Ἀθανάσιος Θ. Γκράβαλης: Οἰδίποδας

  

 

  

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης 

  

Οἰ­δί­πο­δας

  

Η­ΤΙΑ­ΝΑ Η­ΤΑΝ ἡ Βγέ­νι­κου, μὰ στὸ νάρ­θη­κα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας δὲν στά­θη­κε πο­τὲς γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σει χέ­ρι κι οὔ­τε στὶς πόρ­τες πα­ρα­στό­λια­σε*. 

         Πά­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σιὰ γιὰ νὰ κά­νει τὸ σταυ­ρό της μο­νά­χα. Ἦ­ταν τα­χτι­κὴ στὸν σπερ­νὸ καὶ στὴ λει­τουρ­γί­α ἀ­π’ τὸν ὄρ­θρο κι εἶ­χε μα­ζί της πάν­τα καὶ τὸ μου­ρό της τοὺ Νι­κου­λέ­λι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ πα­πὰς περ­νοῦ­σε τ’ ἅ­για κι ἔ­λε­γε τὸ «Πάν­των ἡ­μῶν», τοὺ Νι­κου­λέ­λι ξα­πλω­νό­τα­νε πλα­τὺ μα­κρὺ ἀ­πά­νω στὰ μάρ­μα­ρα κι ἡ πα­πὰς τὸ δι­α­σκε­λοῦ­σε. Καὶ σὰν ἔ­λε­γε τὸ Βαγ­γέ­λιο ἡ πα­πάς, πά­λι τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­σκυ­βε μπρο­στά του ὥ­σπου ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ κε­φά­λι του στὸ βι­βλί­ο. 

        Τὴ Βγέ­νι­κου τὴν ξέ­ρα­νε οὗ­λοι, καὶ στὸ μα­χα­λὰ καὶ πα­ρα­μά­χα­λα. 

        Χή­ρα πρὶν χρό­νια εἶ­χε ἀ­κό­μη τὶς πα­λι­ές της ‘­μορ­φι­ές. 

        Δου­λειά της ἦ­ταν νὰ γυ­ρί­ζει. Ἀ­π’ τὸ πουρ­νὸ ἴ­σα­με τὸ βρά­δυ πά­γαι­νε στὰ σπί­τια. Ἔ­κα­νε χου­σμέ­τια*. Ἔ­παιρ­νε λά­δι ν’ ἀ­νά­ψει κα­νὲ καν­τή­λι στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Πά­γαι­νε τὴν πι­α­τέ­λα τὰ κόλ­λυ­βα στὴν ἐκ­κλη­σιά. Καὶ πό­τε-πό­τε, σὰν τὴν κα­τα­φέρ­να­νε οἱ κου­πε­λοῦ­δες, ἔ­βλε­πε καὶ τὸν κα­φὲ κι ἔ­λε­γε τὴ μοί­ρα τους. 

        Ἡ Βγέ­νι­κου ἦ­ταν ἡ πιὸ κα­λὴ ἡ κου­πα­κού. Μέ­σα σὲ πό­σα τέρ­μι­να θὰ γι­νό­τα­νε τὸ κά­θε πρά­μα τό ‘­ξε­ρε πάν­τα. Στῶν κο­ρι­τσι­ῶν τὶς φλυτ­ζά­νες εὕ­ρι­σκε οὗ­λο σταυ­ρούς. Σφα­λοῦ­σε τό­τε μὲ πο­νη­ρά­δα τό ‘­να της τὸ μά­τι. Τὰ κο­ρί­τσια σὰν τὸ βλέ­πα­νε αὐ­τὸ κοκ­κι­νί­ζα­νε καὶ τὴ γνέ­φα­νε μὴν τυ­χὸν καὶ τὸ πεῖ. Ἡ Βγέ­νι­κου τό ‘­ξε­ρε. Ὁ σταυ­ρὸς μέ­σα στὸ πη­χτά­ρι τοῦ κα­φε­διοῦ ἤ­τα­νε σί­γου­ρα γαμ­πρός, προ­ξε­νιὰ τὸ δί­χως ἄλ­λο. 

        Ἔ­τσι ποὺ γύ­ρι­ζε στὰ σπί­τια ἡ Βγέ­νι­κου κορ­φα­δι­α­ζό­τα­νε πάν­τα. Ὅ,τι τῆς δί­να­νε τό ‘­παιρ­νε. Κι οὗ­λα ποὺ τῆς δί­να­νε τὰ σμά­ζευ­ε γιὰ τὸ μου­ρό της τοὺ Νκου­λέ­λι. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι εἶ­χε σφα­λί­ξει τὰ τριά­ντα καὶ πορ­πα­τοῦ­σε γιὰ τὰ σα­ράν­τα. 

        Ἀ­κοῦ­στε νὰ δεῖ­τε τί λου­γιοῦ ἤ­τα­νε τοὺ Νι­κου­λέ­λι. 

        Ἦ­ταν ὄ­μορ­φο πρῶ­τα-πρῶ­τα. Μαυ­ρο­μού­στα­κο. Ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ ἔ­τσι ποὺ τὸ κοί­τα­ζες σὲ ρου­φοῦ­σε ἀ­πὸ μέ­σα. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι δὲν δού­λε­ψε στὴ ζω­ή του πο­τές, με­γά­λω­σε στὰ γό­να­τα τῆς μά­νας του κι ἤ­τα­νε μου­ρὸ πάν­τα. 

        Ἅ­μα ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­φευ­γε γιὰ τὴ βόλ­τα, τοὺ Νκου­λέ­λι κα­θό­τα­νε στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους καὶ τὴν ἀ­πάν­τε­χε νὰ γυ­ρί­σει. Κά­τι θὰ τό ‘­φερ­νε πάν­τα, ἕ­να σύ­κο, ἕ­να λου­κού­μι, γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι μέν­τα. 

        Μο­να­χό του στὸ δρό­μο δὲν ἔ­βγαι­νε, δὲν δι­α­σκε­λοῦ­σε τὴν μπε­ζού­λα. Πάν­τα μὲ τὴ μά­να του μα­ζί, γιὰ νὰ μὴν τὸ πει­ρά­ζουν τὰ μω­ρὰ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα σὰν κι αὐ­τόν. Ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­λε­γε πὼς τὸ κά­να­νε ἀ­πὸ ζού­λια. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι τὰ μου­ρὰ τὸ φω­νά­ζα­νε: «κου­λι­α­βί­δα βίκ-βίκ». 

        Τό­τες, σὰν τ’ ἄ­κου­γε αὐ­τὸ τοὺ Νι­κου­λέ­λι, ἔ­κλαι­γε μὲ δυ­να­τὰ οὐρ­λια­χτὰ καὶ πα­σπά­τευ­ε τὴ γῆς νὰ πιά­σει κα­μιὰ κα­γιά­δα*. Ἡ Βγέν­κου κα­τα­ρι­ό­τα­νε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό της, ζη­τών­τας νὰ δεῖ ἀ­ψη­λὰ τὸ Θε­ό. 

        Αὐ­τὸ γι­νό­τα­νε πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­πα­θε τοὺ κα­η­μέ­νου καὶ σα­κα­τεύ­θη­κε. 

        Τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἤ­τα­νε σχε­δὸν στρα­βό. Τὰ μά­τια του τζιμ­πλι­α­σμέ­να, κόκ­κι­να, φο­νιά­δες. Στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ πο­λὺ τὸ φῶς πο­τὲς δὲν ἄ­νοι­γα­νε. Μὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τοὺ Νι­κου­λέ­λι τό ‘­πια­νε κι ἡ «ἐ­ξ’ ἀ­πὶ ‘­δῶ» —σι­λι­νια­σμός—, ὅ­πως ἔ­λε­γε σκου­πί­ζον­τας τὰ μά­τια της ἡ Βγέν­κου. 

        Σὰν τὸ πρω­το­έ­πια­σε σκά­ψα­νε στὸ χῶ­μα ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­πε­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ βρή­κα­νε ἕ­να κάρ­βου­νο ἀ­ναμ­μέ­νο. Τὸ σβή­σα­νε τό­τες μέ­σα στὸν ἁ­για­σμό, τὸ τρί­ψα­νε καὶ τοῦ τὸ πο­τί­σα­νε. Λέ­νε πὼς για­ίνει μ’ αὐ­τὸ ὁ ἄρ­ρω­στος. 

        Σὰν τὸ ἔ­πια­νε τὸ κα­κὸ τοὺ Νι­κου­λέ­λ’ ἔ­πε­φτε κά­του καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν σκυ­λό­ψα­ρο. Τὸ στό­μα του γέ­μι­ζε ἀ­φρό. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό­με­νε ξε­ρὸ καὶ ρο­χά­λι­ζε. Σὰν ξυ­πνοῦ­σε ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­νο καὶ συλ­λο­γι­σμέ­νο. 

        Τῆς Βγέν­κους τ’ ἀ­χεί­λι ἤ­τα­νε κά­θε τό­σο πι­κρό, ψα­κί*. 

        Πό­τε-πό­τε τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­κα­νε κι ἄλ­λα πρά­μα­τα χει­ρό­τε­ρα. Τὸ πιά­να­νε πα­ρο­ξυ­σμοί. Έ­βα­ζε τὶς πλα­λι­ὲς* καὶ γύ­ρευ­ε νὰ βρεῖ γυα­λιὰ νὰ βγά­λει τὰ μά­τια του ποὺ δὲν βλέ­πα­νε. Τό­τες ἡ Βγέ­νι­κου μα­δι­ό­τα­νε σὰν τὸ πα­γώ­νι. Ἔ­τρε­χε ἀ­πὸ πί­σω του, τοῦ φώ­να­ζε «μου­ρὸ μ’ Νι­κου­λέ­λι», τὸ πα­ρα­κα­λοῦ­σε, ἔ­κλαι­γε, λα­χά­νια­ζε, φώ­να­ζε τὰ μου­ρὰ νὰ τὸ πιά­σουν. 

        Κι ἐ­κεῖ­να φω­νά­ζα­νε τό­τες πιὸ πο­λὺ ἀ­κό­μα «κου­λι­α­βί­δα βίκ-βίκ». 

        Σὰν κα­τα­λά­για­ζε μὲ τὰ πολ­λὰ τοὺ Νι­κου­λέ­λι, ἡ Βγέ­νι­κου τό ‘­παιρ­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ πα­γαί­να­νι σπί­τι τους. 

        Τό­τες ἔ­τσι ποὺ τὰ μου­ρὰ φω­νά­ζα­νε ἀ­πὸ πί­σω τους «βίκ-βίκ» ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­κλαι­γε βου­βὰ καὶ τοὺ Νι­κου­λέ­λι βλα­στή­μα­γε τὴ μά­να ποὺ τὸν γέν­νη­σε.

 

 

*********

 

* παραστολιάζω = στέκομαι κοντὰ σὲ κάποιον

* χουσμέτι = ἐξυπηρέτηση, θέλημα

* καγιάδα = πέτρα

* ψακί = φαρμάκι

* πλαλιά = τρεχάλα

 

 

 Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). 

  

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ. 

 

Διαφημίσεις

Γαλάτεια Καζαντζάκη: Ὁ φυγόδικος

 

 

Γα­λά­τεια Κα­ζαν­τζά­κη

 

Ὁ φυ­γό­δι­κος

 

KEIA, κα­τὰ τὰ λυ­χνα­νά­μα­τα, ὁ Σή­φα­κας ἤ­φτα­ξε στὸ χωρ­γιό. Μὰ δὲν ἐ­πῆ­ε ντε­λό­γο στὸ σπί­τι του. Πε­ρί­με­νε νὰ σκο­τει­νιά­σει κα­λὰ γιὰ νὰ πά­ει. Νὰ μήν το­νε δεῖ κια­νείς.

         Ἡ μά­να ντου ἤ­στρω­νε τὸ τρα­πέ­ζι κει­νιά τὴν ὥ­ρα, μα­γέ­ρευ­γε τὴν ὄρ­νι­θα, κ’ ἤ­βρα­ζε τ’ αὐ­γά. Μὰ πό­τε-πό­τε ἤ­λε­γε καὶ τοῦ σύν­τε­κνου δυ­ὸ λό­για:

        —Δὲ μπο­ρῶ, σύν­τε­κνε, μπλιό, του­τη­νά τὴ ζω­ή. Νὰ μὲ λυ­πη­θεῖ μπλιὸ ὁ Θε­ός. Δὲ βα­στῶ τὴν τρο­μά­ρα καὶ τὰ καρ­δι­ο­χτύ­πια. Ὄι ἐ­δά το­νε ζυ­γώ­νου­νε, ὄι ἐ­δά το­νε πι­ά­σα­νε! Ἕ­να τέ­λος νὰ γε­νεῖ κι ὡς θέ­λει ἂς εἶ­ναι.

        Ἡ μά­να τά­λε­γε του­τα­νά τοῦ σύν­τε­κνου, τοῦ βου­λευ­τῆ, πούρ­θε ἀ­ποὺ τὴ χώ­ρα. Σὰν ἠρ­χούν­το­νε, πάν­τα ντου στοῦ Σή­φα­κα ἐ­κό­νευ­γε. Ἀ­κό­μη κ’ ἐ­δά, ποὺ ὁ Σή­φα­κας εἶ­χε κα­ω­μέ­νο τὸ φο­νι­κὸ καὶ γύ­ρι­ζε φυ­γό­δι­κος, ἐ­πα­δὰ στὸ σπί­τι του ἐ­πέ­ζεφ­νε. Καὶ κά­θε βο­λά, ἡ μά­να ἤ­βρι­σκε τρό­πο νὰ κά­νει χαμ­πέ­ρι τοῦ γιοῦ τζη νὰ κα­τε­βαί­νει.

        — Ἐ­μή­νυ­σά του πά­λι ἀ­πό­ψε ναρ­θεῖ. Νὰ τοῦ πεῖς, σύν­τε­κνε, ἴν­τα νὰ κά­μει. Νὰ ξα­κλου­θεῖ νὰ γυ­ρί­ζει τὰ βου­νὰ φυ­γό­δι­κος, γιά νὰ πα­ρα­δο­θεῖ κι ὁ θε­ός ἔ­χει.

        Καὶ ὅ­λο μπαι­νό­βγαι­νε, καὶ ὅ­λο πρά­μά ‘χε νὰ ἑ­τοι­μά­σει.

        Ἤ­νοι­γε τὴν κα­σέ­λα νὰ βγά­λει τὰ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα καὶ τὰ πε­σκήρ­για, ἐ­σύμ­παι­νε τὴ φω­θιά, ἤ­πλυ­νε τὸ ρί­ζι, ἐ­χτύ­πα τ’ αὐ­γο­λέ­μο­νο, καὶ πό­τε-πό­τε ἤ­νοι­γε καὶ τὸ πα­νω­πόρ­τι, σι­γὰ-σι­γά, καὶ ξά­νοι­γε νὰ δεῖ: ἔρ­χε­ται τὸ παι­δί τζη; Καὶ κά­θε φο­ρὰ ἀ­νε­στέ­να­ζε καὶ τρέ­χα­νε τὰ μά­θια τζη:

        — Δὲν ἤ­κα­νε νὰ μ’ ἔ­χε παρ­μέ­νη ὁ θε­ός, νὰ μὴ σύ­ρω καὶ του­το­νά τὸν κα­η­μό;…

        Μὰ δὲν τὸ ξε­τέ­λευ­γε κ’ εὐ­τὺς τὸ με­τά­νοι­ω­νε. Ἂν ἠ­θε­λά ‘ναι πο­θα­μέ­νη, ποιός θὰν εἶ­χε τὴν ἔ­γνοι­α τοῦ Σή­φα­κα ἐ­δά;

        Κ’ ἐ­κά­τε­χε αὐ­τὴ ἴν­τά ‘το­νε νά­χει κια­νεὶς τὴν ἔ­γνοι­α μια­νοῦ φυ­γό­δι­κου.

        Πό­σες βο­λὲς δὲν ἤ­περ­νε χω­στὰ τὴν κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξὰ καὶ τὸ ψω­μὶ καὶ τὸ φαΐ, καὶ γύ­ρι­ζε ὧ­ρες τὰ βου­νὰ νὰ το­νε γυ­ρεύ­γει, καὶ στὸ ὕ­στε­ρο γι­ά­γερ­νε ἄ­πρα­γη, κα­τα­σκο­τω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν κά­μα­το καὶ μὲ τὸν κα­η­μὸ πὼς ὁ γιός τση δὲ θὰ φά­ει μα­γε­ρε­μέ­νο φαῒ καὶ δὲ θ’ ἀ­λα­φρώ­σει μὲ τὸ πλυ­μέ­νο ροῦ­χο! Καὶ πό­σες ἄλ­λες βο­λὲς δὲν ἐ­γλά­κα σὰν τὴν κου­ζου­λή, νὰ τοῦ πεῖ πὼς τὸ ἀ­πό­σπα­σμα εἶ­ναι πά­λι στὸ χωρ­γιὸ καὶ το­νε γυ­ρεύ­γει, μονο νὰ φύ­γει, νὰ φύ­γει τὸ γλη­γο­ρί­τε­ρο!

        — Ὄ­χι! ὄ­χι! Δό­ξα νά­χεις, θέ μου, ποὺ τὴν ἄ­φη­κες ζων­τα­νὴ νὰ τοῦ βρί­σκε­ται τοῦ παι­διοῦ τζη!

        Τέ­λος ἦρ­θε ὁ Σή­φα­κας, ἀ­ψη­λὸς ἄν­τρας ὡς ἐ­κι­ὲ πά­νω, μὲ μαῦ­ρα γέ­νεια καὶ πυ­κνὰ μαλ­λιά, με­λα­ψός, γλυ­κὺς στὴν ὄ­ψη καὶ ἥ­με­ρος.

        — Μα­νά­κι, χα­ζί­ρε­ψε νὰ φᾶ­με. Φέ­ρε καὶ κρα­σί νὰ πι­οῦ­με. Κι ὅ τι ἔ­χεις, ὀ­γρή­γο­ρα νὰ γε­νεῖ, για­τί πει­νοῦ­με. Νὰ σὲ δῶ!

        — Ἔ­γνοι­α σου, παι­δί μου. Μὲ τσὶ χα­ρές σου ὅ τι μοῦ πεῖς… Μὰ κο­πιά­στε!­.. ὅ­λα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα!

        Ὁ Σή­φα­κας, πρι­χοῦ κά­τσει, βά­νει κρα­σὶ καὶ κερ­νᾶ τὸ σύν­τε­κνο:

        — Στὴν ὑ­γειά σου, σύν­τε­κνε· κα­λῶς ἐ­κό­πια­σες!

        Μὰ δὲν εἴ­χα­νε κα­λὰ-κα­λὰ ση­κω­μέ­νο τὸ πο­τή­ρι, καὶ χτυ­πᾶ ἡ πόρ­τα.

        — Ἀ­νοί­ξε­τε! Φώ­να­ξε ἀ­πό­ξω ἡ φω­νὴ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη.

        —Ἴν­τα γυ­ρεύ­γε­τε ἐ­πά; ἀ­πη­λο­γή­θη­κε ἡ μά­να καὶ πῆ­ε στὴν πόρ­τα καὶ στά­θη­κε.

        — Ἄ­νοι­ξέ τως μά­να! εἶ­πε ὁ Σή­φα­κας ἀ­τά­ρα­γος, κι ἄ­φη­κε τὸ πο­τή­ρι!

        Ἤ­νοι­ξε καὶ μπή­κα­νε μέ­σα τρεῖς νο­μά­τοι.

        — Σή­φα­κα, ἀ­κλού­θα μας! εἶ­πε ὁ ἀρ­χη­γός.

        — Μὲ τσὶ χα­ρές σας, μὰ πρῶ­τα θὰ φά­ω καὶ θὰ πι­ῶ μὲ τὸ σύν­τε­κνο.

        — Δὲ μπο­ροῦ­με ν’ ἀ­νι­μέ­νο­με.

        — Εἶ­πα σας, δι­κός σας εἶ­μαι. Ἀ­νι­μέ­νε­τέ με νὰ πο­φά­ω. Μου­σα­φί­ρη ἔ­χω.

        — Λέ­με πὼς δὲ θὰ τὸ θε­λή­σεις νὰ σὲ πά­ρο­με μὲ τὸ ζό­ρε. Ἀ­κλού­θα μας μὲ τὸ κα­λό.

        Ὁ Σή­φα­κας ἐ­γί­νη­κε κί­τρι­νος σὰν τὸ κε­ρί. Τὰ μά­θια ντου σπι­θί­σα­νε, σού­φρω­σε τὰ φρύ­δια ντου καὶ ξα­νά­πε:

        — Εἶ­πα σας ν’ ἀ­νι­μέ­νε­τε νὰ πο­φά­ω.

        Οἱ τρεῖς νο­μά­τοι κά­μα­νε νὰ πᾶ­νε κον­τά ντου.

        — Σή­φα­κα, εἴ­πα­με νὰ μᾶς ἀ­κλου­θή­ξεις μὲ τὸ κα­λό.

        — Μὰ τό­τε σας!­..

        Ἔ, καὶ ποιός εἶ­δε τὸ θε­ὸ καὶ δὲν το­νε φο­βή­θη­κε!

        Ὁ Σή­φα­κας ἐ­χύ­θη­κε σὰν τὸ θε­ριό.

         —Γα­μῶ τὸ θε­ό σας, κε­ρα­τά­δες!

        Μιὰ κα­ρέ­γλα σβού­ρι­ξε σὰ σφεν­τό­να πά­νω ἀ­πὸ τὴν κε­φα­λή ντου κ’ ἤ­πε­σε βα­ριά. Κι ἄλ­λη, κι ἄλ­λη. Ἕ­να μα­χαί­ρι ἤ­στρα­ψε στὸ λι­γο­στὸ φῶς τοῦ λύ­χνου.

        Κ’ οἱ τρεῖς νο­μά­τοι ἤ­τα­νε χά­μαι.

        Ὁ Σή­φα­κας τσὶ δι­α­σκέ­λι­σε, στά­θη­κε στὸ τρα­πέ­ζι, ἤ­βα­λε κρα­σί.

        —Στὴν ὑ­γειά σου, σύν­τε­κνε, καὶ κα­λη­νύ­χτα!

        Ἤ­σφι­ξε τὴ ζώ­νη ντου καὶ χί­μη­ξε στὸ σκο­τά­δι.

 

 

Πη­γή: Ρέ­νου Ἡ­ρα­κλῆ Ἀ­πο­στο­λί­δη, Ἀν­θο­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας. Τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χές του στὸν 19ο αἰ­ῶνα ὣς τὶς μέρες μας, Α’ τό­μος [Ἀπὸ τὸν τόμο: 11 π.μ.–1. μ.μ. κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, χ.χ.].

 

Γα­λά­τεια Κα­ζαν­τζά­κη (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1886-Ἀ­θή­να, 1962). Ποι­ή­τρια, πε­ζο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Πρω­το­δη­μο­σίε­υ­σε ποι­ή­μα­τά της στὸ περ. Πι­να­κο­θή­κη. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: 11π.μ.-1μ.μ. κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, χ.χ.).