Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι 2014. Τετραετὲς ἀπάνθισμα.

.

Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'14-Anthologia-200dpi

.

[Μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14. 83 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 368). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 19-11-2014). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]

.

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης

.

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι 2014

Τε­τρα­ε­τὲς Ἀ­πάν­θι­σμα

.

06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaA Ο­ΓΔΟΝ­ΤΑ ΤΡΙΑ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου συ­νι­στοῦν μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὰ 566 δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ἐκ­κί­νη­σής της στὶς 5 Ἀ­πρι­λίου τοῦ 2010 ἕ­ως καὶ τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2014, τῆς χρο­νιᾶς ποὺ δι­α­νύ­ου­με.

       Ὡ­ρι­σμέ­νως, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πάν­θι­σμα ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν οὐ­σί­α του μιὰ ἀν­θο­λο­γία ἀν­θο­λο­γί­ας, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει ὁ ἀρ­χι­κὸς σχε­δια­σμὸς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: νὰ εἶ­ναι στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ βαθ­μὸ τὸ ἴ­διο μιὰ διαρ­κὴς ἀν­θο­λο­γί­α. Ὁ χα­ρα­κτή­ρας αὐ­τός, κρί­σι­μος γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν δη­μο­σι­ευ­ό­με­νων κει­μέ­νων, δι­α­σφα­λί­ζε­ται σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τρεῖς τρό­πους: (α) μὲ τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἀ­πό­θε­μα τοῦ πα­ρελ­θόν­τος ἐ­κεί­νων τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ ὡς ἔρ­γα τῆς τέ­χνης τοῦ λό­γου θε­ω­ροῦ­με ὡς κα­λύ­τε­ρα· (β) μὲ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες συ­νερ­γα­σί­ες ποὺ μᾶς στέλ­νουν ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου, στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους νέ­οι λο­γο­τέ­χνες, τῶν πε­ζῶν ἐ­κεί­νων ποὺ κρί­νου­με ἀ­ξι­α­νά­γνω­στα, δί­χως νὰ λεί­πουν συ­χνά ἀ­πὸ αὐ­τά —ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­πὸ τὴν πα­ρού­σα συ­να­γω­γή— καὶ τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δείγ­μα­τα, ποὺ δὲν ἔ­χουν νὰ ζη­λέ­ψουν τί­πο­τα ἀ­πὸ τὰ ἀν­τί­στοι­χα κα­τα­ξι­ω­μέ­νων λο­γο­τε­χνῶν, Ἑλ­λή­νων καὶ ξέ­νων· (γ) μὲ τὴν ἔκ­κλη­σή μας πρὸς τοὺς συ­νερ­γά­τες μας με­τα­φρα­στὲς νὰ δι­α­λέ­γουν γιὰ τὶς με­τα­φρά­σεις τους τὰ κα­λύ­τε­ρα καὶ πά­ντως ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τε­ρα δείγ­μα­τα τοῦ εἴ­δους ἀ­πὸ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα δι­α­βά­σμα­τά τους· στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πε­ριτ­τὸ νὰ θυ­μί­σου­με ὅ­τι οἱ με­τα­φρά­σεις γί­νον­ται αὐ­στη­ρὰ ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ἐ­νῶ μνη­μο­νεύ­ε­ται σχο­λα­στι­κὰ ἡ ξε­νό­γλωσ­ση πη­γὴ τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του.

       Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας πα­ρα­πά­νω τὴν ἀν­θο­λό­γη­ση αὐ­τὴ ὡς «πε­ρι­ε­κτι­κή», ἐν­νο­οῦ­με πὼς προ­σπα­θή­σα­με ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν κει­μέ­νων νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ κρι­τή­ριο τῆς ποι­ό­τη­τας καὶ σει­ρὰ ἄλ­λων:

       — Νὰ πε­ρι­έ­χει με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα ξέ­νες γλῶσ­σες ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν γί­νει μέ­χρι στιγ­μῆς με­τα­γλωτ­τί­σεις στὸ ἱ­στο­λό­γιο, ἐ­νῶ ἡ σχέ­ση τῶν με­τα­φρα­σμέ­νων πρὸς τὰ ἐλ­λη­νι­κὰ νὰ πα­ρα­μέ­νει ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νη.

       — Νὰ ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ ἔ­κτα­ση ὅ­λα τὰ ἀ­ριθ­μη­τι­κὰ κρι­τή­ρια ποὺ ἡ δι­ε­θνὴς βι­βλι­ο­γρα­φί­α καὶ πρα­κτι­κὴ θέ­τει γιὰ τὸ «εἶ­δος» «μι­κρὸ δι­ή­γη­μα»: ἀ­πὸ τὸ ὑ­πέρ­μι­κρο (μέ­χρι 200 λέ­ξεις) καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) ἕ­ως τὸ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις). Ἔ­τσι, ἂν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ «μη­δε­νό­λε­ξο» καὶ ὡς ἐκ τού­του «ἀ­ό­ρα­το» —πλὴν τοῦ τί­τλου— μπον­ζά­ι τοῦ Γκι­γέρ­μο Σαμ­πέ­ριο «Τὸ Φάν­τα­σμα», ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν σε­λί­δων αὐ­τῶν θὰ συ­ναν­τή­σει με­γά­λη ποι­κι­λί­α σμι­κρό­τη­τας: ἀ­πὸ τὸ λι­λι­πού­τει­ο «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» μὲ τέσ­σε­ρις λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο τοῦ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν —ποὺ στὴν ἑλ­λη­νι­κή του ἀ­πό­δο­ση συρ­ρι­κνώ­θη­κε ἔ­τι πε­ραι­τέ­ρω σέ.­.. δύ­ο!— ἕ­ως τὸν μι­κρὸ «γί­γαν­τα» τῶν δύ­ο χι­λιά­δων λέ­ξε­ων τοῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὸν ἰ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο «Πα­ρά­θυ­ρα τῶν τε­λευ­ταί­ων στιγ­μῶν» τοῦ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

       — Νὰ ἐκ­τυ­λίσ­σει ἐ­κτε­νὲς ὑ­φο­λο­γι­κὸ φά­σμα, ποὺ νὰ πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­ξὺ ἄλ­λων τὸ φαν­τα­στι­κό, τὸν ρε­α­λι­σμό, τὴν ψυ­χο­γρα­φί­α, τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ μο­νό­λο­γο, τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α, τὸ μυ­στή­ριο, τὴν δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα, τὸ ἀ­πρό­ο­πτο, τὴν ἀ­να­τρο­πή. Ἀν­τι­στοί­χως πλα­τειὰ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοια ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τῶν κει­μέ­νων μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα πάν­τα τὴν κρίση στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς καὶ ἐ­ρω­τι­κὲς σχέ­σεις

       Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κεί­με­να, ἀ­να­ζη­τών­τας προ­δρο­μι­κὲς μορ­φὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, δι­ευ­ρύ­να­με τὸν χρο­νο­λο­γι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς ἔ­ρευ­νάς μας πρὸς τὰ πί­σω, συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας, ἔ­στω καὶ δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς, κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, ὅ­σο καί ἀ­πὸ τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους, τὸν 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, σὲ ποι­κί­λες γλωσ­σι­κὲς μορ­φές: ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ τὴν κα­θα­ρεύ­ου­σα ἕ­ως τὴν τρέ­χου­σα κα­θο­μι­λου­μέ­νη, χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ου­με τὰ το­πι­κὰ ἰ­δι­ώ­μα­τα, μὲ τέσ­σε­ρα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ γλωσ­σι­κὰ δείγ­μα­τα γραμ­μέ­να σ’ αὐ­τά (λε­σβια­κό, κερ­κυ­ρα­ϊ­κό, κρη­τι­κὸ καὶ πε­λο­πον­νη­σια­κό).

       Ὡς πρὸς τὴν κα­τά­τα­ξη τῶν κει­μέ­νων ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με ἀρ­χὴ ἁ­πλὴ καὶ ἑ­νια­ία, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποῖ­α ἀν­τι­με­τω­πί­σα­με ὅ­λα τὰ πε­ζά, πρω­τό­τυ­πα ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἑ­τε­ρό­γλωσ­σα με­τα­φρα­σμέ­να, ὡς ἰ­σό­τι­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα τῆς γλώσ­σας ὑ­πο­δο­χῆς, το­πο­θε­τών­τας τα σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ μὲ βά­ση τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν δη­μι­ουρ­γῶν τους. Στὸν κοι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας, ἀ­φή­σα­με ἔ­τσι τὶς συμ­πτώ­σεις νὰ ἀ­να­δεί­ξουν —μα­ζὶ μὲ τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­χρο­νι­κό του χα­ρα­κτή­ρα— τὴν πλού­σια ποι­κι­λί­α τοῦ εἴ­δους, πα­ρα­κι­νών­τας ἐμ­μέ­σως τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἐ­πι­στρο­φι­κή, αὐ­το­σχέ­δια, ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ μὴ γραμ­μι­κὴ σχέ­ση μὲ τὰ πε­ρι­ε­χό­με­να τοῦ τό­μου.

       Τέλος, γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τῶν ἀ­πό­ψε­ών μας ὡς πρὸς τὸ «εἶ­δος» τοῦ «μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος» καὶ τὴν σχέ­ση του μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν γραμ­μά­των καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κα­θὼς καὶ γιὰ τὸν ὅ­ρο «μπον­ζά­ι» ποὺ προ­τεί­νου­με γι’ αὐ­τό, προ­σθέ­σα­με ἕ­να μι­κρὸ σχε­τι­κὸ ἐ­πί­με­τρο στὸ τέ­λος.

. 

* * *

.

Ἡ ἐ­πα­να­φο­ρὰ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὸν νέ­ο κό­σμο τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου στὸν «ἀ­περ­χό­με­νο» πα­ρα­δο­σια­κὸ τοῦ Τυ­πω­μέ­νου Βι­βλί­ου, ἔ­χει γιὰ μᾶς ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο ὅ­σο καὶ κρί­σι­μο χα­ρα­κτή­ρα: συμ­βο­λί­ζει τὴν βα­θύ­τε­ρη συγ­γέ­νεια αὐ­τῶν τῶν δύ­ο ἠ­πεί­ρων τοῦ πνεύ­μα­τος καὶ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, κά­τι ποὺ συ­νη­θέ­στα­τα πα­ρα­γνω­ρί­ζε­ται στὸ δι­α­δί­κτυο. Ἔ­χου­με ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως ὑ­πο­στη­ρί­ξει ὅ­τι ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐπέ­φε­ραν τὰ Νέ­α Μέ­σα στὴ Τυ­πο­γρα­φί­α ἔρ­χε­ται ὄ­χι τό­σο γιὰ νὰ ἀ­να­τρέ­ψει, ὅ­σο γιὰ νὰ «ὁ­λο­κλη­ρώ­σει» τὴν με­γά­λη γου­τεμ­βέρ­γεια ἐ­πα­νά­στα­ση, δι­α­νοί­γον­τάς την σὲ ἕ­να συ­ναρ­πα­στι­κὸ ὅ­σο και ἄ­γνω­στο μέλ­λον.­.. Τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ ἐν­τέ­λει συ­νέ­χεια αὐ­τῶν τῶν κό­σμων ὑ­πο­στη­ρί­ξα­με ἐμ­πρά­κτως στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι με­τα­φέ­ρον­τας ἐ­κεῖ, στὸν δι­α­δι­κτυα­κὸ κό­σμο, τὶς αἰ­σθη­τι­κές, τυ­πο­τε­χνι­κὲς καὶ δε­ο­ντο­λο­γι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ κό­σμου τοῦ ἐ­ντύ­που.

