Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος: Μπάνιο μὲ τὸν Γιάννη

Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

 

Μπάνιο μὲ τὸν Γιάννη

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ πά­ει γιὰ μπά­νιο στὴ θά­λασ­σα. Εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του μπά­νιο, τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου σή­με­ρα. Φο­ρά­ει τὸ μαῦ­ρο του μα­γιό, βά­ζει τὶς κα­φὲ σα­γι­ο­νά­ρες του, παίρ­νει μιὰ πε­τσέ­τα καὶ κα­θα­ρί­ζει τὰ γυα­λιά του. Μὲ κυτ­τά­ζει με­λαγ­χο­λι­κά.

       — Μὴ στε­να­χω­ρι­έ­σαι, τοῦ λέ­ω, σὲ δύ­ο χρό­νια ποὺ θὰ εἶ­σαι τε­λεί­ως κα­λά, θὰ ξα­να­κά­νεις πά­λι τὰ ἑ­κα­τό σου μπά­νια κά­θε κα­λο­καί­ρι, ὅ­πως τὸ συ­νή­θι­ζες πα­ληά.

       Κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Δὲν λέ­ει τί­πο­τα, ἀλ­λὰ μοῦ δί­νει νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω εἶ­ναι μπα­ροῦ­φες, τὸ ξαί­ρου­με καὶ οἱ δυ­ό μας κα­λά, σὲ δύ­ο χρό­νια δὲν θὰ ζεῖ, ἀ­φοῦ ἤ­δη εἶ­ναι νε­κρός.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἠ­λί­ας Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λος (Πύρ­γος Ἠ­λεί­ας, 1930). Πε­ζο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς Στρα­τι­ω­τι­κὸς Ἰ­α­τρός. Βι­βλί­α του: Ὀ­δον­τό­κρε­μα μὲ χλω­ρο­φύλ­λη (Τράμ, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1973), Θερ­μὰ θα­λάσ­σια λου­τρά (Ἐ­γνα­τί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1981), Ὁ θη­σαυ­ρὸς τῶν Ἀ­η­δο­νι­ῶν καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2009) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Συγ­κο­πὴ πλα­τά­νου (Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Εἰκόνα: Beach Essentials. Ἔργο τῆς Ernie Gerzabek.

Νάγια Κουτρουμάνη: Underground

 

 

Νάγια Κουτρουμάνη

 

Underground

 

­ΤΑΝ Α­ΠΟ­ΓΕΥ­ΜΑ, ὅ­ταν μὲ ἔ­θα­ψαν. Προ­σπά­θη­σα νὰ πά­ρω ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­νά­σες μπο­ροῦ­σα, ἀλ­λὰ τὰ χώ­μα­τα μὲ σκέ­πα­σαν καὶ βυ­θί­στη­κα στὸ σκο­τά­δι. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ βρέ­χει. Τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε γύ­ρω μου, πά­νω μου, μέ­σα μου. Μοῦ μι­λοῦ­σε. «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, γλυ­κέ μου. Γρή­γο­ρα θὰ ξα­να­δεῖς τὸ φῶς». Ναί, κα­λά. Δὲν ἤ­θε­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους πα­ρη­γο­ρι­ές. Ἤ­μουν θαμ­μέ­νος γιὰ πάν­τα σ’ ἕ­ναν ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ τά­φο, χω­ρὶς ἐλ­πί­δα, μέ­σα σὲ μιὰ ἡ­συ­χί­α ποὺ μὲ τρέ­λαι­νε.

         Εἶ­πα ἡ­συ­χί­α; Λά­θος! Τώ­ρα ποὺ ἀ­χρη­στεύ­τη­κε ἡ ὅ­ρα­ση καὶ ὀ­ξύν­θη­κε ἡἀ­κο­ή, κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἕ­να σω­ρὸ πράγ­μα­τα συ­νέ­βαι­ναν ἐ­δῶ κά­τω. Πρῶ­τα ἦ­ταν αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς πο­δο­βο­λη­τό. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρια μυρ­μήγ­κια ἔ­σκα­βαν κα­τα­κόμ­βες, με­τέ­φε­ραν πο­λε­μο­φό­δια, ἱ­κα­νο­ποι­οῦ­σαν τὴ βα­σί­λισ­σα. Με­τὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ σύρ­σι­μο ἀ­πὸ τὰ σκου­λή­κια ποὺ ἔ­ψα­χναν νὰ βροῦν τρο­φή. Ἔ­ψα­χναν νὰ βροῦν ἐ­μέ­να. Καὶ με­τὰ ἦ­ταν κά­τι ἄλ­λο. Κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ προσ­δι­ο­ρί­σω, κά­τι ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ μέ­σα μου. Σὰν νὰ πρη­ζό­μου­να, σὰν νὰ ἔ­σκα­ζε τὸ δέρ­μα μου. Ἦ­ταν τρο­μα­χτι­κό. Μιὰ ἀ­σθέ­νεια τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἡ ἀρ­ρώ­στια τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων.

        Κά­θε μέ­ρα ἄ­κου­γα φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν κό­σμο πά­νω ἀ­πὸ τὰ χώ­μα­τα. Πα­τοῦ­σαν πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο μου μὲ τὶς βα­ρι­ές τους γα­λό­τσες καὶ γέ­λα­γαν. Τὰ γου­ρού­νια! Θά ‘θε­λα νὰ ξέ­ρω τί θὰ ἔ­κα­ναν ἂν βρι­σκόν­του­σαν στὴ θέ­ση μου. Ἡ μό­νη εὐ­χά­ρι­στη ὥ­ρα ἦ­ταν τὸ δρο­σε­ρὸ νε­ρὸ τῆς βρο­χῆς ποὺ μὲ μού­σκευ­ε ὣς τὸ κό­κα­λο καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός. Καὶ ἡ φω­νή του, βάλ­σα­μο στὴ σκο­τει­νή μου ὕ­παρ­ξη: «Γρή­γο­ρα θὰ δεῖς τὸ φῶς. Λί­γες μέ­ρες ἀ­πο­μέ­νουν.»

        Τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ὧ­ρες ποὺ ἔ­κα­να δι­ά­λο­γο μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­να­ρω­τι­ό­μου­να τί στὸ δι­ά­ο­λο ἔ­κα­να καὶ μοῦ ἄ­ξι­ζε μιὰ τέ­τοι­α τι­μω­ρί­α. Ἀ­κό­μα καὶ δο­λο­φό­νος νὰ ἤ­μου­να, θὰ μὲ κά­θι­ζαν στὴν ἠ­λε­κτρι­κὴ κα­ρέ­κλα καὶ ὅ­λα θὰ τέ­λει­ω­ναν σὲ μιὰ στιγ­μή. Αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο ὅ­μως δὲν εἶ­χε τέ­λος. Δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος μέ­σα στὸ σκο­τά­δι τῆς γῆς.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἄ­κου­σα τὴ φω­νή. Ἕ­να κο­ρι­τσί­στι­κο κλά­μα ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ δε­ξιά μου. Κά­ποι­α ἄλ­λη ψυ­χὴ ἦ­ταν θαμ­μέ­νη ἐ­κεῖ. Ἴ­σως πιὸ βα­θιά, ἴ­σως πιὸ σκο­τει­νά. Μή­πως ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στῶ τὸ Θε­ὸ ποὺ ὑ­πῆρ­χαν καὶ χει­ρό­τε­ρα;

        «Εἶ­ναι κα­νεὶς ἐ­κεῖ;» φώ­να­ξα. Ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή. «Μ’ ἀ­κοῦ­τε; Σᾶς ἔ­χουν θά­ψει κι ἐ­σᾶς;»

        Ἕ­να πνι­χτὸ νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­κού­στη­κε. Τέν­τω­σα τ’ αὐ­τιά μου. «Βο­ή­θεια!» φώ­να­ξε κα­θα­ρὰ τώ­ρα μιὰ γυ­ναί­κα. «Μ’ ἀ­κού­ει κα­νείς;»

        «Ναί! Σᾶς ἀ­κού­ω», οὔρ­λια­ξα μὲ λα­χτά­ρα. «Δὲν εἶ­στε μό­νη. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ ἐ­δῶ. Δί­πλα σας». Κι αὐ­τὸ τὸ δί­πλα σας μοῦ ἔ­δω­σε τὴ δύ­να­μη νὰ συ­νε­χί­σω νὰ ἐλ­πί­ζω. Για­τὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι δι­πλὰ δυ­να­τὸς καὶ γιὰ κεί­νη.

        «Τὸ δέρ­μα μου» κλα­ψού­ρι­σε. «Σκά­ει τὸ δέρ­μα μου!»

        «Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε. Συμ­βαί­νει αὐ­τό. Πρέ­πει νὰ κά­νε­τε ὑ­πο­μο­νή. Ἄ­κου­σα ὅ­τι σὲ λί­γες μέ­ρες θὰ μᾶς βγά­λουν!» Προ­σπά­θη­σα νὰ κά­νω τὴ φω­νή μου ὅ­σο πιὸ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μπο­ροῦ­σα καὶ νὰ πι­στέ­ψω κι ἐ­γὼ στὶς φῆ­μες. «Τὸ μό­νο ποὺ πρέ­πει νὰ κά­νε­τε εἶ­ναι νὰ μὴν κου­νι­έ­στε, ὥ­στε νὰ μὴν κα­τα­λά­βουν τὰ σκου­λή­κια ὅ­τι βρί­σκε­στε ἐ­κεῖ. Κα­τα­λά­βα­τε; Εἶ­ναι μό­νο θέ­μα χρό­νου. Κρα­τη­θεῖ­τε!»

        Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι τῆς εἶ­χα δώ­σει ἐλ­πί­δες. Δὲν ἔ­κλαι­γε πιά. Πό­σο θά ‘θε­λα νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ. Νὰ τὴ σφί­ξω ἐ­πά­νω μου. Ἀλ­λὰ τὸ χῶ­μα ἦ­ταν πυ­κνὸ κι ἐ­γὼ τρο­με­ρὰ ἀ­δύ­να­μος.

        Ἡ βρο­χὴ ἔ­πε­σε λυ­τρω­τι­κὰ ἐ­πά­νω μου. «Αὔ­ριο», μοῦ ψι­θύ­ρι­σε. «Αὔ­ριο, βγαί­νεις. Μιὰ βρα­διὰ ἀ­κό­μη». Ἄχ, καὶ νὰ εἶ­χε δί­κιο. «Θὰ βγεῖ κι ἐ­κεί­νη;» ρώ­τη­σα, ἀλ­λὰ δὲν πῆ­ρα ἀ­πάν­τη­ση.

        «Μ’ ἀ­κοῦ­τε;» τῆς φώ­να­ξα. «Βγαί­νου­με αὔ­ριο. Δε­σποι­νίς;» Τί­πο­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὰ σα­γό­νια τῆς κό­λα­σης. Ἕ­να σκου­λή­κι ἔ­τρω­γε κά­τι ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ δε­ξιά μου. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν δί­και­ο. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ χα­θεῖ ἔ­τσι ἡ μο­να­δι­κή μου φί­λη. Δαγ­κώ­θη­κα, σφί­χτη­κα, κό­κα­λα καὶ μύ­ες πό­νε­σαν τό­σο ποὺ μοῦ κό­πη­κε ἡ ἀ­να­πνο­ὴ καὶ ἄ­φη­σα μιὰ κραυ­γή, ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι τὰ γου­ρού­νια ἐ­πά­νω τὸ ἄ­κου­σαν καὶ τοὺς κό­πη­κε τὸ γέ­λιο.

        Καὶ τό­τε ἔ­σκα­σα. Ἕ­να πρά­σι­νο ὑ­λι­κὸ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα μου καὶ σὰν στή­λη προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὰ πά­νω μὲ ὁρ­μή. Ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­το. Ἀν­τὶ νὰ πε­θαί­νω, ψή­λω­να. Πε­τά­χτη­κα πά­νω ἀ­π’ τὸ χῶ­μα. Μό­νο με­ρι­κὰ ἑ­κα­το­στά. Ὅ­μως ἔ­βλε­πα καὶ πά­λι τὸν ἥ­λιο. Ἕ­να χέ­ρι μὲ ἄγ­γι­ξε. «Κοί­τα μπαμ­πά, βγῆ­κε τὸ πρῶ­το φα­σό­λι!»

        Θε­έ μου! Ἤ­μουν φα­σό­λι! Πο­τὲ δὲν θὰ πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο, δὲν θὰ παν­τρευ­ό­μουν, δὲν θὰ εἶ­χα σκύ­λο ἢ αὐ­το­κί­νη­το, δὲν θὰ περ­νοῦ­σα τὰ Κυ­ρι­α­κά­τι­κα πρω­ι­νὰ κα­θι­σμέ­νος στὸ σα­λό­νι νὰ δι­α­βά­ζω ἐ­φη­με­ρί­δα.

        Κοί­τα­ξα τὸ λι­βά­δι γύ­ρω μου. Ὅ­που νά ‘ναι θὰ ἔ­σκα­γαν καὶ τὰ ἄλ­λα φα­σό­λια. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ φα­σό­λι στὰ δε­ξιά μου. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε τύ­χη. Του­λά­χι­στον, σκέ­φτη­κα, πέ­θα­νε χω­ρὶς νὰ μά­θει. Ποι­ὸς ξέ­ρει; Ἴ­σως καὶ νὰ ἦ­ταν τὸ πιὸ τυ­χε­ρὸ ἀ­π’ ὅ­λα μας.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Νά­για Κου­τρου­μά­νη (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ κα­λο­καί­ρια τοῦ 2004, 2005 καὶ 2006 πα­ρα­κο­λού­θη­σε Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου, Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ὀξ­φόρ­δης, ἀν­τί­στοι­χα. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α.

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ὁ ἄλλος ληστής

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ὁ ἄλ­λος λη­στής

 

ΛΑ ΗΤΑΝΕ χει­ρο­πια­στά. Τί νὰ κρυ­βό­μα­στε πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­χτυ­λό μας. Δύ­ο καὶ δύ­ο ἔ­κα­ναν πάν­τα τέσ­σε­ρα. Ἔ­κα­μες, ἔ­λα­βες. Τὸν ἔ­βλε­πα μπρο­στά μου κρε­μα­σμέ­νο στὸ σταυ­ρό, μὲ τὶς σάρ­κες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὸ βά­ρος τοῦ σώ­μα­τος. Ἴ­διος κι αὐ­τὸς σὰν κι ἐ­μᾶς, μά­λι­στα πιὸ ντε­λι­κά­τος, πιὸ ἀ­δύ­να­μος, γι’ αὐ­τὸ καὶ πιὸ λι­γό­ζω­ος, μὲ πιὸ σί­γου­ρο τὸ θά­να­τό του. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χου­νε τὰ λό­για ποὺ γεν­νᾶ ὁ φό­βος ἢ ἡ μά­ται­α ἐλ­πί­δα; Τε­χνά­σμα­τα, σκι­ές, φαν­τα­σί­ες ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο. Πα­ρά­δει­σος καὶ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν… Ποι­ῶν οὐ­ρα­νῶν, ὅ­ταν ἡ σάρ­κα σου πο­νεῖ ἀ­φό­ρη­τα κι ἡ ἀ­να­πνο­ὴ ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ γί­νε­ται δύ­σκο­λη. Ἡ μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ν’ ὁ θά­να­τος. Μπο­ρεῖς νὰ ξε­φύ­γεις ἀ­πὸ τοῦ­το τὸ ξύ­λο; Ἀ­πὸ τὰ καρ­φιὰ καὶ τὶς πλη­γές; Ἐ­δῶ σὲ θέ­λω. Δὲ μπο­ρεῖς. Κα­νεὶς δὲ μπο­ρεῖ.

         Κοί­τα­ξε, ὁ ἄλ­λος πα­ρα­λό­ι­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὸ φό­βο. Γαν­τζώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ὀ­νει­ρο­φαν­τα­σιά του. Βλέ­πει κι­ό­λας ἄλ­λους κό­σμους κι ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ξύ­πνιος μιὰ δεύ­τε­ρη ζω­ή. Μὰ ’­γὼ εἶ­χα πάν­τα ὁ­δη­γό μου τοῦ­το τὸ ξά­στε­ρο μυα­λὸ ποὺ οὔ­τε τού­τη τὴ στιγ­μὴ δὲ μ’ ἀ­παρ­νι­έ­ται. Βλέ­πω κα­θα­ρά. Βλέ­πω ἕ­να λάκ­κο μέ­σα στὸ χῶ­μα καὶ τὰ σκου­λή­κια νὰ μερ­μη­δί­ζου­νε ἀ­νυ­πό­μο­να. Βλέ­πω μαῦ­ρο κι ἄ­πα­το βά­ρα­θρο τὸ Τί­πο­τα.

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀπὸ τὰ κατάλοιπα τοῦ ποιητῆ. 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ Grant Fuhst.