1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς

[τοῦ Νικηταρᾶ]


ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ μὲ τὸν ἀ­δερ­φό του Νι­κό­λα καὶ τὰ πα­λη­κά­ρια τους πε­ρά­σαν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Δο­λια­νά, Μά­η τοῦ 1821, καὶ τρα­βού­σα­νε γιὰ τὸ Ἄρ­γος. Ὁ Νι­κό­λας εἶ­χε ζη­τή­σει ἀ­πὸ τοὺς χω­ριά­τες ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί, μὰ δὲν τοῦ τὸ δώ­σα­νε, καὶ θύ­μω­σε πο­λύ.

       Ἐ­κεῖ ποὺ πη­γαί­να­νε τὸ δρό­μο τους, φτά­νουν ἀ­πὸ πί­σω κά­τι Δο­λι­α­νῖ­τες τρέ­χον­τας καὶ φω­νά­ζου­νε νὰ γύ­ρουν πί­σω.

       — Μιὰ κο­λώ­να Τοῦρ­κοι ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὰ Δο­λια­νά!

       — Πᾶ­με τὸ δρό­μο μας, εἶ­πε ὁ Νι­κό­λας, κι’ ἂς μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­π’ αὐ­τοὺς οἱ Τοῦρ­κοι οὔ­τε ρου­θοῦ­νι!

       — Ἐ­γὼ γιὰ Περ­σιά­νους [Τούρ­κους] πά­ω στ’ Ἀ­νά­πλι γυ­ρεύ­ον­τας, κ’ ἐ­δῶ ποὺ τοὺς ηὗ­ρα θὰ τοὺς ἀ­φή­σω; Ὄ­χι, δὲν τὸ κά­νω! εἶ­πε ὁ Νι­κη­τα­ρᾶς.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Φω­τά­κου Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, 1858, σ. 74.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 139 [Τίτλος: «265.— Πά­ει γυ­ρεύ­ον­τας ὀ­χτρούς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Νι­κη­­ταρᾶς. Λι­θο­γρα­φία σὲ χαρ­τί, 29Χ22,7 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ ζήλεια του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ ζήλεια του

[τοῦ Κωνσταντίνου Κανάρη]


ΖΗΛΕΥΕ ἐ­κεί­νους ποὺ λέ­γαν πὼς σκο­τώ­σα­νε Τούρ­κους μὲ τὰ χέ­ρια τους.

       — Καὶ τὰ μπουρ­λό­τα, λί­γο πρᾶ­μα εἶ­ναι;

       — Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο πρᾶ­μα. Τί εἶ­ναι νὰ πᾷς νὰ βά­λῃς φω­τιὰ σ’ ἕ­να κα­ρά­βι; Θέ­λω νὰ πια­στῶ χέ­ρια μὲ χέ­ρια μ’ ἕ­ναν Τοῦρ­κο καὶ νὰ τοῦ πά­ρω τὴ ζωή, μὲ τὸ σπα­θί μου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Vou­tier, Let­tres sur la Grèce, Paris, 1826, σ. 130.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 279-280 [Τίτλος: «593.— Ἡ εἰ­κό­να του.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πυρ­πό­ληση τῆς του­ρκι­κῆς ναυ­αρχί­δας ἀ­πὸ τὸν Κα­νά­ρη. Πί­να­κας τοῦ Νι­κη­φό­ρου Λύ­τρα (π. 1866-1870). Λά­δι σὲ μου­σα­μᾶ, 143Χ109 ἑκ. Πι­να­κο­θή­κη Ἀ­βέ­ρωφ, Μέ­τσο­βο.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ Ζήτως



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ Ζήτως

[τοῦ Δημητρίου Ὑψηλάντη]


­ΤΑΝ ἔ­φτα­σε ὁ Δ. Ὑ­ψη­λάν­της στὸ Μω­ριᾶ, ἔ­στει­λε κη­ρύγ­μα­τα γρα­φτὰ μ’ ἀν­θρώ­πους σ’ ὅ­λη τὴν Ἑλ­λά­δα γιὰ νὰ κά­μῃ γνω­στὸ σ’ ὅ­λους τὸ φτά­σι­μό του, τὸ φτά­σι­μο τοῦ «Γε­νι­κοῦ Ἐ­πι­τρό­που τῆς Ἀρ­χῆς». Ἕ­νας τέ­τοι­ος κή­ρυ­κας φραγ­κο­φο­ρε­μέ­νος ἔ­φτα­σε καὶ στὰ στρα­τέ­μα­τα ποὺ πο­λι­ορ­κού­σα­νε τ’ Ἀ­νά­πλι. Δι­ά­βα­σε ἀ­πὸ τ’ ἄ­λο­γο τὸ χαρ­τὶ καὶ τέ­λος φώ­να­ξε Ζή­τω.

       — Ζή­τω!

       Εἶ­παν καὶ τὰ πα­λη­κά­ρια, ἂν καὶ πρώ­τη φο­ρὰ κά­να­νε τὴ γνω­ρι­μιά τους μὲ τὴ λέ­ξη αὐ­τή, (τὴν πο­λύ­κρο­τη κα­τό­πι καὶ κα­κο­μοι­ρι­α­σμέ­νη). Ὅ­μως κ’ οἱ Τοῦρ­κοι δὲν τὴν κα­τα­λα­βαί­να­νε λι­γώ­τε­ρο ἀ­πὸ τοὺς χρι­στια­νούς.

       Βγή­κα­νε στὰ μπεν­τέ­νια [ἐ­πάλ­ξεις] τοῦ Ἀ­να­πλιοῦ καὶ ρω­τού­σα­νε:

       — Βρὲ Ρω­μιοί, τί πῆ­ρε ὁ Θε­ὸς τὸ νοῦ σας καὶ σᾶς γε­λᾶν οἱ πα­λιό-Φραγ­κοι κ’ οἱ χα­ρα­μῆ­δες [κλέ­φτες, κα­κο­ποι­οί], καὶ θὰ χα­θῆ­τε ὅ­πως χα­θῆ­καν κ’ οἱ πα­πού­λη­δές σας στὸν ἄλ­λον ἀρ­πε­τὲ [ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1769]; Βρέ, ποι­ὸς εἶ­ν’ αὐ­τὸς ὁ «Ζή­τως» ποὺ σᾶς λέ­ει ὁ φραγ­κο­φο­ρε­μέ­νος ὁ ντε­λά­λης πὼς θἀρ­θῇ μιν­τά­τι σας; [βο­ή­θεια].



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 138. [Τίτλος: 260.— Ποι­ὸς εἶ­ναι ὁ Ζή­τως.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Πρίγκηψ Δημήτριος Ὑψηλάντης (1793-1832). Συλλογὴ Βρε­ταν­νικοῦ Μουσείου.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ συγχώριο του



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

Τὸ συγχώριο του

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟΤΕ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε τὴν ἀ­νάγ­κη του. Νό­μι­σε πὼς δὲ θὰ τὸ θυ­μη­θῇ ὁ Στρα­τη­γός, καὶ φο­ροῦ­σε τὸν ὁ­λό­χρυ­σο ντου­λα­μᾶ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τοῦ Στρα­τη­γοῦ, ποὺ τὸν εἶ­χε σκο­τώ­σει πρὶν ἀ­πὸ τὸ Εἰ­κο­σι­έ­να βαλ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὸ φό­ρε­μα, κι’ ἀ­να­στέ­να­ξε ἥ­συ­χα, ἐ­νῷ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἔ­δι­νε τὸ λό­γο του στὸ φο­νιᾶ νὰ κά­μῃ τὸ ζή­τη­μά του. Ἔ­τυ­χε ὅ­μως ὁ Γέ­ρος νἆ­ναι στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ τὸν κρά­τη­σε νὰ φᾶ­νε. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἐρ­χό­τα­νε στὸ σπί­τι του τὸν κα­λο­δε­χό­τα­νε καὶ το­νὲ δει­πνοῦ­σε.

