Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


			

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.): Proyecto GreQuerías



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.)


Proyecto GreQuerías


[Πληροφοριακὸ σημείωμα γιὰ τὴν ἔκ­δοση, τὴν κυ­κλο­φο­ρία καὶ τὴν πα­ρου­σί­α­σή της:]
  ἔκ­δο­ση μιᾶς Ἀν­θο­λο­γί­ας
       Στὶς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 2020 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, τὸ Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος). Ὁ ἐν λό­γω τό­μος, ἡ ἔκ­δο­ση τοῦ ὁ­ποί­ου χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ, ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐ­κτε­νῆ πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει γί­νει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ μέ­χρι σή­με­ρα: 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ ἰ­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φεῖς. Δη­μι­ουρ­γοὶ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­ναι ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆς, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ ὁ φι­λο­λό­γος καὶ με­τα­φρα­στῆς Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να. Καὶ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ, ὡς πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ἢ ὡς ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση, στὸ Ἱ­στο­λό­γιον Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι, ἐ­νῶ ἡ με­τά­φρα­σή τους εἶ­ναι συλ­λο­γι­κή, προ­ϊ­ὸν δε­κά­δων ἐρ­γα­στη­ρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­καν, κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α πεν­τα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θο­λό­γους στὸ ΑΠΘ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γας, στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ στὸ κέν­τρο Ἱ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας, Abanico.
       Ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α, κο­ρο­νο­ϊ­οῦ ἐ­πι­τρέ­πον­τος, θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὴν Ἀ­θή­να, στὴ Στο­ὰ τοῦ Βι­βλί­ου, στὸ πλαί­σιο τοῦ 12ου Φε­στι­βὰλ ΛΕΑ, στὶς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου 2020, στὶς 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Τὰ Πε­ριε­χό­με­να τῆς Ἀν­θο­λο­γίας μπο­ρεῖ­τε νὰ τὰ δεῖ­τε ἐδῶ (ἐγ­γρα­φὴ 31.05.2020).]
 
La edición de una Antología
       El 23 de abril de 2020 salió en España, de la editorial malagueña EDA Libros, Ρroyecto GreQuerías. Antología del mini­cuento griego conte­mporáneo (portada de Dimitris Hantzópoulos). Dicho tomo, cuya edición contó con el apoyo económico del Departa­mento de Filología Italiana de la Universidad Aristó­te­les de Salónica, constituye la más amplia presentación de la minificción griega actual en otra lengua: 78 mini­cuentos de otras tantas y tantos autores. Cre­adores de esta antología son el profesor da la Unive­rsidad Aristóteles de Salónica y traductor, Konstanti­nos Paleo­logos y el filólogo y traductor Eduardo Lucena. Todos los micror­relatos provienen de la página web Planodion-Bonsái, y su traduc­ción al español es grupal, fruto de decenas de talleres que han tenido lugar, a lo largo de los últimos cinco años, en las Uni­versi­da­des de Málaga y de Salónica, en el Insti­tuto Cervantes de Atenas y en el Centro de lenguas española, portu­gu­esa y catalana, Abanico.
       La Antología, con el permiso del coronavirus, será presentada en Atenas (Stoá tu Vivliou), en el marco del XII Festival LEA, el 29 de septiembre de 2020, a las 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Pue­des ver el Con­teni­do de la An­to­lo­gía aq­uí (nota 31.05.2020).]

