Εὐθύμιος Λέντζας: Στὸν Ἅι Θανάση



Εὐ­θύ­μιος Λέν­τζας


Στὸν Ἅι Θα­νά­ση

 

ΕΡΠΑΤΟΥΣΑΜΕ ἀρ­γὰ στὴ φι­δί­σια πλα­γιά. Μιὰ συ­στά­δα ἀ­πὸ κι­τρι­νο­κόκ­κι­να σύν­νε­φα τα­ξί­δευ­αν πρὸς τὸ Ἰ­ό­νιο. Πί­σω ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῆς Πίν­δου, ὁ ἥ­λιος ἑ­τοι­μα­ζό­ταν γιὰ τὸν κα­θη­με­ρι­νό του θά­να­το. Τὸ βου­νὸ ἔμ­παι­νε στὶς μύ­τες μας· χῶ­μα καὶ πεῦ­κο στὸ στό­μα. Γε­λού­σα­με… Δυ­ὸ τσο­πα­νό­σκυ­λα ἀ­λυ­χτοῦ­σαν στὶς ρά­χες.

        Μὲ βῆ­μα συγ­χρο­νι­σμέ­νο βα­δί­ζα­με σὰν σὲ πα­ρέ­λα­ση.

        Σὲ ἕ­να μπαλ­κό­νι, μιὰ γυ­ναί­κα τί­να­ζε τὶς κου­βέρ­τες στὰ κάγ­κε­λα. Πιὸ δί­πλα, μιὰ γριὰ μαυ­ρον­τυ­μέ­νη, πό­τι­ζε τὰ λου­λού­δια στὶς γλά­στρες.

        Ψη­λά­φι­σα τὸ σου­γιὰ στὴν ἀ­ρι­στε­ρή μου τσέ­πη. Ἀ­πὸ ἕ­να σπί­τι ἀ­κού­στη­κε μου­σι­κή· ἡ Μ. κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ τὸ δε­ξί μου χέ­ρι – οἱ φλέ­βες χτυ­ποῦ­σαν στὸ στῆ­θος μου.

        Πί­σω ἀ­π’ τοὺς θά­μνους, δυ­ὸ γά­τες μᾶς κοι­τοῦ­σαν μὲ πε­ρι­έρ­γεια ἀν­θρώ­πων ποὺ βλέ­πουν ἄν­θρω­πο γιὰ πρώ­τη τους­ φο­ρά.

        Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σπί­τι πρὶν τὸν λό­φο· ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Ἅι Θα­νά­ση, τὰ παν­τζού­ρια ἀ­νοι­γο­κλεί­να­νε ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα· πάν­τα μὲ τὸν ἴ­διο ρυθ­μό, λὲς καὶ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρα­το χέ­ρι τὰ ὁ­δη­γοῦ­σε.

        Ἡ Μ. ἄ­νοι­ξε τὴ μαύ­ρη καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ μπῆ­κε πρώ­τη. Λί­γα κε­ριά, ἔ­και­γαν ἀ­κό­μα στὸ μα­νουά­λι. Ἡ Μ. μοῦ ζή­τη­σε τὸν ἀ­να­πτή­ρα. Πῆ­ρε ἕ­να κε­ρὶ ἀ­πὸ τὸ σο­ρὸ στὸν πάγ­κο, τὸ ἄ­να­ψε καὶ τὰ κόκ­κι­να χεί­λη της φω­τί­στη­καν.

        Ἡ ξύ­λι­νη πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο πό­μο­λο κρε­μό­ταν τραυ­μα­τι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τῶν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στων ἀν­θρώ­πων.

        Σκο­τά­δι καὶ ὑ­γρα­σί­α σκέ­πα­ζαν τρυ­φε­ρὰ τὶς παμ­πά­λαι­ες ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες εἰ­κό­νες τῶν Ἁ­γί­ων. Μιὰ πε­λώ­ρια μὼβ κουρ­τί­να κά­λυ­πτε τὰ σκο­νι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα. Ἀ­π’ τὸ τα­βά­νι κρέ­μον­ταν ἕ­νας τε­ρά­στιος πο­λυ­έ­λαι­ος. Τὸ πά­τω­μα ἦ­ταν ἀ­πὸ γε­μά­το τσι­μέν­το.

        Πι­στεύ­εις στὸ θε­ό; Μὲ ρώ­τη­σε ἡ Μ., ὅ­πως θὰ ρω­τοῦ­σε ἕ­να μι­κρὸ παι­δί: «τί εἶ­ναι θε­ὸς μα­μά;»

        Πι­στεύ­ω σὲ ἐ­σέ­να, τῆς ἀ­πάν­τη­σα μὲ τὴν ἴ­δια φυ­σι­κό­τη­τα.

        Τὴν ἅρ­πα­ξα ἀ­πὸ τὴ μέ­ση κι ἔ­ρι­ξα τὴ γλώσ­σα μου μὲ λύσ­σα στὸ στό­μα της.

        Βγή­κα­με ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α πι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σὰν νε­ό­νυμ­φοι. Ὁ ἥ­λιος εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά.

        Ἀ­πὸ τὸν πά­νω δρό­μο φά­νη­κε ὁ πα­πάς· μαῦ­ρος σὰν τὸ θά­να­το. Κρα­τοῦ­σε μιὰ χάρ­τι­νη σα­κού­λα στὸ χέ­ρι. Ἄ­κλη­ρος· πᾶ­νε πέν­τε χρό­νια ποὺ ἔ­χα­σε τὴν πα­πα­διὰ του ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ ἀρ­ρώ­στια. Πά­λευ­ε νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ καὶ τὸ κρα­σί. Ἔ­με­νε σ’ ἕ­να μι­κρὸ δω­μά­τιο πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἱ­ε­ρό: μὲ μιὰ κου­ζι­νού­λα καὶ μιὰ του­α­λέ­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ποὺ ἔ­ζε­χνε ἀ­π’ τὸ σκα­τὸ καὶ τὸ κά­του­ρο.

        Στα­μά­τη­σε μπρο­στά μας. Ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος μιὰ σκιά. Ἡ Μ. ἔ­πι­α­σε τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του καὶ κοι­τα­χτή­κα­με. Κα­νεὶς δὲ μί­λη­σε. Ἡ σι­ω­πὴ μπῆ­κε μέ­σα μου σὰν βε­λό­να.

        Γυ­ρί­σα­με σπί­τι.

        Ἡ Μ. στε­κό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ χά­ζευ­ε τὴ νύ­χτα ποὺ ἔ­φτα­νε. Ἔ­βα­λα τὸ σου­γιὰ στὸ συρ­τά­ρι.

        Τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, ἔ­κα­τσε ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸν κα­να­πέ. Στὰ χέ­ρια της κρα­τοῦ­σε τὶς «Μέ­ρες» τοῦ Σε­φέ­ρη.

        Κόλ­λη­σα πά­νω στὸ σῶ­μα της.Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δι­ώ­χνα­με τὸν ὕ­πνο ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Δυ­ὸ λευ­κοὶ καρ­χα­ρί­ες κο­λυμ­πού­σα­με κά­τω ἀ­π’ τὴ μάλ­λι­νη θά­λασ­σα… Λί­γο φεγ­γά­ρι τρύ­πω­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κά­να­με χῶ­ρο νὰ βο­λευ­τεῖ.

        Τὰ παι­διὰ παί­ζα­νε ἀ­κό­μα στὸν δρό­μο. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­καν φω­νές: «Φω­τιά! Φω­τιά! Ὁ Ἅι Θα­νά­σης ἅρ­πα­ξε φω­τιά!».

          Τὰ κλα­ρί­να σί­γη­σαν στὴ πλα­τεί­α.

        Ἡ ἐκ­κλη­σί­α ἔ­γι­νε μιὰ πύ­ρι­νη μπά­λα. Ἡ νύ­χτα κοκ­κί­νι­σε πά­νω ἀ­π’ τὰ πεῦ­κα· οἱ τσίγ­κι­νες στέ­γες ἔ­λαμ­παν σὰν πα­σχα­λι­ά­τι­κα αὐ­γά.

        Ἡ φω­τιά, βρῆ­κε τὸν πα­πὰ Ἀ­νέ­στη με­θυ­σμέ­νο στὸ ἱ­ε­ρό, ἀγ­κα­λιὰ μὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Τὸ κοκ­κι­νέ­λι ἔ­στα­ζε στὸ τρα­πέ­ζι· λι­ω­μέ­νο κε­ρὶ στὸ σῶ­μα του.

        Ἡ Μ. ἔ­παι­ζε μὲ τὸ σου­γιὰ στὸ στῆ­θος μου.

        Ξη­μέ­ρω­νε στὴ Βά­λια Κάλ­ντα…


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εὐ­θύ­μιος Λέν­τζας (Λά­ρι­σα, 1986). Πε­ζὰ καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ: στὸ Ποι­εῖν, στὴν Bibliotheque, στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ Φρέ­αρ, στὸ Φτε­ρὰ Χή­νας καὶ στὸ Ἐ­ξι­τή­ριον-Ψη­φια­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­νοι­κτοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου. Ἡ πρώ­τη του ποιητικὴ συλ­λο­γὴ Κόκ­κι­νο σπί­τι (Ἐ­ξι­τή­ριον, 2018).


Διαφημίσεις