       Ἡ μάν­να ὅ­μως τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη δὲ βα­στοῦ­σε βλέ­πον­τας τὸ φό­ρε­μα τοῦ παι­διοῦ της, κ’ εἶ­πε στὸ Στρα­τη­γὸ μὲ πό­νο βα­θύ:

       — Παι­δί μου, καὶ στὸ τρα­πέ­ζι μας θὰ το­νὲ βά­νῃς τὸ φο­νιᾶ τοῦ παι­διοῦ μου;

       — Σώ­πα, μάν­να! εἶ­πε ὁ Στρα­τη­γός. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μνη­μό­συ­νο ποὺ κά­νου­με τοῦ σκο­τω­μέ­νου…



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Κ. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκον. λόγος ἐπι­τάφ. εἰς Θ. Κολο­κοτρ. σ. 25.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 204 [Τίτλος: «428.— Με­γα­λό­καρ­δος.»].

Εἰκόνα: Ἀναμνηστικὴ πλά­κα γιὰ τὴν προ­δο­σία τῶν Κολο­κο­τρω­ναί­ων στὸν λη­νὸ τῆς Δη­μη­τσά­νας τὴν 1η Φε­βρου­α­ρί­ου 1806. Γιὰ τὸν Γιάν­νη Κο­λο­κο­τρώ­νη (Ζορμπᾶ) βλ. καὶ ἐδῶ.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἀ­πὸ βο­σκό­που­λο κα­πε­τά­νιος

[τοῦ Γιάννου Κλίμακα]


ΤΑ 1820, ἀ­φοῦ ἄρ­χι­σε ὁ πό­λε­μος τοῦ Ἀ­λή­πασ­σα μὲ τὸ Σουλ­τά­νο, ἔ­φτα­σε στὴν Ἀτ­τι­κὴ καὶ γύ­ρω κά­ποι­ος Τοῦρ­κος Μπαμ­πάμ­πα­σης μὲ προ­στα­γὴ βα­σι­λι­κὴ νὰ συ­νά­ξῃ Τούρ­κους καὶ Χρι­στια­νοὺς Ἀρ­μα­τω­λοὺς ἐ­νάν­τια στὸν Ἀ­λή­πασ­σα. Ἔ­μα­θε γιὰ τὸ Βάσ­σο τὸ Μαυ­ρο­βου­νι­ώ­τη, ποὺ Κλέ­φτης ζοῦ­σε στὰ βου­νά, καὶ το­νὲ ρώ­για­σε [μί­σθω­σε].

       Ὁ Βάσ­σος, ἀ­φοῦ φτά­σα­νε στὸν Κι­θαι­ρῶ­να, ἀ­πο­φά­σι­σε καὶ σκό­τω­σε τοὺς Τούρ­κους. Ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θἄ­ξε­ρε τὸ τί γε­νῆ­καν.

       Ὅ­μως ἀ­πά­νου ἀ­πὸ τὴ ρά­χη ἕ­να τσο­πα­νό­που­λο, ἐ­νῷ ἔ­βο­σκε τὰ γί­δια του, εἶ­δε τὴ σκη­νὴ κι’ ἀ­να­τα­ρά­χτη­κε. Κι’ ἀν­τὶ νὰ φο­βη­θῆ, ἔ­τρε­ξε ἀ­προ­σκά­λε­στο, χα­ρὰ γι­ο­μᾶ­το γιὰ τὸ φο­νι­κὸ τῶν Τούρ­κων, καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ Βάσ­σο μὲ κα­μά­ρι.

       — Τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; τὸ ρώ­τη­σε ὁ Βάσ­σος ἄ­γριος, ἀ­νή­συ­χος μὴ μαρ­τυ­ρή­σῃ τὸ κα­κὸ ποὺ γί­νη­κε.

       — Θέ­λω νὰ σκο­τώ­νω κ’ ἐ­γὼ Τούρ­κους! Πᾶ­ρε με κον­τά σου, Κα­πε­τά­νε! εἶ­πε ἀ­θῷ­α τὸ παι­δί.

       Κι’ ἄ­φη­σε τὰ γί­δια, καὶ πῆ­γε Κλέ­φτης ὁ μι­κρὸς γι­δά­ρης. Ἦ­ταν ὁ Γιάν­νος Κλί­μα­κας, κα­τό­πι κα­πε­τά­νος ὀ­νο­μα­στὸς γιὰ τὴν πα­λη­κα­ριά του.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Ντρέ­μι­τσα τῶν Σα­λώ­νων, τὸ ἴ­διο τὸ χω­ριὸ ποὺ ἔ­βγα­λε τὸν Πα­νου­ριᾶ, τὸ Γκού­ρα, τὸ Ρού­κη κι’ ἄλ­λους.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 135. [Τίτλος: «253.— Τὸ βο­σκό­που­λο.].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἰωάννης Κλίμακας (Θήβα, ;-1877). Φωτογραφία: Πέτρος Μω­ρα­ΐ­της.



		

	

Γιῶργος Δουατζῆς: Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο



Γιῶργος Δουατζῆς

 

Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο


τοῦ­το γά­ρ ­στι­ν  χρό­νος
­ριθ­μὸς κι­νή­σε­ω­ς κα­τὰ τὸ πρό­τε­ρον καὶ ­στε­ρον
Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (Φυ­σι­κά)

ΠΑΠΠΟΥΣ ἔ­τρε­χε μὲς στὸν χι­ο­νιᾶ κρα­τών­τας ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τὸ ἐγ­γό­νι. Ἔ­τρε­χαν ὄ­μορ­φοι κι ἀν­τάλ­λα­ζαν τοὺς ρό­λους τους μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες ξε­γε­λών­τας τὸν χρό­νο μὲ ποι­ή­μα­τα καὶ τρα­γού­δια. Δι­ό­τι ὁ χρό­νος δὲν ἔ­μα­θε ὅ­τι εἰ­κό­νες, ποι­ή­μα­τα, τρα­γού­δια, δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Βλέ­πεις, μό­νον νὰ με­τρά­ει γνώ­ρι­ζε…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Με­τα­φυ­σι­κὰ δι­λήμ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΑΝΕΨΙΟΣ τοῦ Ἀ­λῆ Φαρ­μά­κη (πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1821), ὅ­ταν ἦ­σαν κλει­σμέ­νοι εἰς τὸν πύρ­γον τοῦ θεί­ου του, ἔ­λε­γε πρὸς τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη:

       — »Κρῖ­μας ὁ­ποὺ δὲν εἶ­σαι Τοῦρ­κος, μέ­γας ἀ­φέν­της θὰ γί­νο­σουν.

       — »Ἂν γέ­νω Τοῦρ­κος, θὰ μὲ σου­νε­τέ­ψουν;(1)

       — »Βέ­βαι­α.

       — »Ἐ­μᾶς ὅ­ταν μᾶς βα­πτί­ζουν, μᾶς κό­βουν ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς μας τρί­χες καὶ ταῖς βά­ζουν εἰς τὸ εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἂν γί­νω Τοῦρ­κος, εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον θὰ μὲ τρα­βοῦν ὁ Χρι­στὸς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ὁ Μω­ά­μεθ ἀ­πὸ τὴν <ψωλή> καὶ δὲν θέ­λω νὰ βά­λω εἰς πα­ρό­μοι­α δι­α­φο­ρὰ δύ­ο τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»


(1) σουνέτι· περιτομή.


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέ­ρων Κο­λο­κο­τρώ­νης» σ. 278 (ἀ­πὸ τὸ Γ. Τερ­τσέ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 185-186 [Τίτλος: «367.— Δυ­ὸ τέ­τοι­ους προ­φη­τά­δες.»].

