Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο (Guillermo Samperio): Τὸ φάντασμα



Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο (Guillermo Samperio)


Τὸ Φάν­τα­σμα

(El fantasma)

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν Ἀν­θο­λο­γί­α Por fa­vor, sea bre­ve 2 ([Πα­ρα­κα­λῶ νὰ εἶ­στε σύν­το­μοι 2] ἐκ­δό­σεις Pá­­gi­­nas de E­spu­ma, 2009, ἐ­πι­μέ­λεια: Cla­ra O­bli­ga­do, πρό­λο­γος: Fran­ci­sca No­gu­e­rol, 2009).

 

Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο (Guillermo Samperio, Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 22 ­κτω­βρί­ου 1948 – αὐ­τό­θι, 14 Δε­κεμ­βρί­ου 2016). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­α­ς , δη­μο­σί­ευ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ πε­νῆν­τα βι­βλί­α, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των, δο­κι­μί­ων, παι­δι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­ση­ς καὶ χρο­νι­κῶν. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια δί­δα­ξε σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια στὸ Με­ξι­κὸ καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Συμ­πε­ρι­λή­φθη­κε σὲ πολ­λὲς ἀν­θο­λο­γί­ες στὴ χώ­ρα του καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Χουὰν Πέ­δρο Ἀ­πα­ρί­θιο (Juan Pedro Aparicio): Λου­δο­βῖ­κος ὁ ΙΔ’



Χουν Πέ­δρο Ἀ­πα­ρί­θιο (Juan Pedro Aparicio)


Λου­δο­βῖ­κος ὁ ΙΔ’

(Luis XIV)


Ἐ­γώ*


* Yo στὸ ἱ­σπα­νι­κὸ πρω­τό­τυ­πο, ἀ­πὸ τὸ Yo soy el estado / Ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κρά­τος, φρά­ση τοῦ βα­σι­λιᾶ τῆς Γαλ­λί­ας Λου­δο­βί­κου ΙΔ’, γνω­στοῦ καὶ ὡς «Ὁ βα­σι­λιᾶς Ἥ­λιος» (1638-1815).


 Πη­γή: La mi­tad del di­a­blo ([Τὸ ­μισυ τοῦ δια­βό­λου] ἐκ­δό­σεις Pá­gi­nas de E­spu­ma, 2006).

Χου­ν Πέ­δρο ­πα­ρί­θιο (Juan Pedro Aparicio, Λε­όν, 1941). Ἱ­σπα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἔ­χει ἐ­πί­σης καλ­λι­ερ­γή­σει καὶ τὸ δο­κί­μιο, τὸ ἄρ­θρο ἐ­φη­με­ρί­δας, τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τὸ τα­ξι­δι­ω­τι­κὸ βι­βλί­ο. Τέ­λει­ω­σε τὴν Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση στὴ γε­νέ­τει­ρά του καὶ σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὰ πα­νε­πι­στή­μια τοῦ Ὀ­βι­έ­δο καὶ τῆ­ς Μα­δρί­της. Ἔ­χει ζή­σει γιὰ κά­ποι­α χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α, ὅ­που δι­ε­τέ­λε­σε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Ιν­στι­τού­του Θερ­βάν­τε­ς στὸ Λον­δί­νο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Μαρ­σέ­λο Γκόμ­πο (Marcelo Gobbo): Ἐ­πι­τά­φιος γιὰ ἕ­να μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φο



Μαρ­σέ­λο Γκόμ­πο (Marcelo Gobbo)

 

Ἐ­πι­τά­φιος γιὰ ἕ­να μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φο

(Epitafio para un microrrelatista)


«.»



Πη­γή: Mini, microfic­ciones. Publi­ca­do por Ve­la al Vien­to E­dicio­nes Pa­tagóni­cas (1a e­di­ci­ón), 2015.

Μαρ­σέ­λο Γκόμ­πο (Marcelo Gobbo). Γεν­νή­θη­κε στὴν Αὐ­τό­νο­μη πό­λη τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς τὸ 1966. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὸς πα­ρα­γω­γός. Δη­μο­σί­ευ­σε δι­ά­φο­ρα βι­βλί­α καὶ ἀ­πέ­σπα­σε εἴ­κο­σι δι­α­κρί­σεις γιὰ αὐ­τά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μες ἐκ­δό­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο.

