Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola): Οἱ πίθηκοι



Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola)


Οἱ πί­θη­κοι

(Los monos)


ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΚΕΛΕΡ ἔ­χα­σε πέν­τε χρό­νια στὸ Τε­του­ὰν νὰ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­ναν χιμ­πα­τζῆ νὰ σκέ­φτε­ται. Σὰν κα­λὸς Γερ­μα­νός, σχε­δί­α­σε γιὰ ἐ­κεῖ­νον μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σει­ρὰ ἀ­πὸ νο­η­τι­κὰ τε­χνά­σμα­τα. Τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ βρεῖ τὴν ἔ­ξο­δο μέ­σα σὲ πε­ρί­πλο­κους λα­βυ­ρίν­θους· τὸν ἔ­κα­νε νὰ φτά­σει σὲ δυ­σπρό­σι­τες λι­χου­δι­ὲς χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σκά­λες, πόρ­τες, κρε­μά­στρες καὶ μπα­στού­νια. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους προ­πό­νη­ση, ὁ Μό­μο ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τὸ εὐ­φυ­έ­στε­ρο πι­θη­κο­ει­δὲς τοῦ κό­σμου· πι­στὸς ὅ­μως στὸ εἶ­δος του ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε ὅ­λες τὶς στιγ­μὲς ἀ­δρά­νειας τοῦ ψυ­χο­λό­γου καὶ ἀ­πό­κτη­σε τὶς δε­ξι­ό­τη­τές του δί­χως νὰ δι­α­σχί­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς συ­νεί­δη­σης. Τοῦ προ­σφέρ­θη­κε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὅ­μως προ­τί­μη­σε νὰ μεί­νει στὸ κλου­βί του.

       Κά­πως ἔ­τσι, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πί­σω (πό­σες;), οἱ πί­θη­κοι ἀ­πο­φά­σι­σαν γιὰ τὸ πε­πρω­μέ­νο τους ἀν­τι­στε­κό­με­νοι στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ γί­νουν ἄν­θρω­ποι. Δὲν λύ­γι­σαν στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση τοῦ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμοῦ καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μη στὸν πα­ρά­δει­σο: γκρο­τέ­σκοι, ἄ­σε­μνοι κι ἐ­λεύ­θε­ροι μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο. Τοὺς βλέ­που­με τώ­ρα στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο σὰν ἕ­ναν κά­ποι­ον κα­θρέ­φτη τῆς θλί­ψης: μᾶς κοι­τοῦν μὲ σαρ­κα­σμὸ καὶ οἶ­κτο, δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ ζω­ώ­δη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους.

       Δε­μέ­νοι σὲ κά­ποι­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­ξάρ­τη­ση, χο­ρεύ­ου­με στὸν ἦ­χο ποὺ μᾶς παί­ζε­ται, ὅ­πως ὁ πί­θη­κος τῆς λα­τέρ­νας. Ψά­χνου­με καὶ δὲν βρί­σκου­με τὶς ἐ­ξό­δους μέ­σα στὸ λα­βύ­ριν­θο ποὺ πέ­φτου­με, κι ὁ λό­γος ἀ­στο­χεῖ, αἰχ­μά­λω­τος ἄ­φτα­στων με­τα­φυ­σι­κῶν καρ­πῶν.

       Ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ συ­νε­δρί­α τοῦ Μό­μο μὲ τὸν Βόλ­φγκανγκ Κέ­λερ ἐ­ξά­λει­ψε μιὰ γιὰ πάν­τα κά­θε ἐλ­πί­δα, κι εἶ­χε γιὰ τέ­λος ἕ­να ἀ­κό­μη με­λαγ­χο­λι­κὸ κα­τευ­ό­διο ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀ­στο­χί­α.

       (Ὁ Χό­μο Σά­πι­ενς ἔ­φτα­σε στὸ γερ­μα­νι­κὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ γρα­φτεῖ ἡ ξα­κου­στὴ με­λέ­τη σχε­τι­κὰ μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α τῶν ἀν­θρω­πο­ει­δῶν, ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε φή­μη κι ἐ­πι­τυ­χί­α, ἐ­νῶ ὁ Μό­μο πα­ρέ­με­νε γιὰ πάν­τα στὸ Τε­του­ὰν, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ ἐ­φ’ ὄ­ρου ζω­ῆς πα­ρο­χὴ καρ­πῶν μὲ ἕ­να ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ του.)



Πη­γή: Juan José Arreola, Besti­ario. Va­ria inven­cion, Coleccion ita­lica, Turner, 2002 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση (γιὰ τὸ Besti­ario) στὸ Punta de Plata, Με­ξι­κό, Uni­versi­dad Na­cional Au­tono­ma de Me­xico, 1959].

Χου­ὰν Χο­σὲ ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola) (1918, Σα­πο­τλάν [ση­με­ρι­νὴ ὀ­νο­μα­σί­α: Σι­ου­δὰδ Γκου­σμάν]– 2001, Γου­α­δα­λα­χά­ρα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μί­α μό­νο νου­βέ­λα καὶ ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo): Magush



Σιλβίνα Ὀκάμπο (Silvina Ocampo)

Μαγκούς

(Magush)


ΑΠΟΙΑ ΘΕΣΣΑΛΗ ΜΑΓΙΣΣΑ προ­έ­βλε­ψε τὴ μοί­ρα τοῦ Πο­λυ­κρά­τη πα­ρα­τη­ρών­τας τὰ σχέ­δια ποὺ ἔ­φτια­χνε ἡ θά­λασ­σα στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ ὅ­ταν ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν τὸ κύ­μα· μιὰ Ρω­μαί­α ἑ­στιά­δα προ­έ­βλε­ψε ἐ­κεί­νη τοῦ Καί­σα­ρα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄμ­μο ποὺ πε­ρι­στοί­χι­ζε κά­ποι­ο φυ­τό· ὁ γερ­μα­νὸς Κορ­νή­λιος Ἀ­γρίπ­πας χρη­σι­μο­ποί­η­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ προ­βλέ­ψει τὸ μέλ­λον. Ὁ­ρι­σμέ­νοι μά­γοι τοῦ και­ροῦ μας δι­α­βά­ζουν τὰ φύλ­λα τοῦ τσα­γιοῦ ἢ τὸ κα­τα­κά­θι τοῦ κα­φὲ στὸν πά­το τοῦ φλι­τζα­νιοῦ, κά­ποι­οι τὰ δέν­τρα, τὴ βρο­χή, τὶς κη­λί­δες με­λά­νι ἢ τὸ ἀ­σπρά­δι τοῦ αὐ­γοῦ, κά­ποι­οι τὶς γραμ­μὲς ἁ­πλῶς τῆς πα­λά­μης, ἄλ­λοι κοι­τοῦν μέ­σα σὲ κρυ­στάλ­λι­νες σφαῖ­ρες. Ὁ Μαγ­κοὺς λέ­ει τὴ μοί­ρα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο στὸ ὁ­ποῖ­ο ζεῖ. Τὰ ἑ­φτὰ πε­λώ­ρια πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὰ δώ­δε­κα πα­ρα­θυ­ρά­κια τοῦ γει­το­νι­κοῦ κτι­ρί­ου εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸν σὰν τρα­που­λό­χαρ­τα. Ὁ Μαγ­κοὺς δὲν σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ συ­σχε­τί­σει πα­ρά­θυ­ρα μὲ τρα­που­λό­χαρ­τα: ἦ­ταν δι­κή μου ἡ ἰ­δέ­α. Οἱ μέ­θο­δοί του εἶ­ναι μυ­στη­ρι­ώ­δεις καὶ ἐ­ξη­γοῦν­ται μο­νά­χα ἐν μέ­ρει. Μοῦ εἶ­πε πὼς κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς μέ­ρας δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ βγά­λει συμ­πε­ρά­σμα­τα, για­τὶ τὸ φῶς κά­νει τὶς εἰ­κό­νες νὰ ἀ­χνο­φαί­νον­ται. Ἡ πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γι’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ εἶ­ναι τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα, τό­τε ποὺ συγ­κε­κρι­μέ­νες ἀ­χτί­δες φω­τός, κα­θὼς φιλ­τρά­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς περ­σί­δες τῶν πα­ρα­θύ­ρων στὰ πλά­για τοῦ κτι­ρί­ου, ἀν­τα­να­κλῶν­ται στὰ τζά­μια τῶν μπρο­στι­νῶν πα­ρα­θύ­ρων. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­νο­νί­ζει τὰ ραν­τε­βοῦ του μὲ τοὺς πε­λά­τες πάν­το­τε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα. Γνω­ρί­ζω —ἔ­φτα­σα σὲ αὐ­τὴ τὴ γνώ­ση ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σει­ρὰ ἐ­πα­λη­θεύ­σε­ων— ὅ­τι τὸ ψη­λό­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ κτι­ρί­ου φα­νε­ρώ­νει ὑ­πο­θέ­σεις τῆς καρ­διᾶς, τὸ χα­μη­λὸ τμῆ­μα ὑ­πο­θέ­σεις ποὺ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὸ χρῆ­μα καὶ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ κεν­τρι­κὸ τμῆ­μα οἰ­κο­γε­νεια­κὰ προ­βλή­μα­τα καὶ θέ­μα­τα ὑ­γεί­ας.

