Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐπιβίωση

Pàmies,Sergi-Epibiosi-Eikona-01


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)


Ἐ­πι­βί­ω­ση

(Supervivencia)

 

02-TaphΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΗΣΕΙ τό­σες φο­ρὲς νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὶς ἀ­παν­τή­σεις μέ­σα του πού, μιὰ μέ­ρα, ὀρ­γα­νώ­νει μιὰ ἀ­πο­στο­λή. Ἐ­ξο­πλι­σμέ­νος μὲ κρά­νος σπη­λαι­ο­λό­γου, μα­τσέ­τα, σκα­πά­νη καὶ σχοι­νιὰ ὀ­ρει­βα­σί­ας ἀρ­χί­ζει τὴν πο­ρεί­α. Τὸ πρῶ­το βῆ­μα εἶ­ναι τὸ πιὸ δύ­σκο­λο. Πρέ­πει νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ πο­λὺ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη σχι­σμὴ καί, ἀ­σκών­τας πί­ε­ση, νὰ μπεῖ μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τὸν κά­νει νὰ ἱ­δρώ­σει καὶ νὰ βλα­στη­μή­σει ἀλ­λά, μὲ τὴ βο­ή­θεια ἑ­νὸς ἐ­πι­δέ­ξιου ἑ­λιγ­μοῦ ποὺ θυ­μί­ζει ἀ­κρο­βά­τη καὶ τῆς τε­χνη­τῆς ὤ­θη­σης ποὺ τοῦ δί­νουν τὰ ἀν­τι­κα­τα­θλι­πτι­κά, τὰ κα­τα­φέρ­νει (κα­τά­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς μα­τσέ­τας κα­θὼς ἀ­νοί­γει δρό­μο καὶ κάμ­πτει ἀν­τι­στά­σεις). Ὁ χῶ­ρος ποὺ τὸν ὑ­πο­δέ­χε­ται δὲν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε φαν­τα­στεῖ. Τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γιὰ μιὰ ἐ­πι­κρά­τεια σχε­δὸν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη καί, γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο, εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του ἕ­να σὲτ ἐ­πι­βί­ω­σης. Τώ­ρα, ἀν­τι­θέ­τως, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του γιὰ νὰ φω­τί­σει ἕ­να χῶ­ρο κλει­στό, σὲ σχῆ­μα ντου­λά­πας. Χά­ρη στὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α ποὺ δι­δά­χτη­κε σὲ πλῆ­θος θε­ρα­πει­ῶν, ἀ­πο­φεύ­γει νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι δὲν τὸν συμ­φέ­ρει νὰ κά­νει βι­α­στι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ ἐ­να­πο­θέ­τει ὅ­λες τὶς ἐλ­πί­δες του στὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ βρεῖ, ξε­περ­νών­τας αὐ­τὴ τὴν ἀρ­χι­κὴ κλει­στο­φο­βί­α, ἄλ­λους χώ­ρους. Μὲ σκο­πὸ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ κι­νη­θεῖ μὲ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­κο­λί­α, ἀ­φή­νει κά­τω τὸ σα­κί­διο καὶ τὰ σχοι­νιά. Δι­α­πι­στώ­νει τὴ συ­νο­χὴ τῶν ὁ­ρί­ων ποὺ τὸν πε­ρι­κλεί­ουν μὲ τὴ μύ­τη τῆς σκα­πά­νης: τάκ, τάκ. Αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πει —ἐ­πι­κα­λυ­πτό­με­να στρώ­μα­τα ἡ­μί­φω­τος ποὺ πε­ρι­βάλ­λουν τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἄ­δει­ων ρα­φι­ῶν καὶ κρε­μά­στρες δί­χως ροῦ­χα— δὲν τὸν κα­θη­συ­χά­ζει. Ἂν αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ντου­λά­πα στὴν ὁ­ποί­α θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρεῖ ἀ­παν­τή­σεις, σκέ­φτε­ται: Ἄ­σ’ τα νὰ πᾶ­νε. Ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀγ­χώ­νε­ται, τὸν πιά­νει πεί­να. Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ σα­κί­διο δύ­ο πρω­τε­ϊ­νοῦ­χες μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὶς κα­τα­βρο­χθί­ζει μὲ τὴ λαι­μαρ­γί­α ναυα­γοῦ. Ὅ­λα ὅ­σα περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ μυα­λό του τὸν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τό­σο λί­γο ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πει. Δὲν ξέ­ρει τί πε­ρί­με­νε νὰ βρεῖ, ἀλ­λὰ οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ δὲν πε­ρι­λάμ­βα­ναν ἕ­να ἄ­δει­ο ἔ­πι­πλο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σπα­θή­σει πο­λὺ γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ συμ­πτώ­μα­τα τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ρί­ξει μιὰ φω­το­βο­λί­δα γιὰ νὰ δεῖ ἄν, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φή, ὑ­πάρ­χει κά­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸ χῶ­ρο πού, ἐ­πι­πλέ­ον, τοῦ φαί­νε­ται πὼς ὅ­λο καὶ στε­νεύ­ει. Εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἐν­τύ­πω­ση, ἀλ­λὰ τοῦ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι, παρ’ ὅ­λο ποὺ θυ­μᾶ­ται πὼς ἦρ­θε γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­παν­τή­σεις, τώ­ρα πλέ­ον δὲν ξέ­ρει σὲ τί ἐ­ρω­τή­σεις ἀν­τι­στοι­χοῦ­σαν. Ὅ­ταν, μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α ἢ πα­τερ­να­λι­σμό, τοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­σα σου», πο­τέ του δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἕ­να χῶ­ρο σὰν αὐ­τόν. Τώ­ρα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸ πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε ποὺ πί­στε­ψε ὅ­τι ὅ­λα θὰ ἦ­ταν ἄ­νε­τα, εὐ­ρύ­χω­ρα, ἀ­χα­νῆ. Τὸ ὅ­τι ὅ­λα τε­λι­κὰ ἦ­ταν τό­σο σκο­τει­νὰ καὶ ἀ­σή­μαν­τα ἴ­σως εἶ­ναι, συλ­λο­γί­ζε­ται, μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ἐ­άν, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε αὐ­τὸ τὸ τα­ξί­δι, δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ δε­χτεῖ τὰ πάν­τα, τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο. Γι’ αὐ­τὸν τὸ λό­γο, το­νω­μέ­νος ἀ­πὸ τὶς μπά­ρες δη­μη­τρια­κῶν καὶ τὴν πρω­τε­ϊ­νι­κή τους δρά­ση, ση­κώ­νε­ται καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει βί­αι­α τὴν πλά­τη τῆς ντου­λά­πας. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὀρ­γή, τὰ χτυ­πή­μα­τα τῆς σκα­πά­νης τοῦ ξυ­πνοῦν κί­νη­τρα πιὸ ἐν­δό­μυ­χα. Σι­γὰ σι­γά, κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα καί, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δι­α­κρί­νει τὸ γνώ­ρι­μό του κό­σμο. Ἔ­χον­τας πά­ρει κου­ρά­γιο, συ­νε­χί­ζει νὰ κο­πα­νά­ει. Ἡ μα­νί­α τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν νὰ μα­ζέ­ψουν χρή­μα­τα βά­ζον­τας πρό­στι­μα τοῦ προ­ξε­νεῖ σχε­τι­κὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἡ θά­λασ­σα, ποὺ ἔ­χει πή­ξει ἀ­πὸ σέρ­φερ καὶ τζὲτ-σκί, τοῦ με­τα­δί­δει μιὰ ζω­τι­κό­τη­τα τό­σο το­νω­τι­κὴ ὅ­σο καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ἁ­λά­τι, καρ­βου­νι­α­σμέ­νες σαρ­δέ­λες καὶ ἀν­τη­λια­κό. Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει νὰ ἀ­νοί­ξει μιὰ τρύ­πα ἀρ­κε­τὰ με­γά­λη ὥ­στε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ βά­ζει στὰ πό­δια, λὲς καὶ δρα­πε­τεύ­ει ἀ­πὸ πυρ­κα­γιά, δί­χως νὰ νοια­στεῖ γιὰ τὸ σα­κί­διο, τὰ σχοι­νιά, τὴ μα­τσέ­τα, τὴ σκα­πά­νη καὶ τὶς δί­χως ἀ­πάν­τη­ση ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ ἀ­φή­νει πί­σω του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010). Τώρα καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ στα­τι­κὸ πο­δη­λά­το (ἐκδ. Μιχάλη Σιδέρη, 2013).

 Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Διαφημίσεις

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola): Ὁ ἐφευρέτης


MasóRahola,Jordi-OEfeyretis-Eikona-02


Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola)


Ὁ ἐφευρέτης

(L’inventor)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τῆς μη­χα­νῆς τῆς ἀ­να­στρο­φῆς τοῦ χρόνου ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρνστ Μί­λερ (1941-1867).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἀπὸ τὸ μπλὸγκ γιὰ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα τοῦ Fer­nando Valls La na­ve de los lo­cos.

Ζόρντι Μασὸ Ραόλα (Jordi Masó Rahola) (Γκρανολιέρς, 1967). Ἔχει ἐκ­δώ­σει δύο βιβλία (Els re­ptes de Vla­di­mir, 2010 καὶ Ca­tà­leg de mon­stres, 2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ καταλανικά:

Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Κὶμ Μονζό (Quim Monzó): Ρωσικὲς κοῦκλες

Monzo,Quim-RosikesKoukles-Eikona-02


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)

 

Ρωσικὲς κοῦκλες

(Nines russes)


 02-DeltaΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ τὰ λι­βά­δια, κρύ­βε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ψη­λὰ χόρ­τα, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς κί­ο­νες. Τὸ σπί­τι βρί­σκε­ται κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ μα­κριά. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης καί, κά­που κά­που, μιὰ πι­να­κί­δα ἀ­πὸ ἄ­σπρο ξύ­λο μὲ μαῦ­ρα γράμ­μα­τα: BADEN VERBOTEN. Ὅ­λα τὰ μι­κρὰ μο­νο­πά­τια, κά­θε­τα στὸ κεν­τρι­κό, τε­λει­ώ­νουν σὲ σκά­λες ποὺ βυ­θί­ζον­ται στὴ λί­μνη, μὲ κου­πα­στὲς δι­α­κο­σμη­μέ­νες μὲ πέ­τρι­να βά­ζα καὶ λου­λού­δια. Ἀγ­κο­μα­χεῖ. Ἱ­δρώ­νει. Εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Στη­ρί­ζε­ται στὴν κου­πα­στή. Κοι­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω καὶ πρὸς τὸ νε­ρό, ἐ­ναλ­λὰξ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Τώ­ρα περ­πα­τᾶ, πη­γαί­νον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη μέ­χρι τὴν προ­βλή­τα ποὺ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι, ἂν ἀρ­γή­σουν πο­λύ, θὰ τὸν πιά­σουν. Γυρ­νᾶ πί­σω πρὸς τὶς σκά­λες. Πη­δά­ει τὴν κου­πα­στή. Κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ἀ­πὸ κεῖ δι­α­κρί­νει τὴ λί­μνη. Εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Κοι­τά­ει συ­νε­χῶς τὸ ρο­λό­ι. Δὲν ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται: στὸ βά­θος, με­τα­ξὺ τῶν σκού­ρων μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τοῦ νε­ροῦ, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μιὰ ἐ­ξω­λέμ­βιος. Ἕ­να που­λὶ σχί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ κλα­διά, κοι­τᾶ πρὸς τὸν δρό­μο, πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα ποὺ μᾶλ­λον ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­βλή­τα, ἀ­κού­ει πί­σω του ἕ­να θό­ρυ­βο. Γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό.

       Ἡ ὀ­θό­νη γί­νε­ται μαύ­ρη, ἔ­πει­τα λευ­κή. Ὁ κό­σμος σφυ­ρί­ζει. Κά­ποι­οι φω­νά­ζουν. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα χα­μη­λώ­νει ὁ θό­ρυ­βος. Ἔ­πει­τα περ­νοῦν δέ­κα ἀρ­γὰ λε­πτά, κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ κοι­νὸ γλι­στρᾶ ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ ἀ­να­μο­νὴ στὴν ἐ­νό­χλη­ση: χτυ­πᾶ τὰ πό­δια καὶ ζη­τᾶ ἐ­ξη­γή­σεις. Σύγ­χυ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἕ­νας ἀν­τι­πρό­σω­πος κα­τε­βαί­νει νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ, σα­στι­σμέ­νος, καὶ ἐ­ξη­γεῖ πὼς συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο: τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας δὲν ὑ­πάρ­χει. Καὶ δὲν φαί­νε­ται, προ­σθέ­τει, νὰ τὸ ἔ­χει κό­ψει κά­ποι­ος, για­τὶ, χω­ρὶς κα­νέ­να ρα­κόρ, με­τὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες εἰ­κό­νες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μαύ­ρου φίλμ. Ζη­τᾶ εἰ­λι­κρι­νὰ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἐ­νό­χλη­ση, κυ­ρί­ως για­τὶ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι γε­γο­νό­τα ὅ­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της προ­βο­λῆς. Κα­τα­λή­γει ὅ­τι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ χρή­μα­τα τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κα­λεῖ τὸ κοι­νὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αἴ­θου­σα μὲ σει­ρὰ καὶ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἐκ­δο­τή­ρια. Προ­σθέ­τει πὼς μί­λη­σαν μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α δι­α­νο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα καὶ ὑ­πό­σχε­ται νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α. Ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας κά­νει στὸ τέ­λος μί­α χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πό­γνω­σης καὶ φεύ­γει. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἔ­κρη­ξη πα­ρα­πό­νων, τὸ κοι­νὸ βγαί­νει ἀρ­γά. Ὁ θε­α­τὴς (ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους: ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε) χα­σμου­ρι­έ­ται, ση­κώ­νε­ται νω­θρά, βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο. Ἡ οὐ­ρὰ γιὰ τὸ ἀν­τί­τι­μο τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου στὰ ἐκ­δο­τή­ρια μπλέ­κε­ται μὲ ἐ­κεί­νη ὅ­σων πε­ρί­με­ναν γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­βο­λὴ καὶ ποὺ τώ­ρα, μπερ­δε­μέ­νοι, δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν προ­νο­μι­ού­χα θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἡ ἀ­να­μο­νή τους. Ὁ ἄν­θρω­πός μας δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη νὰ πε­ρι­μέ­νει: θε­ω­ρεῖ τὰ χρή­μα­τά του χα­μέ­να καὶ ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὸ δρό­μο. Στὰ μι­σὰ τῆς οὐ­ρᾶς ἀ­κού­ει πὼς τὰ νέ­α φτά­νουν δι­α­στρε­βλω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος ἔ­κλε­ψε τὸ φὶλμ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­ω­θή­σει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ πρό­τζε­κτ ποὺ δὲν εἶ­χε βρεῖ στή­ρι­ξη ἀ­πὸ κα­μί­α ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς. Στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τὰ νέ­α κυ­κλο­φο­ροῦν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος τη­λε­φώ­νη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο γιὰ νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ κτί­ριο εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ βόμ­βα. Ὁ κό­σμος δι­α­λύ­ε­ται στοὺς πα­ρά­πλευ­ρους δρό­μους, δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Ἐ­κεῖ­νος μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το, βά­ζει μπρο­στά. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ὁ Dizzy Gillespie. Ἐ­πι­λέ­γει δρό­μους τῶν προ­α­στί­ων, κα­λυμ­μέ­νους μὲ μί­α ἀ­δι­α­πέ­ρα­στη λευ­κὴ ὁ­μί­χλη. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­νας τραυ­λὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος παίρ­νει συ­νέν­τευ­ξη ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς χέ­ρια ποὺ γέν­νη­σε ἕ­να παι­δὶ χω­ρὶς πό­δια. Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς συμ­πε­ραί­νει ξαφ­νι­α­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει Πέμ­πτη χω­ρὶς Πα­ρα­σκευ­ή, κι ἀ­μέ­σως, βά­ζει ξα­νὰ Gillespie, τὸ Russian Lullaby, τρα­γού­δι ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­κού­ει ἐ­πί­σης (καὶ ξαφ­νι­ά­ζε­ται) ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ποὺ μό­λις μπαί­νει. Μό­λις κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι, πα­ραγ­γέλ­νει ἕ­να γα­στρο­νο­μι­κὸ πα­λίν­δρο­μο (γιὰ πρῶ­το πιά­το, πε­πό­νι μὲ προ­σοῦ­το· γιὰ δεύ­τε­ρο, ζαμ­πόν· γιὰ ἐ­πι­δόρ­πιο, πε­πό­νι) μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ κα­τα­πλή­ξει τὸν μέ­τρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­στό­σο δὲν φαί­νε­ται δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­φή­σει νὰ τὸν ἐκ­πλή­ξουν τό­σο εὔ­κο­λα. Σὲ ἕ­να δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ μιὰ Αὐ­στρα­λὴ ποὺ ἀ­σκεῖ τη­λε­πά­θεια καὶ πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ ἕ­να ὄ­νει­ρο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ ἕ­νας συ­νά­δελ­φός της, Ἐλ­βε­τός, ἔ­παιρ­νε μιὰ με­γά­λη τρο­μά­ρα ἀ­πὸ μιὰ παι­χνι­διά­ρα ἀ­νι­ψιὰ ποὺ ἀ­ρε­σκό­ταν σὲ ἀ­κραῖ­ες με­ταμ­φι­έ­σεις. Ὁ ἄν­θρω­πός μας γε­λᾶ καὶ τὸ γέ­λιο δυ­να­μώ­νει ὅ­ση ὥ­ρα δει­πνεῖ, μέ­χρι πού, στὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, εἶ­ναι ἕ­νας πί­δα­κας ἀ­πὸ κου­δου­νί­σμα­τα καὶ κύμ­βα­λα ποὺ ἀν­τη­χοῦν σὲ ὅ­λα τα μπουν­τρού­μια τοῦ κά­στρου.

       Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Ση­κώ­νε­ται μὲ νω­θρό­τη­τα, πλέ­νε­ται, ξυ­ρί­ζε­ται, ντύ­νε­ται. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό του στὸ μπὰρ ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­πει­τα μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το: ἡ πό­λη σύν­το­μα μέ­νει πί­σω καὶ γιὰ δέ­κα λε­πτὰ ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Βλέ­πει τὸ σπί­τι στὸ βά­θος. Σταθ­μεύ­ει κα­λὰ στὴν ἄ­κρη. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης. Στὶς ὄ­χθες της, προ­βο­λεῖς, κα­λώ­δια καὶ πί­να­κες μὲ πρί­ζες.

       Τὸν πε­ρί­με­ναν ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­α ὥ­ρα. Ἀλ­λά­ζει στὴ στιγ­μή. Τὸν μα­κι­γιά­ρουν. Ὁ σκη­νο­θέ­της δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀρ­χί­σουν τὸ γύ­ρι­σμα. Ἐ­κεῖ­νος κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Γυ­ρί­ζουν δι­ά­φο­ρα πλά­να. Ἔ­πει­τα πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει δύ­ο φο­ρές. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα, ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο πί­σω του· γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὴ σκη­νή: δύ­ο φο­ρὲς ἡ κο­πέ­λα ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι κι ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν γιὰ τρί­τη φο­ρά: ἡ κο­πέ­λα τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι, ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν δι­α­κό­πτει τὸ γύ­ρι­σμα. Ἡ κο­πέ­λα πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος.

       Στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ στιγ­μὴ σύγ­χυ­σης: ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τὲς ἔ­χει πέ­σει κι αὐ­τὸς στὸ ἔ­δα­φος. Τὸν με­τα­φέ­ρουν καὶ ἡ ται­νί­α τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury (ἔκδ. Crema,1980).

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.

 

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ὑστεροφημία

Pàmies,Sergi-Ysterofimia-Eikona-01


 

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)

 


Ὑ­στε­ρο­φη­μί­α

(La posteritat)


 

02-Htta ΚΗΔΕΙΑ ΣΟΥ εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α εὐ­και­ρί­α ποὺ ἔ­χεις νὰ κά­νεις κου­μάν­το καὶ νὰ ὀρ­γα­νώ­σεις τὰ πράγ­μα­τα. Δι­ά­λε­ξες τὸ νε­κρο­φυ­λακεῖο, τὸν τύ­πο φε­ρέ­τρου, τὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων λό­γων, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ θὰ παί­ξει καὶ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τῆς Βί­βλου ποὺ θὰ δι­α­βά­σει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. Ἄ­φη­σες τὰ πάν­τα ση­μει­ω­μέ­να μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια σὲ ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ μὲ ὅ­λες τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­πι­θυ­μί­ες σου ὥ­στε νὰ μὴν φορ­τώ­σεις μὲ αὐ­τὰ οὔ­τε τὰ παι­διά σου οὔ­τε τὴν τρί­τη σύ­ζυ­γό σου. Ἐ­ξα­σφά­λι­σες μα­ζι­κὴ προ­σέ­λευ­ση, ἂν καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι το ἔ­κα­ναν ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση πα­ρὰ ἀ­πὸ φι­λί­α. Δὲν θέ­λη­σες νὰ σὲ ἀ­πο­τε­φρώ­σουν: κα­πά­ρω­σες τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο νε­κρο­στά­σιο γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο καὶ ξό­δε­ψες πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ καλ­λω­πί­σουν τὸ πτῶ­μα σου γε­γο­νὸς ποὺ θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους ἔ­χον­τας κά­νει τὸ μα­νι­κιούρ σου, μὲ ἔκ­φρα­ση πιὸ κα­λο­συ­νά­τη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ εἶ­χες ζων­τα­νὸς καί, φυ­σι­κά, τὸ πιὸ ἀ­κρι­βὸ κου­στού­μι ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες σου. Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τοῦ κει­μέ­νου στὸ ἀ­ναγ­γελ­τή­ριο θα­νά­του προ­σέ­λα­βες ἕ­ναν ποι­η­τὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ­σα σὲ μό­λις τρεῖς γραμ­μές, συ­νέ­πτυ­ξε τὴ θλί­ψη τῶν οἰ­κεί­ων σου. Οὔ­τε λα­τι­νι­κὰ ἀ­πο­φθέγ­μα­τα οὔ­τε στί­χοι ἐ­θνι­κῶν ποι­η­τῶν. Μό­νο ἕ­να ἐ­πι­τά­φιο ἐγ­κώ­μιο ποὺ θὰ λα­ξευ­τεῖ καὶ στὴ μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα ἑ­νὸς μνή­μα­τος μὲ προ­νο­μια­κὴ θέ­α στὴ θά­λασ­σα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ ἔ­βλε­πες ὅ­λα αὐ­τὰ θὰ εἶ­χες νι­ώ­σει ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἐ­πει­δή, γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, εἶ­χες προ­βλέ­ψει τὰ πάν­τα. Ἢ σχε­δόν. Δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι θὰ ἔ­ρι­χνε κα­ρε­κλο­πό­δα­ρα καὶ ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ ἔ­φτα­νε κα­θυ­στε­ρη­μέ­νος, κα­κό­κε­φος καὶ μὲ βρό­μι­κα πα­πού­τσια. Οὔ­τε ὅ­τι, τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ παι­ζό­ταν τὸ Πρε­λού­διο σὲ σὶ μπε­μὸλ τοῦ Μπλὰνς-Μον­τέν, θὰ ἔ­πε­φτε τυ­χαῖα τὸ δο­ξά­ρι ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ. Καὶ βέ­βαι­α δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες προ­βλέ­ψει ὅ­τι ὁ βή­χας θὰ με­τα­δι­δό­ταν ἀ­πὸ σει­ρὰ σὲ σει­ρά, οὔ­τε τὶς φο­ρὲς ποὺ κά­ποι­ος θὰ κά­λυ­πτε τὸ στό­μα του γιὰ νὰ κρύ­ψει κά­ποι­ο χα­σμου­ρη­τό. Γιὰ νὰ μὴν μι­λή­σου­με γιὰ ἐ­κεί­νους ποὺ ἔ­φυ­γαν πρὶν ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ τε­λε­τή, δί­χως νὰ δώ­σουν τὰ συλ­λυ­πη­τή­ριά τους, τρέ­χον­τας πρὸς τὸ πάρ­κινγκ γιὰ νὰ γλυ­τώ­σουν τὸ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα. Ἂν μπο­ροῦ­σες νὰ τοὺς δεῖς θὰ εἶ­χες κα­τα­λά­βει πολ­λὰ πράγ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὴ ζω­ή σου, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἂν εἶ­χες ἀ­νέ­βει μα­ζί τους στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τοὺς εἶ­χες πα­ρα­τη­ρή­σει, τσαν­τι­σμέ­νους ἐ­ξαι­τί­ας τῆς βρο­χῆς, νὰ βά­ζουν τὸ ρα­δι­ό­φω­νο γιὰ νὰ ἀ­κού­σουν τὶς εἰ­δή­σεις —ἀ­θλη­τι­κὲς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κές— καί, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­ο φα­νά­ρια καὶ κά­τι λί­γα λε­πτὰ ὁ­δή­γη­σης, νὰ σὲ ξε­χνοῦν γιὰ πάν­τα.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Cancons d’amor i de pluja (Quaderns Crema, 2013).

 


Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies): Ἐθελοντές

.

Pamies,Sergi-Ethelontes-Eikona-02

.

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies)

 .

Ἐ­θε­λον­τές

(Voluntaris)

 .

10-hΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ μιὰ φορὰ ποὺ δὲν ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες. Οὔ­τε τὰ παι­διά, οὔ­τε οἱ βα­σι­λιά­δες, οὔ­τε οἱ πριγ­κί­πισ­σες (μὲ τὶς ξαν­θὲς μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες τους) δὲν ἤ­θε­λαν νὰ ξέ­ρουν τί­πο­τα γι’ αὐ­τή, οὔ­τε κὰν τὰ πιὸ ἄ­σχη­μα καὶ μαλ­λια­ρὰ ζῶ­α ποὺ συ­νή­θως εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ συμ­με­τέ­χουν στὶς πιὸ ἀ­πί­θα­νες ἱ­στο­ρί­ες. Γιὰ νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦν τὴν ὕ­παρ­ξή της, ἡ φο­ρὰ ποὺ δὲν ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α της καί, μὲ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα καὶ ἐ­πώ­δυ­νη συ­στο­λή, χαι­ρε­τοῦ­σε κου­νών­τας τὸ χέ­ρι σὲ ὅ­λους ὅ­σοι —δὲν ξέ­ρου­με ἂν ἐ­πί­τη­δες ἢ χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν— τὴν ἀ­γνο­οῦ­σαν. Ὅ­ταν με­γά­λω­σε, ἄρ­χι­σε νὰ αἰ­σθά­νε­ται ζή­λια γιὰ τὶς φο­ρὲς ἐ­κεῖ­νες ποὺ ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες. Καὶ ἐ­κεί­νης θὰ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἦ­ταν μιὰ φο­ρὰ μὲ κά­στρο στὴν κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς βου­νοῦ καὶ νὰ ἀ­νέ­βει στὸν πιὸ ψη­λὸ πύρ­γο καὶ νὰ δεῖ πῶς, ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κριὰ καὶ καλ­πά­ζον­τας, πλη­σί­α­ζαν γα­λα­ζο­αί­μα­τοι πρίγ­κι­πες (ἢ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἄλ­λου χρώ­μα­τος) φορ­τω­μέ­νοι πλού­τη καὶ τε­στο­στε­ρό­νη. Θὰ εἶ­χε μά­λι­στα συμ­βι­βα­στεῖ μὲ τὸ νὰ εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ ἀ­πε­χθὴς ἢ τρο­μα­κτι­κὴ ἢ κά­ποι­ων ψυ­χο­πα­θῶν ποὺ ξε­κοί­λια­ζαν πόρ­νες, ἂς ποῦ­με, στὸ Λον­δί­νο ἢ στὴ Βο­στό­νη. Ἀ­πὸ μιὰ φο­ρὰ ποὺ εἶ­ναι ὅ­πως πρέ­πει, ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ ἀ­παι­τεῖ μιὰ σχε­τι­κὴ δρα­μα­τι­κὴ δι­ά­στα­ση καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ βά­ζει τὰ γε­γο­νό­τα σὲ μιὰ σει­ρὰ σὰν σὲ πα­ρα­μύ­θι. Ἐ­κεί­νη, ἀν­τι­θέ­τως, δὲν εἶ­χε τὴ δι­ά­θε­ση ποὺ χρει­α­ζό­ταν ὥ­στε νὰ ἀ­να­λά­βει τὴν εὐ­θύ­νη νὰ με­τα­δί­δε­ται ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς στὰ παι­διὰ μέ­σῳ μιᾶς γρα­πτῆς ἢ προ­φο­ρι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα στὸ τέ­λος. Δί­χως ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ πά­ει μπρο­στὰ καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες τὶς ἀ­δυ­να­μί­ες της νὰ τῆς κα­τα­τρῶ­νε τὰ σω­θι­κά, γε­μά­τη κόμ­πλεξ λό­γῳ τῶν ἀ­μέ­τρη­των μει­ο­νε­κτη­μά­των της, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στα­δια­κὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Κοι­μό­ταν στὸ δρό­μο, ἔ­παιρ­νε νο­θευ­μέ­να ναρ­κω­τι­κὰ καὶ περ­νοῦ­σε με­γά­λα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα δί­χως νὰ ἀρ­θρώ­νει λέ­ξη, ἐ­κτὸς τό­που καὶ χρό­νου, συσ­σω­ρεύ­ον­τας μνη­σι­κα­κί­α, κοι­τά­ζον­τας τὸν κό­σμο μὲ μά­τια γε­μά­τα ὀρ­γὴ καὶ μὲ κα­τα­βα­ρα­θρω­μέ­νη τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­σή της. Ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνία καὶ πα­ραι­σθή­σεις μέ­χρι πού, ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ἕ­να συ­νερ­γεῖ­ο κα­θα­ρι­σμοῦ τοῦ Δή­μου τὴ βρῆ­κε, βα­ριὰ τραυ­μα­τι­σμέ­νη, με­τα­ξὺ ἑ­νὸς κά­δου ἀ­να­κύ­κλω­σης γυα­λιοῦ (πρά­σι­νο) καὶ ἑ­νὸς κά­δου ἀ­να­κύ­κλω­σης ἀ­λου­μι­νί­ου καὶ πλα­στι­κοῦ (κί­τρι­νο). Τὴν πῆ­γαν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καί, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χαν δι­α­θέ­σι­μα κρε­βά­τια, τε­λι­κὰ τὴν πα­ρα­πέ­τα­ξαν στὴν πιὸ ἀ­φι­λό­ξε­νη γω­νιὰ ἑ­νὸς λυ­ό­με­νου πα­ρα­πήγ­μα­τος, δί­πλα στὴν πτέ­ρυ­γα τοῦ παι­δι­κοῦ ὀγ­κο­λο­γι­κοῦ τμή­μα­τος. Ἐ­κεῖ τὴ γνώ­ρι­σα. Δύ­ο φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα μιὰ ὁ­μά­δα ἐ­θε­λον­τῶν μα­ζευ­ό­μα­σταν γιὰ νὰ δι­α­βά­σου­με πα­ρα­μύ­θια στοὺς πιὸ μι­κροὺς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νεῖς. Δὲν ἔ­χου­με τὴν ἐ­νέρ­γεια τῶν κλό­ουν, ποὺ εἶ­ναι ἱ­κα­νοὶ νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν τοὺς δι­α­δρό­μους τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ σκη­νι­κὸ τσίρ­κου, οὔ­τε τὴ χα­ρὰ τῶν μου­σι­κῶν, ποὺ κά­νουν νὰ πάλ­λον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ πιὸ ἀ­πα­θῆ φῶ­τα φθο­ρί­ου, οὔ­τε τὴν ἐ­πι­ση­μό­τη­τα τῶν ἱ­ε­ρέ­ων, ὅ­ταν ἔρ­χον­ται γιὰ νὰ ἀ­ναγ­γεί­λουν ἕ­ναν ἐ­πι­κεί­με­νο θά­να­το. Ἀν­τι­θέ­τως, ἂν βροῦ­με τὸν κα­τάλ­λη­λο τό­νο καὶ τὸ κα­τάλ­λη­λο κεί­με­νο, κα­τορ­θώ­νου­με με­ρι­κὲς φο­ρὲς νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἡ φω­νὴ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς νὰ πε­ρι­μέ­νουν μὲ ἀ­δη­μο­νί­α τὴν ἔκ­βα­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας πού, συ­χνά, ἀρ­χί­ζει μὲ ἕ­να «Μιὰ φο­ρὰ καὶ ἕ­ναν και­ρό…». Μιὰ μέ­ρα, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­μα­κρη στά­ση τῆς ἀ­σθε­νοῦς, τὴ ρώ­τη­σα ποι­ὰ ἦ­ταν, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν κα­τά­φε­ρα νὰ κα­τα­λά­βω τὴν ἀ­πάν­τη­σή της. Ἔ­κτο­τε, τὴν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν ποῦ καὶ ποῦ, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­πὸ οἶ­κτο καὶ ἄλ­λες ἀ­πὸ τὸ πα­θο­λο­γι­κό, θὰ ἔ­λε­γα, ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τῶν ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὶς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ εἴ­μα­στε ἀ­νί­κα­νοι νὰ ἐ­πι­νο­ή­σου­με. Μέ­χρι πού, ἕ­να βρά­δυ, πέ­θα­νε μὲ τὸ χει­ρό­τε­ρο τρό­πο: μό­νη, πα­ρα­λη­ρών­τας καὶ πα­τών­τας ἀ­πελ­πι­σμέ­να τὸ δο­σο­με­τρη­τὴ μορ­φί­νης. Δὲν ἦ­ταν καὶ κα­νέ­να δρά­μα, για­τὶ δὲν γνω­ρι­ζό­μα­σταν καὶ πο­λὺ κα­λὰ καὶ για­τὶ, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ εἶ­μαι ἐ­θε­λον­τής, ἔ­χω μά­θει νὰ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­οῦ­μαι ἀ­πὸ τὶς ὑ­περ­βο­λι­κὰ κα­τα­στρο­φι­κὲς συγ­κι­νή­σεις. Με­ρι­κὲς ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἀ­φοῦ εἶ­χα ἤ­δη δι­α­λέ­ξει τὰ πα­ρα­μύ­θια ποὺ θὰ δια­βά­ζα­με τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, τα­κτο­ποί­η­σα τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ εἶ­χα κρα­τή­σει στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω τὴν ἱ­στο­ρί­α αὐ­τῆς τῆς φο­ρᾶς ποὺ δὲν ἦ­ταν σὰν τὶς ἄλ­λες, για­τὶ οὔ­τε τὰ παι­διά, οὔ­τε οἱ βα­σι­λιά­δες, οὔ­τε οἱ πριγ­κί­πισ­σες (μὲ τὶς ξαν­θὲς μα­κρι­ὲς πλε­ξοῦ­δες τους), οὔ­τε τὰ πιὸ ἄ­σχη­μα καὶ μαλ­λια­ρὰ ζῶ­α δὲν ἤ­θε­λαν νὰ ξέ­ρουν τί­πο­τα γι’ αὐ­τή, καὶ για­τὶ ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ περ­νοῦν δί­χως νὰ ἀ­φή­σουν ἴ­χνος, λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξαν πο­τέ.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τικὸ πο­δή­λα­το) (Ἐκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2010).

SergiPamies-Eikona-04ΣέρζιΠάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

 .