Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


papathanasopoulosgiorgos-igorgonatoubounou-eikona-01


Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΠΟΥ ΤΡΙΑ ΜΙΛΙΑ ἀ­νοι­χτὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ στὸ Μπο­χώ­ρι στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Εὔ­η­νου, μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ νύ­χτα, ἕ­να τη­νια­κὸ Μπάρ­κο Μπέ­στια μὲ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτὰ θα­λασ­σό­λυ­κους πλή­ρω­μα καὶ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα κα­νό­νια, πλεύ­ρι­σε τὸ πει­ρα­τι­κὸ τὸ Σιρ­κου­ί, τὸ μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὶς κα­νο­νι­ὲς κι ἔ­ρι­ξε κά­βους στὴν πρύ­μνη μὲ γάν­τζους καὶ τὸ τρά­βη­ξε κον­τὰ καὶ πή­δη­ξαν ἀ­πά­νω οἱ νη­σι­ῶ­τες μὲ στι­λέ­τα καὶ τσε­κού­ρια κι ἔ­γι­νε τρο­με­ρὴ μά­χη σῶ­μα μὲ σῶ­μα μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς σκό­τω­σαν ὅ­λους, χά­νον­τας καὶ αὐ­τοὶ δε­κα­τρεῖς ἄν­τρες. Δύ­ο μό­νο σώ­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­τὲς ὁ Θα­νά­σης ἀ­πὸ τὸ Ὀ­ρει­νὸ τῶν Κρα­βά­ρων κι ὁ Χου­ὰν ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Καρ­θα­γέ­νη. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ τὸ πουγ­γὶ γε­μά­το χρυ­σὲς λί­ρες, ποὺ εἶ­χε ἐν­θυ­λα­κώ­σει ἀ­πὸ τοὺς κούρ­σους, κρε­μα­σμέ­νο στὸ σβέρ­κο, πρό­λα­βε κι ἔ­ρι­ξε μιὰ λάν­τζα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη τὴν κά­πως ἀ­θέ­α­τη καὶ σκο­τει­νὴ πλευ­ρὰ τοῦ Σιρ­κου­ί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἔ­γει­ρε νὰ βυ­θι­στεῖ καὶ γλί­στρη­σε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ κου­πιὰ ἔ­βα­λε πλώ­ρη γιὰ τὴν ἀ­κτή. Ὁ Χου­άν, ποὺ γιὰ νὰ σω­θεῖ σκαρ­φά­λω­σε στὸ κα­τάρ­τι, βού­τη­ξε ἀ­πὸ ψη­λὰ στὰ νε­ρά, κο­λύμ­πη­σε γρή­γο­ρα καὶ πι­ά­στη­κε μὲ τὸ δε­ξὶ στὴν πλευ­ρὰ τῆς βάρ­κας καὶ φώ­να­ξε «ayuda colega». Ὁ Θα­νά­σης σή­κω­σε ψη­λά το κου­πὶ καὶ τοῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν γαν­τζω­μέ­να στὸ ξύ­λο κι ἔ­μει­νε ὁ Χου­ὰν στὸ νε­ρὸ νὰ τὸν φά­νε τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. «Ἄ­ϊ στὸ δι­ά­ο­λο βρο­μό­σκυ­λο», εἶ­πε ὁ Θα­νά­σης κα­θὼς κα­τέ­βα­ζε μὲ δύ­να­μη τὸ κου­πί.

       Μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ τὰ κου­πιὰ βγῆ­κε στὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ δέλ­τα, ξε­θε­ω­μέ­νος, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα καὶ τὴ στέ­ρι­ω­σε στὴν ἄμ­μο κι ἔ­πε­σε ἀ­νά­σκε­λα καὶ κοι­μή­θη­κε. Βγῆ­καν τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα οἱ γορ­γό­νες κι ἔ­παι­ζαν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν με­λω­δι­κά, ἐ­κεῖ στὶς ξέ­ρες, ποὺ σμί­γουν τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ μὲ τ΄ ἁλ­μυ­ρὰ τῆς θά­λασ­σας καὶ ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης κι ἔ­δω­σε ἕ­να σάλ­το κι ἔ­πι­α­σε μιὰ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γορ­γό­να, ποὺ εἶ­χε πλη­σιά­σει στὰ ρη­χά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἔ­φευ­γαν τρο­μαγ­μέ­νες. Τῆς ἔ­δε­σε τὰ λε­πτά της τὰ χέ­ρια πί­σω καὶ τὴν κρά­τη­σε σὲ ὁ­μη­ρί­α. Αὐ­τὴ ἔ­κλα­ψε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει, ἀλ­λὰ ὁ Θα­νά­σης ἦ­ταν σκλη­ρὸς πει­ρα­τὴς καὶ δὲν τὴ λευ­τέ­ρω­σε.

       Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἔ­ρι­ξε τὴ γορ­γό­να στὴ λάν­τζα μπῆ­κε στὸ πο­τά­μι καὶ προ­χώ­ρη­σε κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, πέ­ρα­σε τὴ γέ­φυ­ρα Μπα­νιά, τὴν Πεί­να, τὸ Κα­ρέ­λι, τὸ το­ξω­τὸ γε­φύ­ρι τῆς Ἀρ­το­τί­βας κι ἔ­φτα­σε στὸ Βαλ­τσό­ρε­μα στὸ νε­ρό­μυ­λο. Ὁ μυ­λω­νὰς τὸν βο­ή­θη­σε νὰ δέ­σει τὴ βάρ­κα καὶ νὰ βγά­λει τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να ἔ­ξω. Τὸν φί­λε­ψε τὸ Θα­νά­ση ζε­στὸ ψω­μὶ καὶ τσί­που­ρο καὶ τοῦ ΄στρωσε, πα­ρέ­κει, ἕ­να ἀ­χυ­ρό­στρω­μα καὶ κοι­μή­θη­κε. Ὁ πο­νό­ψυ­χος ὁ μυ­λω­νὰς ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ κι ἄ­φη­σε τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να νὰ μπεῖ λί­γο στὸ νε­ρὸ στὴν κά­λα­νη τοῦ μύ­λου, ἀλ­λὰ τὸ στοι­χει­ὸ βρῆ­κε τὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κο­λύμ­πη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ ρεῦ­μα, βγῆ­κε στὴ δέ­ση καὶ μ΄ ἕ­ναν πῆ­δο χά­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης, ἔ­δει­ξε λί­γο πει­ραγ­μέ­νος, ποὺ δὲν βρῆ­κε τὴ γορ­γό­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δὲν ἔ­δω­σε συ­νέ­χεια. Ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ χω­ριό του τὸ Ὀ­ρει­νό, πρὸς τὰ βου­νὰ τὰ Κρα­βα­ρί­τι­κα, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν Καμ­πλά­κι καὶ τ΄ Ἀ­χλα­δό­κα­στρο. Στὸν μυ­λω­νὰ ἄ­φη­σε τὴ λάν­τζα κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­κα­ψε τὸ χει­μώ­να στὴ φω­τιὰ γιὰ συνὰ ζε­στα­θεῖ, για­τὶ δὲν εἶ­χε τί ἄλ­λο νὰ τὴν κά­νει. Ὁ Θα­νά­σης πῆ­γε στὸν Ἅ­ι Νι­κό­λα στὸ Ὀ­ρει­νὸ καὶ ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ὁ παπ­πᾶς τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε σὲ αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν καὶ με­τὰ τὴ νη­στεί­α τὸν με­τά­λα­βε καὶ συ­χω­ρέ­θη­καν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε λί­γες λί­ρες κουρ­σά­ρι­κες γιὰ τὸ να­ό. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ ἀ­λα­φρω­μέ­νη τὴ συ­νεί­δη­σή του πλέ­ον, ἔ­χτι­σε τὸ σπί­τι του κι ὁ λα­ϊ­κὸς τε­χνί­της, ποὺ κα­τὰ δαι­μο­νι­κὴ συ­νερ­γία ἦ­ταν γιὸς τοῦ μυ­λω­νᾶ, σκά­λι­σε στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ μιὰ μι­κρὴ γορ­γό­να ὁ­λό­λευ­κη μὲ ὡ­ραῖ­α γα­λά­ζια μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στοὺς λε­πτοὺς ὤ­μους, χέ­ρια σὲ κί­νη­ση χο­ροῦ στὸ νε­ρό, ὄ­μορ­φα καὶ σφρι­γη­λὰ νε­α­νι­κὰ στή­θη καὶ πτε­ρύ­για σὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ γα­λά­ζιου. Ὑ­πέ­γρα­ψε τὸ ἔρ­γο του μὲ κόκ­κι­νη μπο­γιά, χω­ρὶς νὰ δώ­σει κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἔμ­πνευ­σή του.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ πὼς βρέ­θη­κε ἡ γορ­γό­να στὸ Ὀ­ρει­νό, ἐ­κεῖ στὰ χί­λια μέ­τρα ψη­λὰ στὰ βου­νά. Καὶ συγ­χρό­νως εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ λα­ϊ­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη στοὺς ἔκ­πλη­κτους πα­ρα­θε­ρι­στὲς καὶ στοὺς δι­α­φό­ρους ἐ­ρω­τι­δεῖς κι αὐ­τό­κλη­τους κρι­τι­κούς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νίας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Διαφημίσεις

Ἀντώνης Γκάντζης: Ἡ σκάλα γιὰ τὸν οὐρανό


Gkantzis,Antonis-ISkalaGiaTonOurano-Eikona-03


Ἀν­τώ­νης Γκάν­τζης

 

Ἡ σκά­λα γιὰ τὸν οὐ­ρα­νό


  05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΤΟΝ ΚΗΠΟ τοῦ ἐν­δι­αι­τή­μα­τός μου ὑ­ψώ­νε­ται ἕ­να σχοι­νὶ μὲ κόμ­πους στὴ σει­ρά, χον­τρούς, ποὺ χά­νε­ται ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό! Τὸ βρῆ­κα ἐ­δῶ ἀ­πὸ πα­λιά, σὰν ἦρ­θα μο­να­χι­κὸς ἐ­νοι­κια­στὴς τὴ φτώ­χειά μου, τὴν ἐ­ρη­μιὰ νὰ κρύ­ψω, κι ἡ ἄ­τε­κνος γριὰ νοι­κο­κυ­ρά μου —συγ­χω­ρε­μέ­νη τώ­ρα— δή­λω­νε ἄ­γνοι­α κι ὅ­λο σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν γιὰ τὴν κα­τα­γω­γή του.

           Πολ­λοὶ προ­σπά­θη­σαν νὰ τὸ χα­λά­σουν μὲ σί­δε­ρο ἢ μὲ φω­τιά, ὅ­μως αὐ­τὸ στέ­κει ἀ­γέ­ρω­χο, στη­τό, καὶ μή­τε ἀ­έ­ρας τὸ σα­λεύ­ει μή­τε νε­ρὸ τὸ βλά­φτει τό­σα χρό­νια. Φυ­τρώ­νει μέ­σ’ ἀ­πὸ τὴ γῆ, πλά­σμα πα­ρά­ται­ρο τῆς φύ­σης, καὶ μοιά­ζει μὲ χον­τρὸ μπαμ­ποὺ μιᾶς ἄλ­λης Ἰ­α­πω­νί­ας…

         Μιὰ Σύ­νο­δος ποὺ συ­νε­κλή­θη Ἱ­ε­ρά, σ’ ἄλ­λους και­ροὺς λη­σμο­νη­μέ­νους, τὸ κα­τα­δί­κα­σε, τὸ ἐ­ξόρ­κι­σε ὡς ἔρ­γον τοῦ Δι­α­βό­λου, καὶ ἔ­κτο­τε ὁ τό­πος ἐ­θε­ω­ρή­θη στοι­χει­ω­μέ­νος! Δὲν μὲ πει­ρά­ζει ὅ­μως… Ἴ­σα-ἴ­σα ποὺ χά­ριν τοῦ πα­ρά­δο­ξου σχοι­νιοῦ τὸ μί­σθω­μά μου ἦ­ταν βο­λε­τό, χώ­ρια ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα δι­εκ­δι­κη­τὲς δὲν φά­νη­καν στὸ σπί­τι.

         Γι’ αὐ­τὸ σω­παί­νω ὅ­ταν τὶς νύ­χτες ἀ­κού­ω βή­μα­τα στὰ σκο­τει­νὰ καὶ λό­για χα­μη­λό­φω­να στὸν κῆ­πο. Πί­σω ἀ­πὸ γρίλ­λι­ες βλέ­πω συ­χνὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τὸν γέ­ρον­τα πα­τέ­ρα τους νὰ χαι­ρε­τοῦν ἢ κά­ποι­ον δι­κό τους, ἄρ­ρω­στο, νὰ τὸν ξε­προ­βο­δί­ζουν. Πί­σω ἀ­πὸ γρίλ­λι­ες ἀ­κού­ω σι­γα­νοὺς λυγ­μούς, ἑ­νὸς ἀν­τί­ο γιὰ τοὺς οὐ­ρα­νούς!

         Οἱ κόμ­ποι εἶ­ναι χον­τροί… Οἱ κόμ­ποι εἶ­ναι πυ­κνοί… Λί­γη βο­ή­θεια ἀ­π’ τοὺς οἰ­κεί­ους τὸ πο­λὺ κι εὐ­θὺς στὴ Λή­θη γί­νε­σαι μο­να­χι­κὸς δι­α­βά­της.

         Ἐξ ἄλ­λου, τὸ ἔ­χω δο­κι­μά­σει. Κά­ποι­ες φο­ρές, τὰ δει­λι­νά, σκαρ­φά­λω­σα νὰ δῶ τὴν πό­λη ἀ­πὸ ψη­λά, καὶ ἄλ­λες, πά­λι, χα­ρά­μα­τα γιὰ νὰ θαυ­μά­σω τὸ πρῶ­το φῶς στὰ μά­κρυ­να βου­νά. Ὥ­σπου, μιὰ μέ­ρα, δὲν ξέ­ρω πῶς μὰ ἔ­βα­λα τὸ αὐ­τί μου στὸ σχοι­νὶ κι ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φ’ ἀ­κου­γό­ταν μιὰ ψαλ­μω­δί­α… ἀγ­γε­λι­κή!


Εἰ­κών εἰ­μι τῆς ἀρ­ρή­του δό­ξης σου,

εἰ καὶ στίγ­μα­τα φέ­ρω πται­σμά­των·

οἰ­κτεί­ρη­σον τὸ σὸν πλά­σμα, Δέ­σπο­τα,

καὶ κα­θά­ρι­σον σῇ εὐ­σπλαγ­χνί­ᾳ,

καὶ τὴν πο­θει­νὴν πα­τρί­δα πα­ρά­σχου μοι,

Πα­ρα­δεί­σου πά­λιν ποι­ῶν πο­λί­την με.


 

       Σὰν μο­νω­δί­α με­λισ­σῶν γύ­ρω ἀ­π’ τὸ νέ­κταρ ἀ­κου­γό­ταν, ὡ­σὰν τρα­γού­δι πα­τρί­δας ποὺ θαμ­πώ­νε­ται στὴ λη­σμο­νιά, – κι ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου! Δὲν βγαί­νω πιὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ζῶ μὲ τὰ ὀ­λί­γα ποὺ εὐ­γε­νῶς μοῦ ἀ­φή­νουν στὰ σκα­λιὰ οἱ συγ­γε­νεῖς των Ἀ­να­χω­ρη­τῶν…

 

       Νὰ πᾶς ποῦ καὶ τί νὰ πρά­ξεις, ὅ­ταν στὸν κῆ­πο σου κα­τέ­χεις τὴ Σκά­λα γιὰ τὸν Οὐ­ρα­νό;

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Τὸ ἐγ­κόλ­πιο τοῦ λη­σμο­νη­μέ­νου (ἐκδ. Ἁρ­μός, Ἀ­θή­να, 2001).

Ἀν­τώ­νης Γκάν­τζης (Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 1952). Πα­τέ­ρας του ὑ­πῆρ­ξε ὁ Ἰ­τα­λὸς πι­α­νί­στας Giorgio Francesco Gangi καὶ μη­τέ­ρα του ἡ Ἑ­λέ­νη Πα­ρί­ση-Γκάν­τζη, ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Τὸ 1961 με­τοί­κη­σε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴν Ἀ­θή­να. Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ἑ­ξα­τά­ξιο γυ­μνά­σιο τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960 ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­ορ­θω­τὴς σὲ με­γά­λους ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ σπο­ρα­δι­κὰ μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Κεί­με­νά του φι­λο­ξε­νή­θη­καν κα­τὰ και­ροὺς σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Βι­βλί­α του: Ἡ πα­τρί­δα μου (1975), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (1976), Ἀ­πο­κα­θή­λω­ση στὰ θρύ­ψαλ­λα τοῦ φεγ­γα­ριοῦ (ἐκδ. Πλέ­θρον, 1979), Τὸ ἐγ­κόλ­πιο τοῦ λη­σμο­νη­μέ­νου (ἐκδ. Ἁρ­μός, 2001), Τὸ σπί­τι τῆς σο­φί­ας (ἐκδ. Ἁρ­μός, 2010).

Κίμων Καλαμάρας: Οἱ ἀλεξιπτωτιστές

 

 

Κίμων Καλαμάρας

 

Οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές

 

ΟΝ ΚΑΙΡΟ ΠΟΥ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ εἶ­χε στα­μα­τή­σει, ἔ­βλε­πες τοὺς ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στὲς λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χλω­μοὺς λό­φους, σὲ ἕ­ναν εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νο χῶ­ρο, νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται πά­νω σὲ κόκ­κι­να ση­μά­δια. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα σὲ ἀ­κτί­να χι­λι­ο­μέ­τρων. Μό­νο θα­μνώ­δης βλά­στη­ση ἐ­δῶ καὶ κεῖ. Καί, ἂν τοὺς κοί­τα­ζες ἀ­πὸ κον­τά, μό­νο τό­τε κα­τα­λά­βαι­νες ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α ἄ­σκη­ση καὶ ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον λό­γος ἀ­νη­συ­χί­ας. Δι­έ­κρι­νες ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο φά­σμα ἀ­πὸ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα χα­μό­γε­λα, ἐ­κεῖ­να τὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν ἀ­κουμ­πή­σουν στὸ ἔ­δα­φος καὶ ἀ­παγ­κι­στρω­θοῦν ἀ­πὸ τοὺς πε­ρί­πλο­κους μη­χα­νι­σμούς.

       Μὲ μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιά, δὲν ἤ­σουν σί­γου­ρος ἂν αὐ­τὸ τὸ πε­ρί­ερ­γο μει­δί­α­μα προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ἡ ἄ­σκη­ση τε­λεί­ω­νε. Για­τί, πα­ρό­τι ἦ­ταν ἁ­πλὰ μιὰ ἄ­σκη­ση ὁ κίν­δυ­νος ἀ­τυ­χή­μα­τος ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος. Ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, στὴν σπά­νια πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ μη­χα­νι­σμὸς δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε, ἀ­κό­μα καὶ ἡ πε­ρί­ο­δος τῆς εἰ­ρή­νης ποὺ δι­α­νύ­α­με θὰ ἀ­πο­δει­κνυ­ό­ταν θα­νά­σι­μη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν ἤ­σουν σί­γου­ρος ἂν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο αὐ­τὸ χα­μό­γε­λο δὲν ἦ­ταν μιὰ κά­ποι­α στε­να­χώ­ρια κε­κα­λυμ­μέ­νη. Δι­ό­τι ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα τὸ νὰ εἶ­σαι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στής, πέ­ραν κά­θε κιν­δύ­νου, εἶ­ναι ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ σοῦ προ­σφέ­ρει τρο­με­ρὲς συγ­κι­νή­σεις, εἰ­δι­κὰ αὐ­τὲς τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες. Ἴ­σως δη­λα­δὴ τὸ μει­δί­α­μα ποὺ ἄ­φη­νε μιὰ ὑ­πο­ψί­α γλυ­κό­πι­κρης γεύ­σης νὰ προ­ερ­χό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἡ πτή­ση τε­λεί­ω­νε μὲ τὸ ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σες τὸ πό­δι σου πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ση­μά­δι.

       Ἂν πά­ρου­με ὑ­πο­θε­τι­κὰ τὴν δεύ­τε­ρη αὐ­τὴ πε­ρί­πτω­ση γιὰ ἀ­λή­θεια, τό­τε ἴ­σως θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με τὴν ἄ­χα­ρη κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­ναν ἔ­πει­τα οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, κα­θὼς στη­ρί­ζον­ταν στὸ ἔ­δα­φος καὶ ἀ­παγ­κί­στρω­ναν, μὲ μιὰ ἰ­δέ­α νο­σταλ­γί­ας κοι­τά­ζον­τας ψη­λά, τὸ ἀ­λε­ξί­πτω­το ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους τους. Ὁ σκο­πός τους εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Τό­σο ξαφ­νι­κὰ ὅ­πως ὅ­ταν ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι λί­γο με­τὰ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τὴν ψυ­χή σου ποὺ ἀ­παγ­κι­στρώ­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς θλιμ­μέ­νους σου ὤ­μους. Τό­τε ποὺ νι­ώ­θεις πὼς κά­ποι­ος σοῦ κό­βει τὰ κο­σμι­κὰ σχοι­νιὰ ποὺ σὲ συ­νέ­δε­ε­αν μὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἀ­λε­ξί­πτω­το. Ἀ­κουμ­πᾶς στὴν γῆ. Δὲν ξέ­ρεις ἂν πρέ­πει νὰ χαί­ρε­σαι. Εἶ­ναι ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­να­κού­φι­σης ἢ κά­τι γιὰ νὰ λυ­πᾶ­σαι; Κά­τι ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ δύο συ­ναι­σθή­μα­τα. Κά­τι πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἕ­να μι­κρὸ πρω­τό­γνω­ρο ἄγ­χος καὶ μιὰ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­γω­νί­α. Μιὰ ἀ­πο­ρί­α. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σεις τὸ συ­ναί­σθη­μα οὔ­τε νὰ τὸ ὀ­νο­μά­σεις. Μιὰ ἀ­που­σί­α προ­στα­σί­ας, ἴ­σως νὰ πλη­σιά­ζει σὲ αὐ­τὸ ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ νι­ώ­θεις. Μιὰ συ­ναί­σθη­ση κά­ποι­ας ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ σὲ συ­νο­δεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα σὰν μιὰ κα­τά­ρα γιά… ὅ­σο δι­αρ­κέ­σεις.

       Χα­μο­γε­λᾶς ἀ­μή­χα­να σὰν νὰ μὴν συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ ὑ­πο­πτεύ­ε­σαι. Μὰ σχε­δὸν δὲν κα­τα­νο­εῖς τί ἀ­κρι­βῶς ὑ­πο­πτεύ­θη­κες.

       Ἔ­τσι, πο­ρεύ­ε­σαι, μα­ζεύ­ον­τας τὰ ὑ­φά­σμα­τα τῶν ψυ­χι­κῶν σου δυ­νά­με­ων. Περ­πα­τᾶς μό­νος. Δὲν σὲ προ­φυ­λάσ­σει ἐ­πι­τέ­λους κα­νείς. Ἴ­σως νὰ μὴν χρει­ά­ζε­ται καὶ κά­ποι­ος γιὰ νὰ τὸ κά­νει, τώ­ρα πιὰ ποὺ εἶ­σαι καὶ μὲ τὰ δυ­ό σου πό­δια πά­νω στὴν γῆ.

       Κά­πως ἔ­τσι ἴ­σως νὰ νι­ώ­θουν καὶ οἱ ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στὲς κα­θὼς ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὰ κόκ­κι­να ση­μά­δια, μα­ζεύ­ον­τας τὸν ἄ­χρη­στο πλέ­ον ἐ­ξο­πλι­σμό. Ἀλ­λὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο τους μει­δί­α­μα πα­ρα­μέ­νει ἀ­προ­σπέ­λα­στο στὴν νό­η­σή σου, κά­τι ποὺ ἀ­παι­τεῖ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σεις νὰ τὸ προ­φέ­ρεις.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Κί­μων Καλα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Σπούδασε σὲ Δη­μό­σιο ΙΕΚ Λο­γι­στι­κὰ καὶ τώ­ρα σπου­δά­ζει Ψυ­χο­λο­γί­α. Ἀσχολεῖται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη: Ἡ πτώση

 

 

Χλό­η Κου­τσουμ­πέ­λη

 

Ἡ πτώ­ση

 

Ο ΠΟΤΗΡΙ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου καὶ ἔ­σπα­σε σὲ μι­κρὰ κομ­μά­τια. Τὸ χέ­ρι μου ἔ­κα­νε με­ρι­κὲς σπα­σμω­δι­κὲς κι­νή­σεις, σὰν ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ ποὺ πα­λεύ­ει νὰ ἀ­να­πνεύ­σει, τὰ γό­να­τά μου στά­χυ­α εὔ­θραυ­στα ἔ­σπα­σαν στὰ δύ­ο καὶ σω­ρι­ά­στη­κα κά­τω. Εἶ­χα πέ­σει πά­λι.

       Μοῦ συ­νέ­βαι­νε. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνά. Νὰ πέ­φτω ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα κά­τω. Χω­ρὶς λό­γο, χω­ρὶς ἀ­φορ­μή, χω­ρὶς κὰν κά­ποι­ο πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πέ­φτω βι­ώ­νω μί­α ἐμ­πει­ρί­α θα­νά­του καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­πο­μαι στὸ κε­νό.

      Εἶ­μαι τριά­ντα πέν­τε χρό­νων, ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη στὴν δου­λειά μου. Ἕ­να κο­ρί­τσι, ἑ­πτὰ ἐ­τῶν. Σύ­ζυ­γος δι­κη­γό­ρος. Εὐ­τυ­χι­σμέ­νος γά­μος. Ὣς τώ­ρα στὴν ζω­ή μου ὅ­λα εἶ­χαν μί­α συ­νο­χή, μί­α τά­ξη. Πο­τὲ ὣς τώ­ρα δὲν ἔ­πε­φτα. Οἱ δια­ρκεῖς μου πτώ­σεις εἶ­ναι τὸ μι­κρὸ ἐ­λάτ­τω­μα, ἡ πα­ρέν­θε­ση στὴν ἄ­ψο­γη ζω­ή μου.

 

      — Ἔ­πε­σε μπρο­στά μου. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ μέ­σα στὸ μυα­λό μου χό­ρευ­αν οἱ στί­χοι τοῦ και­νούρ­γιου τρα­γου­διοῦ ποὺ συ­νέ­θε­τα. Τὴν εἶ­δα νὰ κα­ταρ­ρέ­ει ξαφ­νι­κὰ στὴν μέ­ση τοῦ δρό­μου καὶ εἶ­χε κά­τι τὸ ἐν­τε­λῶς εὐ­ά­λω­το ὁ τρό­πος ποὺ σω­ρι­ά­στη­κε. Τὴν βο­ή­θη­σα νὰ ση­κω­θεῖ. Πο­λὺ τρυ­φε­ρὰ τῆς πα­ρα­μέ­ρι­σα τὰ μαλ­λιὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο. Τὴν ἀγ­κά­λια­σα. «Μέ­νω λί­γο πιὸ κά­τω» τῆς εἶ­πα. «Θέ­λεις νὰ πᾶ­με σπί­τι μου;­».

       Οἱ λέ­ξεις βγῆ­καν μό­νες τους ἀ­πὸ τὸ στό­μα μου καὶ μό­λις τὶς ξε­στό­μι­σα τὶς ἄ­κου­σα νὰ πέ­φτουν μὲ γδοῦ­πο πά­νω στὸ πλα­κό­στρω­το. Μὲ κοί­τα­ξε τρο­μαγ­μέ­νη. Εἶ­χα ὅ­μως τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴν στιγ­μὴ θὰ δε­χό­ταν ὁ­τι­δή­πο­τε τῆς πρό­τει­να. Ἔ­γει­ρε πά­νω μου. Ἔ­νι­ω­σα τὸ κορ­μί της μα­λα­κὸ καὶ ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό. Ἀ­να­σή­κω­σε τὸ πρό­σω­πό της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ χεί­λη της στὸ λαι­μό μου. Ἡ ἀ­νά­σα της χα­ρά­κω­σε τὸ δέρ­μα μου, ὁ λαι­μός μου γέ­μι­σε μι­κρὲς ρυ­τί­δες χα­ρᾶς. Τὴν φί­λη­σα. Στα­θή­κα­με ἐ­κεῖ στὴν μέ­ση του δρό­μου, ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μί­α γυ­ναί­κα, στὴν μέ­ση δύ­ο κό­σμων, στὴν μέ­ση ἑ­νὸς σύμ­παν­τος ἐ­χθρι­κοῦ, γύ­ρω μας σκο­τά­δι, μό­νο μου­σι­κή, ἡ μου­σι­κὴ μὲ κα­τέ­κλυ­σε ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ φι­λί μας, μιὰ μου­σι­κὴ τοῦ δά­σους, ἄ­γρια, ἐκ­κω­φαν­τι­κή, μὲ ὅ­λα τα κρου­στὰ καὶ τὰ πνευ­στὰ ὄρ­γα­να σὲ μί­α κο­ρύ­φω­ση μα­ζὶ καὶ τὰ χεί­λη της πύ­λη καὶ ἄ­βυσ­σος καὶ γα­λα­ξί­ας καὶ σκο­τά­δι, μα­λα­κά, ἁλ­μυ­ρά, καυ­τὰ κι ἐ­γὼ ὁ Γε­ρά­σι­μος Πα­πα­λε­ξί­ου, ἐ­κεῖ, στὴν μέ­ση του δρό­μου, τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς 23 Μαρ­τί­ου τοῦ 2010 καὶ ὥ­ρα 7.30 χά­θη­κα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ζω­ή μου μέ­σα σὲ μί­α γυ­ναί­κα.

 

      — Ὡς δι­κη­γό­ρος ἔ­χω δεῖ καὶ ἀ­κού­σει πολ­λὰ στὴν ζω­ή μου καὶ λί­γα πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μπο­ροῦν νὰ μὲ σο­κά­ρουν. Σπά­νια γί­νο­μαι ἕρ­μαι­ο τῶν συ­ναι­σθη­μά­των μου καὶ ἀ­κό­μα σπα­νι­ό­τε­ρα ἀ­φή­νω ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πά­θος νὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει στὴν ὀρ­θή μου κρί­ση. Ἡ Ἑ­λέ­νη, ἡ γυ­ναί­κα μου, μὲ κα­τη­γο­ρεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς γιὰ ψυ­χρό­τη­τα. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἡ σχέ­ση μας εἶ­ναι ἁρ­μο­νι­κὴ καὶ ἡ ζω­ή μας ἤ­ρε­μη καὶ ἀ­σφα­λής. Δὲν σκέ­φτη­κα πο­τὲ νὰ πά­ω μὲ μιὰ ἄλ­λη γυ­ναί­κα. Τὸ θε­ω­ρῶ ἔλ­λει­ψη δι­α­κρι­τι­κό­τη­τας ἢ κα­λοῦ γού­στου, ἕ­να εἶ­δος ἀ­πρέ­πειας (ὅ­πως τὸ νὰ σκα­λί­ζει κα­νεὶς γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὴν μύ­τη του δη­μό­σια) πρὸς τὸν ἴ­διο μου τὸν ἑ­αυ­τό.

