Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Τὸ Γκόλεμ καὶ ὁ ραβίνος (Ι)


02-Shua,AnaMaria-ToGkolemKaiORabinos-Eikona-01


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τὸ Γκό­λεμ καὶ ὁ ρα­βί­νος (Ι)


03-PiΟΛΛΟΙ ΚΑΒΑΛΙΣΤΕΣ κα­τεῖ­χαν τὴ γνώ­ση γιὰ νὰ φτιά­ξουν ἕ­να Γκό­λεμ, λί­γοι ὅ­μως μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν τὸ Γκό­λεμ νὰ τοὺς ὑ­πα­κού­σει. Λέ­γε­ται πὼς ἕ­να ἀ­νυ­πό­τα­κτο Γκό­λεμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε δη­μι­ουρ­γή­σει ἕ­νας ρα­βί­νος κατ΄ εἰ­κό­να καὶ κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σή του, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε τού­τη τὴ φα­νε­ρὴ ὁ­μοι­ό­τη­τα παίρ­νον­τας τὴ θέ­ση τοῦ Δη­μι­ουρ­γοῦ του. Ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή, ἂν καὶ πέ­ρα γιὰ πέ­ρα ἀ­λη­θι­νή, εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στη μιᾶς καὶ οὐ­δεὶς ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴ δι­α­φο­ρὰ ἐ­κτὸς φυ­σι­κὰ ἀ­πὸ τὴν τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νη γυ­ναί­κα τοῦ ρα­βί­νου, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­σι­ω­πή­σει τὸ γε­γο­νός.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Casa des Geishas, Sudamericana, Buenos Aires, 1992.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερ­μα­νί­α ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».


			

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ἠ ἐλευθερία ποὺ φιλήσυχα περιπλανιόταν…

.

04-Beach,Lou-IEleytheriaPouFilisychaPeriplaniotan-Eikona-02

.

Λοὺ Μπὶτς (L­ou B­e­a­ch)

.

01-Htta ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ποὺ φι­λή­συ­χα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν, μύ­ρι­ζε τοὺς κά­δους καὶ τὰ δέν­τρα, ἔ­πι­α­νε τὶς ἱ­πτά­με­νες μπά­λες, ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μπα­σταρ­δά­κι, πλη­γώ­θη­κε ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τοῦ ἠ­λί­θιου γεί­το­νά μου, τοῦ Νό­ρις, ἑ­νὸς μο­χθη­ροῦ κα­θάρ­μα­τος ποὺ ἔ­τσι καὶ τύ­χαι­νε νὰ πέ­σει ἡ μπά­λα σου στὸν κῆ­πο του, θὰ τὴν ἔ­κο­βε στὰ δύ­ο μὲ τσε­κού­ρι. Ἡ Ἐ­λευ­θε­ρί­α τρι­γύ­ρι­ζε στὸ χω­ρά­φι τοῦ Νό­ρις κι ἐ­κεῖ­νος τὴν πυ­ρο­βό­λη­σε μὲ τὸ του­φέ­κι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ νὰ ρί­χνει στοὺς σκί­ου­ρους. Ἀ­ναγ­κα­στή­κα­με νὰ ἀ­κρω­τη­ρι­ά­σου­με τὸ πί­σω ἀ­ρι­στε­ρό της πό­δι, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα κι ὡς τρί­πο­δο σκυ­λὶ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὸν Νό­ρις ὡς ἀρ­τι­με­λῆ, δί­πο­δο ἄν­θρω­πο.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Τζέιμς Στίλ (James Still): Ἡ μετακόμιση

 

Still,James-IMetakomisi-Eikona-02

 

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still)

 

Ἡ με­τα­κό­μι­ση

(The Moving)

 .

04-Sigma-Chronica_Polonorum_SΤΕΚΟΜΑΣΤΑΝ δί­πλα στὴ φορ­τω­μέ­νη ἅ­μα­ξα ἐ­νῶ ὁ πα­τέ­ρας κάρ­φω­νε τὰ πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα καὶ ἔ­φτυ­νε μέ­σα στὶς κλει­δα­ρι­ὲς γιὰ νὰ τὶς κά­νει νὰ γυ­ρί­σουν. Πε­ρι­μέ­να­με, τὸ ἴ­διο ἀ­νυ­πό­μο­να μὲ τὴ φο­ρά­δα ποὺ ἦ­ταν ζε­μέ­νη στὴν ἅ­μα­ξα, ἀ­δη­μο­νών­τας νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με ἀ­πὸ τὰ ἐ­πί­μο­να βλέμ­μα­τα. Τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο τοῦ Χάρ­ντστε­ϊ εἶ­χε κλεί­σει γιὰ πάν­τα καὶ δι­ά­φο­ροι ἀρ­γό­σχο­λοι ἄν­τρες εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ νὰ δοῦν ποὺ θὰ φεύ­γα­με. Κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὸ φρά­κτη, στρι­μώ­χνον­ταν ἐ­κεῖ ποὺ οἱ μί­σχοι ἀ­πὸ τὶς ρε­τσι­νο­λα­δι­ὲς ἔ­πλε­καν γρο­θι­ὲς μὲ τὰ κα­φε­τιὰ φύλ­λα.

