Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

Κώ­στας Ποῦ­λος: Τὸ νόημα



Κώ­στας Ποῦ­λος


Τὸ νό­η­μα


Ο ΣΗΜΕΙΩΜΑ εἶ­χε μό­νο τρεῖς λέ­ξεις. Τρεῖς ἁ­πλὲς λέ­ξεις γραμ­μέ­νες μὲ κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα: «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μό­νο γράμ­μα ποὺ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, δὲν τὸ ἔ­γρα­ψε εἰ­δι­κὰ γιὰ κεῖ­νον. Τὸ ἔ­γρα­ψε γε­νι­κά. Πα­ρα­λή­πτης ἡ ὑ­φή­λιος. Αὐ­τὸς ὅ­μως τὸ πῆ­ρε προ­σω­πι­κά. Ὁ ἴ­διος ὁ πα­τέ­ρας του… δὲν ἦ­ταν μι­κρὸ πράγ­μα. Εἶ­χε κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ ὅ­ταν τοῦ τὸ εἶ­πε. Ἡ μά­να. Και­ρὸ κρα­τοῦ­σε μέ­σα της αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε, λέ­ει, στὰ κα­ρά­βια. Πό­σα χρό­νια νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος στὰ κα­ρά­βια; «Βα­σι­λι­κή, πές το τοῦ παι­διοῦ». Ἡ ἀ­δερ­φή της. «Τί πε­ρι­μέ­νεις; Νὰ τὸ ἀ­κού­σει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους;» Καὶ τὸ παι­δὶ με­γά­λω­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι, μέ­σα σὲ πλα­για­στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ψι­θύ­ρους. «Ἴ­διος ὁ μα­κα­ρί­της.» Κι ὕ­στε­ρα, μὲ νό­η­μα: «Ἀρ­κεῖ νὰ μὴν τοῦ μοιά­σει καὶ στ’ ἄλ­λα…».

       Μιὰ μέ­ρα τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε. «Τὸ καί τό, παι­δί μου.» Ἡ Βα­σι­λι­κή. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δε­σε τὴ θη­λιά. «Τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα.» Ἐ­κεῖ­νος δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο πῆ­ρε τὸ ση­μεί­ω­μα καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη. Ἔ­τσι, νὰ ἔ­χει κι αὐ­τὸς κά­τι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ση­μεί­ω­μα τσα­λα­κώ­θη­κε, τὸ ἔ­βα­λε στὸ πορ­το­φό­λι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ἄ­νοι­γε, τὸ ἔ­βλε­πε καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἔ­κα­νε μιὰ ἐ­πα­νά­λη­ψη. Σὰν κά­ποι­ος νὰ τοῦ εἶ­χε βά­λει μιὰ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­πρε­πε ἀ­νυ­περ­θέ­τως νὰ τὸ μά­θει ἀ­πέ­ξω. «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­νοι­ξε κλεῖ­σε τὸ πορ­το­φό­λι, τὸ ση­μεί­ω­μα ἄρ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φύ­γει. Τα­ξί­δε­ψε. Με­τὰ ἄ­ρα­ξε στὰ νη­σιά. Βρῆ­κε δου­λει­ές, γνώ­ρι­σε ἀν­θρώ­πους, μί­ση­σε, χά­ρη­κε, λυ­πή­θη­κε. Ὁ κό­σμος γύ­ρι­ζε μὲ με­γά­λες τα­χύ­τη­τες. Στὸ κέν­τρο αὐ­τός. Ὅ­λα ἔ­τρε­χαν γύ­ρω του, ὅ­λα ἄλ­λα­ζαν. Ἀ­κό­μα καὶ μέ­σα στὸ πορ­το­φό­λι του – κάρ­τες ἔμ­παι­ναν καὶ ἔ­βγαι­ναν, εἰ­σι­τή­ρια, λε­φτά. Πέ­ρα­σαν πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πορ­το­φό­λι. Ὅ­λα ἦ­ταν ὄ­μορ­φα καί, κυ­ρί­ως, ὅ­λα εἶ­χαν τὸ νό­η­μά τους καὶ σὲ φώ­να­ζαν νὰ τὸ ἀγ­γί­ξεις, νὰ τὸ βρεῖς. Ξα­μο­λοῦ­σε τὶς πέν­τε αἰ­σθή­σεις γιὰ θε­λή­μα­τα, μὲ μί­α μό­νη καὶ στα­θε­ρὴ πα­ραγ­γε­λί­α: τὰ θέ­λω ὅ­λα καὶ τὰ θέ­λω τώ­ρα. Ἦ­ταν τό­σο ὡ­ραῖ­ο νὰ εἶ­σαι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου!

       Ἔ­πει­τα ἐ­ρω­τεύ­τη­κε, καὶ τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε.Ἔ­γι­νε αὐ­τή. Τὸ ση­μεί­ω­μα στὸ πορ­το­φό­λι ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ. Μό­νο ποὺ συ­νέ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Πρῶ­τα χά­θη­κε ἡ πρώ­τη λέ­ξη, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τὴ ση­μα­σί­α. «… ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». «Ἄ, ρὲ πα­τέ­ρα, δὲν εἶ­χες δί­κιο. Κα­θό­λου δί­κιο δὲν εἶ­χες» σκε­φτό­ταν, κι ἔ­σφιγ­γε ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­τὰ στὴν ἀγ­κα­λιά του τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου.

       Ὅ­μως αὐ­τὰ ἦ­ταν πα­λιά. Ἡ σκέ­ψη τους ἄ­φη­νε μό­νο μιὰ πι­κρὴ γεύ­ση στὸν οὐ­ρα­νί­σκο. Ἡ ὑ­φή­λιος γύ­ρι­σε πολ­λὲς φο­ρὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της. Οἱ φυ­γό­κεν­τρες δυ­νά­μεις τὸν ἔ­σπρω­ξαν, τὸν πέ­τα­ξαν τό­σο μα­κριά, ποὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ποιός τοῦ ἔ­στη­σε αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι. Ποι­ός τοῦ σκά­ρω­σε αὐ­τὸ τὸ κα­κό­γου­στο ἀ­στεῖ­ο – ἂν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ ἑ­αυ­τός του ἢ κά­ποι­ος ἄλ­λος. Εἶ­δε τὸν κό­σμο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν. Ἄ­θλιος, μί­ζε­ρος καὶ κα­κός. Εἶ­χε ὅ­μως ἀ­κό­μη τὴ δύ­να­μη, κυ­ρί­ως εἶ­χε τὴ θέ­λη­ση νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει. Σι­γὰ-σι­γά, λί­γο-λί­γο. Πέ­ρα­σαν χρό­νια ἔ­τσι, μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ σι­γὰ-σι­γά, τὸ λί­γο-λί­γο. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ό, τὸ σι­γὰ καὶ τὸ λί­γο, τοῦ ρο­κά­νι­σαν ἀρ­γὰ δύ­να­μη καὶ θέ­λη­ση. Τὴ θέ­λη­ση, κυ­ρί­ως αὐ­τή. Χτυ­ποῦ­σαν τὰ τη­λέ­φω­να. Δὲν τὰ σή­κω­νε. Τώ­ρα ἔ­με­νε σὲ τού­τη τὴν κα­λύ­βα στὸν λό­φο καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ νο­τι­σμέ­νο τζά­μι τὸν και­ρό, κα­θι­σμέ­νος στὸ μο­νὸ κρε­βά­τι, τὸ ἴ­διο ὅ­που ἡ Βα­σι­λι­κὴ μιὰ μέ­ρα κοι­μή­θη­κε δί­χως νὰ ξυ­πνή­σει. Τὸν εἰ­δο­ποί­η­σαν. «Ἔ­λα, ἡ μά­να σου» τοῦ εἶ­παν. Δὲν τὴν πρό­λα­βε. Ἔ­φυ­γε ἔ­τσι αὐ­τή, χω­ρὶς ση­μει­ώ­μα­τα.

       Ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ και­ρὸς φαι­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γρι­ε­μέ­νος. Κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­τρα πιὸ πέ­ρα, τὸ με­γά­λο πλα­τά­νι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ φύλ­λα, ἀ­πει­λη­τι­κό. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα, σὰν τε­ρά­στιο μπρά­τσο τεν­τω­μέ­νο, κόν­τευ­ε νὰ ἀγ­γί­ξει τὸ σπί­τι. Τού­τη τὴν ἄ­νοι­ξη μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὰ κα­τά­φερ­νε. Νὰ τὸ φτά­σει. Νὰ τὸ πιά­σει. Ὁ Φλε­βά­ρης ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Δί­σε­χτο ἔ­τος. Ὁ χει­μώ­νας εἶ­χε μιὰ ὕ­στα­τη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­δεί­ξει γιὰ πό­σο τρο­με­ρὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἄ­ξιος. Καὶ ἦ­ταν. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δού­λευ­ε. Κι ὅ­ταν τὸ πρω­ῒ τῆς 29ης τρα­βή­χτη­καν τὰ σκο­τά­δια, τὸ το­πί­ο ἄ­στρα­ψε λευ­κό, βου­λι­αγ­μέ­νο στὸ χι­ό­νι, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ πέ­φτει πυ­κνό. Μι­κρές, ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στες νι­φά­δες, μι­κρὰ τί­πο­τα χό­ρευ­αν σὰν λι­λι­πού­τει­οι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, ἀ­πι­θώ­νον­τας τὴν ἀ­νυ­παρ­ξία τους πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν ἀ­δι­ά­φο­ρων πραγ­μά­των. Ἀ­λή­θεια, πό­σο ζυ­γί­ζει μιὰ νι­φά­δα; Τί­πο­τα. Βρά­χια, δέν­τρα, σπί­τια, ὅ­λα λευ­κά. Βγῆ­κε ἔ­ξω σπρώ­χνον­τας μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν πόρ­τα.Ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, βου­λι­ά­ζον­τας ὣς τὴ μέ­ση στὸ χι­ό­νι. Ἔ­δει­χνε εὔ­κο­λο, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν. Δέ­κα μέ­τρα ὣς τὸν πλά­τα­νο τοῦ φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες. Στα­μά­τη­σε νὰ πά­ρει μιὰ ἀ­νά­σα. Ἔ­βγα­λε τὸ πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη καὶ ἔ­ψα­ξε τὸ ση­μεί­ω­μα. Φυ­σι­κὰ καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­να­χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸ ἴ­διο. Εἶ­χε ξα­να­πα­τή­σει τὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ στι­λό, καὶ τώ­ρα οἱ τρεῖς λέ­ξεις ἔ­δει­χναν σὰν νὰ πρω­το­γρά­φτη­καν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του ψη­λά. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χι­ό­νι ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει οἱ νι­φά­δες πά­νω του, φάν­τα­ζε σὰν τέ­ρας, φορ­τω­μέ­νο μὲ χι­λιά­δες, ἑ­κα­τομ­μύ­ρια νι­φά­δες. Τὶς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν, σὰν τρε­λὲς μὲ τὸ ἀ­νύ­παρ­κτο βά­ρος τους. Τοῦ θύ­μι­σαν τὴ ζω­ή του, μὲ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα πε­ρι­στα­τι­κά της ὅ­λα τό­σο μη­δα­μι­νά, τό­σο τι­πο­τέ­νια, ὑ­πε­ρε­κτι­μη­μέ­να, σὰν αὐ­τὲς τὶς νι­φά­δες δί­χως ὑ­πό­στα­ση, ποὺ ἦ­ταν σὲ λί­γο κα­τα­δι­κα­σμέ­νες νὰ λι­ώ­σουν καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, δί­χως νὰ ἀ­φή­σουν ἴ­χνη πί­σω τους.

       Τό­τε ἔ­γι­νε τὸ ἀ­πρό­σμε­νο: τὸ με­γά­λο κλα­δί, ἐ­κεῖ­νο τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νει μὲ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη σι­γου­ριά, γραμ­μέ­νη ἴ­σως σὲ ἕ­να στρα­βὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο γο­νί­διο ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πα­τέ­ρα σὲ γιό, σω­ρι­ά­στη­κε ξαφ­νι­κὰ μὲ ἕ­ναν τρο­με­ρὸ θό­ρυ­βο ἐ­κεῖ, δυ­ὸ μέ­τρα μπρο­στά του. Ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες μι­κρὲς νι­φά­δες πά­νω σε αὐ­τὸ τὸ κλα­δὶ πε­ρί­με­ναν αὐ­τὴ τὴ μί­α, τὴν κα­θο­ρι­στι­κή, αὐ­τὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὴ δι­α­φο­ρά. Ἔ­μει­νε λί­γη ὥ­ρα ἔ­τσι, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος.

       Σὰν ζα­λι­σμέ­νος ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­νά­πο­δα τὸ μι­κρό, τὸ λί­γων μέ­τρων μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε χα­ρά­ξει μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α. Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λη. Πο­λὺ πιὸ εὔ­κο­λη. Μπῆ­κε στὸ σπί­τι, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ σχοι­νὶ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­θι­σε στὴν κα­ρέ­κλα, ποὺ ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­ε καὶ ἡ ἴ­δια στὰ μά­τια της. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νος πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου τὸν συ­νέ­φε­ρε. Ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ ση­κώ­σει.

       — Ἐμ­πρός!



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀμ­φί­βια τέ­ρα­τα. Ἱ­στο­ρί­ες στὸν δρό­μο γιὰ τὴ λί­μνη (Με­ταίχ­μιο, 2020).

Κώ­στας Ποῦ­λος. Γεν­νήθη­κε στὸν Ἐ­λι­κώνα τῆς Βοι­ω­τίας. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία, Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἔ­χει γρά­ψει, με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευ­ά­σει πλῆθος βι­βλί­ων γιὰ με­γά­­λους καὶ κυ­­ρί­ως γιὰ παι­διά. Ἔργα του ἔχουν λά­βει τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις (κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο παι­δι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βι­βλί­ου) ἢ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ συγγραφέα.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τίτλοι Εὐγενείας γιὰ σκύλους

[τοῦ Ἀναγνώστη Χαροκόπου]


ΑΤΑ ΤΟ 1838 πε­ρι­ο­δεύ­ον­τες οἱ Βα­σι­λεῖς εἰς Βό­νι­τζαν ἔ­φθα­σαν ἔ­ξω­θεν τῆς πό­λε­ως ὅ­που εἶ­χον συγ­κεν­τρω­θῆ αἱ ἀρ­χαὶ καὶ ὁ λα­ὸς ἵ­να τοὺς ὑ­πο­δε­χθῶ­σι. Με­τα­ξὺ τοῦ λα­οῦ ἦ­το καὶ ὁ ἕ­νε­κα γή­ρα­τος κα­τα­στὰς τυ­φλὸς γέ­ρο-προ­ε­στὸς Ἀ­ναγ. Χα­ρο­κό­πος δι­α­τε­λέ­σας πλη­ρε­ξού­σιος καὶ βου­λευ­τὴς κα­τὰ τὴν ἐ­πα­νά­στα­σιν, καὶ ἀ­νῆ­κε πάν­το­τε εἰς τὸ κόμ­μα τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη. Οὗ­τος ἐ­φώ­να­ξεν ὅ­τι ἐ­πει­δὴ δὲν βλέ­πει ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἐγ­γί­ξῃ τοὐ­λά­χι­στον τὸν Βα­σι­λέ­α του. Τὴν ἀ­ξί­ω­σίν του ταύ­την δι­ε­βί­βα­σαν εἰς τοὺς Βα­σι­λεῖς οὗ­τοι δὲ δι­έ­τα­ξαν ἵ­να ὁ­δη­γή­σω­σιν ἀ­μέ­σως τὸν γέ­ρον­τα πλη­σί­ον του, ἅ­μα δὲ ἀ­φι­χθέν­τα ἔ­λα­βον ἀ­νὰ μί­αν τῶν χει­ρῶν του ἕ­κα­στος τῶν Βα­σι­λέ­ων. Ἐκ τῆς <φι­λο>­φρο­νή­σε­ως ταύ­της κα­τα­δη­χθεὶς ὁ τῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως ἀ­νὴρ ἀ­πέ­τει­νε τὴν ἑ­ξῆς προσ­λα­λιὰν πρὸς τοὺς Βα­σι­λεῖς:

       — Νὰ δώ­σῃ ὁ Θε­ὸς νὰ ζή­σε­τε πο­λὺ νὰ δο­ξα­σθῆ­τε καὶ νὰ ἀ­φή­σε­τε κλη­ρο­νό­μους διὰ τὴν δό­ξαν τῶν Γο­νέ­ων καὶ τὸ κα­λὸ τοῦ τό­που τού­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἕ­ως νὰ γί­νῃ βα­σί­λει­ον ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ. Διὰ τοῦ­το, Βα­σι­λέ­α μου, νὰ ἔ­χῃς πάν­τα εἰς τὴν ἐν­θύ­μη­σή σου κάμ­πο­σους ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­στά­θη­σαν κε­φα­λὴ εἰς ἡ­μᾶς τοὺς ἄλ­λους εἰς τὸν ἀ­γῶ­να, καὶ διὰ μὲν τοὺς πε­θα­μέ­νους νὰ κά­με­τε ἓν μνη­μό­συ­νον κά­θε χρό­νον, ἐ­κεί­νους ὅ­που ζοῦν ὅ­πως ὁ Κουν­του­ρι­ώ­της, ὁ Γε­ρο-Μπέ­ης, ὁ Ζα­ΐ­μης, ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης νὰ τοὺς πά­ρῃς μα­ζί σου συμ­βού­λους καὶ δὲν θὰ χά­σῃς για­τὶ ἂν δὲν εἴ­χα­με αὐ­τοὺς κα­θὼς καὶ τοὺς ἀ­πε­θα­μέ­νους Ὑ­ψη­λάν­τας, Μι­α­ού­λην, Μπό­τζα­ρην, Φλέσ­σαν, Κα­ρα­ϊ­σκά­κην νὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν, δὲν ἐ­τε­λει­ώ­να­με τὸ ἔρ­γον ὅ­που ἠρ­χί­σα­μεν.

       Ὁ Βα­σι­λεὺς μὴ ἐν­νο­ῶν κα­λῶς τό­τε τὴν Ἑλ­λη­νι­κὴν καὶ ἡ Βα­σί­λισ­σα μό­λις ἐν­νο­οῦ­σα λέ­ξεις τι­νὰς ἀν­τε­λή­φθη­σαν τῆς προσ­λα­λιᾶς τοῦ γέ­ρον­τος Χα­ρο­κό­που διὰ τοῦ Γεν­ναί­ου ὅ­στις ὡς αὐ­λι­κὸς ἐ­γνώ­ρι­ζεν ὁ­πω­σοῦν νὰ ἐν­νο­ῆ­ται ὑ­πὸ τοῦ Βα­σι­λέ­ως, ηὐ­χα­ρί­στη­σαν λοι­πὸν οἱ Βα­σι­λεῖς ἀμ­φό­τε­ροι διὰ τοῦ ἰ­δί­ου δι­ερ­μη­νέ­ως τὸν γέ­ρον­τα διὰ τὰς πα­τρι­ω­τι­κάς του εὐ­χὰς καὶ συμ­βου­λάς. Τό­τε ὁ γέ­ρων προ­σέ­θη­κε:

       — Μα­θαί­νω ὅ­τι ἔ­χεις μα­ζί Σου Βα­σι­λέ­α μου τὸν υἱ­ὸν τοῦ Κο­λο­κο­τρώ­νη Γεν­ναῖ­ον.

       — Αὐ­τὸς ὅ­στις ὁ­μι­λεῖ μα­ζί σου εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος, τῷ εἶ­πεν ὁ πα­ρευ­ρε­θεὶς ἐ­κεῖ στρα­τη­γὸς Κωνστ. Μπό­τσα­ρης. Τοῦ­το ἀ­κού­σας ὁ γέ­ρων Χα­ρο­κό­πος εἶ­πεν ἀ­πο­τει­νό­με­νος πρὸς τὸν Γεν­ναῖ­ον:

       — Ἐ­δῶ εἶ­σαι καὶ δὲν μοῦ ὁ­μι­λεῖς τό­σην ὥ­ραν Μπα­ροῦ­νο!!!