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


«Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών»

[τοῦ Δημητρίου Καλλέργη]


ΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΟ-ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ τοῦ Πει­ραι­ᾶ στὰ 1855-6, ποὺ κα­τώρ­θω­σε τέ­λος τὸ νέ­ο ὑ­πουρ­γεῖ­ο Μαυ­ρο­κορ­δά­του νὰ τὴν ξε­κολ­λή­σῃ καὶ νὰ τὴ στεί­λῃ ἀ­πὸ ‘­κεῖ ποὺ ἦρ­θε, πολ­λὲς προ­σβο­λὲς ὑ­πό­φε­ρε καὶ τὸ Πα­λά­τι καὶ ἡ Κυ­βέρ­νη­ση καὶ ἡ κοι­νω­νί­α στὴν πρω­τεύ­ου­σα. Οἱ κα­βαλ­λα­ραῖ­οι Φραν­τσέ­ζοι κά­να­νε τὴν ξαφ­νι­κὴ πα­ρου­σί­α τους στὸ δη­μό­σιο πε­ρί­πα­το τοῦ Πο­λυ­γώ­νου μὲ τὰ πι­στό­λια στὸ χέ­ρι, καὶ οἱ κυ­ρά­δες μα­ζεῦ­αν τὰ φου­στά­νια τους, καὶ δός του δρό­μο. Οἱ πα­λη­κα­ρά­δες πιά­ναν ὅ­ποι­ο­νε βρί­σκα­νε φου­στα­νελ­λᾶ καὶ τὸν προ­σφω­νού­σα­νε προ­κλη­τι­κὰ μὲ τὸ «κα­πε­τὰν Κλε­φτής». Στὴν πλα­τεῖ­α τοῦ Πα­λα­τιοῦ ξε­πε­ζεῦ­αν ἐ­πι­δει­χτι­κὰ καὶ κα­του­ροῦ­σαν κα­τὰ τὸ Πα­λά­τι.

       Ἡ νέ­α Κυ­βέρ­νη­ση, μ’ ὅ­λες τὴς βρι­σι­ὲς καὶ κα­τη­γό­ρι­ες ποὺ δε­χό­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ τοὺς κα­θα­ροὺς πα­τρι­ῶ­τες ποὺ βρί­σκον­ται μο­νά­χα στὴν ἀν­τι­πο­λί­τε­ψη, ὑ­πό­φε­ρε πο­λὺ ὡς ποὺ νὰ μα­λα­κώ­σῃ τὴν ὁρ­μὴ τοῦ σκαι­οῦ Γάλ­λου, αὐ­τοῦ μά­λι­στα. Με­τα­ξὺ στρα­τοῦ Κα­το­χῆς καὶ Ἑλ­λην. στρα­τοῦ τὰ πρά­μα­τα ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σκη­μα.

     Ἔ­τσι ὁ νέ­ος ὑ­πουρ­γὸς τῶν Στρα­τι­ω­τι­κῶν, ὁ Δ. Καλ­λέρ­γης, φι­λό­γαλ­λος, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φέ­ρῃ κά­ποι­α για­τρειὰ στὸ κα­κό· ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σῃ γεῦ­μα ἐ­πί­ση­μο συ­να­δελ­φι­κὸ στοὺς Ἀγ­γλο-Γάλ­λους. Καὶ τὄ­δω­σε, ποῦ; Μέ­σα στὸ ἱ­ε­ρὸ δά­πε­δο τοῦ Παρ­θε­νῶ­να.

     «Τὸ πα­ραγ­γελ­θὲν συμ­πό­σιον τοῦ στρα­τη­γοῦ Καλ­λέρ­γη ἐ­γέ­νε­το χθὲς εἰς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν δι’ ὅ­λης τῆς ἐ­πι­ση­μό­τη­τος. Οἱ συν­δαι­τυ­μό­νες ἦ­σαν ἕ­ως 250, ὧν οἱ πλεῖ­στοι ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τοῦ ἐν Πει­ραι­εῖ Γαλ­λι­κοῦ καὶ Ἀγ­γλι­κοῦ στρα­τοῦ. Τὸ γεῦ­μα ἤρ­ξα­το ἀ­κρι­βῶς τὴν τε­τάρ­την ὥ­ραν καὶ ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν δε­κά­την ὥ­ραν τῆς νυ­κτός, παι­α­νι­ζού­σης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς Μου­σι­κῆς. Πο­τὲ συμ­πό­σιον δὲν ἐ­γέ­νε­το διὰ με­γα­λει­τέ­ρας εὐ­τα­ξί­ας καὶ ἡ­συ­χί­ας. Τὰ φα­γη­τά, οἱ οἶ­νοι, τὰ γλυ­κί­σμα­τα, ἐν ἑ­νὶ λό­γῳ ἅ­παν­τα τὰ ἐ­δέ­σμα­τα ὑ­πῆρ­χον ἐ­κλε­κτὰ καὶ σπά­νια. Ὁ στρα­τη­γὸς Δ. Καλ­λέρ­γης φέ­ρων τὴν ἐ­πί­ση­μόν του στο­λὴν ἐ­κά­θη­το ἐν τῷ μέ­σῳ, καὶ πε­ρὶ αὐ­τὸν ἅ­πα­σα ἡ χο­ρεί­α τῶν προ­σκε­κλη­μέ­νων. Οὐ­δεὶς τῶν ὑ­πουρ­γῶν ἢ ἄλ­λων πο­λι­τι­κῶν ὑ­πῆρ­χε προ­σκε­κλη­μέ­νος, καὶ ὁ λό­γος φυ­σι­κός, δι­ό­τι τὸ συ­μό­σιον ἦ­το στρα­τι­ω­τι­κόν. Ἀλ­λὰ πα­ρευ­ρέ­θη­σαν εἰς αὐ­τὸ ὁ πρέ­σβυς τῆς Ἀγ­γλί­ας με­τὰ τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας του, ὁ ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, ὁ νο­μάρ­χης Ἀτ­τι­κῆς καὶ Βοι[ω]τί­ας, ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Δι­οι­κη­τι­κῆς Ἀ­στυ­νο­μί­ας Ἀ­θη­νῶν καὶ Πει­ραι­ῶς, ὁ γραμ­μα­τεὺς τῆς Νο­μαρ­χί­ας καὶ δι­ά­φο­ροι ἄλ­λοι ἐ­πί­ση­μοι πο­λῖ­ται με­τὰ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν των. Ἡ Δη­μαρ­χί­α προ­σή­νεγ­κε 1000 ὀ­κά­δας δᾳ­δί­ου διὰ φα­νούς, οἵ­τι­νες τὴν νύ­κτα ἐ­φώ­τι­ζον ἅ­πα­σαν τὴν πό­λιν τοῦ Κέ­κρο­πος. Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α δὲ ἀ­πὸ πρω­ΐ­ας ἐ­κυ­μά­τι­ζεν ἐ­πὶ τοῦ Παρ­θε­νῶ­νος. Μὲ εὐ­χα­ρί­στη­σίν μας δὲ εἴ­δο­μεν ὅ­τι διὰ τοῦ συμ­πο­σί­ου τού­του οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τοῦ ἡ­με­τέ­ρου στρα­τοῦ συ­να­δελ­φώ­θη­σαν στε­νώ­τα­τα με­τὰ τῶν Ἀγ­γλο-Γάλ­λων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, με­θ’ ὧν κα­τῆλ­θον εἰς τὴν πό­λιν καὶ συν­δι­ε­σκέ­δα­σαν εἰς τὰ καφ­φε­νεῖ­α τῆς Πρω­τευ­ού­σης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ἀ­θη­νᾶ» 11 Ἰ­ουν. 1854.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 112. [Τίτλος: «220.— «Ἑ­στι­α­τό­ριον ὁ Παρ­θε­νών».].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Δημήτριος Καλλέργης (1803-1867). Φωτογραφία τοῦ André-A­dol­phe-Eu­gène Disdéri (1819-1890) στὸ Παρίσι τὸ 1865.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων



Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων


Στὸν Θ.Β.

ΔΕΡΜΑ. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ ἔ­κτα­ση ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Αἰ­σθη­τή­ριο ὄρ­γα­νο.

       Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς. Σκέ­ψου!

       Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πλη­σί­α­ζες τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς σοῦ στρώ­να­νε χα­λὶ νὰ μὲ πα­τή­σεις. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἐ­πι­τρο­πὴ ὑ­πο­δο­χῆς εἶ­χα γιὰ τὸ πλη­σί­α­σμά σου.

       Ἀ­π’ τὰ δι­κά σου τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, πές μου, πό­σα; πό­σα ἐ­μέ­να καρ­τε­ροῦ­σαν; πό­σα στὰ μά­γου­λα; πό­σα στὰ χεί­λη; πό­σα στὰ μπρά­τσα; πό­σα στὰ δά­χτυ­λα; πό­σα στὴν κοι­λιά; πό­σα στὴ ρά­χη; στὰ γό­να­τα πό­σα;

       Κά­τσε νὰ τοὺς με­τρή­σεις τοὺς ὑ­πο­δο­χεῖς σου ἕ­ναν-ἕ­ναν. Μό­νος σου κάνε τὴν ἀ­πο­γρα­φή σου.

       Ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω με­τρη­μέ­νους τοὺς δι­κούς μου. Ἕ­ναν-ἕ­ναν. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος. Γιὰ σκέ­ψου! Μό­νο ἐ­σέ­να ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τί­πο­τα ἄλ­λο. Ποι­ό κρύ­ο; Ποι­ά ζέ­στη; Ποιόν ἥ­λιο; Ποι­ά βρο­χή; Τί­πο­τα. Ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πο­τέ­λεια.

       Ἔ­πρε­πε ν’ ἀν­τι­δρά­σω. Σι­γὰ μὴν ἄ­φη­να τὸ δέρ­μα νὰ μὲ κου­μαν­τά­ρει. Καὶ τὸ ‘λυ­σα τὸ πρό­βλη­μα. Τὸ ‘γδα­ρα πόν­το-πόν­το. Ξε­το­μα­ρι­ά­στη­κα. Ὕ­στε­ρα τό ‘βα­λα σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ τό ‘δε­σα μὲ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα. Τὸ πέ­τα­ξα στὸ βά­θος τῆς σο­φί­τας, ἐ­κεῖ πού ‘χω στοι­βά­ξει ὅ­λη τὴ σα­βού­ρα, ἀ­πο­κρι­ά­τι­κες στο­λές, κά­τι φι­γοῦ­ρες κα­ραγ­κι­ό­ζη καὶ παρ­τι­τοῦ­ρες ἀ­πὸ μου­σι­κὲς ποὺ δὲν ἀ­κού­ω πιά.

       Τώ­ρα δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Ἀ­φά­νι­σα τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριους ὑ­πο­δο­χεῖς. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος.

       Δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Οὔ­τε κὰν τὰ δά­κρυ­α ποὺ κυ­λοῦν ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἕ­να γιὰ τὸν κα­θέ­να τους κι ὅ­λα μα­ζὶ γιὰ σέ­να.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες. Βρί­σκον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ. Πα­ρά­γουν τὸ ὑ­γρὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ βλε­φα­ρί­δες κα­λύ­πτουν κά­θε τό­σο τὰ μά­τια. Τὸ ὑ­γρὸ κυ­λᾶ σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­λή­να. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δεῖ τὸ ἄ­νοιγ­μά του (μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ τρυ­πί­τσα) ἀρ­κεῖ νὰ τρα­βή­ξει, ἁ­πα­λά, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες λοι­πόν.

       Τοὺς ἀ­φαι­ρεῖς καὶ γλι­τώ­νεις κι ἀ­π’ τὰ δά­κρυ­α.

       Κι ἂν δὲν πε­τύ­χει τὸ πο­λὺ-πο­λὺ νὰ βγά­λω καὶ τὰ μά­τια μου. Ἔ­χω ἀ­κό­μα χῶ­ρο στὴ σο­φί­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.