Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[2/3]

 

Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής

(Cocu de vocation ou de grâce ou cocu quiétiste)


ΕΜΦΥΤΟΣ κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στὴς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δι­α­θέ­τει ἐκ φύ­σε­ως ὅ,τι τὸ ἐ­πί­κτη­το ἔ­χει ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος (βλ. ἀρ. 35), εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν γνώ­ρι­σε πο­τὲ τὴν ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε καὶ τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις, ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­φε­ρε στὸ γά­μο μιὰ κα­θα­ρὴ καὶ ἔν­τι­μη ψυ­χή, τὴ θε­ϊ­κὴ εὐφο­ρία ἐν ὀ­λί­γοις, εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ βρί­σκει στὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ κε­ρα­τώμα­τος ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ τὸ πε­ρί­φη­μο Σύν­ταγ­μα ὑ­πο­σχό­ταν στοὺς Γάλ­λους: τὴν εἰ­ρή­νη, τὴν ἑ­νότη­τα, τὴν ὁ­μό­νοι­α, συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ τὴν ἠ­ρε­μί­α καὶ τὴ γα­λή­νη. Εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πά­στα κερα­τᾶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 50). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ­στει­εύ­ε­ται ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]


Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.


Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


			

Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[1/3]

 

Ἐ­πι­κου­ρι­κὸς ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς

(Cocu auxiliaire ou coadjuteur)


ΠΙΚΟΥΡΙΚΟΣ ἤ ἀ­να­πλη­ρω­μα­τι­κὸς κε­ρα­τᾶς εἶ­ναι αὐτὸς ποὺ ἀ­που­σιά­ζει συ­χνὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, ἐμ­φα­νίζε­ται μο­νά­χα γιὰ νὰ σκορ­πί­σει τὴ χα­ρά, νὰ προ­σά­ψει στοὺς ἔν­τρο­μους ἐρα­στὲς τῆς γυ­ναί­κας του τὸ ὅ­τι δὲν γε­λοῦν καὶ δὲν πί­νουν· καί, δί­χως νὰ δι­στά­σει, τοὺς προ­κα­λε­ῖ νὰ λη­σμο­νή­σουν τὶς φι­λο­νι­κί­ες τους καὶ νὰ ζή­σουν ὡς κα­λοὶ δη­μο­κρά­τες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ πάν­τα βρί­σκον­ται ὑπὸ τὸ κα­θε­στὼς τῆς κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Αὐτὸς λοι­πὸν βο­η­θᾶ τὶς δο­σο­λη­ψί­ες· γι’ αὐ­τὸν τὰ κέ­ρα­τα εἶ­ναι ρο­δο­πέ­τα­λα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, Ἀ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 19). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Ὁ Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ἄ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ὁ ἴ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ἐ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται ὅ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]

Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.

Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα [Πέρας τῆς σειρᾶς]: Ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα [Πέρας τῆς σειρᾶς]


Ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου(1)

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΟΣΑΙΣ ΦΟΡΑΙΣ καὶ ἂν ἐ­γρά­φθη εἰς ξέ­νην στρα­τι­ω­τι­κὴν ὑ­πη­ρε­σί­αν, δὲν ἐ­κρέ­μα­σε πο­τὲ φούν­τα εἰς τὸ σπα­θί του, ἐ­ξη­γῶν κα­τὰ γράμ­μα τοὺς στί­χους τοῦ πο­λε­μι­στη­ρί­ου ἄ­σμα­τος τοῦ Ρή­γα:

Κάλ­λιο γιὰ τὴν πα­τρί­δα κα­νέ­νας νὰ χα­θῇ,

ἢ νὰ κρε­μά­σῃ φούν­τα γιὰ ξέ­νον στὸ σπα­θί.»


(1) Γράφει ὁ ἴδιος: «Ἐ­φύλα­ξα πίστιν εἰς τὴν παραγ­γελί­αν του [τοῦ Ρήγα], καὶ ὁ Θεὸς μὲ ἀξί­ωσε καὶ ἐ­κρέ­μα­σα φού­ντα εἰς τὸ γένος μου, ὡς στρα­τι­ώ­της του· χρυ­σῆ φού­ντα δὲν ἐ­στό­λι­σε πο­τὲ τὸ σπα­θί μου, ὅταν ἔ­παιρ­να δού­λευ­σιν εἰς ξέ­να κράτη.» («Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. κζ´). [Σημ. Γ. Βλ.]
Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 276 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).


Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 188 [Τἰτλος: «375.— Ἡ φούν­τα τοῦ σπα­θιοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1828). Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ23 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Καλλιόπη Ἐξάρχου: Μαγειρική


Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου

 

Μα­γει­ρι­κή

 

ΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΛΑ γύ­ρω σου ση­μαί­νουν ὑ­πο­χώ­ρη­ση, μπαί­νεις μὲ μι­σὴ καρ­διὰ στὴν κου­ζί­να καὶ μα­γει­ρεύ­εις γε­μι­στὰ κο­λο­κυ­θά­κια αὐ­γο­λέ­μο­νο. Αἴφ­νης ἡ μυ­ρω­διά τους γί­νε­ται ἀρ­τη­ρί­α ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἐ­πο­χὴ τὴν πο­τι­σμέ­νη θω­πεῖ­ες ἀ­πὸ τὴ μα­γει­ρι­κή τῆς μά­νας. Λὲς καὶ τὸ κά­νει ἐ­πί­τη­δες, τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα δι­α­λέ­γει ἕ­να τρα­γού­δι ἀ­σορ­τὶ καὶ μπερ­δεύ­ε­ται τὸ μέ­σα σου. Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­κά­θε­κτη στὸ στό­μα ἡ γεύ­ση τοῦ κά­πο­τε, βά­ζεις τὰ δυ­να­τά σου νὰ χα­μο­γε­λά­σεις πά­νω ἀ­πὸ τὴν κα­τσα­ρό­λα, μή­πως καὶ πε­τύ­χει ἡ συν­τα­γὴ τῆς νο­σταλ­γί­ας.

        Τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ τῆς μά­νας μου ἡ μα­γει­ρι­κή. Τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε χω­ρὶς συν­τα­γὲς καὶ δό­σεις. Τὸ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το, ἐ­ξάλ­λου, δὲν με­τρι­έ­ται σὲ γραμ­μά­ρια. Τοῦ φτά­νει μό­νο νὰ σαλ­πί­ζει τὸ αἷ­μα, γιὰ νὰ γί­νε­ται ἡ ἀ­νά­λη­ψη τῶν δα­χτύ­λων. Φαν­τα­στεῖ­τε δέ­κα δά­χτυ­λα ὅ­λο ἔ­παρ­ση —τὸ κα­θέ­να νὰ κι­νεῖ­ται γιὰ λο­γα­ρια­σμό του— νὰ ἐ­ξο­ρί­ζουν ξη­ρα­σί­ες καὶ στε­ρη­τι­κά, νὰ ἐ­ξο­ρύσ­σουν ὑ­γρὰ ρί­γη, νὰ γδέρ­νουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὴν κρού­στα, νὰ ἁρ­πά­ζουν τὸ με­δού­λι καὶ νὰ τὸ στραγ­γα­λί­ζουν μέ­χρι στα­γό­νας. Ἀ­κο­λού­θη­σα τὴν τα­κτι­κή της μέ­χρι κε­ραί­ας, ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν κου­ζί­να. Τοῦ γρα­φέ­α. Ἔ­πρε­πε πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ τὴ Φω­νή μου. Γιὰ τὴν ἀ­λη­θεί­α τοῦ πράγ­μα­τος.

        Τό­τε ἄρ­χι­σε τὸ μαρ­τύ­ριο τῶν λέ­ξε­ων καὶ τὸ δι­κό μου. Για­τί αὐ­τὴ καὶ ὄ­χι τὴν ἄλ­λη; Για­τί μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά; Ἡ πρω­το­κα­θε­δρί­α τους ἦ­ταν τὸ με­γά­λο πρό­βλη­μα. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Δι­εκ­δι­κοῦ­σαν καὶ ἄλ­λα προ­νό­μια. Τὴ μου­σι­κό­τη­τά τους νὰ ἀ­κού­σω. Μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­τι δο­νοῦν­ται, σὰν βροῦν κα­τάλ­λη­λο τὸν τό­πο. Ἐκ­πλη­κτι­κὸ πῶς. Μοῦ ὑ­πό­σχον­ταν κά­θε μί­α γιὰ λο­γα­ρια­σμὸ της εὐ­γο­νί­α καὶ εὐ­καρ­πί­α.

        Στὸ χέ­ρι μου ἦ­ταν νὰ πά­ρω τὴν ἀ­πό­φα­ση. Τὴ δύ­σκο­λη ἀ­πό­φα­ση, ποὺ θὰ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι ἤγ­γι­κεν ὁ χρό­νος νὰ βά­λω τε­λεί­α. Οὔ­τε λό­γος, βέ­βαι­α, γιὰ τὸ τα­ξί­δι τὸ χα­ῶ­δες, τὸ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το στὴ συ­νάν­τη­σή τους μὲ τὸν Ἄλ­λον ποὺ χτυ­πά­ει σὰν καμ­πά­να τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸ εὐ­τε­λί­σεις, με­τα­θέ­τον­τας τὰ ὅ­ρια της πέ­ραν ἀ­πὸ ἐ­σέ­να, ὥ­σπου νὰ κερ­δί­σεις τὸ «ἀ­γα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου Ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Θε­α­τρο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Γαλ­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α καὶ Θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­ά­τρου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει βι­βλί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος, λο­γο­τε­χνί­ας καὶ με­τα­φρά­σεις. Πρό­σφα­τα βι­βλί­α της Ὀ­νο­μά­ζο­μαι… Γυ­ναί­κα (θέ­α­τρο, University Studio Press, 2005), Τό­σο ἤ­θε­λε τὸ στῆ­θος (ποί­η­ση, Σο­κό­λη, 2020), Ἡ κυ­ρί­α Χ (δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λη, 2018). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς (ποί­η­ση) τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δί­ο­δος, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐκ­δί­δε­ται στὴ Δρά­μα.


Μάρτα Οριόλς (Marta Orriols): Πριγκίπισσα


Μάρ­τα Ὀ­ριόλς (Marta Orriols)


Πριγ­κί­πισ­σα

(Princesa)


«ΣΙΓΟΥΡΑ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ σὲ πά­ω, Πά­ου­λα;»

        «Θὰ μοῦ κά­νει κα­λὸ λί­γος κα­θα­ρὸς ἀ­έ­ρας.»

        Μὲ μιὰ ἄ­κε­φη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ, ἀ­πορ­ρί­πτει γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὴν πρό­τα­ση, ἐ­νό­σω βα­δί­ζει πα­ρα­πα­τών­τας προ­σποι­ού­με­νη μιὰ ἀ­νέ­φι­κτη γα­λή­νη. Καὶ τὰ τα­κού­νια δὲν βο­η­θᾶ­νε. Εἶ­ναι σχε­δὸν ἕ­ξι τὸ πρω­ὶ καὶ ὁ οὐ­ρα­νὸς τοῦ Ἰ­ου­νί­ου ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ ρο­ζί­ζει· θέ­λει νὰ τρέ­ξει, ἀλ­λὰ τὰ πο­τὰ ποὺ ἔ­πι­νε ὅ­λη νύ­χτα ἔ­χουν ἀ­να­κα­τευ­τεῖ καὶ τῆς προ­κα­λοῦν μιὰ ἐ­λα­φριὰ ζά­λη.

        «Πο­λὺ κ­α­λά, ὅ,τι πεῖς. Θὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω γιὰ τὴν Τέ­ταρ­τη. Ἂν ἀλ­λά­ξεις γνώ­μη, μὲ εἰ­δο­ποι­εῖς. Ξε­κου­ρά­σου, πριγ­κί­πισ­σα!», τῆς φω­νά­ζει ἐ­νῶ βά­ζει μπρός. Ἡ φω­νὴ τῆς φί­λης της ἠ­χεῖ ἀ­δι­ά­φο­ρη κα­θὼς περ­νά­ει μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ δί­πλα καὶ κορ­νά­ρει τρεῖς συ­νε­χό­με­νες φο­ρές. Ἡ ἠ­χὼ τῆς φω­νῆς χά­νε­ται ἀ­μέ­σως μέ­σα στὸ θό­ρυ­βο τῶν ὑ­πό­λοι­πων ὀ­χη­μά­των ποὺ ἐ­πί­σης τε­λει­ώ­νουν τὴ νύ­χτα, ἢ ἀ­κρι­βῶς τώ­ρα ἀρ­χί­ζουν τὴ μέ­ρα. Μιὰ ξι­νὴ νό­τα ἔ­χει μεί­νει στὸν ἀ­έ­ρα σὰν πρε­λού­διο τῆς με­λω­δί­ας ποὺ τὴ συ­νο­δεύ­ει κά­θε φο­ρὰ ποὺ κα­τε­βαί­νει στὴν κό­λα­ση: Πρι­γ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα.

        Κά­νει στὴν ἄ­κρη τὰ σπα­στὰ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό της, πα­ρα­με­ρί­ζον­τάς τα βί­αι­α, μέ­χρις ὅ­του κα­τα­φέ­ρει νὰ μὴν τῆς κα­λύ­πτει τὰ μά­τια κα­μί­α μπού­κλα. Χώ­νε­ται στὴν εἴ­σο­δο τοῦ με­τρὸ καί, ξαφ­νι­κά, οἱ σκά­λες δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Ἡ κα­τη­φό­ρα τὴν κα­λεῖ στὸ σκο­τά­δι, τρα­χύ, ὅ­πως κά­θε φο­ρὰ ποὺ μπαί­νει μέ­σα του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σε ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της.

        Παίρ­νει ἀ­νά­σα καὶ γνέ­φει ἀρ­νη­τι­κὰ μὲ τὸ κε­φά­λι. Προ­σπα­θεῖ νὰ κρα­τή­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α καὶ τὴν εὐ­πρέ­πειά της, ἀλ­λὰ τὰ δαι­μό­νια τῆς ψι­θυ­ρί­ζουν στὸ ἀ­φτί, μὲ μιὰ ἀ­νά­σα καυ­τὴ καὶ σά­πια, ὅ­τι φο­ρά­ει ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ κον­τὸ φό­ρε­μα καὶ ὅ­τι ἡ νύ­χτα τὸ ἔ­χει πα­σπα­τέ­ψει μέ­χρι ποὺ τὸ με­τέ­τρε­ψε σὲ προ­σβο­λή, ὁ­πό­τε σπεύ­δει νὰ τὸ τρα­βή­ξει πρὸς τὰ κά­τω γιὰ νὰ κα­λυ­φθεῖ κά­πως, χω­ρὶς νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­πο­φύ­γει νὰ νι­ώ­σει βρό­μι­κη καὶ γυ­μνή. Εἶ­σαι με­γά­λη πιά, Πά­ου­λα. Ποιόν θὲς νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψεις τώ­ρα; Καὶ ἡ τιά­ρα ἀ­πὸ μπρι­γιάν; Στέ­κα, εἶ­πες; Εἶ­σαι γε­λοί­α. Εἶ­ναι μο­χθη­ρά, ὀ­μι­χλώ­δη, καὶ δὲν τὴν ἀ­φή­νουν πο­τὲ μό­νη.


Δύ­ο λε­πτὰ γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο τρέ­νο. Κα­νὰ δυ­ὸ χα­μέ­νες ψυ­χὲς πε­ρι­μέ­νουν ὅ­πως κι ἐ­κεί­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Ἡ ζέ­στη καὶ τὸ ἀλ­κο­ὸλ τὴν κά­νουν νὰ κλεί­σει μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὸ σά­λιο της. Τὰ ἀ­φτιὰ της βου­λώ­νουν ἀ­πὸ ἕ­να μπερ­δε­μέ­νο βου­η­τό. Κου­ρά­γιο, Πά­ου­λα. Καὶ κά­πως ἔ­τσι, πα­σχί­ζον­τας νὰ μὴν κά­νεις ἐ­με­τὸ ἢ νὰ μὴν σω­ρια­στεὶς στὸ πά­τω­μα, δὲν τὴ σκέ­φτε­σαι, τὸ πῶς θὰ ἦ­ταν ὅ­ταν θὰ τὴν τύ­λι­γες σὲ μιὰ χνου­δω­τὴ πε­τσέ­τα κά­θως θὰ τὴν ἔ­βγα­ζες ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ μπα­νι­έ­ρα, ὁ­πό­τε δὲν φαν­τά­ζε­σαι τὴν τρυ­φε­ρὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἄ­σπι­λου δέρ­μα­τός της τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ τὴ να­νού­ρι­ζες, καὶ κα­τα­πνί­γεις τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὴ μυ­τού­λα, ποὺ ἀ­ναμ­φί­βο­λα θὰ ἔ­μοια­ζε στὴ δι­κή σου. Χλο­μιά­ζει. Κά­θι­σε, Πά­ου­λα. Οἱ για­τροὶ δὲν κοι­τοῦν στὰ μά­τια ὅ­ταν πρέ­πει νὰ ποῦν ἄ­σχη­μα νέ­α. Μιὰ δυ­σπλα­σί­α. Οἱ ἐλ­πί­δες μη­δα­μι­νές. Ναί, θέ­λω νὰ ξέ­ρω. Ἦ­ταν κο­ρί­τσι. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα. Πριγ­κί­πισ­σα.


Ὁ θό­ρυ­βος τοῦ με­τρὸ ποὺ πλη­σιά­ζει τὴν ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νοί­γουν οἱ πόρ­τες, μπαί­νει ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη κι ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα σὰν ἀ­πο­κα­μω­μέ­νη μα­ρι­ο­νέ­τα ὅ­ταν τὴν ἀ­φή­νουν στὸ κου­τί.

        Στη­ρί­ζει τοὺς ἀγ­κῶ­νες πά­νω στοὺς μη­ροὺς γιὰ νὰ ἀν­τέ­ξει τὸ βά­ρος τοῦ κε­φα­λιοῦ. Τρεῖς θέ­σεις πιὸ πέ­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να πο­λὺ νε­α­ρὸ ζευ­γά­ρι. Ἐ­κεί­νη κά­θε­ται πά­νω του. Ἔ­χουν γί­νει ἕ­να, κολ­λη­μέ­νοι σ’ ἕ­να φι­λὶ χω­ρὶς τε­λει­ω­μό, με­ταλ­λι­κό, σα­λι­ά­ρι­κο, σὰν τα­του­άζ. Κου­νᾶ­νε τὰ κε­φά­λια τους τό­σο γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μπλέ­ξουν τὶς γλῶσ­σες τους, ποὺ ἡ Πά­ου­λα πρέ­πει νὰ πα­λέ­ψει γιὰ νὰ συγ­κρα­τή­σει τὴν ἀ­να­γού­λα ποὺ νι­ώ­θει στὸ λαι­μό της, καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ  στα­μα­τή­σει νὰ τοὺς κοι­τά­ζει. Πει­σμα­τά­ρα καὶ ἀγ­χω­μέ­νη ἐ­ξί­σου, καρ­φώ­νει τὸ βλέμ­μα της στὸ ρόζ τῶν δύ­ο μα­λα­κῶν γλωσ­σῶν καὶ δι­α­κρί­νει μιὰ τσί­χλα φρά­ου­λα νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στό­μα στὸ ἄλ­λο. Τὴν εἶ­δε μό­λις λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα μέ­σα σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ δο­χεῖ­ο. Μιὰ ρὸζ μά­ζα, σὰν νε­ο­γέν­νη­το πον­τί­κι, ἀλ­λὰ ἤ­δη μὲ δύ­ο χέ­ρια καὶ δέ­κα μι­κρο­σκο­πι­κὰ δά­χτυ­λα. Πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται τὸ ζευ­γά­ρι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ει νὰ ἀ­να­κοι­νώ­νε­ται ἡ στά­ση της, μέ­σα στὰ ἀ­τσα­λέ­νια σφυ­ρίγ­μα­τα ποὺ γρα­τζου­νᾶ­νε τὶς ρά­γες. Τὸ σκά­ει ἀ­πὸ τὸ βα­γό­νι κι ἀ­νε­βαί­νει τὰ σκα­λο­πά­τια δυ­ὸ δυ­ό. Μό­λις βγαί­νει ἔ­ξω, παίρ­νει μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα, πρὶν τὴν ὑ­πο­δε­χτοῦν οἱ κραυ­γὲς ἀ­πὸ τὶς πρω­ι­νὲς στα­χτά­ρες, εἰ­δο­ποι­ών­τας την πὼς ναί, ὁ οὐ­ρα­νὸς ξη­μέ­ρω­σε σή­με­ρα πά­λι ρόζ, ἕ­να ρὸζ σάρ­κας, ἕ­να ρὸζ μω­ροῦ.



Πη­γή: Marta Orriols, Anatomia de les distancies curtes, (Edicions del Periscopi, 2016).

Μάρ­τα ­ριὸλς (Marta Orriols) γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Νὰ μά­θω νὰ μι­λῶ μὲ τὰ φυ­τὰ (Κα­στα­νι­ώ­της, 2021) σὲ με­τά­φρα­ση Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Ἡ πα­ροῦ­σα ὁ­μα­δι­κὴ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­όν τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α καὶ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ» ποὺ δί­δα­ξε, κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2021/22, ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ φοι­τή­τρι­ες καὶ οἱ φοι­τη­τές: Ἀν­τω­νί­α Ἀ­δα­μί­δου, Γι­ῶρ­γος Βή­κας, Κων­σταν­τῖ­νος-Σω­τή­ριος Ζέρ­βας, Νί­κος Κο­κά­λας, Παν­τε­λὴς Κου­τσια­νᾶς, Ὄλ­γα Με­λά, Μπάμ­πης Πα­πα­γού­ρας, Irene Antich Fernández, Pablo Baeza Casero, Marta Valerón Miramón.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φίλοι καὶ ἐχθροί



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φίλοι καὶ ἐχθροί

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΑΝΗΝ τοῦ μα­κα­ρί­του Ἀ. Ζα­ΐ­μη, ἀ­κο­λου­θῶν­τας τὸ λεί­ψα­νον ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης ἔ­κλαι­γεν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα. Ὁ Κύ­ριος Τ. ζη­λω­τὴς ν’ ἀ­κού­σῃ τὴν καρ­δί­αν του, τοῦ λέ­γει:

       — »Δὲν ἐν­θυ­μεῖ­σαι τὰς δι­χο­νοί­ας σας;

       »Ἀ­πε­κρί­θη:

       — »Ἐ­στα­θή­κα­μεν συ­χνὰ ἐ­χθροὶ ἀ­νά­με­σόν μας, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἐ­μί­ση­σα πο­τέ.

       »Δεί­χνον­τάς του συγ­χρό­νως ἄλ­λον ἔ­ξο­χον Ἀ­γω­νι­στὴν τῆς πα­τρί­δος, τοῦ εἶ­πεν:

       — »Ἐ­στα­θή­κα­μεν συ­χνὰ φί­λοι, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 219 [Τίτλος: «480.— Φί­λοι κ’ ἐ­χτροί.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Τζιο­βά­νι Μπό­τζι (Gio­van­ni Bog­gi, 1770-1833), Κο­λο­κο­τρό­νης (1825). Ἔγ­χρω­μη λι­θο­γρα­φία (Ἐθ­νι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Κώστας Καναβούρης: Βράδυ τῶν κουρασμένων ἀνθρώπων


Κώ­στας Κα­να­βού­ρης


Βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων


ΕΤΑΡΤΗ, ΜΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, γύ­ρω στὶς 7 τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τί ἀ­πό­γευ­μα δη­λα­δή, πὲς βρά­δυ κα­λύ­τε­ρα. Μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ ξε­κι­νά­ει ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ τοῦ με­τρὸ «Νο­μι­σμα­το­κο­πεῖ­ο». Δὲν ξέ­ρω για­τί, ἀλ­λά, ὅ­ταν εἶ­ναι νω­ρὶς τὸ βρά­δυ καὶ εἶ­σαι μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ὅ­που κι ἂν πά­ει αὐ­τό, καὶ εἶ­ναι βα­θὺς χει­μώ­νας καὶ τὸ μέ­σα κρύ­ο μπερ­δεύ­ε­ται μὲ τὸ ἔ­ξω, τό­τε νο­μί­ζω πὼς εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων.  Ὄ­χι τό­σο στὸ με­τρό, ὅ­σο στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Θὲς ὁ φω­τι­σμός, θὲς ποὺ κοι­τά­ζεις ἔ­ξω μιὰ πό­λη κου­ρα­σμέ­νη, θὲς ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο τρυ­πά­ει τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὰν βι­τρι­ο­λι­κὸ χι­οῦ­μορ ἐκ­δί­κη­σης, θὲς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­νε­βαί­νουν στὸ ὄ­χη­μα σὰν νὰ τὸ πε­ρί­με­ναν χί­λια χρό­νια ἢ ἀ­πὸ κά­ποι­ον προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να χω­ρὶς ἄ­νοι­ξη, γε­γο­νὸς εἶ­ναι πὼς σὲ μιὰ Τε­τάρ­τη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς 7 τὸ βρά­δυ, στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ γύ­ρω τρι­γύ­ρω χει­μώ­νας, βου­λιά­ζεις μέ­σα στὴν κού­ρα­ση τῶν ἀν­θρώ­πων.

        Για­τὶ ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν πη­γαί­νουν, οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πι­στρέ­φουν. Καὶ δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἐ­πι­στρέ­φουν, οὔ­τε εἶ­ναι χα­ρού­με­νοι ποὺ ἔ­φυ­γαν. Ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἔ­φυ­γαν. Καὶ δὲν εἶ­ναι σι­ω­πη­λοί. Εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τοι. Μὲ πολ­λὲς ἧτ­τες σω­ρι­α­σμέ­νες μέ­σα στὰ μά­τια τους. Ἀ­νε­λέ­η­τες ἧτ­τες.

