Τζ. Ντέιβιντ Στίβενς (J. David Stevens): Ὁ Θάνατος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος

 

.

Stevens,J.David-OThanatosTouDiigimatos-Eikona-01

.

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens)

 

Θάνατος τοῦ Διηγήματος

(The Death of the Short Story)

 

17-oΘΑΝΑΤΟΣ τοῦ Δι­η­γή­μα­τος μᾶς κα­τέ­λα­βε ἑ­ξα­πή­νης. Πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τό­σο στε­νὰ τὴν Ποί­η­ση ποὺ πα­ρα­βλέ­ψα­με τὰ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ ση­μά­δια. Τὴ μιὰ μέ­ρα τὸ Δι­ή­γη­μα ἦ­ταν ἐ­δῶ, ἔ­βλε­πε πο­δό­σφαι­ρο, πή­γαι­νε σὲ μπὰρ ἐρ­γέ­νη­δων, ἔ­φτια­χνε τάρ­τες. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα —ΠΑΦ!— δι­α­βά­σα­με γιὰ τὴν ἀ­πώ­λειά του στοὺς T­i­m­es, καὶ πα­ρα­τή­σα­με σύ­ξυ­λα τὰ ψω­μά­κια μας κι ἀ­φή­σα­με τοὺς κα­φέ­δες μὲ τὸ γά­λα νὰ σχη­μα­τί­ζουν λευ­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα στὰ σκοῦ­ρα ξύ­λι­να τρα­πέ­ζια τῆς κου­ζί­νας μας.

       Φυ­σι­κά, αὐ­τὸ ξε­σή­κω­σε τὸ κοι­νὸ αἴ­σθη­μα. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, βλέ­πα­με πλή­θη νὰ στοι­βά­ζουν λου­λού­δια καὶ τα­ρι­χευ­μέ­να ζῶ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ βι­βλι­ο­θῆ­κες σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Σύν­το­μα οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ἔ­βρι­θαν ἀ­πὸ ὑ­πο­νο­ού­με­να. Ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ χά­θη­κε πά­νω στὸ ἄν­θος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ἔ­λε­γαν. Τὸ κοι­νὸ ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­το ἀ­κού­γον­τας τὴ Βι­ο­γρα­φί­α νὰ πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς εἶ­χε σχέ­ση μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα στὴ διά­ρκεια τῆς φά­σης «ἀ­πω­θη­μέ­νης μνή­μης τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας». Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης ἔ­γι­ναν τό­σο φορ­τι­κὰ ποὺ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν πό­λη γιὰ ἕ­να μή­να προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­πι­λύ­σει τὰ θέ­μα­τά της κα­τ’ ἰ­δί­αν.

      Στὴν κη­δεί­α, τὸ Πε­ζο­ποί­η­μα στὸ ἐγ­κώ­μιό του ἀ­να­φέρ­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, στοὺς ἐκ­δό­τες ὡς «προ­α­γω­γοὺς τῆς ἀ­γο­ρᾶς» καὶ ἀ­πο­κά­λε­σε τοὺς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὺς «λο­γο­τε­χνι­κὰ ἁρ­πα­κτι­κὰ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­να πλέ­ον μὲ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση τοῦ Δι­η­γή­μα­τος». Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­λοι φταί­γα­με. Στὸ ἐ­πι­κή­δει­ο δεῖ­πνο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, γυ­ρο­φέρ­να­με σα­στι­σμέ­νοι, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι τί θὰ μπο­ρού­σα­με ἄ­ρα­γε νὰ εἴ­χα­με κά­νει. Σὲ μιὰ γω­νί­α, ἡ ἄ­ξε­στη Νου­βέ­λα με­θοῦ­σε μὲ φθη­νὸ C­h­a­r­d­o­n­n­ay καὶ φλυ­α­ροῦ­σε, μι­λών­τας γιὰ τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς ποὺ ἔ­ζη­σε μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα. Πα­ρη­γο­ρή­θη­κε σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τας στὴν τύ­χη πε­ρα­στι­κοὺς καὶ φω­νά­ζον­τας «Σ’­ἀ­γα­πῶ!» τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ ἔ­βα­λε σὲ ἀ­νη­συ­χί­α τοὺς ἐκ­δό­τες λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν λί­γα μέ­τρα πιὸ πέ­ρα.

      Τὶς ἑ­βδο­μά­δες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν φῆ­μες ὅ­τι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος εἶ­χε κρυ­ο­γε­νε­τι­κὰ ἀ­πο­θη­κευ­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο κον­τὰ στὴν Ὀ­μά­χα. Κά­ποι­ος κα­θη­γη­τὴς στὴ Γλα­σκώ­βη πρό­σφε­ρε χί­λι­ες λί­ρες σὲ ὅ­ποι­ον μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­πα­ρά­ξει ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ DNA τοῦ Δι­η­γή­μα­τος, γιὰ λό­γους κλω­νο­ποί­η­σης. Ἐ­νῶ ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν ὅ­τι τὸ Δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­χε πε­θά­νει, ἀλ­λὰ προ­σποι­ή­θη­κε πὼς πέ­θα­νε κι ἀ­πο­σύρ­θη­κε σὲ κά­ποι­ο ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο ὀ­ρει­νὸ κα­τα­φύ­γιο κά­που στὶς Ἄν­δεις ἢ τὰ Ἰ­μα­λά­ι­α.

      Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη μᾶς ἀ­να­κού­φι­σε κά­πως. Ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­πι­νο­οῦ­με φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὸ Δι­ή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­μοι­αζαν ἀ­λη­θο­φα­νεῖς με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο. Φαν­τα­ζό­μα­σταν τὸ Δι­ή­γη­μα νὰ κά­θε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­κι μὲ τὸν Τζὸν Λέ­νον, τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν Ἀ­μέ­λια Ἔρ­χαρτ, νὰ σι­γο­πί­νουν κο­νιὰκ ἑ­κα­τὸ ἐ­τῶν καὶ νὰ συ­ζη­τοῦν γιὰ τοὺς παῖ­κτες ποὺ θὰ κα­τέ­βα­ζαν στὶς φαν­τα­στι­κές τους ὁ­μά­δες μπέ­ιζ­μπολ. Τοὺς φαν­τα­ζό­μα­σταν νὰ φο­ροῦν τὶς κάλ­τσες ποὺ εἴ­χα­με χά­σει στὸ στε­γνω­τή­ριο πρὸ πολ­λοῦ καὶ νὰ παί­ζουν μὲ τὰ ψι­λὰ ποὺ μᾶς εἶ­χαν πα­ρα­πέ­σει ἀ­νά­με­σα στὰ μα­ξι­λα­ρά­κια τοῦ κα­να­πέ. Στὴν προ­ε­ξο­χὴ τοῦ τοί­χου, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο, μὲ θέ­α τὰ βου­νά, ἔ­βλε­παν, πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, μιὰ στρο­βι­λι­ζό­με­νη δί­νη ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὰ χρώ­μα­τα φαν­τά­ζον­ταν πὼς ἦ­ταν τὰ ὄ­νει­ρά τους καὶ πε­ρί­με­ναν καρ­τε­ρι­κὰ τὶς στιγ­μὲς ἐ­κεῖ­νες ποὺ μιὰ λε­πτὴ γραμ­μὴ φω­τὸς θὰ ξέ­φευ­γε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­νὸ πλαί­σιο, σὰν ζω­η­ρὴ μου­σι­κὴ νό­τα ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ προ­τοῦ χα­θεῖ σὰν ἀ­στρα­πὴ στὴν πε­ρι­βάλ­λου­σα νύ­χτα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Σί­τον Χὸλ καὶ ζεῖ στὸ βό­ρει­ο Νιοὺ Τζέρ­σε­ϊ. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα δι­η­γή­μα­τά του δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ Har­p­e­r­’s M­a­g­a­z­i­ne, T­he P­a­r­is R­e­v­i­ew, M­id-A­m­e­r­i­c­an R­e­v­i­ew καὶ N­o­t­re D­a­me R­e­v­i­ew, ἀ­νά­με­σά σε ἄλ­λα. Γρά­φει λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς καὶ τὸ βι­βλί­ο του T­he W­o­rd R­i­d­es A­g­a­in: R­e­r­e­a­d­i­ng t­he Fron­t­i­er in A­m­e­r­i­c­an F­i­c­t­i­on δη­μο­σι­εύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ O­h­io U­n­i­v­e­r­s­i­ty P­r­e­ss. Ζεῖ στὸ Ρί­τσμοντ τῆς Βιρ­τζί­νια.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Μάικλ Νάιτ (Michael Knight): Ὁ Ὑπνωτιστής

 

.

.

Μά­ι­κλ Νά­ιτ (M­i­c­h­a­el K­n­i­g­ht)

 .

Ὁ Ὑ­πνω­τι­στής

(T­he M­e­s­m­e­r­i­st)

.

 

ΜΟΥΝ­ΤΥ(1) μό­λις ἐ­πι­βι­βά­στη­κε στὸ S­i­l­v­er S­t­a­r(2) μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὴν Οὐ­ά­σιν­γκτον· ἐ­κεῖ θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ C­r­e­s­c­e­n­t(3) καὶ θὰ τα­ξί­δευ­ε ὅ­λη νύ­χτα. Στὴ Νέα Ὀρ­λε­ά­νη μιὰ μου­σι­κὴ σκη­νὴ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε κά­ποι­ον ὑ­πνω­τι­στὴ γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει τὴν πα­ρά­στα­ση· εἶ­χε ξα­να­παί­ξει ἐ­κεῖ στὸ πα­ρελ­θόν. Στὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί του, ἕ­να κο­ρί­τσι δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ μό­δας. Φο­ροῦ­σε κο­λε­για­κὸ φοῦ­τερ (ΠΑ­ΝΕ­ΠΙ­ΣΤΗ­ΜΙΟ ΤΗΣ ΒΟ­ΣΤΩ­ΝΗΣ ΛΕ­ΣΧΗ ΜΟΥ­ΣΙ­ΚΗΣ ΔΩ­ΜΑ­ΤΙΟΥ) καὶ κά­θε τό­σο μά­ζευ­ε τὴν ἴ­δια πει­σμα­τά­ρι­κη τού­φα πί­σω ἀ­πὸ τὸ ἀ­φτί της. Ὁ Μούν­τυ εἶ­χε τὸ χά­ρι­σμα νὰ δι­α­βά­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους καί, σὲ αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι, ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ κά­ποι­α θλί­ψη, κά­τι οἰ­κεῖ­ο καὶ κον­τι­νὸ στὴν καρ­διά του. Τὸ εἶ­δε στοὺς πε­σμέ­νους ὤ­μους της. Τὸ εἶ­δε στὴν ὑ­πό­νοι­α ποὺ εἶ­χε ἀ­φή­σει ἡ φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ φθο­ρὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της. Φέ­ρελ­πις καὶ φο­βι­σμέ­νη. Ἄ­τυ­χη σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ή. Κά­ποι­ος μᾶλ­λον τῆς εἶ­χε ρα­γί­σει τὴν καρ­διὰ και­ρὸ πρίν.

 

       «Μὲ πα­ρα­κο­λου­θεῖς;» εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Δὲν μ’­ἀ­ρέ­σει κα­θό­λου νὰ μὲ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.»

       Ἔ­κλει­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ κι ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸν Μούν­τυ. Μὲ μιὰ κί­νη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του στὴν τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του, τρά­βη­ξε ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ φα­κὸ καὶ τί­να­ξε τὴν ἀ­κτί­να φω­τὸς πά­νω στὴ νο­η­τὴ γραμ­μὴ τοῦ βλέμ­μα­τός της. Κι εἶ­πε: «Κά­θε μῦς στὸ σῶ­μα σου εἶ­ναι χα­λα­ρὸς τώ­ρα. Τρα­βῶ τὰ μά­τια σου τὰ κλει­στὰ μὲ με­τα­ξέ­νια νή­μα­τα.» Τὸ κο­ρί­τσι ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ ἀν­τὶ νὰ μι­λή­σει, σω­ρι­ά­στη­κε στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ­νος μέ­τρη­σε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­πὸ τὸ δέ­κα μέ­χρι τὸ ἕ­να, καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ μὲ τὰ χέ­ρια της στραμ­μέ­να πρὸς τὰ πά­νω, κρε­μα­σμέ­να δί­πλα της. Τὸ κε­φά­λι της τι­να­ζό­ταν κα­θὼς τραν­τά­ζον­ταν περ­νών­τας μιὰ γέ­φυ­ρα. Εἶ­χε μιὰ ὄ­ψη ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στης ἔκ­πλη­ξης.

 

       Στὴ Φι­λα­δέλ­φεια, ὁ Μούν­τυ τὴν ὁ­δή­γη­σε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ρεῦ­μα τῶν ἐν­θου­σι­ω­δῶν ἐ­πι­βα­τῶν κι ἀ­γό­ρα­σε δυ­ὸ εἰ­σι­τή­ρια γιὰ τὴν κλι­νά­μα­ξα μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ Κλί­βε­λαντ. Κα­θὼς δι­έ­σχι­ζαν τὴ χώ­ρα μὲς στὸ σκο­τά­δι, ὁ Μούν­τυ πε­ρι­έ­γρα­φε τὴ ζω­ὴ ποὺ θὰ εἶ­χαν ἀ­πὸ κοι­νοῦ. Τῆς εἶ­πε πὼς πο­τὲ δὲν θὰ ἦ­ταν μό­νη. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τὴν δι­έ­κρι­νε ἡ χά­ρη κι ἡ γο­η­τεί­α. «Θὰ ξα­να­με­τρή­σω», εἶ­πε. «Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ὅ­ταν ξυ­πνή­σεις, δὲν θὰ σὲ συν­δέ­ει τί­πο­τα πλέ­ον μὲ τὴ δυ­στυ­χί­α.»

 

       Ὁ Μούν­τυ βρῆ­κε πρω­ι­νὴ δου­λειὰ καὶ νοί­κια­σαν ἕ­να σπί­τι σὲ μιὰ πο­λυ­τε­λέ­στα­τη γει­το­νιὰ χτι­σμέ­νη μὲ τοῦ­βλα καὶ σκιά. Ἦ­ταν χα­ρού­με­νοι γιὰ λί­γο. Ἡ Πη­νε­λό­πη ἔ­κα­νε μα­θή­μα­τα πιά­νου μὲ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα στὸ ἴ­διο οἰ­κο­δο­μι­κὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν κ. Μπέ­ρυ­μαν, ποὺ κά­θε τό­σο στα­μα­τοῦ­σε τὸν Μούν­τυ στὸν δρό­μο καὶ τοῦ ἔ­λε­γε, «Αὐ­τὴ ἡ Πη­νε­λό­πη σου εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη μα­θή­τρια ποὺ εἶ­χα πο­τέ. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξέ­ρει πιά­νο ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ της.» Ὅ­ταν ὁ και­ρὸς τὸ ἐ­πέ­τρε­πε, ἄ­φη­ναν ἀ­νοι­χτὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα κι ὁ Μούν­τυ τὴν ἄ­κου­γε νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται κα­θὼς ἐ­πέ­στρε­φε στὸ σπί­τι τους τὴ νύ­χτα. Στε­κό­ταν στὴν αὐ­λὴ θαυ­μά­ζον­τας τὰ ἁ­πλὰ τοῦ­βλα καὶ τὰ ντε­λι­κά­τα σφεν­δά­μια κι ἔ­νι­ω­θε ἔκ­πλη­κτος, συ­ναι­σθα­νό­με­νος ὅ­τι αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ζω­ὴ ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια.

 

       Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ἤ­δη σὲ ἀρ­κε­τὰ κον­τι­νὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ τὶς με­λω­δί­ες τῆς Πη­νε­λό­πης, ὁ Μούν­τυ δι­έ­κρι­νε ἕ­ναν ξέ­νο νὰ κρυ­φο­κοι­τᾶ ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἦ­ταν φθι­νό­πω­ρο καὶ τὰ φύλ­λα ἄλ­λα­ζαν χρῶ­μα στὰ κλα­διά τους. Ὁ Μούν­τυ ἔ­τρε­ξε, φω­νά­ζον­τας ἕ­να φι­λι­κὸ «γειά», κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε φω­να­χτὰ τί ἔ­κα­νε ὁ ἄν­τρας ἐ­κεῖ­νος στὴ βε­ράν­τα του. Ὁ ἄν­τρας χα­μο­γέ­λα­σε μὲ ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ὁ Μούν­τυ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλά­βει ὡς­κα­θη­συ­χα­στι­κό.

       «Εἶ­μαι ἰ­δι­ω­τι­κὸς ἐ­ρευ­νη­τής», εἶ­πε. «Ψά­χνω ἕ­να κο­ρί­τσι.» Ἔ­βγα­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὸν χαρ­το­φύ­λα­κά του – ἡ Πη­νε­λό­πη μὲ πρά­σι­νη κορ­δέ­λα στε­ρε­ω­μέ­νη στὸν ὦ­μο της.

       «Τί κέρ­δι­σε;» εἶ­πε ὁ Μούν­τυ.

       «Τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στὸ Ρε­σι­τὰλ Πιά­νου F­a­i­r­f­ax C­o­u­n­t­y(4)», εἶ­πε. «Ἔ­παι­ξε Σο­πέν. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Πη­νε­λό­πη.»

       Ὁ Μούν­τυ τρά­βη­ξε τὸ μι­κρο­σκο­πι­κὸ φα­κὸ ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του κι ἄ­να­ψε τὴ δε­σμί­δα φω­τὸς μὲ τὸν γνώ­ρι­μο, ἐ­ξα­σκη­μέ­νο τρό­πο του. Χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή του καὶ εἶ­πε: «Κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χεις κά­νει. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α Πη­νε­λό­πη ἐ­δῶ.»

       «Κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χω κά­νει», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ ἄν­τρας. «Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α Πη­νε­λό­πη ἐ­δῶ.»

       Τὰ μά­τια του γυ­ά­λι­ζαν, τὸ στό­μα του ἔ­χα­σκε. Ἡ φω­το­γρα­φί­α ἔ­πε­σε στρο­βι­λι­ζό­με­νη ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες τῶν δα­κτύ­λων του.

      Ὁ Μούν­τυ εἶ­πε: «Ἴ­σως τὸ ἔ­σκα­σε γιὰ τὴν Ὀν­δού­ρα. Πρέ­πει νὰ πᾶς ἐ­κεῖ καὶ νὰ ρί­ξεις μιὰ μα­τιά.»

       «Ἴ­σως τὸ ἔ­σκα­σε γιὰ τὴν Ὀν­δού­ρα», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ ἄν­τρας. «Πρέ­πει νὰ πά­ω ἐ­κεῖ καὶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιά.»

       Ὁ Μούν­τυ τὸν εἶ­δε νὰ περ­πα­τᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο τρε­κλί­ζον­τας μέ­χρι τὸ αὐ­το­κί­νη­τό του καὶ νὰ φεύ­γει. Ἔ­σκυ­ψε καὶ σή­κω­σε τὴ φω­το­γρα­φί­α, κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ νὰ τὴν κοι­τά­ζει ἕ­ως ὅ­του ἡ μου­σι­κὴ τῆς Πη­νε­λό­πης ξα­νά­φτα­σε στὰ ἀ­φτιά του, ἕ­νας με­λαγ­χο­λι­κὸς ἦ­χος στὸν εὔ­θραυ­στο ἀ­έ­ρα.

 

       Τὰ Χρι­στού­γεν­να, κά­λε­σαν τὴν κυ­ρί­α Μπέ­ρυ­μαν, ποὺ ζοῦ­σε μό­νη. Με­τὰ τὸ δεῖ­πνο κά­θι­σε δί­πλα στὴν Πη­νε­λό­πη στὸ σκαμ­πὸ τοῦ πιά­νου καὶ ἔ­παι­ξαν μα­ζὶ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν κου­ρά­στη­κε πιά, τύ­λι­ξαν τὴν κ. Μπέ­ρυ­μαν μὲς στὸ παλ­τό της καὶ τὴν πῆ­γαν σπί­τι μὲ τὰ πό­δια. Στά­θη­καν στὸ κρά­σπε­δο καὶ ἔ­βλε­παν τὸ χι­ό­νι νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κα­πὸ τοῦ αὐ­το­κι­νή­του τοῦ Μούν­τυ.

       Ἡ Πη­νε­λό­πη εἶ­πε: «Μ’­ἀ­ρέ­σει ἔ­τσι ὅ­πως τὸ χι­ό­νι κα­λύ­πτει καὶ πα­ράλ­λη­λα με­γεθύ­νει τὰ πάν­τα. Ἡ φω­νή μου ἀ­κού­γε­ται τό­σο δυ­να­τὴ τώ­ρα.»

      Ὁ Μούν­τυ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση της, ἄ­φη­σε τὴ σι­ω­πὴ ποὺ δυ­νά­μω­νε νὰ κυ­λή­σει ἀρ­γὰ πί­σω ἀ­πὸ τὰ λό­για της. Φί­λη­σε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ τῆς Πη­νε­λό­πης, τὰ μαλ­λιά της ἦταν ­κρύ­α κι εὔ­θραυ­στα, σκο­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ χιό­νι.

       Τῆς εἶ­πε: «Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χες βά­λει τὸ κα­πέ­λο σου.»

       «Ἐν­τά­ξει εἶ­μαι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­λο μὲ νταν­τεύ­εις, Μούν­τυ.»

       Ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ τὸν τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα ἔ­λαμ­παν ἀ­νά­με­σα στὶς πα­ρα­με­ρι­σμέ­νες κουρ­τί­νες. Τὸ χι­ό­νι λαμ­πύ­ρι­ζε. Ὁ Μούν­τυ ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν οἱ πα­τη­μα­σι­ές τους θὰ εἶ­χαν κα­λυ­φθεῖ ὣς τὸ πρω­ί.

 

1. Τὸ ὄ­νο­μα Μούν­τυ (στὰ ἀγ­γλι­κὰ “M­o­o­dy”) ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸν κυ­κλο­θυ­μι­κό, δύ­σθυ­μο ἄν­θρω­πο.

2. Δρο­μο­λό­γιο ἐ­πι­βα­τι­κοῦ τρέ­νου ποὺ κα­λύ­πτει με­γά­λο μέ­ρος τῶν Η­ΠΑ.

3. Ἐ­πι­βα­τι­κὸ τρέ­νο στὸ ἀ­να­το­λι­κὸ τμῆ­μα τῶν Η­ΠΑ.

4. Κο­μη­τεί­α στὴ Βό­ρεια Βιρ­τζί­νια τῶν Η­ΠΑ.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Μά­ι­κλ Νά­ιτ (M­i­c­h­a­el K­n­i­g­ht). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των, D­i­v­i­n­i­ng R­od καὶ T­he T­y­p­i­st· δύ­ο συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των, D­o­g­f­i­g­ht a­nd O­t­h­er S­t­o­r­i­es καὶ G­o­o­d­n­i­g­ht, N­o­b­o­dy· καὶ μί­ας συλ­λο­γῆς μὲ νου­βέ­λες, T­he H­o­l­i­d­ay S­e­a­s­on. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ E­s­q­u­i­re, T­he N­ew Y­o­r­k­er καὶ O­x­ford A­m­e­r­i­c­an. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Τε­νε­σί.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Ντὰν Κάπλαν (Dan Kaplan): Μπίλ

 

 

Ντὰν Κάπλαν (Dan Kaplan)

 

Μπίλ

(Bill)

 

ΟΡΩΝΤΑΣ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο μάλ­λι­νο που­λό­βερ, ὁ Μπὶλ κό­βει στὰ δύο μιὰ κα­ρύ­δα ἀ­πὸ τὴ Χα­βά­η μὲ μιὰ σπά­θα. Ὁ Μπὶλ στὸ μπάρ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος σὲ ἕ­να σκαμ­πό, μὲ τὶς κλει­δώ­σεις νὰ χτυ­ποῦν ἐ­λα­φρὰ καὶ τὴ βρο­χὴ νὰ σφυ­ρο­κο­πᾶ τὴν τσίγ­κι­νη ὀ­ρο­φή. Στὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη τη­λε­ό­ρα­ση τοῦ Μπὶλ παί­ζει Ὁ μά­γος τοῦ Ὄζ. Ὁ Μπὶλ σω­ρι­ά­ζε­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ὁ ἥ­λιος μοιά­ζει ἐ­κτο­ξευ­μέ­νος στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­πὸ τὸ δά­κτυ­λο τοῦ Μπίλ. Μιὰ γυ­ναί­κα σι­γο­ψι­θυ­ρί­ζει «Μπίλ», ἀ­νοί­γον­τας τὰ ἀ­φτά­κια σὲ ἐ­ξώ­φυλ­λα βι­βλί­ων. Ὁ Μπὶλ ζη­τᾶ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι νὰ κα­θί­σει, τὰ πρό­σω­πά τους χω­ρὶς ἴ­χνος δέ­σμευ­σης. Ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος ξε­τυ­λί­γε­ται, ὁ Μπὶλ γέρ­νει τὸ κά­θι­σμά του πρὸς τὰ πί­σω. Κά­ποι­ος φω­νά­ζει «Σέν­τρικ!» ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου σὲ μιὰ νέ­α πό­λη. Μὲ ἀ­φτιὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να, σφυ­ρο­κο­πη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, ὁ Μπὶλ με­λε­τᾶ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς τῆς ὁ­δοῦ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἕ­να παι­δά­κι βρί­σκει τὴ γά­τα τοῦ Μπίλ, χω­ρὶς τρί­χω­μα κι ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νη, στὴν ὑ­δρορ­ρο­ή. Τὸ βι­βλί­ο μὲ τὰ βα­φτι­στι­κὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­νοι­χτὸ στὸ «Μπ». Ὁ Μπὶλ σκύ­βει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν πα­ρεν­δυ­σί­α μὲ χον­τροὺς μη­ροὺς καὶ μιὰ τεν­τω­μέ­νη καλ­τσο­δέ­τα. Ἕ­νας κά­τι­σχνος για­τρός, δυ­ὸ χρό­νια πρὶν τὴ σύν­τα­ξη, δί­νει μιὰ συν­τα­γὴ στὸν Μπίλ. Ὁ Μπὶλ ρί­χνει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πί­σω του. Τὸ ραν­τε­βοὺ στὶς δύο μὲ τὸν Μπὶλ σβη­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο. Τὸ «Μπίλ» κεν­τη­μέ­νο μὲ κόκ­κι­να ἑ­νω­μέ­να γράμ­μα­τα στὴν μπρο­στι­νὴ τσέ­πη τοῦ που­κά­μι­σου ἑ­νὸς ἐ­φή­βου ποὺ πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν Μπίλ. Μιὰ γυ­ναί­κα, σχε­δὸν ἄ­γνω­στη στὸν Μπίλ, ἀ­νοί­γει τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα. Ἡ μπα­νι­έ­ρα γιὰ δύο ἄ­το­μα, ὅ­που κά­πο­τε ὁ Μπὶλ εἶ­χε τρί­α. Ὁ Μπὶλ στὴν πρώ­τη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, δι­α­τρέ­χει τὴ λί­στα στὸν τοῖ­χο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Μπὶλ μὲ ἕ­ναν δα­κρυ­σμέ­νο Πά­πα, ντυ­μέ­νο γυ­ναι­κεί­α, νὰ πα­ρα­λαμ­βά­νει τὴν κο­ρώ­να τῆς M­i­ss U­n­i­v­e­r­se. Ὁ Μπὶλ καὶ τὸ κρύ­ο. Τὸ φεγ­γά­ρι σὰν βῶ­λος ἀ­πὸ βού­τυ­ρο στὸν οὐ­ρα­νὸ πρὸς νό­το. Μιὰ σει­ρὰ ποὺ στρί­βει στὴ γω­νί­α, ὁ Μπὶλ πλη­σιά­ζει στὸ τέ­λος. Ὁ Μπὶλ κοι­τά­ζει μιὰ δι­α­φή­μι­ση γιὰ κά­τι ποὺ τὸ λέ­νε «γι­όγ­κα». Κά­ποι­ος φω­νά­ζει «Μπίλ!» στὴν ἀ­πο­βά­θρα, ὅ­λοι γυ­ρί­ζουν καὶ κοι­τοῦν.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Ντὰν Κάπλαν (D­an K­a­p­l­an) (Οὐ­ά­σιν­γκτον). Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τλαντ στὸ Ὄ­ρεγ­κον, ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Ἑλένη Μπουραντάνη: Ὁ Ἠλίας Μαμαλάκης στὸ στούντιο τοῦ Ζὸρζ Μελιὲ γυρίζει διαφημιστικὸ γιὰ τὸν «Παυλίδη»

 

 

Ἑλένη Μπουραντάνη

 

Ὁ Ἠ­λί­ας Μα­μα­λά­κης στὸ στούν­τιο τοῦ Ζὸρζ Με­λι­ὲ

γυ­ρί­ζει δι­α­φη­μι­στι­κὸ γιὰ τὸν «Παυ­λί­δη»

 

ΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ 1913, με­τὰ τὸ «Τα­ξί­δι στὴ Σε­λή­νη», ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πρω­το­πό­ρους τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὁ Ζὸρζ Με­λι­έ, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σὲ πιὸ γή­ι­νες ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴ σο­κο­λά­τα, λί­γο πρὶν χρε­ο­κο­πή­σει καὶ ἀ­ναγ­κα­στεῖ νὰ γί­νει ἕ­νας ἁ­πλὸς πω­λη­τὴς παι­χνι­δι­ῶν. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ σο­κο­λα­το­ποι­ΐ­α «Παυ­λί­δης» θέ­λη­σε νὰ γυ­ρί­σει ἕ­να φιλ­μά­κι, κά­τι σὰν ση­με­ρι­νὸ δι­α­φη­μι­στι­κὸ σπότ, γιὰ νὰ προ­βλη­θεῖ σὲ γνω­στὴ ἔκ­θε­ση προ­ϊ­όν­των, ὅ­που θὰ βρα­βευ­ό­ταν μὲ τὸ «Χρυ­σὸ Σο­κο­λα­τά­κι» γιὰ τὴν πο­ρεί­α της στὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ ἀ­γο­ρά. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τό, ἔ­στει­λε τὸν Ἠ­λί­α Μα­μα­λά­κη, παπ­ποὺ τοῦ γνω­στοῦ στὶς μέ­ρες μας γευ­σι­γνώ­στη καὶ πα­ρου­σια­στὴ ἐκ­πομ­πῶν μα­γει­ρι­κῆς καὶ πο­λι­τι­σμοῦ, στὸ Πα­ρί­σι.

 

Δο­κι­μα­στι­κό:

       Ἕ­νας πάγ­κος, ἕ­να μά­τι κου­ζί­νας, ἕ­να μπὲν μα­ρὶ μέ­σα σὲ μιὰ κα­τσα­ρό­λα μὲ νε­ρὸ ποὺ βρά­ζει. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­νοί­γει ἡ πόρ­τα. Ὁ Ἠ­λί­ας Μα­μα­λά­κης μὲ τὰ μά­­τια του κλει­σμέ­να μὲ μιὰ μαύ­ρη κορ­δέ­λα. Ὁ Με­λι­ὲ τὸν ὁ­δη­γεῖ μπρο­στὰ στὸν πάγ­κο καὶ τοῦ ζη­τᾶ νὰ βου­τή­ξει τὸ δά­κτυ­λό του στὸ μπὲν μα­ρὶ καὶ νὰ δο­κι­μά­σει. Ἡ γλώσ­σα τοῦ Ἠ­λί­α Μα­μα­λά­κη πε­τά­γε­ται σὰν φί­δι γιὰ νὰ ἁρ­­πά­ξει καὶ νὰ κλεί­σει μὲς στὸ στό­μα λί­γο ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ μπὲν μα­ρί.

 

Ὁ Ζὸρζ Με­λι­ὲ θὰ δου­λέ­ψει ἀ­κρι­βῶς πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο.

 

Σκη­νὴ πρώ­τη:

       Ὁ Ἠ­λί­ας Μα­μα­λά­κης μπαί­νει στὴν κου­ζί­να. Ἔ­χει μιὰ μαύ­ρη κορ­δέ­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια του. Ἕ­νας βο­η­θὸς τοῦ Με­λι­έ, ὁ Ζάκ, τὸν ὁ­δη­γεῖ μπρο­στὰ στὸν πάγ­κο καὶ τοῦ ζη­τᾶ νὰ βου­τή­ξει τὸ δά­κτυ­λό του στὸ μπὲν μα­ρὶ καὶ νὰ δο­κι­μά­σει. Ἡ γλώσ­σα πε­τά­γε­ται ἀ­κρι­βῶς μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ὅ­πως καὶ στὸ δο­κι­μα­στι­κό.

 

Κι ὕ­στε­ρα μὲ μιὰ τε­χνι­κή, ποὺ μό­νο ὁ Ζὸρζ Με­λι­ὲ γνω­ρί­ζει, τὸ στό­μα τοῦ Ἠ­λί­α Μα­μα­λά­κη ἀ­νοί­γει δι­ά­πλα­τα μπρο­στὰ στὸ στα­θε­ρὸ φα­κὸ καὶ τὸν κα­τα­βρο­χθί­ζει. Ὁ φα­κὸς τα­λα­νί­ζε­ται, ἀλ­λὰ κα­τα­γρά­φει. Ἡ γλώσ­σα ἀ­νε­βαί­νει ὡς τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, γλεί­φει τὰ δόν­τια, συ­στρέ­φε­ται, πλα­ταί­νει, μα­ζεύ­ε­ται. Μοιά­ζει μὲ φί­δι ποὺ μι­λά­ει μό­νο μὲ ὑ­πό­τιτ­λους:

        «Μμμ… γλυκόοοο…Ἔχει μιὰ γεύση… Θὰ ἔλεγα μαύρης σοκολάτας. Τὸ πρωὶ στρώσεις ἀπὸ μπισκότα μὲ ἐπικάλυψη σοκολάτας. Τὸ μεσημέρι, μαύρη σοκολάτα… 70% κακάο, κατὰ πάσα πιθανότητα. Καὶ τώρα κουβερτούρα ποὺ λιώνει πάνω μου γιὰ νὰ φτιάξεις σοκολατάκια.»

«Μμμ… ὑπέροχα!»

«Ἀλλά, γιὰ μιὰ στιγμή! Αὐτὸ παραπάει! Τέλος γιὰ σήμερα! Τὸ στομάχι δυσανασχετεῖ. Φοβᾶμαι μὴ μοῦ τὰ ξαναστείλει πίσω ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν ἀντέχω μὲ τίποτα τὴ γεύση ἀπὸ τὰ ὄξινα στομαχικὰ ὑγρά. Πιὲς λίγο γαλατάκι νὰ ἠρεμήσουν τὰ πράγ­μα­τα!»

 

Κλείνει τὸ πλάνο. Βλέπουμε τὸν Ἠλία Μαμαλάκη νὰ στέκεται μπροστὰ στὸ μπὲν μαρὶ μὲ τὰ δάκτυλα πασσαλειμμένα.

 

Σκηνὴ δεύτερη:

       Ὁ Ζάκ, ὁ βοηθὸς τοῦ Μελιέ, ντυμένος μὲ μιὰ λευκὴ ποδιά, σὰν ὀ­δον­τί­ατ­ρος, λύνει τὴ μαύρη κορδέλα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Ἠλία Μαμαλάκη. Ὕ­στε­ρα ἀνοίγει διάπλατα τὸ στόμα τοῦ γευσιγνώστη, σὰν θηριο­δα­μα­στής, καὶ κρατώντας τὸ ὀρ­θά­νοιχτο, βά­ζει τὶς φω­νὲς στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἠλία­ Μα­μα­λά­κη, κου­νώντας δει­κτικὰ τὸ δεί­κτη τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ.

        «Ἡ σοκολάτα εἶναι μιὰ καταπληκτικὴ ἐπιλογή. Ὁ κ. Μαμαλάκης εἶναι μέ­γας γευσιγνώστης. Ὁ καλύτερος στὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ βραβεῖα στὸ ἐξω­τε­ρι­κό. Πρέπει νὰ τὸν σέβεσαι. Ἐξάλλου, ἐσὺ εἶσαι ἁπλὰ ἕνα ὄργανο. Βασι­κό, δὲν λέω, ἀλλὰ ὁ ρόλος σου εἶναι νὰ ἐκτελεῖς καὶ νὰ σέβεσαι τὸν κύριό σου! Ἐξάλλου, ἡ συγκεκριμένη σοκολάτα εἶναι ὑψίστης ποιό­­τη­τας, μο­­να­­­δι­­­κῆς θὰ ἔλεγα! Εἶναι ἡ βρα­βευ­­μέ­­νη σο­κο­­λά­­τα τοῦ “Παυ­­λί­δη”!»

       Ὁ κ. Μαμαλάκης ἀνοίγει τὰ μάτια του μὲ ἔκπληξη καὶ λέει στὸ Ζὰκ μὲ ἐν­θου­­σιασμό:

        «Πὲς τὰ χρυσόστομε! Αὐ­τὴ ἡ γλώσ­σα δὲν βά­ζει πο­τὲ γλώσ­­σα μέ­­σα της! Καὶ ἐγὼ δὲν μπο­­ρῶ νὰ ἀ­ντι­­σταθῶ μὲ τίπο­τα σὲ μία σοκο­­λά­τα τοῦ “Παυ­­λί­δη”»

 

Ἂν καὶ φανταστικό, αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ φὶλμ ποὺ γύρι­σε ὁ εὐφάνταστος Ζὸρζ Μελιὲ σὲ σελιλόιντ, πρὶν κι αὐτὸ τὸ φὶλμ γίνει σό­­λα γιὰ τὶς μπότες τῶν Γάλ­λων στρα­τιω­τῶν κα­τὰ τὴ διάρ­κεια τοῦ 1ου Πα­­γκό­­­σμιου Πολέ­μου.

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἑλένη Μπουραντάνη (Πειραιᾶς, 1976). Σπούδασε Ἀγγλικὴ Φιλολογία καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὸ στὴ Μετά­­φραση-Με­­τα­φρα­σε­ολογία στὸ Πανεπι­στημίο τῆς Ἀθήνας. Ἐργάζε­ται ὡς καθη­γήτρια Ἀγγλι­κῆς Γλώσ­σας στὴ μέ­­ση ἐκπαί­­δευση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ πρῶ­το σε­μι­νάριο δημιουργικῆς γρα­φῆς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας (Τμῆμα Ἀγγλικῆς Γλώσσας καὶ Φιλο­λο­­γίας) μὲ τὴν Λιάνα Σακελλίου-Σουλτς. Ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀρκετὲς με­τα­φρά­σεις της. Τὸ 2009 συμμετεῖχε καὶ δια­κρίθηκε στὸ διαγωνισμὸ συγ­γρα­φῆς διηγήματος γιὰ τὸ διαπολιτισμικὸ διάλογο ποὺ ὀργανώθηκε ἀπὸ τὸ Βρε­τανικὸ Συμβούλιο, τὴν ἐφημερίδα Τὰ Νέα καὶ τὸν Ἰα­νό («Habari Rafiki!» στὸ βιβλίο Φανταστεῖτε τὸ μέλλον σας σὲ μιὰ πόλη ποὺ ἀλλάζει).

 

Ρὸμπ Κέρνι (Rob Carney): Ταξιδεύοντας μόνος

 

 

Ρὸμπ Κέρ­νι (Rob Carney)

 

Τα­ξι­δεύ­ον­τας μό­νος

(Traveling Alone)

 

ΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ νὰ με­γα­λώ­νεις μὲ τὶς ἀ­στρα­πές. Ἂν εἶ­σαι, λό­γου χά­ρη, ἀ­πὸ τὸ Κάν­σας, κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι φυ­σι­κό. Φυ­σι­κὸ κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο μα­ζί, μιὰ καὶ ξέ­ρεις πῶς εἶ­ναι νὰ ρα­πί­ζουν οἱ οὐ­ρὲς τῶν φω­τει­νῶν μα­στι­γί­ων τὴ σκε­πή σου ἢ τὴ σι­τα­πο­θή­κη ἢ τὸ μο­να­δι­κὸ δέν­τρο στὴν πε­ρι­ο­χή. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι τὸ θέ­μα μου. Γιὰ μέ­να, ὅ­λο αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο. Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ προ­σμέ­νω μὲ λα­χτά­ρα ὅ­πο­τε μυ­ρί­ζω τὴν ἀ­στρα­πὴ νὰ πλη­σιά­ζει, κα­θὼς μα­στι­γώ­νει καὶ ρι­γώ­νει καὶ τὴν ἀ­κοῦς νὰ συ­ρί­ζει καὶ νὰ σχί­ζει τὴ νύ­χτα. Αὐ­τὸ λα­τρεύ­ω. Φαν­τά­σου, λοι­πόν: κά­πο­τε ἤ­μουν σὲ ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο —πᾶ­νε τρί­α χρό­νια— ἕ­να μι­κρὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὸ Ντάλ­λας μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὴ λί­μνη Τσάρλς —ἑ­πο­μέ­νως πρέ­πει νὰ ἤ­μα­σταν κά­που πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Τέ­ξας ἢ τὸ Σρίβ­πορτ— θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ τὸ Ἀρ­κάν­σας —τέ­λος πάν­των— τὸ θέ­μα εἶ­ναι πὼς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­ρά­στιο σύν­νε­φο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­στρα­πῆς. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ ἔ­βλε­πες. Δὲν ἐ­κτό­ξευ­ε ἀ­στρα­πό­βρον­τα. Ὅ­λα συ­νέ­βαι­ναν μέ­σα στὸ σύν­νε­φο: πε­ρι­ο­χὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἄ­στρα­φταν ξαφ­νι­κὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του… ὕ­στε­ρα πα­ρα­πέ­ρα… ὕ­στε­ρα πὶν πὶν πὶν πὶν πὶν ὅ­λες στὴ σει­ρά… σὰν νὰ στε­κό­σουν ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐρ­γα­στή­ριο συγ­κολ­λή­σε­ων μὲς στὸ σκο­τά­δι, μὲς στὸ χι­ό­νι, καὶ νὰ βλέ­πεις τὶς ἠ­λε­κτρι­κὲς ἐκ­κε­νώ­σεις μέ­σα ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τὰ κα­λυμ­μέ­να μὲ σκό­νη. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­μοια­ζε. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ συ­νε­χι­ζό­ταν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Ναί, ἔ­μοια­ζε πραγ­μα­τι­κὰ μὲ ἐρ­γο­στά­σιο. Σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ σύν­νε­φο τὸ ση­μεῖ­ο πα­ρα­γω­γῆς τῆς ἀ­στρα­πῆς, ποὺ στὴ συ­νέ­χεια με­τα­φε­ρό­ταν σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο μέ­σῳ κα­ται­γί­δων. Σὰν νὰ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα οἱ θε­οὶ μὲ σφυ­ριὰ κι ἀ­μό­νια καὶ φυ­σε­ρά, φο­ρών­τας αὐ­τὰ τὰ κρά­νη μὲ τοὺς φα­κοὺς κε­φα­λῆς γιὰ νὰ βλέ­πουν. Σὰν συν­νε­φι­α­σμέ­νο κα­μί­νι ἔ­μοια­ζε. Σὰν τὴν κοι­τί­δα τοῦ φω­τός. Ἴ­σως ἔ­τσι νὰ ἦ­ταν τὸ σύμ­παν μέ­σα στὴ μή­τρα. Θε­έ μου, μα­κά­ρι κά­ποι­ος νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ μα­ζί μου. Εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἀ­ξί­ζει πο­λὺ νὰ μοι­ρα­στεῖς μὲ κά­ποι­ον.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Ρὸμπ Κέρ­νι (Rob Carney).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει δύ­ο τομί­δια ποί­η­σης καὶ τὴ συλ­λογὴ Boasts, Toasts, and Ghosts, ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖο ποί­η­σης τῆς Γιού­τα τὸ 2004. Τὸ σύ­ντο­μο θε­α­τρι­κό του ἔργο «Sirens: A Play in One Act» δη­μοσιεύ­τη­κε ἀπὸ τὸ Northwest Review. Ἡ τε­λευ­ταί­α ποι­η­τικὴ δουλειά του μὲ τί­τλο Weather Report, δη­μο­σιεύ­τη­κε ἀπὸ τὸ Somondoca Press τὴν Ἄνοι­ξη τοῦ 2006.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει. 10 βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).