Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της: Ἀ­πο­σκευ­ή


13-Psaltis,Antonis-Aposkeyi-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της


Ἀ­πο­σκευ­ή


17-oΑΛΟΝΣΟ ΚΙΧΑΝΟΣ, ποὺ συ­νή­θι­ζε μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ νὰ ὑ­πο­γρά­φει τ’ ὄ­νο­μά του μὲ τὸ ἄλ­φα ἐν­τὸς κύ­κλου, ἔ­στρε­ψε τὸ ὕ­στα­το βλέμ­μα του στὰ δι­α­κο­σμη­τι­κὰ σου­βε­νὶρ ἀ­πὸ τὸ θε­ρι­νὸ τα­ξί­δι στὴν Βαρ­κε­λώ­νη· ἔ­κλει­σε καὶ κλεί­δω­σε, διὰ παν­τός, τὴ θύ­ρα τῆς ἐρ­γέ­νι­κης γκαρ­σο­νι­έ­ρας καὶ μὲ τὸ μυα­λό του ἐ­λεύ­θε­ρο καὶ κα­θα­ρό, χω­ρὶς τὶς σκο­τει­νὲς σκι­ὲς ποὺ πά­νω του ἔ­ρι­χνε τὸ πι­κρὸ καὶ συ­νε­χὲς δι­ά­βα­σμα τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν, ὅ­πως τὰ πα­ρο­μοί­α­ζε, βι­βλί­ων, ξε­κί­νη­σε γιὰ τὴ βάρ­δια του, φύ­λα­κας φυ­λα­κῶν, ἔ­χον­τας ἤ­δη κα­τὰ νοῦ πὼς ὁ ἑ­πό­με­νος θὰ τὸν ἔ­βρι­σκε νὰ ἔ­χει ση­μα­δέ­ψει τὴν καρ­διά του μὲ τὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ πι­στό­λι. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε. Δί­χως ση­μεί­ω­μα. Δί­χως ἐ­ξή­γη­ση. Πα­ρὰ μο­νά­χα σὲ μιὰ χα­ρα­μά­δα τῶν μα­τι­ῶν του στιλ­πνὰ νὰ κα­θρε­φτί­ζον­ται, ἀ­κό­μη, ἕ­να ξύ­λι­νο κον­τά­ρι κι ἕ­να μπρού­τζι­νο λε­γέ­νι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της (Κρανιὰ Ὀλύμπου, 1977). Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γὀ­ρος στὴ Λά­ρι­σα. Τὸ 2005 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ὁ ἥ­ρω­ας μέ­σα μου καὶ τὸ 2013 τὸ δεύ­τε­ρο μὲ τί­τλο Τὸ καν­τή­λι καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ : Τε­φλόν, Φαρ­φου­λᾶς, Πα­ρέμ­βα­ση, Πόρ­φυ­ρας, Τὰ ποι­η­τι­κά καὶ Jazz and Jazz. Με­τα­φρά­σεις του ἀ­πὸ τὴν Πα­λα­τι­νὴ Ἀν­θο­λο­γί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ κου­τσὴ Μα­ρί­α καὶ Ποι­η­τι­κή.


			

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη: Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


12-Chatzimanolaki,Poly-ODonKichotisGennithikeKaiGiaMena-Eikona-02


Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη


Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


Φρο­νι­μό­τα­τε Σε­ΐτ Χα­μίτ,

        Μά­θε πὼς ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να. Ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γήν. Τοῦ­το για­τὶ ἐ­πέ­δει­ξε μιὰ ἀ­κραί­α ἀ­δυ­να­μί­α τῆς φαν­τα­σί­ας. Ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴ δρά­ση γιὰ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν οἱ βα­θύ­τε­ροι πό­θοι της. Ἐ­γώ, ἀν­τι­θέ­τως, δὲν βγῆ­κα πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη μου. Ζῶ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, φέρ­νον­τας στὸ φῶς τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν ἀ­να­γνω­σμά­των μου. Δι­α­χει­ρί­ζο­μαι τὴν ἔκ­στα­ση μό­νο μὲ τὸ νοῦ, τὸ πνεῦ­μα μου καὶ μό­νο καλ­πά­ζει, ἐ­γώ, ὁ ἱπ­πό­της τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Στὰ σύν­νε­φα ἔ­χτι­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου καὶ χά­ρι­σα ἕ­να νη­σὶ στὸν ὑ­πη­ρέ­τη μου.

       Θλί­βο­μαι γιὰ τὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση στὴν ὁ­ποί­α τὸν ἔ­χε­τε ὑ­πο­βά­λει τό­σα χρό­νια. Καὶ ὅ­μως δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη τοὺς κα­κό­βου­λους μά­γους νὰ σώ­σουν τὰ προ­σχή­μα­τα, ἂν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ μὴν ἐ­πι­χει­ρή­σει τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ χω­ριό του, νὰ μὴ ζη­τή­σει ἄλ­λη ἐκ­πλή­ρω­ση πλὴν αὐ­τῆς στὴ φαν­τα­σί­α του.

       Αὐ­τὸ ποὺ ζῶ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νει­ρο­πο­λῶ.

 Φερ­νάν­το Κα­έ­ι­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη (Κά­λυ­μνος, 1958). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὴ Στα­τι­στι­κὴ Φυ­σι­κὴ στὶς Βρυ­ξέλ­λες, κον­τὰ στὸν νομ­πε­λί­στα I­lya Pri­go­gi­ne. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ Πα­νελ­λή­νιου Δι­α­γω­νι­σμοῦ Ἀ­νά­γνω­σης Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου «Βι­βλι­ο­δρο­μί­ες» ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια δι­ορ­γα­νώ­νε­ται ἀ­πὸ τὰ Ἐκ­παι­δευ­τή­ρια Γεί­το­να.  Οἱ Μέ­λισ­σες τοῦ Κάλ­βου (2008) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της Τὸ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν που­λι­ῶν (2014).


Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που: Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του


11-Filippou,Filippos-TiEgineStonPyrgo...-Eikona-02


Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που


Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν

ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του

H-Itta-SomataΑΛΤΙΣΙΔΟΡΑ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πὼς σκου­πί­ζει τὰ δά­κρυ­ά της μ’ ἕ­να μαν­τί­λι. Ἔ­νι­ω­θε τα­πει­νω­μέ­νη ποὺ ὁ Δὸν Κι­χώ­της δὲν δέ­χτη­κε τὸν ἔ­ρω­τά της. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πῆ­γε στὸ τέρ­μα τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ πα­ρα­φύ­λα­ξε μέ­χρι νὰ φύ­γουν οἱ δοῦ­κες. Θέ­λον­τας νὰ τι­μω­ρή­σει τὸν ἱπ­πό­τη ἐ­λε­ει­νῆς μορ­φῆς ποὺ τὴν ἀ­πέ­κρου­σε, σκαρ­φί­στη­κε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἰ­δέ­α.

       Μό­λις εἶ­δε τὸν Δὸν Κι­χώ­τη νὰ πη­γαί­νει πρὸς νε­ροῦ του, μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο καὶ ξε­γύ­μνω­σε τὸ στῆ­θος της. Ὁ Σάν­τσος σά­στι­σε. Ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὸ στό­μα της κόλ­λη­σε στὸ δι­κό του, τὸ χέ­ρι της ψα­χού­λε­ψε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια του. Ἐ­κεῖ­νος, ἐν­τε­λῶς ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος, τρά­βη­ξε τὸ κε­φά­λι του, λέ­γον­τας:

       «Ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναί­κα μου, δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­πα­τή­σω.»

       «Εἶ­σαι ἀ­νό­η­τος.»

       «Τὸ κο­κό­ρι μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ τρα­γου­δή­σει.»

       «Εἶ­στε κι οἱ δύ­ο τρε­λοὶ γιὰ δέ­σι­μο», τοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­νη ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που (Κέρκυρα, 1948). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς σὲ σχο­λὴ Ἐμ­πο­ρι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ καὶ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει σὲ πον­το­πό­ρα πλοῖ­α. Ἔ­χει γρά­ψει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ με­λέ­τες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κα­βά­φη κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ στὰ ρου­μα­νι­κά. Πρό­σφα­τα ἐ­ξέ­δω­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ γυ­ναί­κα ὡς ἔρ­γο τέ­χνης.

Εἰκόνα: Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).



		

	

Γαλήνη Σαουλίδου: Ἐκδικητής


10-Saoulidou,Galini-Ekdikitis-Eikona-01


Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου


Ἐκ­δι­κη­τής


11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΚΟΥΣ πρῶ­τα τα πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου στὴν ἄ­σφαλ­το, κοι­τά­ζεις ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­πί­στευ­το, ὁ Δὸν Κι­χώ­της, ὁ ἥ­ρω­ας τῶν παι­δι­κῶν σου χρό­νων, στέ­κε­ται ἐ­κεῖ, στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξεις. Σκου­πί­ζεις γρή­γο­ρα τὰ δά­κρυ­α, κα­τε­βαί­νεις μὲ τὶς παν­τό­φλες, ἦρ­θες τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, γεν­ναῖ­ε ἱπ­πό­τη, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο, ὁ δι­ευ­θυν­τής μου μὲ κά­νει κά­θε μέ­ρα σκου­πί­δι, τὰ ξέ­ρω ὅ­λα εὐ­γε­νέ­στα­τη δέ­σποι­να, ἂς μὴ χά­νου­με και­ρό. Νά ’­μα­στε κι­ό­λας στὸ γρα­φεῖ­ο του, ποι­ός εἶ­στε, κύ­ρι­ε; οἱ Ἀ­πό­κρι­ες ἀρ­γοῦν ἀ­κό­μα, τὰ λό­για στὴν πε­ρί­πτω­σή σου πε­ριτ­τεύ­ουν κα­τα­ρα­μέ­νο κά­θαρ­μα, τὸ σπα­θὶ τοῦ ἱπ­πό­τη κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη, χαρ­τιὰ αἰ­ω­ροῦν­ται καὶ δι­α­σκορ­πί­ζον­ται στὸ πά­τω­μα, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πέ­φτει αἱ­μό­φυρ­τος ἀ­π’ τὴν κα­ρέ­κλα, πλή­ρω­σε καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὴν ἀ­παί­σια συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀγ­κα­λιά­ζεις τὸν ἱπ­πό­τη γε­μά­τη εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ἀ­νε­βαί­νε­τε κι οἱ δύ­ο στὸν Ρο­σι­νάν­τη, δὲν καλ­πά­ζει, πε­τά­ει, τὰ πό­δια του ἴ­σα ποὺ ἀγ­γί­ζουν τὶς κε­ραῖ­ες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, ἄ­δι­κα στε­νο­χω­ρι­ό­σουν, ἡ λύ­ση ἦ­ταν τε­λι­κὰ τό­σο ἁ­πλῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου (Ἀθήνα, 1962). Σπού­δασε Παιδαγωγικὰ  καὶ Φιλολογία (τμῆ­μα Ἱ­στο­ρί­ας – Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας) καὶ μετεκπαιδεύτηκε στὴν Μα­ράσ­λει­ο Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δα­σκά­λα ἐ­πὶ 30 χρό­νια. Μὲ τὸ γρά­ψι­μο ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖται με­τὰ τὴ συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σή της, ὁ­πό­τε καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Γ. Ναλ­παν­τί­δη.