Π ρ ό λ ο γ ο ς


Σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΥΠΕΡΒΡΑΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ, μὲ σκο­ποὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς ἢ δι­δα­κτι­κούς, ἦ­ταν πάν­τα πα­ροῦ­σα σὲ ὅ­λους τους ση­μαν­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σι­ό­δου, τοῦ Αἰ­σώ­που ἢ τοῦ Ἠ­ρα­κλεί­του τοῦ Ἐ­φε­σί­ου μέ­χρι τὶς μέ­ρες μας, μὲ ἐν­δι­ά­με­σους σταθ­μοὺς τὰ ἀ­να­το­λί­τι­κα πα­ρα­μύ­θια, τὴν πα­ρα­δο­ξο­γρα­φί­α (ἀ­πὸ τὸν 4ο αἰ­ώ­να π.Χ. μέ­χρι τὸν 3ο αἰ­ώ­να τῆς ἐ­πο­χῆς μας: Ἀν­τι­γό­νος ἀ­πὸ τὴν Κά­ρυ­στο, Ἀ­πολ­λώ­νιος, Ἀν­τι­γό­νος, Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὸν Λου­κια­νὸ τὸν Σα­μο­σα­τέ­α, τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρων, Πε­τρώ­νιος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Πλού­ταρ­χο καί, ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Βο­κά­κιο, τὰ ἀ­σκη­τι­κὰ κεί­με­να τῆς με­σαι­ω­νι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, μπο­ροῦν νὰ ἐν­το­πι­στοῦν πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πε­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν, κυ­ρί­ως ἱ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων ἢ ἀγ­γλό­φω­νων. Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἀ­φή­γη­σης ἦ­ταν οἱ Πό­ε, Λάβ­κρα­φτ, Ντα­ρί­ο, Οὐ­ι­δόμ­προ ἢ Ταγ­κόρ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Κα­θὼς ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὁ 20ὸς αἰ­ώ­νας, ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ ση­μαν­τι­κῶν εὐ­ρω­παί­ων καὶ ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων· ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ δη­μι­ουρ­γοὺς τοῦ με­γέ­θους τῶν Τσέ­χοφ, Κάφ­κα, Μπέρ­νχαρντ, Μπόρ­χες, Μπήρς, Κορ­τά­σαρ, Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, Ἄπ­ντάϊκ καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Ὡ­στό­σο, μό­νο ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἔ­πει­τα ἀρ­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται οἱ ὅροι «mi­cror­re­la­to» [«μι­κρο­α­φή­γη­ση»], «minicuento» [«μι­κρο­δι­ή­γη­μα»], «mi­nir­re­la­to» [«να­νο­δι­ή­γη­μα»] κ.λπ. (ἢ τὰ ἰ­σο­δύ­να­μά τους «flash fiction» ἢ «short short story», στὰ ἀγ­γλι­κά), ὀ­δη­γών­τας ἔ­τσι στὴ συγ­κρό­τη­ση αὐ­τοῦ ποὺ πλέ­ον ὀ­νο­μά­ζε­ται —με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα— «τέ­ταρ­το πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος». Πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να, στὸν ἱ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο, τὸ 1981, ἡ κου­βα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς κα­θη­γή­τρια, κά­τοι­κος Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν Ἀ­με­ρι­κῆς, Ντο­λό­ρες Κὸχ δη­μο­σι­εύ­ει, στὸ νού­με­ρο 30 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Hispamerica, τὸ πρῶ­το θε­ω­ρη­τι­κὸ κεί­με­νο στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ μι­κρο-ἀ­φή­γη­μα (πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου), μὲ τί­τλο «El micro-relato en Mexico: Τorri, Αrreola, Μο­n­t­e­r­r­o­so». Δέ­κα δὲ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1991, ὁ χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Χου­ὰν Ἀρ­μάν­το Ἔ­πλε, καὶ αὐ­τὸς κά­τοι­κος ΗΠΑ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο «μι­κρο-δι­ή­γη­μα» στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του γιὰ τὸ ἱ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (Brevisima relacion. Antologia del micro-cuento hispanoamericano). Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ­τε, σὲ ἀμ­φό­τε­ρες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις το­πο­θε­τεῖ­ται ἕ­να ἑ­νω­τι­κὸ γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ τὸ πρό­θε­μα «μι­κρὸ» μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­ρο.

       Στὴν Ἑλ­λά­δα, οἱ ὅ­ροι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ἢ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα», χω­ρὶς ἑ­νω­τι­κό, ἄρ­γη­σαν ἀρ­κε­τὰ νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὰ πρῶ­τα χρό­νια τῆς τρέ­χου­σας χι­λι­ε­τί­ας. Μέ­χρι τό­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν οἱ ὅ­ροι «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» ἢ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» γιὰ νὰ ὁ­ρι­στοῦν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ προ­ϊ­όν­τα ποὺ δὲν ὑ­πε­ρέ­βαι­ναν τὶς χί­λι­ες λέ­ξεις. Ὡ­στό­σο, τό­σο κα­τὰ τὸν 19ο αἰ­ώ­να ὅ­σο καὶ κα­τὰ τὸν 20ὸ εἶ­ναι πολ­λοὶ οἱ ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς ποὺ γρά­φουν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἀρ­κε­τὲς δε­κα­ε­τί­ες πρὶν τὴν κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πρό­κει­ται, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ πε­ρι­πτώ­σεις συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της, Ἰ­ω­άν­νης Μ. Δαμ­βέρ­γης, Ἰ­ω­άν­νης Κον­δυ­λά­κης, Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Κώ­στας Βάρ­να­λης ἢ Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων, ποὺ γρά­φουν καὶ δη­μο­σι­εύ­ουν τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τους κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἢ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ.

       Ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­να­με­νό­με­νο, ἀρ­χί­ζει νὰ με­γα­λώ­νει ση­μαν­τι­κὰ κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ φτά­νει σὲ ὕ­ψη ποὺ πο­τὲ δὲν εἴ­χα­με φαν­τα­στεῖ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να. Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 78 ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ἀ­φη­γή­τρι­ες ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα (47 ἄν­δρες καὶ 31 γυ­ναῖ­κες συγ­γρα­φεῖς), γεν­νη­μέ­νοι/ες ὅ­λοι/ες τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να (τὸ 1924 ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ 1990 ὁ νε­ό­τε­ρος). Ἐν­τὸς αὐ­τῆς τῆς «ὁ­μά­δας» συ­ναν­τι­οῦν­ται μορ­φὲς κα­τα­ξι­ω­μέ­νες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Νί­κος Δή­μου, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου, Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου, Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ ἢ ὁ πα­τριά­ρχης τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, Ἐ­πα­μει­νών­δας Χ. Γο­να­τᾶς, ἀλ­λὰ καὶ νε­α­ρό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ βρῆ­καν στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­να νέ­ο εἶ­δος/μέ­σο ἔκ­φρα­σης.

       Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α δη­μο­σί­ευ­σης τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας (ἕ­να ἀ­πὸ κά­θε συγ­γρα­φέ­α), τὸ πρῶ­το γρά­φτη­κε τὸ 1977, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α, πρό­σφα­της ἐ­σο­δεί­ας, τὸ 2019: ἀ­πὸ αὐ­τά, 10 εἶ­χαν γρα­φτεῖ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, 4 τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ 21ου καὶ 64 τὴν δε­κα­ε­τί­α ποὺ μό­λις ἀ­φή­σα­με πί­σω μας. Ἔ­χου­με ἔ­τσι μιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ προ­φα­νῆ ἔν­δει­ξη τῆς ἄν­θι­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ το­πί­ο τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, ἄν­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν παί­ξει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, τό­σο γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ὅ­σο καὶ γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους, οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες καὶ τὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ὄ­χι μά­ται­α, 44 ἀ­πὸ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας ἔ­χουν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (τό­σο τὴ γραμ­μέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅ­σο καὶ σὲ 14 ἀ­κό­μα γλῶσ­σες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἡ κα­τα­λα­νι­κή, καὶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κά), ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ 2010, καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ ἐμ­πλου­τί­ζουν, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο: Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (https://bon­sai­sto­ri­es­flash­fi­ction.wordpress.com/). Τὰ ὑ­πό­λοι­πα 34 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­χαν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ συλ­λο­γὲς (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των. Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴν ἔ­κτα­ση, τὸ πιὸ σύν­το­μο («Vita Brevis») με­τρά­ει 4 λέ­ξεις, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ τί­τλου, καὶ τὸ πιὸ μα­κρύ («Πορ­σε­λά­νη»), 833.

       Αὐ­τὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἐ­πο­χὴ τῶν ἡ­ρώ­ων καὶ τῶν θε­ῶν στὴν ὁ­ποί­α κυ­ο­φο­ρή­θη­κε τὸ θέ­α­τρο, ἡ φι­λο­σο­φί­α ἢ ἡ δη­μο­κρα­τί­α: βγαί­νουν κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο μιᾶς Ἑλ­λά­δας μον­τέρ­νας καὶ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ με­λε­τοῦ­με στὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­δια μυ­θο­λο­γί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, σὲ αὐ­τὰ τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα οἱ θνη­τοὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ μά­χον­ται ἐ­νάν­τια στὰ σχέ­δια κά­ποι­ου θε­οῦ, συ­νε­χί­ζουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν τὰ κα­πρί­τσια τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τοῦ μί­σους, συ­νε­χί­ζουν νὰ νι­ώ­θουν μο­να­ξιὰ ἢ φό­βο, εὐ­τυ­χί­α ἢ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η μὲ τὸν πλη­σί­ον, συ­νε­χί­ζουν νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας κα­τορ­θώ­μα­τα ὅ­μοι­α ἢ τὸ ἴ­διο με­γά­λα μὲ ἐ­κεῖ­να κά­ποι­ου ἀ­χαι­οῦ πο­λε­μι­στῆ, μιᾶς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης γυ­ναί­κας ἢ ἑ­νὸς θε­οῦ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νου σὲ ταῦ­ρο ἢ σὲ χρυ­σὴ βρο­χή.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, αὐ­τὰ τὰ ἐ­κλε­κτὰ σύγ­χρο­να ἑλ­λη­νι­κὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μᾶς σερ­βί­ρουν, εὐ­φραί­νον­τάς μας, τὰ αἰ­ώ­νια πα­ναν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λά, ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, μὲ τρό­πο ἑλ­λη­νι­κό, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ δι­εισ­δύ­ει σὲ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ες ἐμ­μο­νὲς ἢ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦν καὶ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὸ μυα­λὸ ὄ­χι μό­νο των ἴ­δι­ων των συγ­γρα­φέ­ων, ἀλ­λὰ καὶ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να ἢ με­τρί­ως ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νου. Ἡ Ἀ­θή­να καὶ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν κα­τοί­κων της (τὸ ὄ­νο­μα «Κυ­ψέ­λη», μιὰ ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­θη­να­ϊ­κὴ γει­το­νιά, ση­μαί­νει κα­τ’ ἀ­κρι­βο­λο­γί­α «Colmena»)· ἡ τρί­τη ἡ­λι­κί­α, ποὺ φέρ­νει μα­ζί της τὴ γνώ­ση τῶν πα­ροι­μι­ῶν καὶ τῶν συν­τα­γῶν, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη στὴν τύ­χη της καὶ τὸν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό της σὲ ἕ­ναν κό­σμο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη· ἡ με­τα­νά­στευ­ση, καὶ ὄ­χι μό­νο ἡ προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πὸ τὰ Βαλ­κά­νια ἢ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­σι­α­τι­κὲς χῶ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ καὶ τὰ νη­σιὰ (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ ἕ­να φτω­χὸ πλά­σμα ποὺ πε­ρι­φέ­ρει μὲν τὸ σαρ­κί­ο του στὴν πρω­τεύ­ου­σα, κα­τά­γε­ται ὅ­μως ἀ­πὸ μιὰ κοι­νό­τη­τα τῆς ἐν­δο­χώ­ρας ποὺ λέ­γε­ται, τί εἰ­ρω­νεί­α, Και­νούρ­γιο)· ἡ πα­ρου­σί­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ (αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἄ­γνω­στη), ἀλ­λὰ καὶ τοῦ το­πί­ου μὲ τὰ λι­ό­δεν­τρα καὶ τὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ χω­ρά­φια καὶ πε­λά­γη, τῶν ἡ­ρώ­ων τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας καὶ τῆς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, τῶν ἐ­κλο­γῶν κά­θε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μπα­γα­πον­τιᾶς…

       Καὶ μέ­σα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, ἕ­να σκη­νι­κὸ ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­α (αὐ­τὴ ἡ ὄ­α­ση μὲ κα­φέ­δες, ρα­κὶ ἢ τσί­που­ρο, πο­δο­σφαι­ρι­κὲς δι­α­μά­χες καὶ με­ζέ­δες, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν χρό­νο σὲ κά­θε ἀ­στι­κὴ γει­το­νιὰ ἢ στὶς πλα­τεῖ­ες τῶν χω­ρι­ῶν), κομ­πο­λό­για (αὐ­τὲς οἱ γυ­ά­λι­νες χάν­τρες ποὺ παί­ζουν μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ἄν­δρες μὲ ἱ­στο­ρί­α καὶ βα­ρε­μά­ρα), κόλ­λυ­βα (πιά­το ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο σι­τά­ρι ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ ξη­ροὺς καρ­ποὺς καὶ ζά­χα­ρη, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρε­ται στὶς κη­δεῖ­ες καὶ στὶς λει­τουρ­γί­ες ὑ­πὲρ ἀ­νά­παυ­σης τῶν ψυ­χῶν) καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ κά­νουν τὴ σύγ­χρο­νη Ἑλ­λά­δα ἕ­να τέ­λει­ο πρό­σχη­μα γιὰ νὰ τα­ξι­δέ­ψεις, νὰ σκε­φτεῖς, νὰ γρά­ψεις καί, ὅ­πως θὰ κά­νουν οἱ ἀ­να­γνῶ­στες μας, νὰ δι­α­βά­σεις.

       Στὸ Ρroyecto GreQuerias συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ πα­ρόν­τος προ­λό­γου καὶ τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, μιὰ ἑ­νό­τη­τα μὲ τὰ σύν­το­μα βι­ο­γρα­φι­κὰ ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων (τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ὀ­νό­μα­τα ἔ­χουν «με­τα­φερ­θεῖ» στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ τη­ρη­θεῖ μιά, ἀ­δύ­να­τη, ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους γρα­φὴ καὶ στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ προ­φο­ρά), κα­θὼς καὶ ἕ­να κε­φά­λαι­ο ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὁ­μα­δι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ συ­νό­λου τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ξε­κι­νᾶ­με!


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να
Ἀ­θή­να, 2019


Πηγή: Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, 2020, ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος).


Με­τά­φρα­ση: Κα­νέλ­λα Λι­α­κο­πού­λου.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (Eduardo Lucena) γεν­νή­θη­κε στὴν Κόρ­δο­βα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς κα­θη­γη­τὴς ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, με­τα­φρα­στῆς καὶ θε­α­τρι­κὸς σκη­νο­θέ­της.


 

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Δυσλειτουργία



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Δυσ­λει­τουρ­γί­α


K. ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Z. ἕ­να δῶ­ρο ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­ποι­ου προ­σώ­που ἐ­πι­θυ­μεῖ διὰ τῆς τέ­χνης τῆς μα­γεί­ας.

       Μό­λις τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ρα­βδὶ ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ ἔ­δι­νε στὸν Ζ. τὴν ἐν λό­γῳ μα­γι­κὴ δύ­να­μη, ὁ Ζ. ἄγ­γι­ξε ἀ­μέ­σως μὲ αὐ­τὸ τὸν ὦ­μο τῆς Κ.

       Ἡ Κ. τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὸ δῶ­ρο δὲν λει­τουρ­γεῖ.


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ἡ ἀπογείωση



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


­πο­γεί­ω­ση


ΞΑΙΤΙΑΣ τῆς ἀ­περ­γί­ας τῶν ἐ­λεγ­κτῶν ἐ­να­έ­ριας κυ­κλο­φο­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μά­λι­στα ἔ­φτα­σαν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ κα­τα­λά­βουν τὸν μο­να­δι­κὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­πο­γεί­ω­σης-προ­σγεί­ω­σης τοῦ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου, ζη­τή­θη­κε, εὐ­γε­νι­κά, ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βά­τες τῆς πτή­σης MCL 33 νὰ τραβήξουν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο πρὸς τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς πό­λης μέ­χρι νὰ βροῦν ἕ­να χερ­σο­χώ­ρα­φο ἀ­πὸ ὅ­που θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­γει­ω­θοῦν. Οἱ ἐ­πι­βά­τες, καρ­τε­ρι­κά, τράβηξαν τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς φαρ­δεῖς δρό­μους, τὶς με­γά­λες λε­ω­φό­ρους καὶ τὰ πε­ρι­α­στι­κὰ δά­ση τῆς πό­λης, μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­πέ­ραν­του κάμ­που ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται πρὸς νό­τια.

       Τό­τε μό­νο ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι στὸ δρό­μο εἶ­χαν χα­θεῖ τὰ δύ­ο φτε­ρὰ τοῦ σκά­φους. Ἔν­τρο­μοι, ἀ­πευ­θύν­θη­καν στὸν πι­λό­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος, μει­λί­χια, τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε καὶ τοὺς δι­α­βε­βαί­ω­σε πώς, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ους «φαν­τα­στι­κοὺς» ἐ­πι­βά­τες, ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­πο­γει­ώ­σει τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο δί­χως τὰ ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­να φτε­ρά, τὴ συ­νει­σφο­ρὰ τῶν ὁ­ποί­ων στὴν ἐν λό­γῳ «ἀ­ε­ρο­ναυ­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α» χα­ρα­κτή­ρι­σε ὡς κα­θα­ρὰ «ἀ­νεκ­δο­το­λο­γι­κή».


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ ἀρχηγός



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ ἀρχηγός


ΑΛΗΘΕΙΑ εἶ­ναι ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ ξυ­πνή­σω. Οἱ κα­τα­ρα­μέ­νες μπί­ρες ποὺ εἶ­χα πι­εῖ τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ προ­κά­λε­σαν τὴν ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη…

       Τὰ περ­νά­γα­με ἀ­πί­θα­να σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι στὴν Κού­βα. Ἐ­γὼ ἤ­μουν ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ γκρούπ. Τοὺς πή­γαι­να παν­τοῦ. Γνώ­ρι­ζα κά­θε γω­νιὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἡ ὁ­μά­δα εἶ­χε δέ­σει.

       Χρει­ά­στη­κε ὅ­μως νὰ ξυ­πνή­σω καί, ὕ­στε­ρα, δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ.

       Τώ­ρα ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­δῶ, στὸ κρε­βά­τι μου, καὶ τὸ γκροὺπ ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὰ τυρ­κου­ὰζ νε­ρὰ ποὺ μό­νο ἐ­γὼ γνω­ρί­ζω.

       Ἄ­σχη­μα τὰ πράγ­μα­τα.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Καλὸ ποσοστό


palaiologoskonstantinos-kalopososto-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Καλὸ ποσοστό


10-hΦΩΤΕΙΝΗ ΟΘΟΝΗ, ποὺ μετρᾶ ἀντίστροφα τὸν προβλεπόμενο χρόνο ἄφιξης τῶν λεωφορείων, στὴ στάση Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, δείχνει μονίμως ὅτι τὸ 203, Κα­ρέ­ας – Ἀ­κα­δη­μία, φτάνει σὲ «2 λεπτά». Ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ἡμερησίως ἐκτελοῦνται 68 δρομολόγια, αὐτὸ σημαίνει ὅτι 68 φορὲς τὴ μέρα ἡ ἐν λόγῳ ἔνδειξη εἶναι σωστή.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04
Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


palaiologoskonstantinos-mikrocuentoiminidiigima-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μι­κρο­c­u­e­n­to ἢ miniδιήγημα


06-sΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ὀ­νο­μά­ζε­ται μι­κρο­δι­ή­γη­μα, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πέρ­μι­κρο δι­ή­γη­μα, ὑ­πέρ­βρα­χυ δι­ή­γη­μα, μι­κρο­α­φή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι κ.λπ. Στὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­νά­λο­γα, οἱ προ­τει­νό­με­νες ὀ­νο­μα­σί­ες εἶ­ναι καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση πολ­λές: mi­ni­cu­en­to, minir­rela­to, micror­rela­to, nano­cu­ento, re­la­to mí­ni­mo, tex­tí­cu­lo, cu­e­ntí­ni­mo κ.λπ. Ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ὄ­ροι προ­σπα­θοῦν νὰ ὁ­ρί­σουν ὄ­χι τό­σο τὴ μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ σύν­το­μου (μὲ βά­ση τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν λέ­ξε­ων) καὶ τοῦ φευ­γα­λέ­ου (μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ ἀ­φή­νει ἡ ἀ­νά­γνω­ση ἑ­νὸς τέ­τοι­ου κει­μέ­νου), ὅ­σο τὴν πε­ζο­γρα­φί­α τῆς ἀ­φαί­ρε­σης, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, δη­λα­δή, ποὺ ζη­τᾶ, σχε­δὸν ἀ­παι­τεῖ, ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη τὴν ἐ­νερ­γὴ συμ­με­το­χή του, ὥ­στε οὐ­σι­α­στι­κὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ θὰ πλά­σει τὸ δι­κό του ἀ­φή­γη­μα παίρ­νον­τας ὡς ἀ­φορ­μὴ τὴ στοι­χει­ώ­δη ἱ­στο­ρί­α ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α μπον­ζά­ι.

        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἕ­να σχε­τι­κὰ νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος (τὸ τέ­ταρ­το ἀ­φη­γη­μα­τι­κό, με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα) τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει κλεί­σει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες ζω­ῆς, ἡ μι­κρὴ σὲ ἔ­κτα­ση ἀ­φή­γη­ση, ὅ­μως, ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ φροῦ­το τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Μὲ μυ­θο­πλα­στι­κὸ ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως δι­δα­κτι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα μᾶς εἶ­ναι γνω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σί­ο­δου καὶ τοῦ Αἰ­σώ­που γιὰ νὰ πε­ρά­σου­με, στὴ συ­νέ­χεια, στὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὰ πα­ρα­μύ­θια τῆς Ἀ­να­το­λῆς, τοὺς ἀρ­χαί­ους πα­ρα­δο­ξο­γρά­φους (Ἀ­πολ­λώ­νιο, Ἀν­τί­γο­νο κ.ἄ.), τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρω­να, Πε­τρώ­νιο κ.λπ.), τὸν Πλού­ταρ­χο, ἀρ­γό­τε­ρα τὸν Βο­κά­κιο, τὰ με­σαι­ω­νι­κὰ ἀ­σκη­τι­κὰ καὶ ἁ­γι­ο­λο­γι­κὰ κεί­με­να κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα του 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συ­ναν­τοῦ­με δείγ­μα­τα ὑ­περ­σύν­το­μης λο­γο­τε­χνί­ας στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν (κυ­ρί­ως ἰ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων καὶ ἀγ­γλό­φω­νων) μὲ κυ­ρι­ό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοὺς Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε, Χά­ου­αρντ Λάβ­κρα­φτ, Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο, Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ, Ραμ­πιν­τρα­νὰθ Ταγ­κόρ, Ζε­ρὰρ ντὲ Νερ­βὰλ κ.ἄ.

        Προ­ϊ­όν­τος τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ με­γά­λων ὀ­νο­μά­των τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἠ­πεί­ρου: ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ἐ­ξέ­χον­τες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Ἄν­τον Τσέ­χοφ, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα, ὁ Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπίρς, ὁ Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, ὁ Τζὸν Ἀπ­ντά­ικ, ὁ Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα ἢ ὁ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες.

        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴν ἰ­σπα­νό­γρα­φη μι­κρο­α­φή­γη­ση μὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­λο­δο­ξί­ες, αὐ­τὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται πε­ρὶ τὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καί, ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­μι­κά, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, συμ­πί­πτον­τας μὲ τὸ ἀ­πό­γει­ο τοῦ ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κου Συμ­βο­λι­σμοῦ (Mo­der­ni­smo hi­spa­no­a­me­ri­ca­no). Ἀ­νά­με­σα στοὺς πο­λὺ ση­μαν­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὸ εἶ­δος ξε­χω­ρί­ζου­με τὸν Ρουμ­πὲν Ντα­ρί­ο ἀ­πὸ τὴ Νι­κα­ρά­γου­α (τὸ 1888 ἐκ­δί­δει τὸ Azul, τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νει βρα­χέ­α ἀ­φη­γή­μα­τα), τὸν Χο­σὲ Ἀν­τό­νιο Ρά­μος Σοῦ­κρε ἀ­πὸ τὴ Βε­νε­ζου­έ­λα καὶ τὸν Χι­λια­νὸ Βι­σέν­τε Οὐ­ϊ­δόμ­προ. Στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὅ­πως ση­μει­ώ­σα­με καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἡ ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­α­φή­γη­ση γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση, κυ­ρί­ως στὴν Ἰσπα­νί­α, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὸ Με­ξι­κό: Λε­ο­πόλ­δο Λου­γό­νες, Ἀλ­φόν­σο Ρέ­γες, Χου­ὰν Ρα­μὸν Χι­μέ­νεθ (βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 1956), Χού­λιο Τό­ρι, Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να, Ἀ­ου­γοῦ­στο Μον­τε­ρό­σο, Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες, Χού­λιο Κορ­τά­σαρ, Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες, Ἐ­δουά­ρδο Γκα­λε­ά­νο κα­θὼς καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι δί­νουν στὸ εἶ­δος τέ­τοι­α ὤ­θη­ση, ὥ­στε μπο­ροῦ­με νὰ ἰ­σχυ­ρι­στοῦ­με βά­σι­μα ὅ­τι ἄλ­λα­ξαν τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης παγ­κο­σμί­ως.

        Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 καὶ ἐν­τεῦ­θεν, ὅ­ταν πλέ­ον κα­θι­ε­ρώ­νον­ται οἱ ὄ­ροι microrrelato καὶ minicuento (ἀ­πο­δό­σεις τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ short short story), ἡ πα­ρα­γω­γὴ καὶ ἡ δη­μο­τι­κό­τη­τα τοῦ σύν­το­μου ἀ­φη­γή­μα­τος ἐ­κτο­ξεύ­θη­κε, παγ­κο­σμί­ως, σὲ ἐ­πί­πε­δα ποὺ κα­νεὶς δὲν φαν­τα­ζό­ταν μέ­χρι τό­τε. Φυ­σι­κά, στὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ ἄν­θι­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος ἔ­παι­ξαν κα­τα­λυ­τι­κὸ ρό­λο καὶ οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες οἱ ὁ­ποῖ­ες, τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­γω­γῆς ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο δι­ά­χυ­σης, ἐ­ξα­σφα­λί­ζουν τα­χεί­α δι­ά­δο­ση καὶ εὐ­ρεί­α ἀ­να­γνω­σι­μό­τη­τα. Εἶ­ναι ἑ­κα­τον­τά­δες οἱ δι­α­δι­κτυα­κὲς το­πο­θε­σί­ες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ δί­νουν βῆ­μα τό­σο σὲ νέ­ους καὶ ἄ­γνω­στους συγ­γρα­φεῖς (στὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων) ὅ­σο καὶ σὲ κα­τα­ξι­ω­μέ­νους πε­ζο­γρά­φους, ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τάς τους ταυ­τό­χρο­να πλα­τύ­τα­το κοι­νό. Δὲν λεί­πουν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ἡ δι­ά­χυ­ση αὐ­τοῦ του εἴ­δους λο­γο­τε­χνί­ας γί­νε­ται μέ­σω twitter ἢ SMS, ἐ­νῶ ἕ­να πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς πα­ρα­γω­γῆς δὲν ἐκ­δί­δε­ται τε­λι­κὰ σὲ κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δο­σια­κὲς ἔν­τυ­πες μορ­φὲς ἔκ­δο­σης (βι­βλί­ο, πε­ρι­ο­δι­κό, ἐ­φη­με­ρί­δα κ.λπ.).

        Ποι­ά εἶ­ναι ὅ­μως τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος; Ἡ συν­το­μί­α εἶ­ναι, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, τὸ πρῶ­το ἀ­πὸ αὐ­τά. Βέ­βαι­α δὲν ὑ­πάρ­χει συμ­φω­νί­α γιὰ τὸν ἀ­νώ­τα­το ἀ­ριθ­μὸ λέ­ξε­ων: Ἑ­κα­τό; Δι­α­κό­σι­ες; Πεν­τα­κό­σι­ες; Μιὰ σε­λί­δα; Δύ­ο; Με­ρι­κὲς γραμ­μὲς μό­νο; Τὸ ὅ­ριο εἶ­ναι συ­ζη­τή­σι­μο, ἄλ­λω­στε τὸ ση­μαν­τι­κὸ σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­ναι τό­σο τὸ νὰ πε­ρι­έ­χει λί­γες λέ­ξεις, ὅ­σο τὸ νὰ μὴν ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρες λέ­ξεις ἀ­πὸ ὅ­σες χρει­ά­ζον­ται.

         Τὸ δεύ­τε­ρο ση­μαν­τι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα, δη­λα­δή, ὅ­σο μι­κρὴ καὶ ἂν εἶ­ναι ἡ ἔ­κτα­σή του εἶ­ναι προ­ο­ρι­σμέ­νο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α καὶ πρέ­πει νὰ τὴν ἀ­φη­γη­θεῖ μὲ ἔν­τα­ση, ἀ­φοῦ (ἀν­τί­θε­τα μὲ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ «φλυ­α­ρί­ες». Συ­νε­πῶς ἔ­χει πλο­κὴ (ἀλ­λὰ ὄ­χι πε­ρί­πλο­κη), συγ­κε­κρι­μέ­νο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ἡ ἀ­φή­γη­ση (ἀλ­λὰ μὲ ἐ­λά­χι­στες ἢ κα­θό­λου πε­ρι­γρα­φὲς) καὶ χα­ρα­κτῆ­ρες (ἀλ­λὰ μὲ μη­δα­μι­νὴ ἀ­να­φο­ρὰ στὰ φυ­σι­κὰ ἢ ψυ­χο­λο­γι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους).

         Τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι, κα­θὼς προ­εί­πα­με, ἡ ἀ­φαί­ρε­ση (ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἡ ἔλ­λει­ψη, ἡ βρα­χυ­λο­γί­α), ἄλ­λω­στε, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὁ ση­μαν­τι­κὸς ἰ­σπα­νὸς μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φος Χουὰν Πέ­δρο Ἀ­πα­ρί­θιο: «αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ κεί­με­νο ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται». Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα δὲν ὑ­φί­στα­ται δί­χως τὴν ἐ­νερ­γὸ συμ­με­το­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πρέ­πει, κα­τα­φεύ­γον­τας στὶς γνώ­σεις καὶ τὴ φαν­τα­σί­α του, νὰ «ἐ­φεύ­ρει» αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἐμ­φα­νές: ἀ­πὸ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν ἡ­ρώ­ων ἢ τοῦ το­πί­ου ἐν­τὸς τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἡ δρά­ση μέ­χρι τὸ ἴ­διο τὸ τέ­λος (τὸ ὁ­ποῖ­ο στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα πα­ρα­μέ­νει ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­κτό).

        Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει συγ­κρι­θεῖ, πα­ρο­μοια­σθεῖ ἢ καὶ ταυ­τι­στεῖ, ἀ­πὸ πλευ­ρᾶς κρι­τι­κῶν ἀλ­λὰ καὶ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ κοι­νοῦ, μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς σύν­το­μης ἔκ­φρα­σης τό­σο ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας: σύν­το­μες ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις (π.χ. χα­ϊ­κού, ποί­η­ση σὲ πε­ζὸ λό­γο κ.λπ.), ἀ­φο­ρι­σμούς, πα­ρα­βο­λές, μύ­θους κ.ἄ. ὅ­σο καὶ ἐ­κτὸς λο­γο­τε­χνί­ας: ἀ­νέκ­δο­τα, γκρά­φι­τι, δι­α­φη­μι­στι­κὰ σπότ, ἄρ­θρα στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ Τύ­πο κ.ἄ. Σὲ αὐ­τὴν τὴ «σύγ­χυ­ση» συ­νέ­τει­ναν, σκο­πί­μως ἢ ἄ­θε­λά τους, συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Μπόρ­χες μὲ τοὺς πει­ρα­μα­τι­σμούς του ἢ ἡ συμ­πα­τρι­ώ­τισ­σά του Κλά­ρα Ὀμ­πλι­γά­δο, ἡ ὁ­ποί­α το­νί­ζει κα­τὰ τρό­πο ἐμ­φα­τι­κὸ τὴν πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τα ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, τὴν εὐ­χέ­ρεια, δη­λα­δή, μὲ τὴν ὁ­ποί­α οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἀ­πὸ ἄλ­λα εἴ­δη κει­μέ­νων, ὑ­πο­νο­μεύ­ον­τας ἀ­κό­μα καὶ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες τυ­πο­γρα­φι­κὲς συμ­βά­σεις, καὶ προ­σαρ­μό­ζει τὰ πάν­τα στὰ μέ­τρα του: «[Τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα] δι­α­τρέ­χουν ὅ­λα τὰ εἴ­δη, ὅ­λες τὶς τε­χνι­κές: στη­ρί­ζον­ται σὲ ἄλ­λα κεί­με­να, ὑ­φαί­νουν δε­σμοὺς μὲ ἄλ­λες μορ­φὲς κει­μέ­νων: εἶ­ναι παι­χνί­δι, ποί­η­μα, ἀ­πό­φθεγ­μα, πα­ρα­μύ­θι μὲ ζῶ­α, ἀ­νέκ­δο­το, μυ­θι­στό­ρη­μα, μύ­θος, μέ­χρι καὶ μι­κρὴ ἀγ­γε­λί­α.» Ἀν­τί­θε­τα, ὁ πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Φερ­νάν­το Ἰ­γου­α­σά­κι ἀ­πορ­ρί­πτει κα­θέ­τως τὴν οἱ­αν­δή­πο­τε σχέ­ση τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μὲ ὅ­λα τα προ­α­να­φερ­θέν­τα εἴ­δη κει­μέ­νων: «Ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἔ­χει ὡς στό­χο νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, ὡς ἐκ τού­του, μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει πλο­κή, ἀ­τμό­σφαι­ρα, χα­ρα­κτῆ­ρες. Αὐ­τὰ ὅ­μως ποὺ σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν συ­νά­δουν μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι οἱ μα­κρο­σκε­λεῖς ἀ­φο­ρι­σμοί, τὰ ποι­ή­μα­τα σὲ πε­ζὸ λό­γο, τὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­νέκ­δο­τα καὶ οἱ ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φί­ες.»

        Στὶς μέ­ρες μας, ὅ­πως το­νί­σα­με προ­η­γου­μέ­νως, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, δη­λα­δή, τῆς βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης γνω­ρί­ζει ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση: ἐκ­δί­δον­ται ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, δι­ορ­γα­νώ­νον­ται δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμοὶ (μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μη συμ­με­το­χὴ συγ­γρα­φέ­ων), πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται συ­νέ­δρια, θε­σπί­ζον­ται βρα­βεῖ­α, γρά­φον­ται δι­δα­κτο­ρι­κὲς δι­α­τρι­βές, ἔ­χει στη­θεῖ ἐν ὀ­λί­γοις μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη «βι­ο­μη­χα­νί­α» γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος. Ἐν­δει­κτι­κή των μα­ζι­κῶν δι­α­στά­σε­ων ποὺ ἔ­χει λά­βει ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἡ πα­ρα­κά­τω πλη­ρο­φο­ρί­α: τὸ 2015, στὸ VI Δι­ε­θνῆ Δι­α­γω­νι­σμὸ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Museo de la Palabra ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ ἰ­σπα­νι­κὸ Ἵ­δρυ­μα César Egido Serrano δι­α­γω­νί­στη­καν 35.609 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες!

        Ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, αὐ­τὴ ἡ μα­ζι­κό­τη­τα δὲν προ­ά­γει (πάν­τα) τὴν ποι­ό­τη­τα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις ὑ­πε­ρι­σχύ­ει, κα­τὰ τρό­πο πα­ρα­πλα­νη­τι­κό, ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι ἡ συγ­γρα­φὴ ἑ­νὸς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος εἶ­ναι ἔρ­γο εὔ­κο­λο καὶ ἁ­πλο­ϊ­κό, δί­χως ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­παι­τή­σεις, στὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­δο­θεῖ ὁ κα­θέ­νας. Τὴν ἀ­πα­τη­λὴ αὐ­τὴ ἀν­τί­λη­ψη προ­σπα­θεῖ νὰ κα­ταρ­ρί­ψει μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κὲς θε­ω­ρη­τι­κοὺς τῆς σύγ­χρο­νης ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ Ἰ­ρέ­νε Ἄν­τρες-Σουά­ρεθ, το­νί­ζον­τας ὅ­τι: «σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἰ­δι­α­ζόν­τως δύ­σκο­λο, τό­σο ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νο καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὸ ὅ­σο καὶ ἡ ποί­η­ση, ἀ­φοῦ καὶ τὰ δύ­ο εἴ­δη χτί­ζον­ται μὲ ἀ­κρί­βεια χι­λι­ο­στοῦ καὶ φι­λο­δο­ξοῦν στὸ ἀ­κραῖ­ο ξε­γύ­μνω­μα καὶ στὴν οὐ­σι­α­στι­κὴ χρή­ση τῆς γλώσ­σας.» Αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ στοι­χή­μα­τα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να: νὰ κα­τα­ξι­ω­θεῖ στὴ συ­νεί­δη­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ὡς αὐ­τό­νο­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος καὶ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρα τῆς μα­ζι­κο­ποι­η­μέ­νης πα­ρα­γω­γῆς. Αὐ­τὸ τὸ δεύ­τε­ρο δὲν φαν­τά­ζει κα­θό­λου εὔ­κο­λο…

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.