγῆ­κε στὸν δρό­μο μὲ τὸ κε­φά­λι γε­μά­το ἥ­λιο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


 

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α

(Kleine Wanderung)


ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ βου­νά. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν ὑ­γρὸς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν γκρί­ζα. Μὰ ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἁ­πα­λὸς καὶ κα­τὰ τό­πους πο­λὺ κα­θα­ρός. Ἀρ­χι­κὰ φο­ροῦ­σα τὸ παλ­τό μου· σύν­το­μα, ὅ­μως, τὸ ἔ­βγα­λα, τὸ δί­πλω­σα καὶ τὸ ἔ­ρι­ξα στὸν ὦ­μο. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸν γε­μά­το θαύ­μα­τα δρό­μο μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη ἀ­νη­φό­ρι­ζε κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἔ­πε­φτε σὲ κα­τή­φο­ρο. Τὰ βου­νὰ ἦ­ταν ψη­λὰ καὶ ὀγ­κώ­δη, ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­στρέ­φον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά τους. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος τῶν βου­νῶν ξε­πρό­βα­λε μπρο­στά μου σὰν κά­ποι­ο γι­γάν­τιο θέ­α­τρο. Ὁ δρό­μος ἀγ­κα­λι­α­ζό­ταν με­γα­λο­πρε­πῶς μὲ τὶς βου­νο­πλα­γι­ές. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­φτα­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ φα­ράγ­γι, ἕ­να πο­τά­μι ὁρ­μοῦ­σε μπρὸς στὰ πό­δια μου, ὁ σι­δη­ρό­δρο­μος μὲ ἄ­φη­νε τα­χύ­τα­τα πί­σω του μὲ τὸν ἔ­ξο­χο λευ­κὸ κα­πνό του. Σὰν ἥ­συ­χο, λευ­κὸ ρυά­κι περ­νοῦ­σε ὁ δρό­μος μέ­σα ἀ­πὸ τὸ φα­ράγ­γι, κι ὅ­σο περ­πα­τοῦ­σα πιὸ πέ­ρα, ἦ­ταν στὰ μά­τια μου σὰν νὰ καμ­πυ­λώ­νει καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ ἡ ἴ­δια ἡ στε­νὴ κοι­λά­δα. Γκρί­ζα σύν­νε­φα ξα­πό­σται­ναν στὰ βου­νά, σὰν νὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ τὸν προ­σα­να­το­λι­σμό τους. Μὲ ἀν­τά­μω­σε ἕ­νας νε­α­ρὸς πλα­νό­διος τε­χνί­της μὲ σα­κί­διο στὴν πλά­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χω δεῖ δυ­ὸ ἄλ­λους νε­α­ρούς. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πα. Μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔρ­χο­μαι ἀ­πὸ μα­κριά. Ναί, εἶ­πα, καὶ τρά­βη­ξα μα­κρύ­τε­ρα τὸν δρό­μο μου. Ὄ­χι πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, εἶ­δα καὶ ἄ­κου­σα τοὺς δυ­ὸ νε­α­ροὺς πε­ρι­πλα­νη­τὲς νὰ πλη­σιά­ζουν συ­νο­δεί­ᾳ μου­σι­κῆς. Ἕ­να χω­ριὸ φά­νη­κε, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φο μὲ χα­μη­λὰ σπί­τια πο­λὺ κον­τὰ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ τὰ λευ­κὰ μέ­τω­πα τῶν βρά­χων. Κά­τι λί­γα κά­ρα μὲ ἀν­τά­μω­σαν, εἰ­δάλ­λως τί­πο­τα, κι εἶ­χα δεῖ καὶ μιὰ δρά­κα παι­διὰ στὸν ἐ­παρ­χια­κὸ δρό­μο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ δοῦ­με κά­τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στο. Βλέ­που­με ἤ­δη τό­σο πολ­λά.