[https://registrodeescritores.com.ar/project/marcelo-gobbo/]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so): Ὁ δεινόσαυρος



Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so)


Ὁ δει­νό­σαυ­ρος

(El dinosaurio)


ΟΤΑΝ ξύπνησε, ὁ δεινόσαυρος ἦταν ἀκόμη ἐκεῖ.

 


Πηγή: Οbras completas (y otros cuentos), 1959.

 

­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so) (Τεγ­κου­σιγ­κάλ­πα, Ὀν­δού­ρα, 1921-Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 2003). Ἀ­πὸ μη­τέ­ρα Ὀν­δου­ρα­νὴ καὶ πα­τέ­ρα Γου­α­τε­μα­λά­νο. Πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 1944 ἀ­ναγ­κά­στη­κε γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Με­ξι­κὸ ὅ­που καὶ πέ­θα­νε. Μαὶ­τρ τὴς μι­κρῆς φόρ­μας (θε­ω­ρεῖ­ται ὁ ‘πα­τέ­ρας’ τῆς ἰ­σπα­νό­γρα­πτης μι­κρο­α­φή­γη­σης), τὸ πρῶ­το του ἔρ­γο ἦ­ταν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Lo d­e­m­ás es s­i­l­e­n­c­io (Τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Konstantinos Paleologos: Meri Linda


 

Konstantinos Paleologos


Meri Linda


LA ÚNICA vez que fui a Venecia, todavía no había nacido.

     El 6 de mayo de 1962, Fanis y Keti subieron, en ese orden, la escalinata de la iglesia de San Basilio en el barrio de Exarjia. Iban a permanecer juntos hasta el 2010, pero en ese momento ni lo sabían ni les interesaba. La ceremonia tuvo lo de siempre: vestido de novia, trajes de sastre, trajes de noche, niños que ahora ya se encuentran en el umbral de la tercera edad, adultos que ya no existen.

     Nunca me interesó el álbum de fotos de aquella tarde pri­ma­ve­ral San Basilio de Exarjia; en mi memoria ha permanecido imborrable lo que ocurrió después, aun cuando lo único que ha llegado hasta mis manos de ese después sea una sola foto en blanco y negro: SALA DE FIESTAS TRIANA, en la Avenida Singrú. Allí se celebró, al parecer, la fiesta nupcial; cantan Manolis Jiotis y Meri Linda, aunque en la mencionada foto él, Jiotis, no está, y Keti tampoco. Con fondo una docena de hombres engafados, totalmente desconocidos para mí, Meri Linda, con el micrófono en la mano izquierda (cantando «Tú también pareces un mar», porque esa es la canción que quiero que cante), embutida en un largo y ceñido vestido rojo que deja su resplandeciente espalda expuesta al flash del fotógrafo, se ha acercado a la mesa donde están sentados los novios y, con la mano derecha, está pellizcando con picardía la barbilla de un Fanis deslumbrado que la mira a los ojos sonriendo a medias, la mirada lasciva y ambas manos sosteniendo la silla que tiene delante y donde descansa su sombrero, sobre algo que nunca he comprendido lo que es.

     Yo nací exactamente nueve meses más tarde, el 6 de febrero de 1963. Entremedias, a finales de junio, había ido a Venecia dentro de la barriga de Keti, que me paseaba orgullosamente por la Plaza de San Marcos, mientras daba de comer a las palomas y miraba a Fanis como si todavía no le hubiera perdonado la lasciva mirada del 6 de mayo.


 

Fuente: Primera publicación, Planodion-Bonsái, 1 de diciembre de 2020.

Konstantinos Paleologos (Atenas, 1963) es traductor y catedrático de Traductología Aplicada y Literatura Española en la Universidad Aristóteles de Salónica.

Traducción: Ioanna Nikolaidou



		

	

Λάουρα Νικάστρο (Laura Nicastro): Ἐξομολόγηση


Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro)


Ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση

[Confesión]


ΛΘΑ σὲ γά­μου κοι­νω­νί­α μὲ αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα», κα­τέ­θε­σε ἡ γυ­ναί­κα ἐ­νώ­πιον τοῦ δι­κα­στῆ, «για­τὶ ἦ­ταν ἐ­πο­χὴ ἐ­πι­δη­μί­ας καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ἀν­τι­γρι­πι­κὰ ἐμ­βό­λια».



Πη­γή: e-Nanos, Macedonia Ediciones, Morón (Buenos Aires), 2010.

Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1946). Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὴ Σχο­λὴ Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Γραμ­μά­των (UBA). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α δι­η­γη­μά­των Οἱ κλέ­φτες της φω­τιᾶς, Τὸ βι­βλί­ο τῶν λα­θραί­ων ἐ­ρώ­των κ.ἄ. Τὰ βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας e-nanos, Κα­λει­δο­σκό­πιο· τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Πέμ­πτη γιὰ πάν­τα κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Τὸ ράγισμα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Τὸ ρά­γι­σμα


ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ, σκύ­βον­τας χα­μη­λὰ στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα γιὰ νὰ δῶ ἕ­να ρά­γι­σμα στὸ τζά­μι (ἀ­νε­παί­σθη­το ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ 1.95 μου ἀλ­λὰ αἰ­σθη­τό, καὶ μά­λι­στα πο­λύ, ἀ­πὸ κον­τά) πα­ρα­τή­ρη­σα ξαφ­νι­κά, μὲ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη, ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι μου φαί­νε­ται ἡ θά­λασ­σα. Στὴ στιγ­μὴ ξέ­χα­σα τὸ ρά­γι­σμα (καὶ τὸ ἄγ­χος μου νὰ ψά­χνω στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να γιὰ τζα­μὰ) καί, γο­να­τι­στός, ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο, τὴ βρα­χώ­δη ἀ­κτὴ ποὺ ἀ­χνο­φαι­νό­ταν στὸ βά­θος, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ες.

       Ἡ ἔκ­πλη­ξή μου ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη ὅ­ταν μὲ εἶ­δα (ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀλ­λὰ πεν­τα­κά­θα­ρα) νὰ κα­τα­φτά­νω στὴν προ­α­να­φερ­θεῖ­σα ἀ­κτὴ μέ­σα σ’ ἕ­να φου­σκω­τὸ τα­χύ­πλο­ο μὲ πέν­τε βα­ριὰ ὁ­πλι­σμέ­νους κα­τα­δρο­μεῖς κι ἕ­να σκύ­λο. Ἀ­πο­βι­βα­σθή­κα­με καὶ οἱ ἑ­πτά, πα­ρὰ τὶς ἄ­σχη­μες και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ τὰ τε­ρά­στια κύ­μα­τα, καί, ἀ­φοῦ σκαρ­φα­λώ­σα­με (μὲ σχε­τι­κὴ ἄ­νε­ση) τὰ βρά­χια, κα­τευ­θυν­θή­κα­με μὲ ὕ­φος ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ πρὸς τὴν πό­λη.

       Ση­κώ­θη­κα ὅ­ταν μὲ εἶ­δα νὰ δεί­χνω στοὺς πέν­τε κα­τα­δρο­μεῖς (καὶ στὸ σκύ­λο) τὴ βε­ράν­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ μι­κρο­κει­μέ­νων Πλα­σμέ­νοι [Ἀ­φορ­μές], Ἐκ­δό­σεις Πο­τα­μός, 2021.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.): Proyecto GreQuerías



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.)


Proyecto GreQuerías


[Πληροφοριακὸ σημείωμα γιὰ τὴν ἔκ­δοση, τὴν κυ­κλο­φο­ρία καὶ τὴν πα­ρου­σί­α­σή της:]
  ἔκ­δο­ση μιᾶς Ἀν­θο­λο­γί­ας
       Στὶς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 2020 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, τὸ Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος). Ὁ ἐν λό­γω τό­μος, ἡ ἔκ­δο­ση τοῦ ὁ­ποί­ου χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ, ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐ­κτε­νῆ πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει γί­νει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ μέ­χρι σή­με­ρα: 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ ἰ­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φεῖς. Δη­μι­ουρ­γοὶ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­ναι ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆς, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ ὁ φι­λο­λό­γος καὶ με­τα­φρα­στῆς Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να. Καὶ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ, ὡς πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ἢ ὡς ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση, στὸ Ἱ­στο­λό­γιον Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι, ἐ­νῶ ἡ με­τά­φρα­σή τους εἶ­ναι συλ­λο­γι­κή, προ­ϊ­ὸν δε­κά­δων ἐρ­γα­στη­ρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­καν, κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α πεν­τα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θο­λό­γους στὸ ΑΠΘ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γας, στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ στὸ κέν­τρο Ἱ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας, Abanico.
       Ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α, κο­ρο­νο­ϊ­οῦ ἐ­πι­τρέ­πον­τος, θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὴν Ἀ­θή­να, στὴ Στο­ὰ τοῦ Βι­βλί­ου, στὸ πλαί­σιο τοῦ 12ου Φε­στι­βὰλ ΛΕΑ, στὶς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου 2020, στὶς 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Τὰ Πε­ριε­χό­με­να τῆς Ἀν­θο­λο­γίας μπο­ρεῖ­τε νὰ τὰ δεῖ­τε ἐδῶ (ἐγ­γρα­φὴ 31.05.2020).]
 