            Ὁ Μαγ­κοὺς εἶ­ναι φί­λος μου πα­ρό­τι εἶ­ναι μό­λις δε­κα­τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Τὸν γνώ­ρι­σα κα­τὰ τύ­χη μιὰ μέ­ρα ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να σα­κὶ κάρ­βου­να. Δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δι­αι­σθαν­θῶ τὴ μαν­τι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ με­ρι­κὲς κου­βέν­τες στὸ αἴ­θριο τοῦ καρ­βου­νά­δι­κου (ἤ­μα­σταν πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ σα­κιὰ μὲ κάρ­βου­νο καὶ πε­θαί­να­με ἀ­πὸ τὴν πα­γω­νιά), μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται. Τὸ δω­μά­τιο εἶ­ναι κά­τι σὰν δι­α­δρο­μά­κος, ἐ­ξί­σου κρύ­ος μὲ τὸ αἴ­θριο· ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν συν­δυα­σμὸ ἀ­πὸ φεγ­γί­τες μὲ χρω­μα­τι­στὰ τζά­μια κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ψη­λὸ καὶ στε­νὸ —σὰ νὰ προ­ο­ρί­ζε­ται γιὰ κά­ποι­α κα­μη­λο­πάρ­δα­λη—, δι­α­κρί­νε­ται μὲ ἄ­νε­ση τὸ ἀ­πέ­ναν­τι κτί­ριο μὲ τὴν κι­τρι­νω­πὴ πρό­σο­ψή του ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς βρο­χὲς κι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο. Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σα λί­γη ὥ­ρα σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι τὸ κρύ­ο ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ καὶ τὴ θέ­ση του ἔ­παιρ­νε μιὰ εὐ­χά­ρι­στη αἴ­σθη­ση ζε­στα­σιᾶς. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο φαι­νό­με­νο συμ­βαί­νει κα­τὰ τὶς στιγ­μὲς τῆς μαν­τεί­ας κι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ δω­μά­τιο ἀλ­λὰ τὸ σῶ­μα ποὺ ἀ­πορ­ρο­φᾶ ἐ­κεῖ­νες τὶς τό­σο ὠ­φέ­λι­μες ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες.

            Ὁ Μαγ­κοὺς μὲ ἐ­κτι­μοῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως κι ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μα­ζί μου. Μὲ ἄ­φη­νε νὰ κοι­τά­ζω ὁ­λο­μό­να­χος, τὴν πλέ­ον κα­τάλ­λη­λη ὥ­ρα, ἕ­να πρὸς ἕ­να τα πα­ρά­θυ­ρα τοῦ κτι­ρί­ου. (Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρές, σκη­νὲς ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θοῦν γί­νον­ταν ὁ­ρα­τές· ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α στά­θη­κα ἀρ­χι­κὰ τυ­χε­ρός.) Σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ αὐ­τὰ εἶ­δα —πλη­ρώ­νον­τας ποι­ός ξέ­ρει τί ἁ­μαρ­τί­ες— τὴ με­τέ­πει­τα ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου νὰ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­ζη­λό μου. Φο­ροῦ­σε τὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ θαμ­πώ­νει καὶ τὰ πλού­σια μαλ­λιά της ἦ­ταν πι­α­σμέ­να πί­σω σε ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κὸ κό­τσο χα­μη­λὰ στὸ σβέρ­κο της. Γιὰ νὰ δῶ τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια λύγ­κα, ὅ­μως ἡ κα­θα­ρό­τη­τα τῆς εἰ­κό­νας ὀ­φει­λό­ταν στὴ μα­γεί­α ποὺ τὴν πε­ρι­έ­βαλ­λε καὶ ὄ­χι στὴν ὅ­ρα­σή μου. (Ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό­στα­ση κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­βά­σω ἐ­πι­στο­λὲς ἢ ἀ­πο­κόμ­μα­τα ἀ­πὸ ἡ­με­ρο­λό­για.) Ἐ­κεῖ εἶ­δα τὴν ἐ­πώ­δυ­νη σκη­νὴ ποὺ θὰ κα­λού­μουν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ ὑ­πο­μεί­νω ἐν­σαρ­κω­μέ­νη. Ἐ­κεῖ εἶ­δα ἐ­κεί­νη τὴν κλί­νη κα­λυμ­μέ­νη μὲ ρό­δι­να σκε­πά­σμα­τα καὶ τὶς φρι­κτὲς αὐ­τὲς κυ­ρί­ες ποὺ ἔμ­παι­ναν κι ἔ­βγαι­ναν κρα­τών­τας δέ­μα­τα στὰ χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, στὰ τζα­μέ­νια πα­ρά­θυ­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς τῆς δύ­σης, εἶ­δα τὶς βόλ­τες στοὺς πο­τα­μοὺς Τίγ­κρε καὶ Λου­χάν. Ἐ­κεῖ ἔ­φτα­σα πο­λὺ κον­τὰ στὸ νὰ στραγ­γα­λί­σω κά­ποι­ον. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ βι­ώ­σω αὐ­τὰ τὰ πε­ρι­στα­τι­κά, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ φά­νη­κε κομ­μα­τά­κι ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νη καὶ ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου ἴ­σως λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φη.

            Μὲ τὸ πέ­ρας αὐ­τῶν τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν λι­γό­στε­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου νὰ ζή­σω ὅ,τι μοῦ ἤ­τα­νε γρα­φτό. Συμ­βου­λεύ­τη­κα τὸν Μαγ­κούς. Ἦ­ταν ἄ­ρα­γε δυ­να­τὸν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω; Νὰ ἀ­παρ­νη­θῶ τὴ ζω­ή… ἦ­ταν δυ­να­τόν; Ὁ Μαγ­κούς, ἔ­ξυ­πνος ὅ­πως εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σει κά­τι τέ­τοι­ο. Γιὰ κάμ­πο­σες μέ­ρες δὲν ἔ­φυ­γα ἀ­πὸ κον­τά του. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω εἰ­κό­νες, νὰ ἀ­πέ­χω ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ἀ­να­ζη­τῶ ὅ­πως κι ἀ­πὸ τὸ νὰ τὶς ζῶ. Ὁ Μαγ­κοὺς μοῦ εἶ­πε πὼς γιὰ χά­ρη τῆς φι­λί­ας μας, ποὺ κρα­τοῦ­σε τό­σα χρό­νια, ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξαί­ρε­ση· σὲ κα­νέ­ναν δὲν θὰ εἶ­χε ἐ­πι­τρέ­ψει αὐ­τὴ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψυ­χα­γω­γού­μουν μὲ τὸ νὰ βλέ­πω τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὲ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς πα­γί­δες ποὺ ἔ­στη­νε ὁ Μαγ­κοὺς σὲ πε­λά­τες τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­ξα­πα­τοῦ­σε πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς τους τὸ πε­πρω­μέ­νο μου σὰ νὰ ἦ­ταν δι­κό τους.

            — Εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο σῶ­φρον νὰ βι­ώ­σει κά­ποι­ος ἄλ­λος τὴ μοί­ρα σου εὐ­θὺς ἀ­μέ­σως μό­λις κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή της στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Εἰ­δάλ­λως, δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται αὐ­τὴ νὰ ἔρ­θει στὴ συ­νέ­χεια καὶ νὰ σὲ γυ­ρέ­ψει: ἡ μοί­ρα μοιά­ζει μὲ ἀν­θρω­πο­φά­γο τί­γρη ποὺ στή­νει ἐ­νέ­δρα στὸ ἀ­φεν­τι­κό της, συ­νή­θι­ζε νὰ μοῦ λέ­ει ὁ Μαγ­κούς· καὶ γιὰ νὰ μὲ κα­θη­συ­χά­σει πρό­σθε­τε: Κά­ποι­α μέ­ρα ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα πιὰ γιὰ σέ­να σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

            — Θὰ πε­θά­νω; – ρω­τοῦ­σα μὲ ἔκ­δη­λη ἀ­νη­συ­χί­α.

            — Δὲν εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το – ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ Μαγ­κούς. Μπο­ρεῖς νὰ συ­νε­χί­σεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς πε­πρω­μέ­νο.

            — Μά, μέ­χρι καὶ τὰ σκυ­λιὰ ἔ­χουν πε­πρω­μέ­νο – ἀν­τέ­τει­να.

            — Τὰ σκυ­λιὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γουν: εἶ­ναι ὑ­πά­κου­α.

            Ἡ πρό­γνω­ση τοῦ Μαγ­κοὺς ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ κι ἔ­τσι ἔ­ζη­σα γιὰ λί­γο και­ρὸ βα­ρι­ε­στη­μέ­νος καὶ ἤ­ρε­μος, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος στὴ δου­λειά μου, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ μὲ τρά­βα­γε καὶ τὴ νο­σταλ­γοῦ­σα, τὸ νὰ εἶ­μαι μα­ζὶ μὲ τὸν Μαγ­κοὺς καὶ νὰ ἀ­τε­νί­ζω τὸ κτί­ριο. Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν ἐ­κλεί­ψει οἱ μορ­φὲς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες στὸ νὰ ρί­ξουν φῶς στὴ μοί­ρα μου. Σὲ κα­θέ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα μᾶς ξαφ­νί­α­ζαν ἐ­νί­ο­τε νέ­ες ἀ­να­πό­δρα­στες συν­θέ­σεις. Ἀ­μυ­δρὰ φῶ­τα, φαν­τά­σμα­τα μὲ κε­φά­λια σκύ­λων, ἐγ­κλη­μα­τί­ες, τὰ πάν­τα ἔ­δει­χναν πὼς θὰ ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴ φτά­σουν αὐ­τὲς οἱ εἰ­κό­νες ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ γί­νουν ἀ­λη­θι­νές.

            — Ποι­ὸς θὰ ζοῦ­σε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τὲς τὶς ἀ­θλι­ό­τη­τες; – εἶ­πα στὸν Μαγ­κούς, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τέ­λη­ξε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα, γιὰ νὰ μοῦ ἀ­πο­σπά­σει τὴν προ­σο­χή, νὰ κά­νει τὸν σύμ­βου­λο μα­ζὶ καὶ τὸν μά­γο. Ἄρ­χι­σα νὰ βλέ­πω βεγ­γα­λι­κά, μα­ρι­ο­νέ­τες, γι­α­πω­νέ­ζι­κα φα­νά­ρια, νά­νους, ἀν­θρώ­πους ντυ­μέ­νους σὰν ἀρ­κοῦ­δες καὶ σὰν γά­τες. Τοῦ εἶ­πα ὑ­πο­κρι­νό­με­νος:

            — Σὲ ζη­λεύ­ω. Θά ’­θε­λα νά ’­μουν δε­κα­τεσ­σά­ρων.

            — Ἂς ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να – μοῦ εἶ­πε ὁ Μαγ­κούς.

            Ἀ­πο­δέ­χτη­κα τὴν πρό­τα­ση, ἂν καὶ μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­τολ­μη. Τί θὰ ἔ­κα­να μὲ ἐ­κεί­νους τοὺς μι­κρού­λη­δες νά­νους; Μι­λή­σα­με ὥ­ρα πολ­λὴ γιὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ πι­θα­νὸν κου­βα­λοῦ­σαν μα­ζί τους οἱ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἡ­λι­κί­ες μας. Χά­σα­με, ἴ­σως, τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὴν εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη.

            Τὸ σχέ­διό μας δὲν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε. Χά­σα­με κι οἱ δυ­ὸ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας.

            Ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ὑ­πο­κύ­πτου­με ἐκ νέ­ου στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με πε­πρω­μέ­να· κά­νου­με κά­ποι­ες ἀ­πό­πει­ρες, ὅ­μως κά­θε φο­ρὰ τεί­νει νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρε­πτι­κὸς πα­ρά­γον­τας: ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς δυ­σκο­λί­ες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χει ὑ­περ­νι­κή­σει ὁ Μαγ­κούς, ἀ­πο­βαί­νει πα­ρά­λο­γο. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ εἶ­χα βά­λει σκο­πὸ νὰ φύ­γω. Ἑ­τοί­μα­σα τὶς ἀ­πο­σκευ­ές μου. Ἀ­πο­χαι­ρε­τη­θή­κα­με. Οἱ εἰ­κό­νες στὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν θελ­κτι­κές. Κά­τι μὲ κρά­τη­σε πί­σω τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καὶ στὸν Μαγ­κούς· δὲν εἶ­χε τὸ κου­ρά­γιο νὰ δρα­πε­τεύ­σει ἀ­πὸ τὸ καρ­βου­νά­δι­κο.

            Πάν­το­τε μὲ συ­ναρ­πά­ζει τὸ πε­πρω­μέ­νο τοῦ Μαγ­κοὺς κι ἐ­κεῖ­νον τὸ δι­κό μου (ὅ­σο ἄ­σχη­μο κι ἂν εἶ­ναι), ὅ­μως κα­τὰ βά­θος ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ τῶν δυ­ό μας εἶ­ναι νὰ συ­νε­χί­σου­με νὰ ἀ­τε­νί­ζου­με τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­κεί­νου τοῦ σπι­τιοῦ καὶ νὰ δω­ρί­ζου­με σὲ ἄλ­λους τὸ δι­κό μας πε­πρω­μέ­νο, ἐ­φό­σον δὲν μᾶς φαί­νε­ται νὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο.



Πηγή: Silvina Ocampo, La furia y otros cuentos, ἐ­πιμ. Ernesto Montequin, Biblioteca Silvina Ocampo, Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Editorial Sudamericana, 2006 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Sur, 1959].

Σιλ­βί­να ­κάμ­πο (Silvina Ocampo) (1903, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 1993, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Προ­τοῦ ἀ­φι­ε­ρω­θεῖ μὲ πά­θος στὴ γρα­φὴ σπού­δα­σε σχέ­διο καὶ ζω­γρα­φι­κὴ στὸ Πα­ρί­σι μὲ δα­σκά­λους τὸν Τζόρ­τζιο ντὲ Κί­ρι­κο καὶ τὸν Φερ­νὰν Λε­ζέ. Σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀν­τόλ­φο Μπι­ό­ι Κα­σά­ρες καὶ φί­λη τοῦ Χόρ­χε Λου­ὶς Μπόρ­χες. Οἱ τρεῖς τους ἐ­πι­με­λή­θη­καν καὶ ἐ­ξέ­δω­σαν τὸ 1940 τὴ μνη­μει­ώ­δη Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων



Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar)


Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων

(Continuidad de los parques)


ΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α. Ἡ μνή­μη του εἶ­χε συγ­κρα­τή­σει χω­ρὶς κό­πο τὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν κεν­τρι­κῶν ἡ­ρώ­ων· σχε­δὸν ἀ­μέ­σως πα­ρα­σύρ­θη­κε μὲς στὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε μὲ πα­ρά­λο­γη σχε­δὸν ἡ­δο­νὴ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν λί­γο-λί­γο, ἀ­ρά­δα τὴν ἀ­ρά­δα, ἀ­π’ ὅ,τι τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε, καὶ πὼς αἰ­σθα­νό­ταν πό­τε-πό­τε τὸ κε­φά­λι του ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὸ βε­λοῦ­δο τῆς ψη­λῆς ρά­χης, καὶ ὅ­τι τὰ τσι­γά­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸ χέ­ρι του, καὶ πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ δει­λι­νοῦ χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Λέ­ξη μὲ λέ­ξη, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πο­τα­πὴ τε­λι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἡ­ρώ­ων, ἐ­νῶ ἀ­φη­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὶς εἰ­κό­νες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­κτοῦ­σαν χρῶ­μα καὶ κί­νη­ση, πα­ραυ­ρέ­θη­κε αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς τε­λι­κῆς συ­νάν­τη­σης στὴν κα­λύ­βα τοῦ δά­σους. Πρώ­τη μπῆ­κε ἡ γυ­ναί­κα, φο­βι­σμέ­νη· τώ­ρα ἦρ­θε ὁ ἐ­ρα­στὴς μὲ τὸ πρό­σω­πο γρα­τζου­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τί­ναγ­μα ἑ­νὸς κλα­διοῦ. Τοῦ φι­λοῦ­σε ὑ­πέ­ρο­χα τὶς γρα­τζου­νι­ὲς γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αἷ­μα, ἐ­νῶ αὐ­τὸς τρα­βι­ό­ταν ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὰ χά­δια, δὲν εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴν τε­λε­τουρ­γί­α ἑ­νὸς πά­θους κρυ­φοῦ ποὺ τὸ συγ­κά­λυ­πταν ἕ­νας σω­ρὸς φύλ­λα ξε­ρὰ καὶ μυ­στι­κὰ μο­νο­πά­τια. Τὸ στι­λέ­το ἔ­γι­νε χλια­ρὸ ἀ­κουμ­πών­τας στὸ στῆ­θος του, καὶ ἀ­πὸ κά­τω χτυ­ποῦ­σε ἡ ζα­ρω­μέ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ἕ­νας λα­χα­νια­στὸς δι­ά­λο­γος ξε­τυ­λι­γό­ταν μέ­σα στὶς σε­λί­δες σὰν ἕ­να πο­τά­μι ἀ­πὸ ἑρ­πε­τά, καὶ εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ὅ­λα εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Ὣς καὶ αὐ­τὰ τὰ χά­δια ποὺ τύ­λι­γαν τὸ σῶ­μα τοῦ ἐ­ρα­στῆ σὰν γιὰ νὰ τὸν συγ­κρα­τή­σουν καὶ νὰ τὸν με­τα­πεί­σουν, σχε­δί­α­ζαν φρι­κτὰ τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου σώ­μα­τος, ποὺ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­ξον­τω­θεῖ. Δὲν εἶ­χαν πα­ρα­λεί­ψει τί­πο­τα: ἄλ­λο­θι, συμ­πτώ­σεις, πι­θα­νὰ λά­θη. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ κά­θε λε­πτὸ εἶ­χε τὴ σκο­πι­μό­τη­τά του, ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Τὴν ἄ­γρια καὶ ἀ­μεί­λι­κτη σκη­νὴ ποὺ τῆς ἔ­κα­νε, μό­λις ποὺ δι­έ­κο­πτε πό­τε-πό­τε ἕ­να χέ­ρι νὰ χα­ϊ­δέ­ψει ἕ­να μά­γου­λο. Ἄρ­χι­σε νὰ νυ­χτώ­νει.

       Χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, δε­μέ­νοι σφι­χτὰ στὸ ἔρ­γο ποὺ εἶ­χαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν, χω­ρί­στη­καν στὴν πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας. Ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ τρα­βοῦ­σε κα­τὰ τὸ βο­ριά. Ἐ­κεῖ­νος, στὸ ἀν­τί­θε­το μο­νο­πά­τι, γύ­ρι­σε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὴν δεῖ νὰ φεύ­γει, μὲ τὰ μαλ­λιά της λυ­τά. Μὲ τὴ σει­ρά του ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κι αὐ­τός, κα­τα­φεύ­γον­τας στὰ δέν­τρα καὶ τοὺς φρά­χτες, ὥ­σπου ξε­χώ­ρι­σε μὲς στὴ μα­βιὰ ὁ­μί­χλη τῆς χα­ραυ­γῆς τὴν ἀ­λέ­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ σπί­τι. Τὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γα­βγί­σουν, καὶ δὲν γά­βγι­σαν. Τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ ὁ ἐ­πι­στά­της δὲν ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἀ­νέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ μπῆ­κε. Μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα ποὺ βού­ι­ζε στ’ αὐ­τιά του τοῦ ἐρ­χόν­ταν ἀ­κό­μα τὰ λό­για τῆς γυ­ναί­κας: πρῶ­τα μιὰ γα­λά­ζια αἴ­θου­σα, ὕ­στε­ρα ἕ­νας δι­ά­δρο­μος, με­τὰ μιὰ σκά­λα μὲ χα­λί. Στὸ πά­νω πά­τω­μα, δυ­ὸ πόρ­τες. Στὸ πρῶ­το δω­μά­τιο κα­νείς, στὸ δεύ­τε­ρο κα­νείς. Ἡ πόρ­τα τοῦ μι­κροῦ σα­λο­νιοῦ, καὶ ὑ­στέ­ρα, μὲ τὸ στι­λέ­το στὸ χέ­ρι, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, ἡ ψη­λὴ ρά­χης μιᾶς πρά­σι­νης, βε­λού­δι­νης πο­λυ­θρό­νας, τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄν­τρα ποὺ κά­θε­ται στὴν πο­λυ­θρό­να δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.



Πηγή: περ. Χάρτης, ἀρ. 10, Φεβρουάριος 1984. Τὸ πρω­τότυπο πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Fi­nal del ju­e­go (Τέ­λος τοῦ παι­χνι­διοῦ), 1956 (ἐκδ. Su­da­me­ri­ca­na).

