Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Advertisements

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Εἰρήνη Γιαβάση: Παιδίσκη


Εἰ­ρή­νη Γι­α­βά­ση


Παι­δί­σκη


ΤΑΝΕ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ἀνοιξιάτικο, σὰν ὅ­λα ποὺ δι­α­βαί­να­νε ἀ­δι­ά­φο­ρα τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο μῆ­νες. Τὸ ἀ­πό­γευ­μα πα­ρα­φυ­λοῦ­σε, ἴ­διο καὶ ἀ­πα­ράλ­λα­κτο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να· σι­ω­πη­λό, μὲ ἀ­νύ­παρ­κτες τη­λε­φώ­νου κλή­σεις, φυλ­λο­μέ­τρη­μα τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς στὴν αὐ­λή, ἀ­πὸ τὴ συγ­κά­τοι­κο καὶ κη­δε­μό­να τοῦ σπι­τιοῦ για­γιά μου καὶ τὴν πι­θα­νὴ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἔ­φο­δο-ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση τῆς θεί­ας μου. Ὅ­λα κυ­λοῦ­σαν ἀρ­γὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ σὲ αὐ­τὴ τὴν ἔ­ρη­μη —μοῦ φαι­νό­ταν— καὶ κά­πο­τε ἥ­συ­χη με­ριὰ τῆς πό­λης, ποὺ ταί­ρια­ζαν τὰ βι­α­στι­κὰ κα­λο­και­ρι­νὰ μπά­νια, ἀλ­λὰ κα­θό­λου ἡ με­λαγ­χο­λι­κὴ πε­ρί­ο­δος ποὺ θή­τευ­α τοὺς τε­λευ­ταί­ους δύ­ο μῆ­νες καὶ δε­κα­τέσ­σε­ρις μέ­ρες. Ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τρα­βοῦ­σα τοὺς με­ση­με­ρια­νοὺς ὕ­πνους, νὰ ξε­χει­λώ­σουν, νὰ συρ­ρι­κνω­θεῖ ὁ χρό­νος, νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ μπρο­στά μου ἠ­ρε­μό­τε­ρα, δί­χως κλά­μα­τα καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὲς σι­ω­πὲς – γιὰ κά­ποι­ο λό­γο ὁ κό­σμος μου ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νος καὶ τα­ρα­χώ­δης μό­νο στὶς σι­ω­πές. Ὁ χρό­νος ἔ­μοια­ζε ἀ­πει­λη­τι­κὰ μα­κρύς, ἀ­δι­ά­βα­τος, γε­λοῦ­σε μὲ τὰ πρη­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ κλά­μα μά­τια μου κι ἐγώ, γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου, κοι­μό­μουν.

        Ἀ­κού­στη­κε τό­τε ἕ­να γρα­τζού­νι­σμα στὴν πόρ­τα. Ἄ­νοι­ξα καὶ εἶ­δα μὲ ἔκ­πλη­ξη —ὄ­χι γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν ὥ­ρα— τὴ μι­κρο­σκο­πι­κή, 80 ἑ­κα­το­στῶν μό­λις, καὶ ὀ­λι­γό­τρι­χη κα­στα­νό­ξαν­θη φι­γού­ρα τῆς Ἀγ­γε­λι­κού­λας. Ἡ μπέμ­πα γει­το­νο­πού­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ φαι­νό­ταν ἡ μα­μά της νὰ προ­σπα­θεῖ μὲ μυ­στα­γω­γι­κὰ σή­μα­τα χε­ρι­ῶν ποὺ σκού­πι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα νὰ μὲ μυ­ή­σει σὲ νο­ή­μα­τα ὑ­ψη­λά: «Πέν­τε» σχη­μά­τι­ζε τὸ χέ­ρι της σὰν μούν­τζα, ἐν­νο­ών­τας αὐ­τὰ τὰ πέν­τε λε­πτὰ ποὺ θὰ πε­τα­γό­ταν γιὰ τὸν, μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­μᾶς καὶ με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν μπέμ­πα, Πα­να­γι­ώ­τη στὸ κο­λυμ­βη­τή­ριο. Δέ­χτη­κα καὶ τὴν ἔ­βα­λα στὴν αὐ­λή.

        Κα­θί­σα­με στὶς ἄ­σπρες πλα­στι­κὲς κα­ρέ­κλες. Τὸ ἐ­φή­με­ρο πλά­σμα στε­κό­ταν μπρο­στά μου σὰν μυ­στι­κό. Καὶ τώ­ρα; Κά­τι ἡ χρό­νϊα ἀ­που­σί­α ἐ­πα­φῆς μὲ μω­ρου­δια­κὲς ἡ­λι­κί­ες, κά­τι ἡ ἐ­σω­στρέ­φειά μου μὲ μαγ­κῶ­σαν. Στρα­βο­κα­τά­πια καὶ ἔ­στυ­ψα τὸ μυα­λό μου νὰ θυ­μη­θεῖ τρα­γου­δά­κια καὶ κολ­πά­κια δι­α­σκε­δα­στι­κά, ποὺ ται­ριά­ζουν σὲ αὐ­τὲς τὶς ἡ­λι­κί­ες. Ἔ­κα­να μιὰ ἀ­ψυ­χο­λό­γη­τη γκρι­μά­τσα. Ἡ μυ­τού­λα της μα­ζεύ­τη­κε ψη­λὰ καὶ τὰ δον­τά­κια —ὁ­λό­κλη­ρη γραμ­μα­το­σει­ρὰ— πε­τά­χτη­καν μπρο­στὰ σὰν ἄ­σπρες τσί­χλες. Χα­μο­γέ­λα­σα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο δύ­σκο­λο. Μὲ κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κά, φαι­νό­ταν πε­ρί­ερ­γη. Μοῦ ‘ρθε στὸ στό­μα ξα­νὰ – δὲν τὸ ‘θε­λα – ἡ στι­φά­δα τῆς θλί­ψης μου. «Κού­κου- τσά» εἶ­πε ξαφ­νι­κά. Τὸ παι­χνί­δι της μὲ ξάφ­νια­σε. Ἔ­κρυ­βε τὰ μα­τά­κια πί­σω ἀ­πὸ τὰ φρα­τζο­λί­σια χε­ρά­κια καὶ ἄ­φη­νε προ­σε­κτι­κὰ μιὰ μι­κρὴ χα­ρα­μά­δα νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Ξα­νὰ καὶ ξα­νά, τὰ χε­ρά­κια της πα­ρί­στα­ναν πα­ρα­θυ­ρό­φυλ­λα ποὺ ἀ­νοίγαν καὶ κλεί­ναν, σὰν κα­λο­ρυθ­μι­σμέ­νη καρ­διά. Ἀ­κού­σια, τὰ χέ­ρια μου ἀγ­γί­ξαν τὸ πρό­σω­πό μου καὶ κά­να­νε τὸ ἴ­διο μὲ μιὰ ξε­χα­σμέ­νη χά­ρη. Τὰ γέ­λια της καὶ τὰ δι­κά μου ἀ­πρό­σμε­να γέ­λια χυ­θῆ­καν στὴν αὐ­λή.  Αὐ­τὸ τὸ πο­νη­ρὸ πλά­σμα ξε­γε­λοῦ­σε σὰν ἱ­κα­νὸς μα­έ­στρος τὴ θλί­ψη μου. Τὸ ἐ­λά­χι­στο ὕ­ψος του, τὸ κε­φα­λά­κι ἀ­πὸ χρυ­σὸ καὶ τὰ πο­νη­ρὰ μά­τια μ’ ἀ­­λά­φρω­ναν. Δὲν ξέ­ρω πό­ση ὥ­ρα κρυ­βό­μα­στε ἡ μί­α ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Πρό­σω­πο, χέ­ρια καὶ μύ­τες ἀ­να­κα­τεύ­ον­ταν καὶ κά­θε φο­ρά, ἡ ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ ποι­ός θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ πί­σω ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λα με­γά­λω­νε. Ὁ χρό­νος στα­μά­τη­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ πλά­σμα· ἠ­ρε­μοῦ­σα.

        Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἡ για­γιὰ φώ­να­ξε ἀ­πὸ μέ­σα τὸ ὄ­νο­μά της. «Ἀγ­γε­λι­κού­λα». Ἡ μι­κρή, ἔ­χον­τας ἀ­δυ­να­μί­α στὴν ἀ­σπρο­μάλ­λα γυ­ναί­κα μὲ τὰ τρία ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα δόν­τια καὶ τὴ μυ­ρω­διὰ ἱ­δρω­μέ­νης νι­βέ­α, πε­τά­χτη­κε πε­ρι­χα­ρῶς στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σπι­τιοῦ. Μπρο­στὰ στὸ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα μου καὶ στὰ χέ­ρια ποὺ πῆ­γαν νὰ τὴ στα­μα­τή­σουν μὴν τυ­χὸν καὶ χτυ­πή­σει, κα­τέ­βη­κε πη­δών­τας τὰ σκα­λο­πά­τια, δὲν πι­ά­στη­κε που­θε­νὰ νὰ στε­ρε­ώ­σει τὰ ἀ­δύ­να­μα βη­μα­τά­κια της καὶ ὅρ­μη­σε γε­λών­τας στὸ σα­λό­νι. Σὲ αὐ­τὰ τὰ δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ τὸ παιδάκι δι­έ­σχι­σε τρέ­χον­τας τὴν αὐ­λή, κά­τι μὲ δι­α­πέ­ρα­σε. Θὲς ἡ εὐ­θύ­νη, ἡ τα­χύ­τη­τα, τὸ βι­α­στι­κὸ τρέ­ξι­μο, ἡ ἀ­σφά­λεια αὐ­τοῦ τοῦ μι­κροῦ πλά­σμα­τος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, οἱ μω­ρου­δια­κὲς πα­τοῦ­σες ποὺ ἀγ­γί­ζαν τὸ χῶ­μα καὶ πε­τι­όν­ταν πά­λι ἀ­νά­λα­φρες ψη­λά, μοῦ φά­νη­καν —ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ σκη­νή— ἡ πιὸ γεν­ναί­α πρά­ξη τῶν τε­λευ­ταί­ων δύ­ο μη­νῶν καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων ἡ­με­ρῶν· ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ και­ροῦ ποὺ περ­νοῦ­σα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο καὶ ἀ­νοί­κει­ο βά­θος τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Τὸ μω­ρό, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ βου­τή­ξει μέ­σα στὸ κά­λε­σμα τῆς για­γιᾶς, μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ ἀ­νέ­μου, τὸ χα­μό­γε­λο τῆς εὐ­τυ­χί­ας, τὴ σι­γου­ριὰ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ πα­τᾶ γε­ρὰ στὰ πό­δια του. Σὲ αὐ­τὰ τὰ δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, μοῦ φά­νη­κε πὼς με­γά­λω­σα ἐ­γὼ ἡ ἴ­δια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Γι­α­βά­ση. Φοι­τή­τρια στὸ ΕΑΠ στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν 34ο δι­α­γω­νι­σμὸ τῆς Πα­νελ­λή­νιας Ἕ­νω­σης Λο­γο­τε­χνῶν στὴν κα­τη­γο­ρί­α νου­βέ­λα μὲ τὸ ἔρ­γο «Ρε­τά­λια ὕ­παρ­ξης».