Σπῦρος Παύλου: Ὁ Σάντσο βλαστημάει


09-Paylou,Spyros-OSantsoBlastimaei-Eikona-01


Σπύ­ρος Παύ­λου


Ὁ Σάν­τσο βλα­στη­μά­ει


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γο, φω­νά­ζον­τας στὸν Σάν­τσο Πάν­τσα ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πά­νω στὸ ἀ­κί­νη­το, ξύ­λι­νο γα­ϊ­δου­ρά­κι του: «Σάν­τσο, στα­μά­τα, μέ­χρι ἐ­δῶ».

       Ὁ Σάν­τσο γύ­ρι­σε τὸ βλέμ­μα του δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά, κοί­τα­ξε πέ­ρα μπρο­στὰ νὰ δεῖ τὸ παν­δο­χεῖ­ο, στὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ ὁ Δὸν Κι­χώ­της, θὰ εἶ­χαν ἕ­να ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ δεῖ­πνο, ἀλ­λὰ τὸ μό­νο ποὺ μπό­ρε­σε νὰ δι­α­κρί­νει ἦ­ταν τὶς ἄ­δει­ες θέ­σεις τοῦ θε­ά­τρου, τὸ σκη­νι­κὸ τῆς πα­ρά­στα­σης καὶ τὴ Δουλ­τσι­νέ­α ποὺ στε­κό­ταν στὸ τέ­λος τοῦ δι­α­δρό­μου, κά­τω ἀ­πὸ τὴ φω­τει­νὴ ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἔ­ξο­δος».

       Ὁ Κι­μού­λης ἔ­βγα­λε τὸ κρά­νος, ἀ­κούμ­πη­σε τὴν ἀ­σπί­δα του στὴ ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἐ­λιὰ κι ἔ­μει­νε μὲ τὴ φόρ­μα. Ἄ­φη­σε τὸν Ὀ­κνομ­προ­στά­ρη ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ βο­σκή­σει στὸ γρα­σί­δι τῆς σκη­νῆς καὶ βά­δι­σε πρὸς τὸ κα­μα­ρί­νι του.

       Ὁ Σάν­τσο ἔ­ρι­ξε μιὰ βλα­στή­μια ἀλ­λά, ὡς πει­θή­νιος ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας, ἀ­κο­λού­θη­σε τὸν Κι­μού­λη, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, γνω­ρί­ζον­τας, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά, ὅ­τι οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη ἦ­ταν ἴ­δι­ες μὲ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Σπύ­ρος Παύ­λου (Ἀθήνα, 1957). Τε­λεί­ω­σε τὴν ἀ­νω­τέ­ρα σχο­λὴ του­ρι­στι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων καὶ ἀ­πὸ τὸ 1990 μέ­νει στὴ Ρό­δο. Δου­λεύει ὡς ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος. Δι­α­τη­ρεῖ τὸ blog «Ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ἰ­δι­ό­τη­τες» ἀ­πὸ τὸ 2007. Δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέντρο, Ἐπίπεδο καὶ Ροδιακὰ Γράμματα. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ρό­δου.



		

	

Σπύρος Ν. Παππᾶς: Ὁ σύντροφος


Don Quichotte - Francisco Reiguera


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ σύν­τρο­φος


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΤΕΒΗΚΕ ἀ­π’ τὸ ἄ­λο­γο. Ἔ­βγα­λε τὴν τσίγ­κι­νη λε­κα­νί­τσα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κα­χε­κτι­κὸ κορ­μί του σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἱ­δρώ­τας ἔ­στα­ζε πά­νω στὸ θώ­ρα­κα. Τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ προ­σέ­φε­ρε ἕ­να πα­γού­ρι μὲ νε­ρό. Ἔ­δε­σε, βι­α­στι­κά, τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι σ’ ἕ­ναν πάσ­α­λο καὶ κά­θι­σε δί­πλα του. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­πι­ε με­ρι­κὲς γε­ρὲς γου­λι­ές. Ἔ­βρε­ξε τὸ μέ­τω­πό του καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πα­γού­ρι στὸ χῶ­μα. Τοῦ ζή­τη­σε τσι­γά­ρο. Ἔ­βγα­λε, ἀ­μέ­σως, ἕ­να τσα­λα­κω­μέ­νο πα­κέ­το καὶ τοῦ ἔ­δω­σε. Τὸ ἄ­να­ψε καὶ τρά­βη­ξε μιὰ βα­θιὰ ρου­φη­ξιά. Ξε­φυ­σών­τας τὸν κα­πνό, γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Πάν­τως, εἶ­σαι ἀ­λη­θι­νὸς σύν­τρο­φος, νὰ ξέ­ρεις.»

       Ὁ Ἀ­κὶμ τοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι, λέ­γον­τας:

       «Ἔ­λα, Φραν­σί­σκο, πρέ­πει δυ­στυ­χῶς νὰ ση­κω­θοῦ­με. Ὁ τρε­λός, ἀ­πέ­ναν­τι, μᾶς φω­νά­ζει πά­λι γιὰ γύ­ρι­σμα. Θέ­λει, λέ­ει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου νὰ ἔ­χου­με τε­λει­ώ­σει τὴν ται­νί­α.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας, ὈροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: σκηνὴ ἀπὸ τὸν ἡμιτελῆ Δὸν Κιχώτη τοῦ Ὄρσον Οὐέλλες, μὲ τὸν Φραν­σί­σκο Ρε­ϊ­γκου­έ­ρα ὡς Δὸν Κι­χώ­τη καὶ τὸν Α­κὶμ Τα­μί­ροφ ὡς Σάντσο Πάντσα.



		

	

Νίκος Δήμου: Σάντσο;


04-Dimou,Nikos-Sancho;-Eikona-02


Νί­κος Δή­μου


Σάν­τσο;


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΗΜΕΡΑ μοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν νέ­ο τρό­φι­μο. «Δὸν Κι­χώ­της». Ἡ καρ­τέ­λα του λέ­ει: «Ἤ­ρε­μος καὶ ἀ­βλα­βής».

(Ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει νού­με­ρο πα­λαι­ᾶς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ὑ­πάρ­χουν στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α μας καὶ Να­πο­λέ­ον­τες καὶ Με­γα­λέ­ξαν­δροι…)

       Ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν πα­ρα­δο­σια­κὸ Δὸν Κι­χώ­τη, ὅ­πως τὸν ζω­γρά­φι­σε ὁ Ντο­ρέ. Ψη­λός, ξε­ρα­κια­νός, μὲ μού­σι τρά­γου.

       «Ὁ ἀ­γώ­νας συ­νε­χί­ζε­ται», μοῦ εἶ­πε ἐμ­πι­στευ­τι­κά. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν γα­λα­νά, ξε­πλυ­μέ­να.

       «Εἴ­μα­στε πολ­λοί – κι ἂς μὴ φαι­νό­μα­στε», συ­νέ­χι­σε. «Θὰ τὸν ἀλ­λά­ξου­με τὸν κό­σμο.»

       Σώ­παι­να. Τί νὰ πῶ;

       Με­τὰ μὲ ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους καὶ κοι­τών­τας με στὰ μά­τια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὸ πρό­βλη­μά του. «Γιὰ νὰ πε­τύ­χου­με, ὅ­μως, χρει­α­ζό­μα­στε πι­στοὺς ὑ­πη­ρέ­τες. Πάν­τα ἐ­μεῖς οἱ ἱπ­πό­τες βα­σι­ζό­μα­σταν στοὺς ὑ­πη­ρέ­τες μας. Ὁ Σάν­τσο Πάν­τσα τά­ι­ζε καὶ ξύ­στρι­ζε τὸν Ρο­σι­νάν­τε, ἑ­τοί­μα­ζε καὶ τὸ δι­κό μου φα­γη­τό. Χω­ρὶς αὐ­τὸν εἶ­μαι ἄ­χρη­στος. Ἔ­χε­τε μή­πως κα­νέ­ναν ἐ­δῶ;»

       Τί νὰ τοῦ πῶ; Ὅ­τι τριά­ντα χρό­νια ψυ­χί­α­τρος εἶ­χα δεῖ ἀρ­κε­τοὺς Δὸν Κι­χῶ­τες, ἀλ­λὰ οὔ­τε ἕ­ναν Σάν­τσο;


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Νίκος Δήμου (Ἀθήνα, 1935). Συγ­γρα­φέ­ας, ἀρ­θρο­γρά­φος, ποι­η­τής, φω­το­γρά­φος, δια­φημι­στής. Σπού­δα­σε Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γία στὴν Ἀ­θή­να, Φι­λο­σο­φία καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λολ­ο­γία στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μο­νά­χου. Γνω­στό­τε­ρα στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ εἶ­ναι τὰ βι­βλί­α ὅ­που ἀ­να­λύ­ει καὶ κρί­νει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: Ἡ δυ­στυ­χί­α νὰ εἶ­σαι Ἕλ­λη­νας, Ἡ χα­μέ­νη τά­ξη, Ἀ­πο­λο­γί­α ἑ­νὸς ἀν­θέλ­λη­να κ.ἄ. Πιὸ πρό­σφα­τα βι­βλί­α του, ἡ ἐ­πα­νέκ­δο­ση τοῦ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κοῦ: Οἱ δρό­μοι μου. Μι­χα­ὴλ Βό­δα, Ρή­νου, Γα­λή­νης, Πα­ρά­σχου (2015) καὶ ὁ κα­τά­λο­γος τῆς ἔκ­δο­σης Ὁ μο­να­χι­κὸς πο­λυ­πράγ­μων (2015) ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κιχώτης πείθει τὸν Σάντσο νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει ὡς ὑ­πη­ρέ­της του». Χα­ρα­κτι­κὸ τοῦ Gustave Doré (1888).


Ἰωάννα Ἀμπατζῆ: Γιὰ τὴ Δόνια Δουλτσινέα


02-Ampatzi,Ioanna-GiaTinDoniaDulcinea-Eikona-02


Ἰ­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ


Γιὰ τὴ Δό­νια Δουλ­τσι­νέ­α


02-TaphΟΥΣ ΤΟ ΕΙΧΕ ΨΙΘΥΡΙΣΕΙ ὁ ἄ­νε­μος ποὺ τὰ μαρ­τυ­ρά­ει ὅ­λα κι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ἔ­βρι­σκαν ἡ­συ­χί­α. Πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­χαν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν ἕ­ναν τό­σο φο­βε­ρὸ κίν­δυ­νο, ἀ­λί­μο­νο, ἡ μοί­ρα τους ἦ­ταν προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ γνώ­ρι­ζαν χί­λια δύ­ο πράγ­μα­τα, μπο­ρεῖ νὰ σή­κω­ναν βου­νὰ μὲ τὰ χέ­ρια τους, νὰ ἔ­λι­ω­ναν πό­λεις στὸ πά­τη­μά τους, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν μά­θει πο­τὲ νὰ ἀ­γα­ποῦν. Ἦ­ταν γί­γαν­τες. Δὲν ἤ­ξε­ραν τὰ τερ­τί­πια τοῦ ἔ­ρω­τα, δὲν εἶ­χαν αἰ­σθαν­θεῖ πο­τὲ τὶς βου­τι­ές του, τὰ ρί­γη του, τὰ χτυ­πο­κάρ­δια του. Πῶς νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σεις κά­τι ποὺ δὲν γνω­ρί­ζεις; Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­νι­ω­σαν τὸ ζε­στὸ ἀ­έ­ρα στὸ πρό­σω­πό τους, ὕ­στε­ρα μιὰ λόγ­χη, ἕ­να βέ­λος, μιὰ αἰχ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς τρυ­πά­ει ἕ­ναν ἕ­ναν. Κου­νοῦ­σαν μὲ ἀ­πελ­πι­σί­α τὰ χέ­ρια τους κα­θὼς ἔ­βλε­παν τὰ πό­δια τους νὰ ρι­ζώ­νουν στὴ γῆ. Δυ­να­τὰ τὰ ξόρ­κια. Ἄ­νι­ση μά­χη. «Γιὰ τὴ Δό­νια Δουλ­τσι­νέ­α!» ἦ­ταν οἱ τε­λευ­ταῖ­ες λέ­ξεις ποὺ ἄ­κου­σαν πρὶν με­τα­μορ­φω­θοῦν σὲ ἀ­νε­μό­μυ­λους.


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

­ω­άν­να Ἀμ­πα­τζῆ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἀ­πό­φοι­τος Γαλ­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας, μὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Θε­α­τρο­λο­γί­α καὶ τὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­γρα­φί­α καὶ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση. Ἔρ­γα της, ἀ­το­μι­κὰ ἢ συλ­λο­γι­κά, ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρους ἐκ­δο­τι­κούς. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πα­ρά­θυ­ρα (ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἔκδ. Μο­λύ­βι, 2014).

Εἰκόνα: Juan Gallego.



		

	

Κώστας Ἀκρίβος: Ὁ δὸν Κιχότε δέσμιος· ὄχι μόνον ἀπὸ ἔρωτα


01-Akribos,Kostas-ODonKichoteDesmios.OchiMonoApoErota-Eikona-02


Κώ­στας Ἀ­κρί­βος


Ὁ δὸν Κι­χό­τε δέ­σμιος· ὄ­χι μό­νον ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα


06-OmikronΛΟΝΥΧΤΙΣ ἀ­κί­νη­τος, φι­γού­ρα ψι­λόλι­γνη στὸ φεγ­γα­ρό­φως. Τὸν ἐ­ξε­γέ­λα­σε ἡ Μα­ρι­τόρ­νες· πὼς τά­χα ἡ κυ­ρά της στέρ­γει νὰ φι­λή­σει τὸ γεν­ναῖ­ο του μπρά­τσο. Ἀ­νέ­βη ὀρ­θὸς στὴ σέ­λα μου, τό ’­χω­σε στὸ φεγ­γί­τη. Νὰ δεῖ πό­σο δυ­να­τοὶ οἱ μύ­ες, πῶς φου­σκώ­νουν οἱ φλέ­βες. Τὸ πα­λι­ο­γύ­ναι­ο ἔ­δε­σε τὴ χεί­ρα του μὲ τὸ κα­πί­στρι ἀ­πὸ τὸ μάν­τα­λο τῆς θύ­ρας· τὸν ἀ­φῆ­κε νὰ νο­μί­ζει πὼς μά­για τοῦ ’­χουν κά­νει. Ἦ­ταν νὰ κου­νη­θῶ ρού­πι; Ξη­με­ρω­θή­κα­με ἔ­τσι. Θὰ ἄν­τε­χα κι ἄλ­λες ὧ­ρες τὸ μαρ­τύ­ριο ἐ­γὼ τὸ ἄ­λο­γό του ὁ Ρο­θι­νάν­τε, ἂν δὲν μὲ πλη­σί­α­ζε φο­ρά­δα βαρ­βα­τω­μέ­νη. Κου­νή­θη­κα νὰ τὴ μυ­ρί­σω, νὰ χα­ϊ­δευ­τοῦ­με. Καὶ τό­τες ἐ­κρε­μά­στη μιὰ πι­θα­μὴ ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, μούγ­κρι­ζε ὁ κα­η­μέ­νος. Σω­ριά­στη κα­τα­γῆς σὰν τοῦ ’­κο­ψε τὰ δε­σμὰ ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα. Μὰ τὰ δε­σμὰ τοῦ μυα­λοῦ γιὰ μά­για καὶ ἱπ­πο­σύ­νες ποι­ός θὰ τοῦ τὰ κό­ψει; Ἢ μή­πως ὄ­χι; Κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι, φευ­γά­τος ἀ­πὸ τὰ ψέ­μα­τα τοῦ κό­σμου τοῦ ἀ­χρεί­ου;


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Κώ­στας Ἀ­κρί­βος (Γλα­φυ­ρὲς Μα­γνη­σί­ας, 1958). Μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴν μέ­ση δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα ἔ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει δε­κα­τέσ­σε­ρα βι­βλί­α του (μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των), ἐ­νῶ ἔ­χει πά­ρει μέ­ρος σὲ δι­ά­φο­ρα συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα. Δι­ηύ­θυ­νε τὴ σει­ρὰ «Μιὰ πό­λη στὴ λο­γο­τε­χνί­α» (Με­ταίχ­μιο) καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Κα­τὰ και­ροὺς δη­μο­σι­ο­ποι­εῖ τὴ γνώ­μη του γιὰ βι­βλί­α σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα μέ­σα. Τε­λευ­ταῖ­ο ἔρ­γο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Κί­τρι­νο ρώ­σι­κο κε­ρί (Με­ταίχ­μιο, 2014).

Εἰκόνα: Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré.


Γ. Παλαβός, Κ. Παλαιολόγος, Γ. Πατίλης: Ὁ Δὸν Κιχώτης σὲ (λιγότερες ἀπὸ) 150 λέξεις


Palabos-Palaiologos-Patilis-AfieromaCervantes-Eisagogi-Eikona-01


Γ. Παλαβός, Κ. Παλαιολόγος, Γ. Πατίλης

 

Δὸν Κι­χώ­της σὲ (λι­γό­τε­ρες ἀ­πὸ) 150 λέ­ξεις

12+1 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Θερ­βάν­τες

καὶ μιὰ εἰ­σα­γω­γή


02-TaphΟ 1615, Ο ΜΙΓΚΕΛ ΝΤΕ ΘΕΡΒΑΝΤΕΣ ΣΑΑΒΕΔΡΑ κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸ El in­ge­ni­o­so ca­bal­le­ro don Qui­jo­te de la Man­cha, τὸ δεύ­τε­ρο τό­μο, δη­λα­δή, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τοῦ Δυ­τι­κοῦ Κό­σμου. Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1616, ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἄ­φη­νε τὴν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή· τὴν ἴ­δια μέ­ρα, σύμ­φω­να μὲ τὸν (ψευ­δῆ) θρύ­λο, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πε­βί­ω­σε καὶ ὁ ἄλ­λος κο­ρυ­φαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κα­νό­να, ὁ Γου­ί­λιαμ Σέξ­πιρ. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἂν ὁ πρῶ­τος πέ­θα­νε στὶς 22 Ἀ­πρι­λί­ου καὶ ὁ δεύ­τε­ρος, μᾶλ­λον, στὶς 3 Μα­ΐ­ου, ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α ἔ­χει κα­θι­ε­ρώ­σει τὴν 23η Ἀ­πρι­λί­ου, ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἡ­μέ­ρα θα­νά­του καὶ τῶν δύ­ο, ὡς Ἡ­μέ­ρα τοῦ Βι­βλί­ου καὶ δη­μό­σιας ἀ­νά­γνω­σης ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη σὲ δι­ά­φο­ρες πό­λεις (καὶ ἐ­κτὸς Ἰ­σπα­νί­ας) ἀ­πὸ ἐ­θε­λον­τὲς ἀ­να­γνῶ­στες. Εἶ­ναι καὶ αὐ­τὸς ἕ­νας τρό­πος νὰ ἔρ­χε­ται κά­θε χρό­νο στὸ προ­σκή­νιο ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πού, ὡ­στό­σο, δὲν ἔ­χει ξε­χα­στεῖ πο­τὲ για­τὶ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα τὸ δί­δυ­μο ποὺ ἔ­πλα­σε —Δὸν Κι­χό­τε καὶ Σάν­τσο Πάν­θα (Σάν­τσο ὁ Κοι­λα­ράς)— πα­ρα­μέ­νει παγ­κό­σμιο ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς (γιὰ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ μή) τό­σο λό­γῳ τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του ἀ­ξί­ας, ὅ­σο για­τὶ τὰ δύ­ο μέ­λη του ὑ­πῆρ­ξαν οἱ πρῶ­τοι «ἥ­ρω­ες» πού, στὴ ρο­ὴ τῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς πλο­κῆς, ἐ­ξε­λίσ­σον­ται (συν­δι­α­λε­γό­με­νοι) ὡς χα­ρα­κτῆ­ρες καὶ ἀλ­λά­ζουν ἰ­δέ­ες καὶ κο­σμο­θε­ω­ρί­α.

       Ἔ­κλει­σαν καὶ κλεί­νουν, λοι­πόν, 400 χρό­νια ἀ­πὸ δύ­ο ση­μαν­τι­κὲς ἐ­πε­τεί­ους καί, ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο λαμ­βά­νουν χώ­ρα σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο ἐκ­δη­λώ­σεις γιὰ νὰ τι­μή­σουν τὸ ἔρ­γο καὶ τὸν συγ­γρα­φέ­α του, μὲ προ­ε­ξάρ­χου­σα τὴν Ἰ­σπα­νί­α καὶ τὸ συ­νε­πώ­νυ­μο μὲ τὸν δη­μι­ουρ­γὸ τοῦ Δὸν Κι­χό­τε ἰν­στι­τοῦ­το δι­ά­δο­σης τῆς ἰ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας (Instituto Cervantes) τὸ ὁ­ποῖ­ο δι­ορ­γά­νω­σε δύ­ο πρω­τό­τυ­πες ἐκ­θέ­σεις. Ἡ πρώ­τη, ποὺ ἔ­γι­νε τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015, ἦ­ταν μιὰ ἔκ­θε­ση ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­τι­ε φό­ρο τι­μῆς στοὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη μὲ τὴν πα­ρου­σί­α­ση 185 ἐκ­δό­σε­ων σὲ 56 γλῶσ­σες. Τὴν ἔκ­θε­ση τὴν ἐγ­και­νί­α­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας Χου­ὰν Γκο­ϊ­τι­σό­λο, βρα­βευ­μέ­νος τὸ 2014 μὲ τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν γραμ­μά­των ποὺ φέ­ρει καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­πί­θε­το τοῦ Θερ­βάν­τες (Premio Cervantes). Ἡ δεύ­τε­ρη ἔ­λα­βε χώ­ρα τὸ Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 καὶ πε­ρι­λάμ­βα­νε φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Νά­βια καὶ κεί­με­να τοῦ πε­ζο­γρά­φου Χού­λιο Γι­α­μα­θά­ρες μὲ ἀ­φορ­μὴ ἕ­να κοι­νό τους ὁ­δοι­πο­ρι­κὸ «στοὺς δρό­μους τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας», στοὺς δρό­μους, δη­λα­δή, τῆς Κα­στίλ­λης ποὺ δι­α­τρέ­χουν στὰ τρί­α τα­ξί­δια τους οἱ ἥ­ρω­ες τοῦ Θερ­βάν­τες.

       Ἀ­να­γνῶ­στες, συγ­γρα­φεῖς, με­τα­φρα­στές, φω­το­γρά­φοι… τι­μοῦν τὸν Θερ­βάν­τες συν­δι­α­λε­γό­με­νοι, ὁ κα­θέ­νας μὲ τὸ δι­κό του τρό­πο, μὲ τὸ ἔρ­γο του. Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ οἱ συ­νερ­γά­τες του, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Books’ Journal, ὁρ­μώ­με­νοι ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι ἕ­νας ἐ­πι­πλέ­ον τρό­πος νὰ τι­μή­σεις τὴν ἐ­πέ­τει­ο ἔκ­δο­σης ἑ­νὸς τό­σο ση­μαν­τι­κοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι, τὸ δί­χως ἄλ­λο, νὰ τὸ (ξα­να)δι­α­βά­σεις ἀλ­λὰ καὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σεις, ἐμ­πνε­ό­με­νος ἀ­πὸ αὐ­τό, κά­λε­σε τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες νὰ στεί­λουν ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα μέ­χρι 150 λέ­ξεις (ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο, τοῦ τί­τλου, ποὺ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κός, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) ἔ­χον­τας ὡς ἔμ­πνευ­ση κά­ποι­ο κε­φά­λαι­ο, πε­ρι­στα­τι­κὸ ἢ ἰ­δέ­α —ἐ­πι­μέ­ρους ἢ γε­νι­κή— τῶν δύ­ο τό­μων τοῦ ἐν λό­γῳ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Στό­χος τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς δι­ά­λο­γος τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν μπον­ζά­ι μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Θερ­βάν­τες καί, μέ­σῳ αὐ­τοῦ, νὰ πα­ρα­χθοῦν κεί­με­να μι­κρῆς ἔ­κτα­σης ἀλ­λὰ ἀ­ξι­ό­λο­γης δη­μι­ουρ­γι­κῆς πνο­ῆς.

       Το μυ­θι­στό­ρη­μα, ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος, εἶ­ναι ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σύμ­παν ποὺ φι­λο­δο­ξεῖ νὰ συμ­πε­ρι­λά­βει καὶ νὰ ἐκ­φρά­σει τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τὸ το­πί­ο καὶ τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου μέ­χρι τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὶς μύ­χι­ες σκέ­ψεις τῶν χα­ρα­κτή­ρων του. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὁ Θερ­βάν­τες, στοὺς δύ­ο τό­μους τοῦ μνη­μει­ώ­δους ἔρ­γου του, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν δύ­ο ἀν­τι­η­ρώ­ων του, ἀλ­λὰ καὶ πα­ρεμ­βάλ­λον­τας ἱ­στο­ρί­ες ξέ­νες πρὸς τὴν κύ­ρια πλο­κή, συν­θέ­τει τὸ πορ­τρέ­το μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης ἐ­πο­χῆς. Στὸ ἀν­τί­θε­το ἄ­κρο τῆς μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κῆς «πο­λυ­συλ­λε­κτι­κό­τη­τας» ἀ­παν­τᾶ­με τὴν ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἤ, ἀλ­λι­ῶς, ἱ­στο­ρι­ῶν μπον­ζά­ι ποὺ στὴν ἰ­δα­νι­κὴ μορ­φή τους δί­νουν χῶ­ρο μό­νο στὰ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­πα­ραί­τη­τα γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας τους καὶ ἀ­φή­νουν τὰ ὑ­πό­λοι­πα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη: «Ξύ­πνη­σα φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος», γρά­φει ὁ Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ δι­ά­ση­μα ἰ­σπα­νό­γρα­φα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ τι­τλο­φο­ρεῖ­ται «Μυ­θι­στό­ρη­μα τρό­μου» καὶ μὲ μό­λις τέσ­σε­ρις λέ­ξεις (τοῦ τί­τλου συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου) δη­μι­ουρ­γεῖ κλί­μα ἔν­τα­σης ποὺ θὰ ζή­λευ­αν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἑ­κα­τον­τά­δων σε­λί­δων. Τὰ κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ αὐ­τοῦ τοῦ λι­λι­πού­τει­ου λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους εἶ­ναι ἡ συν­το­μί­α, ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κό­τη­τα, ἡ ἐ­πι­νο­η­τι­κό­τη­τα, ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἀ­να­τρο­πή: ὅ,τι πρέ­πει, δη­λα­δή, γιὰ μιὰ «αἱ­ρε­τι­κὴ ἀ­να­μέ­τρη­ση» μὲ τὸν Δὸν Κι­χώ­τη.

       Ὁρ­μώ­με­νοι, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ πρω­το­τύ­που ἢ τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ (θυ­μί­ζου­με ὅ­τι ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὑ­πάρ­χει δι­α­θέ­σι­μος στὸ ἐμ­πό­ριο στὶς με­τα­φρά­σεις Κ. Καρ­θαί­ου καὶ Α. Δη­μη­τρού­κα [ἐκδ. Πα­τά­κης, τό­μοι Α’ καὶ Β’], Ἠ­λί­α Ματ­θαί­ου [ἐκδ. 4π Εἰ­δι­κὲς Ἐκ­δό­σεις Α.Ε., τό­μοι Α’ καὶ Β’] καὶ Με­λί­νας Πα­να­γι­ω­τί­δου [ἐκδ. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, τό­μος Α’]) οἱ συγ­γρα­φεῖς ἔ­πρε­πε νὰ συγ­γρά­ψουν καὶ νὰ ἀ­πο­στεί­λουν ἐ­πώ­νυ­μα τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους με­τα­ξὺ 15 Σε­πτεμ­βρί­ου καὶ 15 Δε­κεμ­βρί­ου 2015 στὴν ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου. Τὰ κεί­με­να ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ συ­νο­δεύ­ον­ται ἀ­πὸ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πό­σπα­σμα ἢ ἰ­δέ­α τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ἀ­πε­τέ­λε­σε ἀ­φορ­μὴ γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἱ­στο­ρί­ας. Κά­θε συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ λά­βει μέ­ρος στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα μὲ ἕ­να μό­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

       Λά­βα­με συ­νο­λι­κὰ 129 ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι, μὲ ἔ­κτα­ση ἀ­πὸ 13 ἕ­ως 150 λέ­ξεις. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πὸ τὸν δι­η­γη­μα­το­γρά­φο καὶ με­τα­φρα­στῆ Γιά­ννη Πα­λα­βό, τὸν κα­θη­γη­τὴ με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας καὶ ἰ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆ Κων­σταν­τῖ­νο Πα­λαι­ο­λό­γο καὶ τὸν ποι­η­τὴ καὶ ἐκ­δό­τη Γιά­ννη Πα­τί­λη, θε­ω­ρεῖ τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση πο­λὺ ὑ­ψη­λή, ἀ­φοῦ τὸ πιὸ αἰ­σι­ό­δο­ξο μέ­λος της δὲν ἀ­νέ­με­νε πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 100 συμ­με­το­χὲς (γιὰ τοὺς ἀ­παι­σι­ό­δο­ξους ἂς μὴ μι­λή­σου­με…), καὶ εἶ­ναι ἰ­διαί­τε­ρα συγ­κι­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­λή­φθη­σαν ἀ­πὸ μα­θη­τὲς λυ­κεί­ων της χώ­ρας: τὸ Α’ Πει­ρα­μα­τι­κὸ Λύ­κει­ο Ἀ­θη­νῶν (σχο­λεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε φοι­τή­σει μέ­λος τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς), τὸ Β’ Γε­νι­κὸ Λύ­κει­ο Δι­α­πο­λι­τι­σμι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης Εὐ­ό­σμου καὶ τὸ ΣΤ’ Γε­νι­κὸ Λύ­κει­ο Ζω­γρά­φου. Ἡ συμ­με­το­χή τους ἀ­πο­τέ­λε­σε ἔ­νε­ση αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με, λοι­πόν, ἀ­πὸ καρ­διᾶς τοὺς ἔ­φη­βους συγ­γρα­φεῖς καὶ τοὺς κα­θη­γη­τές τους, ὅ­πως εὐ­χα­ρι­στοῦ­με καὶ τοὺς δε­κά­δες φί­λους, ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ αὐ­τοὺς κα­τα­ξι­ω­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, ποὺ μᾶς συ­νό­δευ­σαν σὲ τοῦ­το τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα καὶ μᾶς τί­μη­σαν μὲ τὴ συμ­με­το­χή τους.

       Ἀ­κο­λου­θοῦν τὰ δε­κα­τρί­α (κα­θό­τι δί­σε­κτο τὸ 2016…) κα­λύ­τε­ρα μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­τσι ὅ­πως τὰ ἀ­πο­τί­μη­σε ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Τὰ δι­α­κρί­νουν χι­οῦ­μορ, πρω­τό­τυ­πες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὴν ἀ­φή­γη­ση, ἀ­να­τρο­πὲς στὴν πλο­κὴ καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη ἔκ­βα­ση, κά­πο­τε καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο: στο­χα­στι­κὸς σύγ­χρο­νος μὲ τὴν ἐ­πο­χή μας προ­βλη­μα­τι­σμὸς πά­νω στὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ ἔρ­γου. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ πρό(σ)κληση τοῦ Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τοῦ Books’ Journal δὲν ἦ­ταν ἕ­νας (ἀ­κό­μη) λο­γο­τε­χνι­κὸς δι­α­γω­νι­σμὸς —ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λο «βρα­βεῖ­ο» πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των πού, σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή, ξε­χώ­ρι­σαν— οἱ ἱ­στο­ρί­ες μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν δη­μο­σι­εύ­ον­ται κα­τὰ τὴν ἀλ­φα­βη­τι­κὴ σει­ρὰ τῶν ἐ­πι­θέ­των τῶν συγ­γρα­φέ­ων τους.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (1963). Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς κα­θη­γη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νης Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας καὶ Ἰ­σπα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στής (Οὐ­να­μοῦ­νο, Λόρ­κα, Σάμ­πα­το, Γι­α­μα­θά­ρες, Γκα­μο­νέ­δα, Πά­μι­ες κ.ἄ). Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του ἡ (Ἀ)πει­θαρ­χί­α τῶν λέ­ξε­ων. Κεί­με­να γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α (Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, 2014). Προ­σω­πι­κὸ μπλόγκ:

http://konstantinos-paleologos.blogspot.gr

Γιά­ννης Πα­τί­λης (1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε ἕν­τε­κα συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των, κα­θὼς καὶ δο­κί­μια, κρι­τι­κὲς καὶ φι­λο­λο­γι­κὲς με­λέ­τες. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον (1986-2012). Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε τὴν δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ μι­κρὸ διή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι τὴν ὁ­ποί­α συν­δι­ευ­θύ­νει ἔ­κτο­τε μὲ τὴν πε­ζο­γρά­φο Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου.