Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).



		

	

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης: Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το



Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το


ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΑΘΟΡΥΒΟ, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα τὶς κι­νή­σεις τοῦ κον­δυ­λο­φό­ρου καὶ στέ­γνω­νε γρή­γο­ρα τὶς ἔγ­χρω­μες στα­γό­νες τῆς με­λά­νης, κα­θρε­φτί­ζον­τας πά­νω του τὰ ση­μά­δια της. Ἡ ἁ­φὴ τῶν μα­θη­τι­κῶν μου ἀ­να­μνή­σε­ων. Δι­ευ­κό­λυ­νε τὴν ἀ­νά­γνω­ση καὶ φρόν­τι­ζε τὴν εὐ­τα­ξί­α τῆς σε­λί­δας, ἀ­φή­νον­τας ὅ­μως στὰ πα­τή­μα­τα κά­ποι­α δυσ­δι­ά­κρι­τα ἴ­χνη τῶν γρα­φο­μέ­νων.

     Ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῆς γρα­φῆς, ἕ­νας συμ­μα­θη­τὴς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου, στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη τοῦ Γυ­μνα­σί­ου στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, ἔ­στη­σε μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἀν­τι­γρα­φι­κὴ κομ­πί­να ποὺ ἄ­φη­σε ἐ­πο­χή. Ὁ εὐ­φάν­τα­στος μα­θη­τής, Βά­νιας τ’ ὄ­νο­μά του τὸ μι­κρό, πρό­δρο­μος τῶν ση­με­ρι­νῶν χά­κερ, γιὸς γνω­στοῦ για­τροῦ τῆς πό­λης, τρο­φο­δο­τοῦ­σε τοὺς συμ­μα­θη­τές του μὲ δι­α­φη­μι­στι­κὰ δῶ­ρα ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες στὸν πα­τέ­ρα του. Ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ «δῶ­ρα» ἦ­ταν καὶ κά­ποι­ες ὄ­μορ­φες δι­α­φη­μι­στι­κὲς κάρ­τες δι­πλῆς ὄ­ψης. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ πρό­βαλ­λαν ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες μὲ τὶς θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ φαρ­μά­κου καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη εἶ­χαν τὴν ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς κα­νο­νι­κοῦ στυ­πό­χαρ­του. Τὶς χρη­στι­κὲς ἐ­κεῖ­νες κάρ­τες πρό­σφε­ρε καὶ στοὺς κα­θη­γη­τές, ἀλ­λὰ σ’ αὐ­τοὺς μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη φει­δώ. Στὸν αὐ­στη­ρὸ μά­λι­στα μα­θη­μα­τι­κὸ τὸν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ἄθ­θο, ἐ­πει­δὴ ἔ­τρω­γε τὸ σίγ­μα ἀ­πὸ τοὺς ἄσ­σους ποὺ φι­λο­δω­ροῦ­σε στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα τοὺς μα­θη­τές, ἔ­δι­νε ἀ­πὸ μί­α μό­νο κάρ­τα στυ­πό­χαρ­του κά­θε φο­ρὰ καὶ μά­λι­στα ζη­τοῦ­σε νὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὴν προ­η­γού­με­νη γιὰ νὰ τοῦ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει μὲ και­νούρ­για. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ στυ­πό­χαρ­των πέ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ ὑ­πο­κλέ­ψει τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων στὸ μά­θη­μα τῆς Ἄλ­γε­βρας. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε: Ὁ Ἄθ­θος ἔ­γρα­φε ἀ­μέ­ρι­μνος, μὲ πέ­να καὶ με­λά­νι, στὴν αἴ­θου­σα τῶν κα­θη­γη­τῶν τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Στέ­γνω­νε βι­α­στι­κὰ τὶς ἀ­ρά­δες, περ­νών­τας ἀ­πὸ πά­νω τους τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ χαρ­τί, χω­ρὶς νὰ δί­νει ση­μα­σί­α, ἂν σ’ αὐ­τὸ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἕ­να μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων του. Ἡ «ὑ­πο­κλο­πὴ» ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ τῶν στυ­πό­χαρ­των καὶ μὲ τὴ χρή­ση κα­θρέ­φτη. Ὁ μα­θη­τὴς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς λύ­σεις τῶν ἀ­σκή­σε­ων ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ καὶ τὶς μοί­ρα­σε σὲ ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς συμ­μα­θη­τές του. Ὅ­λοι, ἀ­κό­μη καὶ ὁ πα­νύ­ψη­λος «ὑ­πο­δε­κά­με­τρος» ποὺ δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ μα­θη­μα­τι­κά, ἔ­γρα­ψαν σχε­δὸν ἄ­ρι­στα. Προ­κλή­θη­κε σκάν­δα­λο καὶ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ τὸ δι­α­γώ­νι­σμα λό­γῳ τῆς κα­θο­λι­κῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ δὲν προ­έ­κυ­ψε δό­λος ἀ­πὸ που­θε­νά, δὲν δό­θη­κε συ­νέ­χεια. Ὁ Ἄθ­θος ὅ­μως δὲν τό­ ‘βα­λε κά­τω, βαθ­μο­λό­γη­σε μὲ βά­ση τὰ ὀρ­θο­γρα­φι­κὰ λά­θη, τὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα καὶ τὶς μουν­τζοῦ­ρες. Δυ­ὸ-τρεῖς πῆ­ραν πά­λι ἄθ­θο κι ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἦ­ταν ὁ γιὸς τοῦ για­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν κα­κο­γρά­φος καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι συγ­κε­χυ­μέ­νες. Λέ­νε ὅ­τι ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ ἀ­κτι­νο­λό­γου στὸ Λὸς Ἀν­τζε­λὲς ἢ ὅ­τι ἔ­γι­νε χρη­μα­τι­στὴς στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1939). Ἐ­ρευ­νη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων δρα­στη­ρι­ο­τή­των, δι­α­τη­ρεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ στὴν ἔ­ρευ­να πολ­λῶν ἐρ­γα­σι­ῶν στὸ χῶ­ρο τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Πρωτοχρονιά στὴν Πάρνηθα


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Πρω­το­χρο­νιὰ στὴν Πάρ­νη­θα


ΙΝΑΙ ΝΥΧΤΑ. Ἕ­νας ἄ­γριος, μα­νι­α­σμέ­νος βο­ριὰς λυσ­σο­μα­νά­ει. Πα­ρα­μο­νὴ πρω­το­χρο­νιᾶς. Ἀ­πο­λο­γι­σμὸς ἑ­νὸς ὁ­λό­κλη­ρου χρό­νου καὶ ἐλ­πί­δες γιὰ τὸν ἑ­πό­με­νο.

          Εἶ­μαι σκο­πὸς σ’ ἕ­να φυ­λά­κιο στρα­τι­ω­τι­κὸ στὴν Πάρ­νη­θα. Ἔ­χω νὰ πά­ρω γράμ­μα ἀ­π’ τοὺς δι­κούς μου κον­τὰ δύ­ο μῆ­νες. Δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα γιὰ τὸν κό­σμο. Κρυ­ώ­νω. Φο­βᾶ­μαι. Πει­νά­ω. Τὸ τσι­γά­ρο ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται κι ἂν ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε. Δὲν ξέ­ρω τί ὥ­ρα εἶ­ναι. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει. Κι ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ μὴν προ­χω­ρά­ει. Τὸ νῆ­μα τῆς ὕ­φαν­σής του ἔ­χει τε­λει­ώ­σει πρὸ πολ­λοῦ, χω­ρὶς ν’ ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ. Ἡ σμί­λη τοῦ τορ­νευ­τὴ χά­θη­κε. Ὁ χρό­νος ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἕ­νας ὀγ­κό­λι­θος ἀ­κα­τέρ­γα­στος, ὁ­λό­κλη­ρος, ἀ­τό­φιος, ἐ­κεῖ κον­τά μου στὶς νό­τι­ες ὑ­πόρει­ες τῆς Πάρ­νη­θας, κον­τὰ στὸ φυ­λά­κιο Καύ­κα­σό μου καὶ κε­λί μου.

          Ὅ­λα μοῦ ἔ­δι­ναν μιὰ ἄλ­λη ὄ­ψη, το­νί­ζον­τας τὴν ἄ­χα­ρη τού­τη πα­ρα­μο­νὴ τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς. Τὰ οὐρ­λι­ά­σμα­τα τῶν τσα­κα­λι­ῶν καὶ οἱ ὑ­στε­ρι­κὲς κραυ­γὲς τῶν ὄ­μορ­φων στὸ φτέ­ρω­μα πα­γω­νι­ῶν, ἐ­πι­δεί­νω­ναν τὴν ὅλη κα­τά­στα­ση. Κι ἐ­γὼ μὲ τ’ ὅ­πλο γε­μά­το στὰ χέ­ρια. Οἱ τά­φοι τῶν ἀν­θρώ­πων ἦ­ταν πο­λὺ μα­κριά, ἀλ­λὰ νω­πὰ ἀ­κό­μα τὰ χώ­μα­τα ποὺ τοὺς σκέ­πα­ζαν. Γι’ αὐ­τὸ μιὰ ἠ­χὼ ἔ­φερ­νε στ’ αὐ­τιά μου μό­νο τὴ λέ­ξη φρί­κη…

          Ἀλ­λὰ ἡ φω­νὴ πού ἀ­κου­γό­ταν ἀ­πὸ λί­γα λε­πτὰ πρίν, φώ­να­ζε τὸ ξε­χα­σμέ­νο πραγ­μα­τι­κό μου ὄ­νο­μα. Τώ­ρα τὸ ἀ­κού­ω κα­θα­ρά. Δη­μή­τρη… Δη­μή­τρη… Μιὰ γλυ­κεί­α φω­νὴ μὲ τὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἔ­χει κα­νείς, ὅ­ταν ἔ­χει χά­σει τὸν ἄν­θρω­πό του καὶ ψά­χνει νὰ τὸν βρεῖ. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν πο­λὺ κον­τά μου, για­τί κα­θὼς ὁ ἀ­έ­ρας ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἔ­παιρ­νε τὴ φω­νή της σὰν ἕ­να φίλ­τρο καὶ τὴν ἔ­φερ­νε κα­θα­ρή, γλυ­κεί­α, καρ­τε­ρι­κὴ στ’ αὐ­τιά μου. Ἡ γνώ­ρι­μη κι ἀ­γα­πη­μέ­νη μου φω­νὴ ἦ­ταν τώ­ρα ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­π’ τὰ πρῶ­τα ἔ­λα­τα. Στὸ δρό­μο ποὺ ἐρ­χό­ταν γιὰ τὸ φυ­λά­κιό μου.

          Ἀ­κούμ­πη­σα ὄρ­θιο τὸ ὅ­πλο μου, ἀ­να­σή­κω­σα λί­γο τὸ κρά­νος βγά­ζον­τας ἔ­ξω τὸ κε­φά­λι γιὰ ν’ ἀ­φουγ­κρα­στῶ κα­λύ­τε­ρα. Τώ­ρα πιὰ ἤ­μουν σί­γου­ρος σὲ ποι­ὰ ἀνῆ­κε ἡ φω­νή, ποὺ φώ­να­ζε τ’ ὄ­νο­μά μου. Ἴ­δια ἡ φω­νή της. Ἱ­κε­τευ­τι­κή, γλυ­κεί­α, πο­νε­μέ­νη, ὅ­πως τό­τε πού μὲ φώ­να­ζε τὴν ὥ­ρα πού χω­ρί­σα­με. Χω­ρὶς ἐ­γὼ νὰ γυ­ρί­σω πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε. Πλη­σί­α­σε ἀ­κό­μα. Ἡ σι­λου­έ­τα τῆς ἴ­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α κα­μιά. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη. Ἤ­μουν πιὰ σί­γου­ρος. Τὸ το­πί­ο κι ἡ νύ­χτα μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ζαν λί­γο τὴν ὄ­ψη της, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἡ ἴ­δια. Ἤ­ξε­ρε, ἄ­ρα­γε, ὅ­τι πλη­σιά­ζει σὲ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη πε­ρι­ο­χή, ὅ­τι, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ος ἄλ­λος στὸ φυ­λά­κιο, θὰ κιν­δύ­νευ­ε ἄ­με­σα ἡ ζω­ή της; Οὔ­τε τὰ «στὸπ» τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου δρό­μου, οὔ­τε τ’ ἄ­λε­πάλ­λη­λα δι­κά μου «ἂλτ» τὴν ἐμ­πό­δι­σαν νὰ πλη­σιά­σει.

          Ἡ ἕλ­ξη καὶ ἡ ἀ­πώ­θη­ση ταυ­τί­στη­καν σὰ δυ­ὸ πράγ­μα­τα ἀ­ξε­χώ­ρι­στα με­τα­ξύ τους. Τὰ δέν­τρα τρι­γύ­ρω εὐθυ­γραμ­μίστη­καν κά­νον­τας δε­ξιὰ ἀ­ρι­στε­ρὰ ἐ­πί­ση­μο ἄ­γη­μα, στὴν ἀ­νε­πί­ση­μη ἀ­πο­ψι­νὴ πα­ρου­σί­α της. Ἡ μη­χα­νὴ πα­ρα­γω­γῆς ἠ­λε­κτρι­κοῦ ρεύ­μα­τος στα­μά­τη­σε, φορ­τώ­νον­τας, τὶς λυ­χνί­ες της μὲ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀμ­πέρ, ἐ­ναρ­μο­νι­ζό­με­νη κι αὐ­τὴ στὴν ἔν­τα­ση τῆς στιγ­μῆς. Πα­ρα­βι­ά­ζον­τας τὸν ἀ­έ­να­ο ρυθ­μό της…

          Γα­λή­νια πό­δια, τρε­μά­με­να, αἰχ­μά­λω­τα, κα­τέ­βη­καν τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκο­πιᾶς, κι ἀλ­λά, πάν­λευ­κα ἔ­κα­ναν τὰ δυ­ὸ τε­λευ­ταῖ­α βή­μα­τα πρὸς τὸ μέ­ρος μου.

          Κα­τα­λά­βα­με… Δὲν ἤ­μουν ἐ­γὼ γι’ αὐ­τὴν οὔ­τε αὐ­τὴ γιὰ μέ­να. Τ’ ὄ­νο­μά μου ταί­ρια­ζε ἁ­πλὰ μ’ ἐ­κεῖ­νο τοῦ συ­νό­δου της.

          Κι ἐ­γὼ ὁ ἀ­νό­η­τος πί­στε­ψα, πώς μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἐ­κεί­νη.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Διηγήματα, Πλέθρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


 

Σταυρούλα Τσούπρου: Ἐκτὸς διαδρομῆς


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς


Στὴν Ἡρὼ Νικοπούλου

μὲ ἀφορμὴ τὸ ὁμότιτλο ζωγραφικὸ της ἔργο

 

ΗΜΕΡΑ ΗΤΑΝ ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη μέ­ρα. Σή­με­ρα θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν συ­νη­θι­σμέ­νη κα­θη­με­ρι­νὴ πο­ρεί­α του σὲ μί­α ἀ­κρο­βα­σί­α ἐ­κτὸς δι­α­δρο­μῆς. Σή­με­ρα θὰ ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη του ἀ­το­μι­κὴ προ­σπά­θεια, χω­ρὶς κοι­νό, ἤ, μᾶλ­λον, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς μό­νο καὶ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ θε­α­τή· θε­α­τὴ καὶ θε­ώ­με­νο συ­νά­μα.

         Ὅ­λα ἦ­ταν κα­νο­νι­σμέ­να. Τὸ εἰ­δι­κὸ σκοι­νὶ εἶ­χε τεν­τω­θεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ δύ­ο με­γα­θή­ρια ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν προ­η­γου­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθεῖ κα­νείς, τὸ εἶ­χε στε­ρε­ώ­σει στὶς φτι­αγ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο ὑ­πο­δο­χές, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ τό­σες φο­ρὲς νὰ γί­νε­ται στὴ δου­λειά του, στὸ τσίρ­κο, ἀ­πὸ τοὺς τε­χνι­κούς. Ἂν πε­τύ­χαι­νε ἐ­τού­τη ἡ ἀ­πό­πει­ρα, θὰ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν ἴ­δια δι­α­δι­κα­σί­α, με­θο­δι­κὰ καὶ μὲ ὑ­πο­μο­νή, καὶ στὰ ὑ­πό­λοι­πα ψη­λὰ κτή­ρια τῆς πό­λης. Ἦ­ταν τό­σα πολ­λά. Ἔ­φτα­ναν γιὰ μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή. Γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν δι­κή του ζω­ή, του­λά­χι­στον.

         Πλύ­θη­κε, ἔ­φα­γε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του πρω­ι­νὸ καὶ ἔ­κα­νε τὴν του­α­λέ­τα του σχο­λα­στι­κά, χω­ρὶς ἄγ­χος. Τὰ πράγ­μα­τα εἶ­χαν μπεῖ σὲ μιὰ σει­ρά. Οἱ ἀ­πο­φά­σεις εἶ­χαν παρ­θεῖ.

         Ξε­κρέ­μα­σε τὴν φο­ρε­σιά του καὶ τὴν χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει δὲν χόρ­ται­νε νὰ τὴν κοι­τά­ζει. Τὸ στε­νὸ ἐ­λα­στι­κὸ πο­δη­λα­τι­κὸ παν­τε­λο­νά­κι ἦ­ταν τὸ κα­τάλ­λη­λο μαῦ­ρο φόν­το γιὰ τὴν ἀ­ρα­δω­τὴ ἄ­σπρο-μαῦ­ρο καὶ φω­σφο­ρι­ζὲ πορ­το­κα­λὶ μπλού­ζα του μὲ τὰ ἀ­σορ­τὶ ἀ­θλη­τι­κὰ πο­δη­λα­τι­κὰ πα­πού­τσια. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ πα­ρο­μοιά­ζει τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­γρι­ο­μέ­λισ­σα (ὄ­χι μὲ σφή­κα) ποὺ θὰ πε­τοῦ­σε μὲ τὸν δι­κό της τρό­πο πά­νω ἀ­πὸ τὸ τσι­μέν­το στὸν ἀ­νοι­χτὸ οὐ­ρα­νό, ἐ­λεύ­θε­ρη πιὰ ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὶς σκι­ὲς τῶν κτι­ρί­ων.

         Ντύ­θη­κε καὶ ἄ­λει­ψε τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ γυ­μνὰ ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του μὲ ἕ­να κα­λὸ ἀν­τη­λια­κό. Ἔ­στω καὶ τὰ ἐ­λα­φρᾶς μορ­φῆς ἐγ­καύ­μα­τα δὲν θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν πα­ρά­ση­μο.

         Ἦ­ταν ἕ­τοι­μος. Ἔ­ξω εἶ­χε ξη­με­ρώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Πῆ­ρε τὸ πο­δή­λα­τό του καὶ ἀ­νέ­βη­κε μὲ τὸν ἀ­νελ­κυ­στή­ρα στὴν τα­ρά­τσα. Αὐ­τὴν τὴν φο­ρά, λοι­πόν, θὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τῆς δου­λειᾶς του ὄ­χι γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, οὔ­τε γιὰ τὸν συ­χνὰ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νο ἴ­λιγ­γο τοῦ κιν­δύ­νου, ἀλ­λὰ ὡς δι­έ­ξο­δο πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ δού­λευ­ε γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Τί πιὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­πὸ αὐ­τό;

         Βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς ἀ­νά­κλη­σης λει­τουρ­γοῦ­σε σω­στά. Εἶ­χε συν­δέ­σει τὸν δι­α­κό­πτη ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὴν πα­λιν­δρο­μι­κὴ κί­νη­ση τοῦ πο­δη­λά­του του μὲ τὸ φρέ­νο καὶ τὸ τι­μό­νι. Ἂν κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀν­τὶ νὰ γεί­ρει θὰ γύ­ρι­ζε κα­τευ­θεί­αν πί­σω.

         Ἕ­νας μό­νον ἦ­ταν ὁ φό­βος του. Ἕ­νας, ἀλ­λὰ φαρ­μα­κε­ρός. Ἂν μπλο­κά­ρι­ζε ὁ μη­χα­νι­σμός, θὰ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ κτή­ρια ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά, πά­λι καὶ πά­λι, ἱ­πτά­με­νος πο­δη­λά­της αἰχ­μά­λω­τος τῆς δί­ψας του γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὥ­σπου κά­ποι­ος νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν ἀ­πεγ­κλω­βί­σει ἀ­π’ τὸ κε­νό.

         Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τό­σο πο­λὺ τὸν εἶ­χε τυ­ραν­νή­σει αὐ­τὸς ὁ φό­βος ὅ­λον τὸν και­ρὸ κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πε­ξερ­γα­ζό­ταν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του, ὥ­στε εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­ξοι­κει­ώ­νε­ται μὲ τὴν ἰ­δέ­α. Κα­λύ­τε­ρα νὰ πα­λιν­δρο­μεῖ στοὺς αἰ­θέ­ρες πα­ρὰ στοὺς δρό­μους καὶ στὰ πε­ζο­δρό­μια, στὰ δω­μά­τια καὶ στὶς πλα­τεῖ­ες, ἐ­κεῖ κά­τω χα­μη­λά, στὴν σκιὰ τῶν τσι­μέν­των. Θὰ τὸν ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν κά­ποι­α στιγ­μή, θὰ τὸν ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, ζων­τα­νὸ ἢ νε­κρό. Μέ­χρι τό­τε, θὰ εἶ­χε προ­λά­βει νὰ εἰ­σπνεύ­σει ἀρ­κε­τὴ ξε­νοια­σιά, ἀρ­κε­τὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ ὅ­λα, ἀρ­κε­τὴ ἠ­ρε­μί­α τοῦ μυα­λοῦ καὶ τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν του ὀρ­γά­νων. Μέ­σω τῆς δου­λειᾶς του στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Θὰ τὸ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Τοῦ ἄ­ρε­σε πάν­το­τε τό­σο πο­λὺ ἡ πο­δη­λα­σί­α στὰ ψη­λά. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἀν­τί­ο.

         Πεν­τὰλ καὶ φύ­γα­με…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

 

Πίνακας τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου ἀπὸ τὴν ζωγραφικὴ ἐνότητα Ἡ ἄλλη πόλη.

Σῶτος Ντανᾶς: [Εἶμαι στὸν ἕβδομο 7ο καὶ θὰ πηδήσω…]


Σῶτος Ντανᾶς


[Εἶμαι στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω…]

 

ΙΜΑΙ στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω.

Πε­τά­ω σή­με­ρα πε­τά­ω­ω­ω.

Ὅ­λα ἀ­στρά­φτουν!!!

Γυ­ρί­ζουν… ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζουν ὅ­λα.

Ἄγ­γε­λοι στὸν οὐ­ρα­νὸ χο­ρεύ­ουν… τοὺς βλέ­πω!!!

Μου­σι­κὲς οὐ­ρά­νι­ες, φω­νὲς γλυ­κὲς …τὶς ἀ­κού­ω!!!

Ἀγ­κα­λι­ὲς πε­λώ­ρι­ες… μὲ κα­λοῦν!!!

Τὸ μυα­λὸ βου­ΐ­ζει… ἡ καρ­διὰ θὰ σπά­σει.

Τρέλ­λα σοῦ λέ­ω… τρέλ­λα θεί­α!!!

Τρα­γου­δά­ω… χο­ρεύ­ω… ἀ­κρο­βα­τῶ!!!

Γε­ρὴ καὶ ἡ δό­ση ποὺ πῆ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή.

Ἔ­στη­σα καὶ τὴν κά­με­ρα στὸ κάγ­κελο, καὶ σελ­φά­ρω…

Κλεί­νω τὰ μά­τια, ὁρ­μά­ω… Καὶ πη­δά­α­α­ω­ω­ω!!!

Μα­τά­κιδες!

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σῶ­τος Ντα­νᾶς. (Καρίτσα, 1950). Σπούδασε ἰταλικὴ φιλολογία. Ζεῖ στὸ Βόλο.


Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).