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar) (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το(1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Δραματοποίηση:

Ἀχιλ­λέας Κυριακίδης (1999)

Ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=0zL9tb0y16g

https://www.youtube.com/watch?v=G_tFWxA7-ho

https://www.youtube.com/watch?v=GUDspbzxplE

https://www.youtube.com/watch?v=xGKqGyIeE9w

https://www.youtube.com/watch?v=2J0aA_XOvAE

https://www.youtube.com/watch?v=HrJNiwu-Ajs

Τὸ ἰσπανικὸ πρωτότυπο:

Διαβάζει ὁ Χούλιο Κορτάσαρ:

Julio Cortázar

Continuidad de los parques

Había empezado a leer la novela unos días antes. La abandonó por negocios urgentes, volvió a abrirla cuando regresaba en tren a la finca; se dejaba interesar lentamente por la trama, por el dibujo de los personajes. Esa tarde, después de escribir una carta a su apoderado y discutir con el mayordomo una cuestión de aparcerías, volvió al libro en la tranquilidad del estudio que miraba hacia el parque de los robles. Arrellanado en su sillón favorito, de espaldas a la puerta que lo hubiera molestado como una irritante posibilidad de intrusiones, dejó que su mano izquierda acariciara una y otra vez el terciopelo verde y se puso a leer los últimos capítulos. Su memoria retenía sin esfuerzo los nombres y las imágenes de los protagonistas; la ilusión novelesca lo ganó casi en seguida. Gozaba del placer casi perverso de irse desgajando línea a línea de lo que lo rodeaba, y sentir a la vez que su cabeza descansaba cómodamente en el terciopelo del alto respaldo, que los cigarrillos seguían al alcance de la mano, que más allá de los ventanales danzaba el aire del atardecer bajo los robles. Palabra a palabra, absorbido por la sórdida disyuntiva de los héroes, dejándose ir hacia las imágenes que se concertaban y adquirían color y movimiento, fue testigo del último encuentro en la cabaña del monte. Primero entraba la mujer, recelosa; ahora llegaba el amante, lastimada la cara por el chicotazo de una rama. Admirablemente restañaba ella la sangre con sus besos, pero él rechazaba las caricias, no había venido para repetir las ceremonias de una pasión secreta, protegida por un mundo de hojas secas y senderos furtivos. El puñal se entibiaba contra su pecho, y debajo latía la libertad agazapada. Un diálogo anhelante corría por las páginas como un arroyo de serpientes, y se sentía que todo estaba decidido desde siempre. Hasta esas caricias que enredaban el cuerpo del amante como queriendo retenerlo y disuadirlo, dibujaban abominablemente la figura de otro cuerpo que era necesario destruir. Nada había sido olvidado: coartadas, azares, posibles errores. A partir de esa hora cada instante tenía su empleo minuciosamente atribuido. El doble repaso despiadado se interrumpía apenas para que una mano acariciara una mejilla. Empezaba a anochecer.

            Sin mirarse ya, atados rígidamente a la tarea que los esperaba, se separaron en la puerta de la cabaña. Ella debía seguir por la senda que iba al norte. Desde la senda opuesta él se volvió un instante para verla correr con el pelo suelto. Corrió a su vez, parapetándose en los árboles y los setos, hasta distinguir en la bruma malva del crepúsculo la alameda que llevaba a la casa. Los perros no debían ladrar, y no ladraron. El mayordomo no estaría a esa hora, y no estaba. Subió los tres peldaños del porche y entró. Desde la sangre galopando en sus oídos le llegaban las palabras de la mujer: primero una sala azul, después una galería, una escalera alfombrada. En lo alto, dos puertas. Nadie en la primera habitación, nadie en la segunda. La puerta del salón, y entonces el puñal en la mano, la luz de los ventanales, el alto respaldo de un sillón de terciopelo verde, la cabeza del hombre en el sillón leyendo una novela.

Ἀνάλυση τοῦ κειμένου στὰ ἰσπανικὰ

ἀπὸ τὸν Fernando Chelle:

 

https://letralia.com/lecturas/2016/04/30/lectura-comentada-de-continuidad-de-los-parques-de-julio-cortazar/

 

Ἕλενα Σανχουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): Ὁ ταξιδιώτης

sanjuanbenitoelena-otaksidiotis-eikona-01


Ἕλε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της

(El viajero)


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΙΕΜΠΛΑ μι­σεῖ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, γι’ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως μό­λις φτά­νει ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει: δὲν θὰ κά­τσω πο­λύ, πρέ­πει νὰ φύ­γω σύν­το­μα, αὔ­ριο ξυ­πνά­ω νω­ρίς. Φρά­σεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ προ­λά­βει νὰ ἔρ­θει. Δι­στά­ζει νὰ βγά­λει τὸ παλ­τό του καὶ τὸ κρα­τά­ει πάν­τα στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ τὸ φο­ρέ­σει ξα­νά. Δὲν ἔ­χει πά­νω του πο­τὲ μαν­τή­λι, κά­νει με­γά­λους κύ­κλους προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν πε­ρά­σει κον­τὰ ἀ­πὸ σταθ­μοὺς καὶ δὲν ἔ­χει πα­τή­σει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ τὸ πό­δι του σὲ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο.

        Ἔ­χει πεῖ ἀν­τί­ο τό­σες φο­ρὲς ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρου­με πὼς δὲν πρό­κει­ται νὰ φύ­γει πο­τέ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­τρω­γε τὶς λέ­ξεις


espadamanuel-topaidipouetrogetislekseis-eikona-01


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


Τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­τρω­γε τὶς λέ­ξεις


02-SigmaΕ ΚΑΠΟΙΑ ΑΤΟΜΑ κά­νουν με­τα­μό­σχευ­ση πνευ­μό­νων. Σὲ ἄλ­λα, με­τα­μό­σχευ­ση καρ­διᾶς ἢ κε­ρα­το­ει­δοῦς, ὅ­μως πάν­το­τε πρέ­πει νὰ πε­θά­νει κά­ποι­ος. Ἡ πε­ρί­πτω­σή μου ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρὸς δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, του­λά­χι­στον ὄ­χι ὅ­πως τὰ ἄλ­λα παι­διά. Κά­θε συλ­λα­βὴ ἀ­παι­τοῦ­σε τὸ μέ­γι­στο τῶν προ­σπα­θει­ῶν μου. Ὡ­στό­σο, ὁ πα­τέ­ρας μου κέρ­δι­ζε τὸ ψω­μί του μὲ τὶς λέ­ξεις. Πα­ρά­δο­ξο. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­μαι μιὰ Κυ­ρια­κὴ ποὺ γύ­ρι­σε μὲ μιὰ πα­λιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­ζε τὴν πα­λιὰ Olivetti πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Το­πο­θέ­τη­σε ἕ­να φύλ­λο ρι­ζό­χαρ­το στὸν κύ­λιν­δρο, πῆ­ρε τὸν δεί­κτη μου καὶ γρά­ψα­με τὸ ὄ­νο­μά μου. Ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ ἔ­κο­ψε μὲ τὸ ψα­λί­δι, τὸ ἔ­κα­νε μιὰ μπα­λί­τσα καὶ μοῦ εἶ­πε: «Νό­στι­μο». Ὅ­ταν τὸ χαρ­τὶ κα­τέ­βη­κε τὸν οἰ­σο­φά­γο μου εἶ­πα τὸ ὄ­νο­μά μου δυ­να­τά. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸ προ­φέ­ρει ξα­νά. Ἔ­πει­τα ἀ­κο­λού­θη­σαν πολ­λὲς ἄλ­λες λέ­ξεις. Ὁ πα­τέ­ρας μου μοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ δά­χτυ­λο, μοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πράγ­μα­τα στὸ αὐ­τί, τὰ πλη­κτρο­λο­γού­σα­με κι ὕ­στε­ρα μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς λέ­ξεις στὸ στό­μα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε πο­τὲ ξα­νά. Πρῶ­τα ἔ­μει­νε χω­ρὶς οὐ­σι­α­στι­κά, ὕ­στε­ρα χω­ρὶς ρή­μα­τα, ἀρ­γό­τε­ρα μοῦ πέ­ρα­σε τὰ ἐ­πί­θε­τα, τὰ ἄρ­θρα, τὶς προ­θέ­σεις, μέ­χρι ποὺ μοῦ με­τα­μό­σχευ­σε ὅ­λες τὶς λέ­ξεις τοῦ κό­σμου. Ἕως ποὺ ἔ­μει­νε βου­βός.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Πλύ­ση σὲ ὑ­ψη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α


espadamanuel-plysiseypsilithermokrasia-eikona-01


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


Πλύ­ση σὲ ὑ­ψη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α


03-PiΑΝΤΑ μοῦ ἔ­πλε­νες τὰ ροῦ­χα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μὲ ἐγ­κα­τέ­λει­ψες ἔ­πρε­πε νὰ μά­θω νὰ κά­νω τὴ μπου­γά­δα. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα ἕ­να πρό­γραμ­μα ὑ­ψη­λῆς θερ­μο­κρα­σί­ας, καὶ τὰ παν­τε­λό­νια καὶ τὰ που­λό­βερ μου μά­ζευ­αν, τό­σο ποὺ ἔ­μοια­ζαν μω­ροῦ. Μιὰ μέ­ρα ξέ­χα­σα ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα εὐ­ρώ. Με­τὰ τὸ στύ­ψι­μο με­τα­τρά­πη­κε σὲ ἕ­να τῶν πέν­τε. Τὴ μέ­ρα ποὺ ἄ­φη­σα τὸ κι­νη­τὸ μά­ζε­ψα μιὰ συ­σκευ­ὴ μι­κρο­σκο­πι­κή, με­γέ­θους ἑ­νὸς με­γά­λου δα­χτύ­λου. Ἄλ­λη φο­ρὰ τὸ πλυν­τή­ριο με­τέ­τρε­ψε μί­α κα­νο­νι­κὴ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου σὲ ἕ­ναν ἀ­σή­μαν­το βῶ­λο. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βά­λω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Πῆ­ρα στὴν τύ­χη ἕ­να ἀ­πὸ τὸ ρά­φι: Τζου­ρά­σικ Πάρκ τοῦ Μά­ι­κλ Κρά­ι­τον. Με­τὰ τὴν πλύ­ση βγῆ­κε τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὸν δει­νό­σαυ­ρο τοῦ Μον­τε­ρό­σο. Σή­με­ρα μπῆ­κα ἐ­γὼ στὸ πλυν­τή­ριο. Σοῦ γρά­φω αὐ­τὸ τὸ ση­μεί­ω­μα μὲ τὴν καρ­διὰ μα­ζε­μέ­νη. Του­λά­χι­στον ξε­πέ­ρα­σα τὸ χω­ρι­σμό μας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Ὁ πιὸ γρή­γο­ρος ἥ­ρω­ας τοῦ κό­σμου


espadamanuel-opiogrigorosiroastoukosmou-eikona-03


Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada)


— Φυ­σι­κά!


Ὁ πιὸ γρή­γο­ρος ἥ­ρω­ας τοῦ κό­σμου


— Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖς πρὶν ἀπὸ τὸν τί­τλο;


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Manuel Espada, Per­so­na­jes se­cun­da­ri­os [Δευ­τε­ρεύ­ον­τες ρό­λοι], ἐκ­δό­σεις me­no­scu­ar­to, 2015.

Μα­νου­ὲλ ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της ἰ­σπα­νό­φω­νων λο­γο­τε­χνῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ e-poema, Ποι­εῖν καὶ Τὸ Δέν­τρο. Γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιό μας, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα καὶ με­τά­φρα­σε δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α Κὶμ Μουν­ζό.



		

	

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Μιὰ συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»


16-Shua,AnaMaria-SynenteyksiStinAnnaBerroiopoulou-Eikona-03


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)

 

Μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου

γιὰ τὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»


Α.Β.: Εἶ­στε γνω­στὴ ὡς ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Για­τί ἀ­σχο­λη­θή­κα­τε μὲ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη φόρ­μα; Ἐ­σεῖς ἐ­πι­λέ­ξα­τε τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἢ μή­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πέ­λε­ξε ἐ­σᾶς;

Α.Μ.Σ.: Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως μὲ ὅ­λα τα με­γά­λα πά­θη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας (παγ­κό­σμια καὶ προ­σω­πι­κά), ἡ ἐ­πι­λο­γὴ ἦ­ταν ἀ­μοι­βαί­α. Πάν­τα μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε ὡς ἀ­να­γνώ­στρια ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση. Στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α ὅ­λοι οἱ με­γά­λοι μας συγ­γρα­φεῖς εἶ­χαν ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ εἶ­δος: ὁ Μπόρ­χες, ὁ Κορ­τά­σαρ, ὁ Κα­σά­ρες καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι. Ἐ­ξάλ­λου, στὴ γρα­φή μου ἔ­χω μιὰ αὐ­θόρ­μη­τη τά­ση πρὸς τὴ συν­το­μί­α. Ὅ­ταν ἐ­γὼ ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω, ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α δὲν ἀ­να­γνω­ρι­ζό­ταν ὡς μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ φόρ­μα ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μα. Ὑ­πῆρ­χε τό­τε ἕ­να με­ξι­κα­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ El cuento, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε προ­κη­ρύ­ξει ἕ­να δι­α­γω­νι­σμὸ σύν­το­μου δι­η­γή­μα­τος, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε μου νὰ ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα γιὰ νὰ λά­βω μέ­ρος. Ἔ­τσι βγῆ­κε τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ΄ ὅ­λα: Ἡ ὀ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera).


Α.Β.: Μι­λῆ­στε μας λί­γο γιὰ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά σας: τὸ ὕ­φος σας, τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές σας κλπ.

Α.Μ.Σ.: Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα, στοὺς ὁ­ποί­ους ὀ­φεί­λω νὰ προ­σθέ­σω τὴ Σιλ­βί­να Ὀ­κάμ­πο, τὸν Ἰ­σι­δό­ρο Μπλά­ι­στεν καὶ τὸν Μάρ­κο Ντε­νέ­βι (ὄ­χι τό­σο γνω­στοὶ παγ­κο­σμί­ως, ὡ­στό­σο πο­λὺ ση­μαν­τι­κοὶ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α μας), ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι ποὺ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κὰ τὸ ἔρ­γο μου. Πρῶ­τον, οἱ γάλ­λοι νε­ω­τε­ρι­στὲς συγ­γρα­φεῖς τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, οἱ ὁ­ποῖ­οι θέ­σπι­σαν νέ­ους ρι­ζο­σπα­στι­κοὺς κα­νό­νες στὴ λο­γο­τε­χνί­α: Μπρε­τόν, Ἀ­πολ­λι­ναίρ, Σβόμπ, Ζα­ρύ, Ἀρ­τώ, Λο­τρε­α­μόν… Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἕ­να ἄλ­λο βι­βλί­ο ποὺ μὲ ση­μά­δε­ψε: Τὸ ὄ­πιο τοῦ Κο­κτώ. Τὸ ἔρ­γο μου ἐ­πη­ρέ­α­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἕ­νας βέλ­γος συγ­γρα­φέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ω­ρεῖ­ται ποι­η­τὴς ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρά­φος: ὁ Ἀν­ρὶ Μι­σὼ μὲ τὸ Voyage en Grande Garabagne. Χά­ρη στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ El cuento γνώ­ρι­σα ἐ­πί­σης τοὺς λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νους συγ­γρα­φεῖς, τοὺς θε­με­λι­ω­τὲς τοῦ εἴ­δους (ὅ­πως ὁ Ἀρ­ρε­ό­λα καὶ ὁ Μον­τερ­ρό­σο) κι ἄλ­λους ἀπ΄ ὅ­λη τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἤ­πει­ρο, ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ Με­ξι­κό, ὅ­που εἶ­χε ἀν­θί­σει ἡ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση. Καὶ φυ­σι­κά, ἔ­χω πάν­τα στὴ σκέ­ψη μου τὸν με­γα­λύ­τε­ρο γιὰ μέ­να συγ­γρα­φέ­α μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, τὸν Φρὰν­τς Κάφ­κα.

       Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ ὕ­φος μου, ξε­κί­νη­σα γρά­φον­τας ποί­η­ση καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­νάγ­κη μου ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά μου. Ὅ­λα ἢ σχε­δὸν ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­φη­γη­μα­τι­κά, μο­λα­ταῦ­τα ἡ ποί­η­ση πάν­τα γυ­ρο­φέρ­νει, παί­ζον­τας μὲ τὴ γλώσ­σα, προ­κα­λών­τας στὰ κεί­με­νά μου ἀμ­φι­λο­γί­α καὶ πο­λυ­ση­μί­α. Του­λά­χι­στον, στὰ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τά.


Α.Β.: Ἡ συγ­γρα­φὴ ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­νί­ο­τε μέ­σο συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς ἀ­πο­φόρ­τι­σης. Γιὰ σᾶς ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι μιὰ πρά­ξη συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ ἢ δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι;

Α.Μ.Σ.: Θε­ω­ρῶ πὼς γιὰ ἕ­ναν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α συγ­γρα­φέ­α (καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ ὅ­ποι­ον ἀ­μεί­βε­ται ἀλ­λὰ αὐ­τὸν ποὺ ἔ­χει ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὴ ζω­ή του στὸ γρά­ψι­μο) δὲν εἶ­ναι πο­τὲ ἕ­να μέ­σο ἀ­πο­φόρ­τι­σης. Ἐ­μεῖς οἱ συγ­γρα­φεῖς δὲν ἀ­πο­ζη­τοῦ­με τὴ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ κά­θαρ­ση, ἀλ­λὰ νὰ προ­κα­λέ­σου­με μιὰ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση σὲ ὅ­ποι­ον μᾶς δι­α­βά­ζει. Πολ­λοὶ μοῦ λέ­νε ὅ­τι γρά­φουν μα­νι­ω­δῶς γιὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θοῦν κι ἔ­πει­τα σβή­νουν ἢ κα­τα­στρέ­φουν τὶς ἀ­πο­δεί­ξεις. Οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ συγ­γρα­φεῖς τρε­φό­μα­στε ἀ­πὸ γνή­σια μα­ται­ο­δο­ξία: δὲ σβή­νου­με, δὲν κα­τα­στρέ­φου­με τί­πο­τα καὶ τε­λι­κὰ ἀ­φή­νου­με τὴν τύ­χη τῶν γρα­πτῶν μας στοὺς ἐ­κτε­λε­στὲς τῆς δι­α­θή­κης μας μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι πο­τὲ δὲ θὰ κά­νουν κά­τι τέ­τοι­ο.

       Συ­νε­πῶς, ὄ­χι, ἡ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των δὲν εἶ­ναι γιὰ μέ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κή. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα, δὲ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι οὔ­τε δι­α­νο­η­τι­κὸ παι­χνί­δι, του­λά­χι­στον στὶς κα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις. Ὅ­ταν ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται σὲ ἕ­να παι­χνί­δι εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τας, προ­δί­δει τὶς δυ­να­τό­τη­τές της μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιὰ φτω­χὴ λο­γο­τε­χνί­α. Εἶ­ναι κα­λὸ ἕ­να ἔρ­γο νὰ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται εὐ­φυ­ές, ἀλ­λὰ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό. Ἂν κά­ποι­α κεί­με­νά μου ἔ­χουν γρα­φτεῖ μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, δὲν εἶ­ναι αὐ­τὰ γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α νι­ώ­θω πε­ρή­φα­νη. Εἶ­μαι ἄν­θρω­πος φι­λό­δο­ξος: τὰ σύν­το­μα ἀ­φη­γή­μα­τά μου, ὅ­πως καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ ποι­ή­μα­τά μου ἔ­χουν ἕ­να σκο­πό. Νὰ μι­λή­σουν γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ δὲν τὸν ἔ­χει ξα­να­κά­νει κα­νείς, νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ νὰ φέρ­νουν τὸ χα­μό­γε­λο καὶ νὰ συγ­κι­νοῦν, νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νὰ νὰ τα­ρα­κου­νή­σουν τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Α.Β.: Ἂν καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα σύν­το­μα, τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­παι­τοῦν συ­χνὰ τὴν αὐ­ξη­μέ­νη συγ­κέν­τρω­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τους εἶ­ναι πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κοὶ λό­γῳ αὐ­τοῦ;

Α.Μ.Σ.: Πράγ­μα­τι, τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­παι­τοῦν πο­λὺ με­γά­λη συγ­κέν­τρω­ση. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δι­α­βά­σει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ἀ­φη­ρη­μέ­να, πη­δών­τας ὁ­λό­κλη­ρες πα­ρα­γρά­φους, κι ὅ­μως νὰ τὸ κα­τα­λά­βει πλή­ρως. Σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ ἡ ἐ­λά­χι­στη ἀ­προ­σε­ξί­α ἐμ­πο­δί­ζει τὴν κα­τα­νό­η­ση. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ὁ ἀ­να­γνώ­στης κά­νει τὸν κό­πο νὰ τὸ ξε­κι­νή­σει, νὰ συλ­λά­βει τὸ ὕ­φος, νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τοὺς κώ­δι­κές του, νὰ συ­νη­θί­σει τὸ ρυθ­μό, τὴν πλο­κή, νὰ μά­θει τὰ πρό­σω­πα. Κι ἔ­πει­τα τὸ ἀ­φή­νει στὸ κο­μο­δί­νο μπαι­νο­βγαί­νον­τας στὸ βι­βλί­ο ὅ­πο­τε θέ­λει χω­ρὶς πρό­βλη­μα. Σὲ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μό­λις κά­ποι­ος κα­τα­φέ­ρει νὰ κα­τα­νο­ή­σει τοὺς νό­μους ποὺ δι­έ­πουν τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό του σύμ­παν, τὸ κεί­με­νο ἔ­χει τε­λει­ώ­σει καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ ξα­ναρ­χί­σει τὴν προ­σπά­θεια γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο. Γι’ αὐ­τὸ οἱ ἐκ­δο­τι­κοὶ προ­τι­μοῦν κα­τὰ σει­ρὰ προ­τε­ραι­ό­τη­τας τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ δι­ή­γη­μα καὶ τε­λευ­ταῖ­ο τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα. (Τὴν ποί­η­ση οὔ­τε κὰν τὴν ἀ­να­φέ­ρω δι­ό­τι δὲν ἔ­χει θέ­ση στὴν ἀ­γο­ρὰ τοῦ βι­βλί­ου). Κι ἀ­ναμ­φί­βο­λα, εἶ­ναι ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ἀ­παι­τη­τι­κὸ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη.


Α.Β.: Κλεί­νον­τας τού­τη τὴ συ­νέν­τευ­ξη, ἂς πᾶ­με στὴν Ἑλ­λά­δα. Σᾶς ἀ­ρέ­σει κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς;

Α.Μ.Σ.: Δὲν κα­λο­γνω­ρί­ζω τοὺς σύγ­χρο­νους Ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­ξάλ­λου ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ ἐ­λά­χι­στα στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Μοῦ ἀ­ρέ­σουν πο­λὺ οἱ ποι­η­τές, γνω­ρί­ζω ὅ­μως μό­νο τοὺς πιὸ δι­ά­ση­μους: τὸν Κα­βά­φη καὶ τὸν Ἐ­λύ­τη. Φυ­σι­κὰ ἔ­χω δι­α­βά­σει Κα­ζαν­τζά­κη, κά­τι ἴ­σως ἀ­να­με­νό­με­νο. Καὶ Σα­μα­ρά­κη. Αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο στὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ δι­α­βά­ζον­ται πο­λὺ τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κὰ τοῦ Μάρ­κα­ρη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει πολ­λοὺς θαυ­μα­στές, μο­λα­ταῦ­τα ἐ­γὼ σπά­νια δι­α­βά­ζω ἀ­στυ­νο­μι­κά…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἄ­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρις­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λις­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώς­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Ὀ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώς­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».


§ß 


ANA MARIA SHUA – ANNA VERRIOPOULOU * ENTREVISTA

 

Anna Verriopoulou: Usted es conocida como la reina del microrrelato. ¿Porqué se ha dedicado a este tipo narrativo? ¿Usted eligió el microrrelato o el microrrelato le eligió a usted?

Ana Maria Shua: Como suele suceder en todas las grandes pasiones de la historia (universal y personal), la elección fue mutua. Siempre me interesó como lectora el género brevísimo. En la literatura argentina, todos nuestros grandes maestros lo han trabajado: Borges, Cortázar, Bioy Casares y muchos otros. Y por otra parte, yo tengo una tendencia natural a la brevedad, lo más espontáneo en mi escritura. Cuando empecé a escribir, ni siquiera se reconocía al microrrelato como un género diferente del cuento. Había una revista mexicana llamada El cuento tenía un Concurso Permanente de Cuento Brevísimo. A los veinticinco años empecé a escribir microrrelatos para presentarme a ese concurso. Así empezó mi primer libro en el género, y el que todavía me gusta más que ninguno: La sueñera.


Anna Verriopoulou: Cuéntenos un poco sobre sus libros de microficción: su estilo, influencias etc.

Ana Maria Shua: Además de los autores argentinos mencionados, a los que debería añadir a Silvina Ocampo, Isidoro Blaisten y Marco Denevi, (menos conocidos internacionalmente pero muy importantes para nuestra literatura) debo añadir otras influencia muy importantes. En primer lugar, los clásicos de la rebeldía, esos autores franceses que escribieron a principios del siglo XX revolucionando todas las reglas: Breton, Schwob, Apollinaire, Jarry, Arteaud, Lautremond… Unos años después aparece otro libro que me marcó: Opium, de Cocteau. Y hubo un autor belga en particular, un escritor al que en francés se considera poeta pero que para mí fue un gran minificcionista y tuvo un papel muy importante en mi literatura: Henry Michaux, con su Viaje a la Gran Garabaña. La revista El cuento me hizo conocer a los autores latinoamericanos, los fundadores (como Arreola y Monterroso) y los que estaban escribiendo en ese momento en todo el continente: Britto García en Venezuela, Jaramillo Levy en Panamá, Menén Desleal en el Salvador, Monsreal, Garrido, Samperio y muchos otros en México, que es uno de los países donde más creció el género. Y por supuesto, tengo siempre presente al que considero el más grande minificcionista del siglo XX: Franz Kafka.

       En cuanto al estilo, yo empecé escribiendo poesía y creo que mi necesidad de poesía se sigue expresando a través de las minificciones. Todas son o pretenden ser narrativas, pero la poesía está allí cerca, jugando con el lenguaje, provocando ambigüedad y polisemia. En fin, en el mejor de los casos.


Anna Verriopoulou: Escribir es a veces un desahogo. ¿Escribir microficción es para usted un acto sentimental o un juego del ingenio?

Ana Maria Shua: Creo que para un escritor profesional (y no involucro dinero en este adjetivo, sino entrega vital a la escritura) escribir nunca es un desahogo. Los escritores no hacemos catarsis de nuestras emociones en la escritura, lo que buscamos es provocar ciertas emociones en quien nos lee. Mucha gente me cuenta que escribe frenéticamente para desahogarse y después borra o destruye las pruebas. Los verdaderos escritores nos alimentamos de vanidad pura: no borramos ni destruimos nada, a lo sumo se lo encargamos a nuestros albaceas, con la esperanza de que no lo hagan.

       De modo que no, escribir microficción no es un acto sentimental. Pero tampoco, en el mejor de los casos, debería ser un juego de ingenio. Si la microficción se queda en el juego de ingenio, está traicionando las posibilidades del género y como literatura es muy pobre. Está bien que tenga ingenio, pero nunca debería ser solo eso, y si entre mis textos hay algunos que son así, no son aquellos de los que estoy orgullosa. Soy ambiciosa: yo quisiera, de mis textos brevísimos, lo mismo que pretendo de mis cuentos o mis novelas, o mis poemas. Que digan algo acerca del ser humano que nunca se haya dicho antes de ese modo. Que sean capaces de convocar a la sonrisa, pero también a la emoción. Que perturben al lector.


Anna Verriopoulou: Aunque brevísimos, los microrrelatos frecuentemente piden la alta concentración del lector. ¿Cree que por eso sus lectores son más exigentes?

Ana Maria Shua: Es verdad, los microrrelatos exigen altísima concentración. Se puede leer una novela distraídamente, salteándose párrafos enteros, y sin embargo entenderla perfectamente. En un microrrelato la más mínima distracción atenta contra la comprensión. Pero además, en una novela uno hace el esfuerzo de comenzar, capta el tono, descubre los códigos, se acomoda en el ritmo, en la trama, conoce a los personajes y después ya puede dejarla sobre la mesa de luz para entrar y salir cuando quiere sin problemas. En un microrrelato, cuando un termina de entender las leyes de ese mínimo universo, el texto se terminó y hay que hacer todo el esfuerzo de atención para entrar en otro. Por eso el mercado editorial prefiere la novela en primer lugar, después el cuento y después el microrrelato. (A la poesía ni la menciono porque no tiene ningún lugar en el mercado). Y sí, este es un género que exige mucho del lector.


Anna Verriopoulou: Cerrando esta entrevista, vamos a Grecia. Le gusta algún escritor/a griego/a?

Ana Maria Shua: Conozco mal a los escritores griegos actuales, que han sido poco traducidos al español. Me gustan mucho los poetas, pero conozco solo a los más famosos: Kavafis, Elytis. Por supuesto he leído a Kazantzakis, lo que quizás es un poco obvio. Y también a Samarakis. En este momento está muy de moda en Argentina el autor de novelas policiales Márkaris, tiene una importante cantidad de fans, pero yo casi no leo policiales…



		

	

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Ποιητές


15-Shua,AnaMaria-Poiites-Eikona-02


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Ποι­η­τές


01-NiΑΥΑΓΟΣ σὲ τοῦ­το τὸν ἀ­λαρ­γι­νὸ κό­σμο, ἀπ΄ ὅ­που πο­τὲ δὲν περ­νοῦν καὶ πο­τὲ δὲ θὰ πε­ρά­σουν τὰ δι­α­στη­μό­πλοι­ά μας, χα­μέ­νος πά­νω σ΄ αὐ­τὸν τὸν κόκ­κο σκό­νης, μα­κριὰ ἀ­πὸ κά­θε ἐμ­πο­ρι­κὴ ρό­τα τοῦ σύμ­παν­τος, εἶ­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ μοι­ρα­στῶ τὴ μύ­χια μο­να­ξιὰ τῶν κα­τοί­κων του, ποὺ εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νοι νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σουν μὲ ἄλ­λον τρό­πο πα­ρὰ μό­νο μὲ τὴν ἀ­δέ­ξια καὶ ἀ­δι­ά­γνω­στη γλώσ­σα τους. Ἐ­γὼ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ῶ γιὰ νὰ στέλ­νω κω­δι­κο­ποι­η­μέ­να μη­νύ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α μό­νο οἱ ἄλ­λοι ναυα­γοὶ μπο­ροῦν νὰ κα­τα­λά­βουν. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοὺς ὀ­νο­μά­ζουν ποι­η­τές.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Temporada de fantasmas, Paginas de Espuma, Madrid, 2004.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».