       Εἶ­δα τὰ ἀ­γό­ρια, μὲ τὶς τσέ­πες γε­μά­τες πέ­τρες, νὰ κοι­τά­ζουν κλε­φτὰ τὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων μας. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κα τὰ πρό­σω­πά τους καὶ ἔ­νιω­σα νὰ γε­μί­ζω νο­σταλ­γί­α. Λα­χτα­ροῦ­σα μιὰ κου­βέν­τα, ἕ­ναν ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό. Ὅ­μως, μό­νο ἕ­νας ἀ­γα­θού­λης λυ­πό­ταν ποὺ θά ’φευ­γα – ἕ­νας ἄν­τρας μὲ μυα­λὸ παι­διοῦ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ κορ­δό­νια καὶ τὰ τσιγ­κά­κια ἀ­πὸ τὰ πα­κέ­τα κα­πνοῦ, ἕ­να παι­δὶ μὲ με­γα­λί­στι­κα ροῦ­χα κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νὰ λέ­ει πάν­τα τὰ πράγ­μα­τα ἀ­νά­πο­δα. Ὁ Χὶγκ Σό­μερς στε­κό­ταν μὲ τὰ μά­τια γουρ­λω­μέ­να καὶ οἱ ἄλ­λοι τὸν κο­ρό­ι­δευ­αν. Κά­ποι­ος γο­νά­τι­σε καὶ τοῦ ἔ­λυ­σε τὰ κορ­δό­νια τῶν πα­που­τσι­ῶν του.

      Ἂν καὶ εἶ­χαν βγεῖ καὶ γυ­ναῖ­κες καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἀ­πὸ τὶς βε­ράν­τες τους, μό­νο μιὰ χή­ρα ἦρ­θε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὴ μη­τέ­ρα. Ἡ Σού­λα Μπά­σαμ βά­δι­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μας, ψη­λὴ σὰν κυ­πα­ρίσ­σι, μὲ ἕ­να κί­τρι­νο σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της νὰ κου­νι­έ­ται σὰν βα­ρί­δι ἀ­πὸ ἐκ­κρε­μές.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ εἶ­πε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο: «Ἂν εἶ­χα ἐ­γὼ γυ­ναί­κα στὸ μπό­ι της, θὰ τῆς κρέ­μα­γα κο­λο­κύ­θες, νὰ κά­νει τὴν τα­ΐ­στρα γιὰ τὰ που­λιά. Μὰ τὴν πί­στη μου, σοῦ λέ­ω.» Οἱ ἄλ­λοι γέ­λα­σαν πνι­χτά. Ὁ Λὸς ἔ­κα­νε πί­σω· ἤ­ξε­ρε ὅ­τι οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της δὲν εἶ­χαν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς μῦς τῶν ἀν­τρῶν.

      Ἡ Σού­λα ἦ­ταν τε­ρά­στια δί­πλα στὴ μη­τέ­ρα. Τὸ μεν­τα­γιὸν κρε­μό­ταν σὰν ἀλ­φά­δι. Ἡ μη­τέ­ρα ἴ­σα ποὺ ἔ­φτα­νε τὸ ἑ­νά­μι­σι μέ­τρο καὶ ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ κοί­τα­ζε στὸν οὐ­ρα­νό. Καὶ τὰ μά­τια της στά­θη­καν στὸ μεν­τα­γιόν, μιὰ καὶ ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε πο­τέ της μεν­τα­γιόν, δα­χτυ­λί­δι ἢ καρ­φί­τσα. Ἡ Σού­λα μί­λη­σε φω­να­χτὰ στὴ μη­τέ­ρα, ρί­χνον­τας στοὺς ἄν­τρες πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς μα­τι­ές: «Πρέ­πει νὰ νι­ώ­θεις πε­ρή­φα­νη ποὺ ὁ ἄν­τρας σου δὲν θέ­λει νὰ μεί­νει νὰ σα­πί­σει στὸ Χάρ­ντστε­ϊ, νὰ κο­προ­σκυ­λιά­ζει ὁ­λη­με­ρίς. Σύν­το­μα ὅ­λοι θὰ πρέ­πει νὰ φύ­γουν. Ἢ αὐ­τὸ ἢ θὰ ψο­φή­σουν τῆς πεί­νας. Δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀ­νοί­ξει ξα­νὰ τὸ ὀ­ρυ­χεῖ­ο. Πά­ει, τά ’­φα­γε τὰ ψω­μιά του.»

      Τὰ λό­για της φά­νη­κε νὰ ἀ­να­στα­τώ­νουν τοὺς ἄν­τρες. Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ σή­κω­σε ψη­λὰ τὰ χέ­ρια του καὶ τὰ ἅ­πλω­σε ὅ­πως κά­νουν οἱ ἱ­ε­ρο­κή­ρυ­κες. «Δὲν πρό­κει­ται νὰ πᾶ­νε που­θε­νὰ αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι», εἶ­πε. «Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­ταυ­λι­σμοὶ στὸν πο­τα­μὸ Κεν­τά­κι ποὺ νὰ ζη­τᾶ­νε ἐρ­γά­τες. Που­θε­νὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν δου­λει­ές. Εἶ­ναι ἔγ­κλη­μα νὰ γυρ­νᾶς τοὺς δι­κούς σου ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ σὰν τοὺς γύ­φτους. Ὅ­σο ἔ­χεις μιὰ στέ­γη πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου, ἐ­κεῖ εἶ­ναι καὶ τὸ σπί­τι σου, αὐ­τὸ λέ­ω ἐ­γώ.»

