Ἄν­τρος Λυ­ρί­τσας: Κατάθλιψη



Ἄν­τρος Λυ­ρί­τσας


Κα­τά­θλι­ψη


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΚΥΛΙ ποὺ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα σὰν τυ­φλὸ καὶ μοῦ ‘­δει­χνε τὰ δόν­τια του ὅ­ταν κον­το­στε­κό­μουν νὰ τοῦ ρί­ξω μιὰ κλω­τσιά, τὸ ἡ­μέ­ρε­ψα, τοῦ πέ­ρα­σα λου­ρὶ καὶ τώ­ρα τὸ ἀ­κο­λου­θῶ ἐ­γὼ σὰν τυ­φλός, κα­θὼς ὀ­σμί­ζε­ται τὶς κα­ται­γί­δες καὶ μοῦ ἀ­νοί­γει τὸν δρό­μο. Στὸν πε­ρί­πα­το, τρί­βε­ται πά­νω στὶς γάμ­πες τῶν γυ­ναι­κὼν ἢ τοὺς γλύ­φει τὸ πρό­σω­πο καὶ κεῖ­νες μὲ κοι­τά­ζουν βα­θιὰ μέ­σα στὰ μά­τια καὶ μὲ ρω­τᾶ­νε πὼς τὸ λέ­νε, μὰ τὸ βά­ζουν στὰ πό­δια ὅ­ταν τοὺς λέ­ω: «Πλού­τω­να». Τὰ παι­δά­κια συ­χνά τοῦ χα­ϊ­δεύ­ουν τὴ μου­σού­δα μὰ κεῖ­νο τὰ κοι­τά­ζει πε­ρί­λυ­πο. Ἀ­λυ­κτᾶ­ κά­θε ποὺ δὲν ἔ­χει φεγ­γά­ρι καὶ τὸ κλά­μα του μοιά­ζει μὲ νύ­κτα ποὺ ἔ­χα­σε τὰ ἀ­στέ­ρια της. Ξέ­ρει πὼς σύν­το­μα θὰ πε­θά­νω καὶ μὲ πα­ρη­γο­ρεῖ κου­νών­τας τὴν οὐ­ρά του. «Δὲν βα­ρι­έ­σαι», μοῦ κά­νει, «ἕ­να ψέ­μα εἶ­ναι ἡ ζω­ή,  αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μό­νη ἀ­λή­θεια». Κι ἐ­γὼ ποὺ βα­ρι­έ­μαι τὶς ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες του τὸ δαγ­κώ­νω βα­θιά, κι αὐ­τό, νι­ώ­θον­τας τὴ θλί­ψη μου, κά­νει πή­δους ὡς τὸ τα­βά­νι καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ. Σὰν εἴ­μα­στε κι οἱ δυ­ὸ στὰ κέ­φια, τοῦ ρί­χνω τὴ σε­λή­νη δε­μέ­νη μὲ  κορ­δέ­λα κι αὐ­τὸ τὴ φέρ­νει καὶ τὴν ἀ­πο­θέ­τει στὰ πό­δια μου μπρο­στά. Ὅ­ταν κου­ρα­στοῦ­με ἀ­π’ τὸ παι­γνί­δι ἔρ­χε­ται καὶ ξα­πλώ­νει στὸ στέρ­νο μου γιὰ νὰ μὲ προ­φυ­λά­ξει ἀ­πὸ τὰ ὄ­νει­ρα. Ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ τοὺς δυ­ό μας κρυ­φὰ πα­ρα­κα­λεῖ νὰ πε­θά­νου­με μα­ζὶ για­τὶ κα­νέ­νας ἂπ΄τοὺς δυ­ό μας δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀν­τέ­ξει τὸν χα­μὸ τοῦ ἄλ­λου. Μὰ κα­τὰ βά­θος γνω­ρί­ζου­με πὼς θὰ πε­θά­νου­με τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐ­γὼ μὲ ἕ­να γρύλ­λι­σμα ἀ­πὸ βε­λοῦ­δο στὰ χεί­λη κι ἐ­κεῖ­νο μὲ ἕ­να τρα­γού­δι ποὺ θὰ μι­λᾶ γιὰ πα­ρα­δεί­σια που­λιὰ ποὺ τό­ ‘σκα­σαν γιὰ  τὴν κό­λα­ση…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τρος Λυ­ρί­τσας (Κύ­προς, Τεμ­βριά, 1955), Σπού­δα­σε νο­μι­κὰ στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε σὰν δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τὰ ΝΕΑ καὶ στὸ Γρα­φεῖ­ο Τύ­που καὶ Πλη­ρο­φο­ρι­ῶν τῆς  Κυ­πρια­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας. Δι­ε­τέ­λε­σε γιὰ μί­α πεν­τα­ε­τί­α Σύμ­βου­λος Τύ­που στὴν Κυ­πρια­κὴ Πρε­σβεί­α στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν συλ­λο­γὴ μὲ δο­κί­μια Δο­κί­μια καὶ ἀ­δό­κη­τα. Δη­μο­σι­εύ­ει κα­τὰ και­ροὺς ἄρ­θρα στὸν κυ­πρια­κὸ τύ­πο καὶ σὲ πο­λι­τι­στι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


			

Νών­τας Τσίγ­κας: Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α σὲ μπλὲ φόν­το



Νών­τας Τσίγ­κας


Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α σὲ μπλὲ φόν­το


στὸν ἐκ Νε­βέ­σκης Λυγ­κη­στί­δος Κω­στά­κη Λού­στα τὸν ΙΙΙ
Θε­ο­δώ­ρου τοῦ ΙΙ, τῆς Πε­λα­γο­νί­ας
καὶ τῆς Ἄ­νω Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας Ἔ­ξαρ­χον

ΙΣΩ αὐ­τὸ τὸ μπλέ. Βρί­σκε­ται παν­τοῦ ἁ­πλω­μέ­νο σὰν ἐ­κτό­πλα­σμα κι ἔ­χει κα­λύ­ψει τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πρω­τομ­πῆ­κα δῶ μέ­σα. Ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ μπλὲ χον­τρὸ χαρ­τὶ μὲ κά­πως γυ­α­λι­σμέ­νη τὴ μιά του ἐ­πι­φά­νεια. Κα­λύ­πτει φυ­ρὰ πα­ρα­θύ­ρια σὰν σκιά­διο. Κά­πο­τε ἀν­τι­κα­θι­στᾶ ἀ­κό­μα καὶ τζά­μια ποὺ λεί­πουν. Στὴν ἕ­δρα τῆς δα­σκά­λας κά­τω ἀ­πὸ τὸ γυ­ά­λι­νο ἀν­θο­δο­χεῖ­ο, μὲ τὰ χρυ­σάν­θε­μα τὸ Φθι­νό­πω­ρο ἢ τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα καὶ τὶς μαρ­γα­ρί­τες τὴν Ἄ­νοι­ξη, στέ­κει τσι­τω­μέ­νο ὁ­λο­καί­νουρ­γιο ἀ­τσα­λά­κω­το ἀ­θάμ­πω­το. Κα­θη­λω­μέ­νο μὲ ἀ­ό­ρα­τες πι­νέ­ζες στὶς γω­νί­ες παίρ­νει τὴ μορ­φὴ τοῦ ξύ­λι­νου τρα­πε­ζιοῦ ποὺ κα­λύ­πτει. Στὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α σὰν τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το καὶ ἐ­πί­ση­μο κα­πλάν­τι­σμα.

       Νό­μος τῆς ὁ­μοι­ο­μορ­φί­ας. Βά­φει μὲ μπλὲ ρου­ὰ καὶ τὶς πο­δι­ὲς τῶν κο­ρι­τσι­ῶν. Ἕ­να λευ­κὸ κο­λά­ρο μὲ πρι­ο­νω­τὴ πε­ρι­φέ­ρεια τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ κι ἀ­πο­δε­σμεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ἀ­πὸ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα. Τὸ κά­νει νὰ κεί­τε­ται πα­ρα­δο­μέ­νο σὲ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λο τά­σι. Καὶ τὰ πρῶ­τα χάρ­τι­να δη­μι­ουρ­γή­μα­τα στὴ χαρ­το­κο­πτι­κὴ ἦ­σαν μπλὲ κου­νε­λά­κια ποὺ κου­νοῦ­σαν τ’ αὐ­τιά τους καὶ μπλὲ ἐ­πί­σης οἱ ἀ­τα­ξί­δευ­τες βαρ­κοῦ­λες. Τί γύ­ρευ­αν αὐ­τὲς οἱ ἔρ­μες στὰ ὀ­κτα­κό­σια μέ­τρα ὑ­ψό­με­τρο; Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δυ­σώ­πη­το μπλέ, ποὺ κά­πο­τε ἀγ­γί­ζει τὸ βα­θὺ κυα­νὸ τῆς με­λά­νης, σκοῦ­ρο καὶ ἔν­το­νο στὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ ποὺ λὲς καὶ ὑ­πάρ­χει γιὰ νὰ ἐ­πι­βάλ­λε­ται σ’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα χρώ­μα­τα. Σο­βα­ρό, ἐ­πί­ση­μο καὶ αὐ­στη­ρό, ἐ­πι­θε­τι­κὸ καὶ ἱ­κα­νὸ νὰ δι­α­βρώ­σει τὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ καὶ νὰ μο­λύ­νει τοὺς νευ­ρῶ­νες. Στὸ ἴ­διο σχε­δὸν χρῶ­μα ρὰφ κι οἱ φθαρ­μέ­νες στο­λὲς τῶν ἀν­δρῶν τῶν ΤΕΑ ποὺ ἡ για­γιά μου ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ ΜΑΥδες. Καὶ τὰ φαρ­διὰ ροῦ­χα τοῦ εὔ­σω­μου κλη­τή­ρα τῆς Κοι­νό­τη­τας. Κε­πέγ­κια καὶ πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα στὰ μα­γα­ζιὰ τῆς πλα­τεί­ας ἀ­κο­λου­θοῦν στὸ ἴ­διο βι­ο­λί: σι­έλ, γα­λά­ζιο, μπλὲ σκοῦ­ρο. Ποι­όν Θε­ὸ ἄ­ρα­γε προ­σπα­θεῖ νὰ μᾶς κρύ­ψει αὐ­τὸ τὸ ἁ­πλό­χε­ρα χυ­μέ­νο χρῶ­μα; Πε­θα­μέ­νο χρῶ­μα καὶ μιὰ χάρ­τι­νη πα­τρί­δα…