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández): Ἡ μπά­λα



Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández)


μπά­λα

(La Pelota)


ΤΑΝ ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρο­νῶν πέ­ρα­σα ἕ­να με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα μα­ζὶ μὲ τὴν για­γιά μου σ’ ἕ­να φτω­χι­κὸ σπι­τά­κι. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα τῆς ζή­τη­σα πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ πο­λύ­χρω­μη μπά­λα ποὺ ἔ­βλε­πα συ­νέ­χεια στὸ κα­τά­στη­μα. Στὴν ἀρ­χὴ ἡ για­γιά μου μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει καὶ νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σα ἄλ­λο. Με­τὰ μὲ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ μὲ δεί­ρει, ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ —ἕ­τοι­μος νὰ τρέ­ξω ἂν χρει­α­ζό­ταν— τῆς ξα­να­ζή­τη­σα νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν μπά­λα. Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ κι ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴν ρα­πτο­μη­χα­νή, ἐ­γὼ βγῆ­κα ἔ­ξω τρέ­χον­τας. Ἀλ­λά, ἐ­κεί­νη, δὲν μὲ πῆ­ρε στὸ κυ­νή­γι, πα­ρὰ ἄρ­χι­σε νὰ ψά­χνει μέ­σα σὲ ἕ­να μπα­οῦ­λο καὶ νὰ βγά­ζει ἔ­ξω κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βα ὅ­τι σκό­πευ­ε νὰ φτιά­ξει μιὰ μπά­λα ἀπ’ τὰ κου­ρέ­λια, θύ­μω­σα πο­λύ. Αὐ­τὴ ἡ μπά­λα δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ σὰν ἐ­κεί­νη τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Ὅ­σο τὴν γέ­μι­ζε καὶ τὴν ἔ­ρα­βε μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἄλ­λη κι ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη λύ­ση ἀ­π’ τὸ νὰ συμ­βι­βα­στῶ μ’ αὐ­τή. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὴ μὲ τὰ κου­ρέ­λια θὰ ἦ­ταν πιὸ ὡ­ραῖ­α, αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ὅ­ταν τὴν εἶ­χε σχε­δὸν τε­λει­ώ­σει, εἶ­δα πὼς τῆς ἔ­δι­νε σχῆ­μα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξε­πλά­γην καὶ ἕ­να χα­μό­γε­λο ζω­γρα­φί­στη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, πεί­σμω­σα πά­λι. Ὅ­ταν τὴν κλώ­στη­σα στὸν τοῖ­χο τῆς αὐ­λῆς τὸ λευ­κὸ ὕ­φα­σμα τοῦ κα­λύμ­μα­τός της γέ­μι­σε λά­σπες. Ὅ­σο τὴν τί­να­ζα, ἡ μπά­λα ἔ­χα­νε τὸ σχῆ­μα της. Μὲ ἔ­θλι­βε νὰ τὴν βλέ­πω τό­σο ἄ­σχη­μη, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­κό­μα στὸ μυα­λό μου τὴν ἄλ­λη κι ἄρ­χι­σα ξα­νὰ νὰ θυ­μώ­νω. Ἀ­φοῦ τὴν κλώ­τση­σα μὲ ὅ­σο θυ­μὸ εἶ­χα, εἶ­δα πὼς ἡ μπά­λα ἄρ­χι­σε νὰ κου­νι­έ­ται: ἔ­παιρ­νε δι­κές της κα­τευ­θύν­σεις καὶ πή­γαι­νε σὲ μέ­ρη ποὺ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ ἐ­γὼ εἶ­χα στὸ μυα­λό μου. Ἦ­ταν σὰν νὰ εἶ­χε δι­κή της θέ­λη­ση καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ζω­ά­κι. Ἔ­κα­νε πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι οὔ­τε ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ παί­ξει μα­ζί μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γι­νό­ταν ἐ­πί­πε­δη καὶ ἔ­τρε­χε μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α ποὺ ἦ­ταν γε­λοῖ­ο νὰ τὴ βλέ­πεις, ξαφ­νι­κὰ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ στα­μα­τή­σει, με­τὰ ὅ­μως, ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει ἄλ­λες μιὰ-δυ­ὸ βόλ­τες. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς φο­ρὲς ποὺ τὴν χτύ­πη­σα μὲ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη, δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­π’ τὴν θέ­ση της κι ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Θέ­λη­σα νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βω, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θῶ, σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ χα­ζὸ παι­χνί­δι, ὅ­τι ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κά­νω ἐ­γώ. Εἶ­χε πλά­κα νὰ χτυ­πᾶς τὴν μπα­λά, ἀλ­λὰ με­τὰ κου­ρα­ζό­σουν νὰ τρέ­χεις συ­νέ­χεια νὰ τὴν πιά­σεις. Ἔ­τσι, τὴν πα­ρά­τη­σα στὴ μέ­ση της αὐ­λῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄρ­χι­σα πά­λι νὰ σκέ­φτο­μαι τὴν μπά­λα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος καὶ νὰ ζη­τά­ω ἀ­π’ τὴν για­γιά μου νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει. Ἐ­κεί­νη ἀρ­νή­θη­κε πά­λι, μὲ ἔ­στει­λε ὅ­μως νὰ πά­ω νὰ πά­ρω γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι. (Ὅ­ταν ἦ­ταν γι­ορ­τι­νὴ μέ­ρα ἢ ὅ­ταν εἴ­μα­σταν στε­να­χω­ρη­μέ­νοι τρώ­γα­με γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι.) Τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­έ­σχι­ζα τὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πά­ω στὸ κα­τά­στη­μα, εἶ­δα τὴν μπά­λα νὰ στέ­κε­ται τό­σο ἥ­συ­χα ποὺ μοῦ ἦρ­θε ἡ ὄ­ρε­ξη νὰ τὴν κλω­τσή­σω δυ­να­τὰ στὸ κέν­τρο. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θή­σω πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ πή­γαι­να στὸ κα­τά­στη­μα ἡ για­γιά μου μοῦ πῆ­ρε τὴν μπά­λα καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ μοῦ τὴν ἔ­δι­νε με­τά. Στὸ κα­τά­στη­μα δὲν θέ­λη­σα νὰ κοι­τά­ξω τὴν ἄλ­λη, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ βλέμ­μα της πά­νω μου μὲ τὰ ἔν­το­να χρώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ φά­γα­με τὸ γλυ­κό, ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ θέ­λω πά­λι τὴν μπά­λα ποὺ μοῦ εἶ­χε πά­ρει ἡ για­γιά μου, ὅ­ταν μοῦ τὴν ἔ­δω­σε ὅ­μως κι ἔ­παι­ξα λί­γο, γρή­γο­ρα βα­ρέ­θη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ τὴν ἀ­φή­σω δί­πλα στὴν αὐ­λό­πορ­τα κι ὅ­ταν θὰ περ­νοῦ­σε κά­ποι­ος νὰ τὴν κλω­τσοῦ­σα. Κά­θι­σα πά­νω της καὶ πε­ρί­με­να, ἀλ­λὰ δὲν πέ­ρα­σε κα­νείς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο στα­μά­τη­σα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σω νὰ παί­ζω καὶ ὅ­πως κοί­τα­ξα τὴν μπά­λα μοῦ φά­νη­κε πιὸ γε­λοί­α ἀ­πὸ πο­τέ. Εἶ­χε γί­νει πλά­κα σὰν τη­γα­νό­ψω­μο. Στὴν ἀρ­χὴ μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο καὶ τὴν ἔ­βα­ζα στὸ κε­φά­λι μου, τὴν πε­τοῦ­σα στὸ ἔ­δα­φος γιὰ ν’ ἀ­κού­σω τὸν ξε­ρὸ ἦ­χο ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­θὼς ἔ­σκα­γε στὸ χῶ­μα καί, τέ­λος, τὴν γύ­ρι­ζα στὸ πλά­ι καὶ τὴν ἔ­κα­να νὰ τρέ­χει σὰν νὰ ἦ­ταν ρό­δα.


Ὅ­ταν μὲ κα­τέ­λα­βαν ἐκ νέ­ου ἡ κού­ρα­ση καὶ ἡ θλί­ψη, πῆ­γα νὰ πῶ στὴ για­γιά μου ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να τη­γα­νό­ψω­μο κι ὅ­τι ἂν δὲν μοῦ ἀ­γό­ρα­ζε αὐ­τὴν τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, θὰ πέ­θαι­να ἀ­πὸ στε­να­χώ­ρια. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει καὶ τραν­τα­ζό­ταν ἡ με­γά­λη της κοι­λιὰ καὶ ἐ­γὼ τό­τε ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι μου πά­νω της καὶ χω­ρὶς νὰ κου­νη­θῶ κά­θη­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ποὺ ἡ για­γιά μου ἔ­φε­ρε κον­τά της. Ἡ κοι­λιά της ἦ­ταν σὰν μιὰ με­γά­λη ζε­στὴ μπά­λα ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή της μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα.


 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Talleres Bbarravento (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση Mon­te­vi­deo, 1945):

http://talleresbarravento.cl/la-pelota-un-cuento-de-felisberto-hernandez/

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández) (Μοντεβιδέο, Οὐ­ρου­γου­άη 1902-1964). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πῆρ­ξε μου­σι­κo­συν­θέ­της καὶ πι­α­νί­στας. Στὰ δε­κα­έ­ξι του χρό­νια, λό­γῳ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σχέ­ρειας τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὰν κα­θη­γη­τὴς πιά­νου, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συ­νό­δευ­ε μου­σι­κὰ ται­νί­ες βω­βοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε ἐμ­φα­νί­σεις σὰν σό­λο μου­σι­κὸς καὶ συν­θέ­της, θή­τευ­σε μα­θη­τὴς τοῦ Guillermo Kolischer, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ μου­σι­κοῦ Ὠ­δεί­ου τῆς πό­λης, καὶ ἔ­φτα­σε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ κα­λὸς πι­α­νί­στας. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς μου­σι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπῆ­κε ἀ­πὸ νω­ρὶς στὴν ζω­ὴ τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τῆς ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ 1925 καὶ με­τά. Ὄ­χι τυ­χαῖ­α, λοι­πόν, ὁ κό­σμος τῆς μου­σι­κῆς, ἔ­χει κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο στὰ ἔρ­γα του, τό­σο ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ θε­μα­τι­κή τους, ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο γρα­φῆς. Δὲν πρό­κει­ται, ὡ­στό­σο, γιὰ μιὰ με­λω­δί­α ἁρ­μο­νι­κή, μιᾶς ποὺ ὁ Ἐρ­νάν­τεθ, πα­ρα­μορ­φώ­νει ἢ λα­θεύ­ει σκό­πι­μα στὴν σύν­τα­ξη προ­κει­μέ­νου νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει. Ἡ ἀ­νορ­θο­δο­ξί­α αὐ­τὴ βρί­σκε­ται συ­χνὰ στὸ στό­χα­στρο τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν του, ἀλ­λὰ χά­ρη σ’ αὐ­τὸν τὸν προ­σω­πι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς καὶ κυ­ρί­ως στὴν λο­ξὴ μα­τιὰ τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, ἱ­στο­ρί­ες βα­σι­σμέ­νες κα­τὰ κύ­ριο λό­γο σὲ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ καὶ νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὁ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ εἶ­ναι γιὰ πολ­λοὺς ἕ­νας μο­να­δι­κὸς δη­μι­ουρ­γός. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του, τὰ ὁ­ποῖ­α με­τα­φρά­στη­καν με­τα­γε­νέ­στε­ρα σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες, χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πρω­τί­στως ὡς φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Κορ­τά­θαρ, ἕ­νας τέ­τοι­ος χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἐλ­λι­πὴς καὶ πε­ρι­ο­ρι­στι­κός. Πα­ρὰ τὶς δι­ά­φο­ρες με­τα­φρα­στι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες, ὡ­στό­σο, καὶ κυ­ρί­ως τὸ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τα­λέν­το του ἢ τὸ ἄ­κρως πρω­τό­τυ­πο καὶ προ­σω­πι­κὸ συγ­γρα­φι­κό του σύμ­παν (ὁ Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι, ὁ Γκαρ­θί­α Μάρ­κες ἢ ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο εἶ­ναι με­τα­ξὺ ἄλ­λων θαυ­μα­στές του, ἐ­νῶ στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ὀ­φεί­λε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του στὴν Ἱ­σπα­νί­α), τὸ ἔρ­γο τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ εὐ­ρέ­ως γνω­στὸ καὶ πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των, ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος σκο­πευ­τὴς ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Δημήτρης Βαρβαρήγος: Ἡ άπόλυτη ἔκσταση


Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς 


Ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση


ΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ τῶν ἀ­έ­ρη­δων χα­ζεύ­ει τὶς θεῖ­ες ψυ­χὲς τῶν ἀ­θα­νά­των. Πρώ­τη συγ­κί­νη­ση ποὺ δέ­χε­ται εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Δεύ­τε­ρη, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἔκ­στα­ση, ἡ με­τά­βα­σή της στὸ ἀρ­χαῖ­ο πα­ρελ­θόν. Τρί­τη, ἡ ἕ­νω­ση καὶ ἡ ἀ­φο­μοί­ω­σή της στὸ σή­με­ρα μὲ τὴν καρ­διὰ τοῦ χθές. Καὶ νὰ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ νὰ νι­ώ­σει τὶς αἰ­σθή­σεις σὰν Ἀ­ρε­τές.

        Εἶ­χε δι­α­βά­σει τὴν Ἀν­τι­γό­νη στὸ σχο­λεῖ­ο, εἶ­χε δώ­σει ἐ­ξε­τά­σεις γι’ αὐ­τήν, τὴν εἶ­χε δι­α­λέ­ξει, τὴν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει σὰν ἀ­δελ­φή της, ὅ­πως ἡ Ἰ­σμή­νη. Ἀ­πὸ τό­τε εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὸ ρό­λο της, τὸ ρό­λο ποὺ θὰ ἔ­παι­ζε ἡ Ἀν­τι­γό­νη μέ­σα της. Τώ­ρα ἐ­δῶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε ἐν­τε­λῶς, ἦ­ταν πλέ­ον ἡ Ἀν­τι­γό­νη, για­τί αἰ­σθάν­θη­κε ξαφ­νι­κὰ νὰ πλημ­μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη. Ξε­χεί­λι­σε σὰν πη­γὴ δο­ξα­σμέ­νη τῆς Περ­σε­φό­νης νὰ πο­τί­σει τὰ καρ­πε­ρὰ λι­βά­δια. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ τὸν Κρέ­ον­τα τὸν μι­ση­τὸ πε­θε­ρό της. Ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­κό­μη καὶ τὸ θά­να­το, για­τί κα­νεὶς δὲν θὰ βρι­σκό­ταν νὰ τῆς πεῖ πὼς ἔ­κα­νε πο­τὲ ἀ­νο­μί­α, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἀ­πὸ ἀ­γά­πη ἤ­σαν κα­μω­μέ­να. Σὰν τὰ βλέ­φα­ρά της τρε­μό­παι­ξαν στὸ φῶς χα­μο­γέ­λα­σε μὲ τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πε ξύ­πνια, μὰ μί­α ἁ­πα­λὴ σκιὰ ἀν­θρώ­πι­νη τὴν χά­ι­δε­ψε καὶ σὰν μέ­σα ἀ­π’ τὴ σάρ­κα της νὰ χού­για­ξε στὸ αἷ­μα. Ἕ­να ἀ­πά­νε­μο φτε­ρού­γι­σμα ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­λάρ­γα στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­φή­νον­τάς της μί­α γλύ­κα τό­ση ποὺ ἀν­τά­μω­νε τὸν ἔ­ρω­τα. Τῆς ἔπι­α­σε ἁ­πα­λά τὸ χέ­ρι ὡς ἄλ­λος Ἰ­ά­σο­νας καὶ τὴν τα­ξί­δε­ψε στῆς καρ­διᾶς του τὴ γῆ. Καὶ τῆς ἄ­ρε­σε καὶ τοῦ ἀ­φέ­θη­κε μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς ἀ­τό­φια, νὰ τὴν ρου­φή­ξει, ὅ­πως οἱ μέ­λισ­σες τὴ γύ­ρη. Καὶ σὰν νύμ­φη γλυ­κό­λα­λη φώ­να­ξε στὴν ἕ­νω­ση γιὰ τὴν καρ­διὰ τῶν ἀν­θρώ­πων, γιὰ τὰ βά­θη τῆς γῆς τοῦ Πλού­τω­να, γιὰ τὰ θη­ρί­α τῆς ἀ­βύσ­σου καὶ γλύ­κα­νε ἡ καρ­διὰ ἀ­π’ τὸ θεῖ­ο βύ­θι­σμα κι ἔ­μοια­ζε εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μέ­σα στὰ ἄν­θι­να πέ­πλα νὰ χύ­νον­ται στὰ κομ­ψὰ στή­θη της. Κι ἀ­να­στέ­να­ξε. Κι ἀ­να­φώ­νη­σε ὡς ἄλ­λη ἱ­έ­ρεια, ὡς ἄλ­λη Περ­σε­φό­νη, ὡς ἄλ­λη Ἀν­τι­γό­νη.

        «Ἑλ­λά­δα μου, πό­σο εἶ­σαι ὄ­μορ­φη!».

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δη­μή­τρης Βαρ­βα­ρή­γο­ς (Ἀ­θή­να, 1951) Σπούδασε ἠλεκτρονικά, σεναριογραφία, θέατρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ «awarded by the writing school». Γρά­φει σή­ριαλ γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, θέ­α­τρο καὶ λο­γο­τε­χνί­α. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει συ­νο­λι­κὰ 18 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἐ­νη­λί­κων, 7 παι­δι­κὰ βι­βλί­α καὶ ὀ­κτὼ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς ἐκ­παι­δευ­τῆς σὲ ἐρ­γα­στή­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τελευταῖο του βιβλίο Carpe diem (2019, Λυκόφως).


http://www.dvarvarigos.gr   http://dimitrisbarbarigos.blogspot.gr/


Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Τὰ ποι­ή­μα­τα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Τὰ ποι­ή­μα­τα

(Die Gedichte)


Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ πο­τὲ δὲν ἔ­γρα­ψα κα­νέ­να ποί­η­μα. Ἡ ἄν­θι­ση, ἡ δια­ύγεια ἤ­τα­νε πο­λὺ αἰ­σθη­σια­κὴ γιὰ μέ­να. Ἤ­μου­να λυ­πη­μέ­νος τὸ κα­λο­καί­ρι. Μὲ τὸ φθι­νό­πω­ρο κα­τέ­βαι­νε μιὰ με­λω­δί­α στὸν κό­σμο. Ἤ­μουν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κα­τα­χνιά, τὴ σκο­τει­νιὰ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε κι­ό­λας ἀ­πὸ νω­ρίς, τὴν πα­γω­νιά. Τὸ χι­ό­νι τό ’­βρι­σκα θε­ϊ­κό, μὰ ἴ­σως ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φες καὶ θε­ϊ­κὲς μοῦ φαι­νόν­του­σαν οἱ σκο­τει­νές, ἄ­γρι­ες, θερ­μὲς κα­ται­γί­δες τῆς πρώ­ι­μης ἄ­νοι­ξης. Μὲς στὸν πα­γε­ρὸ χει­μώ­να λαμ­πυ­ρί­ζα­νε κι ἀ­χνί­ζα­νε μα­γι­κὰ τὰ βρά­δια. Οἱ ἦ­χοι μὲ γο­ή­τευ­αν, τὰ χρώ­μα­τα μοῦ μι­λοῦ­σαν. Δὲ χρει­ά­ζε­ται κὰν νὰ τὸ πῶ, πὼς ζοῦ­σα σ’ ἀ­τέ­λει­ω­τη μο­να­ξιά. Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἡ νύ­φη ποὺ λά­τρευ­α, ὁ σύν­τρο­φος ποὺ προ­τι­μοῦ­σα, ἡ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, ἡ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­να, ἡ πα­ρέ­α ποὺ μέ­σα της ζοῦ­σα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γιὰ μέ­να­νε τί­πο­τα πιὸ φυ­σι­κό, πιὸ φι­λι­κό. Ἤ­μουν ὑ­παλ­λη­λά­κος, πο­λὺ συ­χνὰ δί­χως τὴν ἁρ­μό­ζου­σα θέ­ση. Κι αὐ­τὸ ἅρ­μο­ζε σὲ μέ­να. Ὤ, πό­ση τρυ­φε­ρὰ ὀ­νει­ρι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ­δο­νι­κὴ ἀ­πελ­πι­σί­α, οὐ­ρά­νια ἀ­θυ­μί­α, ἀ­γα­πη­μέ­νη θλί­ψη, γλυ­κιὰ σκλη­ρό­τη­τα. Ἀ­γα­ποῦ­σα τὰ προ­ά­στια μὲ τὶς μο­να­χι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῶν ἐρ­γα­τῶν. Τὰ χι­ο­νι­σμέ­να λι­βά­δια μοῦ μι­λού­σα­νε μ’ οἰ­κει­ό­τη­τα, τὸ φεγ­γά­ρι μοῦ φαι­νό­τα­νε σὰ νὰ χα­μη­λώ­νει γιὰ νὰ κλά­ψει ἀ­πά­νω στὸ χι­ό­νι, τὸ λευ­κὸ σὰν τὸ φάν­τα­σμα· τ’ ἀ­στέ­ρια! Τό­σο λαμ­πρά! Ἤ­μου­να τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ φτω­χός, τό­σο βα­σι­λι­κὰ λεύ­τε­ρος. Στε­κό­μουν μὲς στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα, πρὸς τὸ ξη­μέ­ρω­μα, πλά­ι στ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο· μὲ τὴν πα­γε­ρὴ πνο­ὴ νὰ φυ­σά­ει στὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὸ στῆ­θος, κα­λυμ­μέ­νο μο­νά­χα μὲ τὴ νυ­χτι­κιά. Καὶ τό­τε μοῦ ’ρ­χό­ταν μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­πτα­σί­α, πὼς ὁ­λό­γυ­ρά μου φώ­τι­ζε. Πο­λὺ συ­χνά, μέ­σα στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κά­μα­ρα ποὺ κα­τοι­κοῦ­σα, ἔ­πε­φτα στὰ γό­να­τα κι ἱ­κέ­τευ­α τὸ Θε­ὸ γιὰ ἕ­ναν ὄ­μορ­φο στί­χο. Ὕ­στε­ρα, ἄ­νοι­γα τὴν πόρ­τα, ἔ­βγαι­να ἔ­ξω καὶ χα­νό­μου­να μὲς στὴ Φύ­ση.

(1912)


Πη­γή: «Τὰ ποι­ή­μα­τα» («Die Ge­di­chte»), Klei­ne Dich­tun­gen von Ro­bert Wal­ser, Kurt Wolff Verlag, Leipzig, 1914, S. 65.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.