      Ὅ­ταν εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη νὰ φι­λι­έ­ται στὴν μέ­ση τοῦ δρό­μου μὲ ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­τρα δὲν τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­σα. Ὡ­στό­σο στα­μά­τη­σα νὰ περ­πα­τῶ, ἀ­κούμ­πη­σα σὲ ἕ­ναν στύ­λο τῆς ΔΕ­Η καὶ συ­νέ­χι­σα νὰ κοι­τῶ. Αὐ­τὴ ἡ με­λα­χρι­νή, λε­πτὴ γυ­ναί­κα μὲ τὸ ρο­λό­ι ἴ­διο μὲ τῆς γυ­ναί­κας μου νὰ ἀ­στρά­φτει στὸ δε­ξί της χέ­ρι, μὲ τὰ μαλ­λιὰ κομ­μέ­να κον­τὰ κα­ρὲ στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ, αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ποὺ κρε­μι­έ­ται πά­νω σε ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­τρα, νέ­ο, ψη­λό, ἀ­δύ­να­το καὶ ἐ­λα­φρὰ καμ­που­ρια­στό, αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα τό­σο γνώ­ρι­μη καὶ τό­σο ἄ­γνω­στη, ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα;

      Καὶ ἐ­κεί­νη τὴν στιγ­μὴ ποὺ εἶ­δα τὴν γυ­ναί­κα μου στὴν μέ­ση τοῦ δρό­μου στὴν ἀγ­κα­λιὰ ἑ­νὸς ἄλ­λου ἄν­τρα ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς πο­τὲ δὲν τὴν πό­θη­σα τό­σο πα­ρά­φο­ρα, τό­σο ἀ­πό­λυ­τα, τό­σο ἀ­πε­γνω­σμέ­να ὅ­σο τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο πρὶν πέ­σω στὸν γκρε­μό.

      Κι ὕ­στε­ρα δὲν θυ­μᾶ­μαι, ξάφ­νου ἤ­μουν ἐ­γὼ ἐ­κεῖ σε μιὰ σπη­λιὰ μὲ ἕ­να το­μά­ρι ζώ­ου κρε­μα­σμέ­νο στοὺς ὤ­μους καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὁ ἄλ­λος ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­θά­νει γιὰ νὰ ζή­σω ἐ­γὼ καὶ ὅρ­μη­σα πά­νω στὸν ἄν­τρα καὶ στὴν γυ­ναί­κα, καὶ ἡ Ἑ­λέ­νη ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει, ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ, ὅ­λα ἦ­ταν κόκ­κι­να καὶ εἶ­χα τὰ χέ­ρια μου στὸν λαι­μὸ τοῦ ἄν­τρα κι αὐ­τὸς εἶ­χε τὰ μά­τια κλει­στὰ καὶ ἡ Ἑ­λέ­νη τσί­ρι­ζε καὶ ἔ­νι­ω­σα χέ­ρια ποὺ μὲ τρά­βη­ξαν καὶ μὲ ἀ­πο­μά­κρυ­ναν κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα σκο­τεί­νια­σαν.

 

      — Ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ρω τη­λέ­φω­νο, τοῦ εἶ­πε ἡ ξέ­νη γυ­ναί­κα, ἡ γυ­ναί­κα του, τὴν ὥ­ρα τοῦ φα­γη­τοῦ. Ὅ­ταν ἔ­πε­σα κά­τω, ἤ­θε­λα νὰ σὲ πά­ρω τη­λέ­φω­νο. Ὅ­μως φο­βή­θη­κα πὼς δὲν θὰ ἐρ­χό­σουν.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Χλό­η Κου­τσουμ­πέ­λη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1962). Ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Α.Π.Θ. Ὀρ­γα­νώ­νει ἕ­να ἐρ­γα­στή­ρι ἀ­φή­γη­σης καὶ δη­μι­ουρ­γι­κοῦ λό­γου γιὰ παι­διὰ Δη­μο­τι­κοῦ καὶ Γυ­μνα­σί­ου. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Σχέ­σεις Σι­ω­πῆς (Ποί­η­ση, ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1984). Τε­λευ­ταῖο της ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ ἀ­λε­ποῦ καὶ ὁ κόκ­κι­νος χο­ρός (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2009).