Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano): Μπουσόνι


Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano)


Μπου­σό­νι

(Buzoni)


ΑΝΕ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ποὺ εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, χω­ρὶς νὰ ξε­μυ­τί­σω στὸν κῆ­πο ἢ νὰ δῶ τὴ θά­λασ­σα. Ἴ­σα ποὺ τὴ νι­ώ­θω, τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτει ἡ σι­ω­πὴ καὶ φτά­νει ὣς ἐ­μέ­να τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῆς ἄμ­πω­της. Μέ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­χω δεῖ νὰ περ­νᾶ­νε με­ρι­κὰ θα­λασ­σο­πού­λια καὶ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ὅ­λο. Ἔ­ξω πρέ­πει νὰ με­γα­λώ­νουν τὰ φυ­τά, νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­νε τὰ σπουρ­γί­τια ὅ,τι βρί­σκου­νε στὴ γῆ. Τί νὰ κά­νει ὁ Μπου­σό­νι; Εἶ­ναι μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ κά­νω στὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νή­συ­χος. Θὰ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο κά­πως ἁ­πα­λὰ σ’ αὐ­τὸν τὸν λε­πτὸ κορ­μὸ εὐ­κά­λυ­πτου ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κο­λώ­να. Θὰ εἶ­ναι μὲ τὰ ἀ­δύ­να­μα πό­δια του, τοὺς κά­πως πε­σμέ­νους ὤ­μους του καὶ τὸ με­γά­λο του κε­φά­λι, τὸ ἄ­δει­ο του σκά­φαν­δρο, ποὺ μέ­σα του δὲν πε­τοῦν σκέ­ψεις, δὲν ὑ­πάρ­χουν ἰ­δέ­ες ποὺ ξε­ση­κώ­νουν, στό­χοι ποὺ ἀ­να­στα­τώ­νουν. Θὰ κοι­τά­ζει στα­θε­ρὰ ὅ,τι συμ­βαί­νει μπρο­στά του, πάν­τα ἕ­τοι­μος νὰ τρο­μά­ξει κά­ποι­ον, κά­ποι­ον ποὺ περ­νά­ει καὶ ποὺ ξαφ­νι­κὰ εἰ­σβάλ­λει στὴν ἀ­κί­νη­τη ὕ­παρ­ξή του καὶ παίρ­νει μιὰ τρο­μά­ρα, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι εἶ­ναι σὰν φάν­τα­σμα καὶ ὅ­ταν τὸν βλέ­πουν ξαφ­νι­κά, ἀ­να­πάν­τε­χα, οἱ γυ­ναῖ­κες πνί­γουν μιὰ κραυ­γὴ καὶ οἱ ἄν­τρες βά­ζουν τὸ χέ­ρι στὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ, ἂν καὶ ἡ κί­νη­ση μέ­νει πάν­τα στὴ μέ­ση, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Δὲν εἶ­ναι; Κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν εἶ­μαι καὶ τό­σο σί­γου­ρος.

        Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος του ἔ­δω­σα τὸ κα­τά­λυ­μα ποὺ ἔ­χει τώ­ρα, ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν συ­ναρ­μο­λό­γη­σα, τὸν ἔ­φτια­ξα, μα­ζεύ­ον­τας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ μέ­ρη τὰ δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται. Ἐ­γὼ τοῦ ἔ­δω­σα αὐ­τὴ τὴν κα­κο­μοι­ρι­α­σμέ­νη ζω­ὴ ποὺ ζεῖ, αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­σή του ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν ἔκ­πλη­ξη, τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὄ­ψη του. Ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν ὁ­δή­γη­σα, τὸν τα­κτο­ποί­η­σα ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι καὶ τοῦ εἶ­πα, κά­τσε ἐ­κεῖ Μπου­σό­νι, εἶ­σαι κα­λὰ ἐ­κεῖ, κα­νέ­να που­λὶ δὲν θὰ κου­τσου­λή­σει τὰ ροῦ­χα σου. Οὔ­τε κὰν θὰ σὲ πλη­σιά­σουν, ὅ­πως δὲν πλη­σιά­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς με­γά­λους κά­κτους ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά σου, Μπου­σό­νι, για­τί τὰ λι­μα­σμέ­να σπουρ­γί­τια, τὰ χε­λι­δό­νια μὲ τὶς σκοῦ­ρες ζα­κέ­τες καὶ τὰ γκρί­ζα ντι­ού­κας ξέ­ρουν νὰ ἐν­το­πί­ζουν τὸν κίν­δυ­νο. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­φη­σα κι ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε λί­γο ὡς πο­λὺ ἀ­κί­νη­τος, μὲ τὴ λα­στι­χέ­νια στο­λή του, ἀρ­κε­τὰ πα­χὺς γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὰ ὑ­πο­θα­λάσ­σια ρεύ­μα­τα. Καὶ τὰ γυ­α­λά­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν βλέ­πει τί­πο­τα, ὅ­μως ἐ­μεῖς βλέ­που­με τὸ κε­νὸ ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν δύ­ο μά­τια, ἕ­να μέ­τω­πο, ἴ­σως ἕ­να σκοῦ­ρο μου­στά­κι. Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὸν κά­νουν τό­σο μυ­στη­ρι­ώ­δη, καὶ λί­γο τρο­μα­κτι­κό. Εἶ­μαι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Μπου­σό­νι, εἶ­ναι σὰν τὸ χα­ρα­κτή­ρα ἑ­νὸς βι­βλί­ου ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἔ­χω γρά­ψει, καὶ ὄ­χι ἕ­να σκιά­χτρο ἢ ἕ­να ἀν­δρεί­κε­λο. Ὁ Μπου­σό­νι ἔ­χει ἕ­να σκο­πό, ὧ­ρες-ὧ­ρες μοιά­ζει ζων­τα­νός, νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ση­κώ­σει τὰ χέ­ρια καὶ θὰ βγά­λει τὸ σκά­φαν­δρο γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν τρύ­πα, τὸ κε­νό, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται τὸ κε­φά­λι του, καὶ ἔ­τσι νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν κα­τά­στα­σή του τοῦ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου, τοῦ ὄν­τος ποὺ γνώ­ρι­σε τὸν κε­ραυ­νὸ τῆς γκι­λο­τί­νας.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς μέ­ρες τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, πε­ρι­μέ­νω τὸ πρω­ΐ, τὴν πρω­ϊ­νὴ ὁ­μί­χλη τῆς ἀ­κτῆς, γιὰ νὰ βγῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸν κῆ­πο, στὸ γε­ρά­νι μὲ τὰ λου­λού­δια ὄ­χι τὰ με­νε­ξε­διά, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­σπρα, σὰν τὸ γά­λα, καί, πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἢ πὼς ξέ­χα­σα τά­χα ἀ­φη­ρη­μέ­νος, νὰ δῶ τὸν Μπου­σό­νι μὲ τὴ ρά­χη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ κον­τά του, ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τῆς πρά­ξης μου καὶ συ­νε­πῶς μὲ ἠ­ρε­μί­α, καὶ νὰ κοι­τά­ξω ἔ­τσι μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυα­λὶ τοῦ σκά­φαν­δρου. Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α νὰ τὸ κά­νω, ὅ­μως ὅ­πως πάν­τα, καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι ἀ­να­στα­τώ­νο­μαι, για­τὶ, ἴ­σως αὔ­ριο, ἴ­σως με­θαύ­ριο, ἢ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν τὸ κά­νω, θὰ δι­α­κρί­νω πί­σω ἀ­π’ τὰ γυ­α­λά­κια, στὸ βά­θος, δύ­ο μά­τια δι­εισ­δυ­τι­κά, ἴ­σως ἕ­να με­λα­χρι­νὸ μέ­τω­πο, κι ἕ­να μου­στά­κι σκοῦ­ρο καὶ πυ­κνό, καὶ τό­τε δὲν θὰ ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σω.



Πη­γή: Antropofagia, Editorial Huda, Σαν­τιά­γο, 1971.

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο Ντί­ας (Lu­is En­ri­que Dé­la­no Dí­az) (Σαν­τιά­γο, Χι­λή, 14/7/1907 – 20/3/1985). Γιὸς τοῦ στρα­τη­γοῦ Μα­νου­ὲλ Ἀ­γου­στὶν Ντέ­λα­νο Μπρά­βο καὶ τῆς Ἰ­σο­λί­να Δί­ας Πόρ­ρας, ξε­κί­νη­σε τὶς πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χι­λῆς. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα ἄρ­χι­σε στὰ δεκα­εν­νέα του χρό­νια, τὸ 1926, μὲ τὴν δη­μο­σί­ευ­ση τῆς πρώ­της ποι­η­τι­κῆς του συλ­λο­γῆς, ψα­ρὰς τῶν ­στε­ρι­ῶν (El pescador de estrellas), μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­λε­χάν­τρο Γκου­τι­έ­ρες. Τὸ 1928, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σαλ­βα­δὸρ Ρέ­γες Φι­γε­ρό­α καὶ ἄλ­λους, ἵ­δρυ­σαν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Letras, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τεῖ­χε μέ­χρι τὸ 1930, ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ Ἰ­μα­ζι­σμοῦ. Τὸ 1929, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Mercurio, ποὺ ἀ­νῆ­κε στὸν συγ­γε­νῆ του Ἀ­γου­στὶν Ἔν­τουα­ρντς. Τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἱ­σπα­νί­α τὸ 1934 γιὰ νὰ σπου­δά­σει Φι­λο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της, ὅ­που καὶ ἔ­ζη­σε τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Ὀ­νο­μά­στη­κε Πρό­ξε­νος τῆς Χι­λῆς στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1940, ἀ­ξί­ω­μα ποὺ δι­α­τή­ρη­σε μέ­χρι τὸ 1946 ὅ­ταν ἔ­γι­νε Πρό­ξε­νος στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που ἔ­μει­νε μέ­χρι τὸ 1949. Ἔ­γι­νε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Vistazo τὸ 1952. Τὸ 1956 ἡ νου­βέ­λα του Puerto de fuego τοῦ χά­ρι­σε τὸ Δη­μο­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Σαν­τιά­γο. Ἔ­λα­βε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, γιὰ τὴν εἰ­δι­κό­τη­τα τοῦ συν­τά­κτη, τὸ 1970. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἔ­γι­νε πρέ­σβης τῆς Χι­λῆς στὴν Σου­η­δί­α. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς θη­τεί­ας του ἐ­κεῖ, ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ στὸν φί­λο του Πάμ­πλο Νε­ρού­δα. Ὑ­πῆρ­ξε δι­α­κε­κρι­μέ­νο μέ­λος τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος τῆς Χι­λῆς καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Πάμ­πλο Νε­ρού­δα γιὰ τὴν με­τα­φο­ρὰ πο­λε­μι­κῶν προ­σφύ­γων τοῦ ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐμ­φυ­λί­ου στὸ ἀ­τμό­πλοι­ο Win­ni­peg. Ἐ­ξο­ρί­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸ 1974 ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Με­ξι­κό. Στὴ Χι­λὴ ἐ­πέ­στρε­ψε μό­λις τὸ 1984. Σύ­ζυ­γός του ἦ­ταν ἡ φω­το­γρά­φος Ντο­λό­ρες Φαλ­κόν, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν γιό, τὸν συγ­γρα­φέ­α Πό­λι Ντέ­λα­νο. Ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1985 στὸ Σαν­τιά­γο, λί­γους μῆ­νες ἀ­φοῦ εἶ­χε λά­βει τὴν ἄ­δεια νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Χι­λή.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἀ­θα­να­σιά­δου Μα­ρί­α Δι­κη­γό­ρος, ἰ­σπα­νί­στρια καὶ με­τα­φρά­στρια.


			

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna): Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους



Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna)


Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους

(El sentenciado a diez muertes)


ΚΕΙΝΟΣ ὁ πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴν γῆ, ἐ­πέ­στρε­ψε μιὰ μέ­ρα στὴν πό­λη του. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α τὸν ρώ­τη­σε πὼς τὸν ἔ­λε­γαν, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος μὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἄ­ξι­ζαν τὴν προ­σο­χή του, αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Ἔ­τσι τὸν ἔ­βα­λαν στὴν φυ­λα­κή, τὸν τύ­λι­ξαν σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ καὶ ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ὅ­λες οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες, τὸν κα­τα­δί­κα­σαν δέ­κα φο­ρὲς σὲ θά­να­το γιὰ δέ­κα ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα ἐγ­κλή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­χαν βρεῖ τὸν δρά­στη καὶ τὸν σκό­τω­σαν μό­νο μιὰ φο­ρά, δι­ό­τι δὲν γι­νό­ταν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό. Αὐ­τός, ὁ κα­κό­μοι­ρος ἄν­τρας ποὺ δὲν εἶ­χε δι­α­πρά­ξει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δι­δαν, μέ­χρι ποὺ με­τα­νό­η­σε στὸ τέ­λος.

       Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀ­να­κου­φί­στη­κε δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν δύ­στυ­χο κα­λὸ ἄν­τρα «ποὺ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του» ἀλ­λὰ εἶ­χε φέ­ρει εἰς πέ­ρας τὴν δι­α­λεύ­καν­ση ἐ­κεί­νων τῶν ἐγ­κλη­μά­των ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα, ἔχοντας ἐ­πί­σης δι­και­ώ­σει τὸ ἀ­ξί­ω­μά της «Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θρι­αμ­βεύ­ει».



Πη­γή: Antologia del microrrelato espanol (1906-2011), el cuatro genero narativo, Catedra Letras Hispanicas, 2013.

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna) γεν­νή­θη­κε τὸ 1888 στὴ Μα­δρί­τη καὶ πέ­θα­νε τὸ 1963 στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες. Συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 100 βι­βλί­α: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια, βι­ο­γρα­φί­ες καὶ θε­α­τρι­κά. Πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ξε­χώ­ρι­σε καὶ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς γκρεγ­κε­ρί­ας (λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­κῆς του ἐ­πι­νό­η­σης ποὺ συν­δυά­ζει τὴν με­τα­φο­ρὰ μὲ τὸ χι­οῦ­μορ) καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου τρό­που ζω­ῆς του, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μὲ μιὰ κέ­ρι­νη κού­κλα ποὺ ἀ­γό­ρα­σε καὶ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz): Χίλιες και δύο νύχτες


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz)


Χί­λι­ες καὶ δύ­ο νύ­χτες

(Mil y dos noches)


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ στὸ τέ­λος της ἡ χι­λι­ο­στὴ καὶ μιὰ νύ­χτα, ἡ Σε­χρα­ζάντ, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὶς τό­σες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σει ἕ­να τέ­λος σὲ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­φή­γη­σης ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς ἄν­τρα ποὺ κά­θε βρά­δυ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος χω­ρὶς νὰ τῆς δί­νει ἄ­φε­ση.

Νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ πα­λά­τι. Ἀ­φοῦ τρι­γυρ­νοῦ­σε γιὰ ὧ­ρες ἔ­φιπ­πη, φτά­νον­τας στὰ βου­νὰ βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο στὴν κα­λύ­βα ἑ­νὸς βο­σκοῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­σφα­λὴς πιά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε πιὸ πο­λύ. Τὰ πρω­ι­νὰ θὰ ἔ­γρα­φε τὴν πρώ­τη της νου­βέ­λα καὶ τὰ βρά­δια, θὰ ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα της τὴν ρυθ­μι­κὴ κί­νη­ση ἑ­νὸς ἄν­τρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες νύ­χτες πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἀ­πο­χῆς.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez: Anto­lo­gía del mi­cror­re­la­to espa­ñol (1906-2011), el cu­arto gé­nero nar­rativo, Cá­tedra Le­tras His­pánicas

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz) γεν­νή­θη­κε τὸ 1957 στὴν πό­λη Κάν­τιθ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος Φι­λο­σο­φί­ας καὶ δι­δά­κτωρ Φι­λο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σε­βίλ­λης. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ γυ­μνά­σιο καὶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι συν­το­νι­στὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ κέν­τρου τῆς Τε­του­ὰν καὶ μέ­λος τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ἐ­πι­τε­λεί­ου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σε­βίλ­λης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α: La luna azul. Cuentos desde Tetúan (2005), Letras minúsculas y coda (2009), Cronicas de reojo (2011) κ.ἄ. καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἐ­πί­σης γρά­φει μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἐντμοῦνδο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Μπάρνες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Μπάρ­νες

(Barnes)


ΤΟ ΚΕΛΙ ποὺ πα­ρέ­με­νε ὑ­πὸ κρά­τη­ση, ὁ Μπάρ­νες σκέ­φτη­κε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν μιὰ πα­ρε­ξή­γη­ση. Γιὰ αὐ­τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ γαν­τζω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια μὲ ἔ­παρ­ση. Ὅ­μως λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ ἕ­να σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο καὶ τὸν ση­μά­δε­ψαν στὰ μά­τια μὲ ἕ­ναν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὸ ἀ­να­κλα­στή­ρα καὶ ξε­κί­νη­σε ἡ ἀ­νά­κρι­ση, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πήγ­γει­λαν κα­τη­γο­ρί­ες γιὰ τὴν δο­λο­φο­νί­α τοῦ προ­έ­δρου, ἀ­να­λο­γί­στη­κε τὴν με­τρι­ό­τη­τά του, τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀ­ση­μαν­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς του καὶ τό­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­νι­ω­σε τὸ βά­ρος τῆς ὕ­παρ­ξης, πε­ρή­φα­νο καὶ μη­δα­μι­νὸ καὶ τό­τε ἀ­πο­κρί­θη­κε πὼς ναί, ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε δο­λο­φο­νή­σει τὸν πρό­ε­δρο.Ἔ­πει­τα τὸν κα­τη­γό­ρη­σαν γιὰ τὴν βομ­βι­στι­κὴ ἐ­πί­θε­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸν θά­να­το 287 στρα­τι­ω­τῶν στὴν Τα­ρα­πα­κὰ καὶ ἡ μο­να­δι­κή του ἀν­τί­δρα­ση ἦ­ταν νὰ γε­λά­σει ὑ­πο­τι­μη­τι­κὰ καὶ νὰ δε­χτεῖ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες. Στὴν συ­νέ­χεια, ὁ­μο­λό­γη­σε δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ὑ­παί­τιος γιὰ τὸ σαμ­πο­τὰζ τοῦ ἀ­ε­ρα­γω­γοῦ ποὺ προ­κά­λε­σε τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Βο­λι­βί­ας, γιὰ τὴν πυρ­κα­γιὰ ποὺ ἀ­φά­νι­σε τὸ 92% τῶν δα­σι­κῶν ἐ­κτά­σε­ων τῆς Κο­τσαμ­πάμ­πα, γιὰ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τεσ­σά­ρων ἀ­ε­ρο­πλά­νων τῆς LAB* ἐν πτή­σει καὶ τέ­λος γιὰ τὸν βια­σμὸ τῆς κό­ρης τοῦ Νο­τι­α­με­ρι­κα­νοῦ πρέ­σβη στὴν Λὰ Πάθ. Τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σαν ὅ­τι θὰ τὸν ἐ­κτε­λοῦ­σαν τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ καὶ ἐ­κεῖ­νος συμ­φώ­νη­σε ὅ­τι ἕ­νας ἄν­θρω­πος σὰν κι αὐ­τὸν δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ ζεῖ.

* Ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α τῆς Βο­λι­βί­ας.


Πη­γή: Desecuentros, Santillana USA Publishing Company, 2004.

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán) γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Premio Juan Rulfo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Premio Nacional de Novela) (Bolivia) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggenheim Fellowship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­mes, El Pais, Time καὶ E­ti­que­ta Ne­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina): Πρω­τά­ρη­δες



Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina)


Πρω­τά­ρη­δες

[Primerizos]


Ο ΜΩΡΟ ΚΛΑΙΕΙ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­μά, κα­θό­τι πρω­τά­ρα, δὲν ξέ­ρει ἂν ὀ­φεί­λε­ται σὲ κο­λι­κούς, νύ­στα, πεί­να, κά­ποι­ον πό­νο… Εἶ­ναι μα­ζὶ ἐ­λά­χι­στο και­ρὸ τώ­ρα καὶ ἀ­κό­μη δὲν κα­λο­γνω­ρί­ζον­ται. Τὸ θη­λά­ζει, κά­νει μα­σὰζ στὴν κοι­λί­τσα του, τὸ να­νου­ρί­ζει, προ­σπα­θεῖ νὰ τὸ κά­νει νὰ ρευ­τεῖ, τοῦ τρα­γου­δά­ει… Τί­πο­τα! Εἶ­ναι μέ­ρες ἄυ­πνη, ἀλ­λὰ δὲ θέ­λει νὰ ζη­τή­σει βο­ή­θεια γιὰ νὰ μὴν τὴ θε­ω­ρή­σουν ἀ­νί­κα­νη. Μπαί­νει στὴν μπα­νι­έ­ρα καὶ κα­θὼς στη­ρί­ζει τὸ μω­ρὸ στὸ στῆ­θος της, τὸ παίρ­νει ἀ­μέ­σως ὁ ὕ­πνος. Μὲ τὸ ζε­στὸ νε­ρὸ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται καὶ ἡ ἴ­δια. Ὁ ἀ­φη­γη­τής, μὴν ἀν­τέ­χον­τας τὶς θλι­βε­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­φή­νει τὴν κα­τά­λη­ξη στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.



Πη­γή: Diluvio personal (La Kermesse Heroica, 2020).

Μιγ­κὲλ Ἄνχελ Μο­λί­να (Miguel Ángel Molina) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Χη­μεί­ας. Πρό­σφα­τα δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο ποὺ φέ­ρει τὸν τί­τλο Diluvio personal. Ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν τὸν ἑ­ξῆς κοι­νὸ πα­ρο­νο­μα­στή: ὅ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν­ται ἀ­πὸ 99 λέ­ξεις.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Λο­ρέ­τα Σπά­χο. Γεν­νη­μέ­νη στὴν Ἀλ­βα­νί­α τὸ 1983, με­τα­νά­στευ­σε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1994. Ἀ­πό­φοι­τη Δι­οί­κη­σης Του­ρι­στι­κῶν Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων, μὲ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γὴ ἀ­πὸ το Tor Vergata της Ρώ­μης, καὶ δεύ­τε­ρο Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸν «Του­ρι­σμὸ καὶ Το­πι­κὴ Ἀ­νά­πτυ­ξη» ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Φοι­τή­τρια στὸ τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς γλώσ­σας & Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ. Ἐκ­παι­δεύ­τρια Ἐ­νη­λί­κων σὲ ΔΙΕΚ στὸν το­μέ­α τοῦ Του­ρι­σμοῦ.



		

	

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga): Ὁ γιός



­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Quiroga)


Ὁ γιός

(El hijo)


ΤΑΝ μί­α δυ­να­τὴ μέ­ρα κα­λο­και­ριοῦ στὸ Μι­σι­ό­νες, μὲ ὅ­λο τὸν ἥ­λιο, τὴ ζέ­στη καὶ τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει αὐ­τὴ ἡ ἐ­πο­χή. Ἡ φύ­ση ἐν­τε­λῶς ἀ­νοι­χτή, αἰ­σθά­νε­ται ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της.

       Ὅ­πως ὁ ἥ­λιος, ἡ ζέ­στη καὶ ἡ ἠ­ρε­μί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὁ πα­τέ­ρας ἀ­νοί­γει ἐ­πί­σης τὴν καρ­διά του στὴ φύ­ση.

       Πρό­σε­χε μι­κρέ – λέ­ει στὸ γιό του, συ­νο­ψί­ζον­τας σὲ αὐ­τὴ τὴ φρά­ση ὅ­λες τὶς ἐ­πι­ση­μάν­σεις του γιὰ τὸ τί μπο­ρεῖ νὰ πά­ει στρα­βὰ καὶ ποὺ γιὸς του κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πό­λυ­τα.

       — Ναί, μπαμ­πὰ – ἀ­παν­τά­ει τὸ πλα­σμα­τά­κι ἐ­νῶ πιά­νει τὸ του­φέ­κι καὶ φορ­τώ­νει μὲ φυ­σίγ­για τὶς τσέ­πες τοῦ που­κα­μί­σου του, τὶς ὁ­ποῖ­ες κλεί­νει μὲ προ­σο­χή.

       — Νὰ γυ­ρί­σεις τὴν ὥ­ρα τοῦ με­ση­με­ρια­νοῦ φα­γη­τοῦ – το­νί­ζει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ναί, μπαμ­πά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ὁ μι­κρός.

       Ἰ­σορ­ρο­πεῖ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι του, χα­μο­γε­λά­ει στὸν πα­τέ­ρα του, τὸν φι­λά­ει στὸ κε­φά­λι καὶ φεύ­γει.

       Ὁ πα­τέ­ρας τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ γιὰ λί­γο μὲ τὰ μά­τια του καὶ γυ­ρί­ζει στὴ δου­λειὰ τῆς ἡ­μέ­ρας, εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μὲ τὴν χα­ρὰ τοῦ γιοῦ του.

       Ξέ­ρει ὅ­τι ὁ γιός του εἶ­ναι ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἡ­λι­κία τό­σο στὴν ἐ­ξοι­κεί­ω­ση μὲ τὸν κίν­δυ­νο ὅ­σο καὶ στὴν προ­φύ­λα­ξη ἀ­πὸ αὐ­τόν, μπο­ρεῖ νὰ χει­ρι­στεῖ τὸ ὅ­πλο του καὶ νὰ κυ­νη­γή­σει τὸ ὁ,τι­δή­πο­τε. Πα­ρό­τι εἶ­ναι πο­λὺ ψη­λὸς γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α του, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μό­νο δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν. Καὶ μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρος ἂν κρί­νει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὴν ἁ­γνό­τη­τα τῶν γα­λά­ζι­ων μα­τι­ῶν του, φρέ­σκα ἀ­κό­μα ἀ­πὸ παι­δι­κὴ ἔκ­πλη­ξη.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ση­κώ­σει ὁ πα­τέ­ρας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ δου­λειά του γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει μὲ τὸ μυα­λὸ του τὴν πο­ρεί­α ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ γιὸς του.

       Ἔ­χει δι­α­σχί­σει τὴν κόκ­κι­νη κο­ρυ­φὴ καὶ προ­χω­ρά­ει εὐ­θεί­α στὸ βου­νὸ περ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά.

       Γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σει κα­νεὶς στὸ βου­νὸ —νὰ κυ­νη­γή­σει θη­ρά­μα­τα— χρει­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρη ὑ­πο­μο­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ὁ μι­κρός του. Ἀ­φοῦ δι­α­σχί­σει αὐ­τὴ τὴ νη­σί­δα στὸ βου­νό, ὁ γιός του θὰ πε­ρά­σει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ θὰ κα­τέ­βει μέ­χρι τὴν πε­διά­δα, ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­στέ­ρια, που­λιὰ του­κὰν ἢ τὸ τά­δε ζευ­γά­ρι ἐ­ρω­δι­ῶν ὅ­πως αὐ­τὸ τοῦ φί­λου του, τοῦ Χου­άν, ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες.

       Μό­νο τώ­ρα, ὁ πα­τέ­ρας σκά­ει ἕ­να χα­μό­γε­λο στὴν ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κυ­νη­γε­τι­κοῦ πά­θους τῶν δύ­ο μι­κρῶν φί­λων.

       Κά­ποι­ες μό­νο φο­ρὲς κυ­νη­γοῦν κα­νέ­να γι­α­κού­το­ρο(1), κα­νέ­να σου­ρου­κουὰ(2) —ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρες αὐ­τὸ— καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν θρι­αμ­βευ­τές, ὁ Χου­ὰν στὸ ράν­τσο, μὲ τὸ ὅ­πλο τῶν ἐν­νέ­α χι­λι­ο­στῶν ποὺ ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει, καὶ ὁ γιὸς του στὸ ὀ­ρο­πέ­διο, μὲ τὸ με­γά­λο του­φέ­κι Σαὶντ-Ἐ­τι­έν, μὲ δι­α­μέ­τρη­μα 16, τε­τρα­πλὸ κλεί­σι­μο καὶ λευ­κὸ μπα­ρού­τι.

       Καὶ ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι. Στὰ δε­κα­τρί­α θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει ἕ­να του­φέ­κι. Ὁ γιός του, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α, τὸ ἔ­χει ἤ­δη καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γε­λά­ει.

       Ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο αὐ­τό, γιὰ ἕ­να πα­τέ­ρα χῆ­ρο, χω­ρὶς ἄλ­λη πί­στη οὔ­τε ἐλ­πί­δα ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ τοῦ γιοῦ του, ἕ­να γιὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νο ὅ­πως τὸν ἔ­χει ἐκ­παι­δεύ­σει αὐ­τός, ἐ­λεύ­θε­ρο μέ­σα στὸ μι­κρῆς ἐμ­βέ­λειας πε­δί­ο δρά­σης του, σί­γου­ρο γιὰ τὰ μι­κρά του πό­δια καὶ χέ­ρια ἀ­πὸ τὴν ἡ­λι­κί­α τῶν τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν, μὲ συ­νεί­δη­ση τῶν ἄ­πει­ρων κιν­δύ­νων καὶ τῆς ἔλ­λει­ψης τῶν δι­κῶν τοῦ δυ­νά­με­ων.

       Αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ἔ­πρε­πε νὰ πα­λέ­ψει δυ­να­τὰ ἐ­νάν­τια σὲ αὐ­τὸ ποὺ ὁ ἴ­διος ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὡς ἐ­γω­ι­σμό. Εἶ­ναι πο­λὺ εὔ­κο­λο ἕ­να μι­κρὸ πλά­σμα νὰ κά­νει λά­θος ὑ­πο­λο­γι­σμό, βά­ζει ἕ­να πό­δι στὸ κε­νὸ καὶ κά­πως ἔ­τσι χά­νε­ται ἕ­νας γιός!

       Ὁ κίν­δυ­νος ὑ­πάρ­χει πάν­τα γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σὲ κά­θε ἡ­λι­κί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ ἀ­πει­λὴ μει­ώ­νε­ται ἐ­ὰν ἀ­πὸ μι­κρὸς συ­νη­θί­σει νὰ στη­ρί­ζε­ται μό­νο στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις.

       Μὲ αὐ­τὸ τὸ σκε­πτι­κὸ ἐκ­παί­δευ­σε τὸν γιό του. Καὶ γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρει ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ ὄ­χι μό­νο στὴν καρ­διά του ἀλ­λὰ καὶ στὰ βά­σα­να τοῦ μυα­λοῦ του. Για­τί αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας, μὲ στο­μά­χι καὶ ὅ­ρα­ση ἀ­δύ­να­μα, ὑ­πο­φέ­ρει ἐ­δῶ καὶ λί­γο και­ρὸ ἀ­πὸ πα­ραι­σθή­σεις.

       Ἔ­βλε­πε, συμ­πυ­κνω­μέ­νες σὲ πο­λὺ ἐ­πώ­δυ­νες ψευ­δαι­σθή­σεις, ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς εὐ­τυ­χί­ας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ κε­νὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν εἶ­χε πε­ρι­ο­ρί­σει. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ γιοῦ του δὲν ξέ­φευ­γε ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο. Τὸν εἶ­δε μί­α φο­ρὰ νὰ πέ­φτει, κα­λυμ­μέ­νο μὲ αἷ­μα ἐ­νῶ τρό­χι­ζε μί­α σφαί­ρα αὐ­τό­μα­του ὅ­πλου. Τὸ εἶ­δε αὐ­τὸ ἐ­νῶ ὁ γιὸς του ἁ­πλὰ λί­μα­ρε τὴν ἀγ­κρά­φα τῆς κυ­νη­γε­τι­κῆς του ζώ­νης.

       Ἀ­παί­σια κα­τά­στα­ση…. Ἀλ­λὰ σή­με­ρα, τὴ ζε­στὴ καὶ κα­λο­και­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα, τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε φαί­νε­ται κλη­ρο­νο­μή­σει καὶ ὁ γιός του, ὁ πα­τέ­ρας νι­ώ­θει εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἤ­ρε­μος καὶ σί­γου­ρος γιὰ τὸ μέλ­λον.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ὄ­χι πο­λὺ μα­κριά, ἀ­κού­γε­ται ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός.

       — Τὸ Σαὶντ-Ἐ­τι­έν… σκέ­φτε­ται ὁ πα­τέ­ρας ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας τὸν ἦ­χο. Δύ­ο πε­ρι­στέ­ρια λι­γό­τε­ρα στὸ βου­νό.

       Χω­ρὶς νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρη ση­μα­σί­α στὸ ἀ­σή­μαν­το αὐ­τὸ συμ­βάν, ὁ ἄν­δρας ἀ­πορ­ρο­φᾶ­ται ἐκ νέ­ου στὴ δου­λειά του.

       Ὁ ἥ­λιος, ἤ­δη πο­λὺ ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, συ­νε­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει. Ὅ­που καὶ νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς —πέ­τρες, γῆ, δέν­τρα— ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­ραι­ω­μέ­νος ὅ­πως σὲ ἕ­να φοῦρ­νο, δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη. Ἕ­νας βα­θὺς βόμ­βος ποὺ γε­μί­ζει ὁ­λό­κλη­ρο τὸ εἶ­ναι καὶ ἐμ­πο­τί­ζει τὸ πε­ρι­βάλ­λον μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, συγ­κεν­τρώ­νει ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ὅ­λη τὴν τρο­πι­κὴ ζω­ή.

       Ὁ πα­τέ­ρας ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ ρο­λό­ι τοῦ χε­ριοῦ του: δώ­δε­κα. Καὶ ση­κώ­νει τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ βου­νό.

       Ὁ γιός του θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυρ­νά­ει. Μέ­σα στὴν ἀ­μοι­βαί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ μοι­ρά­ζον­ται —ὁ πα­τέ­ρας μὲ τοὺς ἀ­ση­μέ­νιους κρο­τά­φους καὶ τὸ παι­δὶ τῶν δε­κα­τρι­ῶν ἐ­τῶν— δὲν ἐ­ξα­πα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον πο­τέ. Ὅ­ταν ὁ γιὸς τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε – «ναί, μπαμ­πά», θὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Εἶ­πε ὅ­τι θὰ γυρ­νοῦ­σε στὶς δώ­δε­κα καὶ ὁ πα­τέ­ρας χα­μο­γέ­λα­σε βλέ­πον­τάς τον νὰ φεύ­γει.

       Κι ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει.

       Ὁ ἄν­δρας γυρ­νᾶ στὴ δου­λειά του, προ­σπα­θών­τας νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὴν προ­σο­χή του σὲ αὐ­τὸ ποὺ κά­νει. Εἶ­ναι τό­σο εὔ­κο­λο, τό­σο εὔ­κο­λο νὰ χά­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στὸ βου­νὸ καὶ νὰ κα­θί­σεις γιὰ λί­γο στὸ ἔ­δα­φος ἀ­κί­νη­τος γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς…

       Ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε… ἦ­ταν δώ­δε­κα καὶ μι­σή. Ὁ πα­τέ­ρας βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ ἐρ­γα­στή­ριό του, στη­ρί­ζει τὸ χέ­ρι του στὸν πάγ­κο καὶ μη­χα­νι­κὰ ξε­πη­δά­ει ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ μυα­λοῦ του ὁ πυ­ρο­βο­λι­σμὸς καὶ ξαφ­νι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὶς τρεῖς ποὺ τὸν ἀ­να­κά­λε­σε, σκέ­φτη­κε ὅ­τι με­τὰ τὸν ἦ­χο τοῦ Σαὶντ-Ἐ­τι­ὲν δὲν ἄ­κου­σε τί­πο­τα ἄλ­λο. Δὲν ἄ­κου­σε τὸ κύ­λι­σμα τῶν πε­τρῶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ γνώ­ρι­μο περ­πά­τη­μα. Ὁ γιός του δὲν εἶ­χε γυ­ρί­σει καὶ ἡ φύ­ση ἔ­με­νε ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη στὴν ἄ­κρη τὴ δά­σους πε­ρι­μέ­νον­τάς τον.

       Ὤ, δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸς ἕ­νας με­τρη­μέ­νος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μιὰ τυ­φλὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὴν ἐκ­παί­δευ­ση τοῦ γιοῦ του γιὰ νὰ δι­ώ­ξει τὸ φάν­τα­σμα τοῦ πε­πρω­μέ­νου ποὺ ἕ­νας πα­τέ­ρας μὲ ἀ­σθε­νῆ ὅ­ρα­ση βλέ­πει νὰ φτά­νει ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μὴ τοῦ βου­νοῦ. Πε­ρι­σπα­σμός, ἀ­μέ­λεια, τυ­χαῖ­ο γε­γο­νός, κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­σή­μαν­τες αὐ­τὲς αἰ­τί­ες ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­θυ­στε­ρή­σουν τὴν ἄ­φι­ξη τοῦ γιοῦ του δὲν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴν καρ­διά.

       Ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, ἕ­νας μό­νο πυ­ρο­βο­λι­σμὸς ἀ­κού­στη­κε, καὶ μά­λι­στα πρὶν ὥ­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τόν, ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἄ­κου­σε κα­νέ­ναν θό­ρυ­βο, δὲν εἶ­δε κα­νέ­να που­λί, δὲν ἦρ­θε οὔ­τε ἕ­νας ἄν­θρω­πος νὰ τοῦ ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι συ­νέ­βη κά­ποι­ο ἀ­τύ­χη­μα σὲ κά­ποι­ον ποὺ δι­έ­σχι­σε τὴν πε­ρί­φρα­ξη…

       Μὲ τὸ κε­φά­λι στὸν ἀ­έ­ρα καὶ χω­ρὶς μα­χαί­ρι ὁ πα­τέ­ρας φεύ­γει. Δι­α­σχί­ζει τὸ ξέ­φω­το, μπαί­νει στὸ βου­νό, περ­νά­ει τὸ ὅ­ριο τῆς πε­ρί­φρα­ξης χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἴ­χνος τοῦ γιοῦ του.

       Ὡ­στό­σο ἡ φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Καὶ ὅ­ταν πιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­χει δι­α­σχί­σει κά­θε γνω­στὸ κυ­νη­γε­τι­κὸ μο­νο­πά­τι καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­ξε­ρευ­νή­σει μά­ται­α τὸν βάλ­το, ἀ­πο­κτᾶ πλέ­ον τὴν σι­γου­ριὰ ὅ­τι κά­θε βῆ­μα ποὺ κά­νει πρὸς τὰ ἐμ­πρὸς τὸν φέρ­νει, μοι­ραῖ­α καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτα, πιὸ κον­τὰ στὸ πτῶ­μα τοῦ γιοῦ του.

       Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νεὶς νὰ κα­τη­γο­ρή­σει, δυ­στυ­χῶς. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἡ ψυ­χρὴ τρο­με­ρὴ καὶ τε­τε­λε­σμέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ὁ γιός του πέ­θα­νε δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­να….

       Ἀλ­λὰ ποῦ, σὲ ποι­ό μέ­ρος;! Ἔ­χει τό­σα συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα ἐ­κεῖ καὶ εἶ­ναι τό­σο, μὰ τό­σο βρώ­μι­κο τὸ βου­νό! Ὤ, τό­σο βρώ­μι­κο! Δὲν θέ­λει πο­λὺ νὰ μὴν προ­σέ­ξεις, ὅ­ταν δι­α­σχί­ζεις τὰ σύρ­μα­τα μὲ τὸ του­φέ­κι στὸ χέ­ρι…

       Ὁ πα­τέ­ρας πνί­γει μιὰ κραυ­γή. Εἶ­δε κά­τι νὰ ση­κώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα… Ὤ, δὲν εἶ­ναι ὁ γιός του, δὲν εἶ­ναι! Καὶ γυρ­νά­ει ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη…

       Τί­πο­τα δὲν θὰ κέρ­δι­ζε μὲ τὸ νὰ δεῖ τὸ χρῶ­μα τῆς ἐ­πι­δερ­μί­δας του καὶ τὴν ἀ­γω­νί­α τῶν μα­τι­ῶν του. Αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε φω­νά­ξει τὸ γιό του. Ἀ­κό­μα κι ἂν ἡ καρ­διά του τὸν φω­νά­ζει μὲ κραυ­γές, τὸ στό­μα του πα­ρα­μέ­νει σι­ω­πη­λό. Ξέ­ρει κα­λὰ ὅ­τι τὸ νὰ φω­νά­ξει τὸ ὄ­νο­μά του, ὅ­τι τὸ νὰ τὸν φω­νά­ξει με­γα­λό­φω­να, θὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χὴ τοῦ θα­νά­του του.

       — Μι­κρέ! – τοῦ ξε­φεύ­γει ξαφ­νι­κά. Καὶ ἐ­ὰν ἡ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μὲ τέ­τοι­ο χα­ρα­κτή­ρα εἶ­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ κλά­ψει, κλεί­νου­με μὲ εὐ­σπλα­χνί­α τὰ αὐ­τιὰ μπρο­στὰ στὴν ἀ­γω­νί­α ποὺ ἐκ­φρά­στη­κε μὲ αὐ­τὴ τὴν φω­νή.

       Κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς κόκ­κι­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, γε­ρα­σμέ­νος κα­τὰ δέ­κα χρό­νια, ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρᾶ ψά­χνον­τας τὸν γιό του ποὺ μό­λις ἔ­χει πε­θά­νει.

       — Παι­δά­κι μου! Μι­κρού­λη μου! Τὸν φω­νά­ζει μὲ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ποὺ βγαί­νουν ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν σπλά­χνων του.

       Ἤ­δη ἀ­πὸ πρίν, σὲ πλή­ρη εὐ­δαι­μο­νί­α καὶ γα­λή­νη, αὐ­τὸς ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴν πα­ραί­σθη­ση τοῦ γιοῦ τοῦ πε­σμέ­νου κά­τω, μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­νοι­χτὸ ἀ­πὸ μιὰ σφαί­ρα χρώ­μα­τος νι­κε­λί­ου. Τώ­ρα, σὲ κά­θε σκι­ε­ρὴ γω­νιὰ τοῦ δά­σους βλέ­πει κα­λώ­δια μὲ σπί­θες καὶ στὴ βά­ση ἑ­νὸς στύ­λου μὲ τὸ του­φέ­κι ἀ­φο­πλι­σμέ­νο πε­σμέ­νο στὸ πλά­ι, βλέ­πει…

       — Μι­κρέ μου! Γι­έ μου!

       Ἀ­κό­μα καὶ οἱ δυ­νά­μεις ποὺ κά­νουν ἕ­ναν πα­τέ­ρα νὰ ἔ­χει πα­ραι­σθή­σεις τοῦ χει­ρό­τε­ρου ἐ­φιά­λτη, ἔ­χουν τὰ ὅ­ριά τους. Καὶ ὁ δι­κός μας αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι οἱ αἰ­σθή­σεις του τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­πουν, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ βλέ­πει νὰ ξε­προ­βά­λει ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­πλευ­ρο μο­νο­πά­τι ὁ γιὸς του.

       Ἕ­να παι­δὶ δε­κα­τρι­ῶν χρο­νῶν ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ ἀ­πὸ πε­νήν­τα μέ­τρα μα­κριὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ποὺ ἦρ­θε χω­ρὶς μα­χαί­ρι μέ­σα στὸ δά­σος γιὰ νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει τὸ βῆ­μα του μὲ τὰ μά­τια γε­μά­τα δά­κρυ­α.

       — Μι­κρέ… μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἄν­δρας. Καί, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ἀ­φή­νε­ται νὰ πέ­σει στὴν λαμ­πε­ρὴ ἄμ­μο, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὰ πό­δια τοῦ γιοῦ του.

Τὸ πλα­σμα­τά­κι, ἔ­τσι δε­μέ­νο, στέ­κε­ται ὄρ­θιο. Καὶ κα­θὼς κα­τα­λα­βαί­νει τὸν πό­νο τοῦ πα­τέ­ρα του, τὸν χα­ϊ­δεύ­ει ἀρ­γὰ στὸ κε­φά­λι.

       — Κα­η­μέ­νε μπαμ­πά…

       Τε­λι­κά, ὁ χρό­νος πέ­ρα­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἤ­δη τρεῖς…

       Μα­ζὶ τώ­ρα πιά, πα­τέ­ρας καὶ γιὸς παίρ­νουν τὸ δρό­μο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ.

       — Πῶς καὶ δὲν πα­ρα­τή­ρη­σες τὸν ἥ­λιο γιὰ νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις τὴν ὥ­ρα; Μουρ­μου­ρί­ζει ἀ­κό­μα ὁ πρῶ­τος.

       — Τὸν πα­ρα­τή­ρη­σα μπαμ­πά… ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξε­κί­νη­σα γιὰ νὰ γυ­ρί­σω εἶ­δα τοὺς ἐ­ρω­διοὺς τοῦ Χου­ὰν καὶ τοὺς ἀ­κο­λού­θη­σα.

       — Τί μὲ ἔ­κα­νες νὰ πε­ρά­σω μι­κρέ!

       — Μπαμ­πά­κα…μουρ­μού­ρι­σε καὶ ὁ μι­κρός.

       Με­τὰ ἀ­πὸ μί­α μα­κρὰ σι­ω­πή:

       — Καὶ τοὺς ἐ­ρω­διούς; Τοὺς σκό­τω­σες; Ρω­τά­ει ὁ πα­τέ­ρας.

       — Ὄ­χι.

       Ἀ­σή­μαν­τη λε­πτο­μέ­ρεια με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λο αὐ­τό. Κά­τω ἀ­πὸ τὸν πυ­ρα­κτω­μέ­νο οὐ­ρα­νὸ καὶ ἀ­έ­ρα, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ σπαρ­τά, ὁ ἄν­δρας γυρ­νά­ει στὸ σπί­τι μὲ τὸ γιό του μὲ τὸ χέ­ρι πε­ρα­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του, τοὺς ὤ­μους ποὺ ἔ­χουν φτά­σει σχε­δὸν στὸ ὕ­ψος τῶν δι­κῶν του ὤ­μων. Γυρ­νά­ει μού­σκε­μα στὸν ἱ­δρώ­τα καί, ἂν καὶ δι­α­λυ­μέ­νος στὸ σῶ­μα καὶ τὴν ψυ­χή, χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α.


* * *


Χα­μο­γε­λά­ει ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α τῶν πα­ραι­σθή­σε­ων….. Για­τὶ ὁ πα­τέ­ρας προ­χω­ρά­ει μό­νος του.

       Δὲν συ­νάν­τη­σε κα­νέ­ναν καὶ τὸ χέ­ρι του στη­ρί­ζε­ται στὸ κε­νό. Για­τί πί­σω του, στὴ βά­ση τοῦ στύ­λου καὶ μὲ τὰ πό­δια ψη­λά, πι­α­σμέ­να στὸ ἀγ­κα­θω­τὸ σύρ­μα, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος του γιὸς κεί­τε­ται στὸν ἥ­λιο, νε­κρὸς ἀ­πὸ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ΐ.


(1) Yacutoro: πτη­νὸ μαῦ­ρο μὲ μέ­γε­θος ὅ­σο μιὰ μι­κρὴ κό­τα (γλώσ­σα γκου­ρα­νὶ τῶν ἰ­θα­γε­νῶν της Νό­τιας Ἀ­με­ρι­κῆς πε­ρι­ο­χὴ τῆς Πα­ρα­γουά­ης).
(2) Surucua: πτη­νὸ μὲ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Στὸν Rio de la Plata πο­λὺ ἥ­με­ρος πα­πα­γά­λος μὲ πα­νέ­μορ­φα φτε­ρὰ (γλώσ­σα γκου­α­ρα­νί).

Δρα­μα­το­ποι­ή­σεις:

Σκηνοθεσία: Antonio Aguilar

Πατέρας: Felipe Miranda * Γιός: Carlos Bueno



Ἄλλες ἑρμηνεῖες:

https://www.youtube.com/watch?v=iAQQo60jSMU

https://www.youtube.com/watch?v=TzKJb4E0UKY



Πη­γή: http://recursosbiblio.url.edu.gt/publicjlg/Libros_y_mas/2015/09/cuentHQ.pdf

Ὁ Ὀ­ρά­σιο Κι­ρό­γα (Horacio Silvestre Quiroga Forteza) (Σάλ­το, Οὐ­ρου­γουά­η 1878-Μπου­έ­νος Ἄ­ϊ­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1937) θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­λύ­τε­ρους ἱ­σπα­νό­φω­νους ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ὁ δά­σκα­λος τοῦ δι­η­γή­μα­τος κα­θὼς συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 200. Κι­νεῖ­ται μέ­σα στὸ ρεῦ­μα τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ μὲ κύ­ρια θέ­μα­τα τὴ μο­να­ξιά, τὴ θλί­ψη, τὴ με­λαγ­χο­λί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ Πό­ε, τοῦ Μπων­τλαὶρ καὶ τοῦ Κί­πλινγκ,ὁ Κι­ρό­γα ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ τὴν πλού­σια ἐμ­πει­ρί­α του, τὶς προ­σω­πι­κές του ἐν­τυ­πώ­σεις καὶ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις ποὺ ἔ­κα­νε κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τῆς μα­κρᾶς πα­ρα­μο­νῆς του στὶς ζοῦγ­κλες τοῦ Τσά­κο καὶ τοῦ Μι­σι­ό­νες, γιὰ νὰ γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα ὅ­που ἡ ζούγ­κλα, τὰ πο­τά­μια, τὰ με­γά­λα καὶ μι­κρὰ ζῶ­α τοῦ δά­σους, τὰ ἴ­δια τὰ δέν­τρα ἀ­πο­κτοῦν ἔν­το­νη ζω­ὴ καὶ δρά­ση. Σὲ αὐ­τὸ τὸ πλαί­σιο δη­μο­σι­εύ­ον­ται τὸ 1917 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀ­γά­πης, τῆς τρέ­λας καὶ τοῦ θα­νά­του, τὸ 1918 τὰ Δι­η­γή­μα­τα τῆς ζούγ­κλας καὶ τὸ 1921 τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ Ἀ­να­κόν­τα τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρεῖ­ται τὸ κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο του λό­γῳ τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἑρ­μη­νεύ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴ ζω­ὴ στὴ ζούγ­κλα. Ἡ ζω­ή του σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­παι­τη­τι­κὸ φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον ση­μα­δεύ­τη­κε καὶ ἀ­πὸ τρα­γι­κὰ γε­γο­νό­τα τὰ ὁ­ποῖ­α τὸν ἐ­πη­ρέ­α­σαν βα­θιὰ καὶ ἔ­κα­ναν τὸ θά­να­το βα­σι­κὸ συ­νο­δοι­πό­ρο τῆς συγ­γρα­φι­κῆς καὶ προ­σω­πι­κῆς του δι­α­δρο­μῆς: ἔ­χα­σε τὸν πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ ἀ­τύ­χη­μα ὅ­ταν ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς ἐ­νῶ ἦ­ταν αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς αὐ­το­κτο­νί­ας τοῦ πα­τριοῦ του καὶ τῆς πρώ­της του συ­ζύ­γου. Ὁ ἴ­διος, τέ­λος, αὐ­το­κτό­νη­σε ὅ­ταν δι­α­γνώ­στη­κε μὲ καρ­κί­νο. Στὸ δι­ή­γη­μα «Ὁ Γιός» («El hijo») ἀ­πο­δί­δει μὲ κο­ρυ­φού­με­νη ἔν­τα­ση τὴν ὀ­δύ­νη τοῦ φό­βου τῆς ἀ­πώ­λειας τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀν­θρώ­που μπρο­στὰ στὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πε­ρι­βάλ­λον τῆς ζούγ­κλας ποὺ δὲν συγ­χω­ρεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ λά­θος. (Βλ. καὶ τὸ κεί­με­νό του «Ὁ Δε­κά­λο­γος τοῦ τέ­λει­ου διη­γη­μα­το­γρά­φου» στὸ ἱστολόγιό μας.)

Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὲς πη­γές:

– Bellini Giuseppe, Nueva Hi­sto­ria de la lite­ratu­ra hi­spa­no­ame­rica­na, Ma­drid: Ca­sta­lia E­di­ci­o­nes, 1997

https://www.escritores.org/biografias/247-horacio-quiroga

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ὑ­πο­ψή­φια Δι­δά­κτωρ Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας στὸ ΕΚΠΑ. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ ἴ­διου τμή­μα­τος σὲ προ­πτυ­χια­κὸ καὶ με­τα­πτυ­χια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Σπού­δα­σε ἐ­πί­σης Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τισμὸ στὸ ΕΑΠ καὶ Ἰ­α­τρι­κὰ Ἐρ­γα­στή­ρια στὸ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξά». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά. Τὸ θέ­μα τοῦ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ της ἀ­φο­ρᾶ τὶς ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σεις με­τα­ξὺ Ἑλ­λά­δας καὶ Ἰ­τα­λί­ας στὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ ὑ­περ­ρε­α­λι­σμοῦ ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ι­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).



		

	

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández): Ἡ μπά­λα



Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández)


μπά­λα

(La Pelota)


ΤΑΝ ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρο­νῶν πέ­ρα­σα ἕ­να με­γά­λο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα μα­ζὶ μὲ τὴν για­γιά μου σ’ ἕ­να φτω­χι­κὸ σπι­τά­κι. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα τῆς ζή­τη­σα πολ­λὲς φο­ρὲς μιὰ πο­λύ­χρω­μη μπά­λα ποὺ ἔ­βλε­πα συ­νέ­χεια στὸ κα­τά­στη­μα. Στὴν ἀρ­χὴ ἡ για­γιά μου μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει καὶ νὰ μὴν τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σα ἄλ­λο. Με­τὰ μὲ ἀ­πεί­λη­σε πὼς θὰ μὲ δεί­ρει, ἀλ­λὰ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ —ἕ­τοι­μος νὰ τρέ­ξω ἂν χρει­α­ζό­ταν— τῆς ξα­να­ζή­τη­σα νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν μπά­λα. Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ κι ὅ­ταν ση­κώ­θη­κε ἀ­π’ τὴν ρα­πτο­μη­χα­νή, ἐ­γὼ βγῆ­κα ἔ­ξω τρέ­χον­τας. Ἀλ­λά, ἐ­κεί­νη, δὲν μὲ πῆ­ρε στὸ κυ­νή­γι, πα­ρὰ ἄρ­χι­σε νὰ ψά­χνει μέ­σα σὲ ἕ­να μπα­οῦ­λο καὶ νὰ βγά­ζει ἔ­ξω κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν κα­τά­λα­βα ὅ­τι σκό­πευ­ε νὰ φτιά­ξει μιὰ μπά­λα ἀπ’ τὰ κου­ρέ­λια, θύ­μω­σα πο­λύ. Αὐ­τὴ ἡ μπά­λα δὲν θὰ ἦ­ταν πο­τὲ σὰν ἐ­κεί­νη τοῦ κα­τα­στή­μα­τος. Ὅ­σο τὴν γέ­μι­ζε καὶ τὴν ἔ­ρα­βε μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ ἀ­γο­ρά­σει τὴν ἄλ­λη κι ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη λύ­ση ἀ­π’ τὸ νὰ συμ­βι­βα­στῶ μ’ αὐ­τή. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν ὅ­τι μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὴ μὲ τὰ κου­ρέ­λια θὰ ἦ­ταν πιὸ ὡ­ραῖ­α, αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ὅ­ταν τὴν εἶ­χε σχε­δὸν τε­λει­ώ­σει, εἶ­δα πὼς τῆς ἔ­δι­νε σχῆ­μα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­ξε­πλά­γην καὶ ἕ­να χα­μό­γε­λο ζω­γρα­φί­στη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, πεί­σμω­σα πά­λι. Ὅ­ταν τὴν κλώ­στη­σα στὸν τοῖ­χο τῆς αὐ­λῆς τὸ λευ­κὸ ὕ­φα­σμα τοῦ κα­λύμ­μα­τός της γέ­μι­σε λά­σπες. Ὅ­σο τὴν τί­να­ζα, ἡ μπά­λα ἔ­χα­νε τὸ σχῆ­μα της. Μὲ ἔ­θλι­βε νὰ τὴν βλέ­πω τό­σο ἄ­σχη­μη, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­κό­μα στὸ μυα­λό μου τὴν ἄλ­λη κι ἄρ­χι­σα ξα­νὰ νὰ θυ­μώ­νω. Ἀ­φοῦ τὴν κλώ­τση­σα μὲ ὅ­σο θυ­μὸ εἶ­χα, εἶ­δα πὼς ἡ μπά­λα ἄρ­χι­σε νὰ κου­νι­έ­ται: ἔ­παιρ­νε δι­κές της κα­τευ­θύν­σεις καὶ πή­γαι­νε σὲ μέ­ρη ποὺ δὲν ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ ἐ­γὼ εἶ­χα στὸ μυα­λό μου. Ἦ­ταν σὰν νὰ εἶ­χε δι­κή της θέ­λη­ση καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ ζω­ά­κι. Ἔ­κα­νε πράγ­μα­τα ποὺ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι οὔ­τε ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ παί­ξει μα­ζί μου. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς γι­νό­ταν ἐ­πί­πε­δη καὶ ἔ­τρε­χε μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α ποὺ ἦ­ταν γε­λοῖ­ο νὰ τὴ βλέ­πεις, ξαφ­νι­κὰ ἔ­μοια­ζε σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ στα­μα­τή­σει, με­τὰ ὅ­μως, ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ κά­νει ἄλ­λες μιὰ-δυ­ὸ βόλ­τες. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς φο­ρὲς ποὺ τὴν χτύ­πη­σα μὲ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη, δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­π’ τὴν θέ­ση της κι ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα. Θέ­λη­σα νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βω, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θῶ, σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ χα­ζὸ παι­χνί­δι, ὅ­τι ὅ­λη τὴν προ­σπά­θεια ἔ­πρε­πε νὰ τὴν κά­νω ἐ­γώ. Εἶ­χε πλά­κα νὰ χτυ­πᾶς τὴν μπα­λά, ἀλ­λὰ με­τὰ κου­ρα­ζό­σουν νὰ τρέ­χεις συ­νέ­χεια νὰ τὴν πιά­σεις. Ἔ­τσι, τὴν πα­ρά­τη­σα στὴ μέ­ση της αὐ­λῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄρ­χι­σα πά­λι νὰ σκέ­φτο­μαι τὴν μπά­λα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος καὶ νὰ ζη­τά­ω ἀ­π’ τὴν για­γιά μου νὰ μοῦ τὴν ἀ­γο­ρά­σει. Ἐ­κεί­νη ἀρ­νή­θη­κε πά­λι, μὲ ἔ­στει­λε ὅ­μως νὰ πά­ω νὰ πά­ρω γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι. (Ὅ­ταν ἦ­ταν γι­ορ­τι­νὴ μέ­ρα ἢ ὅ­ταν εἴ­μα­σταν στε­να­χω­ρη­μέ­νοι τρώ­γα­με γλυ­κὸ ἀ­πὸ κυ­δώ­νι.) Τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­έ­σχι­ζα τὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πά­ω στὸ κα­τά­στη­μα, εἶ­δα τὴν μπά­λα νὰ στέ­κε­ται τό­σο ἥ­συ­χα ποὺ μοῦ ἦρ­θε ἡ ὄ­ρε­ξη νὰ τὴν κλω­τσή­σω δυ­να­τὰ στὸ κέν­τρο. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὸ προ­σπα­θή­σω πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ νὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ πή­γαι­να στὸ κα­τά­στη­μα ἡ για­γιά μου μοῦ πῆ­ρε τὴν μπά­λα καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ μοῦ τὴν ἔ­δι­νε με­τά. Στὸ κα­τά­στη­μα δὲν θέ­λη­σα νὰ κοι­τά­ξω τὴν ἄλ­λη, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸ βλέμ­μα της πά­νω μου μὲ τὰ ἔν­το­να χρώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ φά­γα­με τὸ γλυ­κό, ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ θέ­λω πά­λι τὴν μπά­λα ποὺ μοῦ εἶ­χε πά­ρει ἡ για­γιά μου, ὅ­ταν μοῦ τὴν ἔ­δω­σε ὅ­μως κι ἔ­παι­ξα λί­γο, γρή­γο­ρα βα­ρέ­θη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ τὴν ἀ­φή­σω δί­πλα στὴν αὐ­λό­πορ­τα κι ὅ­ταν θὰ περ­νοῦ­σε κά­ποι­ος νὰ τὴν κλω­τσοῦ­σα. Κά­θι­σα πά­νω της καὶ πε­ρί­με­να, ἀλ­λὰ δὲν πέ­ρα­σε κα­νείς. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο στα­μά­τη­σα γιὰ νὰ συ­νε­χί­σω νὰ παί­ζω καὶ ὅ­πως κοί­τα­ξα τὴν μπά­λα μοῦ φά­νη­κε πιὸ γε­λοί­α ἀ­πὸ πο­τέ. Εἶ­χε γί­νει πλά­κα σὰν τη­γα­νό­ψω­μο. Στὴν ἀρ­χὴ μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο καὶ τὴν ἔ­βα­ζα στὸ κε­φά­λι μου, τὴν πε­τοῦ­σα στὸ ἔ­δα­φος γιὰ ν’ ἀ­κού­σω τὸν ξε­ρὸ ἦ­χο ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­θὼς ἔ­σκα­γε στὸ χῶ­μα καί, τέ­λος, τὴν γύ­ρι­ζα στὸ πλά­ι καὶ τὴν ἔ­κα­να νὰ τρέ­χει σὰν νὰ ἦ­ταν ρό­δα.


Ὅ­ταν μὲ κα­τέ­λα­βαν ἐκ νέ­ου ἡ κού­ρα­ση καὶ ἡ θλί­ψη, πῆ­γα νὰ πῶ στὴ για­γιά μου ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν μπά­λα, ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να τη­γα­νό­ψω­μο κι ὅ­τι ἂν δὲν μοῦ ἀ­γό­ρα­ζε αὐ­τὴν τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, θὰ πέ­θαι­να ἀ­πὸ στε­να­χώ­ρια. Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει καὶ τραν­τα­ζό­ταν ἡ με­γά­λη της κοι­λιὰ καὶ ἐ­γὼ τό­τε ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι μου πά­νω της καὶ χω­ρὶς νὰ κου­νη­θῶ κά­θη­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα ποὺ ἡ για­γιά μου ἔ­φε­ρε κον­τά της. Ἡ κοι­λιά της ἦ­ταν σὰν μιὰ με­γά­λη ζε­στὴ μπά­λα ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε καὶ κα­τέ­βαι­νε μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή της μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα.


 


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Talleres Bbarravento (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση Mon­te­vi­deo, 1945):

http://talleresbarravento.cl/la-pelota-un-cuento-de-felisberto-hernandez/

Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ (Felisberto Hernández) (Μοντεβιδέο, Οὐ­ρου­γου­άη 1902-1964). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­γρα­φέ­ας, ὑ­πῆρ­ξε μου­σι­κo­συν­θέ­της καὶ πι­α­νί­στας. Στὰ δε­κα­έ­ξι του χρό­νια, λό­γῳ τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σχέ­ρειας τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὰν κα­θη­γη­τὴς πιά­νου, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συ­νό­δευ­ε μου­σι­κὰ ται­νί­ες βω­βοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε ἐμ­φα­νί­σεις σὰν σό­λο μου­σι­κὸς καὶ συν­θέ­της, θή­τευ­σε μα­θη­τὴς τοῦ Guillermo Kolischer, ἱ­δρυ­τῆ τοῦ μου­σι­κοῦ Ὠ­δεί­ου τῆς πό­λης, καὶ ἔ­φτα­σε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ κα­λὸς πι­α­νί­στας. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς μου­σι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπῆ­κε ἀ­πὸ νω­ρὶς στὴν ζω­ὴ τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ὥ­στε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ τῆς ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ 1925 καὶ με­τά. Ὄ­χι τυ­χαῖ­α, λοι­πόν, ὁ κό­σμος τῆς μου­σι­κῆς, ἔ­χει κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο στὰ ἔρ­γα του, τό­σο ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ θε­μα­τι­κή τους, ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­πί­πε­δο γρα­φῆς. Δὲν πρό­κει­ται, ὡ­στό­σο, γιὰ μιὰ με­λω­δί­α ἁρ­μο­νι­κή, μιᾶς ποὺ ὁ Ἐρ­νάν­τεθ, πα­ρα­μορ­φώ­νει ἢ λα­θεύ­ει σκό­πι­μα στὴν σύν­τα­ξη προ­κει­μέ­νου νὰ ἐκ­φρά­σει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει. Ἡ ἀ­νορ­θο­δο­ξί­α αὐ­τὴ βρί­σκε­ται συ­χνὰ στὸ στό­χα­στρο τῶν ἐ­πι­κρι­τῶν του, ἀλ­λὰ χά­ρη σ’ αὐ­τὸν τὸν προ­σω­πι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς καὶ κυ­ρί­ως στὴν λο­ξὴ μα­τιὰ τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του, ἱ­στο­ρί­ες βα­σι­σμέ­νες κα­τὰ κύ­ριο λό­γο σὲ ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ καὶ νε­α­νι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὁ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ εἶ­ναι γιὰ πολ­λοὺς ἕ­νας μο­να­δι­κὸς δη­μι­ουρ­γός. Τὰ δι­η­γή­μα­τά του, τὰ ὁ­ποῖ­α με­τα­φρά­στη­καν με­τα­γε­νέ­στε­ρα σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες, χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν πρω­τί­στως ὡς φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Κορ­τά­θαρ, ἕ­νας τέ­τοι­ος χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἐλ­λι­πὴς καὶ πε­ρι­ο­ρι­στι­κός. Πα­ρὰ τὶς δι­ά­φο­ρες με­τα­φρα­στι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες, ὡ­στό­σο, καὶ κυ­ρί­ως τὸ ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­το τα­λέν­το του ἢ τὸ ἄ­κρως πρω­τό­τυ­πο καὶ προ­σω­πι­κὸ συγ­γρα­φι­κό του σύμ­παν (ὁ Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι, ὁ Γκαρ­θί­α Μάρ­κες ἢ ὁ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο εἶ­ναι με­τα­ξὺ ἄλ­λων θαυ­μα­στές του, ἐ­νῶ στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι ὀ­φεί­λε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ ἔρ­γου του στὴν Ἱ­σπα­νί­α), τὸ ἔρ­γο τοῦ Φε­λισ­μπέρ­το Ἐρ­νάν­τεθ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ εὐ­ρέ­ως γνω­στὸ καὶ πα­ρα­μέ­νει μέ­χρι σή­με­ρα στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ρευ­μά­των, ἕ­νας ἐ­λεύ­θε­ρος σκο­πευ­τὴς ἔ­ξω ἀ­πὸ κά­θε κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.