      Οἱ ἄν­τρες ἔ­βγα­λαν μουγ­κρη­τὰ ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας καὶ κου­νοῦ­σαν τὸ κε­φά­λι τους, ἐ­νῶ τὰ παι­διὰ σή­κω­ναν τὶς τσέ­πες τους ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τες πέ­τρες καὶ κον­το­σί­μω­ναν στὴν ἅ­μα­ξα. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο ἅρ­πα­ξε τὸ κα­πέ­λο τοῦ Χὶγκ Σό­μερς καὶ τὸ φό­ρε­σε. Αὐ­τὸ στη­ρί­χτη­κε πά­νω στ’ ἀ­φτιά του. Τὰ ἀ­γό­ρια ἀ­κούμ­πα­γαν στὶς ρό­δες τῆς ἅ­μα­ξας, ἔ­πι­α­ναν τὰ χα­λι­νά­ρια τῆς φο­ρά­δας, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι τοῦ κι­βώ­τιου μὲ τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α γιὰ νὰ δοῦν τί ἔ­χει μέ­σα. Ὁ Σέ­σι σύρ­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι, ἀ­πὸ τὰ πί­σω πρὸς τὰ μπρός, καὶ κου­νοῦ­σε τὸν ζυ­γό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου μή­πως κά­νει κα­μιὰ κα­σκα­ρί­κα.

      Ὁ πα­τέ­ρας ἦρ­θε στὴν αὐ­λὴ κρα­τών­τας τὸ κλει­δί – τὸ σπί­τι ἦ­ταν πιὰ κλει­στό, ἀ­πο­κλεί­ον­τας τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με. Κοί­τα­ξα τὸ ἄ­δει­ο κέ­λυ­φος ποὺ ἦ­ταν τὸ σπί­τι μας, κοί­τα­ξα με­τὰ τὴ χα­μέ­νη πό­λη, καὶ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ μεί­νω στὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χα γεν­νη­θεῖ, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ γνώ­ρι­ζα. Ὁ πα­τέ­ρας σή­κω­σε ψη­λά το κλει­δί, πε­ρα­σμέ­νο στὸ ἕ­να δά­χτυ­λο. «Θὰ ἤ­μουν ὑ­πό­χρε­ος», εἶ­πε, «ἂν κά­ποι­ος ἔ­δι­νε τὸ κλει­δὶ στὸν ἐ­πι­στά­τη».

      Ὁ Χὶγκ Σό­μερς πῆ­γε βα­ρι­ο­πα­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ πα­τέ­ρα, μὲ τὸ που­κά­μι­σο νὰ ἀ­νε­μί­ζει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του. Κά­ποι­ος τὸ εἶ­χε τρα­βή­ξει καὶ τοῦ τό ’­χε βγά­λει. «Ἐ­γὼ θὰ τὸ φέ­ρω», φώ­να­ξε ὁ Χίγκ, καὶ σὰν μω­ρὸ ἅ­πλω­σε καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια νὰ πιά­σει τὸ κλει­δί.

      «Δὲν θέ­λω νὰ τὸ φέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας. Δὲν σκό­πευ­ε νὰ ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὸ κλει­δὶ σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τε­τρα­κό­σια. «Λά­θος κα­τά­λα­βες. Θέ­λω νὰ τὸ πά­ει κά­ποι­ος.»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, ἀλ­λὰ δὲν προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε νὰ πά­ει αὐ­τὸς τὸ κλει­δί. «Ἀ­κό­μα καὶ ἡ Βί­βλος λέ­ει νὰ μὴν πα­ρα­σύ­ρου­με τοὺς ἀ­θώ­ους», εἶ­πε σο­βα­ρά. «Μεῖ­νε ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χεις σα­νί­δια κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια σου καὶ κε­ρα­μί­δια πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι σου.»

      Ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε μὲ θυ­μό: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει νό­μος ποὺ νὰ λέ­ει νὰ κοι­τᾶ­με τὴ δου­λειά μας. Προ­τι­μῶ νὰ πνι­γῶ στὸν ἱ­δρώ­τα ψά­χνον­τας νὰ βρῶ δου­λειὰ πα­ρὰ νὰ μὲ φά­ει τὸ σα­ρά­κι στὸ Χάρ­ντστε­ϊ.»

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ πλη­σί­α­σε τὸν πα­τέ­ρα, μὲ τὰ μά­τια του νὰ καῖ­νε καὶ τὶς γω­νι­ὲς τοῦ στό­μα­τός του νὰ συ­στρέ­φον­ται. Ἔ­γνε­ψε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Σού­λα Μπά­σαμ. «Με­τὰ χα­ρᾶς νὰ πά­ω ἐ­γὼ τὸ κλει­δὶ ἂν πά­ρεις κι ἐ­σὺ μα­ζί σου τὴν ψη­λέγ­κω τὴ χή­ρα καὶ τὴν πᾶς κά­που νὰ βρεῖ ἄν­τρα. Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ φο­ρά­ει τὰ μαῦ­ρα.»