        Βρί­σκω ἕ­να κά­θι­σμα ὅ­που μπο­ρῶ νὰ κα­θί­σω, ἕ­τοι­μος βέ­βαι­α νὰ ση­κω­θῶ, ἀ­φοῦ τὰ μέ­τρα γιὰ τὸν κο­ρω­νο­ϊ­ὸ μοιά­ζουν μὲ τὴν πα­ροι­μί­α «Τέ­τοι­α ὥ­ρα, τέ­τοι­α λό­για». Μέ­σα στὸ σα­κί­διο ἔ­χω τὰ «Ἅ­παν­τα» τοῦ Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο (1892-1938). Ὁ μέ­γας Πε­ρου­βια­νὸς ποι­η­τής. Με­γά­λο μέ­ρος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του τὸ πέ­ρα­σε σι­τι­ζό­με­νος ἐ­λά­χι­στα. Πέ­θα­νε, κα­τέρ­ρευ­σε κα­λύ­τε­ρα, στὸ Πα­ρί­σι, λί­γο με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν δη­μο­κρα­τι­κῶν δυ­νά­με­ων στὴν Ἱ­σπα­νί­α.

        Χαί­ρο­μαι για­τὶ θὰ δι­α­βά­σω κά­ποι­α ποι­ή­μα­τά του στὸ Τρί­το Πρό­γραμ­μα. Ἐ­κεῖ πη­γαί­νω. Καὶ πη­γαί­νω μέ­σα στὸν χει­μώ­να τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Τοὺς βλέ­πω κι ἀ­νοί­γω τὰ «Ἅ­παν­τα» στὸ τέ­ταρ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο τοῦ Βα­λι­έ­χο, ποὺ ἔ­χει τί­τλο «Ἱ­σπα­νί­α πα­ρελ­θέ­τω ἀ­π’ ἐ­μοῦ τὸ πο­τή­ριον τοῦ­το» (Σε­πτέμ­βριος-Νο­έμ­βριος 1937).  Ἔ­χω ση­μα­δέ­ψει τὴ σε­λί­δα σ’ ἕ­να ποί­η­μα ποὺ μὲ συγ­κλό­νι­σε κι ἔ­χει τί­τλο «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Καὶ λέ­ει σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο:

        «(…) Κοί­τα­ξα τὸ πτῶ­μα, τὴ σύν­το­μη ὁ­ρα­τή του τά­ξη / καὶ τὴ βρα­δύ­τα­τη φουρ­τού­να τῆς ψυ­χῆς του· / τὸ ’­δα νὰ ἐ­πι­ζεῖ, εἶ­χε τὸ στό­μα / τὴ μι­σο­κομ­μέ­νη ἡ­λι­κί­α δύ­ο στο­μά­των. / Φώ­να­ξαν τὸν ἀ­ριθ­μό του: κομ­μά­τια. / Φώ­να­ξαν τὴν ἀ­γά­πη του: δὲν φε­λοῦ­σε! / Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη!».

        «Χει­μώ­νας στὴ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νέλ». Χει­μώ­νας σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας, χει­μώ­νας μιᾶς μά­χης μὲ μιὰ στρα­τιὰ ἀ­πὸ κου­ρα­σμέ­να μά­τια. Ἡ ἥτ­τα τῆς μά­χης τοῦ Τε­ρο­νὲλ συ­νε­χί­ζε­ται, κα­θὼς τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο προ­χω­ρά­ει ἀ­πὸ στά­ση σὲ στά­ση. Φεύ­γουν κι ἔρ­χον­ται οἱ πι­κροὶ στρα­τι­ῶ­τες τῶν ξε­χα­σμέ­νων ἐ­ρώ­των, τῶν ἄ­τυ­χων σω­μά­των, τῶν πα­ραι­τη­μέ­νων ἐ­ρώ­των μέ­σα στὰ ἄ­χρη­στα με­ρο­κά­μα­τα καὶ στὶς ἀ­συμ­πέ­ρα­στες ἀ­σύμ­με­τρες ἧτ­τες.

        Στὸ πί­σω μου κά­θι­σμα μιὰ γυ­ναί­κα κου­βεν­τιά­ζει μὲ τὴν ἀ­πέ­ναν­τι. Μα­σοῦν τὶς λέ­ξεις κρο­τα­λί­ζον­τας ἕ­ναν ἀ­νύ­παρ­κτο ζό­φο. Ἐ­κτί­ουν ποι­νὴ καὶ δὲν τὸ ξέ­ρουν. Τί γιὰ τὰ ἐμ­βό­λια λέ­νε ποὺ εἶ­ναι κα­τά­ρα καὶ ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «μας». Τί γιὰ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν κολ­λά­ει, τί ὅ­τι θέ­λουν νὰ ἀ­πα­γο­ρεύ­σουν (ποι­οὶ ἄ­ρα­γε;) τὴ λει­τουρ­γί­α. Τί γιὰ τοὺς «ξέ­νους» ποὺ θὰ μᾶς κα­τα­κτή­σουν καὶ γιὰ τοὺς «Εὐ­ρω­παί­ους» ποὺ μᾶς μι­σοῦν…

        Κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια μου τὸν Βα­λι­έ­χο. Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε ἡ μά­χη τοῦ Τε­ρο­νὲλ καὶ ἡ­  Ἔ­ξο­δος τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου καὶ ἡ σφα­γὴ τῶν Ψα­ρῶν καὶ τῆς Χί­ου καὶ ἡ μά­χη τοῦ Μα­τζι­κὲρτ καὶ ὁ Σι­κε­λι­κὸς Ἑ­σπε­ρι­νὸς καὶ ἡ θυ­σί­α τοῦ Τζορ­ντά­νο Μπροῦ­νο; Γιὰ νὰ χα­θεῖ ἡ μά­χη μέ­σα σὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κά­ποι­ο βρά­δυ, κά­που στὸν κό­σμο, κά­ποι­α χει­μω­νι­ά­τι­κη Τε­τάρ­τη;

        Ξα­να­νοί­γω τὸν Βα­λι­έ­χο προ­σε­κτι­κὰ σὰν νὰ δι­α­βά­ζω πα­ρά­νο­μη προ­κή­ρυ­ξη: «Φώ­να­ξαν τὴ σφαί­ρα του: νε­κρὴ κι ἐ­κεί­νη». Για­τὶ νε­κρὸς εἶ­ναι ὁ θά­να­τός μας.

