Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τὸ ὕψος τῆς Ἀρετῆς



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τὸ ὕψος τῆς Ἀρετῆς


ΥΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, πα­ρε­κά­λε­σαν τὸν Θε­ὸν ἵ­να πλη­ρο­φο­ρή­σῃ αὐ­τούς, εἰς ποῖ­ον ἔ­φθα­σαν μέ­τρον*· καὶ ἦλ­θεν αὐ­τοῖς φω­νὴ λέ­γου­σα· εἰς τήν δε τὴν κώ­μην τῆς Αἰ­γύ­πτου, ἐ­στί τις κο­σμι­κὸς Εὐ­χά­ρι­στος ὀ­νό­μα­τι, καὶ ἡ γυ­νὴ αὐ­τοῦ κα­λεῖ­ται Μα­ρί­α· οὔ­πω ἤλ­θε­τε ὑ­μεῖς εἰς τὰ μέ­τρα αὐ­τῶν· καὶ ἀ­να­στάν­τες οἱ δύ­ο γέ­ρον­τες, ἦλ­θον εἰς τὴν κώ­μην· καὶ ἐ­ρω­τή­σαν­τες, εὗ­ρον τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ καὶ τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ καὶ λέ­γου­σιν αὐ­τῇ· ποῦ ἐ­στιν ὁ ἀ­νήρ σου; ἡ δὲ εἶ­πεν· ποι­μήν ἐ­στι καὶ βό­σκει τὰ πρό­βα­τα· καὶ εἰ­σή­γα­γεν αὐ­τοὺς εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ· ὡς δὲ ὀ­ψί­α* ἐ­γέ­νε­το, ἦλ­θεν ὁ Εὐ­χά­ρι­στος με­τὰ τῶν προ­βά­των· καὶ ἰ­δὼν τοὺς γέ­ρον­τας, ἡ­τοί­μα­σεν αὐ­τοῖς τρά­πε­ζαν, καὶ ἤ­νεγ­κεν ὕ­δωρ νί­ψαι τοὺς πό­δας αὐ­τῶν· καὶ λέ­γου­σιν αὐ­τῷ οἱ γέ­ρον­τες· οὐ μὴ γευ­σώ­με­θά τι­νος, ἐ­ὰν μὴ ἀ­ναγ­γεί­λῃς ἡ­μῖν τὴν ἐρ­γα­σί­αν σου· ὁ δὲ Εὐ­χά­ρι­στος με­τὰ τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­πεν· ἐ­γὼ ποι­μήν εἰ­μι καὶ αὕ­τη ἐ­στὶν ἡ γυ­νή μου· οἱ δὲ γέ­ρον­τες ἐ­πέ­μει­ναν πα­ρα­κα­λοῦν­τες αὐ­τὸν καὶ οὐκ ἠ­θέ­λη­σεν εἰ­πεῖν· καὶ εἶ­πον αὐ­τῷ· ὁ Θε­ὸς ἔ­πεμ­ψεν ἡ­μᾶς πρὸς σέ· ὡς δὲ ἤ­κου­σε τὸν λό­γον τοῦ­τον ἐ­φο­βή­θη καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· ἰ­δοὺ τὰ πρό­βα­τα ταῦ­τα ἔ­χο­μεν ἀ­πὸ τῶν γο­νέ­ων ἡ­μῶν· καὶ εἴ τι δ’ ἂν εὐ­ο­δώ­σῃ ὁ Κύ­ριος εἰ­σο­διά­σαι ἐξ αὐ­τῶν, ποι­οῦ­μεν εἰς τρί­α μέ­ρη· μέ­ρος ἓν τοῖς πτω­χοῖς, καὶ μέ­ρος ἓν εἰς τὴν φι­λο­ξε­νί­αν, καὶ τὸ τρί­τον μέ­ρος εἰς τὴν χρεί­αν ἡ­μῶν· ἀ­φ’ οὗ δὲ ἔ­λα­βον τὴν γυ­ναῖ­κά μου, οὐκ ἐ­μιά­νθην οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε αὐ­τή, ἀλ­λὰ παρ­θέ­νος ἐ­στί· καὶ ἕ­κα­στος ἡ­μῶν κα­θ’ ἑ­αυ­τὸν κα­θεύ­δει τὴν δὲ νύ­κτα φο­ροῦ­μεν σάκ­κους καὶ τὴν ἡ­μέ­ραν τὰ ἱ­μά­τια ἡ­μῶν· ἕ­ως ἄρ­τι, ἀν­θρώ­πων οὐ­δεὶς ταῦ­τα ἔ­γνω­κεν· καὶ ἀ­κού­σαν­τες ἐ­θαύ­μα­σαν καὶ ἀ­νε­χώ­ρη­σαν δο­ξά­ζον­τες τὸν Θε­όν.


εἰς ποῖ­ον ἔ­φθα­σαν μέ­τρον: πό­σο ψη­λὰ ἔ­χουν φτά­­σει στὴν ἀ­ρε­τή.
ὀ­ψί­α: βρά­δυ, δει­λι­νό.
εἰ­σο­διά­σαι: νὰ ἔ­χου­με εἰ­σό­δη­μα.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 32.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι

 

ΛΕΓΟΝ πε­ρὶ τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κο­λο­βοῦ, ὅ­τι εἶ­πέ πο­τε τῷ ἀ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ τῷ μει­ζο­τέ­ρῳ*· ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­μέ­ρι­μνοί εἰ­σι, μη­δὲν ἐρ­γα­ζό­με­νοι, ἀλ­λ’ ἀ­δι­α­λεί­πτως λα­τρεύ­ον­τες τῷ Θε­ῷ· καὶ ἀ­πο­δυ­σά­με­νος τὸ ἱ­μά­τιον, ἐ­ξῆλ­θεν εἰς τὴν ἔ­ρη­μον· καὶ ποι­ή­σας ἑ­βδο­μά­δα μί­αν, ἀ­νέ­καμ­ψε πρὸς τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ· καὶ ὡς ἔ­κρου­σε τὴν θύ­ραν, ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ* πρὶν ἀ­νοί­ξει, λέ­γων· σύ τίς εἶ; ὁ δὲ εἶ­πεν ἐ­γώ εἰ­μι Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἀ­δελ­φός σου· καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἰ­ω­άν­νης γέ­γο­νεν ἄγ­γε­λος, καὶ οὐκ ἔ­τι ἐν ἀν­θρώ­ποις ἐ­στίν· ὁ δὲ πα­ρε­κά­λει, λέ­γων· ἐ­γώ εἰ­μι· καὶ οὐκ ἤ­νοι­ξεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ἀ­φῆ­κεν αὐ­τὸν ἕ­ως πρω­ῒ θλί­βε­σθαι· ὕ­στε­ρον δὲ ἀ­νοί­ξας αὐ­τῷ· λέ­γει· ἄν­θρω­πος εἶ, χρεί­αν ἔ­χεις πά­λιν ἐρ­γά­ζε­σθαι ἵ­να τρα­φῇς· καὶ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­αν, λέ­γων· συγ­χώ­ρη­σόν μοι.


μει­ζο­τέ­ρῳ: μεγαλύτερο (σὲ ἡλικία).
ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ: τὸν ἄκουσε.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου: Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς



Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου


Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς


ΤΑΝ Σάβ­βα­το με­ση­μέ­ρι. Εἶ­χε κά­νει μιὰ βολ­τί­τσα στὴ λα­ϊ­κή, δὲν πῆ­ρε πολ­λά, λί­γες σα­λά­τες μό­νο κι ἕ­ναν ἀ­να­νὰ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν τὸν πεί­ρα­ζε νὰ μα­γει­ρεύ­ει γιὰ ἕ­ναν, ἔ­λε­γε πάν­τα πὼς δὲ θὰ τὸ βά­λει κά­τω· θὰ μα­γεί­ρευ­ε πει­σμα­τι­κὰ μέ­χρι τό­τε ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος. Ἔ­ρι­ξε λί­γο νε­ρά­κι στὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι καὶ ἄ­φη­σε τὸ βλέμ­μα του νὰ χυ­θεῖ στὸ δρό­μο, σὰν σκυ­λὶ ποὺ βγῆ­κε γιὰ σερ­γιά­νι. Τὸν εἶ­χε ἐ­νο­χλή­σει πο­λὺ ἐ­κεί­νη ἡ εὐ­γε­νι­κὴ κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κο­πέ­λα στὸ τραῖ­νο, νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κα­θί­σει ὁ ἴ­διος. Δὲν ἔ­βγα­ζε κα­λύ­τε­ρα ἕ­να πε­ρί­στρο­φο νὰ τὸν ἐ­κτε­λέ­σει; «Κα­θί­στε» τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να καὶ μει­δί­α­σε μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὕ­φος ποὺ παίρ­νουν τὰ κα­λὰ παι­διὰ ὅ­ταν κά­νουν τὸ σω­στὸ καὶ τὸ πρέ­πον. Μὰ ἦ­ταν πρέ­πον; Στὸν ἴ­διο εἶ­χε μι­λή­σει; Κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά του, ἄλ­λος με­γά­λος ὄρ­θιος κα­νείς. Μιὰ πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τι μπαρ­μπά­δες κα­θι­σμέ­νους δί­πλα τὸν ἄρ­χι­σαν στὴν κα­ζού­ρα. «Ἔ­λα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λη», εἶ­παν κα­τα­πί­νον­τας τὰ γέ­λια τους λαί­μαρ­γα γιὰ νὰ τοῦ ποῦν κι ἄλ­λα. «Κα­λῶς ἦρ­θες κα­η­μέ­νε!» κα­κά­ρι­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ συ­ζη­τοῦν τὸ συμ­βὰν δυ­να­τὰ ἔ­τσι ποὺ νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι πὼς μιὰ νε­α­ρὴ ση­κώ­θη­κε γιὰ νὰ κα­θί­σει ἐ­τοῦ­τος ἐ­δῶ ποὺ νο­μί­ζει ἀ­κό­μα πὼς εἶ­ναι ἀ­ε­τό­που­λο. Σπρώ­χτη­κε ὣς τὴν πόρ­τα δῆ­θεν ἀ­γέ­ρω­χα, ἂν καὶ μέ­σα του ὁ κε­ραυ­νὸς κα­τά­και­γε τὸν τό­πο. Τό­σο με­γά­λος ἔ­δει­χνε δη­λα­δή; Μέ­χρι προ­χθὲς θὰ κορ­τά­ρι­ζε μιὰ κο­πέ­λα —ἄν­τε, λί­γο σι­τε­μέ­νη— ξέ­ρεις, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ βλέμ­μα­τα ποὺ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἀγ­γί­ζον­ται μέ­σα στὸ τραῖ­νο ἢ στὸ ἀ­σαν­σέρ. Θὰ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ δώ­σει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ κά­ποι­ο θη­λυ­κό, θὰ ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ του γρα­βα­τω­μέ­νος στὴν πλα­τεί­α. Τό­ση κα­κί­α, οἱ πα­λι­ό­γε­ροι, ἔ­λα κά­θι­σε τοῦ φώ­να­ζαν, μὴν ντρέ­πε­σαι, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­νας ἀ­πὸ μᾶς.

       Εἶ­χε βρεῖ στὴ λα­ϊ­κὴ πι­νέ­λο καὶ κου­πά­κι ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­ουν τὶς βα­φές, ὄ­χι πὼς τὸ ἔ­ψα­ξε, ἔ­πε­σε πά­νω τὸ μά­τι του τυ­χαῖ­α. «Φέ­ρε ἕ­να γιὰ τὴν κυ­ρὰ νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει!» ἔ­γνε­ψε στὸ γύ­φτο ποὺ ἔ­στρω­νε τὴν πρα­μά­τεια ἀ­δι­ά­φο­ρα. Τό ’­χω­σε στὴ σα­κού­λα μὲ τὰ μα­ρού­λια καὶ τώ­ρα τὸ εἶ­χε μπρο­στά του στὸ μπά­νιο ἑ­τοι­μο­πό­λε­μο δι­α­βά­ζον­τας προ­σε­χτι­κὰ τὶς ὁ­δη­γί­ες τῆς βα­φῆς. Προ­σπά­θη­σε νὰ χω­ρί­σει τὶς τοῦ­φες μί­α-μί­α καὶ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ μὲ μιὰ ἐ­βέ­νι­νη γλυ­ψιὰ τοῦ πι­νέ­λου ἔ­φτια­ξε ἕ­ναν μαῦ­ρο δι­ά­δρο­μο στὴν γκρί­ζα κοι­λά­δα τοῦ κε­φα­λιοῦ. Καὶ με­τὰ κι ἄλ­λη, κι ἄλ­λη. Καὶ σὰν πῆ­ρε φό­ρα τὸ πι­νέ­λο, πῆ­γε κι ἦρ­θε πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι, ἀ­στα­μά­τη­τα – σὰν νε­οσ­σὸς ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ πρῶ­το του πέ­ταγ­μα· χά­ρα­ξε χω­ρί­στρες χαρ­το­γρα­φών­τας ὅ­λη τὴν ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, βού­τη­ξε ὑ­πό­κω­φα μέ­χρι τὰ ἄ­δυ­τα τῆς ἀρ­σε­νι­κῆς καρ­διᾶς ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε γιὰ λί­γη νι­ό­τη ἀ­κό­μα καὶ ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη ἐ­κεί­νη ποὺ πε­ρί­με­νε τὸ θύ­μα μὲ τὰ γκρι­ζα­ρι­σμέ­να μαλ­λιὰ νὰ θρη­νή­σει εὐ­λα­βι­κὰ τὸν ἀν­δρι­σμό του πέ­φτον­τας νο­μο­τε­λεια­κὰ στὸν ἱ­στὸ τοῦ γή­ρα­τος. Κι ἀ­φοῦ ἡ βα­φὴ ἁ­πλώ­θη­κε ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ ὁ νι­πτή­ρας μοι­ραῖ­α πα­σα­λεί­φθη­κε σὰν πε­δί­ο μά­χης, κοί­τα­ξε τὸ εἴ­δω­λό του στὸν κα­θρέ­φτη καὶ τὸ ἠ­θι­κό του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­κε γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές. Ναί, ἡ νι­ό­τη μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε φύ­γει, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει καὶ τὸ φθι­νό­πω­ρο πρὶν τὸ χει­μώ­να, ἀ­γα­πη­τοί. Ἔ­μει­νε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­να­γρα­φό­με­νης στὸ κου­τὶ ἀ­να­μο­νῆς, νὰ δι­ορ­θώ­νει μὲ τὴ χτέ­να σχο­λα­στι­κὰ τὶς τοῦ­φες στὶς μι­κρὲς χα­ρά­δρες τοῦ κε­φα­λιοῦ ποὺ ὀ­λί­σθαι­ναν στὰ γκρέ­μια τῶν κρο­τά­φων καὶ κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τ’ αὐ­λά­κια στὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­δει­χναν σκαμ­μέ­να ἀ­πὸ ὁρ­μη­τι­κοὺς χεί­μαρ­ρους. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε οἱ ρυ­τί­δες εἶ­ναι γο­η­τεί­α κι ἔ­πει­τα ἔ­παι­ξε ἁ­πα­λὰ τὸ δι­πλο­σά­γο­νο σὰν νὰ δο­κί­μα­ζε χορ­δὴ ἀ­πὸ κον­τραμ­πά­σο.

       Κα­λὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σκοῦ­ρο καὶ γυ­α­λι­στε­ρό, ἐ­λα­φρῶς με­λι­τζα­νὶ καὶ μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴ γραμ­μὴ ποὺ θύ­μι­ζε κρά­νος στὸ μέ­τω­πο, ἔ­δει­χνε σχε­τι­κὰ φυ­σι­κὸ καὶ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τὸ ἀρ­χι­κὸ ζη­τού­με­νο: ἔ­κο­βε χρό­νια. Χρό­νια ποὺ δὲν τὰ λυ­πή­θη­κε νὰ τὰ θυ­σιά­σει μο­νο­μιᾶς στὸν αἰ­μο­δι­ψῆ βω­μὸ τῆς νι­ό­της, δι­κά του χρό­νια καὶ κα­νε­νὸς ἄλ­λου, στιγ­μὲς καὶ ἀ­να­μνή­σεις ποὺ συ­νέ­θε­ταν τὴ ζω­ή του· δὲν πει­ρά­ζει εἶ­πε δυ­να­τὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὰν νὰ λο­γο­δο­τοῦ­σε, στὸ συρ­τά­ρι ἂς μποῦ­νε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα θὰ τὶς ξε­θά­ψω πά­λι. Σὲ ἕ­να δεύ­τε­ρο γύ­ρο ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη μπο­γιὰ πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ τὸ μου­στά­κι καὶ τὰ φρύ­δια ἐ­ξα­φα­νί­ζον­τας κά­θε γκρί­ζο ἴ­χνος κι ἔ­μει­νε τώ­ρα σί­γου­ρα μιὰ δε­κα­ε­τί­α ξα­να­νι­ω­μέ­νος νὰ ψα­λι­δί­ζει τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴ μύ­τη καὶ τὰ αὐ­τιά, ἕ­τοι­μος νὰ ξα­να­βγεῖ στὸν κό­σμο, τώ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­ε, ἔ­χον­τας νι­κή­σει τὴν ντρο­πὴ καὶ κα­τα­τρο­πώ­σει τὸ γῆ­ρας. Κι ἔ­τσι πε­ρή­φα­νος, μὲ τὴ γρα­βά­τα του σφι­χτο­δε­μέ­νη στὰ ὑ­ψί­πε­δα ἑ­νὸς χα­λα­ρω­μέ­νου λαι­μοῦ ποὺ ἔ­τρε­με χυ­λω­μέ­νος σὲ κά­θε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα, βγῆ­κε τὴ σαβ­βα­τι­ά­τι­κη βόλ­τα, περ­νών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς τα­βέρ­νες καὶ τὰ κα­φε­νεῖ­α τῆς πλα­τεί­ας μὲ τὸ μαῦ­ρο ση­μά­δι σύ­ρι­ζα στὸ μέ­τω­πο σὰν λα­βω­μα­τιὰ σκλη­ροῦ πο­λέ­μου, περ­πα­τοῦ­σε δί­πλα στὰ τρα­πέ­ζια τῶν μα­γα­ζι­ῶν κορ­δω­μέ­νος κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους ποὺ τι­τί­βι­ζαν πνι­χτὰ χά­χα­να γιὰ νὰ πε­ρά­σουν τὴν ὥ­ρα τους, «ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ φω­το­γρα­φί­α. Κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα ἡ νου­βέ­λα της Ὁ ἄν­θρω­πος σκύ­λος (ἐκ­δ. Πη­γή). Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὴν κό­ρη τους στὰ Χα­νιά.

https://www.pigi.gr/?product=anthrwpos-skylos

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Paul McCartney τὸ 2016.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου


ΑΡΘΕΝΟΝ πά­λιν ἔ­γνων ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις σακ­κο­φο­ροῦ­σαν ἐ­πὶ ἑ­ξα­ε­τί­αν καὶ ἐγ­κε­κλει­σμέ­νην, μη­δε­νὸς τῶν εἰς ἡ­δο­νὴν συν­τει­νόν­των λαμ­βά­νου­σαν· ἥ­τις ἐς ὕ­στε­ρον ἐγ­κα­τα­λει­φθεῖ­σα ὑ­περ­βο­λῇ ὑ­πε­ρη­φα­νί­ας πε­ρι­έ­πε­σε πτώ­σει. Καὶ ἀ­νοί­ξα­σα τὴν θυ­ρί­δα εἰ­σε­δέ­ξα­το τὸν ὑ­πη­ρε­τού­με­νον καὶ αὐ­τῷ συ­νε­φή­ρη ἐν τῷ μὴ κα­τὰ θε­ϊ­κὴν πρό­θε­σιν καὶ ἀ­γά­πην θε­οῦ ἐ­σχη­κέ­ναι τὴν ἄ­σκη­σιν, ἀλ­λὰ κα­τὰ σκη­νὴν ἀν­θρω­πί­νην, ὅ ἐ­στι κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Τῶν γὰρ λο­γι­σμῶν αυ­τῆς ἀ­πα­σχο­λη­θέν­των εἰς τὸ κα­τα­γι­νώ­σκειν τῶν ἄλ­λων, οὐκ ἦν ὁ φύ­λαξ τῆς σω­φρο­σύ­νης.


Γιὰ μιὰ παρ­θέ­να ποὺ ξέ­πε­σε

Ἐ­πί­σης γνώ­ρι­σα μιὰ παρ­θέ­να ποὺ φο­ροῦ­σε σάκ­κο κι ἦ­ταν κλει­σμέ­νη στὸ κελ­λί της γιὰ ἕ­ξι χρό­νια, καὶ τί­πο­τα δὲν ἐ­λάμ­βα­νε ποὺ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἡ­δο­νή. Αὐ­τὴ λοι­πὸν ἀ­φέ­θη­κε σὲ ὑ­περ­βο­λὴ ὑ­πε­ρη­φά­νιας καὶ πε­ρι­έ­πε­σε σὲ πτώ­ση. Κι ἄ­νοι­ξε τὴ θυ­ρί­δα καὶ δέ­χτη­κε αὐ­τὸν ποὺ τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον καὶ συ­νευ­ρέ­θη­κε, για­τὶ δὲν ἔ­κα­νε τὴν ἄ­σκη­ση σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ κι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη Θε­οῦ, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ φα­νεῖ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, πρᾶγ­μα ποὺ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Κι ἀ­φοῦ οἱ λο­γι­σμοί της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νοι στὸ νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς ἄλ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ὁ φύ­λα­κας τῆς σω­φρο­σύ­νης. [Μτφ.: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 162-163.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ἀλέξανδρος Ζάκκας: Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια



Ἀλέξανδρος Ζάκκας


Τὰ μαῦ­ρα νύ­χια


Ε ΤΑ ΠΕΝΙΧΡΑ οἰ­κο­νο­μι­κὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­ξει κα­λύ­τε­ρο δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων γιὰ τὴ Μά­ρα. Τῆς εἶ­χαν ξε­κα­θα­ρί­σει οἱ γο­νεῖς της πὼς δὲ θὰ τῆς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βά­ψει τὰ νύ­χια της προ­τοῦ κλεί­σει τὰ δε­κα­πέν­τε. Καὶ ἡ ὥ­ρα αὐ­τὴ εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους φτά­σει. Ἦ­ταν ἡ μό­νη στὴν τά­ξη της ποὺ δὲν τὴν ἄ­φη­ναν οἱ δι­κοί της, καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὴν ἐ­νο­χλοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο.

       Θὰ τὰ ἔ­βα­φε μαῦ­ρα κι ἂς μὴ συμ­φω­νοῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας της. «Δὲ θὰ μοῦ γί­νεις ἐ­μέ­να σα­τα­νί­στρια, φρι­κιό. Βά­ψ’ τα ρόζ, μπλέ, τό­σα χρώ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν. Ἀλ­λὰ μαῦ­ρα πο­τέ!»

       Δὲν εἶ­χε κα­μί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση στὸ συ­γκερι­μέ­νο χρῶ­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὸ ὅ­μως δὲ σή­μαι­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ κά­νει καὶ τὸ χα­τί­ρι. Ἡ Σό­νια, ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια τῆς μά­νας της, μά­ται­α προ­σπά­θη­σε νὰ τὴ με­τα­πεί­σει. Μιὰ κλαί­γον­τας, μιὰ φω­νά­ζον­τας καὶ ἀ­πει­λών­τας τὴν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει. «Θὰ θυ­μώ­σει πο­λὺ ὁ πα­τέ­ρας σου μό­λις τὰ δεῖ, καὶ τὸ ξέ­ρεις!»

       «Δὲ μὲ νοιά­ζει» τῆς τὸ ξέ­κο­ψε μιὰ καὶ κα­λὴ ἡ μι­κρή. «Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ δῶ­ρο μου καὶ δὲ θὰ μοῦ τὸ βγά­λουν ξι­νό…»

       Μὲ ὅ­λα τα σύ­νερ­γα ἁ­πλω­μέ­να στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­θι­στι­κοῦ ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια φρόν­τι­ζε σι­ω­πη­λὰ τὰ δά­χτυ­λα τῆς Μά­ρας, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι της σκρο­λά­ρι­ζε πά­νω-κά­τω στὴν ὀ­θό­νη τοῦ κι­νη­τοῦ της. Βι­α­ζό­ταν νὰ στεί­λει φω­το­γρα­φί­α τὰ νύ­χια της στὴν ὁ­μά­δα στὸ viber κι ἐ­πι­τέ­λους νὰ γί­νει καὶ κεί­νη ἰ­σό­τι­μο μέ­λος της. Ποῦ καὶ ποῦ ἔ­κα­νε καὶ κα­μιὰ τσι­χλό­φου­σκα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὁ πα­τέ­ρας της. Ἔ­γνε­ψε βα­ρι­ε­στη­μέ­να στὴ Σό­νια καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ φτιά­ξει κα­φέ. «Δὲν ἦρ­θε ἀ­κό­μα ἡ μά­να σου;» ρώ­τη­σε τὴ μι­κρή.

       «Θὰ κά­τσει ὑ­πε­ρω­ρί­α, μπαμ­πά. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο μοῦ ἔ­στει­λε SMS.» Μοῦ εἶ­πε πὼς δὲ θ’ ἀρ­γή­σει καὶ νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ κό­ψου­με τὴν τούρ­τα μου.»

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τε­λεί­ω­σε καὶ τὸ βά­ψι­μο τῶν νυ­χι­ῶν. Ἡ μι­κρὴ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νη κοι­τοῦ­σε καὶ ξα­να­κοι­τοῦ­σε τὰ χέ­ρια της. Φο­ρών­τας μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α τα κομ­μέ­να γάν­τια της, θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο στι­λά­κι. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε κι ἕ­να κρι­κά­κι στὴ μύ­τη, ἀλ­λὰ γι’ αὐ­τὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει πο­λὺ ἀ­κό­μα. Ἡ μα­νι­κι­ου­ρί­στρια, πάν­το­τε σι­ω­πη­λή, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της ρί­χνον­τας κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στὸν πα­τέ­ρα. Μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὸν κα­φὲ στὸ χέ­ρι του, τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε σβη­στὰ καὶ ἔ­σπευ­σε νὰ κλεί­σει τὸ φερ­μου­ὰρ τῆς τσάν­τας της. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ θρο­νι­ά­στη­κε στὸν γω­νια­κὸ κα­να­πὲ ἁρ­πά­ζον­τας τὸ κι­νη­τό του. Ἡ Μά­ρα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὰ νύ­χια της.

       «Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ρέ; Δὲν σοῦ εἶ­πα ὄ­χι μαῦ­ρα;»

       «Μά, μπαμ­πά, ἕ­να χρῶ­μα εἶ­ναι κι αὐ­τό. Τί σὲ πει­ρά­ζει τό­σο;»

       «Ἴ­δια ἡ μά­να σου εἶ­σαι! Κι ἐ­κει­νῆς ἄλ­λα τῆς λέ­ω κι ἄλ­λα κά­νει… Ἀλ­λὰ ξέ­ρω τί θέ­λε­τε καὶ οἱ δύ­ο. Νὰ σᾶς ἀ­φή­σω ἀ­μα­νά­τι καὶ νὰ φύ­γω…»

       «Καὶ νὰ πᾶς μα­ζί της; Λὲς νὰ μὴν ἔ­χω κα­τα­λά­βει;» ἔ­ρι­ξε τὴ βόμ­βα της ἡ μι­κρὴ δεί­χνον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὴν ἐμ­βρόν­τη­τη Σό­νια.

       Τὸ ξαφ­νι­κὸ χα­στού­κι τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της…

       Ἀ­πὸ τό­τε τὰ νύ­χια της εἶ­ναι πάν­το­τε μαῦ­ρα, κα­θὼς καὶ ἡ ψυ­χὴ τοῦ πα­τέ­ρα της πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι.



Ζάκ­κας Ἀ­λέ­ξαν­δρος (1969) ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος σὲ ἑ­ται­ρεί­α κι­νη­τῆς τη­λε­φω­νί­ας. Ἔ­χει γρά­ψει 2 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­νέκ­δο­τα ὣς τώ­ρα. Τοῦ ἀ­ρέ­σει ἡ ποί­η­ση, ἐ­κτι­μᾶ τὸ χι­οῦ­μορ καὶ τὴν κα­λὴ συν­τρο­φιά.