       Τώ­ρα, μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό —ποὺ ἐ­πι­θυ­μί­α μας εἶ­ναι ὡς ἀν­θο­λο­γί­α ἀν­θο­λο­γί­ας νὰ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ἀ­νὰ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα—, ὁ φαν­τα­στι­κὸς τυ­πο­γρα­φι­κὸς Ἰ­α­νός, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ νεανικὸ καὶ ρευ­στὸ πρόσωπο ἀ­νέ­δει­ξε πρὶν δύο μό­λις δε­κα­ε­τί­ες τὸ Δι­α­δί­κτυο, ἔρ­χε­ται τώ­ρα νὰ ἐ­ξι­σο­ρ­ρο­πη­θεῖ ἀ­να­δρο­μι­κῶς ἀ­πὸ τὸ στε­ρε­ό­τε­ρο καὶ ἐ­γκυ­ρό­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἔντυπης Πα­ρά­δο­σης.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’14. 83 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2014, σελ. 368), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-15.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε δέ­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.

 .

Διαφημίσεις

Ἡρὼ Νικοπούλου: Δεκαπενταύγουστος

.

14

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στος

.

01-Omegaχ, ἡ πι­α­τέ­λα! Εὔ­η, Εὔ­η πρό­σε­χε, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ εἶ­ναι πιὸ χα­μη­λό.

Ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πα­νω­τοὶ κρό­τοι, γυ­α­λι­κὰ ποὺ θρυ­ψα­λι­ά­στη­καν, μα­χαι­ρο­πή­ρου­να κρο­τά­λι­σαν στιγ­μια­ῖα στὶς πλά­κες κα­ρύ­στου τοῦ κή­που, μιὰ πα­ρα­τε­τα­μέ­νη στριγ­γλιὰ καὶ ἀ­π’ τὸ βά­θος μιὰ μι­σο­πνιγ­μέ­νη χρι­στο­πα­να­γί­α.

          Ἡ Εὔ­η χά­μω ἀ­νά­σκε­λα στη­ριγ­μέ­νη στοὺς ἀγ­κῶ­νες ξέ­μει­νε νὰ κοι­τᾶ τρι­γύ­ρω της τὰ σκορ­πι­σμέ­να με­ζε­δά­κια, λου­κά­νι­κα Φραγ­κφούρ­της, Με­τσο­βί­τι­κο κα­πνι­στό, Μπλὲ τυ­ρὶ ποὺ τὸ πλα­σά­ρι­ζαν στοὺς κα­λε­σμέ­νους γιὰ ροκ­φόρ, ἀγ­γου­ρά­κια καὶ πα­στὲς σαρ­δέλ­λες. Τὸ φου­στά­νι της εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ ψη­λὰ στὰ πό­δια καὶ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸ ρο­δα­κι­νὶ της ἐ­σώ­ρου­χο. Ὁ Λε­ω­νί­δας ἔ­τρε­ξε καὶ τὴ σή­κω­σε τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

          Εὐ-αγ­γε­λί­α σοῦ λέ­ει…, τε­λι­κὰ δὲν ἀ­πο­δεί­χθη­κε καὶ τό­σο …εὐ­χά­ρι­στη ἀγ­γε­λί­α… Ἐ­γὼ ξέ­ρω πὼς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μπῆ­κε στὸ σπί­τι μας τὸν ἔ­χα­σα. Ὅ­λο μα­ζί της ἀ­σχο­λεῖ­ται. Ὅ­σο ἦ­ταν μὲ τὴ μά­να της εἴ­μα­σταν ἥ­συ­χοι, ἀλ­λὰ βλέ­πεις δὲν προ­γραμ­μα­τί­ζον­ται ὅ­λα. Ποῦ νὰ τὸ ΄ξε­ρα πὼς θὰ τὴ φορ­τω­νό­μου­να καὶ μά­λι­στα στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἡ­λι­κί­α, στὴν πιὸ ἀν­τι­δρα­στι­κή. Καὶ κεί­νος μὲς στὶς τύ­ψεις νὰ τρέ­χει ἀ­πὸ πί­σω της, νὰ τὴν μα­ζεύ­ει μὴ καὶ τοῦ πη­δη­χτεῖ. Καὶ εἶ­ναι καὶ θρη­σκευ­ά­με­νοι· καὶ οἱ δυ­ό. Νη­στεί­α, με­τά­λη­ψη καὶ ἀ­πο­χὴ ὁ με­γά­λος. Νη­στεί­α, με­τά­λη­ψη καὶ κα­μιὰ ξε­πέ­τα ἡ μι­κρή. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα πὼς τὰ τα­χτο­ποι­οῦν ἔ­τσι, ποὺ τὰ χω­ρᾶ­νε καὶ τὰ δυ­ό. Νο­μί­ζω κά­νουν σκόν­το πό­τε στὸ ἕ­να, πό­τε στὸ ἄλ­λο, μιὰ τὸ σῶ­μα, μιὰ ἡ ψυ­χή. Λοι­πόν, αὐ­τὸ πο­τὲ πρὶν δὲν τὸ ἀ­ξι­ο­λό­γη­σα. Κα­κῶς! Ὁ Λε­ω­νί­δας κοι­μᾶ­ται ὄρ­θιος τὸν ὕ­πνο τοῦ δι­καί­ου, ἐ­γὼ ὅ­μως τὴν κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­πο­τε γυρ­νά­ει ἀ­πὸ ραν­τε­βου­δά­κι, πὼς λάμ­πει ὁ­λό­κλη­ρη. Κι ἄλ­λο­τε πὼς μα­ραί­νε­ται σὰν ἀ­πό­τι­στο γι­α­σε­μί. Κλει­στὸ κο­ρί­τσι ὅ­μως, στρεί­δι, λέ­ξη δὲν χα­ρί­ζει. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴ χρεια­στεῖ νὰ φτά­σου­με στὰ ἄ­κρα.

          Καὶ  κά­θε χρό­νο στὴ γι­ορ­τή μου ἡ ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, συγ­γε­νεῖς, τρα­πε­ζώ­μα­τα, τὸ τε­ρά­στιο σό­ι τοῦ Λε­ω­νί­δα κι ὅ­λα στὴν πλά­τη μου. Ποὺ νὰ μὴ γι­όρ­τα­ζα, ξι­νό μοῦ βγαί­νει. Κι ἡ Εὔ­η το­πο­τη­ρη­τής, νὰ κό­βει κί­νη­ση, τί πά­ει στρα­βά, τί πά­ει λά­θος. Εἶ­ναι καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νη, δὲν κου­νά­ει τὸ χε­ρά­κι της νὰ μὲ βο­η­θή­σει λί­γο. Ὁ­ρί­στε, μιὰ δου­λειὰ εἶ­πε νὰ κά­νει καὶ τὰ ‘κά­νε μαν­τά­ρα. Νὰ μοῦ ‘λειπε. Ὅ­λα ἕ­τοι­μα τὰ πε­ρι­μέ­νει, σὰν τὸν μπαμ­πά­κα της. Ἔμ­πλε­ξα! Ἔμ­πλε­ξα ἄ­σχη­μα. Ἐ­γὼ ποὺ καυ­χι­ό­μου­να γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μου —κά­νον­τας τὰ ξι­νὰ γλυ­κὰ βέ­βαι­α—, ὅ­τι παι­διὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­χω κι ὅ­που θέ­λω πά­ω – μὲ τὸ Λε­ω­νί­δα πάν­τα, τώ­ρα πού μᾶς κα­τσι­κώ­θη­κε ἡ μι­κρὴ πριγ­κί­πι­σα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νή­σου­με ρού­πι. Νὰ τὰ φρον­τι­στή­ρια, ἄν­τε τὰ δι­α­βά­σμα­τα, κα­θη­με­ρι­νὸ μα­γεί­ρε­μα καὶ τε­λει­ω­μὸ δὲν ἔ­χουν. Γιὰ τὸ σι­δέ­ρω­μα δὲν θὰ μι­λή­σω…Εὐ­τυ­χῶς ποὺ τε­λει­ώ­νει φέ­τος νὰ μπεῖ σὲ κα­μιὰ σχο­λὴ νὰ ἠ­συ­χά­σου­με, ἂν προ­λά­βει βέ­βαι­α για­τί ἔ­τσι ὅ­πως τὴν κό­βω θὰ ‘χου­με ἄλ­λα.

          Νὰ μὲ συμ­πα­θοῦ­σε του­λά­χι­στον λι­γου­λά­κι…Κι εἶ­ναι κι ὄ­μορ­φο πα­νά­θε­μά το. Ὅ­ταν γε­λά­ει —σπα­νί­ως— κά­νει κά­τι λακ­κά­κια στὰ μά­γου­λα σὰν νε­ρο­λι­μνοῦ­λες. Ἀλ­λὰ δὲν μὲ χω­νεύ­ει, δυ­στυ­χῶς. Τί νὰ κά­νου­με; Οὔ­τε κι ἐ­γώ… ἄλ­λω­στε.

          Ὁ ἀ­στρά­γα­λος τῆς Εὔ­ης κοκ­κί­νι­σε καὶ πρή­στη­κε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως. Αὐ­τὸ τὸ πέ­σι­μο ἦ­ταν ὅ­τι κα­λύ­τε­ρο μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς συμ­βεῖ γιὰ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως βα­ρι­ό­ταν θα­νά­σι­μα τὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς μα­ζώ­ξεις, ὅ­που τὰ σό­για ξι­φουλ­κοῦ­σαν μὲ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να στό­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ σου­βλι­στὰ ἀρ­νιὰ καὶ χον­το­κομ­μέ­να ἀ­στεῖ­α, ὁ­πό­τε χά­ρι­σε στὴν ὁμή­γυ­ρη ἕ­να πο­νε­μέ­νο πλὴν ἡ­ρω­ι­κὸ χα­μό­γε­λο ὅ­λο λακ­κά­κια καὶ ζή­τη­σε νὰ τὴν ρυ­μουλ­κί­σουν στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ὁ Λε­ω­νί­δας τὴν ἀ­νέ­βα­σε στὸ δω­μά­τιό της, τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να πα­ρη­γη­ρη­τι­κὸ φι­λὶ καὶ ὑ­πο­σχέ­θη­κε πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σύν­το­μα. Τὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ δω­μα­τί­ου δι­έ­κο­πτε ἡ ἀρ­γό­συρ­τη ὑ­πνω­τι­σμέ­νη κραυ­γὴ τῶν τζιτ­ζι­κι­ῶν. Ἐ­κεῖ εἶ­χε ὅ­λο τὸ χρό­νο νὰ προ­βλη­μα­τι­στεῖ γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή της. Με­τὰ ἀ­πὸ ὤ­ρα ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πὼς γί­νε­ται μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη κραυ­γὴ στὸ τέ­λος νὰ ἀ­κού­γε­ται ὑ­πνω­τι­κὴ κι ὑ­πνω­τι­σμέ­νη.

          Ἤ­ξε­ρε πο­λὺ κα­λὰ πὼς ἡ Δέ­σποι­να δὲν τὴν χώ­νευ­ε, πό­σο μᾶλ­λον τώ­ρα ποὺ τῆς ἔ­σπα­σε καὶ τὴν κα­λὴ πι­α­τέ­λα. Κι ἦ­ταν κρί­μα για­τί ἐ­κεί­νη ἀ­π’ ὅ­ταν ὀρ­φά­νε­ψε χρει­α­ζό­ταν ἐ­πει­γόν­τως μά­να, ἀλ­λὰ δὲν βρῆ­κε πο­τὲ τὸν τρό­πο νὰ τῆς τὸ δεί­ξει. Ἡ Εὔ­η ζύ­γι­σε προ­σε­κτι­κὰ τὶς σκέ­ψεις της κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι τὰ πράγ­μα­τα, δὲν τὴν χρει­α­ζό­ταν ἐ­πει­γόν­τως ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Ἀν­τι­θέ­τως τὸν πρῶ­το και­ρὸ τῆς γύ­ρι­ζαν τ’ ἄν­τε­ρα ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ζή­σει μα­ζί τους· αἰ­σθα­νό­ταν πὼς τὴν ξε­γέ­λα­σαν μὲ δι­πλὴ προ­δο­σί­α πρῶ­τα ὁ θά­να­τος τῆς μά­νας της, κι ἔ­πει­τα ἡ ξέ­νη γυ­ναί­κα πλά­ι στὸν πα­τέ­ρα της ποὺ ἀν­τά­ρια­ζε νὰ τὴ βλέ­πει. Ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς κα­τα­λά­για­σε ὁ θυ­μὸς —πράγ­μα ποὺ τῆς πή­ρε πά­νω ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια, ὅ­λο τὸ γυ­μνά­σιο καὶ κά­τι ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη λυ­κεί­ου, ἐ­κεῖ πάν­τως ὅ­ταν ἦ­ταν πιὰ ἕ­τοι­μη νὰ ξε­σπά­σει καὶ νὰ ἀ­φε­θεῖ στὸ θρῆ­νο, τό­τε αἰ­σθάν­θη­κε πὼς τὴν χρει­α­ζό­τα­ν. Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τόλ­μη­σε νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ἀ­νάγ­κη της, ἄλ­λω­στε ἦ­ταν σί­γου­ρη πὼς θὰ ‘τρω­γε πόρ­τα, τὸ ‘βλε­πε στὰ μά­τια της, στὶς κι­νή­σεις της ὅ­ταν τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μή­πως κα­τορ­θώ­σει καὶ βρεῖ ρωγ­μὴ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τά της, μιὰ μι­κρὴ σχι­σμού­λα γιὰ νὰ κουρ­νιά­σει. Ὅ­μως ἡ Δέ­σποι­να ἦ­ταν πο­λὺ σκλη­ρὴ μα­ζί της κι ὅ­λο μοῦ­τρα στὸν πα­τέ­ρα της. Ἡ Εὔ­η ἀ­να­τρί­χια­σε σύγ­κορ­μη στὴ σκέ­ψη του. Οὔ­τε ποὺ μπο­ρού­σε νὰ δι­α­νο­η­θεῖ νὰ τοῦ πεῖ τί τῆς συ­νέ­βαι­νε. Ἡ σκέ­ψη της τὴ μιὰ στιγ­μὴ γι­νό­ταν διαυ­γής καὶ τὴν ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­νη θό­λω­νε κι ἔ­ψα­χνε γιὰ δι­και­ο­λο­γί­ες. Γι’ αὐ­τὸ κι αὐ­τὴ τὸ ΄ριξε στοὺς ἔ­ρω­τες…

          Οἱ φω­νὲς ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὸν πί­σω κῆ­πο μπου­κω­μέ­νες ἀπ’ τὴ ζέ­στη, σὰ χα­λα­σμέ­να μπά­σα φω­νη­τι­κὰ πα­λιᾶς ἑλ­λη­νι­κῆς ται­νί­ας. Ἀ­νά­με­σα κυ­μα­τι­στὰ γε­λά­κια, σό­κιν μι­σο­πνιγ­μέ­να στὰ κρα­σιὰ καὶ στὰ τσί­που­ρα. Τῆς ἦρ­θε ἀ­να­γού­λα. Κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ κρα­τη­θεῖ, δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι, ἔ­κα­νε ἐ­με­τὸ ἀ­νά­σκε­λα.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε δια­ρκῶς τὶς σκά­λες κου­βα­λών­τας δι­ά­φο­ρα, τώ­ρα σει­ρὰ εἶ­χαν τὰ φροῦ­τα καὶ τὰ γλυ­κά. Ἡ Εὔ­η ἄ­κου­γε τὰ βή­μα­τά της ποὺ προ­σπερ­νοῦ­σαν ἀ­δι­ά­φο­ρα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της καὶ δαγ­κω­νό­ταν. Εἶ­χε δη­λώ­σει βέ­βαι­α πὼς δὲν θὰ ἔ­τρω­γε, καὶ ὅ­ταν τῆς ἔ­δω­σαν παυ­σί­πο­νο ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θὰ κοι­μό­ταν μέ­χρι νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ βροῦν για­τρό. Ὡ­στό­σο ὅ­σο περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα ὁ ἀ­στρά­γα­λός της πο­νοῦ­σε καὶ στὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση. Τὴν πῆ­ρε τὸ πα­ρά­πο­νο. Προ­σπά­θη­σε μὲ κά­τι χαρ­το­μάν­τη­λα νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο μπο­ροῦ­σε τὰ δύ­σο­σμα ὑ­γρά τοῦ στο­μά­χου της. Τὸ δω­μά­τιο βρω­μο­κο­ποῦ­σε ξι­νί­λα, τῆς ἦρ­θε δεύ­τε­ρη ἀ­να­γού­λα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν θὰ τὴν γλί­τω­νε, θὰ τὴν ἔ­παιρ­ναν εἴ­δη­ση καὶ μὲ τὸ πό­δι τούμ­πα­νο μᾶλ­λον δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κι­νη­θεῖ γιὰ μέ­ρες κι ἑ­πο­μέ­νως θὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ δι­ευ­θε­τή­σει τὸ ζή­τη­μά της μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἤ­ξε­ρε μό­νη της. Ἦ­ταν ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη καὶ κου­ρα­σμέ­νη. Ὅ­λα μέ­σα της κου­βά­ρι, σκη­νές, λέ­ξεις, ἀ­πο­φά­σεις, συ­ναι­σθή­μα­τα.

          Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ ἑ­ορ­τα­στι­κὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­ρια κορ­να­ρί­σμα­τα. Τὰ σό­για ἀ­πο­χω­ροῦ­σαν με­τὰ βα­ΐ­ων κι ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ κου­δού­νι­ζε συν­θη­μα­τι­κά. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα κου­τσαί­νον­τας. Στὸ δι­ά­δρο­μο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε μὲ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ πι­ω­μέ­νος γιὰ νὰ τὴν βο­η­θή­σει. Ξα­να­κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν τοὺς ἤ­χους τοῦ σπι­τιοῦ. Σύν­το­μα ἐν­τό­πι­σε τὸ βα­ρὺ ρο­χα­λη­τὸ τοῦ Λε­ω­νί­δα. Τὰ πη­γαι­νέ­λα τῆς Δέ­ποι­νας συ­νε­χί­στη­καν μέ­χρι λί­γο πρὶν τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὅ­λα μό­νη της τὰ κά­νει πά­λι, σκέ­φτη­κε ἡ Εὔ­η καὶ σὰν νὰ τὴν συμ­πό­νε­σε. Τὴν ἄ­κου­σε νὰ μα­ζεύ­ει τὶς πλιὰν κα­ρέ­κλες καὶ τὰ τρα­πέ­ζια τοῦ κή­που, νὰ βά­ζει ἀ­πα­νω­τὰ πλυν­τή­ρια γιὰ τὰ πιά­τα, νὰ πλέ­νει τα­ψιὰ καὶ κα­τσα­ρό­λες, νὰ κρύ­βει κο­ψί­δια καὶ γλυ­κὰ γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη καὶ νὰ φι­λεύ­ει μὲ τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τὰ ὀρ­φα­νά τοῦ κή­που. Εἶ­χε ψώ­νιο μὲ τὶς γά­τες. Ἦ­ταν τὰ μω­ρά της. Ἕ­να ζε­στὸ ρεῦ­μα τρέ­μι­σε βα­θειά της.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου ἁ­πα­λά. Πλη­σί­α­σε τὸ κρε­βά­τι τῆς Εὔ­ης νυ­χο­πα­τών­τας. Ἡ φι­γού­ρα της ἔ­χον­τας πί­σω τὸ φῶς τοῦ δι­α­δρό­μου φέγ­γι­σε ψη­λό­λι­γνη. Τῆς μπού­κω­σε τὴν μύ­τη ἡ μπα­γι­ά­τι­κη ὀ­σμὴ τοῦ ἐ­με­τοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τὸ χτυ­πη­μέ­νο πό­δι. Σκέ­πα­σε ἐ­λα­φρὰ μὲ τὸ σεν­τό­νι τὸ ἱδρω­μέ­νο σώ­μα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.

          — Θέ­λεις νὰ κά­τσεις γιὰ λί­γο; Ἡ φω­νὴ τῆς Εὔ­ης μό­λις ποὺ ἀ­κού­στη­κε.

          — Ἄ, ξύ­πνια εἶ­σαι; Πο­νᾶς; ψι­θύ­ρι­σε ἡ Δέ­σποι­να.

          — Ἀρ­κε­τά…

          Ἡ Δέ­σποι­να τῆς ἔ­σφι­ξε μα­λα­κὰ τὸν καρ­πὸ τοῦ χε­ριοῦ.

          — Αὔ­ριο, θὰ ΄ρθεῖ για­τρός, δὲν θὰ ΄ναι τί­πο­τα, θὰ δεῖς θὰ πε­ρά­σει μὲ λί­γες μέ­ρες ἀ­κι­νη­σί­α.

          — Λί­γες μέ­ρες…εἶ­ναι πολ­λές.

          — Ἔ­κα­νες πά­λι ἐ­με­τό;

          Τὸ κο­ρί­τσι ξε­ρο­κα­τά­πι­ε καὶ δὲν μί­λη­σε.

          — Πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ κά­νεις ὑ­πο­μο­νή, δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ὅ­λα ρό­δι­να.

          — Ὅ­σο γι’ αὐ­τό…τὸ ἐμ­πέ­δω­σα νω­ρίς.

          — Ναὶ ξέ­ρω…

          Τῆς ξα­νά­σφι­ξε τὸ χέ­ρι ποὺ τώ­ρα ἦ­ταν μού­σκε­μα καὶ συ­νέ­χι­σε,

          — …κι ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν ἴ­σως ὅ,τι χρει­α­ζό­σουν, ὅ,τι πε­ρί­με­νες…

          Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο σι­ω­πη­λές, ἔ­πει­τα ἡ Δέ­σποι­να πρό­σθε­σε,

          — …ἂν καὶ θὰ τὸ ΄θε­λα.

          — Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά, εἶ­πε τρέ­μον­τας ἡ Εὔ­η κι ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἐ­λα­φρά.

          Ἡ Δέ­σποι­να ἔ­νι­ω­σε νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται ἕ­να καυ­τὸ κύ­μα ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ καὶ ἵ­δρω­σε ἀ­πό­το­μα. «Μᾶλ­λον σή­κω­σε πυ­ρε­τό» σκέ­φτη­κε, κι ἄ­πλω­σε τὸ χέ­ρι πρὸς τὸ μέ­τω­πο τῆς Εὔ­ης γιὰ νὰ τὴν θερ­μο­με­τρή­σει, ἡ κο­πέ­λα πα­ρερ­μη­νεύ­ον­τας τὴν κί­νη­ση χύ­θη­κε λυ­τρω­μέ­νη στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γο­ε­ρά. Τὸ ξαφ­νι­α­σμέ­νο κορ­μὶ τῆς Δέ­σποι­νας τραν­τά­χτη­κε συ­θέ­με­λα. Ἔ­μει­ναν ἔ­τσι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νες ὅ­σο χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ μα­λα­κώ­σουν οἱ ἁρ­μοὶ στὸ ὥ­ρι­μο σῶ­μα καὶ νὰ ἀ­νοί­ξουν τὰ βου­λω­μέ­να πε­ρά­σμα­τα· νὰ βρεῖ ἡ ρο­ὴ τοῦ αἵ­μα­τος τὰ σω­στὰ μο­νο­πά­τια, νὰ γί­νει τὸ μέ­σα ρεῦ­μα ἀ­να­πνο­ὴ καὶ ν’ ἀρ­θρώ­σει λέ­ξεις.

          — Μὴ φο­βᾶ­σαι εἶ­μαι δί­πλα σου, ψι­θύ­ρι­σε.

          — Κά­νε κά­τι Δέ­σποι­να, βο­ή­θη­σέ με αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ κρα­τή­σω, τὴν κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να μὲ μά­τια ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν· ἔ­πει­τα μὲ σκυμ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι συ­νέ­χι­σε, καὶ θὰ ‘χου­με δυ­ὸ νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τοῦ χρό­νου στὴ γι­ορ­τή σου.

 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἑλ­λη­νι­στί: ὁ γρί­φος, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀθήνα, 2013 (πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Ἡ Αὐ­γή, 15 Αὐγούστου 2012).

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀθή­να, 1958). Σπού­δα­σε Ζω­γρα­φικὴ καὶ Σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τε­χνῶν τῆς Ἀθή­νας. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει ποί­η­ση καὶ πε­ζο­γρα­φί­α. Πρῶτο της βι­βλί­ο: «Ὁ μύ­θος τοῦ ὁδοι­πό­ρου» (Ἀθή­να, ποί­η­ση, 1986), τε­λευ­ταῖο της βι­βλί­ο: «Ἑλλη­νι­στί: ὁ γρί­φος» (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὰ δῶρα

.

______~1..

.

Ἡρὼ Νικοπούλου

Τὰ δῶρα

.

06-Htta-426px-Halvdan_Svartes_saga-Initial-G__MuntheΠΩΛΙΝ ΦΑΪΦΕΡ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕ μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο προ­σώ­ρας δῶ­ρο στὸ μι­κρὸ ἀ­πο­θη­κά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ξε­φύ­ση­ξε λα­χα­νι­α­σμέ­νη. Δὲν εἶ­χε ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­κό­μα ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πε­ριτ­τὰ κι­λὰ τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ στέλ­νει ξα­νὰ τὶς ἀν­τα­πο­κρί­σεις της στὸ Vanity Fair, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ γρα­φεῖ­α πρὶν ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἐν­τε­λῶς ἡ σι­λου­έ­τα της. Ἴ­σι­ω­σε τὴ ρα­φὴ στὶς κάλ­τσες της καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε χα­μο­γε­λών­τας στὸ σα­λό­νι. Ὁ εὔ­θυ­μος ἦ­χος τοῦ κου­δου­νιοῦ τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας ἀ­νάγ­γελ­λε δια­ρκῶς και­νούρ­γιους ἐ­πι­σκέ­πτες. Ἡ οἰ­κια­κὴ βο­η­θὸς ἔ­τρε­χε ν’ ἀ­νοί­ξει, πα­ρα­λάμ­βα­νε κα­πέ­λα, παλ­τὰ καὶ δῶ­ρα γιὰ τὸν φρε­σκο­βα­φτι­σμέ­νο Πά­τρικ καὶ τὰ στοί­βα­ζε στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λι­βιν­γκρούμ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­ταν ἡ Πω­λὶν ξε­κί­νη­σε ν’ ἀ­νοί­γει τὰ δῶ­ρα, τὴν πε­ρί­με­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­πλη­ξη. Σχε­δὸν ἕ­να πα­ρὰ ἕ­να τὰ πέν­τε πρῶ­τα κου­τιὰ ἀ­πο­κά­λυ­πταν μι­κρο­σκο­πι­κὰ πα­που­τσά­κια σὲ δι­ά­φο­ρα σχέ­δια καὶ χρώ­μα­τα. Ἡ Πω­λὶν ἔ­βα­λε ἕ­να δί­σκο στὸ πι­κάπ, ἕ­να τζὶν τό­νικ μὲ πά­γο καὶ φώ­να­ξε τὸν ἄν­τρα της. Συ­νέ­χι­σαν μα­ζὶ τὸ ἄ­νοιγ­μα καὶ με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι ἄρ­χι­σαν γε­λών­τας τὰ στοι­χή­μα­τα. Στὸ τέ­λος οἱ κα­τά­πλη­κτοι γο­νεῖς μέ­τρη­σαν συ­νο­λι­κὰ δώ­δε­κα ζευ­γά­ρια πα­που­τσά­κια στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς νού­με­ρο γιὰ τὸ βλα­στά­ρι τους, ποὺ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε πε­ρὶ τί­νος ἐ­πρό­κει­το τοὺς πλη­σί­α­σε μπου­σου­λών­τας μὲ τα­χύ­τη­τα. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κοι­τά­χτη­καν οἱ τρεῖς τους κα­τά­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­κό­μα ξέ­σπα­σμα γέ­λιου μέ­χρι δα­κρύ­ων, ἡ Πω­λὶν εἶ­πε πὼς ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ὅ­λα, για­τὶ τὰ πο­δα­ρά­κια τῶν παι­δι­ῶν με­γα­λώ­νουν πιὸ γρή­γο­ρα κι ἀ­πὸ τὰ δρο­σε­ρὰ ρα­πα­νά­κια τοῦ κή­που τους.  Τὸ πο­λὺ ποὺ θὰ χρει­α­ζό­ταν ὁ μι­κρὸς σ’ αὐ­τὸ τὸ νού­με­ρο ἦ­ταν δύo-τρί­α ζευ­γά­ρια· «καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα;…» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ξα­να­βά­ζον­τάς τα μη­χα­νι­κὰ μέ­σα στὰ κου­τιά, «ἂν ἤ­μουν του­λά­χι­στον μέ­λος σὲ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση γιὰ παι­διά, θὰ πι­ά­να­νε τό­πο», μουρ­μού­ρι­σε, «οἱ ἄ­νερ­γοι ὅ­μως τῆς λέ­σχης μας τί νὰ τὰ κά­νουν;». «Πο­λὺ ἁ­πλό» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας της παίρ­νον­τας κά­ποι­α κου­τιὰ στὴν ἀγ­κα­λιὰ του κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, «θὰ τὰ που­λή­σου­με καὶ θὰ δώ­σου­με τὰ χρή­μα­τα στὸ σύλ­λο­γο…». Ἡ Πω­λὶν ἀ­φοῦ κρά­τη­σε στὴν ἄ­κρη τρί­α ζευ­γά­ρια ἔ­κλει­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κου­τὶ φω­νά­ζον­τας, «ἐν­τά­ξει, καὶ πῶς θὰ τὸ κά­νου­με;…» «Μὲ μιὰ ἀγ­γε­λί­α στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ του ὑ­πό­κω­φη κά­τω ἀ­π’ τὴ σκά­λα. «Καὶ τί θὰ λέ­με, δη­λα­δή…» ξα­να­φώ­να­ξε, δαγ­κώ­νον­τας ἤ­δη ἕ­να μο­λύ­βι. «Ἁ­πλού­στα­το… Γρά­φεις;…» «Ἀ­κού­ω…:»

       «Γιὰ πού­λη­μα: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 Ἡρώ Νικοπούλου: ( Ἀθήνα, 1958). Σπούδασε Ζωγραφικὴ καὶ Σκηνογραφία στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Παράλληλα γράφει ποίηση καὶ πε­ζο­γραφία. Πρῶτο της βιβλίο: «Ὁ μύθος τοῦ ὁδοιπόρου» (Ἀθήνα, ποίη­ση, 1986), τελευταῖο της βιβλίο: «Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος» (διηγήματα, Γαβριη­λί­δης, 2013).

.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Κλαδεύοντας Μπονζάι

 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Κλα­δεύ­ον­τας Μπον­ζά­ι

 

Ο ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθαν­θῶ καὶ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα νὰ σκε­φτῶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Φρὰντς Κάφ­κα – τό­τε ἤ­μουν κον­τὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α. Τὸ πα­ρά­ξε­νο κλί­μα, ἡ ὑ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα καὶ ὁ συμ­βο­λι­σμός του ἐ­πέ­δρα­σαν πάνω μου πο­λὺ ἔν­το­να καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά. Ἀνα­ζή­τη­σα κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τά του καὶ ἡ ἀρ­χι­κή μου αἴ­σθη­ση ἐ­νι­σχύ­θη­κε. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε ἦταν ἡ διά­ρκεια τοῦ ἀ­πό­η­χου τῆς ἀ­νά­γνω­σης μέ­σα μου. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ ὄ­χι τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μὲ εἶ­χαν κερ­δί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὰ με­γά­λα του ἔρ­γα μοῦ ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἡ­μι­τε­λῆ. Τὸ ἀν­τί­θε­το αἴ­σθη­μα μοῦ προ­κα­λοῦ­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τα: ἐ­νῶ δι­α­τη­ροῦ­σαν τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ κλί­μα τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των του, ἐ­ξα­σφά­λι­ζαν μιὰ φόρ­μα πε­ρι­ε­κτι­κὴ καὶ συ­χνὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μη.

       Στὸ ἐν­δι­ά­με­σο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δι­ά­βα­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀρ­κε­τῶν κλα­σι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων. Πο­λὺ λί­γα ὅ­μως ἀ­π’ αὐ­τὰ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω τό­σο ζων­τα­νὴ καὶ τό­σο δη­μι­ουρ­γι­κὰ χει­ρα­φε­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο ὅ­σο τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα. Ἀν­τι­θέ­τως ὁ χει­μαρ­ρώ­δης κό­σμος τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ἡ τε­ρα­τώ­δης κά­πο­τε ἐ­σω­τε­ρι­κή του ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ ἐ­νί­ο­τε, ὅ­πως στὸν Φῶ­κνερ, συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο ἀ­πί­θα­νο γε­νε­α­λο­γι­κὸ δέν­τρο τῶν ἡ­ρώ­ων του, μὲ ρου­φοῦσε, χα­νό­μουν μέ­σα του, μὲ ἀ­φο­μοί­ω­νε σχε­δὸν μὲ ἕ­ναν τρό­πο πα­ρα­λυ­τι­κό. Μὲ δυ­ὸ λό­για δὲν ὑ­πήρ­χε χῶ­ρος γιὰ μέ­να. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρού­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ ταυ­τι­στῶ μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες καὶ βέ­βαι­α νὰ δο­κι­μά­σω τὴ σκέ­ψη μου πά­νω σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ζη­τή­μα­τα ποὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ μοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ προ­σεγ­γί­σω ὡς πραγ­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα δι­ά­βα­σα μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἄ­πο­ψη τοῦ Κορ­τά­σαρ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —ποὺ μι­λών­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στό­μα ἑνὸς ἥ­ρω­ά του στὸ Κου­τσό— ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται πὼς οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ προ­ϋ­πάρ­χουν τῶν ἡ­ρώ­ών τους καὶ κα­λοῦν­ται οἱ χα­ρα­κτή­ρες νὰ δρά­σουν καὶ νὰ ἀν­τι-δρά­σουν μέ­σα στὸ δε­δο­μέ­νο πλαί­σιο. Κατά τὴν γνώμη μου, αὐ­τὸ κάνει μὲ ἰ­δα­νι­κὸ τρό­πο τὸ δι­ή­γη­μα, ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­να­συγ­κρο­τεῖ «ἱ­στο­ρί­ες» καὶ «πλαί­σιο» μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σκό­πι­μα ἀ­φη­μέ­να ἴ­χνη τους στὸ κεί­με­νο.

       Κά­τι ἄλ­λο πού μοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ἦ­ταν ὅτι τὸ με­ταί­σθη­μα ἑνὸς ὀγ­κώ­δους μυ­θι­στο­ρή­μα­τος κά­ποι­ες φο­ρὲς ἦταν ἴ­σο ἢ καὶ ἰ­σχνό­τε­ρο ἀ­π’ αὐ­τὸ ἑνὸς πυ­κνοῦ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δου δι­η­γή­μα­τος. Πρό­σε­ξα πὼς συ­νή­θως αὐ­τὸ πού μοῦ ἔ­με­νε συ­νο­ψι­ζό­ταν σὲ λί­γες σε­λί­δες· τὴν βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α, κά­ποι­ες πε­ρι­γρα­φές, σπα­νί­ως ὁρι­σμέ­νες κο­φτε­ρὲς ἀ­τά­κες, ἕ­νας-δυ­ὸ ἤ­ρω­ες. Κι ἐ­νῶ προ­βλη­μα­τι­ζό­μουν μή­πως δὲν εἶμαι τε­λι­κὰ προ­σε­κτι­κὴ καὶ ἐ­παρ­κὴς ἀ­να­γνώ­στρια, πέφτω πά­νω στὴ γνω­στὴ σκέ­ψη τοῦ Μπόρ­χες, ποὺ λέ­ει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ μπεῖ κα­νεὶς στὸν κό­πο νὰ γρά­ψει ἕ­να τε­ρά­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα ἑ­κα­τον­τά­δων σε­λί­δων καὶ συ­νε­πῶς νὰ χά­σει πο­λύ­τι­μο χρό­νο, ἐ­φ’ ὅ­σον αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μέ­σα σὲ λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς κα­λοῦ πε­ρι­ε­κτι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως κα­λύ­τε­ρα, κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω δι­η­γή­μα­τα συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα!

       Αἰ­σθά­νο­μαι φυ­σι­κὰ πιὸ πλού­σια γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ὅλη αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α τῶν με­γε­θῶν, ὅτι δη­λα­δὴ μιὰ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ κυ­μαί­νε­ται ἀ­πὸ τὶς χι­λιά­δες σε­λί­δες τῶν κλα­σι­κῶν ἔρ­γων μέ­χρι τοὺς 144 χα­ρα­κτῆ­ρες τῶν «ἐ­λά­χι­στων δι­η­γη­μά­των» τοῦ Μά­ιμ­περ­γκ, ὅ­πως μὲ πε­ρίσ­σεια βε­βαι­ό­τη­τα τὰ ἀ­πο­κα­λεῖ, ποὺ γιὰ νὰ τὰ γρά­ψει ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ ὅρια τοῦ γρα­πτοῦ μη­νύ­μα­τος τοῦ twitter, ὁρί­ζον­τας ἀν­τὶ ἀ­ριθ­μοῦ λέ­ξε­ων ἀ­ριθ­μὸ χα­ρα­κτή­ρων, καὶ κα­τέ­βα­σε ὁρια­κὰ τὸν πή­χυ ὡς πρὸς τὴν πο­σό­τη­τα τῶν λέ­ξε­ων, σὲ τέ­τοι­ο ση­μεῖο μά­λι­στα, ποὺ ὁ ἀ­να­στο­χα­σμὸς γιὰ τὰ ὅρια τῆς λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ὁ­δη­γεῖ­ται στὰ ἄ­κρα: γιὰ τὸ ποῦ, δη­λα­δή, τε­λει­ώ­νει τὸ δι­ή­γη­μα προ­κει­μέ­νου νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του στὸ εὐ­φυ­ο­λό­γη­μα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἢ μάλ­λον ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τὰ τὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια καὶ τοὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς τρό­πους τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γιὰ τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ὀ­ξύν­θη­κε, βά­θυ­νε, πλά­τυ­νε…

 

       Ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω δι­η­γή­μα­τα. Τὸ DNA τους, ἄν μου ἐ­πι­τρέ­πε­ται ἡ ἔκ­φρα­ση, ἦ­ταν νὰ βγαί­νουν μι­κρά. Ὅ­σο πιὸ πολ­λὰ εἶ­χα νὰ πῶ, τό­σο πιὸ λί­γα δι­ά­λε­γα νὰ γρά­ψω. Δέ­κα σε­λί­δες τὸ πο­λὺ ἐκ­προ­σω­ποῦ­σαν τὰ πολ­λὰ ποὺ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γρα­φοῦν. Ἦ­ταν φυ­σι­κό, λοι­πόν, νὰ κο­ρυ­φω­θεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γι’ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα, ὅ­ταν δύο χρό­νια πρὶν ἄρ­χι­σα νὰ με­λε­τῶ συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Νο­μί­ζω πὼς ἡ μι­κρὴ φόρ­μα προ­σφέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα γιὰ τὴν ἀ­πο­τύ­πω­ση ὁ­ρια­κῶν ψυ­χι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων μὲ ἔμ­με­σο τρό­πο, πε­δί­ο ποὺ μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει καὶ μὲ συγ­κι­νεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἡ ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση στὸν πο­λι­τι­σμέ­νο κό­σμο (καὶ αὐ­τὸ οἱ ψυ­χί­α­τροι τὸ γνω­ρί­ζουν κα­λά) ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὑ­παι­νι­κτι­κά καὶ συ­νο­πτι­κά, μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος, μὲ μιὰ μό­νη λέ­ξη, μὲ μιὰ ἔγ­κλι­ση καὶ μό­νο τῆς φω­νῆς… Ἔ­τσι ἡ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση τοῦ κει­μέ­νου ὁδη­γεῖ καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται ταυ­το­χρό­νως μὲ ἀ­φαι­ρε­τι­κούς, ὑ­παι­νι­κτι­κοὺς τρό­πους στὴν λει­τουρ­γι­κὴ πύ­κνω­ση ποὺ κά­νει τὸ δι­ή­γη­μα τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ κα­θρέ­φτη τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που. Οἱ λέ­ξεις φτά­νουν στὸ ἀ­να­φο­ρι­κό τους ἀ­πό­σταγ­μα, στὸ μί­νι­μουμ τῆς ἀ­να­φο­ρι­κό­τη­τας. Κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς γραμ­μὲς τῆς ἀρ­χι­κῆς ἐ­ξι­στό­ρι­σης, ἂν εἶσαι μά­στο­ρας, ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­χνο­φαί­νε­ται ἡ αὔ­ρα μιᾶς ἄλ­λης πιὸ κρί­σι­μης ἴ­σως ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι σὰν νὰ δου­λεύ­εις τὰ χρώ­μα­τα σ’ ἕνα καμ­βὰ στρω­μα­τι­κά, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας λε­πτὲς δι­α­φά­νει­ες ἐ­πι­τρέ­πεις στὴν κά­τω ἐ­πι­φά­νεια νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται σι­γὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ συμ­πλη­ρώ­νον­τας ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ τὴν ἐ­πά­νω ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἔρ­γου.

       Ὅ­ταν ξε­κι­νά­ω νὰ γρά­ψω ἕ­να δι­ή­γη­μα, ἕ­να κεί­με­νο ποὺ τώ­ρα πιὰ ξέ­ρω πὼς ἡ καλ­λι­έρ­γειά του θὰ τὸ μι­κρύ­νει ἀν­τὶ νὰ τὸ με­γα­λώ­σει, ἕ­να μπον­ζά­ι δη­λα­δὴ στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς, ἔ­χω στὸ νοῦ μου τὸ «κου­κού­τσι» αὐ­τοῦ ποὺ θέ­λω νὰ πῶ καὶ προ­σπα­θῶ μέ­σα ἀ­πὸ ἐλ­λει­πτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα μέ­σα στὰ ὁποῖ­α θὰ λει­τουρ­γή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ ἡ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἀ­πο­φεύ­γον­τας σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὴν ἀ­νά­λυ­ση καὶ τὴν ἐ­πε­ξή­γη­ση. Ἂν τὸ κεί­με­νο βγεῖ με­γα­λύ­τε­ρο ἄπ΄ ὅ­σο τὸ θέ­λω, πιά­νω σὰν τὸν γλύ­πτη ποὺ σμι­λεύ­ει τὸ ὑ­λι­κό του καὶ ἀ­φαι­ρῶ τὰ πε­ριτ­τά, το­νί­ζω τὰ ση­μαν­τι­κά, ζυ­γί­ζον­τας, ἀν­τι­κα­θι­στών­τας καὶ προ­σθα­φαι­ρών­τας λέ­ξεις. Πάν­τα τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὅταν μι­κραί­νεις ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο, πιὸ πυ­κνό, πιὸ με­στὸ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ στο­λί­δια καὶ πε­ριτ­το­λο­γί­ες. Συ­νε­χῶς με­τρά­ω τὴν ἀν­το­χὴ τῶν προ­τά­σε­ων καὶ τῶν λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Τὰ ὑ­λι­κὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὅπως ὅλα τὰ ὑ­λι­κὰ τῆς τέ­χνης, ἔ­χουν ἐ­λα­στι­κό­τη­τα καὶ ὅρια ἀν­το­χής. Αὐ­τὰ τὰ ὅ­ρια στὸ δι­ή­γη­μα κρί­νον­ται στὸ πε­δί­ο τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας. Κά­θε λέ­ξη ἢ φρά­ση ποὺ τὸ δι­ευρύνει ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­ταν νο­μί­ζω ὅ­τι τὸ ὅ­ριο αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει πα­ρα­βια­στεῖ, τό­τε θε­ω­ρῶ τὸ κεί­με­νο τε­λει­ω­μέ­νο.

       Βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὸ ζη­τού­με­νο ποὺ θέ­τει τὸ δι­ή­γη­μα: πρέ­πει μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο του νὰ συ­στή­σει ἕ­να κό­σμο ὁλό­κλη­ρο μὲ ἀρ­χή, μέ­ση καὶ τέ­λος, μὲ χα­ρα­κτῆρες, ἀν­τι­θέ­σεις κι ἀ­τμό­σφαι­ρες, μ’ ἕ­να ἡ­μι­σφαί­ριο ρη­τὸ κι ἕ­να ἄρ­ρη­το, δῶ­ρο στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη· ἕ­να σύ­νο­λο ποὺ τὸ κα­τορ­θώ­νει κα­τα­φεύ­γον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α, στὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό. Κά­θε λέ­ξη του πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ζυ­γι­σμέ­νη, κι αὐ­τὸ νο­μί­ζω τὸ φέρ­νει πιὸ κον­τὰ στὴν ποί­η­ση. Ἐ­δῶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀν­τι­στα­θῶ στὸν συ­νειρ­μὸ καὶ νὰ μὴν σκε­φτῶ τὸ ποι­η­τι­κὸ ἀν­τί­στοι­χο τοῦ Μπον­ζά­ι, ποὺ εἶ­ναι τὸ χα­ϊ­κοὺ μὲ τὴν γνω­στὴ φόρ­μα τοῦ τρί­στι­χου μὲ πέν­τε-ἑπτά-πέν­τε συλ­λα­βὲς ἀν­τι­στοί­χως, ποὺ ξε­κι­νών­τας ἀ­πὸ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α ἁ­πλώ­θη­κε κι ἐμ­πλού­τι­σε τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πο­ρεί­α ποὺ δεί­χνει πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ κά­νει καὶ τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, μιὰ καὶ στὸ δί­κτυ­ο βρί­σκει κα­νείς πλη­θώ­ρα τέ­τοι­ων κει­μέ­νων καὶ τὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον με­γα­λώ­νει, ἔ­χουν δὲ γί­νει ἤ­δη πολ­λὲς ξε­νό­γλωσ­σες ἀν­θο­λο­γί­ες.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ζη­λεύ­ω τοὺς συγ­γρα­φείς ποὺ ἔ­ζη­σαν τὸν 19ο αἰ­ώ­να, τὰ εἶχαν ὅλα στὰ πό­δια τους, σκέ­πτο­μαι, ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ ἀ­να­γνω­στῶν καὶ ἐ­πι­λέ­ον χρη­μα­τι­κὴ ἀ­μοι­βή, ἂν καὶ οὐ­σι­α­στι­κὰ μάλ­λον ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ ἀν­τί­τι­μο, ἀλ­λὰ ὅ­πως πάν­τα ἡ χρο­νι­κὴ ἀ­πό­στα­ση ὡ­ραι­ο­ποι­εῖ τὰ πράγ­μα­τα. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες ζη­τοῦσαν δια­ρκῶς κεί­με­να, καὶ τὰ μὲν δι­η­γή­μα­τα τὰ ἔ­βα­ζαν αὐ­τού­σια, ἐ­νώ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τὰ δη­μο­σί­ευ­αν σὲ συ­νέ­χει­ες γιὰ νὰ κά­νουν δε­λε­α­στι­κό­τε­ρο τὸ φύλ­λο τους. Φαν­τά­ζο­μαι πὼς γιὰ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὴν ζή­τη­ση τῶν συ­νε­χό­με­νων ἐ­πει­σο­δί­ων, οἱ συγ­γρα­φεῖς μάλ­λον θὰ ξε­χεί­λω­ναν τὰ κεί­με­νά τους. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ πάν­τως εἶ­ναι πὼς ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τύ­που καὶ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν τό­τε ὤ­θη­σε στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ξε­χω­ρι­στοῦ εἴ­δους. Μὲ πα­ρό­μοι­ο τρό­πο ἡ ἁλ­μα­τώ­δης ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ δι­κτυα­κοῦ κό­σμου τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἔ­κα­νε ν’ ἀν­θί­σει τὸ νέ­ο ὑ­πο-εἶ­δος, τὸ πο­λύ-πο­λὺ μι­κρὸ δι­η­γή­μα, τὸ σκό­πι­μα καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο γιὰ νὰ εἶ­ναι μι­κρό: τὸ Μπον­ζά­ι.

       Πάν­τα ἡ τα­χύ­τη­τα μοῦ δη­μι­ουρ­γοῦσε ἀρ­νη­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ σκέ­ψεις, οἱ ρυθ­μοὶ τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ ζοῦ­με ἀ­σκοῦ­νε πά­νω μου σω­μα­τι­κὴ καὶ ψυ­χι­κὴ βί­α. Ὅ­λα εἶ­ναι φὰστ καὶ ἐ­πι­φα­νεια­κά, δὲν προ­λα­βαί­νουν νὰ πᾶνε σὲ βα­θύ­τε­ρα ἐ­πί­πε­δα, δὲν προ­λα­βαί­νουν, θὰ χα­θεῖ χρό­νος, πο­λύ­τι­μος χρό­νος. Ἔ­χου­με γί­νει ἀ­παι­τη­τι­κοί, ἀ­δη­φά­γοι, χρει­α­ζό­μα­στε ἕ­να γρή­γο­ρο ἀ­πο­τέ­λε­σμα σὲ κά­θε μας κί­νη­ση, σὲ κά­θε μας προ­σπά­θεια. Γι’ αὐ­τὸ δὲν μὲ ἐκ­φρά­ζει ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὰν ἀ­νάγ­κη καὶ ση­μεῖο τῶν και­ρῶν, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἴ­σως εἶναι σω­στὴ του­λά­χι­στον ὡς πρὸς τὸν τρό­πο τῆς πρόσ­λη­ψης. Στὸ δι­ή­γη­μα Μπον­ζά­ι βλέ­πω τὴν λι­τό­τη­τα, τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, τὴν μα­γι­κὴ ἀ­πο­σι­ώ­πη­ση τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ, τὸν λει­τουρ­γι­κὸ ὑ­παι­νιγ­μό· ὅ­λους ἐ­κεί­νους δη­λα­δὴ τοὺς τρό­πους ποὺ ἂν δὲν βρι­σκό­μα­σταν στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ἀ­φή­γη­σης θὰ μᾶς θυ­μί­ζαν τὴν ποί­η­ση, ἀλ­λὰ ποὺ σί­γου­ρα, ὅ­πως καὶ σ’ αὐ­τὴ προ­ϋ­πο­θέ­τουν χρο­νο­βό­ρα καὶ ἐ­πί­πο­νη προ­ερ­γα­σί­α.

       Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ πρὶν δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια δη­μι­ουρ­γή­σα­με τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» κι ἄρ­χι­σα νὰ ἀ­σχο­λοῦ­μαι καὶ νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­κό­μη πιὸ ὀρ­γα­νω­μέ­να, ἡ ἐμ­πει­ρί­ά μου ἐμ­πλου­τί­στη­κε μὲ πο­λύ­τι­μες πα­ρα­μέ­τρους καὶ ὀ­πτι­κές. Συμ­βαί­νει συ­χνὰ δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να κεί­με­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποι­ὸ ἀ­κρι­βῶς στό­χο εἶχε ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, ἐ­πί­σης ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τοῦ βγῆκε συμ­πτω­μα­τι­κὰ μι­κρὸ ἢ ἂν δού­λε­ψε μὲ αὐ­τὴ τὴν πρό­θε­ση. Νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά, μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶναι τό­σο εὐ­δι­ά­κρι­τη στὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἀ­φο­ρᾶ ὅ­μως στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νου καὶ τὴν σκο­πιὰ ἀ­π’ ὅπου τὸ βλέ­πει κα­νείς. Χαί­ρο­μαι ποὺ βλέ­πω ὅλο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να νὰ γεν­νι­οῦν­ται καὶ νὰ πα­τᾶνε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ γο­η­τευ­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ὑ­πο-εἴ­δους ποὺ σι­γά-σι­γά δι­αι­σθά­νο­μαι ὅτι ὁδη­γεῖ­ται στὴν αὐ­το­νο­μί­α καὶ τὴν δι­καί­ω­σή του.

 

 

Πηγή: Κεί­με­νο ποὺ δια­βά­στη­κε στὴν ἐκδήλωση πού πραγματοποιήθηκε στὴν Ἑλληνο­αμε­ρι­κα­νι­κὴ Ἕνωση, στὶς 22.09.2011 γιὰ τὴν παρουσίαση τοῦ ἐπε­τει­­α­κοῦ πεντηκο­στοῦ τεύχους τοῦ περιοδικοῦ Πλανόδιον, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὸ Ἀμερι­κα­νικὸ μικρὸ διήγημα (flash fiction).

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀθήνα, 1958). Ζωγράφος, ποιήτρια, πεζογράφος. Σπού­δα­σε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν της Αθήνας καὶ ἐργάζεται ὡς καθηγήτρια Εἰ­κα­στικῶν στὴ Μέση Δημόσια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο: Ὁ Μύθος τοῦ Ὁ­δοιπόρου, Ποίηση, Aθήνα, 1986. Τελευταῖο της: Μὴ μὲ ψάχνετε ἐδῶ, Ποί­η­ση, ἐκδ. Πλανόδιον, Aθήνα, 2009.

 

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὴν ἐκδήλωση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ον στὴν Ἑλληνο­αμε­ρι­κα­νι­κὴ Ἕνωση στὶς 22.09.2011. Γιάν­νης Πα­τί­λης, Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

 

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὸ ραντεβού

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Τὸ ραν­τε­βού

 .

Ο ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙΖΕ ἐ­πί­μο­να μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ἦ­ταν τρεῖς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα. Ὁ Ἴ­σμα κα­θό­ταν μὲ τὸ πρό­σω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὶς πα­λά­μες του καὶ κοι­τοῦ­σε θλιμ­μέ­νος τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση κλή­σης. Ἡ Ἰ­ρί­να ἦ­ταν πάν­τα ἐ­πί­μο­νη. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἔ­τος τῆς σχο­λῆς τὴν εἶ­χε ξε­χω­ρί­σει· τοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση τὸ ἐ­πει­σό­διο μὲ τὶς ση­μει­ώ­σεις, τό­τε ποὺ ἡ Ἰ­ρί­να εἶ­χε δι­α­πλη­κτι­στεῖ ἄ­γρια μ’ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να συμ­φοι­τη­τή, ἐ­πει­δὴ τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει ἀν­τάλ­λαγ­μα γιὰ νὰ δώ­σει τὶς ση­μει­ώ­σεις του. Ἦ­ταν πο­λὺ δυ­να­μι­κὸ κι ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι, πράγ­μα ποὺ ὑ­πο­γράμ­μι­ζε μιὰ χο­ρο­πη­δη­χτὴ χρυ­σὴ ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ἐ­κεῖ­νος ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν ἔμ­φυ­τη χα­ρὰ ποὺ ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­πὸ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον τὴν βου­βή του λύ­πη, ποὺ τὴν πῆ­ρε γιὰ στο­χα­σμό. Πράγ­μα ποὺ δὲν ἦ­ταν ὁ­λό­τε­λα λά­θος, μιὰ ποὺ ὁ ἀ­σφα­λὴς μέ­σα στὶς βε­βαι­ό­τη­τές του Ἴ­σμα μό­λις συν­δέ­θη­κε —κα­τὰ πα­ρέκ­κλι­ση τῶν κα­νό­νων— μα­ζί της ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει ἕ­να κομ­μά­τι μιᾶς ἄλ­λης πραγ­μα­τι­κό­τη­τας ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ τοῦ εἶ­χαν μά­θει. Εἶ­χε κρα­τή­σει τὴ σχέ­ση τους κρυ­φὴ ἀ­π’ τοὺς δι­κούς του. Τὸν ἔ­φτα­ναν οἱ ἀμ­φι­βο­λί­ες του, δὲν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τοὺς ἄλ­λους. Κα­θη­σύ­χα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ τὴ σκέ­ψη πὼς ἡ Ἰ­ρί­να ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, ἕ­να παι­χνί­δι γι’ αὐ­τὸν ὅ­πως ὅ­λες οἱ ἄλ­λες.

       Σή­με­ρα λί­γες ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει νὰ χω­ρί­σουν. Ἐ­κεί­νη με­τὰ τὴν πρώ­τη ἔκ­πλη­ξη δι­α­τή­ρη­σε τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά της καὶ τὸν ρώ­τη­σε μό­νο μιὰ φο­ρά, για­τί. Ἐ­πέ­στρε­φε στὴν πα­τρί­δα του, τῆς εἶ­πε, γιὰ νὰ ἀρ­ρα­βω­νια­στεῖ. Ἡ Ἰ­ρί­να ἔ­βα­λε τὰ γέ­λια, τοῦ ἔ­ρι­ξε ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ βλέμ­μα γε­μά­το ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ἄ­φη­σε στὸ τρα­πε­ζά­κι χρή­μα­τα γιὰ τὸ πο­τό της, πῆ­ρε τὴν τσάν­τα της κι ἔ­φυ­γε.

       Τὸ τη­λέ­φω­νο χτύ­πη­σε πά­λι κα­τὰ τὶς τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ ἡ Ἰ­ρί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­φή­σει μή­νυ­μα στὸν τη­λε­φω­νη­τή, ἡ φω­νὴ της ἀ­κού­στη­κε τυ­πι­κή. «Ἔ­λα Ἰ­σμα­ήλ, ἐ­γὼ εἶ­μαι, δὲν πρό­λα­βα νὰ σοῦ πῶ… μὲ εἰ­δο­ποί­η­σαν ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφα­λι­στι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α ποὺ εἶ­χα στεί­λει τὸ βι­ο­γρα­φι­κό μου, αὔ­ριο στὶς ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ ἔ­χω ραν­τε­βοὺ γιὰ τὴν πρώ­τη συ­νέν­τευ­ξη στὰ γρα­φεῖ­α τους…Ξέ­ρεις, βρί­σκον­ται στὸ Βό­ρει­ο Πύρ­γο ἀ­κρι­βῶς δέ­κα ὀ­ρό­φους κά­τω ἀ­πὸ τὴν κα­φε­τέ­ρια ποὺ εἴ­μα­σταν χθές. Μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α θέ­λω νὰ σοῦ ἐ­πι­στρέ­ψω ἐ­κεῖ­νο τὸ δα­χτυ­λί­δι ποὺ μοῦ χά­ρι­σες πέ­ρυ­σι, ἄλ­λω­στε θὰ σοῦ χρεια­στεῖ. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω ἐ­κεῖ στὶς ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το.»

       Τὰ χέ­ρια τοῦ Ἰ­σμα­ὴλ ἔ­τρε­μαν ἐ­λα­φρὰ πά­νω στὸ μο­χλὸ τοῦ πι­λο­τη­ρί­ου. Ἔ­στρι­ψε μὲ ἀ­κί­νη­το τὸ κε­φά­λι τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὸν Ἀμ­πντούλ, θὰ ἦ­ταν μιὰ πε­ριτ­τὴ ἥτ­τα ἂν ὁ σύν­τρο­φός του ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸν εἶ­δε νὰ κρα­τᾶ μὲ σι­γου­ριὰ τὸ πι­στό­λι πί­σω ἀ­πὸ τὸν αὐ­χέ­να τοῦ κυ­βερ­νή­τη. Μέ­χρις ἐ­δῶ ὅ­λα εἶ­χαν πά­ει ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ εἶ­χαν σχε­διά­σει, πε­τοῦ­σαν στὶς τρεῖς χι­λιά­δες πό­δια πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μαν­χά­ταν. Ἡ μέ­ρα ἦ­ταν ἡ­λι­ό­λου­στη, τὸ ρο­λό­ι τοῦ ταμ­πλὼ ἔ­δει­χνε ἐν­νέ­α πα­ρὰ εἴ­κο­σι. Σὲ λί­γο ὅ­λα θὰ ἦ­ταν πα­ρελ­θόν. Ἕ­να λαμ­πρό, ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ δι­καί­ω­νε ὅ­λες τὶς ἄ­γρυ­πνες νύ­χτες του, ὅ­λες τὶς προ­κα­τα­βο­λι­κές του τύ­ψεις, ὅ­λα τα ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ τὶς κρυ­φὲς ἀ­νο­μο­λό­γη­τες ἀμ­φι­βο­λί­ες.

       Οἱ μάρ­τυ­ρες εἶ­ναι στε­φα­νω­μέ­νοι μό­νο ἀ­πὸ βε­βαι­ό­τη­τες.

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958).  Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φία. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθηνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Ὁ Μύ­θος τοῦ Ὁ­δοι­πό­ρου (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1986). Τε­λευ­ταῖ­ο της: Ἑλληνιστί:ὁ γρίφος (Διηγήματα, ἔκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ διεκδίκηση

.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου

 .

Ἡ δι­εκ­δί­κη­ση 

 .

 Ε ΘΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙΣ ἀ­π’ τὸ πα­γω­τό σου;

— Ὄ­χι, τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρά.

— Μὰ ἔ­λα δῶ­σ’ μου, ἐ­πέ­μει­νε, μοῦ τὸ εἶ­χες ὑ­πο­σχε­θεῖ.

         Γύ­ρι­σα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξα φαρ­μα­κε­ρὴ μα­τιὰ.

         — Πό­τε; τὴν ρώ­τη­σα.

         — Πῶς, ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε φί­λες…, καὶ βί­δω­σε μὲ ἡ­μι­κυ­κλι­κὴ κί­νη­ση τὸ δε­ξί της πό­δι στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

        Ἔ­γλυ­φα τὸ πα­γω­τό μου ὅ­σο πιὸ προ­κλη­τι­κὰ κι ἡ­δο­νι­κὰ μπο­ροῦ­σα κα­τα­βάλ­λον­τας ταυ­το­χρό­νως προ­σπά­θεια νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θω τοὺς πε­ρι­σπα­σμοὺς τῆς κα­τσα­ρῆς ἔν­ρι­νης φω­νῆς της.

        — Ἀ­φοῦ εἴ­μα­στε…, ἐ­πα­νέ­λα­βε ἔν­το­να.

         Δὲν ἀ­πάν­τη­σα.

        — Τί, δὲν εἴ­μα­στε; Εἶ­χε φέ­ρει τὸ πρό­σω­πό της ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κον­τὰ στὸ δι­κό μου κι ἔ­ψα­χνε γιὰ τὰ μά­τια μου. Κρύ­φτη­κα πί­σω ἀ­πὸ μιὰ γεν­ναί­α χα­ψιά. Δὲν μί­λη­σε γιὰ λί­γο κι εἶ­πα πὼς τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση, πὼς πα­ραι­τή­θη­κε, κι ἄρ­χι­σα νὰ χα­λα­ρώ­νω. Ἤ­μα­σταν κα­θι­σμέ­νες στὸ μο­να­δι­κὸ κε­ρα­μι­δὶ παγ­κά­κι τοῦ σταθ­μοῦ, τὰ ὑ­πό­λοι­πα, γιὰ ἄ­γνω­στο λό­γο, ἦ­ταν πρά­σι­να. Ὅ­σο ἔ­τρω­γα κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια μου ρυθ­μι­κὰ καὶ τράν­τα­ζα τὸ κά­θι­σμα, κά­τι ποὺ ἤ­ξε­ρα πὼς τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὁ ἀ­έ­ρας ἦ­ταν ἤ­δη ζε­στὸς καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸ κέν­τρο μᾶς εἶ­παν πὼς θὰ περ­νοῦ­σε σὲ δέ­κα λε­πτά. Τῆς ἔ­ρι­ξα μιὰ κλε­φτὴ μα­τιά. Τὸ ὀ­στε­ῶ­δες πρό­σω­πό της γυ­ά­λι­ζε ἀ­πὸ κόμ­πους ἱ­δρώ­τα, κά­ποι­α σκόρ­πια τσου­λού­φια εἶ­χαν κολ­λή­σει στὸ φαρ­δὺ μέ­τω­πο, κοι­τοῦ­σε τὰ πα­πού­τσια της, τὰ κοί­τα­ξα κι ἐ­γώ, ἦ­ταν οἱ γνω­στὲς φθαρ­μέ­νες πρώ­ην λευ­κὲς ἐλ­βι­έ­λες, ποὺ φό­ρα­γε τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια σὰν νὰ μὴν με­γά­λω­νε αὐ­τὴ ὅ­πως τὰ ὑ­πό­λοι­πα παι­διά.

         Τὴν Ἐλ­πι­νί­κη δὲν τὴν παί­ζα­νε στὴ γει­το­νιά, τὴν λέ­γα­νε κολ­λι­τσί­δα καὶ τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν. Κά­τι ἐ­πά­νω της φαλ­τσά­ρι­ζε, κά­τι σπά­ρα­ζε καὶ προ­κα­λοῦ­σε. Ἐ­γὼ δὲν πο­λυ­κα­τα­λά­βαι­να, πό­τε τὴν ἔ­κα­να χά­ζι, πό­τε μὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε. Ὅ­ταν μὲ ξε­λί­γω­νε μὲ τὴν ἐ­πι­μο­νή της γιὰ νὰ παί­ξου­με καὶ δε­χό­μουν, τὸ ἀν­τάλ­λαγ­μα ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­γὼ θά ’­κα­να κου­μάν­το. Ἔ­παι­ζα μα­ζί της ἕ­να παι­χνί­δι ἄ­γριο καὶ πα­ρά­ξε­νο. Μό­νο μα­ζί της. Κι ἤ­μουν πάν­τα ἡ γά­τα.

         Τὰ δε­κά­λε­πτα περ­νοῦν καὶ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­κό­μα νὰ φα­νεῖ, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι βα­ριά, προ­κα­λεῖ δύ­σπνοι­α. Δι­α­σκε­δά­ζω κά­νον­τας μὲ τὴν γλώσ­σα σχή­μα­τα στὸ πα­γω­τό μου καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὴν μουγ­κα­μά­ρα της. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ φαί­νε­ται πὼς ἡ νί­κη ἦ­ταν εὔ­κο­λη. Τὴν λο­ξο­κοι­τά­ζω πά­λι, ἔ­χει τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μη σκυμ­μέ­νο, οἱ κόμ­ποι τοῦ αὐ­χέ­να εἶ­ναι ρυθ­μι­κὰ πα­ράλ­λη­λοι μὲ τὰ κλα­διὰ τῆς νε­α­ρῆς κλαί­ου­σας πί­σω ἀ­π’ τὸ φρά­χτη. Στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν μιὰ πα­χιὰ λευ­κὴ κόλ­λα μαρ­τυ­ρᾶ πὼς ἔ­χει κο­ριά­σει ἀ­πὸ τὴν δί­ψα. Ἡ ἀμ­φι­θυ­μί­α μου ἀρ­χί­ζει νὰ γέρ­νει πρὸς τὴν λύ­πη­ση. Ξαφ­νι­κά,

         — Ἔ­τσι εἶ­σαι; μοῦ κά­νει, καὶ μὲ τα­χύ­τα­τη, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὴ κί­νη­ση ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει μί­α ρι­πὴ πη­χτοῦ σά­λιου ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται πά­νω στὸ πα­γω­τό μου, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα ἀ­πὸ τὴν λα­χτα­ρι­στὴ φρά­ου­λα, ποὺ τὴν ἄ­φη­να γιὰ τὸ τέ­λος. Ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­κα γιὰ νὰ ἀ­πορ­ρο­φή­σω τοὺς κρα­δα­σμοὺς τοῦ πυ­ρο­βο­λι­σμοῦ. Πρὶν προ­λά­βω νὰ ἀ­να­κτή­σω τὴν αὐ­το­κυ­ρι­αρ­χί­α μου ξέ­σπα­σε σὲ θριαμβευ­τι­κὰ γέ­λια.

         — Βλέ­πεις τί κα­λὴ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ γί­νεις; τώ­ρα θὰ μοῦ τὸ δώ­σεις…

         Μὲ ἀρ­γὴ τε­λε­τουρ­γι­κὴ κί­νη­ση ἁ­πλώ­νει καὶ βου­τά­ει τὸ κυ­πελ­λά­κι ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια μου.

         — …ὅ­λο…

         Δὲν ξα­να­παί­ξα­με πο­τέ.

 .

.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να 1958). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος, ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν της Ἀθήνας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο:  Ὁ μῦ­θος τοῦ ὁ­δοι­πό­ρου (1986, ποί­η­ση). Ἔχει δημοσιεύσει τὶς συλλογές διηγημάτων Ὀμελέτα μὲ μανιτάρια (ἐκδ. Νεφέλη, Ἀθήνα, 2007) καὶ Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος (έκδ. Γαβριηλίδης, 2013).

http://ironikopoulou.gr/

 

Ἡρὼ Νικοπούλου: Πεντικιούρ-Πετιγκρί

.

Ἡρὼ Νικοπούλου

 .

Πεντικιοὺρ-Πετιγκρί

 .

ΜΟΡΦΟ…καὶ τί μάρ­κα εἴ­πα­τε πῶς εἶ­ναι; Ρώ­τη­σε ρου­φών­τας τὴ μύ­τη της ἡ Μά­γδα χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὰ μά­τια ἀ­π’ τὴ δου­λειά της .

         —Πε­κι­νου­ά, χρυ­σή μου, ρά­τσας Πε­κι­νου­ά, τό­νι­σε τὶς λέ­ξεις ἐ­πι­δει­κτι­κὰ ἡ Ντιά­να καὶ ἄ­φη­σε τὸ δε­ξί της πέλ­μα νὰ χα­λα­ρώ­σει στὴν χού­φτα τῆς Μά­γδας ποὺ τὸ ἔ­τρι­βε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ μὲ­ς στὸ ζε­στὸ νε­ρό.

        Τὸ κα­φε­τὶ σκυ­λά­κι μό­λις κα­τά­λα­βε ὅ­τι μι­λοῦν γι’ αὐ­τό, γούρ­λω­σε κι ἄλ­λο τὰ μά­τια πρό­βα­λε ἐ­πι­βλη­τι­κὰ τὸν προ­γνα­θι­σμό του καὶ κοί­τα­ξε ἐ­χθρι­κὰ τὴν λε­κά­νη, ἔ­σκυ­ψε, μύ­ρι­σε καὶ τί­να­ξε τὴ μού­ρη του ξι­νι­σμέ­να. Ἡ Μά­γδα ἔ­τρι­βε μὲ εἰ­δι­κὴ ἐ­λα­φρό­πε­τρα τὶς χα­ρα­κω­μέ­νες φτέρ­νες τῆς πε­λά­τισ­σας καὶ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε μιὰ τὰ χον­τρὰ κορ­δό­νια τῶν φλε­βῶν στὶς γάμ­πες της, ποὺ ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ βά­ρος κόν­τευ­αν ν’ ἀ­νοί­ξουν καὶ νὰ κα­τρα­κυ­λή­σουν τὰ μπλα­βι­α­σμέ­να ζου­μιά τους μὲ­ς στὴν λε­κά­νη, καὶ μιὰ τὴν μαλ­λια­ρὴ σβού­ρα ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε σὰν φυ­σε­ρὸ καὶ σά­λι­ω­νε ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά της σκορ­πί­ζον­τας ὁ­λό­γυ­ρα τρί­χες καὶ σκό­νη. Ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὴ στὰ ζῶ­α, καὶ τὸ εἶ­χε πεῖ. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ κά­θε εἴ­κο­σι μέ­ρες —κα­θ’ ὅ­τι τα­κτι­κὴ πε­λά­τισ­σα ἡ Ντιά­να— παι­ζό­ταν ἡ ἴ­δια σκη­νή, ἡ ἀ­ναί­σθη­τη κυ­ρί­α μ’ ὅ­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε τὸ πρό­βλη­μα κου­βα­λοῦ­σε μα­ζί της τὸ μι­κρὸ τρι­χω­τὸ σα­τα­νὰ γιὰ νὰ τὴν παι­δέ­ψει. Καὶ τώ­ρα ἡ μύ­τη της τὴν γαρ­γα­λοῦ­σε ἀ­νυ­πό­φο­ρα ἀλ­λὰ μὲ τὰ χέ­ρια μὲ­ς στὶς σα­που­νά­δες ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ ξυ­στεῖ. Προ­σπά­θη­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι ἄλ­λο, θυ­μή­θη­κε ἕ­να ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸν Τα­χυ­δρό­μο τῆς Κυ­ρια­κῆς γιὰ τοὺς βου­δι­στὲς μο­να­χούς, πὼς ὅ­ταν δι­α­λο­γί­ζον­ται, λέ­ει, δὲν τοὺς ἀ­πο­σπᾶ κα­νεὶς καὶ τί­πο­τα τὴν προ­σο­χή. Πῆ­ρε τὴ μι­κρὴ φαλ­τσέ­τα κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­φαι­ρεῖ προ­σε­κτι­κὰ τοὺς πε­ριτ­τοὺς κά­λους, ἀ­να­στε­ναγ­μοὶ ἀ­να­κού­φι­σης ἀ­κού­γον­ταν ψη­λὰ ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να, ἔ­ξυ­νε τὰ ξέ­φτια γύ­ρω ἀπ’ τὰ πε­τσά­κια, καὶ …ἂχ νὰ ἔ­ξυ­νε καὶ τὴ μύ­τη της… τί φο­βε­ρὴ φα­γού­ρα! Ἔ­κα­νε νὰ πιά­σει πά­λι τὴν κου­βέν­τα μή­πως ξε­χα­στεῖ.

        —Ὥ­στε Πε­κι­νου­ὰ, εἴ­πα­τε, … πο­λὺ χα­ρι­τω­μέ­νο, καὶ ποῦ τὸ βρή­κα­τε;

        —Μὰ τί συ­ζη­τᾶς τώ­ρα, αὐ­τὰ τὰ σκυ­λιὰ δὲν τὰ βρί­σκεις ἔ­τσι ὁ­που­δή­πο­τε, ὁ Λά­κης μου δὲν εἶ­ναι ἕ­να ἁ­πλὸ Πε­κι­νου­ά, εἶ­ναι πα­λιὰ γνή­σια ρά­τσα, ἀ­πὸ εὐ­γε­νι­κὸ σό­ι, ἔ­χει καὶ Πε­τιγ­κρί, γι’ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε δὲν ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι νὰ τὸν ἀ­φή­σω σὲ κα­νέ­ναν καὶ τὸν ἔ­χω πάν­το­τε μα­ζί μου.

        —Ἄ, μά­λι­στα, εἶ­πε ἡ Μά­γδα καὶ ξα­νά­σκυ­ψε στὴ λε­κά­νη, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ μι­κρὸς σί­φου­νας τί­να­ζε τὴν οὐ­ρά του ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά της.

        Τὸ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ φτέρ­νι­σμα τῆς σκυμ­μέ­νης Μά­γδας, σή­κω­σε μιὰ μι­κρὴ τρι­κυ­μί­α στὸ λε­ρω­μέ­νο νε­ρὸ τῆς κί­τρι­νης λε­κά­νης, ἔ­κα­νε τὸ Πε­κι­νου­ὰ ν’ ἀ­να­πη­δή­σει καὶ μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πό­δια του καὶ νὰ αἰ­ω­ρη­θεῖ γιὰ λί­γο στὸν ἀ­έ­ρα σὰν μαλ­λια­ρὸ τό­πι πρὶν ξα­να­σκά­σει τρο­μαγ­μέ­νο στὸ φθαρ­μέ­νο μω­σα­ϊ­κό, καὶ τὴν κυ­ρί­α Ντιά­να νὰ κλω­τσή­σει τε­λι­κὰ τὴν λε­κά­νη καὶ τὸ λα­μὲ πα­σου­μά­κι της στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ μα­γα­ζιοῦ. Τὰ δά­χτυ­λα τῆς Μά­γδας σφί­χτη­καν πά­νω στὴ φαλ­τσέ­τα ἀ­κο­λου­θών­τας τὴ σύ­σπα­ση τοῦ κορ­μιοῦ της. Ἡ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­στρα­πια­ία, τὸ δε­ξὶ μι­κρὸ δά­χτυ­λο τῆς κυ­ρί­ας Ντιά­νας ἐκ­σφεν­δο­νί­στη­κε σχε­δὸν ταυ­τό­χρο­να μὲ τὰ στα­γο­νί­δια τοῦ φτερ­νί­σμα­τος. Ὁ πε­ρί­ερ­γος Λά­κης ἔ­τρε­ξε φρε­νά­ρον­τας στὶς χυ­μέ­νες σα­που­νά­δες νὰ δεῖ τί ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη, ἅρ­πα­ξε λαί­μαρ­γα τὸ δα­χτυ­λά­κι κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε φου­ρι­ό­ζος ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ τζα­μό­πορ­τα τοῦ μα­γα­ζιοῦ.

.

.

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Νικοπούλου Ἡρώ (Ἀθήνα, 1958). Σπούδασε Ζωγραφικὴ καὶ Σκηνογραφία στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Παράλληλα γράφει ποίηση καὶ πε­ζο­γραφία. Πρῶτο της βιβλίο: «Ὁ μύθος τοῦ ὁδοιπόρου» (Ἀθήνα, ποίη­ση, 1986), τελευταῖο της βιβλίο: «Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος» (διηγήματα, Γαβριη­λί­δης, 2013).