Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της: Ἀ­πο­σκευ­ή


13-Psaltis,Antonis-Aposkeyi-Eikona-01


Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της


Ἀ­πο­σκευ­ή


17-oΑΛΟΝΣΟ ΚΙΧΑΝΟΣ, ποὺ συ­νή­θι­ζε μέ­χρι τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ νὰ ὑ­πο­γρά­φει τ’ ὄ­νο­μά του μὲ τὸ ἄλ­φα ἐν­τὸς κύ­κλου, ἔ­στρε­ψε τὸ ὕ­στα­το βλέμ­μα του στὰ δι­α­κο­σμη­τι­κὰ σου­βε­νὶρ ἀ­πὸ τὸ θε­ρι­νὸ τα­ξί­δι στὴν Βαρ­κε­λώ­νη· ἔ­κλει­σε καὶ κλεί­δω­σε, διὰ παν­τός, τὴ θύ­ρα τῆς ἐρ­γέ­νι­κης γκαρ­σο­νι­έ­ρας καὶ μὲ τὸ μυα­λό του ἐ­λεύ­θε­ρο καὶ κα­θα­ρό, χω­ρὶς τὶς σκο­τει­νὲς σκι­ὲς ποὺ πά­νω του ἔ­ρι­χνε τὸ πι­κρὸ καὶ συ­νε­χὲς δι­ά­βα­σμα τῶν ἱπ­πο­τι­κῶν, ὅ­πως τὰ πα­ρο­μοί­α­ζε, βι­βλί­ων, ξε­κί­νη­σε γιὰ τὴ βάρ­δια του, φύ­λα­κας φυ­λα­κῶν, ἔ­χον­τας ἤ­δη κα­τὰ νοῦ πὼς ὁ ἑ­πό­με­νος θὰ τὸν ἔ­βρι­σκε νὰ ἔ­χει ση­μα­δέ­ψει τὴν καρ­διά του μὲ τὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ πι­στό­λι. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε. Δί­χως ση­μεί­ω­μα. Δί­χως ἐ­ξή­γη­ση. Πα­ρὰ μο­νά­χα σὲ μιὰ χα­ρα­μά­δα τῶν μα­τι­ῶν του στιλ­πνὰ νὰ κα­θρε­φτί­ζον­ται, ἀ­κό­μη, ἕ­να ξύ­λι­νο κον­τά­ρι κι ἕ­να μπρού­τζι­νο λε­γέ­νι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Ἀν­τώ­νης Ψάλ­της (Κρανιὰ Ὀλύμπου, 1977). Σπού­δα­σε Νο­μικὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γὀ­ρος στὴ Λά­ρι­σα. Τὸ 2005 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ὁ ἥ­ρω­ας μέ­σα μου καὶ τὸ 2013 τὸ δεύ­τε­ρο μὲ τί­τλο Τὸ καν­τή­λι καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ : Τε­φλόν, Φαρ­φου­λᾶς, Πα­ρέμ­βα­ση, Πόρ­φυ­ρας, Τὰ ποι­η­τι­κά καὶ Jazz and Jazz. Με­τα­φρά­σεις του ἀ­πὸ τὴν Πα­λα­τι­νὴ Ἀν­θο­λο­γί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ κου­τσὴ Μα­ρί­α καὶ Ποι­η­τι­κή.


		
Advertisements

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη: Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