      Οἱ ἄλ­λοι βάλ­θη­καν νὰ γε­λοῦν, πνί­γον­ταν, ξε­φυ­σοῦ­σαν. Ἡ Σού­λα γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα μὲ τὸ πρό­σω­πο νὰ τὸ φω­τί­ζει ὁ θυ­μός. «Ἂν εἶ­χα κα­τὰ νοῦ νὰ παν­τρευ­τῶ», εἶ­πε καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ με­τά­νι­ω­νε γιὰ τὰ λό­για της, «σί­γου­ρα θὰ πή­γαι­να ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­βρι­σκα κα­τάλ­λη­λο ἄν­τρα. Θὰ πή­γαι­να…»

      Ὁ Σὶλ Λά­βλοκ τὴ δι­έ­κο­ψε, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὰ λε­γό­με­νά της. Ρώ­τη­σε τὸν πα­τέ­ρα: «Τί θὰ τρῶ­τε γιὰ ψω­μὶ στὸ δρό­μο; Δὲν πέ­φτει πιὰ μάν­να ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ στὶς μέ­ρες μας.»

      Ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λοῦ­σε πα­ρα­τη­ρών­τας τὴ Σού­λα. Εἶ­δε ποὺ σφί­χτη­καν οἱ μῦς στὰ μπρά­τσα της καὶ ὁ Λὸς ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας γύ­ρι­σε πρὸς τὸν Σὶλ καὶ τοῦ εἶ­πε κα­λο­δι­ά­θε­τα: «Μὰ τὸ πρω­ὶ ὑ­πάρ­χει τὸ δρο­σό­με­λι στὰ φύλ­λα. Μπο­ροῦ­με νὰ ξυ­πνοῦ­με νω­ρὶς καὶ νὰ τρῶ­με αὐ­τό.»

      «Ἄ­σ’ τους νὰ πᾶν στὸ δι­ά­ο­λο», εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα γιὰ νὰ ἠ­ρε­μή­σει τὴ Σού­λα. «Οἱ ἄν­τρες δὲν ἔ­χουν θε­ό. Ἄ­σ’ τους νὰ βουρ­λί­ζον­ται.» Πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν τὸ μεν­τα­γιόν, τὸ με­λε­τοῦ­σε γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει, νὰ πά­ρει μα­ζί της τὴ θύ­μη­σή του. Σκέ­φτη­κα τῆς μη­τέ­ρας τὰ ἀ­τρύ­πη­τα ἀ­φτιὰ ἀ­π’ ὅ­που πο­τὲ δὲν εἶ­χε κρε­μά­σει σκου­λα­ρί­κια, τὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να της δά­χτυ­λα ποὺ δὲν τὰ εἶ­χε τυ­λί­ξει χρυ­σά­φι, τὸν ἀ­στό­λι­στο μποῦ­στο της ποὺ οὔ­τε μιὰ καρ­φί­τσα δὲν εἶ­χε φι­λο­ξε­νή­σει. Κοί­τα­ζε τὸ μεν­τα­γιὸν ὄ­χι μὲ ἐ­πι­θυ­μί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­πο­ρί­α.

      «Θὰ τὸ πά­ρω ἐ­γὼ τὸ κλει­δί», εἶ­πε ἡ Σού­λα, «ἀ­φοῦ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος πρό­θυ­μος νὰ κά­νει τὸν κα­λὸ γεί­το­να».

      Ὁ Λὸς ἄ­νοι­ξε τὰ χέ­ρια του, μὲ τὸ πρό­σω­πο σο­βα­ρε­μέ­νο, σὰν τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τας. Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἔ­δει­ξε τὴ Σού­λα, μὲ τὸ ἄλ­λο ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸ πλῆ­θος. «Πάν­τα συμ­πο­νοῦ­σα τὶς χῆ­ρες», εἶ­πε. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὸ ὕ­ψος τῆς Σού­λα. «Ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς ποὺ μα­ζευ­τή­κα­με ἐ­δῶ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος ἄν­τρας ποὺ νὰ θέ­λει νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν Τε­τρά­ψη­λη Γυ­ναί­κα.»

      Τὸ στό­μα τῆς Σού­λα σκλή­ρυ­νε. «Νὰ μοῦ λεί­πει ὁ οἶ­κτος σου», τοῦ φώ­να­ξε. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του μὲ τὰ νεῦ­ρα τῶν χε­ρι­ῶν της νὰ τεν­τώ­νουν. Ὅ­ταν ὁ Λὸς πι­σω­πά­τη­σε, ἡ Σού­λα στρά­φη­κε πρὸς τὴ μη­τέ­ρα μου, ποὺ μό­λις εἶ­χε ἀ­νέ­βει πά­νω στὴν ἅ­μα­ξα. Τώ­ρα τὰ μά­τια τους ἦ­ταν στὸ ἴ­διο ὕ­ψος. «Ἐ­σὺ μὲ βο­ή­θη­σες ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ δι­κοί μου», εἶ­πε ἡ Σού­λα. «Ἐ­σὺ μὲ πα­ρη­γό­ρη­σες ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας μου κεί­τον­ταν στὸ φέ­ρε­τρό του. Δὲν τὰ ξε­χνῶ. Μα­κά­ρι νὰ εἶ­χα νὰ σοῦ δώ­σω κά­τι νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι, νὰ δεί­χνει ὅ­τι πάν­τα θὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι.»

