Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina): Πρω­τά­ρη­δες



Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina)


Πρω­τά­ρη­δες

[Primerizos]


Ο ΜΩΡΟ ΚΛΑΙΕΙ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­μά, κα­θό­τι πρω­τά­ρα, δὲν ξέ­ρει ἂν ὀ­φεί­λε­ται σὲ κο­λι­κούς, νύ­στα, πεί­να, κά­ποι­ον πό­νο… Εἶ­ναι μα­ζὶ ἐ­λά­χι­στο και­ρὸ τώ­ρα καὶ ἀ­κό­μη δὲν κα­λο­γνω­ρί­ζον­ται. Τὸ θη­λά­ζει, κά­νει μα­σὰζ στὴν κοι­λί­τσα του, τὸ να­νου­ρί­ζει, προ­σπα­θεῖ νὰ τὸ κά­νει νὰ ρευ­τεῖ, τοῦ τρα­γου­δά­ει… Τί­πο­τα! Εἶ­ναι μέ­ρες ἄυ­πνη, ἀλ­λὰ δὲ θέ­λει νὰ ζη­τή­σει βο­ή­θεια γιὰ νὰ μὴν τὴ θε­ω­ρή­σουν ἀ­νί­κα­νη. Μπαί­νει στὴν μπα­νι­έ­ρα καὶ κα­θὼς στη­ρί­ζει τὸ μω­ρὸ στὸ στῆ­θος της, τὸ παίρ­νει ἀ­μέ­σως ὁ ὕ­πνος. Μὲ τὸ ζε­στὸ νε­ρὸ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται καὶ ἡ ἴ­δια. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, μὴν ἀν­τέ­χον­τας τὶς θλι­βε­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­φή­νει τὴν κα­τά­λη­ξη στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.



Πη­γή: Diluvio personal (La Kermesse Heroica, 2020).

Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Χη­μεί­ας. Πρό­σφα­τα δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο ποὺ φέ­ρει τὸν τί­τλο Diluvio personal. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν τὸν ἑ­ξῆς κοι­νὸ πα­ρο­νο­μα­στή: ὅ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ 99 λέ­ξεις.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Λο­ρέ­τα Σπά­χο. Γεν­νη­μέ­νη στὴν Ἀλ­βα­νί­α τὸ 1983, με­τα­νά­στευ­σε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1994. Ἀ­πό­φοι­τη Δι­οί­κη­σης Του­ρι­στι­κῶν Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων, μὲ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γὴ ἀ­πὸ το Tor Vergata της Ρώ­μης, καὶ δεύ­τε­ρο Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸν «Του­ρι­σμὸ καὶ Το­πι­κὴ Ἀ­νά­πτυ­ξη» ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Φοι­τή­τρια στὸ τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς γλώσ­σας & Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ. Ἐκ­παι­δεύ­τρια Ἐ­νη­λί­κων σὲ ΔΙΕΚ στὸν το­μέ­α τοῦ Του­ρι­σμοῦ.


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἰν­νᾶ, Πιν­νᾶ, Ριμ­μᾶ τῶν κρυσταλλίνων



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἰν­νᾶ, Πιν­νᾶ, Ριμ­μᾶ

τῶν κρυσταλλίνων

 

Θάλ­ψις δε­χέ­σθω τοὺς ἀ­θλη­τὰς Κυ­ρί­ου,
Ἰν­νᾶν, Πιν­νᾶν, Ῥιμ­μᾶν τε τοὺς κρυ­σταλ­λί­νους.

ΟΥΤΟΙ οἱ ἅ­γιοι τρεῖς μάρ­τυ­ρες ἦ­σαν ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν, κει­μέ­νην κα­τὰ τὸ βό­ρει­ον μέ­ρος· κρα­τη­θέν­τες δὲ ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δω­λο­λά­τρας βαρ­βά­ρους, πα­ρε­στά­θη­σαν εἰς τὸν ἄρ­χον­τα τῆς χώ­ρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος βλέ­πων τοὺς μάρ­τυ­ρας ὁ­μο­λο­γοῦν­τας τὸν Χρι­στόν, κα­τε­δί­κα­σεν αὐ­τοὺς νὰ τε­λει­ώ­σω­σι τὴν ζω­ήν των μὲ τὸ κρύ­ον. Δέ­νον­ται λοι­πὸν πρῶ­τον οἱ ἅ­γιοι ἀ­πὸ ξύ­λα ὄρ­θια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐμ­πή­χθη­σαν εἰς τὸ μέ­σον τοῦ πο­τα­μοῦ ἐν τῷ και­ρῷ τοῦ χει­μῶ­νος, ὅ­τε καὶ αὐ­τὸ τὸ φύ­σει εὐ­κί­νη­τον καὶ ὀ­λι­σθη­ρὸν νε­ρὸν δὲν δι­έ­φε­ρεν ἀ­πὸ τὰ ἀ­κί­νη­τα καὶ βα­ρέ­α σώ­μα­τα, ἐ­πει­δὴ ἦ­το ὅ­λον πα­γω­μέ­νον ἀ­πὸ τὸ ψῦ­χος. Ὅ­θεν μὲ τὴν τοια­ύτην βά­σα­νον πα­ρέ­δω­καν οἱ μα­κά­ριοι τὰς ψυ­χάς των εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ, καὶ ἔ­λα­βον τοὺς στε­φά­νους τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.



Πη­γή: Συ­να­ξα­ρι­στὴς Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, ἐ­πε­ξερ­γα­σθεὶς ὑ­πὸ Θ. Νι­κο­λα­ΐ­δου Φι­λα­δελ­φέ­ως, τό­μος πρῶ­τος, Ἀ­θή­νη­σι, 1868, σελ. 396.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]