Μπουσραὴλ Ἐστσάουι (Bouchrail Echchaoui): Μιὰ ἀποκρουστικὴ πραγματικότητα

tromokratia1


Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι


Μιὰ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα



01-xiΑΠΛΩΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ, ἀλ­λὰ ἡ σι­έ­στα μοῦ ἐ­πε­φύ­λασ­σε ἕ­ναν φρι­κτὸ ἐ­φιά­λτη. Φω­τιὰ παν­τοῦ καὶ κα­πνὸς νὰ κα­λύ­πτει τοὺς πε­ζοὺς ποὺ τρέ­χουν δί­χως καὶ οἱ ἴ­διοι νὰ ξέ­ρουν πρὸς τὰ ποῦ, με­τα­τρέ­πον­τάς τους σὲ γκρί­ζα ἀ­γάλ­μα­τα. Χά­ος σὲ γῆ καὶ οὐ­ρα­νό. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω ἐμ­πρὸς στὸν τρό­μο τῶν εἰ­κό­νων ποὺ δια­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Νὰ συ­νε­χί­σω νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους πού, γαν­τζω­μέ­νοι στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ζη­τοῦν βο­ή­θεια ἢ νὰ τρέ­ξω νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ παι­διὰ ποὺ κλαῖ­νε ὄν­τας καὶ αὐ­τὰ μάρ­τυ­ρες τοῦ τρό­μου;

        Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν. Οἱ ἀν­τι­λή­ψεις μας, οἱ φι­λί­ες, οἱ ἐλ­πί­δες, ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη καὶ ὁ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸς χάρ­της ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἔ­χει ἀλ­λά­ξει διὰ παν­τός. Τρό­μος, ἐ­πι­θέ­σεις καὶ ἀ­πει­λὲς παν­τοῦ. Πό­λε­μοι, ἱ­ε­ροὶ καὶ μή, ἀ­πὸ φα­να­τι­σμὸ ἢ γιὰ ἐκ­δί­κη­ση.

        Δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι πιὰ κα­νέ­ναν καὶ κα­νεὶς δὲν ἐμ­πι­στεύ­ε­ται ἐ­μέ­να οὔ­τε καὶ θὰ μὲ ἐμ­πι­στευ­τεῖ πο­τέ. Ὅ­λοι με­τα­τρα­πή­κα­με σὲ πι­θα­νοὺς ὑ­πό­πτους καὶ ἐν­δε­χό­με­νους φα­να­τι­κούς. Τὰ παι­διὰ δὲν εἶ­ναι πιὰ τὰ ἴ­δια, δὲν κά­νουν ὄ­νει­ρα οὔ­τε παί­ζουν ὅ­πως πα­λιά.

        Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πὲ τοῦ σα­λο­νιοῦ καί, ἀ­νοί­γον­τας τὰ μά­τια, ἀν­τί­κρι­σα στὶς εἰ­δή­σεις εἰ­κό­νες φρι­κα­λέ­ες. Νό­μι­ζα πὼς ὀ­νει­ρευ­ό­μουν, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μό­λις εἶ­χαν ἐ­πι­τε­θεῖ στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.

        Ἀ­κό­μη δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ἂν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια ἢ ἂν εἶ­χα πα­ραι­σθή­σεις. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι ἡ ὠ­μὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ἔ­γι­νε ἕ­να μὲ τὸ με­ση­με­ρια­νό μου ἐ­φιά­λτη.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Μπουσ­ρα­ὴλ Ἐσ­τσά­ου­ι (Bouchrail Echchaoui) (Ἀλ­κα­σαρ­κιμ­πίρ, Μα­ρό­κο, 1974). Ποί­η­ση, ἀρ­θρο­γρα­φί­α, πλα­στι­κὲς τέ­χνες. Σπού­δα­σε βι­ο­λο­γί­α στὴν Τυ­νη­σί­α. Γρά­φει ποί­η­ση στὰ ἀ­ρα­βι­κὰ καὶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Ποί­η­ση καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἔν­τυ­πο καὶ δι­α­δι­κτυα­κὸ Τύ­πο σὲ ἐ­θνι­κὸ καὶ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο. Εἶ­ναι μέ­λος δι­ά­φο­ρων πο­λι­τι­στι­κῶν καὶ ἀν­θρω­πι­στι­κῶν συλ­λό­γων καὶ ὀρ­γα­νι­σμῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη.


 

Μιγκὲλ Ἄνχελ Ἐρνάντεθ Ναβάρο (Migel Ángel Hernández Navarro): Memento

navarromigelangelhernandez-memento-eikona-01


Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Ἐρ­νάν­τεθ Να­βά­ρο (Migel Ángel Hernández Navarro)


Memento


02-ypsilonΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ἀ­να­ζή­τη­σης δι­α­σχί­ζον­τας τὶς πιὸ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες θά­λασ­σες, ὁ πει­ρα­τὴς βρῆ­κε τε­λι­κά τὸ σεν­τού­κι μὲ τὸ θη­σαυ­ρό. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια κι ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι δὲν πε­ρι­εῖ­χε οὔ­τε χρυ­σά­φι οὔ­τε κει­μή­λια οὔ­τε δι­α­μάν­τια οὔ­τε κἂν ἀ­ση­μέ­νια νο­μί­σμα­τα, ἀλ­λὰ κά­τι πιὸ πο­λύ­τι­μο καὶ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ταυ­τό­χρο­να, ἕ­να κι­τρι­νι­σμέ­νο χαρ­τὶ ποὺ πρὶν πο­λὺ και­ρὸ κά­ποι­ος εἶ­χε βά­λει ἐ­κεῖ: τὸ χάρ­τη τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Demasiado tarde para volver, Ἐκ­δό­σεις Tres Fronteras, Murcia, 2008.

Να­βά­ρο, Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Ἐρ­νάν­τεθ (Navarro, Migel Ángel Her­nán­dez) (Μούρ­θια, 1977). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Τέ­χνης (Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μούρ­θια), ἔ­γρα­ψε, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα δο­κί­μια γύ­ρω στὴν τέ­χνη, τὰ ἑ­ξῆς λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα: Infraleve: lo que queda en el espejo cuan­­do dejas de mirarte (2004), El bebedor de lágrimas (2008), Demasiado tarde para vol­ver (2008), Cu­a­der­no [..] duelo (2011) καὶ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Intento de e­sca­pa­da (2013), ποὺ με­τα­φρά­στη­κε στὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ πορ­το­γα­λι­κά, καὶ El instante de peligro, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­κτη­σε τι­μη­τι­κὴ δι­ά­κρι­ση τοῦ Βρα­βεί­ου Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Herralde.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Σά­δι Ἄμ­ρο Ρον­τρίγ­κε­θ (Sadi Amro Rodríguez) (Μα­δρί­τη 1980). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἔ­ζη­σε κα­τὰ και­ροὺς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τώ­ρα δι­δά­σκει νέ­α ἑλ­λη­νι­κὰ στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τῆς Μά­λα­γα (Escuela Oficial de Idiomas de Málaga).

Χουὰν Χοσὲ Μιγιάς (Juan José Millás): Μπέρδεμα

Millas,JuanJose-Mperdema-Eikona-04


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Μπέρ­δε­μα

(Confusión)


 

01-PiΡΙΝ ΚΑΛΑ ΚΑΛΑ ξε­τυ­λί­ξω τὸ δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων μου, ἀ­κού­στη­κε μέ­σα ἀπ’ τὸ πα­κέ­το ἕ­να κου­δού­νι­σμα: ἦ­ταν ἕ­να κι­νη­τό. Τὸ σή­κω­σα καὶ ἄ­κου­σα τὴ γυ­ναί­κα μου νὰ μοῦ εὔ­χε­ται γε­λών­τας ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου. Τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, ζή­τη­σε νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὴ ζω­ή: γιὰ τὰ χρό­νια ποὺ ἤ­μα­σταν μα­ζὶ κι ὅ­λα αὐ­τά. Ἐ­πέ­μει­νε ὅ­μως νὰ τὸ κά­νου­με ἀ­π’ τὸ τη­λέ­φω­νο, κι ἔ­τσι πῆ­γε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε στὸ σα­λό­νι, ὅ­που εἶ­χα ἀ­πο­μεί­νει ἐ­γὼ μὲ τὸ μα­ρα­φέ­τι στὴν τσέ­πη. Μό­λις τε­λει­ώ­σα­με τὴν κου­βέν­τα πῆ­γα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ τὴ βρῆ­κα νὰ κά­θε­ται στὸ κρε­βά­τι, σκε­φτι­κή. Μοῦ εἶ­πε πὼς εἶ­χε μό­λις μι­λή­σει στὸ τη­λέ­φω­νο μὲ τὸν ἄν­τρα της καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε σ’ αὐ­τόν. Ἡ ἱ­στο­ρί­α μας τῆς προ­κα­λοῦ­σε ἐ­νο­χές. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κός της σύ­ζυ­γος, κι ἔ­τσι ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξέ­λα­βα ὡς σε­ξου­α­λι­κὴ πρό­κλη­ση. Κά­να­με ἔ­ρω­τα μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α δύ­ο μοι­χῶν. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ἤ­μουν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­τρω­γα ἕ­να σάν­του­ιτς γιὰ κο­λα­τσιό, ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν ἐ­κεί­νη, φυ­σι­κά. Εἶ­πε ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ μοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ πὼς εἶ­χε ἐ­ρα­στή. Ἐ­γὼ πῆ­γα μὲ τὰ νε­ρά της για­τὶ μοῦ φά­νη­κε πὼς ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­χνί­δι μᾶς βό­λευ­ε καὶ τοὺς δύο. Τῆς ἀ­πάν­τη­σα λοι­πὸν νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ: εἴ­χα­με ξε­πε­ρά­σει κι ἄλ­λες κρί­σεις, κι ἔ­τσι θὰ ξε­περ­νού­σα­με κι αὐ­τήν. Τὸ βρά­δυ ξα­να­μι­λή­σα­με στὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­πως τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα, καὶ μοῦ εἶ­πε πὼς σὲ λί­γο θὰ συ­ναν­τι­ό­ταν μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της. Αὐ­τὸ μὲ δι­ή­γει­ρε πο­λύ, τὸ ἔ­κλει­σα ἀ­μέ­σως, πῆ­γα στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ κά­να­με ἔ­ρω­τα μέ­χρι τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ὅ­λη ἡ βδο­μά­δα κύ­λη­σε ἔ­τσι. Τὸ Σάβ­βα­το, τε­λι­κά, ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα με­τὰ ἀ­πὸ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τη­λε­φω­νι­κὴ συ­νο­μι­λί­α, μοῦ εἶ­πε πὼς μ’ ἀ­γα­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε νὰ μ’ ἀ­φή­σει για­τὶ ὁ ἄν­τρας της τὴ χρει­α­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­γώ. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ δή­λω­ση, τὰ μά­ζε­ψε καὶ ἔ­φυ­γε· ἀ­πὸ τό­τε τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν ἔ­χει ξα­να­χτυ­πή­σει. Εἶ­μαι μπερ­δε­μέ­νος.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α Por favor, sea breve 2 (ἐπ. Clara Obligado, Editorial Paginas de Espuma, Madrid, 2009).

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν αὐ­τό, Βλά­κας, νε­κρός, μπά­σταρ­δος καὶ ἀ­ό­ρα­τος, Λά­ου­ρα καὶ Χού­λιο (καὶ Μα­νου­έλ).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Ἀ­πὸ τὰ σε­μι­νά­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2009-2010. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες: Κα­τε­ρί­να Κα­ρα­γε­ώρ­γου, Στε­φα­νί­α Κω­στού­ρου, Εἰ­ρή­νη Μαυ­ρο­μα­ρά, Μα­ρί­α Στερ­γί­ου, Μα­ρί­α Φλέσ­σα, Μαν­τὼ Χρή­στου, ὑ­πὸ τὴν ἐ­πο­πτεί­α τοῦ δι­δά­σκον­τα Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Νάντια Κοντρέρας (Nadia Contreras): Συγκέντρωση


Sygkentrosi-Eikona-01


Νάν­τια Κον­τρέ­ρας (Nadia Contreras)


Συγ­κέν­τρω­ση

(Reunión)


K-Kappa-SomataΑΤΩ ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ­νος χαϊ­δεύ­ει τὴ γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια. Δὲν ὑ­πάρ­χουν οὔ­τε ξαφ­νι­ά­σμα­τα οὔ­τε χα­στού­κια. Ἐ­νό­σῳ οἱ φί­λοι τους χο­ρεύ­ουν καὶ ὁ σύ­ζυ­γός της συ­νο­μι­λεῖ στὸ τη­λέ­φω­νο (στὴ συ­ζή­τη­ση, ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­τέ­λει­ω­τη, οἱ τό­νοι ἔ­χουν ἀ­νέ­βει), ἐ­κεῖ­νος πα­ρα­με­ρί­ζει ἐ­πι­δέ­ξια το κυ­λο­τά­κι καὶ γλι­στρά­ει τὰ δά­χτυ­λά του. Τὴν κά­νει νὰ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ ζευ­γά­ρι χά­νε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ δω­μά­τια. Ἐ­κεί­νη ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτὰ ἢ στή­νε­ται στὰ τέσ­σε­ρα· ἐ­κεῖ­νος ὄρ­θιος ἢ γονα­τι­στὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Στὸ τέ­λος καὶ οἱ δύ­ο ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι, ὑ­γροί. Ἐ­κεί­νη φτιά­χνει τὴν μπλού­ζα, τὴ φού­στα, τὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μαλ­λιά· ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τὸ παν­τε­λό­νι, κουμ­πώ­νει τὸ που­κά­μι­σο… Θὰ ἤ­θε­λα νὰ σὲ ξα­να­δῶ, λέ­ει. Ἡ γυ­ναί­κα συγ­κα­τα­νεύ­ει καὶ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο σὰν γά­τα. Ἡ ὑ­πό­λοι­πη βρα­διὰ κυ­λά­ει ἤ­ρε­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Νάν­τια Κον­τρέ­ρας (Nadia Contreras) (Κε­σε­ρί­α τῆς ἐ­παρ­χί­ας Κο­λί­μα, Μεξικό, 1976). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὴν ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι κα­θη­γή­τρια στὸ Γερ­μα­νι­κὸ Κο­λέ­γιο τοῦ Το­ρε­όν, ὅ­που ζεῖ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα ἔρ­γα τῆς εἶ­ναι ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Visiones de la patria muerta (2014) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των El andar sin ventanas (e-book, 2012). To «Reunión» δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὶς 20 Ἰ­ου­λί­ου 2013 στὸ μπλὸγκ «Benjamin Araujo Mon­dra­gon».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Συμμεταφραστές: Ἑλένη Βότση, Χρυσάνθη Γιαννιά, Ἑλένη Γκόγκου, Βαγγέλης Καμπούνιας, Ἀσπασία Καμπύλη, Eduardo Lucena, Ζωὴ Μαγουλᾶ, Μαρία Μελαδάκη, Ἑλένη Παλαιολόγου, Ἀγγελικὴ Παλασοπούλου, Κατερίνα Παπαδάκη, Μαρία Ρουσάκη.



		

	

Ἀλεχάντρο Μπεντιβόλιο (Alejandro Bentivoglio): Me­men­to Mori

.

Bentivoglio,Alejandro-MementoMori-Eikona-01

.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio)

 .

Memento Mori

 .

01-FiΥΛΑΕΙ ὅ­λες τὶς ἀ­να­μνή­σεις του στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Ὅ­ταν πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ τὸ κλει­δώ­νει, για­τὶ φο­βᾶ­ται πὼς ἡ μη­τέ­ρα του θὰ τὸ ψά­ξει. Κά­ποι­ες μέ­ρες τὶς βγά­ζει καὶ τὶς κοι­τά­ζει μὲ νο­σταλ­γί­α. Μὲ τὰ χρό­νια ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι περ­νά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­να­πο­λών­τας καὶ ξα­να­ζών­τας ἐ­κεῖ­νες τὶς ἀ­να­μνή­σεις, πα­ρὰ δη­μι­ουρ­γών­τας και­νούρ­γι­ες. Πα­ρὸν δὲν ὑ­φί­στα­ται πιά, πα­ρὰ μό­νο στὴν ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τῆς ἀ­να­πνο­ῆς του.

       Δὲν μα­κραί­νουν τὰ μαλ­λιά του, οὔ­τε τὰ νύ­χια.

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀ­λε­χάν­τρο Μπεν­τι­βό­λιο (Alejandro Bentivoglio) (Ἀ­βε­γι­α­νέ­δα τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς, 1979). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α. Τὸ 2007 ἐ­ξέ­δω­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Revólver y Otras Historias del Lado Suave (Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, Letras del Sur) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Reescribir lo perdido» καὶ τὸ 2008 τὴ συλ­λο­γὴ Dakota/Memorias de una Muñeca Inflable (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ libreroonline.com) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Memento mori».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰστὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Κριστίνα Γκράντε (Cristina Grande): Ἀρκουδάκι

.

Grande, Cristina - Arkoudaki - Eikona

.

Κρι­στί­να Γκράν­τε (C­r­i­s­t­i­na G­r­a­n­de)

.

Ἀρ­κου­δά­κι

(O­s­i­to)

.

H-Itta-SomataΤΑΝ ΝΑΥΤΙΚΟΣ καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν Κό­ναν τὸν Βάρ­βα­ρο. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­λυ­θεῖ. Μὲ τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ἔ­φυ­γα γιὰ Ἄμ­στερ­νταμ μὲ τὴ φί­λη μου τὴ Μάρ­θια. Δὲν ἤ­μα­σταν ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς φί­λες ποὺ μι­λᾶ­νε ἀ­στα­μά­τη­τα γιὰ τὰ δι­κά τους. Μᾶς ἄ­ρε­σε νὰ τὰ πί­νου­με μα­ζὶ ἀλ­λὰ νὰ γκο­με­νί­ζου­με χώ­ρια.

      Δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νο­μά του. Τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι τε­λι­κὰ δὲν τὸ ’­πια­σα ἂν καὶ τὸν ρώ­τη­σα ἀρ­κε­τὲς φο­ρές. Νο­μί­ζω ὅ­τι ἦ­ταν Γερ­μα­νός. Μι­λοῦ­σε κά­τι ἄ­θλια ἀγ­γλι­κὰ καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν χω­ρι­σμέ­νος, ὅ­τι ζοῦ­σε στὸ Σίδ­νε­ϊ καὶ ὅ­τι θὰ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ ζή­σει στὴν Κό­στα Ρί­κα.

       Ἡ Μάρ­θια καὶ ἐ­γὼ εἴ­χα­με πι­εῖ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πο­τὸ στὸ μπὰρ τοῦ φτη­νι­ά­ρι­κου ξε­νο­δο­χεί­ου ποὺ μέ­να­με, δί­πλα στὸ λι­μά­νι. Αὐ­τὸς ἦ­ταν στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς μπά­ρας καὶ ἀ­πευ­θύν­θη­κε σὲ μέ­να μό­νο ὅ­ταν πιὰ ἀ­πο­χω­ρού­σα­με τρε­κλί­ζον­τας γιὰ τὸ τρι­σά­θλιο δω­μά­τιό μας. Τὸ δι­κό του δὲν ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­θα ὄ­μορ­φα μὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν βάρ­βα­ρο. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι στὶς τε­ρά­στι­ες βα­λί­τσες του θὰ χω­ροῦ­σαν τὰ δύ­ο τρί­α πράγ­μα­τά μου, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­γὼ ἡ ἴ­δια. Εἶ­δα ἕ­να παμ­πά­λαι­ο λού­τρι­νο ἀρ­κου­δά­κι πά­νω σε μί­α ἀ­πὸ αὐ­τές. Τὸ πρω­ὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γω καί, στὴν πόρ­τα πιά, κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν μά­ται­ες οἱ ἐλ­πί­δες μου πὼς του­λά­χι­στον θὰ μοῦ χά­ρι­ζε τὸ ἀρ­κου­δά­κι.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (ἐ­πιμ.) 18+ Mi­ni­cu­en­tos eroticos. Ἀν­θο­λο­γί­α ­σπα­νι­κοῦ ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, Ἀ­θή­να, 2013. Τὴν συλ­λο­γὴ προ­σφέ­ρει ὁ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μας Κ. Πα­λαι­ο­λό­γος στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ποὺ μπο­ροῦν νὰ τὴν δι­α­βά­σουν ὁ­λό­κλη­ρη ἢ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­θη­κεύ­σουν ἀ­πὸ ἐδῶ.

Κρι­στί­να Γκράν­τε (C­r­i­s­t­i­na G­r­a­n­de) (Λα­νά­χα τῆς Οὐ­έ­σκα, 1962). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Φω­το­γρα­φί­α στὴ Θα­ρα­γό­θα. Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα της: D­i­r­e­c­c­i­on n­o­c­he (X­o­r­d­i­ca, 2006), N­a­t­u­r­a­l­e­za i­n­f­i­el (2008) καὶ T­e­j­i­d­os y n­o­v­e­d­a­d­es (2011). ­

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου με­τά­φρα­σης μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅπου δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος στὸ πλαί­σιο τοῦ Ἐρ­γα­στη­ρί­ου Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης τοῦ Κέν­τρου Ἰ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας ABANICO. Συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δα­στές: Ἑ­λέ­νη Βό­τση, Χρυ­σάν­θη Για­ννιά, Βαγ­γέ­λης Καμ­πού­νιας, Eduardo Lucena, Μα­ρί­α Με­λα­δά­κη, Ἑ­λέ­νη Πα­λαι­ο­λό­γου, Ἀγ­γε­λι­κὴ Πα­λα­σο­πού­λου.

 .

Κάρλος Ἀλμίρα (Carlos Almira): Ἡ ἐπιστολή

.


.

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira)

 .

Ἡ ἐ­πι­στο­λή

(La carta)

 .

05-Taph-608px-Barcley_custom_corsetsTΕΛΙΚΑ ὅ­λα ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­π’ ὅ,τι πε­ρί­με­να. Ἔ­βα­λα τὴν ἐ­πι­στο­λὴ στὴν τσέ­πη μου δί­χως νὰ τὴν ἀ­νοί­ξω, τὰ προ­σω­πι­κά μου ἀν­τι­κεί­με­να σὲ μιὰ τσάν­τα καὶ κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ ἀ­σαν­σέρ.

       Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σω τὸ γρα­φεῖ­ο: αὐ­τὸ τὸ τοῦ­νελ ἀ­πὸ συμ­πο­νε­τι­κὰ βλέμ­μα­τα, ἀ­πὸ σπλα­χνι­κὴ σι­ω­πή, δί­χως νὰ σκύ­ψω τὸ κε­φά­λι, σὰν νὰ μὴν τρέ­χει τί­πο­τα.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Fuego enemigo, Nowelution, 2010

Κάρ­λος Ἀλ­μί­ρα (Carlos Almira) (Κα­στε­γιόν, 1965). Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Jesua (2005).

Κων­σταν­τ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἱ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.