Yorgos Haralampopoulos: By blood

 

Yorgos Haralampopoulos


By blood

        — SO WHEN do you leave?

        — Tomorrow morning.

        — How long will you stay?

        — I don’t know, it depends.

        — What do the doctors say?

        — It’s serious, he’s dying. If he could see you…

        — It’s not necessary.

        — …for the last time.

        — Do you need money?

        — If he asks about you?

        — You haven’t seen me.

        — Do you still hold it against him? He’s our father.

        — Panayoti, why don’t you tell me, when my child grows up what shall I introduce you as? Its brother or uncle? Go on, tell me, tell me!



Source: First published.

Yorgos Haralampopoulos (Katerini 1956). He studied Chemistry, completed a Master’s Degree in Statistics and has attended creative writing workshops. His short film screenplay, entitled ‘On the road’, has been published and received awards.

Translated by Chris H. Sakellaridis

Chris H. Sakellaridis is a poet and teacher who was born in London in 1983 and grew up in Crete. He studied English at Queen Mary University, Social Anthropology at UCL and completed a Postgraduate Certificate in Education at Bath Spa. Poems and translations of his have been published in magazines and anthologies in the UK, Ireland, Spain, Italy and Greece. He has also been involved in radio production, animation and sound art.


			

Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Haris Psarras: Circe’s Hall


Haris Psarras


Circe’s Ηall


T’S BEEN years since I last dreamt of Circe’s palace. I came to live in a concrete city.      I made my home in a place of humid nights where dreams dry out. No more unwelcome midnight hauntings. I was lucky to escape her spell, fleeing the island and regaining control. That’s what I tell myself when I grieve for the loss of those dreams.

        One day though, my landlady asked if I knew Circe. A strange question. She asked at breakfast, with her back to me, sitting as usual at her loom. “Of course I know her,” I replied, “she’s a figment of my ancestors’ imagination.” She turned towards me and said: “I’m not talking about Homer’s world. I mean our Circe, our world.” She then changed the subject to current affairs, what she had read in the papers, to fashion and the arts.

        After we talked for a while, she reminded me that I should hurry to work, to my duty. And she was right. I got up, and with a heavy heart left the house. I crossed the woods, passing lions and wolves, and arrived at the pigsty. That’s where I work every day. I feed the pigs and cry, recognising in their eyes my downtrodden companions.


Source: First published in Greek in Planodion-Bonsai Stories (2011).


Haris Psarras was born in Athens in 1982. He studied law in Athens and Oxford. He holds a PhD from the University of Edinburgh. He has held posts at St Catharine’s College, Cambridge and Southampton Law School. His most recent book of poetry, Gloria in Excelsis, was published in 2017. His poetry and flash fiction have been translated into English, French, German, Italian, Romanian, Slovenian and Spanish.


Translated by

Chris H. Sakellaridis is a poet and teacher who was born in London in 1983 and grew up in Crete. He studied English at Queen Mary University, Social Anthropology at UCL and completed a Postgraduate Certificate in Education at Bath Spa. Poems and translations of his have been published in magazines and anthologies in the UK, Ireland, Spain, Italy and Greece. He has also been involved in radio production, animation and sound art.

Ναταλία Θεοδωρίδου: Στάσιμος


Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου


Στάσιμος


ΦΤΑΣΑ στὴν Ἡ­φαι­στί­α με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα τῆς κά­ψας. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ χώ­ρου ἦ­ταν μό­νο ὁ γέ­ρος φύ­λα­κας τοῦ θε­ά­τρου. Ἂς ποῦ­με φύ­λα­κας, δη­λα­δή. Τί νὰ φυ­λά­ξει, πῶς, ἀ­πὸ ποι­όν; Κα­θό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ φρι­χτὸ φῶς τοῦ Αὐ­γού­στου, κι ἔ­λε­γε. Γιὰ τὸ με­γά­λο τα­ξί­δι ποὺ δὲν ἔ­κα­νε, γιὰ ἕ­να σῶ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρο σμάλ­το ποὺ δὲν ἀ­γά­πη­σε τε­λι­κά, κι ἂς ἤ­θε­λε τό­σο νὰ τ’ ἀ­γα­πή­σει. Καὶ γιὰ τὸ κι­τρι­νι­α­σμέ­νο μά­τι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ ὅ­λα τὰ βλέ­πει καὶ ποὺ τί­πο­τα δὲ συγ­χω­ρεῖ.

            Τὸν χαι­ρέ­τη­σα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ πῆ­ρα τὸ χω­μα­τό­δρο­μο γιὰ τὸ ἀμ­φι­θέ­α­τρο. Ἡ σκό­νη κολ­λοῦ­σε στὰ πα­πού­τσια μου, στὰ μαλ­λιά μου. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ φῶς καὶ λι­θά­ρια. Καὶ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια σὲ μιὰ ἄ­κρη, μό­να, κα­τά­μο­να. Κά­που ἐ­δῶ μπο­ροῦ­σα νὰ πι­στέ­ψω πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι πράγ­μα­τι ἡ Λῆ­μνος ἡ κυ­μα­το­ζω­σμέ­νη, ἀ­πά­τη­τη, ἀ­κα­τοί­κη­τη – ἐξὸν ἀ­πὸ ἕ­ναν Φι­λο­κτή­τη, ἴ­σως.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­κεῖ, στὴ μέ­ση της ὀρ­χή­στρας. Ὁ ἥ­λιος τὸν χτυ­ποῦ­σε κα­τα­κό­ρυ­φα, μου­τζού­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό του μὲ σκι­ὲς κά­θε­τες, σὰ σπα­θι­ές. Πῆ­γα καὶ στά­θη­κα δί­πλα του, νὰ κοι­τά­ξω πρὸς τὸ κοῖ­λον, τὸν λί­θι­νο λό­φο πί­σω του· ἀρ­χαῖ­ο κί­τρι­νο καὶ ξε­ρα­ΐ­λα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τὸ Κα­στρο­βού­νι. Πῶς νὰ φω­τί­σεις αὐ­τὸν τὸν τό­πο, τὸν μυ­θι­κό, σκε­φτό­μου­να, πῶς νὰ τὸ κά­νεις δί­και­α – νὰ βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι τὸν Φι­λο­κτή­τη, ποὺ ἄν­θρω­πο δὲ βλέ­πει.

            «Τί πᾶ­με νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε.

            Τὸν κοί­τα­ξα, μὲ κοί­τα­ξε. Ἔ­τρε­χε ὁ νοῦς τοῦ σκη­νο­θέ­τη, φαι­νό­τα­νε. Δυ­ὸ χρό­νια πα­λεύ­α­με μὲ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἀρ­χαι­ο­τή­των νὰ πά­ρου­με ἄ­δεια γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση. Καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε νὰ κά­νει πί­σω.

            Χα­μο­γέ­λα­σα, νὰ τὸν ἡ­συ­χά­σω. «Μιὰ-δυ­ὸ μπα­λαν­τέ­ζες, κι ὅ­λα γί­νον­ται» εἶ­πα.

            Κρα­τή­σα­με τὶς ση­μει­ώ­σεις μας στὸ πό­δι, σκου­πί­σα­με μέ­τω­πα σὲ μα­νί­κια, πή­ρα­με τὸ δρό­μο γιὰ τὸ λι­μά­νι, νὰ βροῦ­με τὸ θί­α­σο. Ἡ ὥ­ρα τρα­βοῦ­σε τσί­που­ρο καὶ θά­λασ­σα. Οἱ μι­κρὲς ἡ­δο­νὲς τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ὁ Λευ­τέ­ρης πῆ­γε νὰ μᾶς μα­λώ­σει. «Θυ­μή­σου τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α» τοῦ ‘­πα. «Μιὰ μέ­ρα ἀ­χρεῖ­ος τώ­ρα καὶ ἔ­πει­τα σ’ ὅ­λη τὴ ζω­ή σου δό­ξα κι ἔν­τι­μος.» Γέ­λα­σε. Ἂς ἦ­ταν καὶ μέ­ρα δου­λειᾶς, ποι­ός θὰ μᾶς κα­τη­γο­ροῦ­σε;

            Ὁ θί­α­σος μό­νο ἄν­τρες: ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας, κα­λὸς φί­λος ἀ­πὸ τὰ χρό­νια της Σχο­λῆς. Ἡ­ρα­κλῆ δὲν εἴ­χα­με ζων­τα­νό, προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο μό­νο. Ὁ Φι­λο­κτή­της, ἠ­θο­ποι­ὸς πα­λιός, ἄλ­λης γε­νιᾶς καὶ στό­φας. Αὐ­τὸς δὲν ἔ­πι­νε οὔ­τε μὲ τὴν ἄ­δεια τοῦ Λευ­τέ­ρη. Δυ­ὸ δά­χτυ­λα ἔ­βα­ζε μό­νο σ’ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γιὰ νὰ τσουγ­κρί­ζει. Καὶ πάν­τα μ’ ἕ­να λι­νὸ που­κά­μι­σο. Ὄ­χι σὰν ἐ­μᾶς ποὺ τρι­γυρ­νά­γα­με μὲ τὰ μα­γιό, σὰν τοὺς του­ρί­στες. Ὁ χο­ρὸς ἀ­πὸ ναυ­τά­κια, τε­λει­ό­φοι­τοι ἀ­πὸ τὴ Σχο­λή, κά­να­νε καