Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Πάρκο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Πάρ­κο


ΑΝΗΦΟΡΑ σὲ ἐ­ξάν­τλη­σε, μό­λις ἔ­φτα­σες, κι ἔ­χεις στα­θεῖ σὲ μί­αν ἄ­κρη νὰ ξα­πο­στά­σεις. Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι στὸ ψη­λό­τε­ρό του ση­μεῖ­ο καὶ σὲ τυ­φλώ­νει κα­θὼς ψά­χνεις τοὺς δι­κούς σου σὰν παι­δὶ μι­κρὸ πού ’­χει χά­σει τὸν δρό­μο του – κι ἔ­χεις πα­τή­σει τὰ τριά­ντα. Δρο­σί­ζεις τὸ μέ­τω­πό σου μὲ λί­γο ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ποὺ κου­βα­λᾶς στὴν πλά­τη καὶ συ­νε­χί­ζεις. Φτά­νεις στὴν οὐ­ρὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ σερ­βι­ρι­στεῖ καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν βλέ­πεις ὁ­λο­ζών­τα­νο νὰ στέ­κε­ται μπρο­στά σου καὶ μει­λί­χιος νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴ σει­ρά του. Ἔ­χει πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια. — Θὰ προ­χω­ρή­σε­τε ἐ­πι­τέ­λους; Τί θὰ γί­νει; — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀ­φαι­ρέ­θη­κα. Λί­γο πιὸ πέ­ρα κά­τι ἄλ­λα γε­ρον­τά­κια μό­λις πῆ­ραν τὸ κρα­σί τους καὶ τὸ πᾶ­νε στὰ παι­διά τους, στὰ ἐγ­γό­νια καὶ στοὺς φί­λους. Ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βα­τρα­χο­πέ­δι­λα περ­νᾶ ἀ­πὸ μπρο­στά σου. «Μὴν τὰ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι», λέ­ει, «ἄ­κου­σα στὶς εἰ­δή­σεις πὼς θ’ ἀ­νέ­βει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ τὶς ἑ­πό­με­νες ὧ­ρες». «Λέ­τε νὰ βυ­θι­στοῦ­με;», τῆς ἀ­παν­τᾶς χα­μο­γε­λών­τας, καὶ συ­νε­χί­ζεις τὴ βόλ­τα σου ἀ­νά­με­σα στὶς λεῦ­κες καὶ στὶς πα­ρέ­ες πού ’­χουν στρώ­σει τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα στὸ χῶ­μα, καὶ σκέ­φτε­σαι τὸν χρό­νο – πῶς κυ­λᾶ, τὴ ζω­γρα­φιὰ ποὺ ὅ­λο ἀλ­λά­ζει χρώ­μα­τα, τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ κον­τά, τὶς γι­ορ­τὲς ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ γι­ορ­τές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος

 

ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ τε­λεί­ω­νε τὸ δε­ξί του χέ­ρι. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν βι­δω­μέ­νο τὸ δρε­πά­νι. Κά­θε μέ­ρα, κα­θι­σμέ­νος στὸ βα­θὺ θρό­νο, κα­λοῦ­σε τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν νὰ γο­να­τί­σου­νε μπρο­στά του. Τό­τε ση­κω­νό­ταν καὶ τοὺς θέ­ρι­ζε, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν μά­θει νὰ ὑ­πο­κλί­νον­ται σω­στά. Κά­θε πρω­ὶ τοὺς θέ­ρι­ζε καὶ κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ὑ­πέ­γρα­φε μὲ τὸ χρυ­σό του στυ­λο­γρά­φο ἐ­πι­στο­λὲς κι ἐ­πι­τα­γές. Ἤ­τα­νε ἕ­νας φο­βε­ρὸς ἀρ­χάγ­γε­λος. Μο­νά­χα στὸ θε­ὸ ἔ­βγα­ζε τὸ πη­λί­κιο καὶ μὲ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση δι­ά­πλα­τα τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα νὰ πε­ρά­σει. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἤ­θε­λε ἰ­δι­αί­τε­ρα νὰ τὸν ὑ­πο­χρε­ώ­σει, τοῦ χά­ρι­ζε ται­νί­ες πορ­νο­γρα­φι­κές, ὅ­που πα­ρὰ φύ­σιν ἀ­σελ­γοῦ­σε σὲ βά­ρος τῶν μι­κρῶν ἡ­ρώ­ων τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν, μὲ προ­τί­μη­ση τὸ Δα­βὶδ Κό­περ­φιλντ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ κα­τα­κόμ­βες (πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, 1975).

Λί­α Με­γά­λου–Σε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­έ­ξι βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ξέ­νες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ καὶ ἡ ἴ­δια μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τὸ 2001 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ἰ­πεκ­τσὶ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Σὰν τὸ με­τά­ξι (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1996).


Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Χρῖστος Δάλκος: Ζήτω ὁ ἥλιος



Χρῖστος Δάλκος


Ζήτω ὁ ἥλιος


ΕΡΝΑΩ συ­χνά, εἴ­τε μέ τό αὐ­το­κί­νη­το, εἴ­τε μέ τά πό­δια, ἀ­πό τή γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα. Τί ἐ­στί Καρ­πού­ζας; Καρ­πού­ζας ἐ­στί ἕ­νας πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής ἀπ᾿ τό Δη­μο­τι­κό. Τόν ἔ­βλε­πα συ­χνά πα­λι­ό­τε­ρα ἀλ­λά δέν τοῦ ἔ­δι­να γνω­ρι­μί­α, κα­τά πᾶ­σαν πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τός δέν θά μέ θυ­μό­ταν, ἴ­σως κι ἐ­γώ δέν θά τόν θυ­μό­μουν ἄν δέν τόν εἶ­χα συν­δέ­σει μέ μιάν ἀ­νά­μνη­ση.

       Εἴ­μα­στε στήν Πέμ­πτη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, στίς ἀ­παρ­χές τῆς ἄ­νοι­ξης, κι οἱ δά­σκα­λοι μᾶς λέ­νε πώς αὔ­ριο, ἄν κά­νῃ κα­λό και­ρό, θά πᾶ­με ἐκ­δρο­μή. Ἡ μέ­ρα περ­νά­ει μέ­σα σέ μιά γλυ­κειά προ­σμο­νή πώς αὔ­ριο, λέ­ει, θά εἶ­ναι χα­ρά θε­οῦ.

       Καί τί πι­κρή ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, τό πρω­ί τῆς ἄλ­λης μέ­ρας, πού μπλά­βα σύν­νε­φα ἔ­χουν σκε­πά­σει τόν οὐ­ρα­νό καί τόν ἥ­λιο, κι ἐ­μεῖς σκόρ­πιοι πε­ρί­λυ­ποι στό προ­αύ­λιο, νά κυτ­τᾶ­με πά­νω ψη­λά, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἀ­πό μέ­σα μας νά σκά­σῃ μύ­τη ὁ ἥ­λιος, νά δι­ώ­ξῃ ὡς διά μα­γεί­ας τά σύν­νε­φα, ἐ­κεῖ, πέν­τε λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, ἔ­χου­με ἀ­κό­μα λί­γο και­ρό, ὅ­λα μπο­ροῦν νά συμ­βοῦν!

       Καί νά πού δυ­ό λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, μιά χλο­μή ἡ­λι­α­χτί­δα, φορ­τω­μέ­νη ὅ­λες τίς παι­δι­κές ἐλ­πί­δες, ξε­πρό­βα­λε γιά λί­γο μέ­σα ἀπ᾿ τά βα­ριά σύν­νε­φα. Τά μα­θη­τού­δια στή­σα­νε πα­νη­γύ­ρι τρε­λό κι ἀρ­χί­σα­νε νά κραυ­γά­ζου­νε τήν γνώ­ρι­μη ἰα­χή: Ἐ-κδρο-μή! Ἐ-κδρο-μή!

       Μά ἐ­γώ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐ­τά θυ­μᾶ­μαι μό­νο τόν Καρ­πού­ζα: Χο­ρο­πη­δοῦ­σε σάν τρε­λός, μέ μιά ἄ­φα­τη χα­ρά στό πρό­σω­πό του καί λές κι ἡ εἰ­κό­να του, μέ φόν­το τήν ἀ­ναι­μι­κή ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κι­νη­τεῖ γιά χρό­νια στό μυα­λό μου, τά πό­δια του λυ­γι­σμέ­να κι αἰ­ω­ρού­με­να στόν ἀ­έ­ρα, τά χέ­ρια του ὑ­ψω­μέ­να θρι­αμ­βι­κά, τό γέ­λιο του, γέ­λιο παι­διοῦ πιό λαμ­πε­ρό κι ἀ­πό τόν ἥ­λιο, τήν ὥ­ρα πού κραύ­γα­ζε: «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Δέν πή­γα­με βέ­βαι­α ἐκ­δρο­μή αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα, πή­γα­με τήν ἑ­πό­με­νη πού ᾿χε ξα­στε­ριά, ὅ­μως δέν ἦ­ταν τό ἴ­διο, ἔ­λει­πε ἐ­κεί­νη ἡ γλύ­κα τῆς προ­σμο­νῆς καί ἡ πί­κρα τῆς δι­ά­ψευ­σης.

       Ἔ­κτο­τε, πάν­τως, κά­θε φο­ρά πού πέρ­να­γα, ἀ­κό­μα καί με­γά­λος, ἀ­πό τήν γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα, ἔ­λε­γα ἀ­πό μέ­σα μου: «Γειά σου ρέ Καρ­πού­ζα, Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Ὥ­σπου μιά μέ­ρα, πρίν δυ­ό χρό­νια, εἶ­δα στήν κο­λώ­να τῆς γει­το­νιᾶς του ἕ­να κη­δει­ό­ση­μο πού γνω­στο­ποι­οῦ­σε τόν θά­να­το τοῦ προ­σφι­λοῦς πα­τέ­ρα, θεί­ου καί ἀ­δελ­φοῦ Γιά­ννη Καρ­πού­ζα. Ἀμ­φι­βάλ­λω ἄν κά­ποι­ος ἀπ᾿ τούς συμ­μα­θη­τές μου τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ θυ­μό­ταν —ἤ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει— ἐ­κεί­νη τήν σκη­νή τοῦ «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!», καί δέν ξέ­ρω ἄν τήν θυ­μό­ταν στήν κα­το­πι­νή του ζω­ή κι ὁ ἴ­διος ὁ Καρ­πού­ζας.

       Αὐ­τό ὅ­μως πού μπο­ρῶ νά πῶ μέ σχε­δόν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πώς σί­γου­ρα δέν θά τή θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης: Εσπερινό



Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης


Ἑ­σπε­ρι­νό


ΣΩΤΗΡΗΣ τριά­ντα τεσ­σά­ρων, φορ­τη­γα­τζῆς χρό­νια ἄ­νερ­γος. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της σα­ράν­τα πέν­τε, φύ­λα­κας ἀ­να­σφά­λι­στος σὲ μιὰ μάν­τρα. Εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ δυ­ὸ τὴν πρώ­τη μὲ δε­κα­εν­νιά, δευ­τέ­ρα τώ­ρα ἀρ­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, θὰ τό ’­βγα­ζαν, ἔ­λε­γαν, ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὸ Γυ­μνά­σιο.

       Ὁ κα­βγὰς ἔ­γι­νε γιὰ τὸ ἀ­που­σι­ο­λό­γιο. Δε­κα­εν­νιὰ μὲ δε­κα­εν­νιά, ἁρ­πά­χτη­καν ποι­ός θὰ τὸ πά­ρει, ση­κώ­νει ὁ Σω­τή­ρης μιὰ κα­ρέ­κλα νὰ τὴ φέ­ρει στὸ κε­φά­λι τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη, τὴν κο­πα­νά­ει μὲ τὴ γρο­θιά του αὐ­τός, πά­ει τὸ δα­χτυ­λά­κι του τὸ δε­ξί.

       Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ βά­λα­νε νάρ­θη­κα, ἀ­πο­σπα­στι­κὸ κά­ταγ­μα. Ἐ­νη­με­ρώ­νει γυ­ρί­ζον­τας ὅ­τι δὲν θὰ πά­ει τὸ πρω­ῒ στὴ δου­λειὰ λό­γῳ ἀ­τυ­χή­μα­τος, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­νάρ­θεις, τοῦ ἀ­παν­τᾶ­νε.

       Στὸν Σύλ­λο­γο τὴν ἑ­πό­με­νη, μᾶς εἴ­πα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε λά­θος τους καὶ δὲν θὰ τὸ ξα­να­κά­νουν. Δώ­σα­νε καὶ τὰ χέ­ρια μπρο­στά μας, ὁ Πα­να­γι­ώ­της τὸ ἀ­ρι­στε­ρό. Τοὺς ρί­ξα­με τρι­ή­με­ρη ἀ­πο­βο­λή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης (Κο­μο­τη­νή, 1967). Εἶ­ναι φι­λό­λο­γος, ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν παι­χτεῖ στὸ θέ­α­τρο. Βι­βλί­α του: Χοι­ρι­νὸ μὲ λά­χα­νο, (Κέ­δρος, 2004), Τὸ χαρ­τό­κου­το (Πα­τά­κης, 2015), Τυ­χε­ρό (Πα­τά­κης, 2017), κ.ἄ.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.