Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Χρι­στού­γεν­να, χι­ό­νι καὶ βρο­χή


ΡΙΞΕ ἕ­να ἀ­κό­μη κρόσ­σι ἀ­ση­μέ­νιας βρο­χῆς στὸ κλα­ρί, ζου­λών­τας νευ­ρι­κὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μα­τσά­κι στὴν ἱ­δρω­μέ­νη της πα­λά­μη. Ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τὶς βά­λει προ­σε­κτι­κὰ μί­α-μί­α. Μὰ βρο­χὴ καὶ χι­ό­νι μα­ζὶ δὲν πᾶ­νε, ψι­θύ­ρι­σε ὁ μι­κρὸς λο­ξο­κοι­τών­τας γιὰ ἐ­νι­σχύ­σεις τὴν ἀ­δελ­φή του. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἔ­γνε­ψε ἀ­ό­ρι­στα, εἶ­χε κου­ρα­στεῖ, ὅ­τι καὶ νὰ ἔ­λε­γε τὸ ἀ­γό­ρι ἡ μη­τρι­κὴ δι­α­τα­γὴ ἦ­ταν ρη­τή, ἀ­φοῦ ὑ­πῆρ­χε ἡ βρο­χὴ στὴν κού­τα μὲ τὰ πο­λυ­και­ρι­σμέ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα, θὰ τὴν ἔ­βα­ζαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Ἡ ἀ­νά­σα τοῦ μου­χλι­α­σμέ­νου κου­τιοῦ ἁ­πλώ­θη­κε σὰν ἀ­να­στε­ναγ­μὸς σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ δω­μά­τιο.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια συ­νέ­χι­ζε ἀ­νό­ρε­χτα νὰ στο­λί­ζει τὸ δέν­τρο μό­νη της. Ἔ­σκυ­ψε, ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ πλά­ι στὴ φάτ­νη τὰ δύ­ο πλα­στι­κὰ προ­βα­τά­κια ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­πὸ μι­κρή, νὰ χου­χου­λιά­ζουν τὸ βρέ­φος. Κά­θε τό­σο τὴν ἔ­πνι­γε ὁ λευ­κὸς κα­πνὸς Γκω­λου­άζ, ποὺ ξε­φυ­σοῦ­σε μὲ μα­νί­α ἡ μά­να της ἐ­νάν­τια σὲ ἀ­ό­ρα­το ἐ­χθρό, στρι­φο­γυρ­νών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ παι­χνί­δια, τά­χα νὰ τὰ ἰ­σι­ώ­σει. Ὡ­ραῖ­ο εἶ­ναι ἔ­τσι, ψέλ­λι­σε ὁ μι­κρός, τρε­μο­παί­ζον­τας τὰ δα­κρυ­σμέ­να ἀ­π’ τὸν κα­πνὸ μά­τια του, μπο­ροῦ­με νὰ τὸν κρα­τή­σου­με γιὰ σύν­νε­φο, ἔ; Ἡ Μ. προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν πέ­σει ἡ στά­χτη στὸ χα­λί, ἔ­σπα­σε τε­λι­κὰ τὴν πιὸ με­γά­λη, τὴν πιὸ ὄ­μορ­φη μπά­λα. Κλώ­τση­σε τὸ ἀ­ση­μὶ κου­φά­ρι. Ἄι­ι, τὸ καλ­τσὸν κοκ­κί­νι­σε. Ἡ ὀρ­γὴ τῆς κι­τρί­νι­σε τὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τή, κλει­δω­μέ­νη στὸ σπί­τι μὲ τὰ παι­διά, κι αὐ­τὸς ἀλ­λοῦ. Ποι­ός ξέ­ρει ποῦ καὶ μὲ ποι­ά.

       Ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια σκόρ­πι­ζε τώ­ρα βι­α­στι­κὰ τ’ ἀ­ση­μέ­νια κρόσ­σια ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς μπά­λες. Ἡ βρο­χὴ στὸ δω­μά­τιο δυ­νά­μω­σε ρα­γδαῖ­α, ση­κώ­θη­κε ξαφ­νι­κὸς ἀ­έ­ρας, κου­δού­νι­σαν τὰ κρε­μα­σμέ­να τρί­γω­να, ρί­γη­σαν τά­ραν­δοι κι ἐ­λά­φια, τὰ κλα­διὰ ἀ­να­δεύ­τη­καν ξη­λώ­θη­κε τὸ μπαμ­πα­κέ­νιο χι­ό­νι.

       Πά­ω γιὰ τσι­γά­ρα, φώ­να­ξε μέ­σ’ στὴν κο­σμο­χα­λα­σιὰ ἡ Μ. καὶ κο­πά­νι­σε πί­σω της τὴν πόρ­τα.

       Εἶ­δες τε­λι­κὰ πό­σο κα­λὴ εἶ­ναι ἡ βρο­χὴ εἶ­πε ἡ Ἰ­φι­γέ­νεια καὶ ἕ­σφι­ξε τὸ μι­κρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά της. Στὸ περ­βά­ζι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὸ εἶ­χε ἤ­δη στρώ­σει, στὸ βά­θος ἡ λε­ω­φό­ρος ἔ­λαμ­πε κά­τα­σπρη.


 


Πηγή: ἐφ. Αὐγή, ἔν­θε­το «Ἀ­να­γνώ­σεις», Κυ­ρι­ακή, 23 Δε­κεμ­βρί­ου 2018.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσσερεις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποι­ή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr


		
Advertisements

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη: 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Σε­πτεμ­βρί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη ὁ τό­μος 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν (σελ. 288, μὲ ἐξώφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου), μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α ἀ­πὸ τὴν τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ παγ­κό­σμια δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α γιὰ τὸ γε­γο­νός, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τὴν μη­νια­ία ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ βι­βλί­ο The BooksJournal. Τὸν τό­μο μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖα κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη (Ἀν­δρέ­α Με­τα­ξᾶ 28 & Θε­μι­στο­κλέ­ους, Ἐ­ξάρ­χεια) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 27-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη


83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[«…Ὁ βομ­βι­στὴς γί­νε­ται κομ­μά­τια, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α κομ­μα­τά­κια, καὶ θραύ­σμα­τα τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν του ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­α δύ­να­μη καὶ τα­χύ­τη­τα ποὺ σφη­νώ­νον­ται, πα­γι­δεύ­ον­ται στὸ σῶ­μα ὅ­ποι­ου βρί­σκε­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς… Αὐ­τὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα.»]

Ντὸν Ντε­Λίλ­λο, Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση (μτφ. Ἔ­φη Φρυ­δᾶ)


Οἱ «83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δὲν» εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ θέ­μα ἢ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων ἀ­πὸ τὴν μοι­ραί­α 11/09/2001 καὶ τὴν πτώ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Οἱ ἐ­πι­πτώ­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πί­θε­σης ξε­τυ­λί­γον­ται ἀ­κό­μα ἀλ­λά­ζον­τας τὸν τρό­πο ποὺ βλέ­που­με καὶ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὰ πράγ­μα­τα, δί­νον­τας νέ­ες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὸν κό­σμο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­σφα­λοῦς καὶ ἄ­τρω­του δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε, ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρύ­πω­σε γιὰ τὰ κα­λά, δί­νον­τας τὸν τό­νο της, στὶς σκέ­ψεις καὶ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τα πολ­λῶν.

       Ὁ ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸς αὐ­τὸς τό­μος, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης γιὰ τὸ βι­βλί­ο Books’ Journal, πε­ρι­λαμ­βά­νει, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς με­τα­φρά­σεις ξέ­νων δι­η­γη­μά­των, συ­νερ­γα­σί­ες γνω­στῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ κλή­θη­καν νὰ λά­βουν μέ­ρος στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ἀλ­λὰ καὶ συμ­με­το­χὲς νέ­ων συγ­γρα­φέ­ων καὶ φί­λων ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ποὺ κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης ὑ­πέ­βα­λαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους καὶ ἐ­πι­λέ­χθη­καν ἀ­πὸ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ συγ­κρο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ τὴν Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη. Τὸ σύ­νο­λο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ τό­μου εἶ­ναι πε­νήν­τα ἕ­ξι.

       Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Μέ­νον­τας, λοι­πόν, πι­στοὶ στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φόρ­μα ποὺ ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται, ζη­τή­σα­με ἀ­πὸ τοὺς ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες καὶ συμ­με­το­χὲς μὲ ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο τὶς τρι­α­κό­σι­ες λέ­ξεις. Αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ δὲν γι­νό­ταν νὰ ἰ­σχύ­σει γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­ξα­με νὰ με­τα­φρά­σου­με ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

       Στό­χος μας εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σι­ά­σου­με ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­ε­θνῆ μυ­θο­πλα­στι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μὲ ἀ­φορ­μὴ ἢ θέ­μα ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου, γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­λέ­ξα­με καὶ συμ­πε­ρι­λά­βα­με δι­η­γή­μα­τα, ποὺ με­τέ­φρα­σαν εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ τό­μο συ­νερ­γά­τες με­τα­φρα­στές, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἡ πη­γὴ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλή­σα­με τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ κεί­με­να —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ σκη­νο­θέ­τη Ντά­ρεν Ἀ­ρα­νόφ­σκι, τοῦ Πί­τερ Κά­ρεϋ, τῆς Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς— εἶ­ναι ἡ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 110 Stories. New York Writes after September 11 μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Urlich Baer, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2002 ἀ­πὸ τὸ New York University Press. Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με συμ­πε­ρι­λά­βει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα Guardian στὰ δε­κά­χρο­να τῆς ἐ­πί­θε­σης, τὸ 2011. Ἡ με­τα­φρα­στι­κὴ πα­λέ­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος πέ­ραν τῆς ἀγ­γλι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μὲ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς δι­ή­γη­μα τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ Ρώ­σου συγ­γρα­φέ­α Βλαν­τι­μὶρ Βλαν­τμέ­λι, μὲ ἕ­να του γνω­στοῦ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νου σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νωφ, με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν συ­νερ­γά­τη μας Σπύ­ρο Παπ­πᾶ —ποὺ εἶ­χε καὶ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα—, κα­θὼς καὶ μὲ ἕ­ξι ἰ­σπα­νό­φω­να δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ Ἰσπα­νί­α, Μα­ρό­κο, Ἀρ­γεν­τι­νή, Με­ξι­κὸ καὶ Που­έρ­το Ρί­κο), ποὺ κά­νουν τὴν πρώ­τη τους ἐμ­φά­νι­ση στὸν ἔν­τυ­πο κό­σμο μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό.

       Αὐ­τὴ ἡ συ­να­γω­γὴ δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χῶ­ρες καὶ γλῶσ­σες μᾶς δί­νει ἀρ­κε­τὰ πλού­σια εἰ­κό­να γιὰ τὸν ἀν­τί­κτυ­πο ποὺ εἶ­χε δι­ε­θνῶς τὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου. Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, σὲ κά­θε θε­μα­τι­κὴ συ­νά­θροι­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων πάν­τα ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ ποι­κι­λί­α τῶν προ­σεγ­γί­σε­ων κα­θὼς καὶ οἱ συγ­κλί­σεις/συμ­πτώ­σεις ὅ­που καὶ ἂν ὑ­πάρ­χουν. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, στὸν πα­ρόν­τα τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν ἔν­νοι­ες καὶ ὅ­ρους τοῦ σκα­κιοῦ: ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης μὲ τὸ «Ρο­κέ» του – εἰ­δι­κὴ κί­νη­ση στὸ σκά­κι ὅ­που συμ­με­τέ­χουν ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο πύρ­γους, ἡ Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου μὲ τὸ «Σάχ», ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της μὲ τὸν ὅ­ρο «Γκαμ­πί» – θυ­σιά­ζεις κά­τι ση­μαν­τι­κὸ γιὰ νὰ πε­τύ­χεις μα­κρο­πρό­θε­σμα «Μάτ»· ἢ ἀλ­λοῦ, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Γιά­ννη Εὐ­στα­θιά­δη καὶ τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς Στρα­τη­γο­πού­λου ὅ­που ἡ ἔν­νοι­α τῆς πτώ­σης στὸ κε­νὸ προ­σεγ­γί­ζε­ται μὲ μου­σι­κοὺς ὅ­ρους. Ὁ Βα­σί­λης Κα­ρα­γιά­ννης καὶ ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, πά­λι, ἐ­πι­ση­μαί­νουν τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ σύμ­πτω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­δύ­μου τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πτώ­σης τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων! Ἐ­νῶ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Μα­ρί­ας Κου­γι­ουμ­τζῆ, τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἀμ­πα­τζῆ, καὶ τοῦ Γι­ώρ­γου Λυ­κο­τρα­φί­τη πι­ά­νον­τας τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ νή­μα­τος καὶ δί­νον­τας φω­νὴ στὸν τρο­μο­κρά­τη, φω­τί­ζουν τὴν ἀ­πέν­ταν­τι πλευ­ρά. Ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Νί­κου Κα­τσα­λί­δα καὶ τοῦ Νί­κου Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, ὡς συμ­βο­λι­κὸς τό­πος καὶ τὸ γρα­φι­κὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ποὺ βρι­σκό­ταν στὴ βά­ση τῶν Πύρ­γων καὶ κα­τα­στρά­φη­κε ὁ­λο­σχε­ρῶς. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ Σι­δη­ρᾶ, ἡ Χρυ­σο­ξέ­νη Προ­κο­πά­κη καὶ ὁ Δη­μή­τρης Τού­λιος λει­τουρ­γών­τας ἀν­τι­στι­κτι­κὰ συν­δέ­ουν ὑ­παρ­ξια­κὰ τὴν πτώ­ση τῶν Δι­δύ­μων μὲ τὸν το­κε­τὸ καὶ νέ­α ζω­ή. Τέ­λος, ὁ Δη­μή­τρης Φύσ­σας πα­ρα­θέ­τει τὶς δύ­ο ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες ἐκ­δο­χὲς τοῦ ἴ­διου γε­γο­νό­τος ταυ­τό­χρο­να, ἐ­πι­λέ­γον­τας νὰ φα­νεῖ αὐ­τὸ καὶ ὡς εἰ­κό­να μέ­σῳ τῆς δι­α­μόρ­φω­σης τοῦ κει­μέ­νου του σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια δι­ά­τα­ξη καὶ χω­ρί­ζον­τάς το στὸ πρῶ­το μέ­ρος στὴ μέ­ση.


Ὁ Ντὸν Ντε­Λίλ­λο στὸ βι­βλί­ο του Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση —ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2010 ἀ­πὸ τὸ Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἔ­φης Φρυ­δᾶ—, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πλέ­ον συ­ζη­τη­μέ­νη μέ­χρι στιγ­μῆς σχε­τι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ κα­τά­θε­ση, προ­σεγ­γί­ζει τὸ θέ­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν δια­ρκῆ ὑ­παρ­ξια­κὸ καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀ­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῶν ἡ­ρώ­ων του ποὺ μοιά­ζει νὰ ἔ­χουν χά­σει τὰ σα­φῆ γνω­στά τους πε­ρι­γράμ­μα­τα καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν δια­ρκῶς νὰ ξα­να­ταυ­τι­στοῦν μὲ αὐ­τά. Ἐν­δι­α­μέ­σως ὅ­μως ἐ­ναλ­λάσ­σει τὶς ἐν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις ἢ τοὺς δι­α­λό­γους τῶν χα­ρα­κτή­ρων πα­ρεμ­βάλ­λον­τας κά­θε τό­σο σπα­ρα­κτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ φι­λο­ξε­νοῦ­με ὡς ἐ­πι­γρα­φὴ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ πα­ρόν­τος εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος, ποὺ λει­τουρ­γοῦν σὰν ἐ­νι­σχυ­τὲς τῆς χα­μη­λό­φω­νης ἀ­φή­γη­σής του καὶ σὰν νέ­α φίλ­τρα ἀν­τί­λη­ψης καὶ θέ­α­σης τοῦ κό­σμου. Ἡ τρο­μα­κτι­κὴ δύ­να­μη τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης πε­ρι­γρα­φῆς εἶ­ναι τέ­τοι­ας ὑ­φῆς ποὺ τε­λι­κὰ με­τα­τρέ­πε­ται σὲ δύ­να­μη με­τα­μορ­φω­τι­κή των συ­νει­δή­σε­ων ποὺ τὴν δι­α­βά­ζουν.

       Μὲ πα­ρό­μοι­α πρό­θε­ση καὶ ἐλ­πί­δα ἐ­πι­χει­ρή­σα­με τὸ ἀ­νὰ χεί­ρας ἀ­φι­έ­ρω­μα ἐλ­πί­ζον­τας στὴ με­τα­μορ­φω­τι­κή του δρά­ση. Ὅ­πως τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ «ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα» τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν τοῦ βομ­βι­στῆ κα­τὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις τῶν τρο­μο­κρα­τι­κῶν ἐ­πι­θέ­σε­ων σφη­νώ­νον­ται, κά­πο­τε γιὰ πάν­τα, στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων βρί­σκον­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς, συγ­χω­νεύ­ον­τας δρά­στη καὶ θύ­μα σὲ μιὰ νέ­α ἔμ­βια μνή­μη τοῦ τρα­γι­κοῦ συμ­βάν­τος, ἔ­τσι καὶ τὰ μι­κρο­κεί­με­να τοῦ τό­μου κα­θὼς ἔρ­χον­ται νὰ ἐν­σφη­νω­θοῦν μὲ τὸν δρα­στι­κό τους τρό­πο καὶ λό­γο στὸ σῶ­μα τῆς ἴ­διας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­ναι­ρών­τας ἐ­ρέ­θι­σμα καὶ ἀ­πό­κρι­ση σὲ ἕ­να, ἀ­ξι­ώ­νουν τὴν δι­κή τους νέ­α καὶ μο­να­δι­κὴ κά­θε φο­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ μνή­μη τῆς με­γά­λης ἱ­στο­ρι­κῆς τρα­γω­δί­ας, ποὺ σκιά­ζει καὶ θὰ σκιά­ζει τὶς μέ­ρες μας.



Πη­γή: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (ἐ­πι­μέ­λεια), 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2017, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-16.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Σταγ­κου­ρά­κη, Ἕ­λε­να (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν (MPI) στὴν Ἑλ­λά­δα, δι­ορ­γα­νώ­νον­τας τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὸ ἐ­τή­σιο δι­ε­θνὲς φε­στι­βὰλ «Κραυ­γὴ γυ­ναι­κῶν» («Grito de Mujer»). Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ Νέ­ου Πλα­νό­διου. Ἔ­χει ἀν­θο­λο­γή­σει καὶ με­τα­φρά­σει τὴν ποί­η­ση τῆς Οὐ­ρου­γουα­νῆς ποι­ή­τριας Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο στὸ βι­βλί­ο Τὸ ἄν­θος τῆς στά­χτης (Gutenberg, 2015).


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης: Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν.


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Ἰ­ου­λί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ τρί­τος τό­μος τῆς ἐ­τή­σιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕ­λη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 288, μὲ ἐξὠφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 26-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης


Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16

Ἅλ­μα Τρι­πλοῦν

 

Ε ΤΟΝ ΑΝΑ ΧΕΙΡΑΣ ΤΟΜΟ συμ­πλη­ρώ­νον­ται τρί­α χρό­νια δια­ρκοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι στὸν ἔν­τυ­πο χῶ­ρο. Πα­ρό­λη τὴ δύ­σκο­λη οἰ­κο­νο­μι­κὴ συγ­κυ­ρί­α τοῦ πα­ρόν­τος, ποὺ πλήτ­τει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ βι­βλί­ο, οἱ ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης καὶ ὁ φί­λος Σά­μης στή­ρι­ξαν τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά μας γιὰ τρί­τη χρο­νιά, δεί­χνον­τας ἔ­τσι πὼς ὁ κό­σμος τοῦ χαρ­τιοῦ καὶ ὁ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸς τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου μπο­ροῦν συ­νερ­γα­ζό­με­νοι νὰ συμ­βι­ώ­νουν – ἀ­κό­μη!


Ἀ­πὸ τὶς 168 ἐ­πι­λεγ­μέ­νες ἀ­ναρ­τή­σεις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὴ χρο­νιὰ ποὺ μᾶς πέ­ρα­σε, ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2015 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2016, ξε­δι­α­λέ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω τὰ 56 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ 53 συγ­γρα­φεῖς Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νους) ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ τὰ πε­ζὰ αὐ­τὰ τὰ 35 εἶ­ναι ἑλ­λη­νι­κά (14 δη­μο­σι­εύ­θη­καν γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας), ἐ­νῶ τὰ ξε­νό­γλωσ­σα 21 προ­ερ­χό­με­να ἀ­πὸ 6 γλῶσ­σες: 10 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, ἀ­πὸ 3 ἀγ­γλι­κὰ καὶ ρω­σι­κά, ἀ­πὸ 2 ἰ­τα­λι­κὰ καὶ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ 1 ἀ­πὸ τὰ ἑ­βρα­ϊ­κά. Ὁ πο­λυ­ε­θνι­κὸς πο­λι­τι­σμι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τους συν­δυ­α­ζό­με­νος μὲ τὴν με­γά­λη ποι­κι­λί­α τοῦ ὕ­φους καὶ τὴν πλού­σια θε­μα­τι­κὴ δη­μι­ουρ­γεῖ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ ψη­φι­δω­τὸ ποὺ κα­το­πτρί­ζει τὴν ἀ­στεί­ρευ­τη τρο­πι­κό­τη­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους: τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος.

       Τὴν ἀν­θο­λο­γι­κὴ συ­να­γω­γὴ τῶν πε­ζο­γρα­φη­μά­των κλεί­νει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο μας δο­κι­μια­κὸ ἐ­πί­με­τρο μὲ τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ κεί­με­να, μαρ­τυ­ρί­α τοῦ δια­ρκοῦς προ­βλη­μα­τι­σμοῦ τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας.

 


Πη­γή: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Γιά­ννης Πα­τί­λης, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16. 56 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2016, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-10.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία τῶν πραγμάτων


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­ξί­α τῶν πραγ­μά­των


ΑΘΩΣ με­τέ­φε­ραν τὴ βα­ριὰ γκι­λο­τί­να στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κά­στρου ἕ­να λα­σκα­ρι­σμέ­νο καρ­φὶ ἔ­πε­σε στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι. Τὸ μά­τι τοῦ σι­δε­ρὰ γυ­ά­λι­σε ἀ­πὸ χα­ρά, ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε κρυ­φά· ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­θε­λε νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει τὸ δε­ξὶ χε­ρού­λι τῆς χρυ­σο­ποί­κιλ­της κο­λυμ­πή­θρας.

 

 

Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ πρώ­τη μορ­φὴ στὸ περιοδικὸ Deep generation.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι ’15. Ἐτήσιος ἀμητός.


Nikopoulou-Patilis-IstoriesBonsai'15-Anthologia-200dpi


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε τέλη Δεκεμβρίου 2015 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ὁ δεύτερος τό­μος τῆς ἐτήσιας ἀν­θο­λο­γί­ας μας ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15. 61 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 296). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης (Ἁ­γί­ας Εἰ­ρή­νης 17, Μο­να­στη­ρά­κι) (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 02-02-2016). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης


Ἱστορίες Μπον­ζάι ’15.

Ἐτήσιος ἀμητός.


02-PiΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ἕ­ναν χρό­νο πρὶν στοὺς φί­λους τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος τὸν τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 το­νί­ζα­με τὸν ἀν­θο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τός μας. Συγ­κεν­τρώ­να­με τό­τε 83 μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ἀν­θο­λο­γη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­ριθ­μὸ πε­ζῶν, πού, μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὸ κρι­τή­ριο πά­λι, εἶ­χαν πα­ρου­σια­στεῖ κα­τὰ τὰ προ­η­γού­με­να τεσ­σε­ρά­μι­σι χρό­νια ἀ­πὸ τὶς στῆ­λες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ἀν­θο­λο­γι­κὸ καὶ πά­λι χα­ρα­κτή­ρα ἔ­χει καὶ ἡ τω­ρι­νή μας συ­να­γω­γή. Μό­νο ποὺ ἡ ἀν­θο­λο­γι­κή της δε­ξα­με­νὴ ἔ­χει πε­ρι­ο­ρι­στεῖ στὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας τὴν χρό­νια ποὺ τώ­ρα δι­α­τρέ­χου­με, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου τοῦ 2014 ἕ­ως τὰ τέ­λη τοῦ Σε­πτεμ­βρί­ου 2015. Ἐ­ξάλ­λου αὐ­τὸ εἴ­χα­με εὐ­χη­θεῖ κλεί­νον­τας τὴν εἰ­σα­γω­γή μας μὲ τὸν τί­τλο «Τε­τρα­ε­τὲς ἀ­πάν­θι­σμα» στὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο: νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του σὲ μιὰ τα­κτι­κὴ ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος. Καὶ αὐ­τὸ γί­νε­ται τώ­ρα. Ἂ­πὸ τὰ πε­ζὰ λοι­πὸν ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο αὐ­τή, πα­ρου­σι­ά­ζου­με ἐ­δῶ 61 ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ μᾶς ἄ­ρε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Μο­λο­νό­τι ἡ ἀν­θο­λο­γι­κὴ βά­ση πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται τώ­ρα χρο­νο­λο­γι­κῶς, τὸ κρι­τή­ριο τῆς πε­ρι­ε­κτι­κό­τη­τας (: ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κό­τη­τα σὲ πη­γές, γλῶσ­σες, εἴ­δη, ἔ­κτα­ση) πα­ρα­μέ­νει ὑ­ψη­λό. Ἔ­τσι ὁ τό­μος πε­ρι­έ­χει 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ 22 ἀ­πὸ 7 ἄλ­λες γλῶσ­σες (: 7 ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά, 4 ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ 4 ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, 3 ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά, 2 ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, καὶ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ ρω­σι­κά). Ἀ­πὸ τὰ 39 ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα, τὰ 28 ἀν­τλοῦν­ται ἀ­πὸ ἔν­τυ­πες πη­γὲς ἐ­νῶ τὰ 11 ἀ­πὸ τὰ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­να στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας. Ἀ­να­λό­γως ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­ται οἱ δι­ά­φο­ρες ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες κα­θὼς καὶ οἱ τρεῖς (συμ­βα­τι­κὲς) πο­σο­τι­κὲς ὑ­πο­δι­αι­ρέ­σεις τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὲ ὑ­πέρ­μι­κρο (ἕ­ως 200 λέ­ξεις), πο­λὺ σύν­το­μο (200-1000 λέ­ξεις) καὶ σύν­το­μο (1000-2000 λέ­ξεις) δι­ή­γη­μα.


       Κά­θε χρό­νο ποὺ περ­νᾶ τὸ δι­ε­θνὲς ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα τό­σο στὸ πε­δί­ο τῆς πρα­κτι­κῆς, δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἔκ­φρα­σης τῶν προ­σώ­πων ὅ­σο καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κῶν προ­σεγ­γί­σε­ων στὸ εἶ­δος, αὐ­ξά­νε­ται κα­τα­κό­ρυ­φα. Μό­λις πρὶν ἕ­να χρό­νο, τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2014, ἔ­γι­νε τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ Κεν­τά­κι τῶν ΗΠΑ, ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δι­ε­θνὲς συ­νέ­δριο στὸ Neuquen τῆς Αρ­γεν­τι­νῆς τὸ 2016. Ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­σή του, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας πα­ρα­κο­λου­θεῖ μὲ σει­ρὰ ἄρ­θρων καὶ συ­νεν­τεύ­ξε­ων τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις καὶ ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εἶ­δος. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ τὸν προ­η­γού­με­νο τό­μο μας κα­θι­ε­ρώ­σα­με νὰ ὑ­πάρ­χει κά­θε φο­ρὰ ἕ­να «Ἐ­πί­με­τρο» ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νο ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸν θε­ω­ρη­τι­κὸ λό­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος καὶ τῆς μέ­ρι­μνάς μας: τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Στὸ φε­τι­νό μας ἐ­πί­με­τρο πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τρί­α τέ­τοι­α ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτα κεί­με­να: ἑ­νὸς Βά­σκου συγ­γρα­φέ­α καὶ κρι­τι­κοῦ λο­γο­τε­χνί­ας, τῶν τρι­ῶν ἱ­δρυ­τῶν τῆς πιὸ δι­ά­ση­μης ἀν­θο­λο­γί­ας flash fiction τοῦ ἀγ­γλό­φω­νου κό­σμου καὶ τὰ κύ­ρια συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 8ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ προ­α­να­φέ­ρα­με.


* * *


Ἡ πα­ρού­σα «ἀ­κα­τα­στα­σί­α» τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου, ἡ κα­τα­στα­­τι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κῶς ἐ­πι­θυ­μη­τή, μα­ζὶ μὲ τὴν λυ­τρω­τι­κὴ γιὰ ὁ­μά­δες καὶ ἄ­το­μα ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς ἔκ­φρα­σης, μᾶς μα­θαί­νει καὶ κά­τι ποὺ ὡς αὐ­το­νό­η­το μέ­χρι χθὲς σή­με­ρα τεί­νου­με νὰ τὸ ξε­χά­σου­με ὁ­λο­σχε­ρῶς: ὅ­τι ἔκ­φρα­ση συ­νι­στᾶ πρω­τί­στως μορ­φὴ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, καὶ τό­σο ἡ μορ­φὴ ὅ­σο καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πο­κτή­μα­τα ἀ­κρι­βὰ πού, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ συγ­κρό­τη­ση ἐκ­φρα­ζο­μέ­νου προ­σώ­που, προ­ϋ­πο­θέ­τουν καλ­λι­έρ­γεια καὶ κρι­τή­ρια, δη­λα­δὴ ἐ­νερ­γὴ συμ­πα­ρου­σί­α παι­δεί­ας, πα­ρά­δο­σης καὶ συ­νέ­χειας. Στὸν κό­σμο τοῦ ἐν­τύ­που οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τὲς —μο­λο­νό­τι δὲν ὑ­πῆρ­χαν παν­τοῦ καὶ πάν­τα— γι­νόν­του­σαν εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀν­τι­λη­πτές. Ὁ ἀ­πὸ τὰ κά­τω ἐκ­πο­λι­τι­σμὸς τοῦ κυ­βερ­νο­χώ­ρου, ὁ ἀν­τί­θε­τος τό­σο στὶς ἐ­ξου­σι­α­στι­κὲς χει­ρα­γω­γή­σεις κρα­τῶν καὶ συμ­φε­ρόν­των ὅ­σο καὶ στὸ αὐ­το­μα­τι­κὸ καὶ ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο ψυ­χόρ­μη­το τῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας τοῦ κα­θε­νός, εἶ­ναι ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ δὲν πρέ­πει νὰ χα­θεῖ. Στὴν προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ὁ ἔν­τυ­πος κό­σμος μὲ τὶς ἀ­ξί­ες καὶ τὰ θε­σμι­σμέ­να ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες κρι­τή­ριά του πα­ρα­μέ­νει συμ­πα­ρα­στά­της μας.

       Καὶ σ’ αὐ­τὸν ἐ­πι­στρέ­φου­με γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης, Ἱστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μι­κρὰ Δ­ι­­η­­γή­μα­τα. Μιὰ Ἀν­θο­λο­γία (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2015, σελ. 296), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 7-12.

­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴν δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1970-2010). Δη­μο­σί­ευ­σε ἕντεκα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των του, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012) καὶ δι­α­τη­ρεῖ τὶς ἐκ­δό­σεις του. Τὸ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.



		

	

Ἡρὼ Νικοπούλου: Μικρὲς ἐξομολογήσεις

Nikopoulou,Iro-MikresEksomologiseis-Eikona-02

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


 

Μι­κρὲς ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις

 


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_AlphabetΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ γλί­στρη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ κλει­δὶ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλεί­δω­σε, φυ­λά­κι­σέ με, ψι­χά­λι­σε στ’ αὐ­τιά του ἡ ἀ­νά­μνη­ση τῆς φω­νῆς της. Εἰ­σέ­πνευ­σε βα­θιὰ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴν κλει­σού­ρα τοῦ χώ­ρου· τὸν τύ­λι­ξε πά­χνη ὕ­πνου πα­χιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο κου­νου­πί­δι καὶ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νο τη­γα­νί­δι· τὸ χνῶ­το τοῦ σπι­τιοῦ τὸν ρού­φη­ξε ἀ­πό­το­μα μέ­σα, στη­ρί­χτη­κε μὲ τὴν πλά­τη στὴν πόρ­τα κι ἕ­να αἴ­σθη­μα μα­ται­ό­τη­τας τὸν πλημ­μύ­ρι­σε τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ οἱ παλ­μοί του ἡ­σύ­χα­ζαν, ἐ­δῶ του­λά­χι­στον ἦ­ταν ἀ­σφα­λής. Ἔ­κλει­σε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­φή­νον­τας πί­σω του τὴν βο­ὴ τῆς νύ­χτας. Ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια καὶ προ­χώ­ρη­σε ψη­λα­φι­στά.

       Στὸ βά­θος τοῦ σα­λο­νιοῦ ἔ­πε­φτε ἀ­κό­μα μο­νό­το­νο τὸ χι­ό­νι τῆς ΥΕΝΕΔ. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τί­πο­τ’ ἄλ­λο στὰ σκο­τει­νά. Ἦ­ταν κα­νεὶς στὸ δω­μά­τιο; Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο, σκέ­φτη­κε ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τοὺς ὤ­μους. Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε βι­α­στι­κά. Ἤ­θε­λε νὰ κρα­τή­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­σα συ­νέ­βη­σαν, χω­ρὶς πε­ρι­γρα­φὲς καὶ συ­ζη­τή­σεις. Ἔ­στω γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα. Οἱ ξέ­νες φω­νὲς τοῦ ‘κλε­βαν τὶς εἰ­κό­νες, αὐ­τὸ πιὰ τὸ ἤ­ξε­ρε σί­γου­ρα. Μό­λις τὰ πε­ρι­έ­γρα­φε, τὰ γε­γο­νό­τα ἐ­ξα­τμί­ζον­ταν σὰν μα­γι­κὰ τζί­νι, σὰν νὰ μὴν εἶ­χαν συμ­βεῖ πο­τέ. Μά­ται­α πά­λευ­ε με­τὰ νὰ ἀ­να­συν­θέ­σει, σκη­νές, λέ­ξεις αἰ­σθή­μα­τα, ὅ­λα εἶ­χαν κά­νει φτε­ρά. Ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια σφι­χτά, ἐ­ξό­ρι­ζε τὸ φῶς καὶ συγ­κεν­τρω­νό­ταν, ἄρ­χι­ζε νὰ τὰ σκέ­φτε­ται μὲ τὴ σει­ρά, ἵ­δρω­νε ὧ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἡ ὀ­θό­νη ἦ­ταν πά­λι ἄ­γρα­φη, παρ­θέ­νο λευ­κὸ ἢ βε­λού­δι­νο μαῦ­ρο ἀ­βύσ­σου, τὸ ἴ­διο ἀ­φό­ρη­το.

       Ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, τώ­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­νε πί­σω του καὶ γι’ ἀ­πό­ψε θὰ εἶ­χε σω­θεῖ, ὅ­ταν ἀ­κού­στη­κε σχε­δὸν δί­πλα του ὁ ψί­θυ­ρος.

       — Λοι­πὸν πῶς πῆ­γε;

       Τι­νά­χτη­κε ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος, τε­λι­κὰ πά­λι δὲν τὴν γλί­τω­σε.

       — Ἄσε, θὰ στὰ πῶ αὔ­ριο.

       — Κα­λά αὔ­ριο, ἀλ­λὰ τί ἔ­γι­νε, πῶς πῆ­γε;

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε νὰ χα­ρεῖ τὰ ἐ­πι­νί­κια αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὸ δι­κό του ρυθ­μό, χω­ρὶς πί­ε­ση.

       — Κα­λὰ πῆ­γε, ἄν­τε κοι­μή­σου.

       — Τε­λι­κὰ ἦρ­θε μό­νη της;

       — Ὄ­χι, ἀλ­λὰ νυ­στά­ζω.

       —Μη μοῦ πεῖς πὼς ἔ­φε­ρε πά­λι τὴν φί­λη της.

       — Τὴν ἔ­φε­ρε…

       — Καὶ τί ἔ­κα­νες;

       — Ἄ­σε με, σοῦ λέ­ω νυ­στά­ζω.

       — Μὴ μοῦ πεῖς… καὶ τὶς δύ­ο!

       — Ἔ, ναὶ ρὲ μά­να, καὶ τὶς δύ­ο, κα­λη­νύ­χτα. Κο­πά­νι­σε τὴν πόρ­τα καὶ δυ­να­τὰ τὸ κε­φά­λι του πά­νω της. Ὁ νοῦς του πλημ­μύ­ρι­σε πά­λι ἀ­πὸ τὸ χυ­λῶ­δες μουρ­μου­ρη­τὸ τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ.

       Τὸ σπί­τι τους ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νο. Τὰ χα­μη­λὰ πορ­τα­τὶφ τοῦ σα­λο­νιοῦ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα νὰ μοιά­ζουν μου­χλι­α­σμέ­να. Ναί, σὰν νὰ τὴν μύ­ρι­ζε τὴ μού­χλα τοῦ φαι­νό­ταν. Εἶ­χε πο­τί­σει τὰ ὑ­φά­σμα­τα, τὰ ἔ­πι­πλα, τὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα. Καὶ οἱ ψι­θυ­ρι­στὲς φω­νί­τσες τῶν θειά­δων του ψι­λο­βε­λο­νι­ές, πον­τα­ρι­σι­ὲς στὰ κρόσ­σια τοῦ ἀ­έ­ρα, στὸ ρεῦ­μα τῶν φω­τα­γω­γῶν, κλέ­φτες ἀγ­κα­θω­τοὶ πε­τού­με­νοι στὸ ἀ­νοι­γό­κλει­σμα μιᾶς πόρ­τας. Μι­κρὰ ζω­ύ­φια τὰ λό­για τους, μι­κρού­λι­κες ψι­λὲς κα­τσα­ρι­δοῦ­λες ποὺ τρε­χα­λί­ζα­νε χα­μέ­νες καὶ χα­ρού­με­νες ἀ­πὸ ‘δῶ κι ἀ­πὸ ‘κεῖ. Τὰ μπου­κω­μέ­να στό­μα­τα τῶν θειά­δων ποὺ ψέ­κα­ζαν ὁ­λό­γυ­ρα ἀ­λε­σμέ­νες λέ­ξεις, σκέ­ψεις, ἀ­λή­θειες καὶ ψέ­μα­τα, ἁ­λώ­νι­ζαν καὶ ἤ­ξε­ραν· ἤ­ξε­ραν καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ κρυ­φο­γε­λοῦ­σαν, καὶ προ­παν­τὸς ἡ­ρω­ι­κὰ σι­ω­ποῦ­σαν, ὅ­λο γε­λά­κια καὶ στρα­βο­μου­τσου­νι­ά­σμα­τα, καὶ σταυ­ρο­κο­πή­μα­τα, κι ἔ­φτυ­ναν τὸν κόρ­φο τους, πώ πώ, γιὰ σκέ­ψου τί κρί­μα, τί κρί­μα, δυ­ὸ μέ­τρα πα­λι­κά­ρι νὰ μήν…, κι ἡ μά­να του τά­χα νὰ τὶς μα­λώ­νει πὼς «σι­γά, κα­λὲ σι­γὰ πιά, προ­σέ­χτε, ὄ­χι μπρο­στά του, μὴ σᾶς κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὸ ξέ­ρε­τε, δὲν κά­νει, θὰ γί­νει χει­ρό­τε­ρα».

       Κι ἐ­κεῖ­νος συ­νερ­γοῦ­σε στὸ θέ­α­τρο, ποὺ ἔ­λε­γε πὼς δὲν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι αὐ­τὲς ἤ­ξε­ραν ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ξέ­ρουν. Κι ὅ­λο προ­σπα­θοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ ξε­πε­ρά­σει. Κι ὅ­λο ἔ­κα­νε και­νούρ­γι­ες σχέ­σεις, κι ὅ­λα χά­λα­γαν σχε­δὸν ἀ­μέ­σως καὶ πάν­τως σί­γου­ρα μό­λις μι­λοῦ­σε μα­ζί της κι ἄρ­χι­ζε τὶς πε­ρι­γρα­φές. Για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὴν τῆς μι­λή­σει. Δὲν γι­νό­ταν. Δὲν κρα­τι­ό­ταν. Ἔ­τσι εἶ­χε μά­θει. Οὔ­τε αὐ­τὸς τὸ μπο­ροῦ­σε, οὔ­τε αὐ­τὴ τὸ ἐ­πέ­τρε­πε. Οὔ­τε καὶ τὸ ἄν­τε­χε ἐ­πί­σης. Ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ μι­κρός τῆς ἔ­λε­γε τὰ πάν­τα, ἦ­ταν ὁ ἄρ­ρη­τος ὅ­ρος της γιὰ τὴν ἀ­πα­ρα­βί­α­στη συμ­μα­χί­α τους, γιὰ τὴν ἀ­μέ­ρι­στη ἀ­γά­πη της. Ἦ­ταν ἡ ἄ­φα­τη συμ­φω­νί­α τους. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του ἔ­νι­ω­θε δι­και­ω­μέ­νος μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φω­τι­ὲς ποὺ ἄνα­βαν οἱ δι­η­γή­σεις του στὰ μά­τια της. Δι­πλα­σι­α­ζό­ταν ὁ κό­σμος του. Πολ­λα­πλα­σι­α­ζό­ταν ἡ χα­ρά, ἡ ἔν­τα­ση, ἡ αὐ­το­πε­ποί­θη­σή του· «γιὰ νὰ χαί­ρε­ται τό­σο, θὰ πεῖ πὼς κα­λὰ τὰ κα­τά­φε­ρα» ἔ­λε­γε μέ­σα του· ὣς κι ὁ ἔ­ρω­τάς του ἀ­κό­μα, ὅ­ταν μιὰ φο­ρὰ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν τέ­τοι­ος, ὑ­ψώ­θη­κε στὰ μά­τια του λαμ­πρό­τε­ρος, ἂν καὶ κρά­τη­σε μό­λις δυ­ὸ τρεῖς ὧ­ρες μέ­χρι τὴν ἀ­πο­μυ­θο­ποί­η­ση τῆς ἐ­ξι­στό­ρη­σης· ἔ­πει­τα ὅ­λα χά­θη­καν, εἰ­κό­νες, ἀ­τμό­σφαι­ρες, συ­ναι­σθή­μα­τα, ἔ­γι­ναν κα­πνός.

       Καὶ δὲν χόρ­ται­νε Αὐ­τή, πο­τὲ δὲ χόρ­ται­νε· προ­σπα­θοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε μὲ τί­πο­τα νὰ στο­μώ­σει τὴν ἀ­δη­φά­γο ἀ­νάγ­κη της. Τὶς νύ­χτες τὴν ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του σὰν μι­κρὸ πει­να­σμέ­νο που­λί, ἡ ἴ­δια πάν­τα εἰ­κό­να: ἄ­φτε­ρο, γυ­μνὸ που­λὶ μὲ τε­ρά­στιο ἀ­νοιγ­μέ­νο στό­μα καὶ κλει­στὰ προ­ε­ξέ­χον­τα μά­τια νὰ τοῦ κρά­ζει. Σὰν αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χε δεῖ κά­πο­τε σὲ ντο­κι­μαν­τέρ, καὶ πῶς φώ­να­ζαν τρε­λα­μέ­να μό­λις κα­τα­λά­βαι­ναν πὼς πλη­σιά­ζει τρο­φή. Τσί­ρι­ζαν ἀ­νοι­γο­κλεί­νον­τας μὲ ἀ­πελ­πι­σί­α τὰ χα­ο­τι­κά, ἀ­παι­τη­τι­κά τους στό­μα­τα. Ἀ­φο­πλι­στι­κά. Μό­νο πει­να­σμέ­νο στό­μα ἦ­ταν. Ὄ­χι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἀρ­νη­θεῖ. Τά­ι­ζε. Τά­ι­ζε, καὶ τρε­φό­ταν. Μὲ λά­θος τρο­φή. Μιὰ μη­χα­νὴ οἱ λέ­ξεις ποὺ ἄ­λε­θαν τὴν τρο­φὴ καὶ γιὰ τοὺς δύ­ο. Πάν­τα τῆς τὰ ἔ­λε­γε ὅ­λα.

       Τὸν Ἄλ­λον, πά­λι τὸν θυ­μό­ταν μό­νο ἀ­πὸ τὸν βή­χα του. Καὶ ἀ­πὸ τὶς ξαφ­νι­κές του κα­τα­κλί­σεις μέ­ρα με­ση­μέ­ρι μὲ τὸν ἥ­λιο ἔ­ξω νὰ λάμ­πει. Καὶ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­θλι­πτι­κὴ σι­ω­πὴ ποὺ πλά­κω­νε ἐ­ξαι­τί­ας του τὸ σπί­τι μέ­χρι νὰ ση­κω­θεῖ. Καὶ ἀ­πὸ τὸ πτυ­ε­λο­δο­χεῖ­ο, ἐ­πί­σης. Αὐ­τή, τὸ μό­νο ποὺ τοῦ ‘λέ­γε γιὰ Ἐ­κεῖ­νον ὅ­ταν τὴν ἔ­πι­α­νε τὸ κα­λό της καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ κλα­φτεῖ γιὰ τὴ μοί­ρα της, ἦ­ταν, πώς: «πάν­τως σὰ μάρ­μα­ρο, βρὲ παι­δί μου, σὰ μάρ­μα­ρο ἡ πλά­τη του, λευ­κὸ πεν­τε­λι­κό, ἀ­ψε­γά­δια­στο, σὰν αὐ­τὸ ποὺ πρό­τει­νε στοὺς μα­τσω­μέ­νους πε­λά­τες γιὰ τὰ μνή­μα­τα τὸν κα­λὸ κα­ρὸ ποὺ δού­λευ­ε ἀ­κό­μα». Τα­ξί­δευ­αν τό­τε τὰ μά­τια της μα­κριὰ ἄ­δεια­ζαν, στράγ­γι­ζαν σὰν ξε­ρὲς λί­μνες, καὶ ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­ζε: «Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, μιὰ φο­ρὰ φτιά­νεις τὴ στερ­νή σου κα­τοι­κί­α», ἔ­παιρ­νε κον­τὴ ἀ­νά­σα καὶ συμ­πλή­ρω­νε ψι­θυ­ρι­στὰ σὰν πα­θι­α­σμέ­να: «κι ἀ­κό­μα, σκέ­ψου, ὁ­λό­λευ­κη εἶ­ναι».

       Ἔ­πει­τα κα­τρα­κυ­λών­τας τὸ χέ­ρι της τοῦ χά­ι­δευ­ε τὴν πλά­τη μέ­σα ἀπ’ τὸ που­κά­μι­σο κι ἀ­πό­σω­νε: «σ’ αὐ­τὸ τοῦ ἔ­μοια­σες, μό­νο ποὺ ἡ δι­κή σου εἶ­ναι πιὸ λεί­α».


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Ποίηση, Πεζογραφία, Ζωγραφική. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλής πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δημοσιευθεί στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὄψεις καὶ κατόψεις ἑνὸς νέου οἰκήματος


Nikopoulou,Iro-OpseisKaiKatopseisEnosOikimatos-Eikona-01

[Τὸ πα­ρα­κά­τω κεί­με­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πρώ­τη ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις εἰ­ση­γή­σεις ποὺ ἔ­γι­ναν στὸ κοι­νὸ στὶς 9 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2015, ἡ­μέ­ρα πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14 στὸν χῶ­ρο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Γα­βρι­η­λί­δης. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴν βρα­διὰ τῆς πα­ρου­σί­α­σης στὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ τῆς 16ης Μαρ­τί­ου 2015.]


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὄ­ψεις καὶ κα­τό­ψεις ἑ­νὸς νέ­ου οἰ­κή­μα­τος

Μι­κρὸ σκα­ρί­φη­μα-ὁ­δοι­πο­ρι­κό


01-HttaΤΑΝ ΠΑΝΩ στὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς κρίσης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κοι­τοῦ­σαν νὰ πε­ρι­κό­ψουν τὶς δα­πά­νες τους καὶ νὰ μὴν κά­νουν νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα· τό­τε ἀ­κρι­βῶς, ποὺ ἀ­πο­φα­σί­σα­με μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη νὰ φτιά­ξου­με ἕ­να και­νούρ­γιο σπί­τι.

       Ἡ κοι­νή μας ἀ­γά­πη καὶ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὴν λο­γο­τε­χνί­α, μᾶς κά­νει νὰ συ­ζη­τᾶ­με μὲ τὶς ὧ­ρες γιὰ κεί­με­να δι­κά μας καὶ ἄλ­λων, γιὰ μορ­φὲς καὶ ρεύ­μα­τα, γιὰ τά­σεις καὶ στά­σεις προ­σώ­πων καὶ ἐν­τύ­πων, συ­χνὰ μὲ τέ­τοι­ο πά­θος ποὺ ἡ Ρω­ξά­νη, ἡ σο­φή μας γά­τα, μπαί­νει στὴ μέ­ση καὶ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­νή­συ­χη προ­σπα­θών­τας νὰ μᾶς μοι­ρά­σει τὰ δί­κια. Ἡ ἀ­γά­πη ὅ­μως γιὰ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα ἦ­ταν κοι­νὴ κι εὔ­κο­λα συμ­φω­νή­σα­με στὰ σχέ­δια τοῦ νέ­ου σπι­τιοῦ της. Κά­πως ἔ­τσι, τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2009 στὸ πο­λυ­μορ­φι­κὸ γρα­φεῖ­ο-ἐρ­γα­στή­ριο-ἐν­δι­αί­τη­μα τῆς Νέ­ας Σμύρ­νης καὶ ὥ­ρα ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ γεν­νή­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι.

       Τὸν ἴ­διο πε­ρί­που και­ρό, τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2009 με­τὰ καὶ ἀ­πὸ σχε­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με μὲ τὸν συ­νερ­γά­τη καὶ φί­λο, συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στή, Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ ἑ­τοι­μά­σουμε στὸ Πλα­νό­διον δύ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος· ἕ­να ἀγ­γλό­φω­νου κι ἕ­να ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ ὀ­πι­σθό­φυλ­λο τοῦ τεύ­χους 47 δη­μο­σι­εύ­θη­κε σχε­τι­κὴ πρό­σκλη­ση συμ­με­το­χῆς ποὺ ζη­τοῦ­σε μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ πλο­κὴ ἕ­ως 750 λέ­ξεις. Οἱ πρῶ­τοι κα­νό­νες/ὅ­ροι/ὅ­ρια εἶ­χαν μπεῖ. Οἱ τρεῖς τό­μοι ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν ἀ­πὸ τὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μὲ τὴν συ­νε­πι­μέ­λεια καὶ τῶν τρι­ῶν, ἄρ­δευ­αν καὶ ταυ­το­χρό­νως προί­κι­ζαν μὲ ὕ­λη, τὸ ἱ­πτά­με­νο ψη­φια­κὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι», ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ —προ­λαβαί­νο­ντας τὸ τεῦ­χος τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, μὲ τὸ ὁ­ποῖο θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἡ Ἀν­θο­λο­γία— πῆ­ρε μορ­φὴ καὶ ὑ­πό­στα­ση στὸν ἱ­στο­χῶ­ρο τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, δι­α­τη­ρών­τας ὡ­στό­σο ὅ­λα τα τυ­πο­γρα­φι­κὰ με­ρά­κια ποὺ ὑ­πῆρ­χαν καὶ στὸ ἔν­τυ­πο Πλα­νό­διον μέ­χρι κε­ραί­ας ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια μέ­χρι βα­ρεί­ας.

       Τὸ τα­ξί­δι εἶ­χε ἀρ­χί­σει.


Προ­σω­πι­κά, μὲ τὴν μι­κρὴ φόρ­μα ἔ­χω κα­η­μὸ καὶ πάν­τα μὲ ἐ­νέ­πνε­ε καὶ μὲ κα­θο­δη­γοῦ­σε ἡ ἄ­πο­ψη τοῦ Μπόρ­χες ὅ­τι δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ γρά­φου­με μυ­θι­στο­ρή­μα­τα/πο­τα­μοὺς τὴν στιγ­μὴ ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με τὰ ἴ­δια στὶς λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος. Θε­ω­ρῶ πὼς εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς πε­ρι­πλο­κό­τη­τες μὲ λί­γες λέ­ξεις καὶ βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα τὴν δυ­να­τό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ποὺ συμ­βαί­νει μό­νο ὅ­ταν ἀ­φή­νε­ται χῶ­ρος καὶ σ΄ αὐ­τόν, δη­λα­δὴ ὅ­ταν δὲν εἶ­ναι ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να καὶ λυ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν συγ­γρα­φέ­α.