       Στε­ρε­ώ­νω μὲ ρευ­στὴ κόλ­λα, πά­νω σε χάρ­τι­νο μπλὲ φόν­το, κομ­μά­τια σὲ σχῆ­μα ἀ­στε­ρι­ῶν ἀ­πὸ τὸ ἀ­ση­μό­χαρ­το τῶν πα­κέ­των τῶν τσι­γά­ρων. Βρα­διὰ Χρι­στου­γέν­νων χω­ρὶς ξά­στε­ρο οὐ­ρα­νὸ ποὺ γι­ορ­τά­ζει, πῶς νὰ ὑ­πάρ­ξει; Σω­ρὸς πα­κέ­των ἀ­πὸ τσι­γά­ρα ἔ­χουν μα­ζευ­τεῖ: Ἄ­ρω­μα Κε­ρά­νης, Κα­ρέ­λια, Πα­πα­στρά­τος 5, Ἔ­θνος ἐ­ξαι­ρε­τι­κά, Μα­τσάγ­γος, Santé. Ἀ­πὸ σέρ­τι­κα ἄ­φιλ­τρα ὅ­λα. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πό­σπα­ση καὶ συλ­λο­γὴ τῶν χρή­σι­μων στοι­χεί­ων. Τὸ λε­πτὸ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται μὲ μιὰ λε­πτὴ κί­νη­ση ἀ­πὸ τὸ σχε­δὸν δι­α­φα­νὲς χαρ­τὶ ποὺ κα­λύ­πτει τὴ μιά του πλευ­ρά. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν τσι­γά­ρων ἔν­το­νη ἀ­κό­μα. Κι ἂς ἔ­χουν πε­ρά­σει μέ­ρες ποὺ φου­μα­ρί­στη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Συ­νή­θεια ὅ­λων τῶν πι­τσι­ρι­κά­δων τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζουν τὴν λε­πτὴ ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια στὰ χεί­λη καὶ νὰ ἐκ­φω­νοῦν φω­νή­εν­τα ἢ χει­λι­κὰ σύμ­φω­να βββ, πππ καὶ δι­φθόγ­γους ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον «οὔ». Συν­το­νι­σμὸς σὲ μέ­ταλ­λα καὶ ἄ­γου­ρα χεί­λη. Μιὰ δό­νη­ση ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται σὰν ρί­γος σὲ ὅ­λο το πρό­σω­πο. Ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες ἡ­δο­νές. Μὲ πό­σα λί­γα μπο­ροῦ­σε νὰ χα­ρεῖ κα­νείς…

       Σὲ ἀ­δεια­νοὺς με­γά­λους ντε­νε­κέ­δες ἀ­πὸ τυ­ρὶ ἔ­χου­με μπή­ξει, μέ­σα σὲ χῶ­μα βα­ρὺ μο­λύ­βι, κλα­διὰ ἀ­πὸ πο­ώ­δεις κέ­δρους ποὺ οἱ ξυ­λο­κό­ποι φέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ ρου­μά­νι πά­νω στὰ σα­μά­ρια τῶν μου­λα­ρι­ῶν. Ἀν­τι­κρί­ζω τώ­ρα τοὺς κέ­δρους στο­λι­σμέ­νους μὲ πο­λύ­χρω­μες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς χαλ­κο­μα­νί­ες. Στὰ κλα­διά τους κρέ­μον­ται ἀλ­λο­πρό­σαλ­λα ἀγ­γε­λού­δια ποὺ ἔ­χουν τὸ πρό­σω­πο τῆς Θε­ο­δό­τας. Ἐ­κεί­νης ποὺ ἀ­πο­δό­θη­κε νω­ρὶς στὸ Θε­ό. Τῆς μι­κρῆς συμ­μα­θή­τριας ποὺ στὰ ὀ­κτώ της κά­η­κε μὲ κα­μι­νέ­το ποὺ ἔ­σκα­σε στὰ χέ­ρια της κα­θὼς οἱ γο­νεῖς της ἔ­λει­παν ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ ρο­δα­λό της πρό­σω­πο στὸ φέ­ρε­τρο δὲν κι­νοῦ­σε κα­μιὰ ὑ­πο­ψί­α γιὰ τὸν θά­να­το ποὺ τὸ κα­τοι­κοῦ­σε. Κι οἱ ξαν­θές της μποῦ­κλες ἔ­παι­ζαν πά­νω στὸ ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο μὲ κά­θε σεί­σι­μο τῆς λυγ­μι­κῆς πομ­πῆς… Ἕ­νας ὕ­πνος μο­νά­χα. Ἑ­νὸς ἀ­πρό­σε­χτου μι­κροῦ παι­διοῦ. Τὴν ξα­να­συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ μορ­φὴ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα στὰ πό­δια τῆς «Μαν­τό­να Σιξ­τί­να» τοῦ Ρα­φα­ὴλ στὴν Πι­να­κο­θή­κη τῆς Δρέσ­δης. Ἑ­ξήν­τα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα ἄν­θρω­ποι καί­γον­ταν κι ἐ­κεῖ σε ὑ­πό­γεια, στὶς ὄ­χθες καὶ τὰ νε­ρὰ τοῦ Ἔλ­βα, ὅ­πως ἡ Θε­ο­δό­τα. Ἀ­νύ­πο­πτοι, σι­ω­πη­λοί, ἀ­πελ­πι­στι­κὰ μό­νοι κι ἀ­βο­ή­θη­τοι…

       Ἂν λά­βεις ὑ­πό­ψη πὼς τὰ πυ­κνὰ καὶ ἀ­τί­θα­σα κλα­διὰ τοῦ κέ­δρου σ’ ἔ­χουν πρω­τύ­τε­ρα ἀγ­κα­θί­σει ὕ­που­λα καὶ ἀ­λύ­πη­τα, σὲ κά­θε προ­σπά­θεια νὰ τὸν στο­λί­σεις, αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πεις εἶ­ναι χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο γιὰ κλά­μα­τα. Δί­πλα ἡ με­γά­λη σχο­λι­κὴ φάτ­νη κα­λυμ­μέ­νη —μὲ τί ἄλ­λο;— μπλὲ κό­λα καὶ τοῦ­φες ἀ­πὸ βαμ­βά­κι ποὺ ὑ­πο­δύ­ον­ται μὲ ἀ­πελ­πι­στι­κὸ τρό­πο τὸ χι­ό­νι. Μὲ ξύ­λι­νες χει­ρο­λα­βὲς μπρὸς πί­σω σὰν φο­ρεῖ­ο, ἕ­τοι­μη γιὰ με­τα­φο­ρὰ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι στὰ χέ­ρια τῶν παι­διῶν. Φω­τί­ζε­ται μὲ λαμ­πά­κι ποὺ φέγ­γει μὲ μιὰ κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­χνὶ τῶν ζώ­ων μπα­τα­ρί­α Berec. Ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ ἡ κου­στω­δί­α τοῦ σχο­λεί­ου περ­νᾶ μὲ τὴ σει­ρὰ τὶς γει­το­νι­ές:

Χι­ό­νια στὸ καμ­πα­να­ριὸ

ποὺ Χρι­στού­γεν­να ση­μαί­νει

       Στὰ σπί­τια μὲ πρό­σφα­τα πέν­θη σε­βα­σμός, κα­τε­βα­σμέ­νο κε­φά­λι, σιω­πη­λὴ ἀ­πο­χώ­ρη­ση. Τὰ γνω­ρί­ζου­με ἕ­να πρὸς ἕ­να αὐ­τά. Τὰ σπί­τια «τῶν λυ­πη­μέ­νων»… Ἀλ­λὰ ξέ­ρου­με καὶ τὰ σπί­τια ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποί τους δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κοῦ­νε πιὰ μή­τε τὶς φω­νὲς τῶν ἀγ­γέλ­λων οὔ­τε τὶς δι­κές μας, ἀ­φοῦ τὸ στοι­χει­ὸ τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ τῶν ἀ­πο­χω­ρι­σμῶν κά­νει κου­μάν­το μέ­σα τους. Ἡ λύ­πη κι ἐ­κεῖ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα σὰν οἰ­κό­ση­μο. Τὰ ρό­πτρα ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­να, ἀ­κού­νη­τα και­ρό. Ὁ σύρ­της πε­ρα­σμέ­νος μὲ ἀ­σφά­λεια στὴ θέ­ση του. Στὸ σπί­τι τῆς χή­ρας Κούλ­κως βρί­σκου­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι τὸ δι­ά­δη­μα τοῦ Χά­ρου: τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ σα­νι­δέ­νιο φέ­ρε­τρο, ποὺ κα­τα­σκεύ­α­σε ὁ Ντά­φας δε­ξιὸς ψάλ­της τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς καὶ μα­ραγ­κὸς κα­τὰ κύ­ριο ἐ­πάγ­γελ­μα. Τό ’­χει ντύ­σει μὲ μαῦ­ρο πα­νὶ κι ἔ­χει στε­ρε­ώ­σει ἐ­πά­νω τα ἀ­πα­ραί­τη­τα θρη­σκευ­τι­κὰ σύμ­βο­λα μὲ λε­πτὲς λευ­κὲς ται­νί­ες. Ἀ­πὸ και­ρὸ τὰ ση­μά­δια τῆς ἀρ­ρώ­στιας τῆς μο­νά­κρι­βης θυ­γα­τέ­ρας εἶ­χαν ἀ­πελ­πί­σει για­τροὺς καὶ συγ­γε­νεῖς. Καὶ νὰ ποὺ ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα. Δὲν ἔ­χει κλεί­σει τὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε. Πέν­τε ἀ­πὸ μᾶς θὰ χρεια­στεῖ μὲ ἐν­το­λὴ τοῦ δα­σκά­λου νὰ συ­νο­δέ­ψουν τὴν νε­κρὴ μέ­χρι τὴν ἐκ­κλη­σιὰ καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὡς ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα. Ἐ­πί­γεια Σε­ρα­φεὶμ καὶ Χε­ρου­βεὶμ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να μπρο­στὰ στὸ θρῆ­νο τῆς μά­νας. Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων καὶ μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη τὸ νυ­φι­κό της κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα ἐ­κεί­νου ποὺ τὰ βλέ­πει ὅ­λα κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νὸ τροῦ­λο. Εἶ­ναι βα­θὺ σού­ρου­πο ὅ­ταν ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…