Τάνια Ζαχαριάδη: Ἀετός


Τά­νια Ζα­χα­ριά­δη


Ἀ­ε­τός


ΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ στὴν ἐ­ξο­χή, κον­τὰ σ’ ἕ­να χω­ριό, ζοῦ­σε ἕ­νας πα­νέ­μορ­φος καὶ πε­ρή­φα­νος ἀ­ε­τός. Πε­ρή­φα­νος για­τί ἦ­ταν ὁ Ἀ­ε­τὸς καὶ πα­νέ­μορ­φος για­τί, ἐ­κτὸς ἀ­π’ τ’ ἄλ­λα του χα­ρί­σμα­τα εἶ­χε στὴν ἄ­κρη τῶν φτε­ρῶν του κρε­μα­σμέ­να, μι­κρὰ κρύ­σταλ­λα ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ φῶς κι ἔ­κα­ναν μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη με­λω­δί­α ν’ ἀ­κού­γε­ται στοῦ ἀ­νέ­μου κά­θε πνο­ή. Κα­θὼς πε­τοῦ­σε μὲ τὰ με­γά­λα του φτε­ρά, ἕ­νας κα­ταρ­ρά­χτης ξε­χύ­νον­ταν, ἀ­πὸ φῶς καὶ μου­σι­κή.

        Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε ἐ­ξαί­σια, οἱ μέ­ρες δι­α­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲς σὲ κοι­λά­δες κι ἁ­πλω­σι­ές, μὲ ξε­γνοια­σιὰ καὶ κρυ­στάλ­λι­νες με­λω­δί­ες κι ἦ­ταν αὐ­τός, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος ὅ­λων, ὁ χα­ϊ­δε­μέ­νος τους, τὸ πλά­σμα ποὺ ὀ­μόρ­φαι­νε τὸν κό­σμο.

        Ἀ­νε­παί­σθη­τα ὅ­μως καὶ σι­γὰ-σι­γά, μιὰ ἀλ­λα­γὴ συ­νέ­βαι­νε κρυ­φὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ σῶ­μα τοῦ ὄ­μορ­φου καὶ ξέ­γνοια­στου ἀ­ε­τοῦ. Ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα φαί­νον­ταν ὅ­πως πρίν, λαμ­πε­ρὰ καὶ χα­ρού­με­να, ὅ­μως ἄρ­χι­σε νὰ χά­νει λί­γο-λί­γο τὴ δύ­να­μή του καὶ νὰ ἀ­δυ­να­τί­ζει.

        Κα­θὼς περ­νοῦ­σε κι ἄλ­λο ὁ και­ρός, τὸ πρό­βλη­μα με­γά­λω­νε κι οἱ δυ­νά­μεις του ὅ­λο καὶ λι­γό­στευ­αν. Ἄρ­χι­σαν ψί­θυ­ροι ν’ ἀ­κού­γον­ται, «τί συμ­βαί­νει, πῶς ἔ­γι­νε ἔ­τσι, τὰ χά­λια του ἔ­χει! Μὰ εἶ­ναι αὐ­τός, ὁ ἴ­διος;», κα­θὼς καὶ κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ γε­λά­κια ἀ­π’ τὰ μέ­χρι πρὶν λί­γο και­ρὸ θη­ρά­μα­τά του ποὺ δὲν κιν­δύ­νευ­αν πιὰ καὶ τό­σο ἀ­π’ τὸν κυ­νη­γό τους.

        Ἔ­φτα­σε τέ­λος μιὰ μέ­ρα ποὺ τ’ ὄ­μορ­φο καὶ πε­ρή­φα­νο πλά­σμα ἔ­γι­νε μιὰ σκιά, ποὺ ἔ­σερ­νε τὰ κρύ­σταλ­λα τῶν φτε­ρῶν του σὰν κου­ρέ­λια στὶς λά­σπες τῶν δρό­μων. Ἔ­φτα­σε ἡ μέ­ρα ποὺ καὶ τὸ μι­κρό­τε­ρο πον­τι­κά­κι φάν­τα­ζε πιὸ δυ­να­τὸ ἀ­π’ αὐ­τόν. Τὸ π ο ν τ ί κ ι κο­ρό­ι­δευ­ε τὸν ἀ η τ ὸ καὶ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε!

        Τό­τε κά­ποι­ος μὲ συμ­πό­νια, τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ σπί­τι τῆς νυ­χτε­ρί­δας- μά­γισ­σας, μή­πως καὶ τὸν συμ­βού­λευ­ε αὐ­τὴ γιὰ τὸ κα­λό του.

        Τὸ σπί­τι ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ κι ἔ­βα­λε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις νὰ σκαρ­φα­λώ­σει ἐ­κεῖ, μὲ νύ­χια καὶ μὲ ράμ­φος, για­τὶ γιὰ νὰ πε­τά­ξει, δὲν μπο­ροῦ­σε πιά.

        Ἡ μά­γισ­σα τὸν κοί­τα­ξε λυ­πη­μέ­νη καὶ τοῦ ‘στρῶ­σε σὲ μιὰ μι­κρή, ἥ­συ­χη καὶ σκο­τει­νὴ γω­νιά. «Ἄρ­γη­σες πο­λύ», τοῦ εἶ­πε. «Δὲν σκέ­φτη­κες, μὲς στὸ θάμ­πος ποὺ ζοῦ­σες, τὴν λεί­α ποὺ ἔ­δι­ω­χνες μὲ τὸ με­λω­δι­κό σου πέ­ταγ­μα».

        «Σὲ συ­νε­πῆ­ρε ἡ μου­σι­κὴ κι ὁ θαυ­μα­σμὸς τοῦ κό­σμου…»


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­νια Ζα­χα­ριά­δη (Λά­ρι­σα). Σπούδασε Βι­ο­λο­γί­α, Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α, Κα­λὲς Τέ­χνες (ΑΣΚΤ, ἀ­πό­φοι­τος 1999). Συμ­με­τεῖ­χε σὲ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Ἦ­ταν «Ἡ ζω­γρά­φος τοῦ μή­να» στὶς Ἀ­να­γνώ­σεις τῆς Κυ­ρι­α­κά­τι­κης Αὐ­γῆς (τχ. 342, 5/7/2009). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


Ἄνχελ Ὀλγόσο: Φυσικὸ περιβάλλον


Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso)

 

Φυ­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον

 

ΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ καὶ εἴ­κο­σι, ἕ­να ἡ­λι­ό­λου­στο Σάβ­βα­το τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κου­ζί­νας τοῦ σπι­τιοῦ, σ’ ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι κον­τὰ στὴν βι­ο­μη­χα­νο­ποι­η­μέ­νη πρω­τεύ­ου­σα τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ὁ ἄν­δρας χτυ­πᾶ τὴ γυ­ναί­κα ἡ ὁ­ποί­α θὰ τι­μω­ρή­σει τὸν γιὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ κλω­τσή­σει τὸν σκύ­λο ὁ ὁ­ποῖ­ος θὰ δαγ­κώ­σει τὴ γά­τα ἡ ὁ­ποί­α θὰ κυ­νη­γή­σει τὸ πον­τί­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει τὴν κα­τσα­ρί­δα ἡ ὁ­ποί­α θὰ γρα­πώ­σει τὸ σκου­λή­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κα­τα­σπα­ρά­ξει τὸν ἄν­δρα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).


Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.


Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .


Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Ἡ συνάντηση

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου


Ἡ συνάντηση


ΑΤΕΒΑΙΝΩ ἀ­π’ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὴν Κα­μά­ρα. Παίρ­νω τὴν Δη­μη­τρί­ου Γού­να­ρη. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα, γε­μά­τη ἄγ­χος μὲ τὶς συ­ναλ­λα­γὲς στὴ δου­λειά, βι­ά­ζο­μαι νὰ φτά­σω μιὰ ὥ­ρα ἀρ­χύ­τε­ρα στὸ σπί­τι.

        Κό­βω λί­γο τὰ βή­μα­τά μου γιὰ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὶς φω­το­γρα­φί­ες στὴν προ­θή­κη τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ΑΝΑΤΟΛΙΑ.

        Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση πὼς κά­ποι­ος μοῦ κλεί­νει τὸ δρό­μο. Στα­μα­τῶ καὶ τὸν κοι­τά­ζω. Μι­λᾶ ἀγ­γλι­κὰ μὲ ξε­νι­κὴ προ­φο­ρά. Θυ­μί­ζει κά­τι με­τα­ξὺ Γερ­μα­νοῦ καὶ Ὀλ­λαν­δοῦ. Μοῦ ζη­τᾶ λί­γα χρή­μα­τα. Σὰν μιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Ξέ­μει­νε καὶ πρέ­πει νὰ φύ­γει γιὰ τὴν πα­τρί­δα του. Τοῦ λέ­ω πὼς ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­σει νὰ μὴν μεί­νει χω­ρὶς χρή­μα­τα. Χα­μο­γε­λᾶ ντρο­πα­λά. Ψά­χνω τὶς τσέ­πες μου, τοῦ δί­νω τε­λι­κὰ ἑ­κα­τὸ δραχ­μές. Τοῦ εὔ­χο­μαι νὰ φτά­σει γρή­γο­ρα στὴν πα­τρί­δα.

        Μὲ κοι­τᾶ μὲ κά­ποι­α ἔκ­πλη­ξη. Μ’ εὐ­χα­ρι­στεῖ. Κα­θὼς κά­νω νὰ φύ­γω, ρω­τᾶ: «Καὶ πῶς χά­σα­τε τὸ χέ­ρι σας;» Γυ­ρί­ζω καὶ τοῦ χα­μο­γε­λῶ. «Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κα ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα.» Ἡ ἀ­μη­χα­νί­α του με­γα­λώ­νει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. «Δὲν φταί­ω ἐ­γώ», λέ­ει, βά­ζον­τας τὸ χέ­ρι στὴν καρ­διά του. «Καὶ βέ­βαι­α», τοῦ λέ­ω, «ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε γεν­νη­θεῖ τό­τε ἀ­κό­μη, καὶ βέ­βαι­α δὲν σᾶς βα­ραί­νει κα­μί­α εὐ­θύ­νη». Στὸ πρό­σω­πό του, τώ­ρα, ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀ­να­κού­φι­ση. Μοῦ δί­νει τὸ χέ­ρι του. «Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ σᾶς χαι­ρε­τῶ.» Τοῦ σφίγ­γω τὸ χέ­ρι. «Δὲν νο­μί­ζε­τε», τοῦ λέ­ω, «πὼς κά­ποι­οι πρέ­πει νὰ ἔ­χουν εὐ­θύ­νη;».



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ πεζῶν Κείμενα μικρῆς πνοῆς (ἐκδ. Κέδρος, 2009).

Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου (Κα­βά­λα, 1935). Ποί­η­ση, Δι­ή­γη­μα. Οἱ γο­νεῖς του ἦ­ταν πρό­σφυ­γες ἀ­πὸ τὴν Καπ­πα­δο­κί­α καὶ τὸν Πόν­το. Τὸ 1944 χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ γερ­μα­νι­κὴ χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ ἔ­χα­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νώ­τα­τη Σχο­λὴ Οἰ­κο­νο­μι­κῶν καὶ Ἐμ­πο­ρι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1971 ζεῖ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα στὴν Κα­βά­λα, τὸ 1962, μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἔγ­κλει­στοι. Ἀ­κο­λού­θη­σαν οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Χω­ρο­στάθ­μη­ση (Κα­βά­λα, 1965), Τὰ κύ­μα­τα καὶ οἱ φω­νές (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1971) κ.ἄ. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἔ­σχα­τη ὑ­πό­σχε­ση (1958-1992) (ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1996). Δη­μο­σί­ευ­σε καὶ τὰ πε­ζὰ Ὁ χῶ­ρος τῆς Ἰ­ω­άν­νας καὶ ὁ χρό­νος τοῦ Ἰ­ω­άν­νη (ἐκδ. Ἐ­γνα­τί­α, 1980), Στα­θε­ρὴ ἀ­πώ­λεια (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1992), Σπα­ράγ­μα­τα (νου­βέ­λα, ἐκδ. Νε­φέ­λη,  1997), Δι­έ­φυ­γε τὸ μοι­ραῖ­ον (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, 2003) κ.ἄ.

 
Εἰκόνα: Πρό­δρο­μος Χ. Μάρ­κο­γλου. Στὴν Ἔκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, 18 Μαΐου 2013 (φωτογραφία: Γιάννης Πατίλης).


		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἡ ἐφημερίδα δὲν ἀφήνει χνούδι


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα δὲν ἀ­φή­νει χνού­δι


ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται στὴ Μ.Χ. ποὺ τὸ ἐ­νέ­πνευ­σε

Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ, ποὺ δρα­πέ­τευ­σε ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο τῆς Βιρ­τζί­νια Γοὺλφ καὶ βγῆ­κε γιὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της τσάρ­κα. Ἡ θη­λυ­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ Λε­ο­πόλ­δου Μπλούμ. Συ­νο­πτι­κό­τε­ρη καὶ γο­η­τευ­τι­κό­τε­ρη. Ἀ­πο­λύ­τως ἀ­κα­τάλ­λη­λη γιὰ ὅ­σους μὲ τὰ βι­βλί­α ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν τὰ βα­ρά­κια τοῦ γυ­μνα­στη­ρί­ου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους ποὺ δὲν θὰ δί­στα­ζαν νὰ ἀ­ρά­ξουν στὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὸν «Ὀ­δυσ­σέ­α» στὰ γλι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ ἀν­τη­λια­κὸ χέ­ρια καὶ τά­χα δὲν προ­σέ­χουν ὅ­λη τὴν ἐ­κτε­θει­μέ­νη γύ­μνια. Τό­σο ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Τρύ­πω­σε ἡ Βιρ­τζί­νια στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να τὸν ἀν­δρο­κρα­τού­με­νο. Εἶ­χε φαί­νε­ται δι­κό της δω­μά­τιο. Ἔ­σκα­σε ὁ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τος ὁ Τζό­υς ἀ­π’ τὸ κα­κό του ποὺ δὲν θὰ εἶ­ναι μό­νος νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὶς δάφ­νες τοῦ βι­βλί­ου ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρουν καὶ κα­νεὶς δὲν ἄν­τε­ξε νὰ τὸ τε­λει­ώ­σει.

        Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν ὁ Λε­ο­πόλ­δος Μπλούμ. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὡ­στό­σο νὰ εἶ­ναι ἡ κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­ϊ. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Κά­θε μέ­ρα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φό­ρε­μα. Ὅ­λα χρω­μα­τι­στά, φαν­τα­χτε­ρὰ καὶ κραυ­γα­λέ­α. Καὶ τὸ κρα­γιὸν της κα­τα­κόκ­κι­νο. Σὲ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­νι­σορ­ρο­πί­α μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α της καὶ τὶς ἐ­πι­τα­γὲς τῆς μό­δας, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­δα πρό­τυ­πο. Στὴ λα­ϊ­κὴ γιὰ φροῦ­τα. Στὸ σοῦ­περ-μάρ­κετ κά­ποι­α ἀ­πα­ραί­τη­τα, καὶ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ μι­κρὴ σο­κο­λα­τί­τσα (γιὰ τοὺς πο­λέ­μιους τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το λό­γω με­γέ­θους, τι­μῆς καὶ δί­αι­τας). Τέ­λος στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Μιὰ το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα, χα­μη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας. Μὲ τὶς τσάν­τες στὰ χέ­ρια καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὴ μα­σχά­λη πή­γαι­νε στὸ μι­κρὸ κα­φε­νε­δά­κι. Ἀ­πό­με­ρο καὶ συμ­πα­θη­τι­κό. Ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ ἡ κα­λη­μέ­ρα συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ φι­λι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, για­τί σὲ ξέ­ρουν. Δὲν εἶ­σαι μό­νον τὸ ἀν­τί­τι­μο ἑ­νὸς κα­φέ. Ἀ­πὸ αὐ­τά. Ζη­τοῦ­σε ἕ­ναν σκέ­το καὶ ἄ­νοι­γε πρῶ­τα τὴ σο­κο­λα­τί­τσα, με­τὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Δι­ά­βα­ζε τὰ ζώ­δια. Φρι­κτὴ ἡ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα γιὰ «λο­γο­τέ­χνες». Δι­ά­βα­ζε καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ρου­φοῦ­σε τὸν κα­φέ. Ἀν­τάλ­λασ­σε κου­βέν­τες μὲ τὸν κα­φε­τζή. Ἄ­φη­νε ἕ­να κέρ­μα στὸ τρα­πε­ζά­κι καὶ ση­μά­δια ἀ­πὸ τὸ κρα­γιόν της στὸ φλι­τζά­νι. Μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τά της. Ἴ­σι­ω­νε τὶς πτυ­χὲς ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα. Ἔ­φευ­γε. Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε.

        Στὸ σπί­τι ἄ­νοι­γε τὶς κουρ­τί­νες γιὰ νὰ τὴ βλέ­πει κα­λύ­τε­ρα. Μα­γεί­ρευ­ε. Τί­να­ζε. Σκού­πι­ζε. Τέ­λος ἔ­παιρ­νε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἔ­γρα­φε μό­νο γι’ αὐ­τή, τὴ δι­κή του Ὀ­δύσ­σεια σὲ δό­σεις λέ­ξε­ων κα­θο­ρι­σμέ­νου ἐκ τῶν προ­τέ­ρων ἀ­ριθ­μοῦ. Τὴν πα­τσα­βού­ρια­ζε. Στὸ ἄλ­λο χέ­ρι τὸ AJAX. Ἔ­τσι κα­θά­ρι­ζε τὰ τζά­μια της. Στὸν δι­κό της λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να δὲν θὰ ἔμ­παι­νε πο­τέ. Μπο­ρεῖ δω­μά­τιο δι­κό της νὰ μὴν εἶ­χε καὶ ἔ­τσι μοι­ραῖ­α δὲν ἀ­νέ­πτυ­ξε κα­νέ­να συγ­γρα­φι­κὸ τα­λέν­το. Μπο­ρεῖ οἱ ἄρ­ρε­νες γρα­φιά­δες νὰ θε­ω­ροῦν πὼς τοὺς ἀ­νή­κουν ὅ­λες οἱ θέ­σεις τοῦ κα­νό­να ἀ­κό­μα κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ πό­λεις ἐ­παρ­χια­κές, μι­κροῦ­λες, ὅ­που το μέ­γε­θος ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἀ­πὸ τὰ δε­δο­μέ­να τῆς τε­λευ­ταί­ας ἀ­πο­γρα­φῆς καὶ κά­νει ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια τοῦ λό­γου καὶ τὸ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὸ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ τί στὸ δι­ά­βο­λο οἱ ἀ­να­γνῶ­στες στὴ με­γά­λη τους πλει­ο­ψη­φί­α, τὴν τε­ρά­στια (νὰ κι ἕ­να με­γε­θυν­τι­κὸ γιὰ τὴν ἀν­τί­στι­ξη), εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες – ὅ­πως καὶ τὸ ἐ­κλο­γι­κὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι μιὰ ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α. Τώ­ρα προ­έ­χει ὁ θά­να­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἕ­να πα­τσα­βου­ρι­α­σμέ­νο φτη­νὸ χαρ­τὶ πο­τι­σμέ­νο AJAX μές τὰ χέ­ρια της. Ἐ­τού­τη τὴ στιγ­μὴ ὁ θά­να­τος ἡ πιὸ με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καὶ τζά­μια ἀ­ό­ρα­τα νὰ μὴν ἐμ­πο­δί­ζει τί­πο­τα τὴν ἀ­δι­α­κρι­σί­α.

        Ἤ­ξε­ρε πὼς τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε ἀρ­γά, βα­σα­νι­στι­κὰ ἀρ­γά, ὅ­πως ὁ Τζό­υς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.