Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς: Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε



Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς


Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε


ΠΑΝΟΥΚΛΑ τρώ­ει τὸν φτω­χό, βρί­σκει καὶ τὸν πλού­σιο. Ἄν σοῦ τύ­χει ἡ Μαύ­ρη, δι­ά­κρι­ση δὲν κά­νει. Βγαί­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴ φά­κα τοῦ σπι­τιοῦ τους, τουμ­πα­νιά­ζουν στὶς ἄ­κρες καὶ στὶς μέ­σες των δρό­μων, ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος σπρώ­χνει μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ στυ­λιά­ρι ψό­ψια γα­τιὰ καὶ σκύ­λους, μω­ρὰ νε­κρὰ τῆς κού­νιας γιὰ νὰ ἀ­δειά­σουν τὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ να­οῦ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των, νὰ κα­θα­ρί­σει ὁ τό­πος, νὰ μπο­ροῦν κου­τσὰ-στρα­βὰ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ ἄρ­ρω­στοι πρὸς προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, ὄ­χι πρὸς για­τρειὰ τοῦ σώ­μα­τος, ἀλ­λὰ πρὸς σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς, ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν φο­βᾶ­ται ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος μή­πως κο­λ­λή­σει τὸ θα­να­τι­κό, ἕ­τοι­μος πάν­τα εἶ­ναι πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση γιὰ τὸν Πα­ρά­δει­σο, ἡ πύ­λη εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή του. Ἀ­φή­νει τὸν καν­τη­λα­νά­φτη, κου­τσό, τυ­φλὸ καὶ γέ­ρον­τα νὰ ἔ­χει τὸ νοῦ του στὴν εὐ­δο­κί­μη­ση τοῦ παγ­κα­ριοῦ καί, μὲ μιὰ πε­τσέ­τα βου­τηγ­μέ­νη στὸν ἁ­για­σμὸ νὰ κα­λύ­πτει τὸ πρό­σω­πό του, μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ στρί­βει στὴ γω­νί­α, στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τοῦ πι­τό­ρου Πλα­κω­τοῦ καὶ φω­νά­ζει: «Γε­ρά­σι­με, σὲ θέ­λω.»

       «Γε­ρά­σι­με», τοῦ λέ­ει, «τὸ σπί­τι σου ἐρ­γα­στή­ριο ὅ­που ζω­γρα­φί­ζεις τὸν οὐ­ρα­νό, τὴ θά­λασ­σα, τὰ μά­τια τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Τρο­παι­φό­ρων, τῶν Ὁ­σί­ων καὶ τῶν Μα­κα­ρι­σμέ­νων. Τὰ παι­διά σου ἑ­τοι­μο­θά­να­τα, θὰ προ­λά­βεις νὰ τὰ θά­ψεις, ὥ­σπου νὰ ἔρ­θει ἡ πα­νού­κλα νὰ σὲ πιά­σει. Σκέ­φτε­σαι, ὥ­σπου νὰ σὲ χτυ­πή­σει τὸ κα­κό, για­τί μπῆ­κε στὸ σπί­τι σου καὶ σκο­τώ­νει τὰ παι­διά σου; Τό­σα μά­τια ζω­γρα­φι­σμέ­να, τό­σα γέ­νεια μα­ζε­μέ­να, τό­σα πρό­σω­πα ἱ­ε­ρά, τό­σες ζω­γρα­φι­ὲς ποὺ δὲν ἔ­φε­ρες στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ εὐ­λο­γη­θοῦν, νὰ γί­νουν προ­στά­τες τοῦ λα­οῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου, ζη­τοῦ­σες πλη­ρω­μὴ γιὰ νὰ ἔ­χεις νὰ φᾶς, νὰ ἀ­γο­ρά­ζεις χρώ­μα­τα, νὰ πά­ρεις ἕ­ναν ντε­νε­κὲ νὰ ἀ­να­κα­τεύ­εις τὸ κά­του­ρό σου μὲ τὶς μπο­γι­ὲς νὰ βγαί­νει χρῶ­μα ἀ­στρα­φτε­ρό, Γε­ρά­σι­με ἁ­μάρ­τη­σες, ἔ­χεις πά­ρει τὸν κό­σμο στὸ λαι­μό σου, ποὺ πη­γαί­νει ἀ­λει­τούρ­γη­τος, ἀ­σα­βά­νω­τος, ἄ­κλαυ­τος. Νὰ κά­ψου­με λοι­πὸν αὐ­τὰ τὰ ὄρ­για, γο­νά­τι­σε, προ­σκύ­νη­σε, δῶ­σε τὴν ἔγ­κρι­σή σου».

       «Νὰ κα­ῶ ἐ­γώ», εἶ­πε ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τός, ὁ γνω­στὸς πι­τό­ρος. «Νὰ κα­ῶ ποὺ δὲν ζή­τη­σα τὴν ἄ­δεια τῆς Ἁ­γι­ο­σύ­νης νὰ τὴν ζω­γρα­φί­σω, νὰ κα­ῶ γιὰ νὰ μὴν τὸ ξα­να­κά­νω. Νὰ κα­ῶ μὲ τὴν εὐ­χή σου, Ἅ­γι­ε Πα­τέ­ρα, γιὰ νὰ ζή­σουν τὰ παι­διά μου μὲ συμ­βό­λαι­ο πὼς δὲν θὰ πιά­σουν πο­τὲ πι­νέ­λο καὶ χρώ­μα­τα νὰ ζω­γρα­φί­σουν τοῦ Ὕ­ψι­στου τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς ἐ­πὶ τῆς Γῆς». «Τὰ λό­για σὲ ἔ­χουν κά­ψει κι­ό­λας», ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος, «δὲν ἔ­χω τό­σα ξύ­λα ποὺ θὰ κά­ψουν ἄν­θρω­πο, φτά­νουν τὰ λί­γα ποὺ βρί­σκον­ται γιὰ νὰ κα­οῦν οἱ ζω­γρα­φι­ές. Νὰ κα­οῦν στὸν Με­γά­λο Δρό­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ναὸ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των γιὰ νὰ μὴν φτά­σει ὣς ἐ­κεῖ ἡ μο­λυ­σμέ­νη στά­χτη».

       Μα­ζεύ­τη­καν κου­τσοί, στρα­βοί, πολ­λοὶ βα­σα­νι­σμέ­νοι, κό­σμος, λα­ός, σα­ρά­βα­λα καὶ ἄρ­χον­τες σπου­δαῖ­οι, δή­μιος βαρ­βά­τος ἔ­ρι­ξε στου­πιὰ νὰ βγοῦν οἱ φλό­γες, τρεῖς μέ­ρες ρί­χναν στὴ φω­τιά, τρεῖς μέ­ρες δὲν και­γόν­ταν, τρεῖς μέ­ρες ἐ­βα­ρέ­θη­καν καὶ φῦ­γαν χορ­τα­σμέ­νοι, «ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν καί­γε­ται», εἶ­παν οἱ μορ­φω­μέ­νοι, «νὰ πέ­σει μέ­σα στὴ φω­τιὰ ὁ ἴ­διος ὁ πι­τό­ρος, τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ Δι­ά­ο­λος στὴν Κό­λα­ση νὰ πᾶ­νε».

       Δὲν ξέ­ρω τί ἀ­πό­γι­νε, δὲν γρά­φουν τὰ βι­βλί­α, ξέ­ρω πὼς ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τὸς ἔ­θα­ψε τὰ παι­διά του καὶ πῆ­ρε δρό­μο καὶ στρα­τί, στρα­τὶ καὶ μο­νο­πά­τι, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἐ­παίρ­να­γε λά­κι­ζε ἡ πα­νού­κλα, κα­θὼς μὲ ἕ­να πι­νέ­λο στὸ χέ­ρι ζω­γρά­φι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα. Ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­έ­ρα ἔ­χω στὸ δι­κό μου σπί­τι. Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε, τ’ ὄ­νο­μά σου.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Βαρ­βά­κει­ος Σχο­λὴ (1958). Licence des Lettres στὴ Σορ­βόν­νη (1968). Με­τα­πτυ­χια­κὰ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μον­πελ­λι­έ (1995-1997). Ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος (1961-1985). Σύμ­βου­λος ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (1985-). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1962 καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τὸ δο­κι­μια­κὸ ἔρ­γο του ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ σύγ­χρο­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­πως ἡ πο­λι­τι­κὴ τοῦ τρό­μου στὸν 20ὸ αἰ­ώ­να (Ὁ Φε­βρουά­ριος αἰ­ών), ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση ὣς τὶς μέ­ρες μας (Πα­ρα­μύ­θι τῆς λο­γο­τε­χνί­ας), οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ κο­μί­ζει ἡ τε­χνο­λο­γί­α στὴν ἀν­τί­λη­ψη τῆς προ­σω­πι­κῆς καὶ συλ­λο­γι­κῆς μνή­μης (Μνή­μη καὶ μνή­μη), ἡ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ἐ­ρω­τή­μα­τος τί; ὡς ὑ­πο­χρέ­ω­σης τοῦ σκέ­πτε­σθαι (Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἐ­κτὸς πλαι­σί­ου (Ἐκ­κρε­μές, 2018).

Εἰκόνα: Μωϋσῆς, ἔργο (1727-1728) τοῦ Ἱερώνυμου ἢ Γεράσιμου Πλακωτοῦ (περ. 1670-1728).


		
Διαφημίσεις

Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης: Βραδιάζει



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης


Βρα­διά­ζει


Κα­θέ­νας εἶ­ναι μό­νος στὴν καρ­διὰ τῆς γῆς
δι­α­πε­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου
κι ἔ­χει κι­ό­λας βρα­διά­σει.
S. Quasimodo

ΑΝΘΡΩΠΟΣ προ­χω­ρᾶ στὴν πα­ρα­λί­α, κά­θε τό­σο ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ δρό­μο, με­τὰ ξα­νὰ τὸ βλέμ­μα γυ­ρί­ζει στὴ θά­λασ­σα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἀ­κί­νη­τη, καὶ ἔ­τσι ὅ­πως τὸν τυ­λί­γει τὸ φῶς τῆς μέ­ρας ποὺ φεύ­γει, στὸ μυα­λό του ἔρ­χον­ται μι­σὲς κου­βέν­τες, εἰ­κό­νες τρυ­φε­ρές, ἐ­ρω­τι­κές, ἕ­νας ὦ­μος, μιὰ μέ­ση, ἕ­να στῆ­θος, ἕ­νας γλου­τός, γυ­ναι­κεῖ­α βλέμ­μα­τα ποὺ τρα­βά­ει ὅ­πως βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ἕ­να ἐ­νε­νήν­τα κα­λο­φτι­αγ­μέ­νος, ἡ ἀμ­μου­διὰ ποὺ βου­ΐ­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­σχέ­σεις. Πέ­ρα­σε τὸ Κα­λο­καί­ρι ἄ­δεια­σαν οἱ ἀμ­μου­δι­ές, χά­θη­καν εὐ­και­ρί­ες κι ἐ­κεῖ­νος νοι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ νὰ τὸν πο­θή­σουν.

       Ἡ μα­τιὰ του πιά­νει μιὰ λυ­γε­ρὴ σι­λου­έ­τα ποὺ πλη­σιά­ζει, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α του. Ἡ γυ­ναί­κα στα­μα­τά­ει, χαι­ρε­τά­ει, ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι στὸ μπρά­τσο του, ἡ εὐ­και­ρί­α του, τὴν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πα­λιά, ἴ­σως νὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα με­τα­ξύ τους, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, ὅ­σο πιὸ ἐ­πί­ση­μα γί­νε­ται, «θέ­λω νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ». Ἡ γυ­ναί­κα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι μι­λά­ει σο­βα­ρά, τοῦ λέ­ει, «δί­πλα εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου, ἔ­χεις παι­διὰ κι ἐγ­γό­νια καὶ τέ­λος πάν­των τί τοὺς θέ­λεις τοὺς γά­μους, πα­τη­μέ­να τὰ ὀ­γδόν­τα».

       Ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, περ­νά­ει δι­α­δρό­μους, σκά­λες, ὑ­πό­γεια, ψά­χνει κομ­μά­τια ζω­ῆς ποὺ τοῦ δι­α­φεύ­γουν, ἡ μα­τιά του ξα­να­γυρ­νά­ει στὴν θά­λασ­σα, βάρ­κες πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, γλι­στροῦν ἥ­συ­χα πά­νω στὸ νε­ρὸ κι ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἐ­πι­μέ­νει, δὲν ἔ­χει με­τα­κι­νη­θεῖ βῆ­μα, ἂς εἶ­ναι γιὰ λί­γο ὅ­σο κρα­τά­ει ἡ μπου­νά­τσα.



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­κα­ρί­α. Εἶ­ναι ψυ­χί­α­τρος καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός: «Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»



π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός


«Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»


ΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ: «Πρέ­πει πα­ρὰ τὸν πό­νο νὰ τρῶ­τε. Ἀ­κό­μα κ’ ἂν δὲν τὸ ἀν­τέ­χε­τε κα­θό­λου, κάν­τε μιὰ προ­σπά­θεια. Δὲν γί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς ἔ­τσι θἆ­ναι τὰ πράγ­μα­τα…»

       Κ’ ἔ­τσι ἦ­ταν. Πράγ­μα­τι, πρῶ­τα-πρῶ­τα εἶ­ν’ ἡ ἀ­νάγ­κη. Θέ­λεις νὰ φᾷς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ῶς – θὰ πέ­σῃς κά­τω! Βέ­βαι­α, ἡ ζέ­στη δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὰ βα­ριὰ κ’ ἑλ­κυ­στι­κὰ πιά­τα τῆς κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ὠ­φέ­λι­μης με­σο­γεια­κοῦ τύ­που κτη­νω­δί­ας, ἀ­νοί­γει ὡ­στό­σο —ἂν στὸ κά­δρο μέ­σα ὑ­πάρ­χῃ καὶ λί­γη θά­λασ­σα— τὴν ὄ­ρε­ξι, προ­κα­λών­τας ἕ­να γα­στρι­μαρ­γι­κό, ὀρ­γι­α­στι­κὸ αἰ­σθη­τή­ριο, συ­νο­δευ­μέ­νο πάν­το­τε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το πα­γω­μέ­νο λευ­κὸ κρα­σί. (Ὧ­ρες-ὧ­ρες δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­σι ὅ­τι τὸ φα­γη­τὸ εἶ­ναι μιὰ φτη­νὴ πρό­φα­σι γιὰ νὰ πί­νῃ κα­νεὶς ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀλ­κο­όλ, ἂν καὶ τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα καὶ ἡ μι­κρὴ προ­σω­πι­κὴ πεῖ­ρα τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο πι­θα­νό­τα­τα δὲν ἰ­σχύ­ῃ).

       Ἡ ἀ­νάγ­κη, λοι­πόν… Θὰ φᾷς! Για­τὶ ἂν δὲν φᾷς θὰ κα­ταρ­ρεύ­σῃς, γε­γο­νὸς ποὺ στὴν Ἀ­θή­να τοῦ 21ου αἰ­ῶ­να δὲν θὰ τρα­βοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα – θυ­μή­σου, ἂς ποῦ­με, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρε­ζό­νι ποὺ ἔ­πε­σε μπρὸς στὰ πό­δια σου στὴν Σό­λω­νος, ἐ­νῶ ἐ­σὺ συ­νέ­χι­ζες νὰ περ­πα­τᾷς περ­νών­τας σχε­δὸν ἀ­πὸ πά­νω του, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας πλη­θώ­ρα φτη­νῶν δι­και­ο­λο­γι­ῶν γι’ αὐ­τή σου τὴν κα­τὰ τ’ ἄλ­λα αὐ­τό­μα­τη, ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, τὴν τό­σο πε­ρι­φρο­νη­τι­κὴ κ’ ὅ­μως τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τό­σο —στὸ μυα­λό σου πάν­το­τε— δί­και­η. Στὴν Ἀ­θή­να, λέ­ω, δὲν θὰ ἔ­κα­νε σὲ κα­νέ­ναν ἐν­τύ­πω­σι, ὅ­μως στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­παρ­χί­α θὰ πυ­ρο­δο­τοῦ­σε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ἁ­λυ­σι­δω­τὲς ἀν­τι­δρά­σεις κ’ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­κρή­ξεις εἰ­κα­σι­ῶν καὶ ὑ­πο­θέ­σε­ων, ποὺ θὰ ξε­περ­νοῦ­σαν κά­θε προσ­δο­κί­α χα­λι­να­γώ­γη­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου Πη­γά­σου! Πρέ­πει νὰ φᾷς, ἑ­πο­μέ­νως… Εἰ­δάλ­λως, ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κα­τάρ­ρευ­σι!

       Καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, κ’ ἔ­πει­τα στέ­κεις, ἀ­να­σαί­νεις κ’ ἀ­να­μέ­νεις τὸ μοι­ραῖ­ο. Τὸν ἐγ­κέ­λα­δο ἐ­κεῖ­νον ποὺ σοῦ συ­στρέ­φει τὰ ὄρ­γα­να, σὰν φί­δια ποὺ μό­λις ἔ­χουν βγῇ ἀ­π’ τὴν κοι­λιὰ τῆς μά­νας τους (μιᾶς καὶ δὲν γεν­νοῦν ὅ­λα τὰ φί­δια ἀ­βγά· ὡ­ρι­σμέ­να εἴ­δη προ­σφέ­ρουν τὸ δω­ρο­μαρ­τύ­ριο τῆς ζω­ῆς σὲ ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­σι, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρους ζυ­γω­τὰ καὶ λοι­πὰ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὰ στά­δια). Στω­ϊ­κὰ πε­ρι­μέ­νεις τὴ σει­σμι­κὴ δό­νη­σι ποὺ ξαφ­νι­κὰ θὰ σκί­σῃ τὰ σπλά­χνα σου, ὅ­πως τὸ σκε­πάρ­νι τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να πυ­ρό­του­βλα, ὅ­πως τὸ κυρ­τὸ ράμ­φος τοῦ γυ­πα­ε­τοῦ ποὺ βυ­θί­ζε­ται κα­θ’ ἡ­μέ­ραν κ’ ἑ­σπέ­ραν στὸ προ­μη­θε­ϊ­κὸ ἧ­παρ. Με­γά­λο μυ­στή­ριο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, σκέ­φτε­σαι, ἐ­νῶ ἀ­να­μέ­νεις καρ­τε­ρι­κὰ τὴν ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ πό­νου ἀ­π’ τὸ κορ­μί σου. Μιὰ ἀ­πο­δρο­μὴ ποὺ ἀ­φή­νει ρωγ­μές, συν­τρίμ­μια, χα­λά­σμα­τα, ξέ­φτια ἀ­πὸ σο­φά­δες καὶ φλοῦ­δες ὑ­γρα­σί­ας ποὺ πέ­φτουν σὰν νυ­φι­κὰ πέ­πλα ἀ­π’ τὰ φου­σκω­μέ­να τα­βά­νια, ἐ­νῶ τὸ ἑ­πό­με­νο γεῦ­μα κα­ρα­δο­κεῖ, ἐ­κεῖ πέ­ρα, κρυμ­μέ­νο μέ­σα στὴ χα­μη­λὴ βλά­στη­σι, πε­ρι­μέ­νον­τας μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τό, τὸ γέ­ρι­κο πα­ρα­δο­μέ­νο ζῷ­ο τοῦ κορ­μιοῦ σου ποὺ μέ­νει πί­σω ἀ­π’ τὴν ὑ­πό­λοι­πη εὔ­ρω­στη ἀ­γέ­λη, ὥ­στε μὲ γρή­γο­ρα σάλ­τα νὰ τοῦ κα­τα­φέ­ρῃ τὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό, τὸ μοι­ραῖ­ο πλῆγ­μα.

       Κ’ οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη, δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό. Κ’ ἡ ἀ­νάγ­κη αὐ­τὴ δὲν παύ­ει, μέ­νει μό­νη-πρώ­τη ἐ­κεῖ, καρ­φι­τσω­μέ­νη στὴν ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξι ἑ­νὸς ἀ­τέ­λει­ω­του πό­νου ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κοι­νω­νη­θῇ μὲ τί­πο­τα. Στὸ λέ­νε καὶ στὸ ξα­να­λέ­νε: «Πρέ­πει νὰ τρῶ­τε, πά­τερ, κ’ ἂς πο­νᾶ­τε. Λί­γο, κά­τι ἐ­λά­χι­στο. Πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;» Κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς κλω­θο­γυ­ρί­ζουν στὸ μυα­λό σου, σαρ­κο­φά­γες σὰν ἐ­κεῖ­να τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια τῆς Αὐ­στρα­λί­ας ποὺ τό­σο σ’ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν στὸ πα­ρελ­θόν, ὅ­ταν τὰ πάν­τα σ’ ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­ξί­σου.

       Μὰ φυ­σι­κά, θὰ ξα­να­φᾷς – εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο. Τὸ ξέ­ρεις κ’ ἐ­σὺ πὼς θὰ κυ­λή­σῃς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Σή­με­ρα εἶ­ναι καὶ τῆς Πα­να­γί­ας κ’ εἶ­σαι κα­λε­σμέ­νος σὲ τρα­πέ­ζι. «Μὰ πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;».



Πηγή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γη­μά­των: Ἱ­στο­ρί­ες ἑ­νὸς ἐ­λά­χι­στου βί­ου.

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός (1982): Γεν­νή­θη­κε στὸ  Ὡ­ραι­ό­κα­στρο Θες/νί­κης καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Θε­ο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τῶν Ἀ­θη­νῶν καὶ τοῦ Tübingen. Ἐ­κά­ρη μο­να­χὸς τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2015, ἐκ­κι­νών­τας ἔ­κτο­τε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο στὶς χῶ­ρες τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἀ­σί­ας. Ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρεμ­βά­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες. Πλέ­ον ζεῖ μό­νι­μα στὴν Τα­σκέν­δη τοῦ Οὐζ­μπε­κι­στὰν φρον­τί­ζον­τας τὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ροι­κί­α.



		

	

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης


ΤΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ τοῦ 1948, σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη τῆς Ἑλ­λά­δας, ὅ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πρω­το­πῆ­γε σχο­λεῖ­ο μὲ πλά­κα καὶ κον­τύ­λι. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, γυρ­νών­τας σπί­τι, περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν κα­φε­τζῆ νὰ τοῦ δί­νει τὴν ἄ­χρη­στη ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, «γιὰ νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται τὸ παι­δὶ στὴν ἀ­νά­γνω­ση».

       Ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ φυ­λα­κή, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι ποὺ νὰ γνω­ρί­ζει γράμ­μα­τα. Μὰ τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, χά­ρη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, ἔ­μα­θε μέ­χρι τὰ Χρι­στού­γεν­να νὰ δι­α­βά­ζει νε­ρά­κι.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μη­τέ­ρας του, πρώ­τη δου­λειὰ μό­λις ἔ­φτα­νε σπί­τι, ἦ­ταν νὰ τὴν ἀ­νοί­ξει στὴ δεύ­τε­ρη σε­λί­δα καὶ νὰ δι­α­βά­σει με­γα­λό­φω­να τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἐ­κτε­λε­σμέ­νων. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, ἡ μη­τέ­ρα καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­ναν τὸν σταυ­ρό τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δέρ­φια του συ­νέ­χι­ζαν νὰ παί­ζουν.

       Στὸ τέ­λος τῆς σχο­λι­κῆς χρο­νιᾶς, ὁ ἔ­λεγ­χός του στὸ μά­θη­μα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­γρα­φε δέ­κα μὲ τό­νο. Στὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σα­νι­δέ­νιο βῆ­μα καὶ ἀ­πήγ­γει­λε φαρ­σὶ τὸ ποί­η­μα «Τί εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα μας…»

       Οἱ κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς περ­νοῦ­σαν μὲ σφεν­τό­νες, πε­τρο­πό­λε­μο καὶ κα­θη­με­ρι­νὴ ἀ­νά­γνω­ση τῆς δεύ­τε­ρης σε­λί­δας. Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου χτύ­πη­σε ἡ ἐ­ξώ­θυ­ρα. Μιὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, ἦρ­θε τρέ­χον­τας νὰ τοὺς φέ­ρει τὰ κα­λὰ μαν­τά­τα : «Τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος! Στα­μα­τοῦν οἱ ἐ­κτε­λέ­σεις! Τὸ εἶ­πε τὸ ρά­διο!»

       Ἡ μη­τέ­ρα ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτά τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι κι ἔ­πει­τα χώ­ρε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της ὅ­λα της τὰ παι­διά. Ἡ για­γιὰ ἔ­βα­λε τὴ χύ­τρα στὴ φου­φού, γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει χαλ­βα­δο­κου­τα­λι­ές, νὰ κε­ρά­σει τὶς γει­τό­νισ­σες.

       Τὸ ἄλ­λο με­ση­μέ­ρι τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πέ­ρα­σε ὅ­πως πάν­τα ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο. Οἱ τί­τλοι τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὶς ρα­δι­ο­φω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις. Ὁ ἐμ­φύ­λιος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Ἀ­πὸ συ­νή­θεια τὸ παι­δὶ γύ­ρι­σε σε­λί­δα κι ἀν­τί­κρι­σε τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κτε­λέ­σεις. Ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἄ­νε­τα, κα­θα­ρά, μὲ ἄ­ρι­στη ἄρ­θρω­ση, ὥ­σπου ἔ­φτα­σε στὸ δι­κό του ἐ­πί­θε­το.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Σὲ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἐ­τῶν με­τοί­κη­σε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ 1966 πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­πο­χέ­ς τοῦ Ἄγ­γέ­λου Τερ­ζά­κη μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕντεκα γράμ­μα­τα κι ἕ­να ὑ­στε­ρό­γρα­φο». Ξε­κί­νη­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ κα­ρι­έ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κό­πη­κε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια συ­νί­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Ρόμ­βος καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο. Τὸ 1972 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Ὁ Δρα­πέ­της στὸ Δέν­τρο. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Οἱ σα­ράν­τα τρεῖς σι­ω­πές (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος, 2018).



		

	

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα


ΟΤΕ δὲν κά­να­με με­γά­λη ζω­ή. Γιὰ ἐ­μᾶς μι­κρὴ ὑ­πῆρ­ξε πάν­το­τε. Χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει πὼς δὲν εἴ­χα­με τὶς χα­ρὲς ἢ τὶς λύ­πες μας. Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ γρα­φοῦν ὁ­λό­κλη­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Μι­κρὲς γιὰ νὰ ἀν­τι­στοι­χοῦν σὲ μι­κρὲς ἐμ­πει­ρί­ες. Ἢ ἔ­στω στὴ μι­κρό­τη­τα ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξαν ὅ­σοι τὶς γρά­φουν καὶ τὶς δι­α­βά­ζουν.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν καὶ ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀλ­λὰ σὲ ποι­ό χῶ­ρο δὲν ὑ­πάρ­χουν; Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἄ­θλιοι κρι­τι­κοί, χει­ρό­τε­ροι ἀ­να­γνῶ­στες;

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς λό­γος; Μι­λῶ ἐκ μέ­ρους τῶν συ­να­δέλ­φων. Εἶ­ναι αὐ­τὸ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ μᾶς βά­ζουν ὅ­λους στὸ στό­χα­στρο; Για­τί, μιὰ ζω­ὴ μᾶς κα­τα­δί­ω­ξαν χω­ρὶς ἔ­λε­ος. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν κά­πως βελ­τι­ω­θεῖ τε­λευ­ταῖ­α.

       Ἔ­χου­με ὑ­πο­στεῖ τὰ μαρ­τύ­ρια τοῦ νε­ροῦ, καυ­τοῦ καὶ πα­γω­μέ­νου, τὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς φω­τιᾶς, τοῦ χώ­μα­τος καὶ τοῦ ἀ­έ­ρα, στρα­τι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρες ὅ­σων βά­ζουν νὰ μᾶς κυ­νη­γοῦν, χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σου­με. Για­τί, ὅ­που καὶ ἂν πᾶ­με ἐ­πι­βι­ώ­νου­με. Σὲ κλί­μα τρο­πι­κὸ ἢ πο­λι­κό, σὲ ἄ­πλε­το φῶς ἢ στὸ δια­ρκὲς σκο­τά­δι.

       Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὴν τρο­φή τους. Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἀ­να­στή­σουν ἀ­πο­γό­νους. Ἂς ἔ­χου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες συμ­βί­ω­σης ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­φεύ­γει στὴ ζω­ή.

       Καὶ τί νὰ πῶ ποὺ τό­σα χρό­νια ζή­σα­με κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι σὲ μιὰ ἀ­ό­ρα­τη ὕ­παρ­ξη; Ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λαν ἢ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς δοῦν. Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες γιὰ ὅ­σους δὲν βλέ­πουν οὔ­τε τὸν ἑ­αυ­τό τους. Ἂς φαί­νον­ται λι­γό­τε­ρα τὰ χρό­νια γιὰ ἐ­μᾶς ποὺ ἡ φύ­τρα μας πά­ει μα­κριά. Τώ­ρα γνέ­φου­με σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ μᾶς κοι­τά­ζουν μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γυα­λιά.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πὼς δὲν πε­ρά­σα­με κα­λά. Τα­ξι­δέ­ψα­με παν­τοῦ, σχε­δὸν μὲ κά­θε μέ­σο. Μπή­κα­με σὲ κά­θε σπί­τι. Σὲ χώ­ρους κλει­στοὺς καὶ ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­ω­τι­κὲς στιγ­μές. Ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ζω­ή, δώ­σα­με τὸ πα­ρών. Χω­ρὶς νὰ φαι­νό­μα­στε.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν χρει­ά­ζον­ται συγ­κι­νή­σεις σὲ μι­κρό­βια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Ἀν­τι­πρό­ε­δρος γιὰ δι­ε­θνεῖς σχέ­σεις. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.



		

	

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α: Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α


Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


ΕΛΕΙ νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔρ­χον­ται σύμ­φω­να μὲ τὰ μέ­τρα του τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του, τὰ κα­λο­δέ­χε­ται. Ἂν εἶ­ναι ἀ­σύμ­φω­να μὲ αὐ­τά, ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ τὰ δι­ορ­θώ­νει στὴ μνή­μη του.

       Ἔ­χει ὡ­ραί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­λή του. Δὲ θέ­λει μὲ τί­πο­τα νὰ τὴ χα­λά­σει. Μὰ τυ­χαί­νει νὰ συ­ναν­τή­σει μιὰ κο­πέ­λα ποὺ τοῦ ξυ­πνᾶ τὴν πε­ρι­έρ­γεια. Ποι­ά εἶ­ναι; Πῶς ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τό­σο μο­να­δι­κή; Ἂν τὴ χά­σει, ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ μά­θει πῶς ἔ­φτα­σε νὰ εἶ­ναι τό­σο γνή­σια, τό­σο ἀ­συμ­βί­βα­στη, μὰ δὲ θὰ μά­θει ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γί­νει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος. Καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ πα­ρα­κάμ­ψει κα­νεὶς τέ­τοι­α στιγ­μή. Τῆς λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ τὴ γνω­ρί­σει. Τὸ λέ­ει μὲ τό­σο πά­θος ποὺ ἡ κο­πέ­λα δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι κά­τι σο­βα­ρὸ συμ­βαί­νει. Καὶ γί­νον­ται ζευ­γά­ρι τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, ξε­χνών­τας τὸν κό­σμο.

       Πῶς νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­ταν, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­λή του; Φτιά­χνει στὸ νοῦ του μιὰν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ποὺ δὲ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ πα­ρὰ λί­γες ὧ­ρες. Χώ­ρι­σε χτὲς τὸ βρά­δυ. Ἕ­νας ἔ­ξυ­πνος ἄν­θρω­πος βρί­σκει πάν­τα μιὰν αἰ­τί­α χω­ρι­σμοῦ. Καὶ τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ συ­νάν­τη­σε τὴ μο­να­δι­κὴ και­νού­ρια κο­πέ­λα. Γιὰ νὰ ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ δι­ο­λί­σθη­ση χρό­νου, τὴ δι­η­γεῖ­ται στὸν κολ­λη­τό του, καὶ στὴν ἐ­πι­στή­θια φί­λη τῆς χτε­σι­νῆς κα­λῆς του, καὶ στὸν πα­τέ­ρα του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ πάν­τα σὰν σὲ ἔμ­πι­στο φί­λο. Τώ­ρα στέ­κει πά­λι ἀ­κέ­ραι­ος στὴν κρί­ση του, ἄ­μεμ­πτος στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

       Ἂν δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἄ­με­σα τὴν πρὶν κα­λή του, τὸ κα­τα­χω­ρεῖ στὰ ὑ­πέρ του. Πρέ­πει νὰ τῆς δώ­σει χρό­νο νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ. Τῆς ζη­τὰ τὰ κλει­διὰ τῆς φω­λιᾶς τους μὲ κά­ποι­ο πρό­σχη­μα, ἢ φεύ­γει μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι. Δὲν εἶ­ναι βάρ­βα­ρος. Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὰ ὅ­ριά του. Θὰ σε­βα­στεῖ τὸ ὅ­ρια τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του, τοῦ πρὶν και­ροῦ. Αὐ­τὸ δὲ λέ­γε­ται ἐ­ξα­πά­τη­ση. Λέ­γε­ται τρυ­φε­ρὴ κα­τα­νό­η­ση. Τὰ πάν­τα ρεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μποῦ­με δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ ἴ­διο πο­τά­μι. Αὐ­τὰ τὰ ἤ­ξε­ραν οἱ σο­φοί μας πρό­γο­νοι. Τώ­ρα εἶ­ναι και­νού­ρια ὥ­ρα, και­νού­ριος πο­τα­μός.

       Μὰ ἡ ζω­ὴ μας εἶ­ναι χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι στιγ­μές. Θὰ φα­νεῖ στὸν ὁ­ρί­ζον­τα κά­πο­τε, σὰν ἀ­στρα­πή, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει, μὲ κά­θε νευ­ρώ­να, μὲ κά­θε μό­ριό του, ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σει ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, για­τὶ μό­νο κον­τά της θὰ γνω­ρί­σει τὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ δι­ο­λι­σθή­σει τὸ χρό­νο, νὰ χω­ρί­σει χτές, πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν και­νού­ρια συ­νάν­τη­ση. Ἀ­κα­ρια­ῖα, πεί­θει τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴν πρέ­που­σα ἀλ­λη­λου­χία. Καὶ βγαί­νει πά­λι νι­κη­τής, μὲ ἀ­λώ­βη­τη τὴν κα­λή του ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Εἶ­ναι δρ. Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ 49 βι­βλί­α της: 10 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, 23 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ 16 θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἐ­νή­λι­κες καὶ γιὰ νέ­ους. Πολ­λὰ ἔρ­γα της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ, δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἢ ἐκ­δο­θεῖ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, κι ἔ­χουν παι­χτεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ στὸ θέ­α­τρο, στὴ χώ­ρα μας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἡ ἴ­δια ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Δι­δά­σκει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ θέ­α­τρο. Δι­ευ­θύ­νει τὸ Θε­α­τρι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Νέ­ας Σμύρ­νης. Συ­χνὰ συμ­με­τέ­χει σὲ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια. Ἀ­πὸ τὸ 1996 ὀρ­γα­νώ­νει στὴν Ἑλ­λά­δα κά­θε δύ­ο χρό­νια δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια θε­α­τρο­λο­γί­ας ὡς πρό­ε­δρος Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­α­τρι­κῆς Ἔ­ρευ­νας στὴν Ἑλ­λά­δα. Εἶ­ναι Πρό­ε­δρος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Forum Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων τοῦ Ι.Τ.Ι. τῆς UNESCO. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πό­τε θὰ φα­νεῖ ἡ Φα­νή (Ἄγ­κυ­ρα, 2010).