      «Θὰ εἶ­σαι στὴ σκέ­ψη μου», τὴ βε­βαί­ω­σε ἡ μη­τέ­ρα.

      «Θὰ εἶ­μαι πε­ρή­φα­νη γι’ αὐ­τό.»

      Ἤ­μα­σταν ἕ­τοι­μοι νὰ φύ­γου­με. «Ἀ­νέ­βα πά­νω, γι­ό­κα μου», μοῦ φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας. Πι­ά­στη­κα ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα καὶ σκαρ­φά­λω­σα στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ φορ­τί­ου. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τῶν ἀν­τρῶν ἔ­βλε­πα ὁ­λό­κλη­ρο τὸν κα­ταυ­λι­σμό, μὲ τὰ πα­νο­μοι­ό­τυ­πα σπι­τά­κια στὸ ἴ­σω­μα, μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ βγαί­νει ἀ­πὸ τοὺς σω­ροὺς τὰ σκου­πί­δια ποὺ ἔ­και­γαν. Στὸ στῆ­θος μου ἔ­νι­ω­σα νὰ ἀ­να­βλύ­ζει ὁ πό­νος τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ὁ πα­τέ­ρας πλα­τά­γι­σε τὴ γλώσ­σα του καὶ ἡ φο­ρά­δα ξε­κί­νη­σε. Ξε­κί­νη­σε καὶ προ­χώ­ρη­σε μό­νη της, μα­κριὰ ἀ­πὸ τοὺς ρυ­μοὺς τῆς ἅ­μα­ξας. Οἱ ἁ­λυ­σί­δες τοῦ ζυ­γοῦ ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴ θέ­ση τους καὶ οἱ ἄ­κρες των ρυ­μῶν ἀ­να­πή­δη­σαν στὸ ἔ­δα­φος.

      «Ἔι χό!» φώ­να­ξε ὁ πα­τέ­ρας καὶ πή­δη­ξε κά­τω. Πί­σω μας εἶ­χαν στή­σει πα­νη­γύ­ρι. Ὁ Σέ­σι Γκοῦν­τλο εἶ­χε κά­νει τὴν κα­σκα­ρί­κα του καὶ εἶ­χε ξε­ζέ­ψει τὴ φο­ρά­δα. Χα­μο­γε­λών­τας ὁ πα­τέ­ρας ἔ­ζε­ψε πά­λι τὸ ζῶ­ο —δὲν τὸν πεί­ρα­ζαν κα­θό­λου τὰ ἔ­ξυ­πνα πει­ράγ­μα­τα— καὶ ξα­να­νέ­βη­κε στὴν ἅ­μα­ξα.

      Ὁ Λὸς Τρὰμπλ ἔ­κα­νε χω­νὶ τὰ χέ­ρια του γιὰ νὰ φω­νά­ξει: «Ἂν δὲν πά­ρεις μα­ζί σου τὴ χή­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ βροῦ­με κα­νέ­ναν χα­ζὸ νὰ τὴν παν­τρέ­ψου­με. Θὰ τὴν προ­ξε­νέ­ψου­με στὸν Χὶγκ Σό­μερς.»

      Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­σταν, μὲ τὶς ρό­δες χω­μέ­νες στὴν τρο­χιὰ πα­λι­ῶν αὐ­λα­κι­ῶν, μὲ τὸ φορ­τί­ο νὰ σεί­ε­ται πέ­ρα-δῶ­θε. Ξε­μα­κρύ­να­με μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πει­λὴ τοῦ Σὶλ Λά­βλοκ νὰ ἀν­τη­χεῖ στ’ ἀ­φτιά μας: «Στὴν κό­λα­ση στρώ­νε­τε νὰ κοι­μη­θεῖ­τε!» εἶ­χε φω­νά­ξει. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸ χρυ­σὸ σφαι­ρι­κὸ μεν­τα­γιὸν νὰ κρέ­με­ται ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ τῆς μη­τέ­ρας καὶ νὰ πάλ­λε­ται στὸ στῆ­θος της σὰν καρ­διά.

      Κοί­τα­ξα πί­σω, εἶ­δα ποὺ ἄρ­χι­σαν νὰ πε­τᾶ­νε τὶς πρῶ­τες πέ­τρες, ἄ­κου­σά τα πα­ρά­θυ­ρά μας νὰ σπᾶ­νε. Κοί­τα­ξα πί­σω στὸν κα­ταυ­λι­σμό, σὰν νὰ κοί­τα­ζα τὸ πρό­σω­πο ἑ­νὸς νε­κροῦ. Εἶ­δα τὸ πλῆ­θος νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ μπρο­στὰ στὴ Σού­λα Μπά­σαμ, σκον­τά­φτον­τας ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Εἶ­χε χτυ­πή­σει τὸν Λὸς Τρὰμπλ μὲ τὴ γρο­θιά της κι αὐ­τὸς εἶ­χε πέ­σει στὰ γό­να­τα καὶ φο­βό­ταν νὰ ξα­να­ση­κω­θεῖ. Ἀ­π’ ὅ­λους μό­νο ὁ Χὶγκ Σό­μερς μᾶς ἔ­βλε­πε ποὺ φεύ­γα­με. Στε­κό­ταν ἐ­κεῖ καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ παν­τε­λό­νι του νὰ μὴν τοῦ πέ­σει, για­τί κά­ποι­ος τοῦ εἶ­χε κό­ψει τὶς τι­ράν­τες. Σή­κω­σε τὸ ἕ­να χέ­ρι ψη­λὰ καὶ μᾶς φώ­να­ξε: «Χαί­ρε­τε, χαί­ρε­τε!»

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Τζέ­ιμς Στὶλ (James Still) (Κεν­τά­κι, 1906-2001). Ἔ­γρα­ψε πάμ­πολ­λα δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ βι­βλί­α γιὰ παι­διά, ἐ­νῶ δί­δα­ξε γιὰ δέ­κα χρό­νια στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μόρ­χεντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Λίγ­γρης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1948). Λε­ξι­κο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν βι­βλί­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Δί­δα­ξε ἀγ­γλι­κά, δού­λε­ψε στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ B­BC, ἔ­χει κά­νει ὅ­λα σχε­δὸν τὰ εἴ­δη τῆς με­τά­φρα­σης, καὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια βο­η­θᾶ με­τα­φρα­στὲς μέ­σῳ ἑ­νὸς με­τα­φρα­στι­κοῦ φό­ρουμ ποὺ ἔ­χει ἱ­δρύ­σει. Οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­γι­ναν στὸ μο­νο­το­νι­κὸ καὶ πο­λυ­το­νί­στη­καν σύμ­φω­να μὲ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ.

 

Βασίλης Τσιαμπούσης: Μακιγιάζ

 

 

Βασίλης Τσιαμπούσης

 

Μακιγιάζ

 

ΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ! Πε­νήν­τα χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μας συ­νάν­τη­ση, ἡ μιὰ στὴν κά­σα κι ἡ ἄλ­λη δί­πλα της, στὸν κα­να­πέ, σὰν χα­μέ­νη! Στὸ σα­λό­νι σι­ω­πή, ὁ κα­θέ­νας ἀ­να­σταί­νει δι­κές του μνῆ­μες…

       Δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, χει­μώ­νας, τὶς φι­λο­ξε­νοῦ­με στὸ σπί­τι μας. Ἡ σόμ­πα στὸ δω­μά­τιό τους μπουμ­που­νί­ζει, κου­βα­λά­ω ξύ­λα ἀ­βέρ­τα. Εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φες καὶ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν, ἔ­χουν καὶ κά­τι δερ­μά­τι­να τσαν­τά­κια γε­μά­τα μὲ καλ­λυν­τι­κὰ καὶ χά­πια. Κρα­γιόν, μπο­γι­ές, λάκ, ἀν­τι­ό­ξι­να καὶ ἠ­ρε­μι­στι­κὰ τῶν 0,25…

       Ἡ μά­να μπρο­στά τους μοιά­ζει ἀ­νά­ξια λό­γου. Πί­σω ἀ­π’ τὸ χον­τρο­κομ­μέ­νο σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν της τὰ μά­τια της μοιά­ζουν μι­κρὰ κουμ­πιά. Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι ἀ­χτέ­νι­στα, τὰ ροῦ­χα της ξε­θω­ρι­α­σμέ­να, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ ἄλ­λη μά­να, μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

       Κά­ποι­ο ­ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­νοί­γει φύλ­λο καὶ κά­νει τυ­ρό­πιτ­τα. Οἱ δύο γυ­ναῖ­κες ἐκ­φρά­ζουν τὸ θαυ­μα­σμό τους γιὰ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη γεύ­ση. Μοῦ φαί­νε­ται πα­λα­βό, ἡ μί­α εἶ­ναι δι­κη­γό­ρος κι ἡ ἄλ­λη ὀ­δον­το­για­τρός, ἡ πίτ­τα τοὺς ἐν­τυ­πω­σί­α­σε; Ρω­τοῦν ἂν ὑ­πάρ­χει νε­σκα­φέ! Ἡ μά­να θέ­λει νὰ μὲ στεί­λει στὸν μπα­κά­λη ν’ ἀ­γο­ρά­σω, ἐ­κεῖ­νες δὲ δέ­χον­ται καὶ πί­νουν ἡ μιὰ τούρ­κι­κο κα­φὲ κι ἡ ἄλ­λη τσά­ι τοῦ βου­νοῦ. Πη­γαί­νω καὶ κά­θο­μαι στὰ πό­δια τῆς με­γα­λύ­τε­ρης. Μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Σκύ­βει καὶ μοῦ φι­λᾶ τὸ μά­γου­λο. Τὴ σφίγ­γω στὴν ἀγ­κα­λιά μου.

       Τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ δα­σκά­λα μᾶς ζη­τᾶ νὰ γρά­ψου­με ἕ­να γράμ­μα στὸν πιὸ δι­κό μας ἄν­θρω­πο. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ γρά­φουν στὶς μα­νά­δες τους ἢ σὲ δι­ά­φο­ρους συγ­γε­νεῖς τους… Ἐ­γὼ γρά­φω στὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὶς δύο ἀ­δερ­φές. Τα­χυ­δρο­μῶ τὸ γράμ­μα ἀλ­λά μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­ται, για­τί ἔ­γρα­ψα λά­θος δι­εύ­θυν­ση. Αἰ­σθά­νο­μαι βα­θύ­τα­τη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὸ κρα­τῶ νὰ τῆς τὸ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ τὴν ξα­να­δῶ.