       Ξα­νὰ στὸ σχο­λεῖ­ο. Νύ­χτα. Ἡ πα­ρω­δί­α χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κου δέν­τρου, ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν της σκη­νῆς, μέ­σα σὲ βά­σεις τυ­λιγ­μέ­νες μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο μπλέ. Ἡ σχο­λι­κὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ ἀρ­χι­νᾶ. Τὸ πο­δο­βο­λη­τὸ τῶν νη­πί­ων πί­σω ἀ­πὸ τὴ σκη­νή. Ἡ μα­δη­μέ­νη φάτ­νη. Τὰ πα­ρά­φω­να τρα­γού­δια ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κὲς φω­νές. Δὲν ἀρ­γεῖ τὸ γέ­λιο ν’ ἀν­θί­σει στὰ πρό­σω­πα καὶ σὰν με­τα­δο­τι­κὸ ἐ­ξάν­θη­μα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μιὰ ἔ­ξα­ψη πά­νω τους. Τὰ ἀ­να­πό­φευ­κτα λά­θη, οἱ στρα­βο­τι­μο­νι­ὲς τῆς θε­α­τρι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, οἱ ξε­χα­σμέ­νοι στί­χοι τῶν ποι­η­μά­των ποὺ ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πα­ρα­λεί­πον­ται, ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α γιὰ τὶς δε­κα­πέν­τε μέ­ρες σχό­λης ποὺ ἔρ­χον­ται. Ἡ χαρ­μο­λύ­πη. Τὸ χον­τρὸ ἀ­στεῖ­ο της ψεύ­τρας ζω­ῆς. Καὶ μιὰ ξύ­λι­νη σόμ­πα στὸ μέ­σον της αἴ­θου­σας ὅ­που πά­νω της ἔ­χουν ξε­χα­στεῖ λί­γες φλοῦ­δες πορ­το­κά­λι. Τὸ χι­ό­νι ποὺ πέ­φτει ψι­θυ­ρι­στὰ ἔ­ξω καὶ σκε­πά­ζει τώ­ρα ἐ­κεί­νην μὲ τὸ νυ­φι­κὸ στὰ φρε­σκο­σκαμ­μέ­να χώ­μα­τα.

       Ὅ­ταν ὁ δά­σκα­λος μοι­ρά­ζει μέ­σα σὲ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα τὰ φτω­χι­κὰ δῶ­ρα ποὺ κλη­ρώ­νον­ται κι ὕ­στε­ρα τὴ συγ­κεν­τρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ συγ­κο­μι­δὴ ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα: πορ­το­κά­λια, μαν­τα­ρί­νια, κα­ρύ­δια, μύ­γδα­λα, φι­στί­κια, ξε­ρὰ σύ­κα, μῆ­λα, κά­στα­να ὡς καὶ χα­ρού­πια, κά­τι ἀ­νά­με­σά σε «Δεῦ­τε τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­σπα­σμὸν» ἢ «Δι­ε­μοι­ρά­σαν­το…» καὶ «Κα­λὴν ἑ­σπέ­ραν ἄρ­χον­τες…» σὰ νὰ μοῦ σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει ἡ σκλη­ρὴ ἐ­δῶ πά­νω βι­ω­τὴ μὲ κεῖ­νο τὸ μπλέ της, ποὺ μέ­σα του πέ­φτουν καὶ σκο­τώ­νον­ται ὅ­λα τα χρώ­μα­τα, θυ­μί­ζον­τάς μου τὸ «Δυ­ὸ πόρ­τες ἔ­χει ἡ ζω­ὴ» κι ὅ­που βέ­βαι­ά τα παι­διὰ μπαι­νο­βγαί­νουν «μὲ ἐ­λευ­θέ­ρας».



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ δι­η­γη­μά­των Ἐ­πο­χι­α­κὸς Δι­α­νο­μέ­ας (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2013).

Νών­τας Τσίγ­κας (Ἀ­θή­να (1959). Ἔ­ζη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­φη­βεί­α του στὸ Βο­γα­τσι­κὸ Κα­στο­ριᾶς. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴ Νευ­ρο­λο­γί­α. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς τῶν ἀ­δη­μο­σί­ευ­των ἡ­με­ρο­λο­γί­ων τοῦ Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη. Τὸ 2021 ἐκ­δό­θη­καν σὲ δι­κή του Εἰ­σα­γω­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια-σχό­λια-ἐ­πί­με­τρο Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη, Τὰ «κρυμ­μέ­να» ἡ­με­ρο­λό­για, Ὀ­κτώ­βριος 1912-Αὔ­γου­στος 1913 (Πα­τά­κης). Βι­βλί­α του ποὺ ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ: Οὑ ἀ­πά­ν’ κι οὑ κά­τ’ οὑ κό­σμους (2009)· Μαῦ­ρο χι­ό­νι, «Δι­ά­πυ­ροΝ» (2010)· Ἐ­πο­χια­κὸς δι­α­νο­μέ­ας (Δι­η­γη­μα­τα, «Πα­νο­πτι­κόν», 2013)· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας Ι – δυ­ὸ δι­η­γή­μα­τα· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας ΙΙ, Ἡ κοι­μω­μέ­νη (2019). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.


Μα­νου­ὲλ Ρό­χας (Manuel Rojas): Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων στὸ Σαν­τιά­γκο



Μα­νου­ὲλ Ρό­χας (Manuel Rojas)


Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων στὸ Σαν­τιά­γκο

(Nochebuena en Santiago)


Ο ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ εἶναι Αὔ­γου­στος, ἂν καὶ οἱ συγ­γε­νεῖς μου καὶ οἱ φί­λοι μου μὲ φω­νά­ζουν Τί­το, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ ποὺ δὲν ξέ­ρω ἂν ὀ­φεί­λε­ται στὴν ἀ­δυ­να­μί­α ποὺ μοῦ ἔ­χουν ἢ στὴν ἰ­δέ­α τους γιὰ τὸ κον­τό μου ἀ­νά­στη­μα (λέ­ω κον­τὸ καὶ ὄ­χι χα­μη­λὸ για­τὶ τὸ θε­ω­ρῶ πιὸ ἀ­κρι­βές· τὸ δεύ­τε­ρο ἐ­πί­θε­το ἀ­πευ­θύ­νε­ται σὲ αὐ­τοὺς ποὺ δὲν κα­τά­λα­βαν). Δὲν εἶ­μαι Χι­λια­νὸς ἀλ­λὰ Γου­α­τε­μαλ­τέ­κος. Ἦρ­θα ἐ­δῶ λί­γο ἀ­φό­του ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴ Βο­λι­βί­α, χώ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ὑ­πη­ρε­τοῦ­σα, σχε­δὸν μὲ με­γά­λη μου λύ­πη, σὲ μιὰ θέ­ση γραμ­μα­τέ­α τῆς πρε­σβεί­ας τῆς Γου­α­τε­μά­λας. Λέ­ω «σχε­δὸν μὲ με­γά­λη μου λύ­πη» για­τὶ δὲν πι­στεύ­ω στὶς πρε­σβεῖ­ες οὔ­τε στοὺς γραμ­μα­τεῖς καὶ ἂν δέ­χτη­κα τὴ θέ­ση ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ὁ πρό­ε­δρος ἦ­ταν φί­λος μου καὶ ὑ­πο­σχό­ταν νὰ δου­λέ­ψει πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ τὸ κα­λό του λα­οῦ. Ἀλ­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος, ἀ­πε­ρί­σκε­πτος, βάλ­θη­κε νὰ μι­λά­ει γιὰ ἀ­γρο­τι­κὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση καὶ ἐ­θνι­κο­ποί­η­ση καὶ οἱ μέ­το­χοι τῶν ἐ­ται­ρι­ῶν φρού­των καὶ ἄλ­λου τύ­που, μέ­το­χοι ποὺ δὲν ζοῦν στὴ Γου­α­τε­μά­λα ἀλ­λὰ ἀλ­λοῦ, κα­τσού­φια­σαν, ἂν καὶ θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νὰ ποῦ­με, ἔ­τρι­ξαν τὰ δόν­τια. Πα­ρε­νέ­βη ἕ­νας πρέ­σβης, ἦρ­θε σὲ συ­νεν­νό­η­ση μὲ με­ρι­κοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς —λέ­ω με­ρι­κοὺς για­τί ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ λί­γοι εἶ­ναι ἀρ­κε­τοί— καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν αὐ­το­νό­η­το· στὴ Λί­μα τοῦ Πε­ροῦ, κοι­τά­ζον­τας δυ­τι­κά, εἶ­πα: «Με­ξι­κὸ ἢ Χι­λή»· κέρ­δι­σε ἡ Χι­λὴ καὶ νά ‘μαι.

       Νά ‘μαι, μὲ τὸ κορ­μὶ λί­γο χά­λια, ὅ­πως λέ­νε οἱ Χι­λια­νοί. Εἶ­ναι μιὰ κα­τά­στα­ση ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται τὸ ξη­μέ­ρω­μα ἢ στὸ ξύ­πνη­μα. Ἡ ἔκ­φρα­ση εἶ­ναι ἀ­κρι­βὴς καὶ σχε­δόν μοῦ­ ἀ­ρέ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ «κροῦ­δο»(1), ὅ­πως λέ­νε οἱ Με­ξι­κά­νοι ἢ «χαν­γκό­βερ» ὅ­πως τὸ λέ­νε ἄλ­λοι: πο­νο­κέ­φα­λος, στό­μα ξε­ρό, μαγ­κω­μέ­νη σπον­δυ­λι­κὴ στή­λη, μεί­ω­ση ἐν­θου­σια­σμοῦ γιὰ ζω­ή, τά­ση γιὰ ἀ­κι­νη­σί­α ἢ ὁ­ρι­ζον­τί­ω­ση, δυ­σφο­ρί­α στοὺς θο­ρύ­βους καὶ στὶς φω­νές, αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ πιὸ κοι­νὰ συμ­πτώ­μα­τα. Κα­τα­πο­λε­μεῖ­ται μὲ τὰ ἴ­δια ὅ­πλα ποὺ τὴν προ­κα­λοῦν, πράγ­μα ποὺ λέ­γε­ται «ἀ­να­συ­στή­νω τὸ σῶ­μα», similia similibus curantar, ἢ μὲ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α, νε­ρό, χρό­νο καὶ ἀ­σπι­ρί­νες. Θὰ ὄ­φει­λα νὰ πῶ ὅ­τι συμ­βαί­νει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὶς μέ­ρες 2 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, 19 καὶ 20 Σε­πτεμ­βρί­ου, 25 Δε­κεμ­βρί­ου, ἐ­πί­σης τὶς μέ­ρες ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν κά­ποι­ες γι­ορ­τές, κι­νη­τὲς ἢ μή: Σὰν Λου­ίς, Σὰν Μα­νου­έλ, Σὰν Φραν­θί­σκο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ ἢ καὶ πα­ρα­πά­νω ἄλ­λους ἁ­γίους λι­γό­τε­ρο γνω­στοὺς καὶ δὲν θὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὸ νὰ πῶ ὅ­τι ὅ­λες οἱ μέ­ρες, σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα, ξη­με­ρώ­νουν μὲ τὸν ὀρ­γα­νι­σμὸ χά­λια ἑ­κα­τον­τά­δες ἄ­το­μα ποὺ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα γι­όρ­τα­ζαν τὸν ἑ­αυ­τό τους, γι­όρ­τα­ζαν ἄλ­λους ἢ ἁ­πλὰ με­θοῦ­σαν ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν ἢ δὲν ἤ­ξε­ραν νὰ κά­νουν κά­τι ἄλ­λο. Πράγ­μα πού, ὅ­πως νο­μί­ζω, συμ­βαί­νει σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο γι’ α­υτὸ καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ θο­ρυ­βη­θοῦ­με ἐ­πει­δὴ συμ­βαί­νει στὴ Χι­λή.

       Σή­με­ρα, ἀ­κρι­βῶς, εἶ­ναι 25 Δε­κεμ­βρί­ου, μέ­ρα ζέ­στης καὶ ὀρ­γα­νι­σμοῦ χά­λια. Νὰ εἶ­σαι χά­λια μιὰ μέ­ρα μὲ κρύ­ο, τὸν Ἰ­ού­λιο ἢ τὸν Αὔ­γου­στο, εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στο, ἀλ­λὰ νὰ τὸν ἔ­χεις μιὰ μέ­ρα μὲ ζέ­στη εἶ­ναι πο­λὺ χει­ρό­τε­ρο. Λέ­νε πολ­λὰ γιὰ τὴν Πα­ρα­μο­νὴ τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀλ­λὰ δὲ λέ­νε ὅ­τι μιὰ τέ­τοι­α νύ­χτα δὲν εἶ­ναι αἰ­ώ­νια, ὅ­τι φτά­νει μιὰ στιγ­μὴ ποὺ ἡ νύ­χτα καὶ ἡ γι­ορ­τὴ τε­λει­ώ­νουν καὶ ἔρ­χε­ται ἡ και­νούρ­για μέ­ρα μὲ τὸ τρο­με­ρό της φῶς. Τὸ χει­ρό­τε­ρο εἶ­ναι ὅ­τι χτὲς ἤ­μουν κρα­τού­με­νος στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα. Κρα­τού­με­νος ὡς με­θυ­σμέ­νος καὶ ὡς κλέ­φτης πα­που­τσι­ῶν.

       Τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου εἶ­ναι ἔν­τι­μο, καὶ ἂς ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει γραμ­μα­τέ­ας τῆς πρε­σβεί­ας. Ἤ­δη ἔ­χω πεῖ ποι­οί ἦ­ταν οἱ λό­γοι ποὺ μὲ ὤ­θη­σαν νὰ δε­χτῶ αὐ­τὸ τὸ πό­στο. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση ὅ­μως, στὴν κα­τη­γο­ρί­α γιὰ κλο­πή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ μὲ πό­νε­σε πο­λύ, ποὺ μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα καί, ὅ­σο καὶ νὰ ὑ­πῆρ­ξαν γραμ­μα­τεῖς ποὺ κα­τη­γο­ρή­θη­καν γιὰ λα­θρεμ­πό­ριο χρυ­σοῦ ἢ ξέ­νου συ­ναλ­λάγ­μα­τος, γιὰ κλο­πὴ σὲ οὐ­ί­σκι ἢ γιὰ κα­τα­σκο­πεί­α, κα­νείς, ἀ­π’ ὅ­τι ξέ­ρω, δὲν ἔ­χει κα­τη­γο­ρη­θεῖ ὅ­τι ἔ­κλε­ψε «ἕ­να» με­τα­χει­ρι­σμέ­νο πα­πού­τσι.

       Ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν ὁ­δὸ Σὰν Φραν­θί­σκο εἶ­δα τὸ με­θυ­σμέ­νο, καί, δὲν ξέ­ρω για­τί, συγ­κι­νή­θη­κα, ἂν καὶ μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς συγ­κί­νη­σης ὀ­φει­λό­ταν στὸ πόν­τσε ἐν λέ­τσε (2), στὸ κρα­σὶ καὶ σὲ ἄλ­λα πο­τὰ ποὺ κα­τα­νά­λω­σα κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας. Ἦ­ταν πιὸ πι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ μέ­να καὶ βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σα σε δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς ἀν­τι­στε­κό­με­νος στὴ σύλ­λη­ψή του, ὄ­χι ἀν­τι­στε­κό­με­νος βί­αι­α ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να εἶ­δος σι­ω­πη­ρῆς καὶ με­τρη­μέ­νης ἀν­τί­δρα­σης. Στα­μά­τη­σα.

       — Καὶ για­τί …μὲ θὰ μὲ φυ­λα­κί­σε­τε; – εἶ­πε. Δὲν ἔ­χου­με σή­με­ρα Πά­σχα;

       Ὁ ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς τό­νος τῆς φω­νῆς του ἦ­ταν λί­γο παι­δι­κός.

       — Ἄν­τε, προ­χώ­ρα! – εἶ­πε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς σπρώ­χνον­τάς τον δυ­να­τά.

       Πλη­σί­α­σα.

       — Για­τί τὸν παίρ­νε­τε; – ρώ­τη­σα.

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς μοῦ ἀ­πάν­τη­σε:

       — Εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νος καὶ ἔ­κα­νε με­γά­λη φα­σα­ρί­α.

       — Ὅ­μως —τοῦ εἴ­πα— σή­με­ρα εἶ­ναι Πά­σχα, μέ­ρα γιὰ τὰ κά­λαν­τα, γιὰ τὴν ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σα στὰ ἀν­θρώ­πι­να πλά­σμα­τα, ἡ μέ­ρα ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται ἡ γέν­νη­ση τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου συμ­βό­λου τῆς ἀ­δελ­φο­σύ­νης ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χι­λιά­δες χρό­νια. Πρέ­πει νὰ ἀ­γα­πᾶ­με καὶ νὰ συγ­χω­ροῦ­με.

       Ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κὸς μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ τοῦ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι τὸ τε­τρά­γω­νο τῆς ὑ­πο­τεί­νου­σας ἰ­σοῦ­ται μὲ τὸ ἄ­θροι­σμα τῶν τε­τρα­γώ­νων τῶν κα­θέ­των, μιὰ μα­τιὰ ποὺ μὲ τύ­λι­ξε ὁ­λό­κλη­ρο —πράγ­μα ποὺ δὲν τὸν δυ­σκό­λε­ψε καὶ πο­λύ—, ἐ­ξέ­τα­σε τὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὰ μά­τια μου καὶ ἰ­δί­ως τὸ στό­μα καὶ μοῦ εἶ­πε:

       — Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τοῦ δί­νε­τε, κύ­ρι­ε. Εἶ­στε καὶ ἐ­σεῖς μι­σο­με­θυ­σμέ­νος.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο σπρώ­ξι­μο ἔ­ρι­ξε τὸ με­θυ­σμέ­νο πά­νω στὸν τοῖ­χο, τὸ με­θε­πό­με­νο τὸν πῆ­γε μέ­χρι τὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, ὅ­που πα­ρα­λί­γο νὰ πέ­σει· ἄλ­λο σπρώ­ξι­μο τὸν ἰ­σορ­ρό­πη­σε. Σπρώ­ξι­μο ἀ­πὸ δῶ σπρώ­ξι­μο ἀ­πὸ κεῖ, οἱ δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ ὁ πι­ω­μέ­νος πῆ­ραν τὸ δρό­μο γιὰ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα, ἀλ­λὰ ἤ­μουν καὶ ἐ­γώ, ρη­το­ρεύ­ον­τας καὶ λα­λών­τας, ὅ­πως λέ­γε­ται κα­τὰ τὸ κοι­νῶς λε­γό­με­νο, σχε­τι­κὰ μὲ τὰ Χρι­στού­γεν­να καὶ τὸ νό­η­μά τους. Εἶ­χε φτά­σει ἡ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­μουν στου­πὶ στὸ με­θύ­σι, ἡ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἀλ­κο­ὸλ ποὺ ἤ­πι­ες ἀ­νε­βαί­νει μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη δύ­να­μη πρὸς τὸ κε­φά­λι καὶ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νος μὲ ἀλ­κο­όλ, ἤ­δη κου­ρα­σμέ­νος, χά­νει λί­γο τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ λό­γο μου, ἀ­να­στέ­να­ξα λί­γο καὶ ὁ με­θυ­σμέ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος καὶ αὐ­τὸς ἦ­ταν στου­πί, ἀ­πάν­τη­σε στοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μούς μου, βγά­ζον­τας κά­τι δυ­να­τὲς κραυ­γὲς καὶ πέ­φτον­τας στὸ ἔ­δα­φος· τὸν ἔ­συ­ραν καὶ τό­τε ἔ­χα­σε ἕ­να πα­πού­τσι, ἕ­να χρω­μα­τι­στὸ πα­πού­τσι ποὺ μά­ζε­ψα μὲ κίν­δυ­νο νὰ καρ­φω­θῶ κά­τω σκύ­βον­τας. Τὰ τε­τρά­γω­να ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν με­τὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μα στὸ σκο­τά­δι· πα­πού­τσι στὸ χέ­ρι, μι­λών­τας καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ κα­μιὰ μι­κρὴ κραυ­γή, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι μι­σῶ τὶς δυ­να­τὲς κραυ­γές, πα­ρα­τη­ρών­τας ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση κά­ποι­ων μέ­τρων τὸν κα­κο­ποι­η­μέ­νο καὶ τοὺς δι­ῶ­κτες, ἀ­κο­λού­θη­σα γιὰ Σὰν Φραν­θί­σκο.

       Ἐ­πι­τέ­λους, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να δι­ά­στη­μα καὶ μιὰ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μοῦ φά­νη­κε πο­λὺ με­γά­λη, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι ἔμ­παι­να σὲ μιὰ ζώ­νη δυ­να­τοῦ φω­τός· ἦ­ταν ἡ πόρ­τα τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ τμή­μα­τος. Ἐ­κεῖ, κά­τω ἀ­πὸ μιὰ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὴ λάμ­πα, ὁ με­θυ­σμέ­νος μὲ ἔ­δει­χνε μὲ τὸ χέ­ρι καὶ τσί­ρι­ζε:

       — Αὐ­τὸς ὁ λι­μο­κον­τό­ρος μοῦ ἔ­κλε­ψε τὸ πα­πού­τσι!

       Εἶ­χε πε­ρά­σει τὸ βα­ρὺ με­θύ­σι. Πλη­σί­α­σα, πα­ρέ­δω­σα τὸ πα­πού­τσι καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ πῶ στοὺς ἀ­στυ­νο­μι­κοὺς ὅ­τι ἐ­γώ…, ἀλ­λὰ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ δὲν ἦ­ταν οἱ ἴ­διοι ποὺ εἶ­χα δεῖ μπαί­νον­τας στὴν ὁ­δὸ Σὰν Φραν­θί­σκο. Αὐ­τοὶ δὲ μὲ γνώ­ρι­ζαν. Ποι­ά στιγ­μὴ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει; Τὸ ἀ­γνο­ῶ. Αὐ­τὸ ποὺ ξέ­ρω εἶ­ναι ὅ­τι μπῆ­κα μέ­σα μὲ μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ πέ­ρα­σα τὴ νύ­χτα σὲ ἕ­να κε­λὶ μὲ τὸ με­θυ­σμέ­νο νὰ ρο­χα­λί­ζει πλά­ι μου.

       Δὲν ἔ­με­νε πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ νύ­χτα τῆς Πα­ρα­μο­νῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων, ἀλ­λά, ὅ­σο λί­γο καὶ νὰ ἔ­με­νε, εἶ­χα χρό­νο γιὰ νὰ ξε­χά­σω τὰ κά­λαν­τα, τὴν ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σα στὰ ἀν­θρώ­πι­να πλά­σμα­τα καὶ τὰ σύμ­βο­λα τῆς ἀ­δελ­φο­σύ­νης.


(1) Ἡ λέ­ξη στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα ση­μαί­νει «ὠ­μός», ἀλ­λὰ ἐ­δῶ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ φα­γη­τὸ τῆς Χι­λῆς ποὺ πα­ρα­σκευ­ά­ζε­ται μὲ ὠ­μὸ μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας.
(2) Πόν­τς μὲ ρού­μι καὶ γά­λα. Εἶ­ναι χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πο­τὸ τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.


Πη­γή: https://lecturia.org/cuentos-y-relatos/manuel-rojas-nochebuena-en-santiago/6677/

Μα­νου­ὲλ Ρό­χας (Manuel Rojas). Γεν­νή­θη­κε στὸ Μπου­έ­νος Ἄϊ­ρες τὸ 1896 καὶ πέ­θα­νε στὸ Σαν­τιά­γκο τὸ 1973. Ἂν καὶ ἡ μα­κρὰ ζω­ή του καὶ τὸ με­γά­λο του ἔρ­γο τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ πει­ρα­μα­τι­στεῖ καὶ νὰ προ­βάλ­λει τὶς πιὸ ποι­κί­λες ἀν­θρώ­πι­νες κα­τα­στά­σεις, ὁ Ρό­χας πα­ρέ­μει­νε πι­στὸς σὲ μιὰ βα­θιὰ ρι­ζω­μέ­νη ὀ­πτι­κή τῶν πραγ­μά­των: αὐ­τὴ τοῦ λα­ϊ­κοῦ ἀν­θρώ­που, τα­πει­νοῦ καὶ ἐ­πί­μο­νου, ὑ­πο­χω­ρη­τι­κοῦ καὶ ἀ­ρι­στο­κρά­τη, ἀ­κό­μα καὶ ἂν δὲν εἶ­χε τί­πο­τα ἢ ὑ­πῆρ­ξε πε­ρι­θω­ρι­ο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν κοι­νω­νί­α. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του ἑ­στι­ά­ζε­ται στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων, τὴ συμ­πό­νοι­α ποὺ δὲ χρει­ά­ζε­ται με­γά­λα λό­για ἢ χει­ρο­νο­μί­ες γιὰ νὰ ἐκ­δη­λω­θεῖ. Στὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς πα­ρα­γω­γι­κῆς του πο­ρεί­ας ὁ Ρό­χας θε­ω­ροῦν­ταν ὁ πιὸ σπου­δαῖ­ος χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ὁ με­γα­λύ­τε­ρος μον­τέρ­νος κλη­ρο­νό­μος τῆς με­γά­λης πα­ρά­δο­σης τοῦ χι­λια­νοῦ ρε­α­λι­σμοῦ. Παι­δὶ τα­πει­νῶν Χι­λια­νῶν με­τα­να­στῶν, με­γά­λω­σε στὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, στὸ Ρο­ζά­ριο καὶ στὴ Μεν­τό­ζα, ἐ­νῶ ἐ­παγ­γέλ­θη­κε τὰ πάν­τα: βο­η­θὸς ρά­φτη, μα­ραγ­κός, μη­χα­νι­κός, ἠ­λε­κτρο­λό­γος, φύ­λα­κας σὲ τσίρ­κο, ἐ­λαι­ο­χρω­μα­τι­στής… Στὴ Μεν­τό­ζα, ἡ ἐ­πα­φή του μὲ ἐ­ξό­ρι­στους Χι­λια­νοὺς ἀ­ναρ­χι­κοὺς ὑ­πῆρ­ξε κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ του ταυ­τό­τη­τα, ἡ ἀ­ναρ­χι­κὴ χροι­ὰ τῶν δι­η­γη­μά­των του θὰ εἶ­ναι πάν­τα πρό­δη­λη, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να σχῆ­μα ἄρ­νη­σης ἢ ἀν­τί­στα­σης σὲ κά­θε μορ­φὴ κοι­νω­νι­κῆς ἢ ἰ­δε­ο­λο­γι­κῆς κα­θε­στη­κυί­ας σκέ­ψης, ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὴν τῆς ὀρ­γα­νω­μέ­νης ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Ἔρ­γα τοῦ Μα­νου­ὲλ Ρό­χας εἶ­ναι τά: Hombres del sur, El delicuente, Lanchas en la bahñia, la ciudad de las Césares, Hijo de Ladrón, Mejor que el vino, ἀ­νά­με­σα σὲ ἄλ­λα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Παλαιολόγος: Ὁ αἰ­ω­νό­βιος


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


αἰ­ω­νό­βιος


ΤΑΝ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ νὰ γρά­ψει τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του, τὸ ἔ­κα­νε με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρι­μη σκέ­ψη, ἄλ­λω­στε σὲ λί­γους μῆ­νες θὰ ἔ­κλει­νε τὰ 70 καὶ αἰ­σθα­νό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ χά­σι­μο. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες μιᾶς ζω­ῆς ἄρ­χι­σαν νὰ ξε­πη­δοῦν σὰν χεί­μαρ­ρος πά­νω στὸ χαρ­τί· ἔ­γρα­φε μὲ τέ­τοι­ο ρυθ­μὸ ὥ­στε μέ­σα σὲ τρεῖς μῆ­νες ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρόν (του).

        Ὁ κύ­ριος Βα­σί­λης, ὅ­μως, εἶ­χε γλυ­κα­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ἐ­θι­στι­κὸ με­θύ­σι τῆς αὐ­το­μυ­θο­πλα­σί­ας. Οἱ τρεῖς μῆ­νες τοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ λί­γοι· τὸ χέ­ρι του δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­φή­σει τὸ μπλὲ Bic στυ­λό. Ἄρ­χι­σε, λοι­πόν, νὰ γρά­φει γιὰ τὰ μελ­λού­με­νά του, ὄ­χι ὅ­μως ἐν εἴ­δει προ­φη­τεί­ας, πα­ρὰ ἐν εἴ­δει βι­ώ­μα­τος.