        Κα­τε­βαί­νω ἀ­πὸ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ναί: Θὰ δι­α­βά­σω Καί­σα­ρα Βα­λι­έ­χο. Ναί: Γι’ αὐ­τὸ ἔ­γι­ναν ὅ­λα. Για­τί, ναί: Εἶ­ναι βρά­δυ τῶν κου­ρα­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. Καὶ ὅ­πως κα­τε­βαί­νω ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι δί­πλα μου μιὰ κί­νη­ση. Μα­ζί μου «κα­τέ­βη­κε» κι ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐ­ξαί­σιος ποι­η­τὴς Σάν­τρο Πέ­να, ποὺ εἶ­δε φα­σι­σμοὺς καὶ φα­σι­σμοὺς νὰ τοῦ παίρ­νουν τὴ ζω­ή. Καὶ μοῦ λέ­ει: «Εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι κου­ρα­σμέ­νοι μό­νο· ἀλ­λὰ ὄ­χι εὐ­τε­λεῖς.» Κι ἔ­φυ­γε. Πῆ­γα κι ἐ­γώ.



Πη­γή: ἔφ. Ἡ Αὐ­γή, 16-01-2022.

https://www.avgi.gr/tehnes/405536_brady-ton-koyrasmenon-anthropon?amp

Kώστας Kαναβούρης (Kαβάλα 1955). Eἶναι πτυχιούχος Πολιτικῶν Eπι­στη­μῶν. Ἀπό τὸ 1992 εἶναι μέλος τῆς EΣHEA. Δούλεψε στὶς ἐφημερίδες Pι­ζο­σπάστης, Nέα, Mεσημβρινή, Ἔθνος, Ἐπενδυτής καὶ σὲ πολλοὺς ρα­διο­φω­νικοὺς σταθμούς. Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1995 εἶχε τὴν ἐκπομπὴ βιβλίου Bιβλιοθέαση στὸ τηλεοπτικὸ κανάλι Seven. Συνεργάζεται μὲ τὴν Kυ­ρια­κάτικη Aὐγ καὶ τὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ NET 105,8. Ἔχουν εκδοθεῖ ὀκτώ συλ­λογές του μὲ ποιήματα, ἕνα βιβλίο μὲ δημοσιογραφικὰ κείμενα, μία συλλογὴ ἀφηγημάτων, καὶ μία νουβέλα. Πρῶτο του βιβλίο Ἡ δια­χω­ρι­στι­κὴ γραμμὴ τοῦ τοπίου (ποίηση, Ηριδανός, 1983)



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Γειτονικὲς πλὴν ἄγνωστες σφραγίδες


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη


Γει­το­νι­κές πλήν ἄ­γνω­στες Σφρα­γί­δες


ΟΛΥ ΗΣΥΧΟΣ ἄν­θρω­πος. Τήν πρώ­τη φο­ρά πού μᾶς μί­λη­σε ἦ­ταν ὅ­ταν ἦρ­θε καί μᾶς ζή­τη­σε νά κά­νου­με κά­τι μέ τή Σίλ­κυ πού ἐ­νο­χλοῦ­σε τά βρά­δια τήν γυ­ναί­κα του. Ἡ Σίλ­κυ ἦ­ταν ὁ σκύ­λος μας πού γαύ­γι­ζε στίς σκι­ές, στά πε­τού­με­να καί ἔ­τρε­χε πά­νω-κά­τω στήν αὐ­λή. Ἡ κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους ἔ­βλε­πε στόν ἀ­κά­λυ­πτο. Τήν πυ­ρό­ξαν­θη Σίλ­κυ τήν ἄ­κου­γαν, ἰ­δί­ως τά κα­λο­και­ρι­νά βρά­δια, ὅ­ταν ἔ­στρω­ναν νά κοι­μη­θοῦν στό μπαλ­κό­νι τους. Ἀ­κό­μα τό­τε, δη­λα­δή μέ­σα στά 1980, οἱ λη­στεῖ­ες καί οἱ μα­φί­ες δέν εἶ­χαν κα­τα­τρο­μά­ξει τόν κό­σμο.

        Ἦ­ταν πο­λύ ἥ­συ­χος ἄν­θρω­πος. Μό­νον ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κου­γό­ταν, ἀλ­λά ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς της πλη­ρο­φο­ροῦ­σε λά­θος. Οὔ­τε σκλη­ρή, οὔ­τε κα­κό­τρο­πη ἦ­ταν. Εἶ­χε ὑ­πεύ­θυ­νη θέ­ση κά­που καί μᾶλ­λον γύ­ρι­ζε σπί­τι της ξε­θε­ω­μέ­νη. Φαί­νε­ται πώς καί οἱ δύ­ο ἀ­γα­ποῦ­σαν τήν ἡ­συ­χί­α, ἀλ­λά, ὡς συ­νή­θως, τά χα­ρί­σμα­τα δέν φαί­νον­ται, καί κυ­ρί­ως αὐ­τά πού ἀ­νή­κουν στούς «ἁ­πλούς καί κα­θη­με­ρι­νούς ἀν­θρώ­πους». Φα­νε­ρώ­νουν τί­πο­τα αὐ­τές οἱ ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­νες λέ­ξεις; Ὅ­πως καί ἡ ἄλ­λη: συ­νη­θι­σμέ­νοι, δη­λώ­νουν μάλ­λον τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα τῶν πα­ρα­τη­ρη­τῶν καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τους. Δη­λα­δή τήν ἀ­φη­ρη­μά­δα καί τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἀ­πό μᾶς. Τό ἀ­κρι­βέ­στε­ρο θά ἦ­ταν: ὅ­λων μας.

        Ὅ­ταν πέ­θα­νε ξαφ­νι­κά ἐ­κεῖ­νος, νέ­ος ἀ­κό­μα, ἔ­γι­νε γνω­στός ὁ θη­σαυ­ρός του καί σέ μᾶς, τούς γεί­το­νες. Τό μα­κρο­χρό­νιο με­ρά­κι του, τό μέ­γε­θος τῆς ὑ­πο­μο­νῆς καί τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος του, ἀλ­λά καί ὁ ἴ­διος ὁ θη­σαυ­ρός: μιά τε­ρά­στια συλ­λο­γή ἀ­πό κά­θε λο­γῆς χει­ρο­ποί­η­τη­τες σφρα­γί­δες ξυ­λό­γλυ­πτες ἤ σκα­λι­σμέ­νες σέ ἄλ­λα ὑ­λι­κά. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κά με­γά­λες ἀλ­λά καί σέ μέ­γε­θος δα­χτυ­λή­θρας. Παμ­πά­λαι­ες, μαυ­ρι­σμέ­νες, χτυ­πη­μέ­νες, ἴ­σως καί μι­σο­κα­μέ­νες πού ὅ­μως ἔ­βρι­σκε τρό­πους νά τίς ἀ­πο­κα­θι­στᾶ καί νά τίς συν­τη­ρεῖ. Δι­α­βά­σα­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι:


Το Σάβ­βα­το 25 Ο­κτω­βρί­ου 2014 έ­φυ­γε ξαφ­νι­κά α­πό τη ζω­ή το ε­κλε­κτό μέ­λος του Σω­μα­τεί­ου των Φί­λων του Νο­μι­σμα­τι­κού Μου­σεί­ου, ο συλ­λέ­κτης Φρί­ξος Πι.

            Ὁ Φρί­ξος Πι. ή­ταν μέ­λος μας α­πό το 2002, άν­θρω­πος καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος, λά­τρης της ι­στο­ρί­ας και της πα­ρά­δο­σης, φα­να­τι­κός συλ­λέ­κτης πα­λαι­ών αν­τι­κει­μέ­νων κα­θη­με­ρι­νής χρή­σης (σφρα­γί­δες άρ­του, κλει­διά, νο­μί­σμα­τα κ. ά.) και ά­ρι­στος γνώ­στης της ι­στο­ρι­κής τους α­ξί­ας, μι­λού­σε πάν­τα γι’ αυ­τά με α­γά­πη και πε­ρη­φά­νια.

            Ή­ταν άν­θρω­πος ευ­γε­νι­κός, δρα­στή­ριος , δη­μι­ουρ­γι­κός και α­κού­ρα­στος, παν­τα­χού πα­ρών στις εκ­δη­λώ­σεις του Σω­μα­τεί­ου, στις εκ­δρο­μές, στις δι­α­λέ­ξεις, στους αρ­χαι­ο­λο­γι­κούς πε­ρι­πά­τους με τον κα­λό το λό­γο για ό­λους και για ό­λα και πάν­τα με το χα­μό­γε­λο στο κα­λω­συ­νά­το πρό­σω­πό του.

            Εί­ναι μια με­γά­λη α­πώ­λεια για μας. Πραγ­μα­τι­κά θα μας λεί­ψει το α­μεί­ω­το εν­δι­α­φέ­ρον του για τις δι­α­χρο­νι­κές α­ξί­ες της ζω­ής, η αρ­χαι­ο­γνω­σί­α του, ο εν­θου­σια­σμός του και η α­γά­πη του για την πα­ρά­δο­ση, την ι­στο­ρί­α του τό­που μας, τα αρ­χαί­α μνη­μεί­α και τέ­χνερ­γα.

            Την πλού­σια συλ­λο­γή του σφρα­γί­δων άρ­του μπο­ρεί κα­νείς να θαυ­μά­σει στο Μου­σεί­ο Άρ­του των Α­λευ­ρό­μυ­λων Λού­λη στο Κε­ρα­τσί­νι. Τα μέ­λη του Δι­οι­κη­τι­κού Συμ­βου­λί­ου εκ­φρά­ζουν ει­λι­κρι­νή συλ­λυ­πη­τή­ρια στην οι­κο­γέ­νειά του


Εἶ­χε φρον­τί­σει λοι­πόν νά χα­ρί­σει τίς Εὐ­χα­ρι­στια­κές Σφρα­γί­δες του, πού δέν ἦ­ταν τό μό­νο του με­ρά­κι. Ὁ συλ­λε­κτι­κός του ἐν­θου­σια­σμός ἐ­πε­κτει­νό­ταν καί σέ πολ­λά ἄλ­λα πράγ­μα­τα μέ­σα σέ θαυ­μά­σι­ες βι­τρί­νες, τό­σο πού τό σπί­τι τους ἦ­ταν ἕ­να μι­κρό, ἀ­φα­νές, μου­σεῖ­ο. Τί­πο­τα ὡ­στό­σο δέν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­σο τίς σφρα­γί­δες. Θά μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχύ­σει γι’ αὐ­τόν ὁ λό­γος τοῦ Ἄγ­γλου ζω­γρά­φου Eliot Hodgkin πώς τόν ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­κεῖ­να πού κα­νείς δέ γυ­ρί­ζει νά δεῖ δυ­ό φο­ρές. Ἀλ­λά μά­θα­με πώς ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δώ­σει κά­πο­τε μιάν ἄλ­λη ἐ­ξή­γη­ση: ἡ μά­να του τόν ἔ­βγα­λε ἀ­πό τήν πυρ­κα­γιά τῆς Σμύρ­νης καί, ἀ­νά­με­σα στά ἐ­λά­χι­στα πού πρό­λα­βε νά πά­ρει ἀ­πό τό σπί­τι τους, ἦ­σαν δυ­ό πα­νάρ­χαι­ες ὅ­σο καί ἀ­συ­νή­θι­στες ξυ­λό­γλυ­πτες σφρα­γί­δες. Οὔ­τε εἰ­κό­νες, οὔ­τε χρυ­σα­φι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε τί­πο­τα ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἐγ­χά­ρα­κτο πά­νω τους Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός Νι­κᾷ. Ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν πώς αὐ­τές τούς ἔ­σω­σαν κι ἀ­πό τίς φλό­γες κι ἀ­πό τή σφα­γή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.


Είκόνα: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Γεωργίου Μανουσάκη (Ηράκλειο Κρήτης 1914 – Αθήνα 2003).

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Μαθαίνοντας ἀπὸ τὰ πουλιά

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕ στὸ Φω­τά­κο νὰ πά­ῃ νὰ κα­τα­σκο­πέ­ψῃ κα­τὰ τὸν Ἅ­ϊ-Σώ­στη τὸ χω­ριό.

       — Νὰ πᾷς τρι­γύ­ρω καὶ ξέ­μα­κρα, εἶ­πε, νὰ μὴ σὲ τρώ­ῃ τὸ βό­λι. Πρό­σε­ξε στὸ δρό­μο τὰ μι­κρο­πού­λια· ἂν τὰ ση­κώ­νῃς καὶ περ­νᾶν ἀ­πά­νω ἀ­π’ τὸ χω­ριό, ἢ κά­θων­ται μέ­σα ἄ­φο­βα, τό­τε δὲν εἶ­ναι Τοῦρ­κοι μέ­σα. Ἂν τὰ ἰ­δῇς ὅ­μως νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω φο­βι­σμέ­να καὶ νὰ κά­νουν ξαφ­νι­α­σμέ­νους γύ­ρους, τό­τε εἶ­ναι Τοῦρ­κοι στὸ χω­ριό.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνημ., 1858, σ. 97.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 194 [Τίτλος: «397.— Τὸ πα­ρα­τη­ρη­τι­κό του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης..

Εἰκόνα: Νέστωρ Λ. Βαρ­βέ­ρης (1867-1954), Ὁ Κο­­λο­­κο­­τρώ­­νης κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὴ Νε­μέα (1908). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 50Χ80 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

Μαρώ Τριανταφύλλου: Μακρακώμη Ἠλείας


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας

 

ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΩΣ τὰ το­πω­νύ­μια ἀ­σκοῦν μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη γο­η­τεί­α εἰ­δι­κὰ στὸν ἀ­γε­ω­γρά­φη­το, πῶς κι­νη­το­ποι­οῦν τὴν φαν­τα­σί­α ὀ­δη­γών­τάς την σὲ θαυ­μα­στὲς οὐ­το­πί­ες. Βε­βαί­ως ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα μα­θαί­νει τὴν ἀ­λή­θεια κά­πως ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται ἀλ­λὰ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει; Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θυ­μᾶ­ται μὲ σω­μα­τι­κὴ ἡ­δο­νὴ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ φαν­τά­στη­κε. Αἴφ­νης ἐ­γώ, σὰν πρω­τά­κου­σα τὴν πό­λη Μα­κρα­κώ­μη μα­γεύ­τη­κα. Ἤ­μουν πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σων ἐ­τῶν ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­μαι πὼς μό­λις εἶ­χα πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἄ­ρα ἕ­ξι ἢ ἑ­φτὰ μᾶλ­λον. Μα­κρα­κώ­μη, μοῦ φά­νη­κε σὰν ὄ­νο­μα ἀ­στε­ριοῦ. Θὰ ἦ­ταν κά­που μα­κριὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἕ­να μέ­ρος δύ­σκο­λο νὰ πά­ει κα­νείς, ἴ­σως καὶ ἀ­δύ­να­το γιὰ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, ἀλ­λὰ φω­τει­νό, πο­λὺ φω­τει­νό, ἴ­σως καὶ λί­γο κρύ­ο, ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ κρύ­ο ἀλ­λὰ τὸ κρύ­ο του θὰ ἦ­ταν λαμ­πε­ρὸ καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Κι ἔ­λε­γα μέ­σα μου πὼς ἐ­κεῖ θὰ ἔ­με­ναν κά­ποι­οι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι ποὺ βα­ρέ­θη­καν τὸν κό­σμο τοῦ­το καὶ με­τα­κό­μι­σαν στὸ θαῦ­μα ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ  ἴ­διοι καὶ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ὑ­πέ­ρο­χο, πιὸ ἰ­ρι­δί­ζον κα­θὼς προ­στί­θεν­ται κα­θη­με­ρι­νὰ κι ἄλ­λοι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν, δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρὶς κα­κί­α καὶ ζή­λεια, νὰ ζή­σουν ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ὁ κα­θέ­νας σὲ ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα, μὴν μὲ ρω­τή­σε­τε πό­τε καὶ για­τί, θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι ἡ Μα­κρα­κώ­μη ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ καὶ κόλ­λη­σα αὐ­θαί­ρε­τα τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «Ἠ­λεί­ας» (τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρα καν τί θὰ πεῖ «αὐ­θαί­ρε­τα», κι οὔ­τε μὲ ἔ­νοια­ζε γιὰ νά ΄μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι βα­σί­λει­ο τῶν παι­δι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α εἶ­ναι στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­ξου­σί­ας). «Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας» λοι­πόν. Για­τί καὶ ἡ «Ἠ­λεί­α» φάν­τα­ζε στὰ παι­δι­κά μου μά­τια ὡς τό­πος ξε­χω­ρι­στὸς καὶ μὲ ἀρ­χέ­γο­νη ὀ­μορ­φιὰ καὶ ποι­ό­τη­τα. Στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα γε­ω­γρα­φί­ας —ποὺ τώ­ρα τὰ λέ­με «τέ­στ», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ ἀγ­γλι­κὴ λέ­ξη, τὰ κά­νει λι­γό­τε­ρα φο­βε­ρὰ καὶ ἀγ­χο­γό­να γιὰ τὰ παι­διά, ποὺ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα πιὰ μα­θαί­νουν νὰ τα­ξι­δεύ­ουν μὲ μα­γι­κὰ τρέ­να καὶ ὅ­λο καὶ πιὸ μι­κρὰ κα­βα­λοῦν πυ­ραύ­λους ποὺ τὰ σφη­νώ­νουν σὲ ἄ­πρε­πες ἀ­λή­θει­ες τῶν με­γά­λων, δη­λα­δὴ στὰ ψέ­μα­τα ποὺ γρή­γο­ρα ἀ­φο­μοι­ώ­νουν λαί­μαρ­γα οἱ μπόμ­πι­ρες γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων, τὴν ἀ­πο­δο­χή τους ἢ ἁ­πλῶς τὴν ἡ­συ­χί­α τους) σ’ αὐ­τὰ τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα ἔ­γρα­φα μὲ ὡ­ραῖ­α στρογ­γυ­λὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα πὼς ὁ νο­μὸς Ἠ­λεί­ας βρί­σκε­ται στὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἔ­χει με­γά­λη καὶ ἀρ­χαί­α ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως ὁ γει­το­νι­κός του νο­μὸς Ἀ­χα­ΐ­ας. Ἔ­παιρ­να κα­λὸ βαθ­μό.

        Κρυ­φὰ ὅ­μως στὸν χάρ­τη ποὺ κα­τα­σκεύ­α­ζαν οἱ λάμ­ψεις τῶν ἄ­στρων, στε­ρέ­ω­να μὲ δι­α­μαν­τέ­νι­ες πι­νε­ζοῦ­λες τὴν το­πο­θε­σί­α Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας, ση­μει­ώ­νον­τας πὼς κά­πο­τε πρέ­πει νὰ τα­ξι­δέ­ψω ὡς ἐ­κεῖ. Τε­λευ­ταῖα τὰ μά­τια μου σκο­τει­νιά­ζουν ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ξε­χω­ρί­σω τὰ ἀν­τι­κεί­με­να καὶ τὶς λέ­ξεις ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στὴν ὀ­θό­νη τοῦ νοῦ. Γερ­νῶ καὶ φο­βοῦ­μαι μή­πως δὲν προ­λά­βω.

Κυ­ρια­κή, 30/1/2022



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βι­βλί­ο­:­ Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).