       Ὅ­ταν τὴν ξα­να­βλέ­πω εἶ­μαι πιὰ με­γά­λος, ἐ­κεί­νη παν­τρε­μέ­νη ἀλ­λὰ χω­ρὶς παι­διά, τῆς λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α, γε­λᾶ­με, τῆς ἀ­ρέ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια τὴ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου, τε­λεί­ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νη: «Μοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να γράμ­μα καὶ μοῦ ἔ­λε­γε…». Ἀ­κού­γον­τας τὰ λό­για της αἰ­σθάν­θη­κα σὰν κά­πο­τε νὰ ὑ­φά­να­με οἱ δυ­ό μας μιὰ γλυ­κιὰ συ­νω­μο­σί­α.

       Πλη­σιά­ζω στὴ «μι­κρὴ ἀ­δερ­φή», γύ­ρω στὰ ὀ­γδόν­τα πιά, καὶ τῆς δί­νω τὸ χέ­ρι. Προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ θυ­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ. «Στὴ Δρά­μα ἤρ­θα­με μιὰ φο­ρά, ἀλ­λὰ μεί­να­με στὸ ξε­νο­δο­χεῖο…», μοῦ λέ­ει. Σκέ­φτο­μαι νὰ τῆς θυ­μί­σω τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, ἀλ­λὰ τί νὰ ξέ­ρει γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­φτα­σε πο­τὲ στὸν προ­ο­ρι­σμό του;

       Στὸ τέ­λος τῆς λέ­ω: «Κι ἡ μά­να μου, ὅ­πως ἡ ἀ­δερ­φή σας, πρὶν πε­θά­νει, βα­σα­νί­στη­κε πο­λύ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἦ­ταν κα­τά­κοι­τη. Ξέ­ρε­τε, σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ὴ δὲν ξε­κου­ρά­στη­κε πο­τέ… Καὶ κα­ταν­τή­σα­με, ὅ­ταν πέ­θα­νε, νὰ ποῦ­με πὼς γλί­τω­σε.»

       Προ­σπα­θεῖ κά­τι νὰ πεῖ, δὲν μπο­ρεῖ, κά­ποι­ος καί­ει θυ­μί­α­μα καὶ μᾶς πιά­νει ὅ­λους βή­χας. Ση­κώ­νε­ται, πά­ει καὶ στέ­κε­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, χα­ϊ­δεύ­ει μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸ πρό­σω­πο τῆς ἀ­δερ­φῆς της πού, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, εἶ­ναι ἄ­ψο­γα χτε­νι­σμέ­νη καὶ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ λεί­πει μό­νο λί­γο κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὰ χεί­λη της, γιὰ νὰ θυ­μί­ζει τὴ χα­μέ­νη ὀ­μορ­φιὰ ποὺ πιὰ δὲν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Γιάννης Μανέτας: Ἐξοστρακισμός

 

 

Γιά­ννης Μα­νέ­τας

 

Ἐ­ξο­στρα­κι­σμός

 

Ο ΠΑΙ­ΔΙ ΘΑΥ­ΜΑ τῆς κλασ­σι­κῆς μου­σι­κῆς μπῆ­κε βι­α­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὰ κα­μα­ρί­νια καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὸ πιά­νο. Ἡ αἴ­θου­σα ἀ­σφυ­κτι­κὰ γε­μά­τη, τὸ τσου­χτε­ρὸ εἰ­σι­τή­ριο καὶ οἱ φι­λαν­θρω­πι­κοὶ σκο­ποὶ τῆς συ­ναυ­λί­ας κα­θό­ρι­σαν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κὰ καὶ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο, ἡ ἀ­φρό­κρε­μα τῆς πο­λι­τι­κῆς, κοι­νω­νι­κῆς καὶ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῆς πρω­τεύ­ου­σας ἔ­δι­νε τὸ πα­ρόν. Μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ πι­τσι­ρί­κου τὸ κοι­νὸ ἐν­θου­σι­ά­στη­κε καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ὑ­πο­δε­χτεῖ μὲ τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο χει­ρο­κρό­τη­μα. Αὐ­τὸς ἀρ­νή­θη­κε μὲ μί­α ἀ­πο­τρε­πτι­κὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ, δυ­σα­νά­λο­γα αὐ­στη­ρὴ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, ἴ­σως καὶ λί­γο κω­μι­κή, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀν­θρω­πά­κι μὲ τὸ φρά­κο καὶ τὸ πα­πι­γιὸν ἀ­παι­τοῦ­σε τὴ σι­ω­πὴ τῶν στη­ριγ­μά­των τῆς κοι­νω­νί­ας. Ἄλ­λοι αἰφ­νι­δι­ά­στη­καν, οἱ κυ­ρί­ες σχο­λί­α­σαν πό­σο ἀ­θῶ­ο καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο εἶ­ναι, ὅ­λοι ὅ­μως ὑ­πά­κου­σαν. Ὄ­χι βέ­βαι­α χω­ρὶς δυ­σφο­ρί­α, ποῦ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να νιά­νια­ρο νὰ ἀρ­νεῖ­ται τὸν ἔ­παι­νο τοῦ Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας, τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη καὶ τό­σων ἄλ­λων ἐ­πω­νύ­μων καὶ ἰ­θυ­νόν­των. Ἴ­σως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν πρό­σφα­τη ἱ­στο­ρί­α τοῦ τό­που ποὺ οἱ ἄρ­χον­τες ὑ­πά­κου­σαν στοὺς εὐ­φυ­εῖς. Πρὶν κά­τσει στὸ πιά­νο, τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀν­θρω­πά­κι ζή­τη­σε εὐ­γε­νι­κὰ ἀ­πὸ τὴν πα­ρου­σιά­στρια ποὺ θὰ ἀ­πα­ριθ­μοῦ­σε τὶς περ­γα­μη­νὲς καὶ τὰ καλ­λι­τε­χνι­κὰ του τα­λέν­τα νὰ ἀ­πο­συρ­θεῖ. Τὸ χα­μό­γε­λό της πά­γω­σε καὶ οἱ ὦ­μοι ση­κώ­θη­καν ἐ­λα­φρὰ ἀ­πὸ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα γιὰ βο­ή­θεια πρὸς τὰ πα­ρα­σκή­νια, ὅ­που ἐμ­φα­νὴς τα­ρα­χὴ καὶ ἀ­πο­ρί­α δι­α­κα­τεῖ­χε τὸ ἐ­πι­τε­λεῖ­ο τῶν ὀρ­γα­νω­τῶν. Τί κα­μώ­μα­τα εἶ­ναι αὐ­τὰ μπρο­στὰ στὸν Πρό­ε­δρο τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας; Ἂν καὶ μὲ δι­σταγ­μό, ἡ πα­ρου­σιά­στρια τε­λι­κὰ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ πα­ρα­σκή­νιο, ἐξ ἄλ­λου, πῶς νὰ χα­λά­σεις τὸ χα­τί­ρι σὲ μί­α μου­σι­κὴ ἰ­δι­ο­φυί­α. Ἄ­κρα σι­γὴ ὅ­ταν ὁ μι­κρὸς ξε­κί­νη­σε παί­ζον­τας στὸ πιά­νο, ἐ­κτὸς προ­γράμ­μα­τος, τὸ Let it be. Λί­γες ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὶς εἰ­δή­σεις εἴ­χα­με μά­θει ὅ­τι ἕ­νας ἄλ­λος νε­α­ρὸς εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει ἀ­ναί­τια τὸν ἄν­δρα μὲ τὰ στρογ­γυ­λὰ γυα­λιά.

       Τὸ κοι­νὸ συγ­κι­νή­θη­κε, ὡ­στό­σο δί­στα­σε νὰ χει­ρο­κρο­τή­σει τὴν ἀ­πρό­σμε­νη πρω­το­βου­λί­α τοῦ μπόμ­πι­ρα. Δὲν θὰ ἄν­τε­χαν δεύ­τε­ρη ἐν­το­λή. Τό­τε ὁ μι­κρὸς καλ­λι­τέ­χνης ση­κώ­θη­κε, χει­ρο­κρό­τη­σε μό­νος του, «τον ἄν­δρα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιά», ἐ­ξή­γη­σε, καί, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι σή­με­ρα δὲν μπο­ρεῖ νὰ παί­ξει κά­τι ἄλ­λο, ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας πρὸς τὰ πα­ρα­σκή­νια.

       Σού­σου­ρο καὶ ἀ­πο­δο­κι­μα­στι­κὰ σχό­λια ἐ­πι­κρά­τη­σαν στὴν πλα­τεί­α τὴν ὥ­ρα ποὺ στὰ πα­ρα­σκή­νια ὁ μι­κρὸς μου­σι­κὸς δε­χό­ταν ἕ­να ἠ­χη­ρὸ χα­στού­κι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του καὶ ἄ­κου­γε τὴν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὴ καὶ τε­λε­σί­δι­κη ἀ­πό­φα­ση τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ὅ­τι μπαί­νει σὲ καλ­λι­τε­χνι­κὴ κα­ραν­τί­να. Ἕ­να μή­να με­τὰ ἀ­να­χω­ροῦ­σε γιὰ τὴ Γερ­μα­νί­α, μὲ πρό­σκλη­ση τῆς Συμ­φω­νι­κῆς Ὀρ­χή­στρας τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα. 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Γιά­ννης Μα­νέ­τα­ς (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ Γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἀ­πέ­κτη­σε τὸν τίτ­λο τοῦ δι­δά­κτο­ρα Βι­ο­λο­γι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας τὸ 1976. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πὸ τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐπίσης ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὸ Ἐ­θνι­κὸ Κέν­τρο Ἔ­ρευ­νας Φυ­σι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν “Δη­μό­κρι­τος”, στὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ “Abisco” τῆς Λα­πω­νί­ας καὶ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Stirling (Σκω­τί­α), Goteborg (Σου­η­δί­α), Essen καὶ Karlsruhe (Γερ­μα­νί­α).