Τά­σος Γου­δέ­λης: Κέρδη τοῦ χρόνου



Τά­σος Γου­δέ­λης


Κέρ­δη τοῦ χρό­νου

 

Ε ΤΟ ΧΡΟΝΟ γι­νό­μα­στε πιὸ ἐ­φευ­ρε­τι­κοὶ στὸν ὑ­παι­νιγ­μό: ἀ­πό­λυ­τα δι­α­κρι­τι­κοὶ ἀ­πέ­ναν­τί σὲ ὅ­σα ἄλ­λο­τε θὰ φρον­τί­ζα­με νὰ μᾶς φο­βί­ζουν. Για­τὶ, στὴ θέ­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­δο­νῆς μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο ποὺ κά­πο­τε προ­κα­λού­σα­με, βρί­σκε­ται τώ­ρα ὁ γνω­στός, ἀ­πτό­η­τος τρό­μος: πα­ρά­ξε­να, ὅ­μως, αὐ­τὸς μᾶς κά­νει εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς οἰ­κο­δε­σπό­τες στὸ ἐ­περ­χό­με­νο. Δὲν μᾶς πα­ρα­λύ­ει, ὅ­πως θὰ ἦ­ταν φυ­σι­κό. Ἀν­τί­θε­τα, δι­ευ­κο­λύ­νει τὶς κι­νή­σεις μας. Μπο­ροῦ­με πιὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ μὴν ξυ­πνᾶ­με ἀ­πό­το­μα μπρο­στὰ στὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια ποὺ μᾶς πα­ρα­κο­λου­θοῦν. Τη­ροῦ­με τὰ προ­σχή­μα­τα μὲ ὅ­σους, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, ἔ­χουν ἀ­κού­σει τὶς καμ­πά­νες τοῦ με­σο­νυ­χτί­ου. Κυ­κλο­φο­ροῦ­με στὸ γυ­ά­λι­νο πά­τω­μα μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, πα­ρό­τι κά­θε μας λέ­ξη ἐν­νο­εῖ πιὰ αὐ­τὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ σὲ ὅ­λους, μὲ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἀ­δι­ά­κο­πη μου­σι­κή, σὰν ὑ­πό­κρου­ση, βέ­βαι­α, στὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἐ­πι­νο­οῦ­με συ­νε­χῶς νέ­ους τρό­πους ὁ­μι­λί­ας γιὰ ὅ,τι θὰ ἐ­πα­κο­λου­θή­σει. Ὅ­λα μᾶς πεί­θουν πὼς ἔ­χου­με τὸ χά­ρι­σμα νὰ δεί­χνου­με ἤ­ρε­μοι ἀ­πέ­ναν­τι στὶς εἰ­κό­νες ποὺ χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, σί­γου­ροι δῆ­θεν ὅ­τι αὐ­τὲς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν. Δι­ορ­θώ­νου­με τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες μὲ τὴν ἄ­νε­τη προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νου ποὺ πι­στεύ­ει στὸ δῶ­ρο μιᾶς με­γά­λης πα­ρά­τα­σης, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θὰ ἔ­πρε­πε μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση γύ­ρω μας. Φρον­τί­ζου­με νὰ ζοῦ­με ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ μέ­σα στὸ τρο­με­ρὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ, τὸ φέρ­νου­με τό­σο κον­τὰ στὰ μά­τια μας ὥ­στε νὰ μοιά­ζει ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νο. Φυ­σι­κά, ἡ ἀ­πό­κρυ­ψη εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ γνω­στοῦ σχε­δί­ου ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­με κα­τὰ γράμ­μα: νὰ ἀ­πο­στρέ­φου­με τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες. Μὲ τὴν ἔμ­πνευ­ση ἐ­κεί­νου ποὺ δὲν ἔ­χει τί­πο­τα νὰ κερ­δί­σει μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὲς ἀ­πο­στά­σεις ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς πο­λι­ορ­κεῖ, σὰν νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ παι­δι­κὸ πρω­ϊ­νὸ μιᾶς ἀρ­γί­ας ἢ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἑ­νὸς ἀγ­γέ­λου.



Πη­γή: Ἡ πα­ρου­σί­α (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 2010).

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης: Ὁ Μιχάλης



Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης


Ὁ Μι­χά­λης


ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ποὺ μπῆ­κε στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζὴ ἂν φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης κι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στυ­φὴ πὼς ὄ­χι. Κά­θη­σε στὸ πλά­ι καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μιὰ παρ­τί­δα τά­βλι. Με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα βα­ρέ­θη­κε κι ἔ­φυ­γε. Στὸ κρε­βά­τι του ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε σὲ δυ­ὸ λε­φτά, ὅ­πως ὅ­λοι ποὺ βγά­ζου­νε μὲ μό­χθο τὸ ψω­μί τους. Ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πο­μέ­νης. Ἤ­ρε­μος καὶ λυ­τρω­τι­κὸς ὁ ὕ­πνος τοῦ με­ση­με­ριοῦ τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς. Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μπά­νιο, μά­ζε­ψε σὲ δυ­ὸ σα­κοῦ­λες τὰ σεν­τό­νια καὶ τ’ ἄ­πλυ­τα, φό­ρε­σε κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ θαύ­μα­σε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὁ­λό­σω­μο κα­θρέ­φτη. «Κα­λὰ λέ­ει ὁ Μι­χά­λης νὰ ξα­να­παν­τρευ­τῶ, τὴ μπο­γιά μου τὴν ἔ­χω…». Εἶ­δε στὸ κο­μο­δί­νο τὴ φω­το­γρα­φί­α τῆς κυ­ρα-Μα­ρί­κας καὶ σο­βα­ρεύ­τη­κε. «Βρε­θή­κα­με ἀρ­γά, ἔ­φυ­γες νω­ρίς, οὔ­τε παι­διὰ οὔ­τε σκυ­λιά, ὅ­λ’ ἡ ζω­ή μας ἕ­να τί­πο­τα.» Φεύ­γον­τας ἄ­φη­σε τ’ ἄ­πλυ­τα στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Στὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο πῆ­ρε λα­χεῖ­α, ἔ­γρα­ψε πρὸ-πὸ κι ἡ δι­ά­θε­ση του ἔ­σια­ξ’ ἐν­τε­λῶς. Στὸ κα­φε­νεῖ­ο ἀ­π’ τοὺς γνω­στοὺς δὲν ἤ­τα­νε κα­νείς.

       — Φά­νη­κε ὁ Μι­χά­λης; Ρώ­τη­σε τὸν κα­φε­τζῆ. Αὐ­τὸς τὸν κοί­τα­ξε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος στὰ μά­τια, πρώ­τη φο­ρὰ στὰ τό­σα χρό­νια.

       — Ὁ Μι­χά­λης δὲ θὰ ξα­να­φα­νεῖ. Ἀρ­γὰ χτὲς τὸ βρά­δυ… κα­τα­λα­βαί­νεις… καὶ σή­με­ρα στὶς τρεῖς τὸν κη­δέ­ψα­νε.

Ζα­λί­στη­κε.

       — Τὸ Μι­χά­λη; Γιὰ στά­σου, ρέ, ἔ­τσι ξαφ­νι­κά; δὲν εἶ­χε τί­πο­τα ὁ ἄν­θρω­πος…

       — Πῶς δὲν εἶ­χε, ὅ­λοι στὴν ἡ­λι­κί­α του κά­τι ἔ­χου­με, λί­γο ζά­χα­ρο, λί­γη οὐ­ρί­α, νὰ μὴ σοῦ βά­λω κι ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ές… Τέ­λος πάν­των, ζω­ὴ σὲ λό­γου μας… Καὶ πῆ­γε στὸν μπου­φέ.

       Βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ σὰν χα­μέ­νος. Ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς προ­ο­ρι­σμό. Τὸ κρύ­ο τσου­χτε­ρό, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ χι­ο­νί­ζει, μὰ δὲν τό ‘­νι­ω­θε. Στὴν πλα­τεί­α τὰ φῶ­τα τῶν δι­α­φη­μί­σε­ων ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κά, πρά­σι­να, κί­τρι­να, βά­φαν τὸ χι­ό­νι, πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ἀ­πὸ τα­βέρ­νες, ἔ­πει­τα μπῆ­κε στὸ πάρ­κο, ξα­να­βγῆ­κε, ἔ­ψα­χνε τό­ση ὥ­ρα νὰ βρεῖ ἕ­ναν τό­πο ποὺ τὸν περ­πά­τη­σαν μα­ζὶ ἢ ποὺ κά­θι­σαν νὰ φᾶ­νε ἢ νὰ πι­οῦ­νε, μὰ τί­πο­τα, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν τὸ ταί­ρι του μό­νο στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μο­νά­χα στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι, κι οἱ κου­βέν­τες καὶ τὰ κα­λαμ­πού­ρια τους ὅ­λα γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τό, κα­λαμ­πού­ρια τυ­πο­ποι­η­μέ­να δη­λα­δή, στε­γνὰ ἀ­πὸ γοῦ­στο τώ­ρα ποὺ τὰ σκέ­φτε­ται, τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ὅ­πως κι οἱ παρ­τί­δες τους, παιγ­μέ­νες τρεῖς καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς ἡ κα­θε­μιά, χι­λιά­δες παρ­τί­δες, τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα, ἕ­ξι μ’ ἐν­νιά, μ’ ἐν­νιὰ ἀ­πα­ραι­τή­τως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἔ­φευ­γε ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι ἡ γυ­ναί­κα του νὰ φέ­ρει τὸ γι­α­ούρ­τι, κι ἂν ἡ παρ­τί­δα δὲν τέ­λει­ω­νε στὶς ἐν­νιά, τὴν ἔ­κο­βαν καὶ τὴ συ­νέ­χι­ζαν τὴν ἑ­πο­μέ­νη, για­τί ἡ γυ­ναί­κα του ἤ­τα­νε γκρι­νιά­ρα, «νοι­κο­κυ­ρά, κα­θα­ρή, μὲ τὶς ἐκ­κλη­σί­ες της καὶ τὰ ψυ­χι­κά της, θαρ­ρεῖς κι εἴ­μα­στε Μπρού­κλη­δες, μὰ ἡ μέ­ση της τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια σα­κα­τε­μέ­νη καὶ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ κου­νη­θεῖ κι ὅ­λο γκρι­νιά­ζει», ἡ φου­κα­ριά­ρα ἡ γυ­ναί­κα τοῦ φί­λου του, ποὺ πο­τὲ του δὲν τὴν εἶ­δε καὶ τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτε­ται οὔ­τε τὸ σπί­τι τους ἤ­ξε­ρε, κι ἂν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ τὸ μά­θαι­νε γιὰ τὴν κη­δεί­α, πό­ση ντρο­πή, θά ‘­πρε­πε νὰ ρω­τά­ει τοὺς ξέ­νους, χρό­νια φι­λί­α μὲς στὸ κα­φε­νεῖ­ο, μὰ στα­μα­τοῦ­σ’ ἐ­κεῖ, μό­νο στὸ τά­βλι, μέ­σα στὸ τά­βλι καὶ ἴ­σως δὲν ἦ­ταν μό­νο ποὺ ἡ γυ­ναί­κα ἤ­τα­νε στρα­βὴ καὶ δὲν τὸν κά­λε­σαν πο­τὲ στὸ σπί­τι γιὰ φα­ΐ, κι ἤ­τα­νε χῆ­ρος, θὰ μπο­ρού­σα­νε, ἔ­στω γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, τώ­ρα ποὺ τὸ συλ­λο­γι­έ­ται κα­λύ­τε­ρα «κι ἐ­σὺ δὲν τὸ ἐ­πι­δί­ω­ξες, ἢ γιὰ νὰ λέ­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους, τ’ ἀ­πό­φυ­γες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ κι ὕ­στε­ρα ἔ­μει­νε ἔ­τσι, ἴ­σως νὰ σὲ κά­λε­σε καὶ νὰ μὴν πῆ­γες, λε­πτο­μέ­ρει­ες, ποῦ νὰ θυ­μᾶ­σαι πιά, ἀλ­λὰ ἴ­σως, για­τί ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν… ἀ­κρο­δε­ξιός, βα­σι­λό­φρο­νας, κι ἐ­σὺ ἀ­ρι­στε­ρὸς ἀ­νέν­τα­χτος, κα­μά­ρι, ἀ­γω­νι­στὴς μ’ ἐ­ξο­ρί­ες καὶ πα­ρα­δέ­ξου το πὼς ἀ­κό­μα κι οἱ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νοι σὰν κι ἐ­σέ­να με­ρι­κὲς φο­ρὲς με­τρᾶν τοὺς ἄλ­λους ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν κομ­μα­τι­κή τους το­πο­θέ­τη­ση κι ἂς σοῦ κα­κο­φά­νη­κε, ὅ­ταν κι ἐ­σέ­να σὲ μέ­τρη­σαν ἄλ­λοι ἔ­τσι, θυ­μᾶ­σαι δὰ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ σοῦ πρό­τει­νε νὰ παί­ξε­τε τό ΄κα­νες πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ φι­λό­τι­μο κι ὅ­λο γύ­ρι­ζες κλε­φτὰ νὰ δεῖς ἅ­μα σὲ βλέ­πουν οἱ «δι­κοί σου» καὶ τί θὰ λέ­νε, καὶ σὰν κα­τά­λα­βες πὼς δὲν τοὺς πο­λυ­νοιά­ζει, για­τὶ μέ­σα στὸ κα­φε­νεῖ­ο μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θές, νὰ παί­ζεις παρ­τί­δες μ’ ἀλ­λό­θρη­σκους κι ὁ­μό­θρη­σκους, μ’ ἀν­τί­θε­τους πο­λι­τι­κὰ καὶ μ’ ὁ­μο­ϊ­δε­ά­τες, ἀ­κό­μα καὶ μὲ πού­στη­δες καὶ μὲ χα­σι­κλῆ­δες, κι αὐ­τὴ εἶ­ναι ἄλ­λω­στε ὅ­λ’ ἡ γλύ­κα τοῦ κα­φε­νεί­ου, τό­τε ἄρ­χι­σες νὰ τὴ βρί­σκεις μὲ τὸ Μι­χά­λη, κι ὄ­χι πὼς ἦ­ταν τί­πο­τα ἰ­δι­αί­τε­ρο, συν­τα­ξι­οῦ­χος σι­δη­ρο­δρο­μι­κός, τσιγ­γού­νης καὶ γκρι­νιά­ρης, μὲ μπό­λι­κα κου­σού­ρια, ἐ­ρι­στι­κὸς καὶ στὴ χα­σού­ρα καὶ στὸ κέρ­δος, δυ­ὸ οὖ­ζα ὅ­λα κι ὅ­λα δη­λα­δή, μὰ ἦ­ταν ὁ Μι­χά­λης σου, τὸ ταί­ρι σου, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά σου, ποὺ ἤ­ξε­ρες πὼς θὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ στὶς ἕ­ξι καὶ ἔ­στω μέ­χρι τὶς ἐν­νιά, κι ἔ­στω μο­νά­χα μὲς στὸ τά­βλι, μὰ νά το, τὸ θυ­μᾶ­σαι κα­θα­ρά, ναί, ἦ­ταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σαν­του­ϊ­τσά­δι­κο, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρα­πέ­ζι στὸ βά­θος, τε­λει­ώ­σα­τε τὸ τά­βλι στὶς ὀ­χτώ­μι­σι κι ἦ­ταν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ —ἢ Πέμ­πτη;— τὸν εἶ­χε τα­ρά­ξει στὴ νη­στεί­α ἡ γυ­να­ί­κα του, «πᾶ­με», εἶ­πες, «νὰ σὲ κε­ρά­σω μιὰ ρε­τσί­να» καὶ φά­γα­τε πα­τά­τες καὶ λου­κά­νι­κα καὶ τά ‘­πια­τε, Με­γά­λη Πέμ­πτη γιὰ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ τά­βλι…».

       — Μιὰ λου­κά­νι­κα καὶ μιὰ πα­τά­τες καὶ ρε­τσί­να.

       Κι ὁ πι­τσι­ρί­κος τὰ ‘­φε­ρε, σὰν τό­τε, καὶ πί­νει καὶ «φέ­ρε κι ἄλ­λο», ἔ­γι­νε στου­πί, «ἐ­βί­βα, Μι­χα­λού­δι, ἄ­ρα­γε σοῦ ‘­βα­λαν στὴν κά­σα κά­να τά­βλι;», «κύ­ριος, κλεί­νου­με», «ἐν­τά­ξει, ὁ λο­γα­ρια­σμὸς δι­κός μου, Μι­χα­λά­κο μου», καὶ βγῆ­κε κι ἄρ­χι­σε πά­λι ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση καὶ χά­θη­κε, «αὐ­τὴ ἡ πό­λη εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νη κι ἄς εἶ­ναι μιὰ στα­λιά, κι ἀ­πό­ψε γέρ­νει, θαρ­ρεῖς τὸ χι­ό­νι ἔ­πε­σε μο­νό­παν­τα», θέ­λει νὰ πά­ει ἴ­σια καὶ παίρ­νει τὰ στε­νά, μὰ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι του ἐ­πι­τέ­λους με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ πε­σί­μα­τα καὶ τώ­ρα τρί­το, πί­σ’ ἀπ’ την πόρ­τα τῆς αὐ­λῆς, «ἀ­πό­ψε σέρ­νο­μαι γιὰ χά­ρη σου, σὲ ξε­νυ­χτά­ω», μὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ση­κω­θεῖ, δὲν ἔ­χει ὅ­μως καὶ με­γά­λη ση­μα­σί­α, για­τὶ κι ἡ αὐ­λὴ εἶ­ναι σπί­τι μας κι ἔ­νι­ω­σε ζε­στὰ μὲς στὴ δι­κιά του ἰ­δι­ο­κτη­σί­α κι ἀ­φέ­θη­κε ἐ­λεύ­θε­ρος, Ἀρ­χάγ­γε­λε Μι­χα­ήλ, κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε…



Πη­γή: Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Νε­φέ­λη, 1990).

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Ποῦρα γεμιστά (Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀ­θή­να, 2017).


Μά­γδα Κόσ­συ­βα: Χέρια

 



Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Χέ­ρια


Η ΘΕΛΙΑ ἔ­κο­βε χέ­ρια. Γεν­νή­θη­κε στὴν Μα­δρί­τη τὸ 1985.

       Δὲν δι­α­μέ­λι­ζε πάν­τα ἀν­θρώ­πους, μό­νο τὰ τε­λευ­ταῖ­α τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δί­δα­σκε ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης. Κά­θε Μάρ­τη τε­λοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος μνη­μό­συ­νου γιὰ τὰ χέ­ρια ποὺ εἶ­χε κα­θαι­ρέ­σει. Ἄ­να­βε κε­ριά, πή­γαι­νε στὴν βι­τρί­να μὲ τὰ χέ­ρια τοῦ ἑ­κά­στο­τε θα­νόν­τος, ἔ­λε­γε κά­ποι­α λό­για γιὰ τὸν ἐ­κλι­πόν­τα καὶ το­πο­θε­τοῦ­σε μιὰ προ­σφο­ρὰ ποὺ θὰ τὸν ἀν­τι­προ­σώ­πευ­ε.

       Ἤ­πι­ε ἕ­να ἀ­κό­μα κο­νιάκ, τώ­ρα στέ­κον­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Μα­έ­στρο.

       Τί ὑ­πέ­ρο­χα χέ­ρια!

       Ἂν καὶ ἀ­νῆ­καν σὲ ἄν­τρα με­γα­λύ­τε­ρο τῆς μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χαν χρῶ­μα καὶ σχῆ­μα παι­δι­κό. Χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι πλα­δα­ρὰ ἦ­ταν εὔ­πλα­στα, ἀ­νοι­χτὰ στὴν ἐ­ναλ­λα­γὴ σχη­μά­των. Ἀ­κό­μα κι ὅ­σο ζοῦ­σαν ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν ἤ­δη τα­ρι­χευ­τεῖ. Τό­ση τε­λει­ό­τη­τα δὲν ταί­ρια­ζε στὴν ζω­ή.

       Βέ­βαι­α στὴν πε­ρί­πτω­σή τους, ὁ κα­νό­νας ἀ­ναι­ροῦν­ταν, για­τὶ πο­λὺ ἁ­πλὰ δὲν εἶ­χε κα­μί­α ση­μα­σί­α ἂν ἦ­ταν δύ­σμορ­φα ἢ γε­μά­τα κά­λους, τὰ χέ­ρια αὐ­τὰ ἔ­γρα­φαν νό­τες, τὶς πέ­τα­γαν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὶς μοί­ρα­ζαν σὲ ἔγ­χορ­δα, πνευ­στὰ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σὲ φω­νη­τι­κὲς χορ­δές. Ἐ­να­πό­θε­σε μπρο­στά τους ἕ­να βι­νύ­λιο μὲ τὸ Canzone Del Mal Di Luna.

       Χαί­ρο­μαι ποὺ κά­να­με ἔ­στω μιὰ χει­ρα­ψί­α καὶ ἂς ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α σου.

       Ἡ Θέ­λια ἄ­να­ψε ἕ­να τσι­γά­ρο, κρά­τη­σε ἑ­νὸς λε­πτοῦ σι­γὴ καὶ σκέ­φτη­κε πό­σα χέ­ρια δὲν θὰ εἶ­χαν κο­πεῖ, ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.



Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ: Ἡ ἀπογραφέας



Μα­ριά­ννα Μπολ­τσῆ


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας


ΑΠΟΓΡΑΦΕΑΣ περ­νᾶ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι καὶ κα­τα­γρά­φει κε­φά­λια, ἀν­θρώ­πους, ζω­ές, ψυ­χές. Χτυ­πά­ει πόρ­τες καὶ τὶς ἀ­νοί­γουν φο­βι­σμέ­νες γρι­οῦ­λες, θυ­μω­μέ­νοι πε­νην­τά­ρη­δες, κα­κο­ποι­η­μέ­νες σύ­ζυ­γοι, χω­ρι­σμέ­νοι πα­τε­ρά­δες, ἐρ­γέ­νη­δες γυ­ναι­κο­λό­γοι, πι­στοὶ ποὺ θε­ω­ροῦν χρέ­ος τους νὰ τῆς χα­ρί­σουν τὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη.

       Πλη­ρώ­νε­ται μὲ τὸ κε­φά­λι. Ὅ­σες πε­ρισ­σό­τε­ρες ψυ­χὲς κα­τα­γρα­φοῦν στὸ ἔν­τυ­πο, τό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα θὰ κερ­δί­σει. Ὁ­δὸς Τα­λι­α­δού­ρου. Τῆς ἀ­νοί­γει μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α. Πάν­τα ἔ­χει λί­γη ἀ­μη­χα­νί­α μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους, τοὺς προ­τι­μᾶ ὅ­μως ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νους πε­νην­τά­ρη­δες. Λὲς καὶ στὰ γε­ρά­μα­τα νὰ στα­μα­τά­ει ὁ θυ­μὸς καὶ ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κού­ρα­ση ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­χεις ζή­σει, σὰν νὰ ἔ­χεις πα­ρα­δο­θεῖ στὸ τέ­λος μιᾶς μοί­ρας ποὺ δὲν μπό­ρε­σες νὰ ἀλ­λά­ξεις. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη τῆς χα­μο­γε­λά­ει καὶ τὴν βά­ζει στὸ σπι­τι­κό της: ἕ­να χα­μό­σπι­το μὲ 2 δω­μά­τια, μιὰ κου­ζι­νού­λα, ἕ­να μπά­νιο καὶ ἕ­να χώλ. Κά­θον­ται στὰ πα­λιὰ ἔ­πι­πλα. Τῆς βά­ζει νὰ πι­εῖ νε­ρὸ καὶ τὴν κερ­νᾶ γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν εἶ­ναι ἄ­νε­τη μὲ κά­τι τέ­τοι­α. Θέ­λει ἁ­πλῶς νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της καὶ νὰ φύ­γει. Ἡ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ὅ­μως θέ­λει ἐ­πι­τέ­λους νὰ μι­λή­σει. Δὲν μπαί­νει καὶ κα­νεὶς στὸ σπί­τι της πέ­ρα —ἴ­σως— ἀ­πὸ τὴ γει­τό­νισ­σα.


       — Ὄ­νο­μα;

       — Ὄλ­γα Π.

       — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­στε, κα Ὄλ­γα;

       — 72

       — Ὄ­νο­μα πα­τρός:

       — Δη­μή­τριος

        — Ὄ­νο­μα μη­τρός: Ἀ­γο­ρί­τσα

        — Ἀ­δέρ­φια ἔ­χε­τε;

       — Πρώ­τη ἦ­ταν ἡ Σο­φί­α, με­τὰ οἱ γο­νεῖς μου ἔ­κα­ναν τὴν Ἑ­λέ­νη. Ὕ­στε­ρα τὸν Παῦ­λο μας, τὸν χά­σα­με στὸ ἀν­τάρ­τι­κο, με­τὰ ἐ­γώ.

       — Λυ­πᾶ­μαι γιὰ τὸν ἀ­δερ­φό σας… Οἰ­κο­γε­νεια­κὴ κα­τά­στα­ση; Τὰ δι­κά σας παι­διά;

       — Ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Στὸ ρά­φι ὅ­πως ἔ­λε­γαν τό­τε. Γε­ρον­το­κό­ρη. Τώ­ρα εὐ­τυ­χῶς ἐ­σεῖς οἱ νέ­οι δὲν τὸ λέ­τε. Ἔ­πρε­πε βλέ­πεις, κο­ρί­τσι μου, νὰ φρον­τί­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Παν­τρεύ­τη­καν τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ὁ πα­τέ­ρας μας δὲν εἶ­χε ἄλ­λη προί­κα νὰ μοῦ δώ­σει καὶ ἔ­τσι ἔ­μει­να ἀ­νύ­παν­τρη. Με­τὰ πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζω τοὺς γο­νεῖς μου ποὺ με­γά­λω­ναν, τὰ ἀ­δέρ­φια μου ποὺ ἀρ­ρώ­σται­ναν. Δὲν ἔ­κα­ναν παι­διά. Ὁ ἀ­δερ­φός μου, ὅ­πως σου εἶ­πα, σκο­τώ­θη­κε. Τοὺς φρόν­τι­σα ὅ­λους. Πάν­τα τοὺς φρόν­τι­ζα ὅ­λους. Δὲν παν­τρεύ­τη­κα γιὰ νὰ τοὺς φρον­τί­ζω ὅ­λους. Πέ­θα­ναν ὅ­λοι. Δὲν ἔ­χω κα­νέ­ναν. Εἶ­μαι μό­νη μου. Ἔ­μει­να μό­νη μου. Πε­ρι­μέ­νω νὰ φύ­γω μὲ τὴ σει­ρά μου.


Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας δὲν ξέ­ρει τί νὰ πεῖ, πῶς νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Μὰ θέ­λει τὴν πα­ρη­γο­ριά της; Ὄ­χι. Φεύ­γον­τας, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­σε ἦ­ταν φό­βος καὶ λύ­πη.


Εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά, ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας ποῦ καὶ ποῦ θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ­νο τὸν φό­βο ποὺ σω­μα­το­ποί­η­σε χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει, ἐ­κεῖ­νο τὸ αἴ­σθη­μα ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ ἕ­ως σή­με­ρα. Ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας τώ­ρα κοι­μᾶ­ται καὶ ξυ­πνᾶ μό­νη. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό της σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ δὲν μοι­ρά­ζε­ται μὲ κα­νέ­να. Ἀλ­λά­ζει σπί­τια καὶ δὲν ἔ­χει μιὰ μό­νι­μη κα­τοι­κί­α. Ἀ­πο­γρά­φε­ται πάν­τα ὡς φι­λο­ξε­νού­με­νη στὸ σπί­τι τῶν γο­νι­ῶν της. Οἱ γο­νεῖς της ζοῦν, εὐ­τυ­χῶς. Εὐ­τυ­χῶς δὲν ἔ­χει κά­ποι­ον νὰ φρον­τί­σει γιὰ τὴν ὥ­ρα. Δὲν ἔ­χει παι­διὰ καὶ ἀ­νί­ψια νὰ φρον­τί­σει. Βι­ώ­νει ἕ­να εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ ὅ­μως τὴν κα­τα­τρώ­ει. Ἀ­πὸ πό­τε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α σὲ τυ­ραν­νά­ει; Κι ἔ­τσι ἡ ἀ­πο­γρα­φέ­ας, θὰ συ­νε­χί­σει μὲ μα­ται­ώ­σεις, φό­βους καὶ ἀρ­νή­σεις νὰ σκέ­φτε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κά­πο­τε καὶ νὰ τὸ συγ­κρί­νει μὲ αὐ­τὸ ποὺ μοι­ραῖ­α ἄ­φη­σε νὰ γί­νει: Μί­α ἐν δυ­νά­μει κυ­ρί­α Ὄλ­γα, ποὺ θὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­πο­γρα­φέ­α γιὰ νὰ δη­λώ­σει τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κή της κα­τά­στα­ση. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν θὰ εἶ­ναι μιὰ «γε­ρον­το­κό­ρη», ἀλ­λὰ μιὰ θλιμ­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴ δου­λειὰ καὶ ὄ­χι στὴ ζωή.



Μα­ριά­να Μπολ­τσῆ. (Καρ­δί­τσα, 1986). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σχο­λι­κὴ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀ­να­πλη­ρώ­τρια φι­λό­λο­γος ΕΑΕ. Ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ προ­γράμ­μα­τα. Εἶ­ναι κά­το­χος πι­στο­ποί­η­σης Braille. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πρό­γραμ­μα διὰ βί­ου ἐκ­παί­δευ­σης Grundtvig μὲ τί­τλο «Developing Educational Processes using Art». Γνω­ρί­ζει Ἀγ­γλι­κὰ καὶ Ἰ­τα­λι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὸ 2009.



		

	

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα: Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ



Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ


Α ΣΠΙΤΙΑ ἔ­μοια­ζαν σὰν δυ­ὸ στα­γό­νες νε­ρό. Σὰν νὰ εἶ­χε δι­πλώ­σει κά­ποι­ος ἕ­να ἄ­σπρο χαρ­τὶ στὴ μέ­ση καὶ νὰ εἶ­χε κό­ψει μὲ προ­σο­χὴ τὸ σχέ­διό τους. Μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Μὲ μυ­τε­ρὸ ψα­λί­δι.

       Εἶ­χαν ἕ­ναν τοῖ­χο κοι­νό, μιὰ λα­σπω­μέ­νη λου­ρί­δα χῶ­μα μπρο­στὰ καὶ μιὰ πιὸ με­γά­λη λου­ρί­δα πί­σω σκε­πα­σμέ­νη μὲ γκρί­ζες πλά­κες. Καὶ στὶς δυὸ πί­σω αὐ­λὲς σέρ­νον­ταν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να πο­δή­λα­τα, πα­τί­νια, μπά­λες καὶ ἄ­δεια μπὸλ γιὰ τὰ ἀ­δέ­σπο­τά της γει­το­νιᾶς.

       Στὰ κάγ­κε­λα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ τυ­λι­γό­ταν ἕ­να γι­α­σε­μὶ μὲ λί­γα ἄ­σπρα λου­λού­δια. Ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ τρι­φύλ­λι ἔ­πνι­γαν τὰ παρ­τέ­ρια.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, οἱ θά­μνοι, κου­ρε­μέ­νοι καὶ συμ­με­τρι­κοί, κά­λυ­πταν τὰ κάγ­κε­λα κι ἐμ­πό­δι­ζαν τὸ φῶς νὰ ζε­στά­νει τὰ θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα ποὺ σχε­δί­α­ζαν μο­νο­πά­τια μὲ σπεῖ­ρες καὶ κύ­κλους.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ σπί­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτά. Οἱ κουρ­τί­νες τρε­μού­λια­ζαν κα­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες καὶ βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ τὴ σκό­νη.

       Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔμ­παι­ναν τὸ φῶς καὶ ἡ ζέ­στη, προ­χω­ροῦ­σαν στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σαν τὸ χὸλ μὲ τὸν ἄ­δει­ο κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι κι ἔ­φτα­ναν στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ χρω­μα­τι­στὴ πο­διὰ ἔ­κο­βε τὰ κο­λο­κύ­θια σὲ τέ­λει­ους κύ­κλους, τὶς με­λι­τζά­νες καὶ τὶς πι­πε­ρι­ὲς σὲ κα­ρε­δά­κια, τὶς πα­τά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς ντο­μά­τες σὲ φέ­τες. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τα­ψί, τὸ κου­νοῦ­σε δυ­να­τὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ κόκ­κι­νο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ψη­νό­ταν τὸ μπριάμ, ἡ μυ­ρω­διά του μπλε­κό­ταν στὰ μαλ­λιὰ τῆς γυ­ναί­κας, ἀγ­κά­λια­ζε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι καὶ ζά­λι­ζε τὶς μύ­γες ποὺ μα­ζεύ­ον­ταν σὰν μαύ­ρη μπά­λα στὴν τρυ­πη­τὴ κου­τά­λα.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα κλει­στὰ καὶ οἱ βα­ρι­ὲς κουρ­τί­νες σκο­τει­νὲς κι ἀ­κί­νη­τες. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κλει­σού­ρας προ­χω­ροῦ­σε στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σε τὸ χὸλ μὲ τὸν φορ­τω­μέ­νο ροῦ­χα κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὸν σκε­πα­σμέ­νο κα­θρέ­φτη καὶ ἔ­φτα­νε στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὸν κό­τσο καὶ τὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα ἔ­τρι­βε μὲ τὸν χον­τρὸ τρί­φτη τὶς ντο­μά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς πι­πε­ρι­ές. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τη­γά­νι, ἀ­να­κά­τευ­ε ἁ­πα­λὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ μαῦ­ρο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ἔ­βρα­ζε ἡ σάλ­τσα γιὰ τὰ μα­κα­ρό­νια, ἡ μυ­ρω­διά της μαύ­ρι­ζε τὴ χω­ρί­στρα τῆς γυ­ναί­κας, κα­λη­σπέ­ρι­ζε τὴ φω­το­γρα­φία τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ καὶ ξε­σή­κω­νε τὶς ζω­γρα­φι­σμέ­νες στὰ πλα­κά­κια πε­τα­λοῦ­δες.

       Πρώ­τη ἔ­φτα­νε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ ἄ­σπρο μάρ­μα­ρο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ. Δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ χρω­μα­τι­στῆ πε­τσέ­τα πιά­το κι ἔ­φευ­γε.

       Σὲ λί­γο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα πιά­το, δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα, στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ μαῦ­ρο γρα­νί­τη.

       Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι κα­θι­σμέ­νο στὴ μη­χα­νή, κοί­τα­ζε ψη­λά. Χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κα­θό­ταν πί­σω του. Κοί­τα­ζε κά­τω. Τὸ πο­τά­μι ποὺ ἄ­φρι­ζε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο μὲ τί­τλο «Κί­τρι­νο σκο­τά­δι» θὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὶς Ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς: Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


Romeo and Juliet balcony in Verona, Italy


Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς


Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


ΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ τῶν ἡ­δο­νι­στι­κῶν μον­τέ­λων, ἔ­χει γε­νι­κὰ δει­χθεῖ, στὴ σχε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­τι ἡ πα­ρα­δο­χὴ γραμ­μι­κό­τη­τας γιὰ τὴ σχέ­ση τῶν με­τα­βλη­τῶν δὲν εἶ­ναι βι­ώ­σι­μη. Συ­νή­θως ἔ­χει προ­τα­θεῖ ὅ­τι οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις με­γα­λύ­τε­ρων ὁ­μά­δων (π.χ. φα­τρί­ες) ἢ πα­λαι­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων (π.χ. ἀ­νά­κτο­ρα) τεί­νουν νὰ ἐ­νέ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὲς μι­κρό­τε­ρων ὁ­μά­δων ἢ νε­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων. Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη αὐ­τὸ τὸ πρό­βλη­μα, οἱ Daddy καὶ Love (1968) χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἕ­να μον­τέ­λο-ἐ­κτι­μη­τὴ δι­α­κύ­μαν­σης στα­θε­ρῆς με­τα­βλη­τό­τη­τας γιὰ τὶς πι­θα­νὲς πα­ραλ­λα­γές. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση τῶν σχε­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν πα­ραλ­λα­γῶν τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη τὴ με­λέ­τη τῆς ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ γε­νι­κῶς. Ἡ ἔ­ρευ­να τῶν δυ­ὸ με­λε­τη­τῶν ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ σχε­τι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν προ­βο­λή, κα­θὼς καὶ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς ἀ­ξί­ας συ­ναλ­λα­γῆς τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου ἑ­νὸς μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης (π.χ. κισ­σός). Ἐξ ἄλ­λου, ἡ λο­γι­κὴ γραμ­μι­κὴ ἡ­δο­νι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση τῆς ἀ­ξί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅ­τι οἱ ἐ­λα­στι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πρά­σι­νων στοι­χεί­ων εἶ­ναι στα­θε­ρὲς καὶ δὲν θὰ πα­ρα­τη­ρη­θοῦν ἀ­πρό­ο­πτα (π.χ. πτώ­ση). Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη γνώ­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴ γε­νι­κευ­μέ­νη λει­τουρ­γι­κὴ μορ­φὴ τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου τοῦ μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξί­ας, μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ ἡ ἐγ­κυ­ρό­τη­τα ἑ­νὸς τυ­χὸν δεύ­τε­ρου στοι­χεί­ου (π.χ. σχοι­νί). Ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἔ­χει θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀ­κι­νή­του ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν πα­ραλ­λα­γῶν. Ὁ σκο­πὸς τῆς με­λέ­της τῶν Daddy καὶ Love εἶ­ναι νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὴν ἔμ­με­ση ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ κα­τὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του στὴ μεί­ω­ση τῶν δυ­σμε­νῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων καὶ ἐ­ὰν κά­τι τέ­τοι­ο ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στὶς τρέ­χου­σες πρά­ξεις τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Γιὰ νὰ δι­α­κρί­νου­με ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐκ­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­δο­χὴ ὅ­τι ἕ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἄ­νοιγ­μα θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μπαλ­κό­νι μό­νο ἂν εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ του­λά­χι­στον σὲ δύ­ο πλευ­ρὲς καὶ ἔ­χει ὕ­ψος ἀ­πὸ τὸ δά­πε­δο μέ­χρι τὴν ὀ­ρο­φή. Στὴν ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση, κα­τὰ τὴν με­λέ­τη τῶν δυ­ὸ ἐ­πι­στη­μό­νων, τρεῖς τύ­ποι μπαλ­κο­νι­ῶν (ὑ­ψη­λὸ ἢ χα­μη­λό, στρογ­γυ­λὸ ἢ γω­νι­ῶ­δες, μὲ κάγ­κε­λα ἢ ὄ­χι) καὶ τρεῖς τύ­ποι δρά­μα­τος (τρα­γι­κό, κω­μι­κό, σα­τι­ρι­κὸ) θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἐν­νέ­α πι­θα­νοὺς συν­δυα­σμοὺς ἀ­νὰ πε­ρί­πτω­ση. Ἡ ὡ­ραί­α δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­λέ­της ἔ­χει γί­νει στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Verona Press.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ρα­µ­πα­τζῆς. Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς Κα­θη­γη­τὴς Βυ­ζαν­τι­νῆς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, µε­γά­λω­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2012 ἐρ­γά­σθη­κε ὡς Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρο Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­σο­φί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­µ­ί­ας Ἀ­θη­νῶν. Τὸ 2010 ἐ­κλέ­χθη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν ὅ­που καὶ δι­ο­ρί­σθη­κε τὸ 2012. Τὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κά του ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἑ­στι­ά­ζον­ται στὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ φι­λο­σο­φί­α, τὶς ἀρ­χαῖ­ες πη­γές της καὶ τὶς νε­ω­τε­ρι­κὲς προσ­λή­ψεις της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ νου­βέ­λα Μπρο­στὰ στὸ Δι­οι­κη­τή­ριο (Σμί­λη, 2018), ἔ­χει με­τα­φρά­σει Ὄρ­σον Οὐ­ὲλς (Mr Arcadin, Αἰ­γό­κε­ρως) καὶ Γκὺ ντὲ Μω­πα­σᾶν (Λό­για τοῦ Ἔ­ρω­τα, Ρο­ές), ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει με­λέ­τες γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (Λα­ϊ­κι­σμὸς καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φος, Ρο­ές, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: Τὸ μπαλκόνι τῆς Ἰουλιέτας, στὴ Βερόνα τῆς Ἰταλίας.



		

	

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς: Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος



Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ πα­λιὸς θε­α­τρί­νος


ΟΝ ΕΚΤΙΜΟΥΣΑ γιὰ τὸ τα­λέν­το του καὶ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς εἶ­χα πιά­σει τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ γε­λά­ει μὲ τὶς ἀ­τά­κες καὶ τὶς γκρι­μά­τσες του στὶς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Τυ­χαῖ­α τὸν συ­νάν­τη­σα σὲ μιὰ κοι­νω­νι­κὴ συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι ἑ­νὸς φί­λου, ἀ­νά­με­σα σὲ κό­σμο. Γνω­ρι­στή­κα­με καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ μι­λᾶ­με γε­νι­κῶς γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ τὰ πρῶ­τα του βή­μα­τα. Ὁ λό­γος του χει­μαρ­ρώ­δης, ὅ­πως καὶ τὸ παί­ξι­μό του. Ἡ μνή­μη του ἀ­στεί­ρευ­τη, ὥ­σπου φτά­σα­με σὲ λί­γο τὴν κου­βέν­τα μας στὸν Πέ­τρο Κυ­ρια­κό*. Γνώ­ρι­ζε πολ­λὲς καὶ πι­κάν­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ πα­ρα­σκη­νί­ου. Εἶ­χε πα­ρα­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμό. Μέ­ρος ὅ­λα αὐ­τά, μιᾶς  ἀλ­λο­τι­νῆς νι­ό­της. Μὰ ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νὰ ἐ­πι­μέ­νω λί­γο πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μά­θω κι ἄλ­λα πε­ρι­στα­τι­κὰ γιὰ τὸν με­γά­λο Κυ­ρια­κό, δι­έ­κρι­να ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον θυ­μὸ στὸ βλέμ­μα του. Μὲ σχε­δὸν ἀ­πό­το­μο τρό­πο, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­στρε­ψε τὴ συ­ζή­τη­ση ἀλ­λοῦ. Σὲ λί­γο μοῦ ἔ­στρε­ψε καὶ τὴν πλά­τη, μ’ ἕ­ναν τυ­πι­κὸ χαι­ρε­τι­σμό. Δὲν εἶ­χε κι ἄ­δι­κο, ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με. Ἀ­πὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, νὰ δεί­χνω τέ­τοι­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ πε­ρα­σμέ­νες δό­ξες ἑ­νὸς ἄλ­λου, ὅ­ταν εἶ­χα μπρο­στά μου ἕ­ναν ἀ­στέ­ρα ζων­τα­νό;


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

* Φω­το­γρα­φί­α: Δε­ξιὰ ὁ Πέ­τρος Κυ­ρια­κός, στὸν πε­ρί­φη­μο ρό­λο τοῦ Καρ­κα­λέ­τσου, ἀ­πὸ τὴν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς ὀ­πε­ρέ­τας Οἱ ἀ­πά­χη­δες τῶν Ἀ­θη­νῶν (1930).


document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

document.oncontextmenu=null;document.onselectstart=null;document.ondragstart=null;document.onmousedown=null;document.body.oncontextmenu=null;document.body.onselectstart=null;document.body.ondragstart=null;document.body.onmousedown=null;document.body.oncut=null;document.body.oncopy=null;document.body.onpaste=null;

Βά­νια Σύρ­μου: Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το



Βά­νια Σύρ­μου


Βόλ­τα μὲ πο­δή­λα­το


«ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ἔ­βγα­λε ἥ­λιο! Ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ πο­νοῦν τὰ κόκ­κα­λά μου μὲ τό­ση βρο­χή! Μὲ τρα­βά­ει κι ἐ­κεί­νη ἡ το­μή, θυ­μᾶ­σαι, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση στὸ γό­να­το. Δὲ βα­ρι­έ­σαι, ἀ­φοῦ μπο­ροῦ­με καὶ κά­νου­με ἀ­κό­μα πο­δή­λα­το, κα­λὰ εἴ­μα­στε. Βάλ­σα­μο ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος!…Τέ­τοι­α ἐ­πο­χὴ ἦ­ταν ποὺ σὲ πρω­το­γνώ­ρι­σα, σ’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το παγ­κά­κι. Θυ­μᾶ­σαι;… Προ­σπα­θοῦ­σες νὰ τι­νά­ξεις τὴ λά­σπη ἀ­π’ τὰ ροῦ­χα σου με­τὰ τὴ γλί­στρα μὲ τὸ πο­δή­λα­το στὸ βρεγ­μέ­νο χῶ­μα. Στα­μά­τη­σα καὶ κοι­τών­τας σε, γέ­λα­σα μὲ τὴ μά­ται­η προ­σπά­θειά σου. Ποῦ βρί­σκεις τὸ ἀ­στεῖ­ο; γύ­ρι­σες καὶ μοῦ ‘πες. Φο­ροῦ­σες ἐ­κεί­νη τὴν κόκ­κι­νη μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα ποὺ σ’ ἔ­κα­νε νὰ ξε­χω­ρί­ζεις. Σὲ βο­ή­θη­σα νὰ ξα­να­βά­λεις τὴν ἁ­λυ­σί­δα τοῦ πο­δη­λά­του σου καὶ φύ­γα­με μα­ζὶ συ­νε­χί­ζον­τας τὴν πο­δη­λα­τά­δα στὸ πάρ­κο. Κα­τά­λα­βα ἀ­μέ­σως πὼς σοῦ ἄ­ρε­σα ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γε­λοῦ­σες μ’ ὅ­σα ἔ­λε­γα. Τὰ μά­γου­λά σου κοκ­κί­νι­ζαν στὸ κρύ­ο κι ἐ­γὼ μὲ κό­πο κρα­τοῦ­σα τὰ μά­τια μου στὴν εὐ­θεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς. Προ­τι­μοῦ­σες τὶς χει­μω­νι­ά­τι­κες βόλ­τες. Ἀ­πο­λάμ­βα­νες τὸν πα­γω­μέ­νο ἀ­έ­ρα πού σοῦ ‘κό­βε τὴν ἀ­νά­σα στὴν ἀ­νη­φό­ρα. Θυ­μᾶ­σαι;… Δὲν φο­ροῦ­σα τό­τε γάν­τια καὶ τὰ χέ­ρια μου εἶ­χαν ξυ­λιά­σει στὸ τι­μό­νι. Ἔ­βα­ζα πό­τε τὸ ἕ­να πό­τε τ’ ἄλ­λο στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν γιὰ νὰ μὴν κα­τα­λά­βεις πὼς κρύ­ω­να. Πάν­τα μὲ μά­λω­νες ποὺ ξε­χνοῦ­σα τὰ γάν­τια μου. Κοί­τα, τώ­ρα τὰ ἔ­χω μα­ζί μου. Πῶς κα­τά­φερ­νες νά ’­χεῖς πάν­τα τὸ νοῦ σου σὲ ὅ­λα; Τὸ σκου­φὶ τῆς Κα­τε­ρί­νας, τὸ κο­λα­τσιὸ τοῦ Νι­κό­λα, τὸ κα­σκὸλ τῆς Νέ­λης. Ἔ­χω και­ρὸ νὰ δῶ τὰ παι­διά. Τη­λέ­φω­νο μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα καὶ ἄν. Δὲν θέ­λω νὰ τοὺς ἐ­νο­χλῶ. Ἔ­χουν κι αὐ­τὰ τὶς δου­λει­ές τους. Ἄ, ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ. Οἱ συ­νά­δελ­φοι μοῦ κά­ναν δῶ­ρο δερ­μα­τό­δε­το ση­μει­ω­μα­τά­ριο γιὰ νὰ γρά­ψω, λέ­νε, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου ὡς δά­σκα­λος, τώ­ρα ποὺ βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Πα­λαι­ᾶς κο­πῆς! μὲ εἶ­παν οἱ νε­ό­τε­ροι. Κά­τι θὰ ξέ­ρουν. Ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα μου χω­ρὶς τὴν τά­ξη… Ξέ­ρω ὅ­μως πῶς εἶ­ναι χω­ρὶς ἐ­σέ­να… Δὲν χά­νω τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸ πάρ­κο. Κά­νω τὶς ἴ­δι­ες δι­α­δρο­μὲς ποὺ κά­να­με πάν­τα. Θυ­μᾶ­μαι!… Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι ἀ­κό­μα ψη­λά. Προ­λα­βαί­νου­με ἀ­κό­μα μιὰ βόλ­τα.»

       Ὅ­ση ὥ­ρα τὸν ἄ­κου­γα ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ παγ­κά­κι νὰ μο­νο­λο­γεῖ κρα­τών­τας μιὰ φω­το­γρα­φί­α, πα­ρα­τη­ροῦ­σα πὼς κα­θὼς μι­λοῦ­σε, τὴν ψη­λα­φοῦ­σε ἀρ­γὰ μὲ τὸ δεί­κτη τοῦ χε­ριοῦ του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κε, ἔ­βα­λε προ­σε­κτι­κὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α στὴν ἀ­ρι­στε­ρὴ τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του καὶ τὴν πί­ε­σε πά­νω του σφι­χτά, σὰν νά ‘θε­λε νὰ βε­βαι­ω­θεῖ πὼς τὴν εἶ­χε μα­ζί του. Φό­ρε­σε τὰ γάν­τια του κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ πο­δή­λα­το. Μὲ ἀρ­γὲς πε­τα­λι­ὲς τὸν εἶ­δα νὰ χά­νε­ται στὸ βά­θος τῆς ἀ­λέ­ας.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζα­νέ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­α­ρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».



		

	

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Τὰ σου­τζου­κά­κια



Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Τὰ σου­τζου­κά­κια


ΡΕ ΤΙ ΚΕΡΑΤΟ βερ­νι­κω­μέ­νο αὐ­τὸς ὁ Γι­ωρ­γῆς, τῆς συγ­χω­ρε­μέ­νης τῆς Κασ­σια­νῆς ὁ γιὸς» γύ­ρι­σε στὴ φι­λε­νά­δα ποὺ τὴ βο­η­θοῦ­σε στὴ λά­τρα ἡ Κα­τε­ρί­να, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη συσ­σι­τί­ου στὴν ἐ­νο­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, δω­δε­κά­μι­σι τὸ με­ση­με­ρά­κι μιὰ Δευ­τέ­ρα Σα­ρα­κο­στῆς.

       «Ἄ­κου­σον-ἄ­κου­σον τί μοῦ ξε­φούρ­νι­σε στὰ κα­λὰ τοῦ κα­θου­μέ­νου ὁ ἀ­ναι­δέ­στα­τος… Νε­ρομ­πού­λια ἀ­πὸ σή­με­ρα τέρ­μα. Μπού­χτι­σα τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια. Τὸ κέ­φι μου τρα­βά­ει σου­τζου­κά­κια. Ἢ αὔ­ριο μοῦ τὰ φτειά­χνεις ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τὰ μα­στό­ρευ­ε ἡ μά­να μου, ἢ δὲν ξα­να­πα­τά­ω τὸ πο­δά­ρι μου ἐ­δῶ μέ­σα, τὸ Θε­ὸ μπάρ­μπα νά ‘χεις. Τί μὲ λέ­γεις παι­δά­κι μου, τὸν ἀ­πο­πῆ­ρα. Σα­ρα­κο­στὴ ἔ­χου­με, ποῦ νὰ τὰ βροῦ­με τὰ σου­τζου­κά­κια; Ἐ­δῶ, καὶ τὶς κα­λὲς μέ­ρες ἀ­κό­μα, τὶς γι­ορ­τά­δες νὰ ποῦ­με, μὲ τὰ χί­λια ζό­ρια βγά­ζου­με λί­γες με­ρί­δες ἴ­σα-ἴ­σα νὰ βρί­σκουν ἀν­θρῶ­ποι σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου ἕ­να πιά­το φα­γὶ νὰ λι­γδώ­νει τὸ ἄν­τε­ρό τους. Ἂν τώ­ρα ἡ γκα­στριά σου τρα­βά­ει ἐ­ξά­παν­τος σου­τζου­κά­κια, τί νὰ σὲ πῶ, ξυ­πνὸς δεί­χνεις, σύ­ρε νὰ βρεῖς κα­μιὰ δου­λειά, δὲν σὲ πῆ­ραν δὰ καὶ τὰ χρό­νια καὶ ξε­φορ­τώ­σου μας ποὺ μᾶς γέ­νη­κες τσιμ­πού­ρι μὲ τὶς ἀ­παι­τή­σεις σου. Αὐ­τὸ ποὺ σοῦ λέ­ω, γκά­ρι­ξε, καρ­φώ­νον­τάς με μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­μα­τά­ρες του, ποὺ πῆ­γα νὰ κα­του­ρη­θῶ ἀπ΄τὴ τρο­μά­ρα μου. Δὲν στὸ κρύ­βω φι­λε­νά­δα, ἀν­τα­ρι­ά­στη­κα. Συ­ζη­τι­έ­ται ἄλ­λω­στε στὴ γει­το­νιά, πὼς με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς κυ­ρὰ-Κασ­σια­νῆς τοῦ ΄χει λι­γου­λά­κι σα­λέ­ψει. Ὅ­λη μέ­ρα λέ­νε, κά­θε­ται κλει­σμέ­νος στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι καὶ βγαί­νει μό­νο ἴ­σα νὰ βρεῖ κά­τι νὰ βά­λει στὸ στό­μα.»

       Ἔ­τσι κου­τσομ­πό­λευ­ε ἡ Κα­τε­ρί­να ἡ μα­γεί­ρισ­σα, ἡ ψυ­χο­πο­νιά­ρα, ποὺ πα­ρὰ τὰ πε­νῆν­τα της χρο­νά­κια καὶ τὴν ἀ­σου­λου­πω­σύ­νη ποὺ τὴν ἔ­δερ­νε, ἔ­τρε­φε ἀ­κό­μα κά­ποι­ες ἀ­μυ­δρὲς ἐλ­πί­δες νὰ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ, ἐν ἀ­νάγ­κῃ καὶ μὲ κά­να συν­τα­ξι­οῦ­χο ἀ­πὸ τοὺς δε­κά­δες ἐ­κεί­νους ποὺ με­λίσ­σι σω­στὸ μα­ζεύ­ον­ταν Κυ­ρια­κὲς καὶ γι­ορ­τά­δες στὸν ἐ­πι­βλη­τι­κὸ να­ὸ πρὸς ἐκ­κλη­σια­σμό, δι­αγ­κω­νι­ζό­με­νοι ἀ­γρί­ως, ποι­ός θὰ σώ­σει πρῶ­τος τὴ μί­ζε­ρη, μπα­κα­λί­στι­κη ψυ­χή του. Ἔ­ρι­χνε τὸ λοι­πὸν αὐ­τὴ τὰ δί­χτυ­α της κα­λὰ μα­τι­σμέ­να καὶ ἀ­νελ­λι­πῶς, ἀλ­λὰ τὰ γέ­ρι­κα ψα­ρά­κια, ἔ­δει­χναν νὰ προ­τι­μοῦν τὰ Ρώ­σι­κα κα­λά­μια μὲ τὸ ψεύ­τι­κο σκου­λή­κι, ἀ­πὸ τὴν σα­πι­σμέ­νη σα­γή­νη της. Ἡ ἐλ­πί­δα ὅ­μως κα­θὼς λέ­νε, πε­θαί­νει τε­λευ­ταί­α καὶ στὴ πε­ρί­πτω­ση της ὅ­σο περ­νοῦ­σε βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸ χε­ρά­κι της, θὰ τὴ δι­α­τη­ροῦ­σε ἐν ἀ­νάγ­κῃ ἀ­κό­μα καὶ τα­ρι­χευ­μέ­νη, στὸ κέν­τρο ἀ­κρι­βῶς τῆς κα­κο­χτι­σμέ­νης πυ­ρα­μί­δας τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο με­ση­μέ­ρι βρῆ­κε τὴν Κα­τε­ρί­να πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο τῆς αἴ­θου­σας ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ να­οῦ, νὰ βο­λεύ­ει κά­τι νε­ρό­βρα­στα φα­σό­λια ψα­ρεύ­ον­τάς τα μὲ μιὰ κου­τά­λα ἀ­πὸ τὸν πά­το τοῦ τέν­τζε­ρη, σὲ κά­τι πλα­στι­κοὺς κε­σέ­δες.

       Ἕ­νας-ἕ­νας, μὲ τά­ξη ἀ­πό­λυ­τη, πα­ρή­λαυ­ναν οἱ ἀ­να­ξι­ο­πα­θοῦν­τες τῆς συ­νοι­κί­ας, ποὺ ἐ­πι­μέ­νον­τας νὰ ξε­ρο­γοῦν τὸ κομ­πο­λό­ι τῶν πι­κρῶν τους ἡ­με­ρῶν κα­τὰ τὸ δί­και­ο λό­γο τοῦ Ποι­η­τοῦ μὲ ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση γαι­δου­ρι­νή, δέ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια της εὐ­γνώ­μο­να, —λὲς θεί­α κοι­νω­νί­α—, τὸ κε­σε­δά­κι κα­πα­κω­μέ­νο μιὰ φέ­τα χά­σι­κο ψω­μί.

       Τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ὥ­ρα ἀ­ρί­βα­ρε καὶ ὁ λε­γά­με­νος, κου­νά­με­νος λυ­γά­με­νος. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν τέν­τζε­ρη καὶ φα­νε­ρὰ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ του οἴ­στρου, ἄρ­χι­σε νὰ στριγ­γλί­ζει στὴ κα­κο­μοί­ρα τὴ Κα­τε­ρί­να.

       «Ποῦ ‘ναι μω­ρή τα σου­τζου­κά­κια ποὺ σοῦ γύ­ρε­ψα; Μπέ­σα δὲν ἔ­χεις; Ἀλ­λὰ τί πε­ρι­μέ­νεις ἀ­πὸ μιὰ πα­λι­ομ­πα­κα­τέ­λα σὰν καὶ τοῦ λό­γου σου; Φεύ­γω, κι οὔ­τε πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πα­τή­σω σὲ τοῦ­το τὸ μπουρ­δέ­λο, ποὺ νὰ πε­θαί­νω τῆς πεί­νας. Στὸ δι­ά­βο­λο καὶ σὺ καὶ τὰ πορ­δο­σπό­ρια σου», συμ­πλή­ρω­σε καὶ τρά­βη­ξε ἔ­ξαλ­λος γιὰ τὴν ἔ­ξο­δο.

       Ἡ Κα­τε­ρί­να πε­τά­χτη­κε στὸ κα­τό­πι του.

       «Γύρ­να πί­σω ἀ­θε­ό­φο­βε» προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν καλ­μά­ρει. «Πά­ρε τὴ με­ρί­δα καὶ θὰ σοῦ βά­λω καὶ λί­γη φέ­τα ποὺ σοῦ ἀ­ρέ­σει.»

       Στά­θη­κε αὐ­τὸς δί­βου­λος κά­τω ἀ­πὸ τὸ γεῖ­σο καὶ δὲν μι­λοῦ­σε κα­κι­α­σμέ­νος. Ἄ­ξαφ­να τὸν πή­ρα­νε τὰ ζου­μιά.

       «Ἡ μά­να μου ὅ­τι γου­στά­ρι­ζα μοῦ μα­γέ­ρευ­ε καὶ πο­τέ της δὲ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Σου­τζου­κά­κια ἤ­θε­λα, σου­τζου­κά­κια μοῦ ΄κα­μνε. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν πα­ρά­χω­σα, ἔ­χω νὰ φά­ω τῆς προ­κο­πῆς. Τί σοῦ γύ­ρε­ψα μω­ρή; Λί­γα σου­τζου­κά­κια σὰν κι αὐ­τὰ πού μοῦ μα­γεί­ρευ­ε ἡ συγ­χω­ρε­μέ­νη.»

       Τὰ λό­για του, χτύ­πη­σαν τὴ με­γα­λο­κο­πέ­λα ἴ­σα στὴ καρ­διά.

       Πα­ρα­τη­ρών­τας τον νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­χον­τας δε­χτεῖ ἐν­τέ­λει νὰ πά­ρει τὸ γλί­σχρο γεῦ­μα, ὁρ­κί­στη­κε στὸ στε­φά­νι ποὺ πε­ρί­με­νε, τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο βρά­δυ χω­ρὶς ἀρ­γο­πο­ρί­α κα­μιά, νὰ τοῦ κά­μει τὸ χα­τί­ρι καὶ νὰ τοῦ πά­ει ἡ ἴ­δια αὐ­το­προ­σώ­πως στὸ μπε­κι­ά­ρι­κό του, τὰ σου­τζου­κά­κια ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σε.

       Κι­νών­τας βι­α­στι­κὴ γιὰ τὸ χα­σά­πη τῆς συ­νοι­κί­ας, δὲν γνώ­ρι­ζε ἡ δό­λια, πό­ση ἡ­δο­νὴ μπο­ρεῖ νὰ κρύ­βε­ται μέ­σα σὲ μιὰ ντου­ζί­να κα­λο­μα­γει­ρε­μέ­να σου­τζου­κά­κια. Αὐ­τό, θὰ τὸ δι­α­πί­στω­νε λί­α­ν συν­τόμως.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ: Ἡ ἐ­πέ­τει­ος



Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Ἡ ἐ­πέ­τει­ος


ΟΙΤΑΖΩ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὸ κι­νη­τό μου, 15.45. Εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ ξε­κι­νή­σω. Κα­τε­βαί­νω τὶς σκά­λες πα­τών­τας στὶς μύ­τες. Δὲν θέ­λω νὰ μὲ ἀ­κού­σει ἡ μά­να. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου τὴ βλέ­πω στὴν κου­ζί­να ἀλ­λὰ προ­λα­βαί­νω νὰ βγῶ πρὶν μὲ ρω­τή­σει. Ἂν καὶ ξέ­ρει τὴν ἀ­πάν­τη­σή μου δὲν λέ­ει νὰ τὸ πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἑ­φτὰ χρό­νια τώ­ρα.

       «Ναί, θὰ πά­ω » τῆς φω­νά­ζω ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κλει­στὴ πόρ­τα.

       Ὁ δρό­μος ἔ­χει κί­νη­ση καὶ κολ­λά­ω γιὰ ἕ­να τέ­ταρ­το στὸ φα­νά­ρι πρὶν τὴν ἐ­θνι­κή. Δὲν θὰ προ­λά­βω. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν θὰ προ­λά­βω. Ἀρ­χί­ζω νὰ ἱ­δρώ­νω . Χτυ­πά­ω τὰ χέ­ρια μου στὸ τι­μό­νι καὶ πα­τά­ω τὴν κόρ­να. Κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το μπῆ­κε στὸ ἀν­τί­θε­το ρεῦ­μα κυ­κλο­φο­ρί­ας καὶ μπλό­κα­ρε τὸ δρό­μο. Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ βρί­ζω τὸν ὁ­δη­γό. Τὸ με­τα­νι­ώ­νω ὅ­μως καὶ στα­μα­τά­ω. Πρέ­πει νὰ ἠ­ρε­μή­σω. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει ὅ­ταν ἐ­κνευ­ρί­ζο­μαι. Παίρ­νω μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα καὶ φέρ­νω στὸ μυα­λό μου τὴ με­λω­δί­α τοῦ τρα­γου­διοῦ μας. Βά­ζω τὸ cd καὶ ἡ βρα­χνὴ φω­νὴ τοῦ Κοὲν χτυ­πά­ει σὰ γρο­θιὰ στὸ στο­μά­χι μου. «Dance me to the end of love». Φτά­νω στὸ 65ο χι­λι­ό­με­τρο Ἀ­θη­νῶν-Λα­μί­ας στὶς ἕ­ξι καὶ τέ­ταρ­το ἀ­κρι­βῶς. Ἔ­χω ἀρ­γή­σει πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα καὶ φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν θὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει. Ἁρ­πά­ζω τὸ μπου­κέ­το μὲ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες καὶ βγαί­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἥ­λιος ἂν καὶ ὁ­δεύ­ει πρὸς τὴ δύ­ση του εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὸς γιὰ νὰ μοῦ θαμ­πώ­σει τὰ μά­τια. Κά­νω με­ρι­κὰ βή­μα­τα μὲ δυ­σκο­λί­α για­τί τὰ πό­δια λυ­γί­ζουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α καὶ τό­τε τὴ βλέ­πω.

       Εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη, ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄ­σφαλ­το, καὶ μοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὸ ἴ­διο γλυ­κὸ χα­μό­γε­λο ποὺ μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε πάν­τα ὅ­ταν ἀγ­χω­νό­μουν.



Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀρ­γι­θέ­α τῆς Καρ­δί­τσας. Σὲ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α με­τα­κό­μι­σε στὸν Μα­ρα­θώ­να. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει στὰ παι­διὰ τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ δι­δά­σκε­ται συ­νε­χῶς ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να ἀ­το­μι­κὸ βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα τὸ Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ, Πά­λι μα­ζί. Ἐ­πί­σης, δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ κα­τὰ και­ροὺς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ὸς γιὰ πολ­λὰ χρό­νια.