        Συ­νέ­χι­σε μὲ τὸν ἴ­διο φρε­νή­ρη ρυθ­μὸ γιὰ ἄλ­λους τρεῖς μῆ­νες, ὅ­ταν καὶ πέ­θα­νε (πολ­λοὶ εἶ­παν ὅ­τι τὸν ἐ­ξάν­τλη­σε ἡ πυ­ρε­τώ­δης συγ­γρα­φή), κα­τα­φέρ­νον­τας νὰ γί­νει, ἔ­τσι, ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­ζη­σε 101 χρό­νια ἂν καὶ πέ­θα­νε στὰ 70 του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Βάνια Σύρμου: Γυναίκα στὴ σκάλα


Βά­νια Σύρ­μου


Γυ­ναί­κα στὴ σκά­λα


ΝΟΙΓΩ ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ νὰ μπεῖ τὸ φῶς τῆς μέ­ρας κι ἐ­κεῖ­νο περ­νᾶ δι­στα­κτι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ μι­κροὺς ἱ­στοὺς ἀ­ρά­χνης ποὺ ἔ­χουν ἀγ­κι­στρω­θεῖ στὰ παν­τζού­ρια. Πάν­τα προ­τι­μοῦ­σα τὸ φυ­σι­κὸ φῶς. Μὲ βο­η­θᾶ νὰ βλέ­πω τὰ πράγ­μα­τα πιὸ ζων­τα­νά. Ἀ­φή­νω τὴ μα­τιά μου νὰ γλι­στρή­σει στὸ ἀν­τι­κρι­νὸ μπαλ­κό­νι μὲ τὰ πο­λύ­χρω­μα γε­ρά­νια στὶς γλά­στρες. Μῆ­νες ἔ­χω νὰ πα­τή­σω τὸ πό­δι μου ἐ­δῶ μέ­σα. Ἂπ΄ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας στιγ­μὴ ποὺ μπῆ­κα,  νι­ώ­θω πὼς πα­ρα­κο­λου­θεῖ κά­θε μου κί­νη­ση. Γι’ αὐ­τὴν ἔ­χω ἔρ­θει. Φέρ­νω ἀ­μή­χα­να ἕ­να γύ­ρο στὸ χῶ­ρο κι ἔ­πει­τα παίρ­νω τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ τὴν πλη­σιά­σω.  Εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ὅ­πως τὴν ἄ­φη­σα.

        Κα­θι­σμέ­νη στὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­λο­πά­τια τῆς μαρ­μά­ρι­νης σκά­λας, ἔ­ξω ἀπ΄ τὴν μι­σά­νοι­χτη εἴ­σο­δο τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος. Σκυμ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς μπρο­στά, στη­ρί­ζει τὸ κε­φά­λι της μὲ τὴ δε­ξιά της πα­λά­μη. Φο­ρᾶ μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι καὶ μπλού­ζα μπλὲ μα­κρυ­μά­νι­κη, ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς. Μιὰ μι­κρὴ τού­φα ἀ­πὸ τὰ γκρί­ζα μαλ­λιά της ἔ­χει δρα­πε­τεύ­σει ἀπ΄ τὸ σφι­χτο­δε­μέ­νο κό­τσο της καὶ στο­λί­ζει τὸ μέ­τω­πό της, ἀ­πο­μει­νά­ρι μιᾶς πρὸ πολ­λοῦ ξε­χα­σμέ­νης ἀ­νέ­με­λης νι­ό­της. Πάν­τα τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παίρ­νει μί­αν ἀ­νά­σα στὰ σκα­λιὰ πρὶν μπεῖ στὸ σπί­τι, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φε ξη­με­ρώ­μα­τα. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει τὴν ἡ­συ­χί­α τῶν  ἄ­δει­ων χώ­ρων στὴ βρα­δι­νὴ βάρ­δια. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­βα­ζε τὶς σκέ­ψεις της σὲ σει­ρά. Ἡ δι­κή της ὥ­ρα. Τὰ χέ­ρια της μὲ δέρ­μα θαμ­πὸ καὶ δά­χτυ­λα πρη­σμέ­να, μαρ­τυ­ροῦν πὼς ἡ ἀ­νάγ­κη τά ‘χε κά­νει νὰ δου­λεύ­ουν σκλη­ρὰ ἀν­τὶ νὰ κεν­τοῦν σο­νά­τες καὶ μα­ζοῦρ­κες στὸ πιά­νο τοῦ Κρα­τι­κοῦ Ὠ­δεί­ου τῆς Τι­φλί­δας, ὅ­πως ἦ­ταν μα­θη­μέ­να. Ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη στὴν ὤ­χρα τῶν τοί­χων τοῦ κλι­μα­κο­στα­σί­ου ποὺ το­νί­ζει τὴ χλω­μά­δα τοῦ ξε­νυ­χτι­σμέ­νου προ­σώ­που της, ἀ­να­ζη­τᾶ δι­έ­ξο­δο στὶς χα­ραγ­μα­τι­ὲς καὶ τὰ ξε­φλου­δί­σμα­τα τῶν τοί­χων, μὲ τὸ σκοῦ­ρο βλέμ­μα της νὰ τὰ δι­α­περ­νᾶ καὶ νὰ τα­ξι­δεύ­ει πά­λι ἐ­λεύ­θε­ρο στὶς κορ­φὲς τοῦ Καυ­κά­σου.  Ἕ­να ἀ­νο­μο­λό­γη­το πα­ρά­πο­νο θαρ­ρεῖς πὼς δι­α­γρά­φε­ται στὸ ἐ­λα­φρὸ κύρ­τω­μα τῶν στε­νῶν χει­λι­ῶν της.

      Ἀπ΄ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα πί­σω της, βλέ­πω ξα­νὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου μι­κρὸ παι­δί, νὰ κά­θε­ται μπρο­στὰ στὸ μο­να­δι­κὸ τρα­πέ­ζι τοῦ δω­μα­τί­ου καὶ νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει ζω­γρα­φί­ζον­τας στὸ χαρ­τὶ κά­τω ἀπ΄ τὸ κί­τρι­νο φῶς τῆς λάμ­πας. Πα­ρελ­θὸν καὶ πα­ρὸν συ­ναν­τι­οῦν­ται ξα­νά.

        «Ἐ­δῶ, στὴ σκά­λα νὰ μὲ ζω­γρα­φί­σεις. Ἀ­πὸ δῶ πέ­ρα­σε ἡ ζω­ή μου, ἡ ζω­ή μας.»  Ὁ τό­νος της, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς καὶ σί­γου­ρος δὲν μοῦ εἶ­χε ἀ­φή­σει πε­ρι­θώ­ρια ἐ­πι­λο­γῆς, ὅ­ταν ἕ­να χρό­νο πρὶν τῆς ζή­τη­σα νὰ φτιά­ξω τὸ πορ­τρέ­το της γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α μου ἔκ­θε­ση. «Ὅ­πως θὲς ἐ­σύ, Μά­σεν­κα.» Χα­μο­γε­λοῦ­σε πάν­τα ὅ­ταν τὴ φώ­να­ζα μὲ τὸ χα­ϊ­δευ­τι­κό της. Τῆς θύ­μι­ζε τὸ νε­α­ρὸ δά­σκα­λό της στὸ πιά­νο, ὅ­ταν τὴν ἐ­πι­βρά­βευ­ε γιὰ τὸ παί­ξι­μό της. Εἶ­χε στα­μα­τή­σει ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ δου­λεύ­ει. Τὰ πό­δια της δὲν τὴν βα­στοῦ­σαν πιά. Ἦ­ταν ἡ σει­ρά μου νὰ τὴ φρον­τί­ζω. Τῆς ἄ­ρε­σε ὡ­στό­σο νὰ κά­θε­ται ἀ­κό­μα ποῦ καὶ ποῦ στὶς σκά­λες τοῦ σπι­τιοῦ, κι ἄς μὴν μέ­να­με πιὰ στὸ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς Καλ­λι­θέ­ας. Τὴν ἄ­κου­γα τό­τε νὰ σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει τρα­γού­δια τῆς μα­κρι­νῆς πα­τρί­δας της κι ἔ­βλε­πα στὰ μά­τια της βου­νά. Ἕ­να πρω­ϊ­νό, λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ πί­να­κα, δὲν ξύ­πνη­σε. Τὸ ἀ­τε­λι­ὲ ἔ­μει­νε κλει­στὸ γιὰ μῆ­νες. Τὸ πορ­τρέ­το ὅ­μως μὲ πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ σὲ μί­αν ἄ­κρη ἄ­γρυ­πνο.

        Βρί­σκω τὸ θάρ­ρος καὶ τὴν κοι­τῶ στὰ μά­τια. Τὸ βλέμ­μα μου γί­νε­ται ἕ­να μὲ τὶς πυ­κνὲς κα­φε­τι­ὲς πι­νε­λι­ὲς τοῦ δι­κοῦ της.  Τὰ μά­τια μου γε­μί­ζουν βου­νά.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­α­ρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».


Τζίμης Πανούσης: Ἱστορία γιὰ ἀγρίους



Μ ι κ ρ ο α σ τ ι κ ὴ  Κ α τ α σ τ ρ ο φ ή


Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 1/6)


Ἱ­στο­ρί­α γιὰ ἀ­γρί­ους


Ν ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ κα­λὰ τὸν Σω­τή­ρη, δὲν θὰ πί­στευ­α λέ­ξη ἀ­π’ τὴν ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α ποὺ μοῦ με­τέ­φε­ρε. Ὄ­χι ὅ­τι δὲν λέ­ει κι αὐ­τὸς τὶς ὑ­περ­βο­λές του, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ πρό­κει­ται γιὰ γε­γο­νό­τα τεκ­μη­ρι­ω­μέ­να. Ὁ θεῖ­ος του, ποὺ τὸν εἶ­χα δεῖ κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ σπί­τι τοῦ Σω­τή­ρη, εἶ­χε ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἶ­χε στή­σει κι ἕ­να λυ­ό­με­νο, κι ἐ­πει­δὴ εἶ­χε πρό­βλη­μα μὲ τὸ νε­ρὸ ἔ­κα­νε γε­ώ­τρη­ση νὰ φτιά­ξει πη­γά­δι. Εἴ­χα­νε κά­νει κι ἄλ­λοι στὴν πε­ρι­ο­χὴ κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἴ­χα­νε ἐ­πι­τυ­χί­α. Τὸ νε­ρό, ὅ­μως, ποὺ βρῆ­κε ὁ θεῖ­ος, ἤ­τα­νε κόκ­κι­νο, καὶ δὲν ἤ­τα­νε νε­ρό, ἦ­ταν αἷ­μα. Κου­βά­δες ὁ­λό­κλη­ρους ἔ­βγα­λε, λέ­ει, ὁ θεῖ­ος ποὺ τά ‘­χε χα­μέ­να, καὶ δὲν στέ­ρευ­ε μὲ τί­πο­τα. Εἶ­χε πέ­σει σὲ φλέ­βα. Πῆ­ρε καὶ δεῖγ­μα καὶ τὸ πῆ­γε στὸ χη­μεῖ­ο γιὰ ἀ­νά­λυ­ση. Τρε­λά­θη­κε. Αἷ­μα, λέ­ει, ἦ­ταν, κα­νο­νι­κό, ἀν­θρώ­πι­νο, ἀ­να­κα­τε­μέ­νο πολ­λὲς ὁ­μά­δες μα­ζί. Εἶ­χε, ὅ­μως, τοῦ ‘­πάνε, καὶ κά­τι κομ­μά­τια μέ­ταλ­λο μέ­σα. Ξα­νά­ρι­ξε τὸν κου­βά, καὶ τὸ μυ­στή­ριο λύ­θη­κε. Ἔ­χυ­σε τὸ πη­χτὸ αἷ­μα καὶ στὸν πά­το βρῆ­κε ἕ­να κον­σερ­βο­κού­τι ἀ­νέ­πα­φο. Δὲν ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ νὰ κα­τα­λά­βει, ἤ­τα­νε καὶ τὸ οἰ­κό­πε­δο δυ­ὸ-τρί­α χι­λι­ό­με­τρα ἀ­π’ τὸν Με­λι­γα­λᾶ, κά­τι γι­νό­τα­νε, λοι­πόν, μὲ τὴν ὁ­μώ­νυ­μη πη­γά­δα. Μα­θεύ­τη­κε καὶ στὸ χω­ριὸ καὶ γι­νό­τα­νε δι­α­δή­λω­ση μέ­ρα-νύ­χτα. Μαῦ­ρο κα­λο­καί­ρι πέρ­να­γε ὁ θεῖ­ος. Ἤρ­θα­νε καὶ ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Δη­μο­κρα­τί­α καὶ τοῦ δί­να­νε ὅ­σο ὅ­σο νὰ τὸ ἀ­γο­ρά­σου­νε τὸ οἰ­κό­πε­δο, νὰ φτι­ά­ξου­νε καὶ ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ τὴν ἀ­φι­ε­ρώ­σου­νε στὴν Ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα, τὴν προ­στά­τι­δα τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ἀλ­λὰ ὁ θεῖ­ος ἤ­τα­νε ἀ­νέν­δο­τος. Πα­λιὸς ἀ­ρι­στε­ρός, βλέ­πεις, δὲ σή­κω­νε κου­βέν­τα. Τὸ σφρά­γι­σε τὸ πη­γά­δι, κλεί­δω­σε καὶ τὸ σπί­τι κι ἦρ­θε στὴν Ἀ­θή­να. Ὁ θεῖ­ος τό ‘­χε λύ­σει τὸ μυ­στή­ριο. Τό ‘­πε κα­μα­ρώ­νον­τας καὶ στὸν ἀ­νι­ψιό του: «Προ­βο­κά­τσια, Σω­τή­ρη μου! Προ­βο­κά­τσια!»



Πη­γή: Μι­κρο­α­στι­κὴ κα­τα­στρο­φή, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

[Ὁ Τζί­μης Πανού­σης πέθανε ἀπὸ καρδιακὴ ἀνακοπὴ στὶς 13 Ἰανουαρίου 2018.]

Εἰ­κό­να: Ἀ­πὸ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῆς ἔκ­δο­σης Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.



		

	

Ἀλεξάνδρα Μυλωνᾶ: (Φανταστικὲς ἱστορίες) “Τὸ φλαμίγκο”


Ἀ­λε­ξάν­δρα Μυ­λω­νᾶ


(Φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες)

Τὸ «φλα­μίγ­κο»

 

ΥΣΟΥΣΕ ἕ­να μι­­κρὸ ἀ­ε­ρά­κι ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ριοῦ καὶ τὸ ρὸζ «φλα­μίγ­κο» ὅ­λο καὶ ξε­μά­κραι­νε. Κα­νεὶς δὲν νοι­α­ζό­ταν ὅ­μως. Μο­χί­το καὶ μπί­ρες, μου­σι­κὴ δυ­να­τὴ ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖ­α, γέ­λια καὶ φω­νές, ἡ ζω­ὴ στὴν πα­ρα­λί­α συ­νε­χι­ζό­ταν στὸν ξέ­φρε­νο ρυθ­μὸ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ φο­ρών­τας μαῦ­ρα γυα­λιὰ ἡ­λί­ου. Ποι­ός θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ πραγ­μα­τι­κά τὸ φου­σκω­τὸ παι­χνί­δι νὰ ξα­νοί­γε­ται στὴ θά­λασ­σα κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, νὰ κά­νει κά­τι γιὰ νὰ ἀ­να­κό­ψει τὴν πο­ρεί­α του;

        Ἡ μι­κρὴ Ἀ­λί­α ὅ­μως ἤ­ξε­ρε πὼς εἶ­χε γλι­τώ­σει τὸ «φλα­μίγ­κο» ἀ­πὸ τὸν θό­ρυ­βο τοῦ beach bar καὶ τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ βρεγ­μέ­νη ἄμ­μο ποὺ κολ­λοῦ­σε στὴν κοι­λιά. Κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, πὼς εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει κου­λου­ρι­α­σμέ­νη στὸν λαι­μό του νὰ ξε­κι­νή­σει μα­ζί του τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι πα­ρὰ τὸν φό­βο ποὺ εἶ­χε πὼς οἱ τω­ρι­νοὶ σύμ­μα­χοί τους, ὁ ἀ­έ­ρας, ὁ ἥ­λιος καὶ τὸ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ γί­νον­ταν θα­νά­σι­μοι ἐ­χθροί. Τὸ μό­νο ποὺ ἤ­θε­λε ἦ­ταν νὰ συ­νε­χι­στεῖ αὐ­τὸ τὸ ἡ­δο­νι­κὸ λί­κνι­σμα στὸ κύ­μα μέ­χρι τέ­λους· μέ­χρι νὰ φτά­σουν στὸν ὁ­ρί­ζον­τα…

        «Κα­λέ, μή­πως εἴ­δα­τε που­θε­νά τὸ παι­δί;», ρώ­τη­σε κά­ποι­α στιγ­μὴ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α πα­ρα­πα­τών­τας.

        (Γιὰ τὸ «φλα­μίγ­κο» κα­μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση – ποι­ὸς με­γά­λος νοι­ά­ζε­ται γιὰ ἕ­να παι­χνί­δι;)



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Μυ­λω­νᾶ (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ θέ­α­τρο (ΜΑ Θε­α­τρο­λο­γί­ας ΑΠΘ,  Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ ΑΠΘ, Ἀ­νώ­τε­ρη Σχο­λὴ Δρα­μα­τι­κῆς Τέ­χνης ΚΘΒΕ). Μέ­λος τῆς Ἐ­ται­ρί­ας Λο­γο­τε­χνῶν Θεσ­σα­λο­νί­κης, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Σκη­νο­θε­τῶν, τοῦ Σω­μα­τεί­ου Ἑλ­λή­νων Ἠ­θο­ποι­ῶν. Ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος Ἄ­χθος-Artis3, συ­νερ­γά­τις φο­ρέ­ων πο­λι­τι­σμοῦ (ΕΡΤ, ΚΘΒΕ). Ἐργάζεται ὡς φι­λό­λο­γος (Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο ΑΠΘ, Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Θεσ­σα­λο­νί­κης). Ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἔρ­γο: Ἡ χάρ­τι­νη Ἀν­τι­γό­νη – ἀ­πὸ τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο στὰ κα­ρὲ τῆς εἰ­κο­να­φή­γη­σης (Γρά­φη­μα 2013). Γρά­φει πε­ζο­γρα­φί­α καὶ θέ­α­τρο. Τελευταῖο της βιβλίο Ντε­λι­κὰλτ – Ἐ­γὼ καὶ με­ρι­κὲς φί­λες μου, ν. 2 (Γρά­φη­μα 2020),

(http://alexandramylonaaroni.blogspot.com/ )

Δημήτρης Μιχελουδάκης: Ἡ συντήρηση


Δη­μή­τρης Μι­χε­λου­δά­κης


Ἡ συν­τή­ρη­ση


Ο ΠΡΩΪΝΟ ἔμοιαζε με ψηφοδέλτιο. Ὁ Δη­μι­ουρ­γὸς δὲν εἶ­χε δη­μι­ουρ­γι­κὲς ἀ­νη­συ­χί­ες κι εἶ­χε κά­νει πά­λι copy-paste τὴ μέ­ρα.

        «Τί θὰ θέ­λα­τε;» ρώ­τη­σε ὁ φύ­λα­κας καὶ χα­μο­γέ­λα­σε. «Ἐ­πι­βί­ω­ση» τοῦ ἀ­πάν­τη­σε δι­στα­κτι­κὰ ὁ Feldgrau. Μὲ ἐ­πί­ση­μο ὕ­φος καὶ  κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­νο ὁ φύ­λα­κας μὲ τὰ μα­νι­κι­ου­ρι­σμέ­να νύ­χια τὸν σκούν­τη­ξε φι­λι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ ἀ­να­φώ­νη­σε: «Εἶ­στε τυ­χε­ρός, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε! Σή­με­ρα δί­νου­με καὶ voucher δι­α­κο­πῶν! Λοι­πόν, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε κα­θό­λου. Θὰ πά­ρε­τε ὅ­λο εὐ­θεί­α αὐ­τὸν τὸν δι­ά­δρο­μο. Στὸ τέ­λος του θὰ δεῖ­τε μιὰ με­γά­λη λευ­κὴ πόρ­τα ποὺ γρά­φει Βα­θειὰ Κα­τά­ψυ­ξη. Ἐ­κεῖ θὰ ἀ­φή­σε­τε τὴ συ­νεί­δη­σή σας. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα θὰ τὰ ἀ­να­λά­βου­με ἐ­μεῖς.»


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Μι­χε­λου­δά­κης (Ἀ­θή­να 1983) κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὴν Λευ­κά­δα. Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς (τὶς δύ­ο πρῶ­τες μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Ε. Μύ­ρων): Γράμ­μα στὴ μη­τέ­ρα, (ἐκδ. Ἀρ­μί­δα, 2019), Ὀ­ρι­ο­βά­της, (ἐκδ. Ἀρ­μί­δα, 2021) καὶ Συν­τη­ρη­τὴς οὐ­ρά­νι­ων τό­ξων, (ἐκδ. Στί­ξις, 2022).


Εἰκόνα: Ἔργο τῆς ἀμερικαδίδας σουρ­ρε­α­λί­στριας  Ka­theri­ne Linn Sa­ge  συ­νή­θως γνω­στῆς ὡς Kay Sage ποὺ δρα­στηριο­ποιή­θηκε μετα­ξὺ τοῦ 1936 καὶ 1963.

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Κινητό


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Κι­νη­τό


ΤΥΠΗΣΕ τὸ κι­νη­τό σου καὶ ἀ­πάν­τη­σα. Θέ­λω τὸν Νί­κο, εἶ­μαι ὁ κ. Π., ἀ­κού­στη­κε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος κα­θη­γη­τὴς ποὺ σᾶς ἔ­κα­νε, νο­μί­ζω, σε­μι­νά­ρια πα­λιά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ σᾶς συγ­κεν­τρώ­νει ἀ­ριὰ καὶ ποὺ γιὰ κα­μιὰ συ­νε­στί­α­ση, ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­νει τὸ πα­λιό του κύ­ρος στὰ πλαί­σια τῆς πα­λιᾶς συ­να­δερ­φι­κῆς σχέ­σης.

        Εἶ­μαι ἡ γυ­ναί­κα του, εἶ­πα, τρε­νά­ρον­τας τὴν ὀ­χλη­ρὴ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ὄ­φει­λα, πε­ρί­ερ­γα τα­ραγ­μέ­νη, σχε­δὸν χα­ρού­με­νη. Σὲ ζη­τοῦ­σαν, σὰν νὰ ὑ­πῆρ­χες κά­που καὶ ἐ­γὼ θὰ ὅ­ρι­ζα μιὰ συ­νάν­τη­ση. Συγ­χά­ρη­κα τὸν ἑ­αυ­τό μου ποὺ δὲν ἀ­πο­σύ­ρα­με τὸ ἀ­νώ­φε­λο κι­νη­τό. Ἴ­σα-ἴ­σα ποὺ τὸ φορ­τί­ζα­με τα­κτι­κά. Λοι­πόν, ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ὁ κ. Π.  Ξέ­ρε­τε, ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σω. Δὲν ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­μα­θε.

        Με­τὰ ἐ­πα­νήλ­θα­με στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­νι­κό, ἔκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­α­ς (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κι­νη­τὴ γι­ορ­τή (δι­η­γή­μα­τα, Νη­σί­δες, 2018).



		

	

Ζωὴ Κωνσταντίνου: Γκόγιο Χασιγκούτσι – Γυναίκα στὸ μπάνιο


Ζω­ὴ Κων­σταν­τί­νου


Γκό­γιο Χα­σιγ­κού­τσι – Γυ­ναί­κα στὸ μπά­νιο


ΗΡΑ ΜΙΑ ΓΚΕΪΣΑ καὶ τὴν ἀ­φι­σο­κόλ­λη­σα, για­τὶ σὲ σκέ­φτο­μαι καὶ ἤ­θε­λα κά­τι γυ­μνό, πρό­στυ­χο καὶ λε­πτε­πί­λε­πτο νὰ σὲ θυ­μί­ζει. Δυ­ὸ μέ­ρες με­τὰ τὰ γε­νέ­θλια σου, βλέ­πω τὴν ἁ­πα­λή της πλά­τη ποὺ σπά­ει ὅ­ταν μοῦ ρί­χνει μιὰ  κλε­φτὴ μα­τιά, καὶ μοῦ ‘ρχε­ται τὸ λο­ξὸ βλέμ­μα πού ‘χεις με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­ταν μι­λᾶ­με.

        Ὄ­χι, ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι γκέ­ϊ­σα. Τώ­ρα σὲ βλέ­πω στὸν δι­ά­δρο­μο, τὴν ὥ­ρα ποὺ γυ­ρί­ζω στὸ γρα­φεῖ­ο. Στα­μα­τῶ καὶ κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πί­σω. Πε­ρί­με­να πὼς εἶ­χες μπεῖ στὴν αἴ­θου­σα καὶ σὲ βλέ­πω ἀ­πέ­ξω, νὰ γέρ­νεις πλά­για μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι στὸ χε­ρού­λι, νὰ σταυ­ρώ­νεις τὰ πό­δια καὶ νὰ μὲ κοι­τᾶς. Κά­τι εἶ­πες καὶ τὸ ξέ­χα­σα.

        Ἔ­χω τὴν ἴ­δια γκέ­ϊ­σα δυ­ὸ φο­ρές. Ἡ πρώ­τη εἶ­ναι σὲ τε­τρά­διο. Ἔ­ψα­χνα ἀ­φί­σα καὶ νό­μι­ζα ὅ­τι τὴν βρῆ­κα πιὸ φτη­νή. Τώ­ρα ἔ­χω δύ­ο στὸ σπί­τι. Μί­α γιὰ νὰ γρά­φω καὶ μί­α γιὰ νὰ κοι­τῶ. Βλέ­πω τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ τε­τρα­δί­ου καὶ μοῦ ἦρ­θε τό­τε πού μοῦ ‘λε­γες πὼς θὰ εἶ­χε πλά­κα νὰ γι­νό­σουν Γι­α­πω­νέ­ζος. Νὰ μά­θαι­νες καλ­λι­γρα­φί­α καὶ γι­α­πω­νέ­ζι­κα. Με­τὰ βέ­βαι­α πρό­σθε­σες, πὼς αὐ­τὸ δὲν θὰ γι­νό­τα­νε πο­τέ. Πὼς ὅ,τι καὶ νὰ ἔ­κα­νες δὲν θὰ ἔ­φτα­νε νὰ γί­νεις Γι­α­πω­νέ­ζος. Ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πὼς ἤ­θε­λα νὰ μά­θω Κο­ρε­ά­τι­κα καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψω μα­ζί σου στὴν Τα­ϊ­βάν. Νὰ σὲ δῶ στοὺς δρό­μους μὲ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου ποὺ σὲ ἔ­χω δεῖ νὰ φο­ρᾶς μό­νο στὸ ἁ­μά­ξι.

        Ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα μι­λά­γα­με δυ­ὸ ὧ­ρες κι ἐ­σὺ ὅ­πως πάν­τα ἔ­φυ­γες νω­ρίς. Ὅ­σο μί­λα­γες, μὲ χτύ­πα­γε τὸ κλι­μα­τι­στι­κὸ για­τί κα­θό­μουν στὸ κα­τώ­φλι, καὶ τὸ κε­φά­λι μου βά­ραι­νε σὰν νὰ εἶ­χα πυ­ρε­τό. Τό­τε θυ­μή­θη­κα πὼς ἤ­μουν ἄρ­ρω­στη καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δου­λέ­ψω ἄλ­λο. Γύ­ρι­σα σπί­τι γε­μά­τη ἀ­πὸ σέ­να καὶ ἄ­δεια πά­λι. Μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ ἠ­ρε­μή­σει μό­νο ὁ σπὸρ fm.  Ἔ­ψα­χνα τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποὺ ἀ­κοῦν οἱ τα­ξι­τζῆ­δες, ὅ­ταν γύρ­να­γα σπί­τι τρεῖς- τέσ­σε­ρις ἡ ὥ­ρα τὸ πρω­ὶ καὶ πέ­τυ­χα σ ’­ἐ­πα­νά­λη­ψη Led Zeppelin καὶ Janice Joplin. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα ἀλ­λά μοῦ ‘κα­νε. Δυ­νά­μω­σα τὸ ἠ­χεῖ­ο κι ἄ­να­ψα τὸ πρῶ­το μου τσι­γά­ρο. Κα­τά­λα­βα πὼς γιὰ λί­γες ὧ­ρες γι­νό­μου­να κα­λά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ὴ Κων­σταν­τί­νου. Σπού­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου καὶ ζεῖ κι ἐρ­γά­ζε­ται στὸν Πα­να­μᾶ. Δη­μο­σι­εύ­ει ποί­η­ση στὸ ἱ­στο­λό­γιο Los Innuendos,  ποί­η­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν ἐ­πί­σης δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἀγ­γλό­φω­να πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως τὸ Ink, Sweat & Tears, the Litro Magazine and the Selkie.


Εικόνα: https://en.wikipedia.org/wiki/Goy%C5%8D_Hashiguchi