       Τὸ πλῆ­θος ἐ­γέ­λα­σεν εἰς τὴν ὕ­βριν «Μπα­ροῦ­νο».

       Οἱ Βα­σι­λεῖς δὲν ἠν­νό­η­σαν δια­τί οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­γέ­λα­σαν εἰς τὴν λέ­ξιν «Μπα­ροῦ­νο» καὶ ἐ­ζή­τη­σαν με­τ’ ὀ­λί­γον εἰς τὸ γεῦ­μα ἐ­ξη­γή­σεις, διὰ τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­μα­θον ὅ­τι ἐ­πὶ τῶν σταυ­ρο­φο­ρι­ῶν πε­ρι­ελ­θόν­τες οἱ τό­τε τι­τλο­φό­ροι εἰς τὴν με­γα­λυ­τέ­ραν πα­ρα­λυ­σί­αν καὶ τι­νὲς καὶ πε­νί­αν, ἔ­πρα­ξαν τὰς μᾶλ­λον ἀ­πο­τρο­παί­ους, ρυ­πα­ρὰς καὶ τα­πει­νὰς πρά­ξεις, ἑ­πο­μέ­νως οἱ τί­τλοι ἔ­μει­ναν εἰς τὴν μνή­μην τῶν Ἑλ­λή­νων ὡς ἐ­πω­νυ­μί­αι μαρ­τυ­ροῦ­σαι ἀν­θρώ­πους ἀ­χρεί­ους, διὰ τοῦ­το καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­ζή­λω­σαν νὰ τοὺς σφε­τε­ρι­σθῶ­σι ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἀ­πο­νεί­μου­σι εἰς τοὺς σκύ­λους ἢ τοὺς ἀν­θρώ­πους οὓς θέ­λου­σι νὰ ὑ­βρί­σω­σι ἢ χλευ­ά­σω­σι διὰ τῶν λέ­ξε­ων «Μπα­ροῦ­νος» (βα­ρῶ­νος), «Κο­μα­τᾶς» (κο­μη­τᾶς, κό­μης), «Μαρ­χέ­ζας» (μαρ­κή­σιος), «Πρί­τζι­πας» (πρίγ­κηψ). Ἐκ τῆς ἐ­ξη­γή­σε­ως ταύ­της ἠν­νό­η­σεν ἡ Βα­σί­λισ­σα δια­τί οἱ αὐ­λι­κοί της δὲν ἐ­δέ­χθη­σαν τοὺς ὁ­ποί­ους ἠ­θέ­λη­σε νὰ τοὺς ἀ­πο­νεί­μῃ τί­τλους εὐ­γε­νεί­ας.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 72-73.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Wil­helm Gu­stav Kra­us (1804-1852), Ὁ βα­σι­λιᾶς Ὄ­θων ἔ­φιπ­πος κα­τὰ τὴν ἄ­φι­ξή του στὴν Ἀ­θή­να (Με­τὰ τὸ 1835). Μου­σεῖ­ο τῆς Πό­λε­ως τῶν Ἀ­θη­νῶν.




		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ἡ Συνάντηση



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ἡ Συνάντηση

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Κιουταχῆ]


ΤΙΣ 9 ΑΥΓ. τοῦ 1826, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης ἀν­τα­μώ­θη­κε κα­τὰ τύ­χη μὲ τὸν Κι­ου­τα­χῆ στὴ Γαλ­λι­κὴ φρε­γά­τα τοῦ Γάλ­λου ναυά­ρχου Ντε­ρι­νῦ, ἀ­ραγ­μέ­νη στὸν Πει­ραι­ᾶ. Ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ τῆς Χαλ­κί­δας εἶ­χαν πά­ει νὰ δοῦν τὸ ναύ­αρ­χο. Δὲν προ­φτά­σα­νε νὰ κα­τε­βοῦ­νε στὴ σάλ­λα, καὶ φτά­νει ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης μὲ τὸ Χρη­στί­δη σὲ βάρ­κα Ἑλ­λη­νι­κὴ ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι τὸ Ψα­ρια­νὸ τοῦ Γι­αν­νί­τση, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­νο στὴν Ἐ­λευ­σῖ­να καὶ τὄ­χε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης στὴς δι­α­τα­γές του. Λέ­νε πὼς ἐ­πί­τη­δες ὁ Γάλ­λος ναύ­αρ­χος εἶ­χε φέ­ρει ἔ­τσι τὸ πρᾶ­μα, γιὰ νὰ σμί­ξουν οἱ δυ­ὸ ἀρ­χι­στρά­τη­γοι. Κι’ αὐ­τὸ τοῦ τὸ εἶ­χε ζη­τή­σει ὁ Κι­ου­τα­χῆς.

       Τα­ρά­χτη­κε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κι­ου­τα­χῆ μπρο­στά του. Ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὸ σπα­θὶ κ’ εἶ­πε στὸ Χρη­στί­δη:

       — Ὠ­ρὲ Χρη­στί­δη, μὴ μᾶς κά­νουν κα­μιὰ μπαμ­πε­σά; [ἀ­πι­στιά].

       Τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ Χρη­στί­δης. Κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς ὅ­μως τα­ρά­χτη­κε, κα­θὼς εἶ­δε τὸν Κα­ρα­ϊ­σκά­κη. Χαι­ρέ­τη­σε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τὸν Κι­ου­τα­χῆ, κα­τὰ τὴν τούρ­κι­κη συ­νή­θεια [μὲ τὴν πα­λά­μη στὸ στῆ­θος] καὶ κά­θι­σε. Χαι­ρέ­τη­σε κι’ ὁ Κι­ου­τα­χῆς μὲ τὸ κε­φά­λι, ἀ­γέ­ρω­χος, καὶ μί­λη­σε πρῶ­τος ἀρ­βα­νί­τι­κα:

       — Τί κά­νεις, Κα­ρα­ϊ­σκά­κη; Ἔλ­πι­ζα νἀρ­θῇς στὰ Μπι­τό­λια νὰ μὲ προ­σκυ­νή­σῃς καὶ νὰ σοῦ δώ­σω ὅ­λα τὰ βι­λα­έ­τια, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να ὡς τὴν Ἄρ­τα.

       — Ἐ­γὼ νὰ σὲ προ­σκυ­νή­σω; τοῦ ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης. Ἂν εἶ­σαι Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς ἐ­σύ, εἶ­μαι κ’ ἐ­γὼ Ρού­με­λη-Βα­λε­σῆς. Κι’ ἂν ἤ­ξε­ρε ἡ Δι­οί­κη­σή μου ὅ­τι κρέ­νο­με [μι­λᾶ­με] τώ­ρα μα­ζί, μὲ κρέ­μα­γε κ’ ἐ­μέ­να καὶ δε­κα­πέν­τε χι­λιά­δες στρα­τέ­μα­τα, ποὺ ἔ­χω στὴ Λε­ψί­να.

       — Καὶ πῶς μπο­ρεῖ νὰ σὲ κρε­μά­σῃ;

       — Μή­πως δὲ σὲ κρε­μά­ει ἐ­σέ­να ὁ Σουλ­τά­νος, ὅ­ταν θέ­λῃ; Ναὶ ἢ ὄ­χι;

       — Ναί, για­τὶ τὸν ἔ­χω βα­σι­λιᾶ.

       — Λοι­πὸν μὲ κρε­μά­ει κ’ ἐ­μέ­να, για­τὶ τὴν ἔ­χω βα­σί­λισ­σα!

       Χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Κι­ου­τα­χῆς. Ση­κώ­θη­κε πρῶ­τος κ’ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ κα­ρά­βι.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ Κι­ου­τα­χῆς τοὔ­στει­λε καφ­φέ, ζά­χα­ρη καὶ κα­πνό. Ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης τοὔ­στει­λε ἕ­να φόρ­τω­μα κρα­σί(1).


(1) Γιὰ τὸ σμίξιμό του μὲ τὸν Κιουταχῆ στὴ Γαλλικὴ φρεγάτα ὁ Κα­ραϊ­σκά­κης εἶχε γράψει στὸν Κολο­κο­τρώνη, τρεῖς μέρες ὑστε­ρώ­τερα, καὶ τοῦ ἔλεγε: «Κατὰ περί­στα­σιν ἀντα­μώθη­μεν εἰς τὴν φρε­γά­ταν τοῦ Δε­ρι­νῦ τὴν δευ­τέ­ραν ἡ­μέ­ραν τῆς ὑστε­ρι­νῆς μά­χης ἐγώ, ὁ Χε­λιώ­της καὶ ὁ καπετὰν Ψα­ρια­νὸς [Γιαν­νί­τσης] μὲ τὸν Κιου­τα­χῆ, τὸν Ὀ­μὲρ πασ­σᾶ καὶ ἄλ­λους. Κατ’ ἀρ­χὰς ἐξιπ­πά­σθηκα, ὀγλή­γορα ὅμως ἐ­φιλιω­θή­κα­­μεν καὶ ἐλ­πίζω νὰ τοῦ κο­στί­σῃ ἡ φι­λία μου. Εἴπα­με πολ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴν ἰδέ­αν τοῦ ὅτι ἔχει ρα­γιά­δες τοὺς Ἕλ­λη­νας καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδέ­αν μου ὅτι εἴ­με­θα ἐ­λεύ­θε­ροι.» Κι’ ἀ­λη­θι­νὰ τοῦ κό­στι­σε τοῦ Κιου­τα­χῆ ἡ γνω­ρι­μιὰ τοῦ Κα­ραϊ­σκά­κη. Καὶ θὰ τοῦ κό­στι­ζε πε­ρισ­σότε­ρο, ἂν δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ θά­να­τος. [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἐ­φημ. «Και­ροὶ» Δε­κέ­βρ. 1896, ὑ­πὸ «Λε­βά­δου», κι’ ἀ­πὸ ἄλ­λες πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 248-249 [Τίτλος: «548.— Κα­ρα­ϊ­σκά­κης – Κι­ου­τα­χῆς.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης ἐ­λαύ­νων πρὸς τὴν Ἀ­κρό­πο­λιν (1844). Λάδι σὲ μουσαμᾶ, 94Χ117 ἑκ. (Συλλογὴ ἱ­δρύ­μα­τος Εὐρ. Κου­τλί­δη, Ἐθνικὴ Πι­να­κο­θή­κη).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα­: Τὸ ἦ­θος τοῦ Κια­μήλ­μπεη



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα­


Τὸ ἦ­θος τοῦ Κια­μήλ­μπεη

[τοῦ Κιαμήλμπεη]


ΙΣΠΗΔΗΣΑΝΤΩΝ τὸ 1821 τῶν Ἑλ­λή­νων εἰς τὸ φρού­ριον τῆς Τρι­πό­λε­ως ἅ­μιλ­λα ἠ­γέρ­θη πε­ρὶ τῆς κα­τα­λή­ψε­ως τοῦ πλου­σι­ω­τά­του Ὀ­θω­μα­νοῦ τοῦ ἐκ Κο­ρίν­θου Κια­μὴλ-Μπέ­η. Τὸν κα­τέ­σχον δὲ πρῶ­τοι οἱ Λε­ον­τα­ρῖ­τες (Με­γα­λου­πο­λῖ­τες) καὶ οἱ Μι­στρι­ῶ­τες (Λα­κε­δαι­μό­νιοι) Νι­κη­τα­ρᾶς, Κε­φά­λας, Κρεβ­βα­τᾶς, Βρε­σθέ­νης, Γι­α­τρά­κος καὶ ἄλ­λοι ἐ­πί­ση­μοι τῶν Ἐ­παρ­χι­ῶν τού­των πε­ρὶ τοὺς τεσ­σα­ρά­κον­τα, ὑ­πο­στη­ρι­ζό­με­νοι ὑ­πὸ ἰ­σχυ­ροῦ σώ­μα­τος συ­νε­παρ­χι­ω­τῶν του. Εἱ­σελ­θόν­τες εἰς τὴν οἰ­κί­αν εὗ­ρον τὸν Κια­μὴλ-Μπέ­η κα­θή­με­νον ἐ­πὶ τοῦ ἀ­να­κλίν­τρου ἐν εὐ­ρυ­τά­τῃ αἰ­θού­σῃ καὶ κα­πνί­ζον­τα με­τὰ τοῦ Πα­νού­τσου Νο­τα­ρᾶ προ­ε­στοῦ τῆς Κο­ρίν­θου, προ­σελ­θόν­τος ὡς ἐ­νε­χύ­ρου με­τα τῶν λοι­πῶν ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καὶ προ­ε­στῶν τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, ἀλ­λὰ τῇ αἰ­τή­σει τοῦ ἰ­σχυ­ροῦ τού­του Τούρ­κου μὴ ρι­φθέν­τος με­τὰ τῶν λοι­πῶν εἰς τὴν κά­θυ­γρον φυ­λα­κήν, εἰς ἣν ἄλ­λοι μὲν ἀ­πέ­θα­νον ἄλ­λων δὲ προ­σε­βλή­θη χρο­νί­ως ἡ ὑ­γεί­α. Μο­λο­νό­τι κα­τέ­στη αἰχ­μά­λω­τος τῶν εἰ­σελ­θόν­των, μο­λα­ταῦ­τα τοῖς ἐ­πέ­βα­λε διὰ μό­νου τοῦ βλέμ­μα­τος σέ­βας καὶ πάν­τες ἐ­κά­θη­σαν ἐν ἡ­συ­χί­ᾳ. Δι­έ­τα­ξεν ἀ­μέ­σως τοὺς ὑ­πη­ρέ­τας νὰ φέ­ρω­σι πρὸς τοὺς ἐλ­θόν­τας γλυ­κί­σμα­τα καὶ πο­τά, με­τὰ τὴν πε­ρι­ποί­η­σιν δὲ ταύ­την ἔ­φε­ρεν εἰς τὸ μέ­σον Αἰ­θί­ο­πα ὅ­στις γο­να­τί­σας ἐ­τρα­γώ­δη­σε τὸ τρα­γού­δι τῆς Σκλα­βιᾶς, ὅ ἐ­στι μοι­ρο­λό­γιον τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας. Οἱ πλεί­ους ἐ­δά­κρυ­σαν, ὁ Κια­μὴλ-Μπέ­ης ὅ­μως δὲν ἐ­δά­κρυ­σεν ἀλ­λὰ κα­τέ­στη μᾶλ­λον σύ­νο­φρυς καὶ ἐκ τῆς κι­νή­σε­ως τῶν χει­λέ­ων του ἐ­φαί­νε­το μεμ­ψι­μοι­ρῶν ἐν ἑ­αυ­τῷ. Τό­τε εἷς τῶν πα­ρε­στώ­των, ὁ ἐκ Βορ­δω­νί­ας Ζω­γρά­φος τῷ εἶ­πε:

       — Αἴ, μπέ­η μου, αὐ­τὰ εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό­φα­σις καὶ δὲν πρέ­πει νὰ βλα­σφη­μῶ­μεν.

       — Λυ­ποῦ­μαι, κα­η­μέ­νε, ἀ­πε­κρί­θη, δι­ό­τι δὲν ἠ­θέ­λη­σα νὰ χα­λα­σθῇ ἄλ­λη μί­α φο­ρὰ ὁ Μω­ριᾶς καὶ πά­θῃ τὰ κα­κὰ ὅ­που ἔ­πα­θε ἀ­πὸ τοὺς Ἀρ­βα­νί­τας στὸν ἄλ­λον ἀρ­πε­τό (ἐ­πα­νά­στα­σιν τοῦ 1769), εἰ δὲ μὴ μὲ ἕ­να ντε­σκε­ρέ­μι (ὀ­λι­γό­λε­ξον ἐ­πι­στο­λήν) ἔ­φερ­να καὶ τὸν Σουλ­τά­νον τὸν ἴ­διον ἐ­δῶ. Ξεύ­ρω τί θὰ πά­θω μα­ζὶ καὶ σεῖς καὶ ὁ τό­πος μας. Μὰ ὁ Θε­ὸς θὰ παι­δέ­ψῃ (τι­μω­ρή­σῃ) καὶ τὰ ζου­λού­μια (ἀ­δι­κί­ας) τῶν Τούρ­κων καὶ τὴν ἀ­νευ­χα­ρί­στη­σιν (ἀ­χα­ρι­στί­αν) τῶν Μω­ρα­ϊ­τῶν.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 60-61.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Ὁ πύρ­γος τοῦ Κι­α­μήλ­μπε­η στὴ Συ­κιὰ Κο­ριν­θί­ας. Ἱ­στο­ρι­κὸ μνη­μεῖο.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ ἦθος τοῦ Κυβερνήτη



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τὸ ἦθος τοῦ Κυβερνήτη

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΜΦΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ἐκ τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι ὁ λα­ὸς τῆς Ἑλ­λά­δος πέ­νε­ται, προ­σε­πά­θει νὰ εἰ­σα­γά­γῃ διὰ τῆς βί­ας τὴν λι­τό­τη­τα, δί­δων αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος τὸ πα­ρά­δειγ­μα. Δὲν ἔ­φε­ρε πο­τὲ μα­ζί του πλέ­ον τοῦ ἑ­νὸς φύ­λα­κος, ἵ­να πεί­σῃ τοὺς εὐ­τε­λεῖς Ἕλ­λη­νας νὰ κα­ταρ­γή­σω­σι τὰς ὁ­ποί­ας ἔ­φε­ρον πάν­το­τε οὐ­ράς, διὰ τὴν συν­τή­ρη­σιν τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­γέ­νε­το δα­πά­νη πολ­λή. Ἔ­τρω­γε λι­τό­τα­τα διὰ νὰ πεί­σῃ τοὺς εὐ­πο­ροῦν­τας νὰ κα­ταρ­γή­σω­σι τὴν πρὸς τὴν ποι­κι­λί­αν καὶ πο­λυ­δά­πα­νων φα­γη­τῶν τά­σιν. Ἐ­νε­δύ­ε­το ἁ­πλού­στα­τα καὶ ὁ­σά­κις ἔ­φε­ρε τὴν ἐ­πί­ση­μον στο­λήν του, διὰ νὰ δυ­νη­θῇ νὰ κα­ταρ­γή­σῃ τὸ χρυ­σο­εν­δύ­ε­σθαι εἰς ὃ ἦ­σαν ἐ­πιρ­ρε­πέ­στα­τοι τό­τε οἱ Ἕλ­λη­νες μι­μη­θέν­τες τοὺς πρώ­ην κυ­ρί­ους των Τούρ­κους, διὰ τοῦ­το ἐ­ξή­λεγ­χεν ὅ­λα τ’ ἀ­νω­τέ­ρω ἐ­λατ­τώ­μα­τα αὐ­στη­ρῶς καὶ πι­κρό­τα­τα.

       Ὅ­ταν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης με­τέ­βαι­νε νὰ πα­ρου­σιά­σῃ εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την τὸν Γεν­ναῖ­ον, τὸν ἀ­πήν­τη­σε με­τα­βαί­νον­τα εἰς τὸν πε­ρί­πα­τον.

       — Ὑ­πε­ρε­ξο­χώ­τα­τε, τῷ εἶ­πε, Σοῦ πα­ρου­σιά­ζω τὸν Γεν­ναῖ­ον μου.

       Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­δε χρυ­σο­φό­ρον νέ­ον καὶ πα­ρ’ αὐ­τῷ ἕ­τε­ρον νέ­ον μὴ φέ­ρον­τα χρυ­σᾶ ἐν­δύ­μα­τα, ὅ­στις ἦ­τον ὁ Γραμ­μα­τεὺς τοῦ Γεν­ναί­ου Μι­μῖ­κος Πο­λυ­χρο­νό­που­λος, καὶ πρὸς τοῦ­τον ἀ­πέ­τει­νεν ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν χεῖ­ρα ὑ­πο­κρι­θεὶς ὅ­τι τὸν ὑ­πέ­λα­βεν ὡς τὸν Γεν­ναῖ­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τῷ εἶ­πεν ἀ­μέ­σως.

       — Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος.

       — Ἄ, εἶ­πεν ὁ Κυ­βερ­νή­της ὡς μᾶλ­λον ἐ­ξιπ­πα­σθεὶς ἐ­γὼ ἰ­δὼν αὐ­τὸν μὲ τὰ χρυ­σᾶ τὸν ὑ­πέ­λα­βον ὡς τζο­χαν­τά­ρην του.


τζο­χαν­τά­ρης: σωματοφύλακας.


Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 48.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Tho­mas Law­re­nce  (1769–1830), Πορ­τραῖ­το τοῦ Ἰω­άν­νη Κα­πο­δί­στρια (1818). Λά­δι σὲ καμ­βά, 128.3Χ102.9 ἑκ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ Χι­ῶ­τες πα­ρου­σι­α­στή­κα­νε στὸν Ὄ­θω­να τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Ἀ­φοῦ εἴ­πα­νε τὄ­να καὶ τ’ ἄλ­λο, πρά­μα­τα γε­νι­κὰ ποὺ συ­νει­θί­ζον­ται στὴν πρώ­τη γνω­ρι­μιά, ὁ Βα­σι­λέ­ας, ποὺ μό­νη γλῶσ­σα του εἶ­χε νὰ μι­λῇ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες ποὺ εἶ­χε πρω­το­μά­θει ἀ­πὸ τὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου, τὸ δά­σκα­λό του καὶ κα­θη­γη­τὴ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ Ὀ­θώ­νει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, γυ­ρί­ζει στὸν ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς Χι­ῶ­τες μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συ­νει­θι­σμέ­νο σο­βα­ρό του καὶ ρω­τά­ει:

       — Πῶς προ­χω­ρεῖ τὸ ἐμ­πό­ριον;

       — Κε­σά­τια, Με­γα­λει­ό­τα­τε! λέ­ει ὁ Χι­ώ­της.

       Ὁ Ὄ­θω­νας ἀ­πο­ρεῖ· πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κού­ει αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη. Κοι­τά­ζει αὐ­τὸν ποὺ μί­λη­σε στὰ μά­τια καὶ ξα­να­ρω­τά­ει:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τια;

       Ὁ Χι­ώ­της ἀ­πο­ρεῖ κι’ αὐ­τός, μὰ ὁ ἄλ­λος Χι­ώ­της, πει­ὸ ἔ­ξυ­πνος, πε­τι­έ­ται κι’ ἀ­παν­τά­ει:

       — Δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Κ’ εἶ­ν’ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὔ­λυ­σε τοῦ Βα­σι­λέ­α τὴν ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα σο­βα­ρό­τη του, γυ­ρί­ζει καὶ σ’ αὐ­τόν.

       — Καὶ ἡ λέ­ξις ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

       Μὰ ὡς ποὺ ν’ ἀ­παν­τή­σῃ ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ τρί­τος Χι­ώ­της δὲν ἀρ­γεῖ καὶ λέ­ει:

       — Ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας δὲν ἔ­κα­με ἄλ­λο ρώ­τη­μα. Καὶ φύ­γαν οἱ τρεῖς φί­λοι χα­ρού­με­νοι ποὺ φω­τί­σα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Τὸ βρά­δυ στὸ βα­σι­λι­κὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς Χα­τζη­χρῆ­στος (ξε­νό­γλωσ­σος ποὺ δύ­σκο­λα μι­λοῦ­σε ἁ­πλὰ Ἑλ­λη­νι­κά, μὰ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες δὲν τὴς εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ κα­νέ­να σο­φὸ δά­σκα­λο) ἤ­τα­νε σκυ­φτὸς στὸ πιά­το του, ἀ­κού­ει τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ λέ­ῃ:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τι, κύ­ρι­ε ὑ­πα­σπι­στά;

       — Κε­σά­τι, Με­γα­λει­ό­τα­τε; φω­νά­ζει ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ξαφ­νι­σμέ­νος· κε­σά­τι θὰ πῇ… νὰ… κε­σά­τι, πῶς τὸ λέ­νε; Δὲν τὸ λὲν ἀλ­λοι­ῶς· κε­σά­τι… ἅ­μα δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, ἔ­χει κε­σά­τι!

       — Καὶ ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

— Ντα­ρα­βέ­ρι; (κι’ ἀ­πο­ρεῖ τώ­ρα ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος πει­ὸ πο­λὺ κι’ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τὸν ἴ­διο)· πῶς, ντα­ρα­βέ­ρι! Ἅ­μα ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν ἔ­χει κε­σά­τι, ἅ­μα ἔ­χει κε­σά­τι, δὲν ἔ­χει… ἀ­λι­σβε­ρί­σι! Αὐ­τὸ θὰ πῇ, ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       — Καὶ ἀλισβερίσι τί ση­μαί­νει;

— Ἀ­λι­σβε­ρί­σι θὰ πῇ… ντα­ρα­βέ­ρι! Ντα­ρα­βέ­ρι-ἀ­λι­σβε­ρί­σι, ἀ­λι­σβε­ρί­σι-ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν τὸ ξέ­ρεις, Με­γα­λει­ό­τα­τε; Αὐ­τὸ θὰ πῇ!

       Κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος χει­ρο­νο­μεῖ ἄ­τα­χτα ὄ­χι για­τὶ δὲ μπο­ρεῖ νὰ ξη­γη­θῇ, πα­ρὰ για­τὶ δὲ θέ­λει ὁ Βα­σι­λέ­ας νὰ κα­τα­λά­βῃ.

       Μὰ ὁ Βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πειὰ κα­τα­λά­βει τέ­λεια καὶ φω­τί­σθη­κε λαμ­πρά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ Γ. Τσο­κο­πού­λου «Πα­λαι­αὶ Ἀ­θῆ­ναι. – Ἡ Βα­σί­λισ­σα Ἀ­μα­λί­α», 1904, σ. 45.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 325-326 [Τίτλος: «699.— Ὁ Βα­σι­λιᾶς φω­τί­στη­κε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄθων Α’. Φω­το­γρα­φία μὲ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐν­δυ­μα­σία. Χ.χ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χον­τρο­κέ­φα­λος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χον­τρο­κέ­φα­λος

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΝΗ καὶ τὴν ἀρ­γὴ σκέ­ψη τοῦ Ὄ­θω­να κυ­κλο­φο­ροῦν πολ­λὰ ἀ­νέκ­δο­τα. Κά­πο­τε ὁ Αὐ­λάρ­χης Α. Κρι­ε­ζῆς πα­ρα­κά­λε­σε τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ προ­βι­βά­σῃ κά­ποι­ο ναυ­τι­κὸν ὑ­πάλ­λη­λο Γλυ­πι­πῆ. Ὁ Βα­σι­λέ­ας στα­μά­τη­σε τὸ δι­ά­ταγ­μα ὡς ποὺ νὰ μά­θῃ ἂν τ’ ὄ­νο­μα Γλυ­πι­πῆς γρά­φε­ται μ’ ἕ­να π ἢ μὲ δύ­ο. Πα­ράγ­γει­λε νὰ ρω­τή­σουν καὶ τὸν ἴ­διο. Μὰ ὡς ποὺ νὰ γί­νουν ὅ­λα αὐ­τά, πε­ρά­σα­νε δυ­ὸ μῆ­νες, καὶ στὸ με­τα­ξὺ πῆ­ρε ἄλ­λος τὴ θέ­ση.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: [Α. Γούδα] «Ὑπό­μνη­μα τρί­τον πρὸς τὰς προ­στά­τι­δας τῆς Ἑλ­λά­δας Δυ­νά­μεις», Κέρ­κυ­ρα, 1862, σ. 8.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 307 [Τίτλος: «654.— Χον­τρο­κέ­φα­λος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄ­θων Α’. Ἄ­γνω­στος καλ­λιτέ­χνης. Χ.χ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα καὶ τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη]


Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, τα­ξει­δεύ­ον­τας μὲ τὸ πα­πό­ρι κά­πο­τε, δι­η­γή­θη­κε στὴ σάλ­λα αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το. (Ὁ Ὄ­θω­νας εἶ­χε φύ­γει πιὰ ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα).

       «Ὅ­ταν ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὴ Βα­σί­λισ­σα καὶ τὴν ἄλ­λη συ­νο­διά, ἔ­κα­ναν τὴν πρώ­τη πε­ρι­ο­δεί­α τους στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο, φτά­νον­τας στ’ Ἀ­νά­πλι μὲ κά­λε­σε καὶ μοῦ εἶ­πε ὁ Βα­σι­λέ­ας:

       — »Πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φθῶ­μεν καὶ τὰς Μυ­κή­νας, κύ­ρι­ε Κο­λο­κο­τρώ­νη. Σεῖς ποὺ γνω­ρί­ζε­τε τὸν τό­πον, πα­ρα­κα­λῶ νὰ φρον­τί­σε­τε. Αὔ­ριον θὰ γί­νῃ ἡ ἐκ­δρο­μή. Γνω­ρί­ζε­τε τὸ μέ­ρος;

       — »Μυ­κή­νας, εἴ­πα­τε, Με­γα­λει­ό­τα­τε… μά­λι­στα, θὰ φρον­τί­σω!

       »Κα­τέ­βη­κα στὸ πα­ζά­ρι κ’ ἔ­φερ­να γύ­ρα ρω­τῶν­τας ὅ­σους Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἀ­παν­τοῦ­σα νὰ μοῦ ποῦν ποῦ βρί­σκον­ται αὐ­ταὶ αἱ “Μυ­κῆ­ναι”. Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ μὲ φω­τί­σῃ.

       — »Πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κοῦ­με αὐ­τὸ τ’ ὄ­νο­μα! Τί τό­πος εἶ­ν’ αὐ­τός;

       »Ἀ­πελ­πι­σμέ­νος κι­νά­ω νύ­χτα γιὰ τὸ πει­ὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Στὸ δρό­μο ἀ­πάν­τη­σα κά­τι τσο­πά­νη­δες.

       — »Ἐ­λᾶ­τε ‘­δῶ, μω­ρὲ παι­διά: Πέ­στε μου, σὲ ποι­ὸ μέ­ρος ἐ­δῶ τρι­γύ­ρω συ­νη­θᾶ­νε οἱ Λόρ­δοι καὶ πη­γαί­νου­νε νὰ δοῦν τί­πο­τε πα­λιὰ χα­λά­σμα­τα;

       — »Ἐ­γὼ ξέ­ρω! λέ­ει ἕ­νας τσο­πά­νης, στὸ Χαρ­βά­τι τὸ χω­ριό, κον­τὰ στὰ Φί­χτια, πᾶ­νε συ­χνὰ οἱ Λόρ­δοι μὲ βι­βλί­α κι’ ὅ­λο ψά­χνουν κά­τι πα­λι­ό­πε­τρες ποὺ βρί­σκον­ται ἀ­πό­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριό.

       »Τό­τε θυ­μή­θη­κα κ’ ἐ­γὼ πὼς ἤ­ξε­ρα τὸ μέ­ρος, εἶ­χα μά­λι­στα κά­νει ἕ­να γε­ρὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς Τούρ­κους ἐ­κεῖ.

       »Κι­νή­σα­με τὸ πρωΐ, κ’ ἐ­γὼ μπρο­στὰ μὲ τ’ ἄ­λο­γο κα­μα­ρω­τὸς ἔ­φε­ρα τὴ βα­σι­λι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α στὸ Χαρ­βά­τι, σή­κω­σα τὸ χέ­ρι ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κ’ ἔ­δει­ξα τὴς πα­λι­ό­πε­τρες.

       — »Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες! εἶ­πα.

       »Οἱ συ­νά­δελ­φοί μου ἔ­μει­ναν μὲ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα, πα­ρά­ξε­νοι γιὰ τὴ σο­φί­α μου. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ Βα­σι­λέ­ας εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε ὄ­χι λί­γο.

       — »Ὁ κύ­ριος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἶ­ναι ἐξ ὅ­λων μας ὁ λο­γι­ώ­τε­ρος καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρον κά­το­χος ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν γνώ­σε­ων…»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Χ. Π. Κο­ρύλ­λου ἰα­τροῦ «Πε­ζο­πο­ρί­α ἀ­πὸ Πα­τρῶν εἰς Σπάρ­την κλπ.», 1889, σ. 4.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 301 [Τίτλος: «641.— Σο­φὸς ἀρ­χαι­ο­λό­γος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πύλη τῶν λε­όν­των στὶς Μυ­κῆ­νες. Ἀπὸ τὴν ἔκ­δοση Schweiger Ler­chen­feld, A­mand, (Frei­herr von). Grie­chen­land in Wort und Bild, Eine Schil­de­rung des hel­leni­schen Koni­grei­ches, Λειψία, Hein­rich Schmidt & Carl Gün­ther, 1887 / Ket­twig, Phai­don, 1992.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΙΠΕ μί­αν φο­ρὰν εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την:

     — »Μοῦ χά­λα­σες τὴν Ἑλ­λά­δα.

     — »Για­τί; τοῦ ἀ­πε­κρί­θη ἐ­κεῖ­νος.

     — »Για­τὶ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ κά­μῃς 5 φράγ­κι­κο καὶ 15 νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς τούρ­κι­κο, με­τὰ 20 χρό­νους νὰ τὸ κά­μῃς 10 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 10 τούρ­κι­κο,καὶ πά­λιν με­τὰ 20 ἔ­τη νὰ τὸ κά­μῃς 15 φράγ­κι­κο καὶ νὰ τὸ ἀ­φή­σῃς 5 τούρ­κι­κο, ὥ­στε με­τὰ 20 ἄλ­λους τό­σους χρό­νους νὰ γί­νῃ ὅ­λο φράγ­κι­κο.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 288 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 211 [Τίτλος: «455.— Πῶς δι­ορ­θώ­νε­ται τὸ Ρω­μαί­ϊ­κο.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.