       Τέσ­σε­ρα χρό­νια τώ­ρα δι­α­βά­ζου­με καὶ ξε­χω­ρί­ζου­με κεί­με­να: καὶ ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα ποὺ μᾶς στέλ­νουν, καὶ ἀ­πο­θη­σαυ­ρί­ζον­τας ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, καὶ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ —ἔ­στω δειγ­μα­το­λη­πτι­κῶς— ἐ­πι­λέ­γο­ντας ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ τὸν με­σαί­ω­να, φτά­νο­ντας μέ­χρι τοὺς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους καὶ τοὺς δύο τε­λευ­ταί­ους αἰῶ­νες, 19ο καὶ 20ο. Ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ποὺ νι­ώ­θω μὲ κά­θε ἐ­πι­λο­γὴ καὶ ἀ­νάρ­τη­ση εἶ­ναι με­γά­λη, γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λό­γους κά­θε φο­ρά. Ἄλ­λο­τε για­τί συ­στή­νου­με στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἕ­ναν ξέ­νο συγ­γρα­φέ­α ἐ­λά­χι­στα γνω­στὸ στὴν Ἑλ­λά­δα, συχνὰ μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα κα­μω­μέ­νο μὲ τὴν πο­λύ­τι­μη συ­νερ­γα­σί­α τῶν φί­λων/με­τα­φρα­στῶν μας πάν­τα ἀ­π’ εὐ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν γλώσ­σα τοῦ πρω­τό­τυ­που, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα αὐ­τὸ ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τοῦ­τον τὸν και­ρὸ μὲ φι­λο­λο­γι­κὴ ἐμ­βρί­θεια ἀ­πὸ τὸν φί­λο καὶ συ­νερ­γά­τη Συ­με­ὼν Σταμ­που­λοῦ γιὰ τὸν βι­εν­νέ­ζο μι­νια­του­ρί­στα Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ, ἄλ­λο­τε πά­λι, για­τί ἀ­να­κα­λύ­πτου­με στὸ δί­κτυ­ο πὼς ὑ­πάρ­χουν ἤ­δη δρα­μα­το­ποι­η­μέ­να ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα φιλ­μά­κια γιὰ τὰ ἀ­ναρ­τη­μέ­να μας δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με κι ἐ­μεῖς ἐμ­πλου­τί­ζον­τας καὶ μὲ αὐτὰ τὴν ὕ­λη μας…

       Ἔ­πει­τα, ὑ­πάρ­χει ἐ­κεί­νη ἡ ξε­χω­ρι­στὴ χα­ρὰ ὅ­ταν ξα­να­να­κα­λύ­πτεις ξε­χα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς, λη­σμο­νη­μέ­να κεί­με­να ποὺ ὅ­μως δι­α­τη­ροῦν τὰ ἀ­ρώ­μα­τά τους ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα, κι ἀ­ξί­ζουν τὴν προ­σο­χή μας, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πε­ζὰ τῆς κων­σταν­τι­νου­πο­λί­τισ­σας Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου ἢ τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Γκρά­βα­λη, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης, ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μὲ τὸ ἰ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κα­θὼς καὶ μὲ τὴν τω­ρι­νὴ ἔν­τυ­πη Ἀν­θο­λο­γία συμ­με­τέ­χου­με στὴν ἐ­ξά­πλω­ση τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας καὶ στὴν δι­α­μόρ­φω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς της.

       Τώ­ρα, ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ προ­σω­πι­κά, ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει καὶ πε­ρι­πτώ­σεις πιὸ δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐμ­πλο­κῆς μου, ὅ­πως συ­νέ­βη μὲ τὴ γνω­στὴ φρά­ση, τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ να­νο­δι­ή­γη­μα, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ: «Πρὸς πώ­λη­ση: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

       Στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α μὲ δαι­μό­νι­ζε πάν­τα τὸ σχε­δὸν αὐ­το­νο­ή­τως ὑ­πο­νο­ού­με­νο με­λὸ σκη­νι­κό. Στοι­χη­μά­τι­σα, λοι­πόν, μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μου γρά­φο­ντας ἕ­να δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο Τὰ Δῶ­ρα —τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἀ­ναρ­τη­μέ­νο στὸ ἱ­στο­λό­γιο— ποὺ ἔ­χει ἴ­διο θέ­μα ἀλ­λὰ καὶ ἀν­τι­στρα­τεύ­ε­ται καὶ ἀν­τι­στρέ­φει ἐν­τε­λῶς τὸ με­λο­δρα­μα­τι­κὸ τό­νο ποὺ ὑ­πο­βάλ­λει τὸ κεί­με­νο τοῦ Χέ­μιν­γου­εϊ.

       Σί­γου­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι δῶ­ρα τοῦ τα­ξι­διοῦ. Καὶ μι­λᾶ­με γιὰ με­γά­λο τα­ξί­δι μὲ πλού­σιο φορ­τί­ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ τὸ σπί­τι/κι­βω­τὸς ποὺ προ­σπα­θή­σα­με νὰ φτι­ά­ξου­με μὲ τὸν Γιά­ννη εἶ­ναι ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ εὐ­ρύ­χω­ρο. Ἔ­χει κεν­τρι­κὸ χῶ­ρο ὑ­πο­δο­χῆς τῆς κά­θε νέ­ας ἀ­νάρ­τη­σης, καὶ πολ­λὲς δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἀ­ρι­στε­ρὰ βρί­σκον­ται: συ­νεν­τεύ­ξεις συγ­γρα­φέ­ων, οἱ με­τα­φρα­στὲς τῶν 12 γλωσ­σῶν, βιν­τε­ο­σκο­πη­μέ­νες ἀ­να­γνώ­σεις, θε­μα­τι­κὲς καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὲς κα­τη­γορι­ο­ποι­ή­σεις τῆς ὕ­λης, κ.ἄ. Δε­ξιά μας συ­ναν­τᾶ­με τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος, κεί­με­να ἀ­να­φο­ρᾶς σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, τὴν με­γά­λη λί­στα τῶν πα­λαι­ῶν καὶ νε­ό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ φι­λο­ξε­νοῦν­ται, καί, στὸ τέ­λος τῆς δε­ξιᾶς στή­λης, τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ ἔ­χου­με με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κά, ἀ­νοί­γο­ντας μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­θυ­ρο πρὸς τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πε­ζο­γρα­φία γιὰ τὸν ἀγ­γλό­φω­νο ἀ­να­γνώ­στη.

       Γιὰ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με τὸ μέ­γε­θος τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος μὲ ὅ­ρους τοῦ ἔν­τυ­που κό­σμου, μιὰ ποὺ ἡ δι­κτυα­κὴ εἰ­κό­να συ­νή­θως μᾶς ἐ­ξα­πα­τᾶ, μι­λᾶ­με γιὰ ἕ­να ὑ­λι­κὸ κει­μέ­νων ποὺ θὰ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε, μέ­χρι σή­με­ρα, μὲ πε­ρί­που 2000 ἐ­κτυ­πω­μέ­νες σε­λί­δες Α4, ἢ μὲ δύ­ο τρο­φαν­τοὺς τό­μους τῶν 1000 σε­λί­δων ἕ­κα­στος, ἢ μὲ ὀ­κτὼ τεύ­χη πε­ρι­ο­δι­κοῦ, ὅ­πως τοῦ Πλα­νό­δι­ου, τῶν 250 σε­λί­δων τὸ κα­θέ­να.

       Μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ ὑ­λι­κὸ αὐ­τὸ – στὴν οὐ­σί­α μιὰ Ἀν­θο­λο­γί­α Ἀν­θο­λο­γί­ας, τὴν σκε­φτό­μα­σταν ἀ­πὸ και­ρὸ καὶ μά­λι­στα σὲ ἐ­τή­σια βά­ση, καὶ χαι­ρό­μα­στε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τὴ τὴν ἔκ­δο­ση, για­τί εἶ­ναι ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­στρέ­φου­με τὴν δου­λειά μας στὸ κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­ερ­χό­μα­στε, στὸν κό­σμο τοῦ ἔν­τυ­που βι­βλί­ου.

       Συ­νε­χί­ζο­ντας ἔ­τσι νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ τα­ξί­δι.


                                                                                   Νέ­α Σμύρ­νη 05.01.2015


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἑλ­λη­νι­στὶ ὁ γρί­φος (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2013). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.

http://ironikopoulou.gr/