12-Chatzimanolaki,Poly-ODonKichotisGennithikeKaiGiaMena-Eikona-02


Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη


Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


Φρο­νι­μό­τα­τε Σε­ΐτ Χα­μίτ,

        Μά­θε πὼς ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να. Ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γήν. Τοῦ­το για­τὶ ἐ­πέ­δει­ξε μιὰ ἀ­κραί­α ἀ­δυ­να­μί­α τῆς φαν­τα­σί­ας. Ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴ δρά­ση γιὰ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν οἱ βα­θύ­τε­ροι πό­θοι της. Ἐ­γώ, ἀν­τι­θέ­τως, δὲν βγῆ­κα πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη μου. Ζῶ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, φέρ­νον­τας στὸ φῶς τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν ἀ­να­γνω­σμά­των μου. Δι­α­χει­ρί­ζο­μαι τὴν ἔκ­στα­ση μό­νο μὲ τὸ νοῦ, τὸ πνεῦ­μα μου καὶ μό­νο καλ­πά­ζει, ἐ­γώ, ὁ ἱπ­πό­της τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Στὰ σύν­νε­φα ἔ­χτι­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου καὶ χά­ρι­σα ἕ­να νη­σὶ στὸν ὑ­πη­ρέ­τη μου.

       Θλί­βο­μαι γιὰ τὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση στὴν ὁ­ποί­α τὸν ἔ­χε­τε ὑ­πο­βά­λει τό­σα χρό­νια. Καὶ ὅ­μως δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη τοὺς κα­κό­βου­λους μά­γους νὰ σώ­σουν τὰ προ­σχή­μα­τα, ἂν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ μὴν ἐ­πι­χει­ρή­σει τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ χω­ριό του, νὰ μὴ ζη­τή­σει ἄλ­λη ἐκ­πλή­ρω­ση πλὴν αὐ­τῆς στὴ φαν­τα­σί­α του.

       Αὐ­τὸ ποὺ ζῶ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νει­ρο­πο­λῶ.

 Φερ­νάν­το Κα­έ­ι­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη (Κά­λυ­μνος, 1958). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὴ Στα­τι­στι­κὴ Φυ­σι­κὴ στὶς Βρυ­ξέλ­λες, κον­τὰ στὸν νομ­πε­λί­στα I­lya Pri­go­gi­ne. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ Πα­νελ­λή­νιου Δι­α­γω­νι­σμοῦ Ἀ­νά­γνω­σης Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου «Βι­βλι­ο­δρο­μί­ες» ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια δι­ορ­γα­νώ­νε­ται ἀ­πὸ τὰ Ἐκ­παι­δευ­τή­ρια Γεί­το­να.  Οἱ Μέ­λισ­σες τοῦ Κάλ­βου (2008) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της Τὸ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν που­λι­ῶν (2014).



		

	

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που: Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του


11-Filippou,Filippos-TiEgineStonPyrgo...-Eikona-02


Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που


Τί ἔ­γι­νε στὸν πύρ­γο ὅ­που ἔ­με­ναν

ὁ Δὸν Κι­χώ­της μὲ τὸν ἱπ­πο­κό­μο του

H-Itta-SomataΑΛΤΙΣΙΔΟΡΑ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας πὼς σκου­πί­ζει τὰ δά­κρυ­ά της μ’ ἕ­να μαν­τί­λι. Ἔ­νι­ω­θε τα­πει­νω­μέ­νη ποὺ ὁ Δὸν Κι­χώ­της δὲν δέ­χτη­κε τὸν ἔ­ρω­τά της. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πῆ­γε στὸ τέρ­μα τοῦ δι­α­δρό­μου καὶ πα­ρα­φύ­λα­ξε μέ­χρι νὰ φύ­γουν οἱ δοῦ­κες. Θέ­λον­τας νὰ τι­μω­ρή­σει τὸν ἱπ­πό­τη ἐ­λε­ει­νῆς μορ­φῆς ποὺ τὴν ἀ­πέ­κρου­σε, σκαρ­φί­στη­κε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἰ­δέ­α.

       Μό­λις εἶ­δε τὸν Δὸν Κι­χώ­τη νὰ πη­γαί­νει πρὸς νε­ροῦ του, μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο καὶ ξε­γύ­μνω­σε τὸ στῆ­θος της. Ὁ Σάν­τσος σά­στι­σε. Ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὸ στό­μα της κόλ­λη­σε στὸ δι­κό του, τὸ χέ­ρι της ψα­χού­λε­ψε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια του. Ἐ­κεῖ­νος, ἐν­τε­λῶς ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος, τρά­βη­ξε τὸ κε­φά­λι του, λέ­γον­τας:

       «Ἀ­γα­πά­ω τὴ γυ­ναί­κα μου, δὲν μπο­ρῶ νὰ τὴν ἀ­πα­τή­σω.»

       «Εἶ­σαι ἀ­νό­η­τος.»

       «Τὸ κο­κό­ρι μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ τρα­γου­δή­σει.»

       «Εἶ­στε κι οἱ δύ­ο τρε­λοὶ γιὰ δέ­σι­μο», τοῦ εἶ­πε θυ­μω­μέ­νη ἡ Ἀλ­τι­σι­δό­ρα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που (Κέρκυρα, 1948). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς σὲ σχο­λὴ Ἐμ­πο­ρι­κοῦ Ναυ­τι­κοῦ καὶ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει σὲ πον­το­πό­ρα πλοῖ­α. Ἔ­χει γρά­ψει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ με­λέ­τες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες τοῦ Κων­σταν­τί­νου Κα­βά­φη κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ καὶ στὰ ρου­μα­νι­κά. Πρό­σφα­τα ἐ­ξέ­δω­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ γυ­ναί­κα ὡς ἔρ­γο τέ­χνης.

Εἰκόνα: Χαρακτικὸ τοῦ Gustave Doré (1888).



		

	

Γαλήνη Σαουλίδου: Ἐκδικητής


10-Saoulidou,Galini-Ekdikitis-Eikona-01


Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου


Ἐκ­δι­κη­τής


11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΚΟΥΣ πρῶ­τα τα πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου στὴν ἄ­σφαλ­το, κοι­τά­ζεις ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­πί­στευ­το, ὁ Δὸν Κι­χώ­της, ὁ ἥ­ρω­ας τῶν παι­δι­κῶν σου χρό­νων, στέ­κε­ται ἐ­κεῖ, στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ πε­ρι­μέ­νει νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξεις. Σκου­πί­ζεις γρή­γο­ρα τὰ δά­κρυ­α, κα­τε­βαί­νεις μὲ τὶς παν­τό­φλες, ἦρ­θες τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή, γεν­ναῖ­ε ἱπ­πό­τη, δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο, ὁ δι­ευ­θυν­τής μου μὲ κά­νει κά­θε μέ­ρα σκου­πί­δι, τὰ ξέ­ρω ὅ­λα εὐ­γε­νέ­στα­τη δέ­σποι­να, ἂς μὴ χά­νου­με και­ρό. Νά ’­μα­στε κι­ό­λας στὸ γρα­φεῖ­ο του, ποι­ός εἶ­στε, κύ­ρι­ε; οἱ Ἀ­πό­κρι­ες ἀρ­γοῦν ἀ­κό­μα, τὰ λό­για στὴν πε­ρί­πτω­σή σου πε­ριτ­τεύ­ουν κα­τα­ρα­μέ­νο κά­θαρ­μα, τὸ σπα­θὶ τοῦ ἱπ­πό­τη κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη, χαρ­τιὰ αἰ­ω­ροῦν­ται καὶ δι­α­σκορ­πί­ζον­ται στὸ πά­τω­μα, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πέ­φτει αἱ­μό­φυρ­τος ἀ­π’ τὴν κα­ρέ­κλα, πλή­ρω­σε καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω τὴν ἀ­παί­σια συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ἀγ­κα­λιά­ζεις τὸν ἱπ­πό­τη γε­μά­τη εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ἀ­νε­βαί­νε­τε κι οἱ δύ­ο στὸν Ρο­σι­νάν­τη, δὲν καλ­πά­ζει, πε­τά­ει, τὰ πό­δια του ἴ­σα ποὺ ἀγ­γί­ζουν τὶς κε­ραῖ­ες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, ἄ­δι­κα στε­νο­χω­ρι­ό­σουν, ἡ λύ­ση ἦ­ταν τε­λι­κὰ τό­σο ἁ­πλῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Γα­λή­νη Σα­ου­λί­δου (Ἀθήνα, 1962). Σπού­δασε Παιδαγωγικὰ  καὶ Φιλολογία (τμῆ­μα Ἱ­στο­ρί­ας – Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­ας) καὶ μετεκπαιδεύτηκε στὴν Μα­ράσ­λει­ο Εἰ­δι­κὴ Ἀ­γω­γή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δα­σκά­λα ἐ­πὶ 30 χρό­νια. Μὲ τὸ γρά­ψι­μο ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σχο­λεῖται με­τὰ τὴ συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σή της, ὁ­πό­τε καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ἐρ­γα­στή­ρι δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Γ. Ναλ­παν­τί­δη.


Σπῦρος Παύλου: Ὁ Σάντσο βλαστημάει


09-Paylou,Spyros-OSantsoBlastimaei-Eikona-01


Σπύ­ρος Παύ­λου


Ὁ Σάν­τσο βλα­στη­μά­ει


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΜΟΥΛΗΣ κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἄ­λο­γο, φω­νά­ζον­τας στὸν Σάν­τσο Πάν­τσα ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πά­νω στὸ ἀ­κί­νη­το, ξύ­λι­νο γα­ϊ­δου­ρά­κι του: «Σάν­τσο, στα­μά­τα, μέ­χρι ἐ­δῶ».

       Ὁ Σάν­τσο γύ­ρι­σε τὸ βλέμ­μα του δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά, κοί­τα­ξε πέ­ρα μπρο­στὰ νὰ δεῖ τὸ παν­δο­χεῖ­ο, στὸ ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ ὁ Δὸν Κι­χώ­της, θὰ εἶ­χαν ἕ­να ἀ­πο­λαυ­στι­κὸ δεῖ­πνο, ἀλ­λὰ τὸ μό­νο ποὺ μπό­ρε­σε νὰ δι­α­κρί­νει ἦ­ταν τὶς ἄ­δει­ες θέ­σεις τοῦ θε­ά­τρου, τὸ σκη­νι­κὸ τῆς πα­ρά­στα­σης καὶ τὴ Δουλ­τσι­νέ­α ποὺ στε­κό­ταν στὸ τέ­λος τοῦ δι­α­δρό­μου, κά­τω ἀ­πὸ τὴ φω­τει­νὴ ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἔ­ξο­δος».

       Ὁ Κι­μού­λης ἔ­βγα­λε τὸ κρά­νος, ἀ­κούμ­πη­σε τὴν ἀ­σπί­δα του στὴ ζω­γρα­φι­σμέ­νη ἐ­λιὰ κι ἔ­μει­νε μὲ τὴ φόρ­μα. Ἄ­φη­σε τὸν Ὀ­κνομ­προ­στά­ρη ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ βο­σκή­σει στὸ γρα­σί­δι τῆς σκη­νῆς καὶ βά­δι­σε πρὸς τὸ κα­μα­ρί­νι του.

       Ὁ Σάν­τσο ἔ­ρι­ξε μιὰ βλα­στή­μια ἀλ­λά, ὡς πει­θή­νιος ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας, ἀ­κο­λού­θη­σε τὸν Κι­μού­λη, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, γνω­ρί­ζον­τας, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά, ὅ­τι οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Δὸν Κι­χώ­τη ἦ­ταν ἴ­δι­ες μὲ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ές του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Σπύ­ρος Παύ­λου (Ἀθήνα, 1957). Τε­λεί­ω­σε τὴν ἀ­νω­τέ­ρα σχο­λὴ του­ρι­στι­κῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων καὶ ἀ­πὸ τὸ 1990 μέ­νει στὴ Ρό­δο. Δου­λεύει ὡς ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος. Δι­α­τη­ρεῖ τὸ blog «Ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ἰ­δι­ό­τη­τες» ἀ­πὸ τὸ 2007. Δη­μο­σί­ευ­σε ποι­ή­μα­τά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέντρο, Ἐπίπεδο καὶ Ροδιακὰ Γράμματα. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ρό­δου.



		

	

Σπύρος Ν. Παππᾶς: Ὁ σύντροφος


Don Quichotte - Francisco Reiguera


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Ὁ σύν­τρο­φος


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΤΕΒΗΚΕ ἀ­π’ τὸ ἄ­λο­γο. Ἔ­βγα­λε τὴν τσίγ­κι­νη λε­κα­νί­τσα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κα­χε­κτι­κὸ κορ­μί του σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἱ­δρώ­τας ἔ­στα­ζε πά­νω στὸ θώ­ρα­κα. Τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ προ­σέ­φε­ρε ἕ­να πα­γού­ρι μὲ νε­ρό. Ἔ­δε­σε, βι­α­στι­κά, τὸ γα­ϊ­δου­ρά­κι σ’ ἕ­ναν πάσ­α­λο καὶ κά­θι­σε δί­πλα του. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­πι­ε με­ρι­κὲς γε­ρὲς γου­λι­ές. Ἔ­βρε­ξε τὸ μέ­τω­πό του καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πα­γού­ρι στὸ χῶ­μα. Τοῦ ζή­τη­σε τσι­γά­ρο. Ἔ­βγα­λε, ἀ­μέ­σως, ἕ­να τσα­λα­κω­μέ­νο πα­κέ­το καὶ τοῦ ἔ­δω­σε. Τὸ ἄ­να­ψε καὶ τρά­βη­ξε μιὰ βα­θιὰ ρου­φη­ξιά. Ξε­φυ­σών­τας τὸν κα­πνό, γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Πάν­τως, εἶ­σαι ἀ­λη­θι­νὸς σύν­τρο­φος, νὰ ξέ­ρεις.»

       Ὁ Ἀ­κὶμ τοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι, λέ­γον­τας:

       «Ἔ­λα, Φραν­σί­σκο, πρέ­πει δυ­στυ­χῶς νὰ ση­κω­θοῦ­με. Ὁ τρε­λός, ἀ­πέ­ναν­τι, μᾶς φω­νά­ζει πά­λι γιὰ γύ­ρι­σμα. Θέ­λει, λέ­ει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου νὰ ἔ­χου­με τε­λει­ώ­σει τὴν ται­νί­α.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβουάριος 2016.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας, ὈροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: σκηνὴ ἀπὸ τὸν ἡμιτελῆ Δὸν Κιχώτη τοῦ Ὄρσον Οὐέλλες, μὲ τὸν Φραν­σί­σκο Ρε­ϊ­γκου­έ­ρα ὡς Δὸν Κι­χώ­τη καὶ τὸν Α­κὶμ Τα­μί­ροφ ὡς Σάντσο Πάντσα.



		

	

Νίκος Δήμου: Σάντσο;


04-Dimou,Nikos-Sancho;-Eikona-02


Νί­κος Δή­μου


Σάν­τσο;


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΗΜΕΡΑ μοῦ ἔ­φε­ραν ἕ­ναν νέ­ο τρό­φι­μο. «Δὸν Κι­χώ­της». Ἡ καρ­τέ­λα του λέ­ει: «Ἤ­ρε­μος καὶ ἀ­βλα­βής».

(Ὅ­σο κι ἂν μοιά­ζει νού­με­ρο πα­λαι­ᾶς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ὑ­πάρ­χουν στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α μας καὶ Να­πο­λέ­ον­τες καὶ Με­γα­λέ­ξαν­δροι…)

       Ἔ­μοια­ζε μὲ τὸν πα­ρα­δο­σια­κὸ Δὸν Κι­χώ­τη, ὅ­πως τὸν ζω­γρά­φι­σε ὁ Ντο­ρέ. Ψη­λός, ξε­ρα­κια­νός, μὲ μού­σι τρά­γου.

       «Ὁ ἀ­γώ­νας συ­νε­χί­ζε­ται», μοῦ εἶ­πε ἐμ­πι­στευ­τι­κά. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν γα­λα­νά, ξε­πλυ­μέ­να.

       «Εἴ­μα­στε πολ­λοί – κι ἂς μὴ φαι­νό­μα­στε», συ­νέ­χι­σε. «Θὰ τὸν ἀλ­λά­ξου­με τὸν κό­σμο.»

       Σώ­παι­να. Τί νὰ πῶ;

       Με­τὰ μὲ ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους καὶ κοι­τών­τας με στὰ μά­τια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὸ πρό­βλη­μά του. «Γιὰ νὰ πε­τύ­χου­με, ὅ­μως, χρει­α­ζό­μα­στε πι­στοὺς ὑ­πη­ρέ­τες. Πάν­τα ἐ­μεῖς οἱ ἱπ­πό­τες βα­σι­ζό­μα­σταν στοὺς ὑ­πη­ρέ­τες μας. Ὁ Σάν­τσο Πάν­τσα τά­ι­ζε καὶ ξύ­στρι­ζε τὸν Ρο­σι­νάν­τε, ἑ­τοί­μα­ζε καὶ τὸ δι­κό μου φα­γη­τό. Χω­ρὶς αὐ­τὸν εἶ­μαι ἄ­χρη­στος. Ἔ­χε­τε μή­πως κα­νέ­ναν ἐ­δῶ;»

       Τί νὰ τοῦ πῶ; Ὅ­τι τριά­ντα χρό­νια ψυ­χί­α­τρος εἶ­χα δεῖ ἀρ­κε­τοὺς Δὸν Κι­χῶ­τες, ἀλ­λὰ οὔ­τε ἕ­ναν Σάν­τσο;


Don-Quixote-WindTurbine


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Νίκος Δήμου (Ἀθήνα, 1935). Συγ­γρα­φέ­ας, ἀρ­θρο­γρά­φος, ποι­η­τής, φω­το­γρά­φος, δια­φημι­στής. Σπού­δα­σε Γαλ­λι­κὴ Φι­λο­λο­γία στὴν Ἀ­θή­να, Φι­λο­σο­φία καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λολ­ο­γία στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μο­νά­χου. Γνω­στό­τε­ρα στὸ εὐ­ρὺ κοι­νὸ εἶ­ναι τὰ βι­βλί­α ὅ­που ἀ­να­λύ­ει καὶ κρί­νει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: Ἡ δυ­στυ­χί­α νὰ εἶ­σαι Ἕλ­λη­νας, Ἡ χα­μέ­νη τά­ξη, Ἀ­πο­λο­γί­α ἑ­νὸς ἀν­θέλ­λη­να κ.ἄ. Πιὸ πρό­σφα­τα βι­βλί­α του, ἡ ἐ­πα­νέκ­δο­ση τοῦ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κοῦ: Οἱ δρό­μοι μου. Μι­χα­ὴλ Βό­δα, Ρή­νου, Γα­λή­νης, Πα­ρά­σχου (2015) καὶ ὁ κα­τά­λο­γος τῆς ἔκ­δο­σης Ὁ μο­να­χι­κὸς πο­λυ­πράγ­μων (2015) ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὸ Μου­σεῖ­ο Μπε­νά­κη.

Εἰκόνα: «Ὁ Δὸν Κιχώτης πείθει τὸν Σάντσο νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει ὡς ὑ­πη­ρέ­της του». Χα­ρα­κτι­κὸ τοῦ Gustave Doré (1888).