La edición de una Antología
       El 23 de abril de 2020 salió en España, de la editorial malagueña EDA Libros, Ρroyecto GreQuerías. Antología del mini­cuento griego conte­mporáneo (portada de Dimitris Hantzópoulos). Dicho tomo, cuya edición contó con el apoyo económico del Departa­mento de Filología Italiana de la Universidad Aristó­te­les de Salónica, constituye la más amplia presentación de la minificción griega actual en otra lengua: 78 mini­cuentos de otras tantas y tantos autores. Cre­adores de esta antología son el profesor da la Unive­rsidad Aristóteles de Salónica y traductor, Konstanti­nos Paleo­logos y el filólogo y traductor Eduardo Lucena. Todos los micror­relatos provienen de la página web Planodion-Bonsái, y su traduc­ción al español es grupal, fruto de decenas de talleres que han tenido lugar, a lo largo de los últimos cinco años, en las Uni­versi­da­des de Málaga y de Salónica, en el Insti­tuto Cervantes de Atenas y en el Centro de lenguas española, portu­gu­esa y catalana, Abanico.
       La Antología, con el permiso del coronavirus, será presentada en Atenas (Stoá tu Vivliou), en el marco del XII Festival LEA, el 29 de septiembre de 2020, a las 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Pue­des ver el Con­teni­do de la An­to­lo­gía aq­uí (nota 31.05.2020).]

Π ρ ό λ ο γ ο ς


Σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΥΠΕΡΒΡΑΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ, μὲ σκο­ποὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς ἢ δι­δα­κτι­κούς, ἦ­ταν πάν­τα πα­ροῦ­σα σὲ ὅ­λους τους ση­μαν­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σι­ό­δου, τοῦ Αἰ­σώ­που ἢ τοῦ Ἠ­ρα­κλεί­του τοῦ Ἐ­φε­σί­ου μέ­χρι τὶς μέ­ρες μας, μὲ ἐν­δι­ά­με­σους σταθ­μοὺς τὰ ἀ­να­το­λί­τι­κα πα­ρα­μύ­θια, τὴν πα­ρα­δο­ξο­γρα­φί­α (ἀ­πὸ τὸν 4ο αἰ­ώ­να π.Χ. μέ­χρι τὸν 3ο αἰ­ώ­να τῆς ἐ­πο­χῆς μας: Ἀν­τι­γό­νος ἀ­πὸ τὴν Κά­ρυ­στο, Ἀ­πολ­λώ­νιος, Ἀν­τι­γό­νος, Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὸν Λου­κια­νὸ τὸν Σα­μο­σα­τέ­α, τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρων, Πε­τρώ­νιος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Πλού­ταρ­χο καί, ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Βο­κά­κιο, τὰ ἀ­σκη­τι­κὰ κεί­με­να τῆς με­σαι­ω­νι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, μπο­ροῦν νὰ ἐν­το­πι­στοῦν πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πε­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν, κυ­ρί­ως ἱ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων ἢ ἀγ­γλό­φω­νων. Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἀ­φή­γη­σης ἦ­ταν οἱ Πό­ε, Λάβ­κρα­φτ, Ντα­ρί­ο, Οὐ­ι­δόμ­προ ἢ Ταγ­κόρ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Κα­θὼς ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὁ 20ὸς αἰ­ώ­νας, ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ ση­μαν­τι­κῶν εὐ­ρω­παί­ων καὶ ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων· ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ δη­μι­ουρ­γοὺς τοῦ με­γέ­θους τῶν Τσέ­χοφ, Κάφ­κα, Μπέρ­νχαρντ, Μπόρ­χες, Μπήρς, Κορ­τά­σαρ, Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, Ἄπ­ντάϊκ καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Ὡ­στό­σο, μό­νο ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἔ­πει­τα ἀρ­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται οἱ ὅροι «mi­cror­re­la­to» [«μι­κρο­α­φή­γη­ση»], «minicuento» [«μι­κρο­δι­ή­γη­μα»], «mi­nir­re­la­to» [«να­νο­δι­ή­γη­μα»] κ.λπ. (ἢ τὰ ἰ­σο­δύ­να­μά τους «flash fiction» ἢ «short short story», στὰ ἀγ­γλι­κά), ὀ­δη­γών­τας ἔ­τσι στὴ συγ­κρό­τη­ση αὐ­τοῦ ποὺ πλέ­ον ὀ­νο­μά­ζε­ται —με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα— «τέ­ταρ­το πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος». Πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να, στὸν ἱ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο, τὸ 1981, ἡ κου­βα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς κα­θη­γή­τρια, κά­τοι­κος Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν Ἀ­με­ρι­κῆς, Ντο­λό­ρες Κὸχ δη­μο­σι­εύ­ει, στὸ νού­με­ρο 30 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Hispamerica, τὸ πρῶ­το θε­ω­ρη­τι­κὸ κεί­με­νο στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ μι­κρο-ἀ­φή­γη­μα (πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου), μὲ τί­τλο «El micro-relato en Mexico: Τorri, Αrreola, Μο­n­t­e­r­r­o­so». Δέ­κα δὲ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1991, ὁ χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Χου­ὰν Ἀρ­μάν­το Ἔ­πλε, καὶ αὐ­τὸς κά­τοι­κος ΗΠΑ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο «μι­κρο-δι­ή­γη­μα» στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του γιὰ τὸ ἱ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (Brevisima relacion. Antologia del micro-cuento hispanoamericano). Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ­τε, σὲ ἀμ­φό­τε­ρες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις το­πο­θε­τεῖ­ται ἕ­να ἑ­νω­τι­κὸ γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ τὸ πρό­θε­μα «μι­κρὸ» μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­ρο.

       Στὴν Ἑλ­λά­δα, οἱ ὅ­ροι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ἢ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα», χω­ρὶς ἑ­νω­τι­κό, ἄρ­γη­σαν ἀρ­κε­τὰ νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὰ πρῶ­τα χρό­νια τῆς τρέ­χου­σας χι­λι­ε­τί­ας. Μέ­χρι τό­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν οἱ ὅ­ροι «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» ἢ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» γιὰ νὰ ὁ­ρι­στοῦν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ προ­ϊ­όν­τα ποὺ δὲν ὑ­πε­ρέ­βαι­ναν τὶς χί­λι­ες λέ­ξεις. Ὡ­στό­σο, τό­σο κα­τὰ τὸν 19ο αἰ­ώ­να ὅ­σο καὶ κα­τὰ τὸν 20ὸ εἶ­ναι πολ­λοὶ οἱ ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς ποὺ γρά­φουν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἀρ­κε­τὲς δε­κα­ε­τί­ες πρὶν τὴν κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πρό­κει­ται, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ πε­ρι­πτώ­σεις συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της, Ἰ­ω­άν­νης Μ. Δαμ­βέρ­γης, Ἰ­ω­άν­νης Κον­δυ­λά­κης, Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Κώ­στας Βάρ­να­λης ἢ Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων, ποὺ γρά­φουν καὶ δη­μο­σι­εύ­ουν τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τους κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἢ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ.

       Ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­να­με­νό­με­νο, ἀρ­χί­ζει νὰ με­γα­λώ­νει ση­μαν­τι­κὰ κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ φτά­νει σὲ ὕ­ψη ποὺ πο­τὲ δὲν εἴ­χα­με φαν­τα­στεῖ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να. Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 78 ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ἀ­φη­γή­τρι­ες ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα (47 ἄν­δρες καὶ 31 γυ­ναῖ­κες συγ­γρα­φεῖς), γεν­νη­μέ­νοι/ες ὅ­λοι/ες τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να (τὸ 1924 ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ 1990 ὁ νε­ό­τε­ρος). Ἐν­τὸς αὐ­τῆς τῆς «ὁ­μά­δας» συ­ναν­τι­οῦν­ται μορ­φὲς κα­τα­ξι­ω­μέ­νες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Νί­κος Δή­μου, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου, Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου, Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ ἢ ὁ πα­τριά­ρχης τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, Ἐ­πα­μει­νών­δας Χ. Γο­να­τᾶς, ἀλ­λὰ καὶ νε­α­ρό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ βρῆ­καν στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­να νέ­ο εἶ­δος/μέ­σο ἔκ­φρα­σης.

       Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α δη­μο­σί­ευ­σης τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας (ἕ­να ἀ­πὸ κά­θε συγ­γρα­φέ­α), τὸ πρῶ­το γρά­φτη­κε τὸ 1977, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α, πρό­σφα­της ἐ­σο­δεί­ας, τὸ 2019: ἀ­πὸ αὐ­τά, 10 εἶ­χαν γρα­φτεῖ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, 4 τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ 21ου καὶ 64 τὴν δε­κα­ε­τί­α ποὺ μό­λις ἀ­φή­σα­με πί­σω μας. Ἔ­χου­με ἔ­τσι μιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ προ­φα­νῆ ἔν­δει­ξη τῆς ἄν­θι­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ το­πί­ο τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, ἄν­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν παί­ξει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, τό­σο γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ὅ­σο καὶ γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους, οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες καὶ τὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ὄ­χι μά­ται­α, 44 ἀ­πὸ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας ἔ­χουν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (τό­σο τὴ γραμ­μέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅ­σο καὶ σὲ 14 ἀ­κό­μα γλῶσ­σες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἡ κα­τα­λα­νι­κή, καὶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κά), ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ 2010, καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ ἐμ­πλου­τί­ζουν, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο: Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (https://bon­sai­sto­ri­es­flash­fi­ction.wordpress.com/). Τὰ ὑ­πό­λοι­πα 34 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­χαν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ συλ­λο­γὲς (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των. Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴν ἔ­κτα­ση, τὸ πιὸ σύν­το­μο («Vita Brevis») με­τρά­ει 4 λέ­ξεις, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ τί­τλου, καὶ τὸ πιὸ μα­κρύ («Πορ­σε­λά­νη»), 833.

       Αὐ­τὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἐ­πο­χὴ τῶν ἡ­ρώ­ων καὶ τῶν θε­ῶν στὴν ὁ­ποί­α κυ­ο­φο­ρή­θη­κε τὸ θέ­α­τρο, ἡ φι­λο­σο­φί­α ἢ ἡ δη­μο­κρα­τί­α: βγαί­νουν κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο μιᾶς Ἑλ­λά­δας μον­τέρ­νας καὶ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ με­λε­τοῦ­με στὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­δια μυ­θο­λο­γί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, σὲ αὐ­τὰ τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα οἱ θνη­τοὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ μά­χον­ται ἐ­νάν­τια στὰ σχέ­δια κά­ποι­ου θε­οῦ, συ­νε­χί­ζουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν τὰ κα­πρί­τσια τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τοῦ μί­σους, συ­νε­χί­ζουν νὰ νι­ώ­θουν μο­να­ξιὰ ἢ φό­βο, εὐ­τυ­χί­α ἢ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η μὲ τὸν πλη­σί­ον, συ­νε­χί­ζουν νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας κα­τορ­θώ­μα­τα ὅ­μοι­α ἢ τὸ ἴ­διο με­γά­λα μὲ ἐ­κεῖ­να κά­ποι­ου ἀ­χαι­οῦ πο­λε­μι­στῆ, μιᾶς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης γυ­ναί­κας ἢ ἑ­νὸς θε­οῦ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νου σὲ ταῦ­ρο ἢ σὲ χρυ­σὴ βρο­χή.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, αὐ­τὰ τὰ ἐ­κλε­κτὰ σύγ­χρο­να ἑλ­λη­νι­κὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μᾶς σερ­βί­ρουν, εὐ­φραί­νον­τάς μας, τὰ αἰ­ώ­νια πα­ναν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λά, ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, μὲ τρό­πο ἑλ­λη­νι­κό, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ δι­εισ­δύ­ει σὲ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ες ἐμ­μο­νὲς ἢ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦν καὶ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὸ μυα­λὸ ὄ­χι μό­νο των ἴ­δι­ων των συγ­γρα­φέ­ων, ἀλ­λὰ καὶ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να ἢ με­τρί­ως ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νου. Ἡ Ἀ­θή­να καὶ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν κα­τοί­κων της (τὸ ὄ­νο­μα «Κυ­ψέ­λη», μιὰ ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­θη­να­ϊ­κὴ γει­το­νιά, ση­μαί­νει κα­τ’ ἀ­κρι­βο­λο­γί­α «Colmena»)· ἡ τρί­τη ἡ­λι­κί­α, ποὺ φέρ­νει μα­ζί της τὴ γνώ­ση τῶν πα­ροι­μι­ῶν καὶ τῶν συν­τα­γῶν, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη στὴν τύ­χη της καὶ τὸν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό της σὲ ἕ­ναν κό­σμο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη· ἡ με­τα­νά­στευ­ση, καὶ ὄ­χι μό­νο ἡ προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πὸ τὰ Βαλ­κά­νια ἢ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­σι­α­τι­κὲς χῶ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ καὶ τὰ νη­σιὰ (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ ἕ­να φτω­χὸ πλά­σμα ποὺ πε­ρι­φέ­ρει μὲν τὸ σαρ­κί­ο του στὴν πρω­τεύ­ου­σα, κα­τά­γε­ται ὅ­μως ἀ­πὸ μιὰ κοι­νό­τη­τα τῆς ἐν­δο­χώ­ρας ποὺ λέ­γε­ται, τί εἰ­ρω­νεί­α, Και­νούρ­γιο)· ἡ πα­ρου­σί­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ (αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἄ­γνω­στη), ἀλ­λὰ καὶ τοῦ το­πί­ου μὲ τὰ λι­ό­δεν­τρα καὶ τὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ χω­ρά­φια καὶ πε­λά­γη, τῶν ἡ­ρώ­ων τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας καὶ τῆς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, τῶν ἐ­κλο­γῶν κά­θε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μπα­γα­πον­τιᾶς…

       Καὶ μέ­σα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, ἕ­να σκη­νι­κὸ ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­α (αὐ­τὴ ἡ ὄ­α­ση μὲ κα­φέ­δες, ρα­κὶ ἢ τσί­που­ρο, πο­δο­σφαι­ρι­κὲς δι­α­μά­χες καὶ με­ζέ­δες, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν χρό­νο σὲ κά­θε ἀ­στι­κὴ γει­το­νιὰ ἢ στὶς πλα­τεῖ­ες τῶν χω­ρι­ῶν), κομ­πο­λό­για (αὐ­τὲς οἱ γυ­ά­λι­νες χάν­τρες ποὺ παί­ζουν μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ἄν­δρες μὲ ἱ­στο­ρί­α καὶ βα­ρε­μά­ρα), κόλ­λυ­βα (πιά­το ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο σι­τά­ρι ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ ξη­ροὺς καρ­ποὺς καὶ ζά­χα­ρη, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρε­ται στὶς κη­δεῖ­ες καὶ στὶς λει­τουρ­γί­ες ὑ­πὲρ ἀ­νά­παυ­σης τῶν ψυ­χῶν) καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ κά­νουν τὴ σύγ­χρο­νη Ἑλ­λά­δα ἕ­να τέ­λει­ο πρό­σχη­μα γιὰ νὰ τα­ξι­δέ­ψεις, νὰ σκε­φτεῖς, νὰ γρά­ψεις καί, ὅ­πως θὰ κά­νουν οἱ ἀ­να­γνῶ­στες μας, νὰ δι­α­βά­σεις.

       Στὸ Ρroyecto GreQuerias συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ πα­ρόν­τος προ­λό­γου καὶ τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, μιὰ ἑ­νό­τη­τα μὲ τὰ σύν­το­μα βι­ο­γρα­φι­κὰ ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων (τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ὀ­νό­μα­τα ἔ­χουν «με­τα­φερ­θεῖ» στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ τη­ρη­θεῖ μιά, ἀ­δύ­να­τη, ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους γρα­φὴ καὶ στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ προ­φο­ρά), κα­θὼς καὶ ἕ­να κε­φά­λαι­ο ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὁ­μα­δι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ συ­νό­λου τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ξε­κι­νᾶ­με!


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να
Ἀ­θή­να, 2019


Πηγή: Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, 2020, ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος).


Με­τά­φρα­ση: Κα­νέλ­λα Λι­α­κο­πού­λου.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (Eduardo Lucena) γεν­νή­θη­κε στὴν Κόρ­δο­βα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς κα­θη­γη­τὴς ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, με­τα­φρα­στῆς καὶ θε­α­τρι­κὸς σκη­νο­θέ­της.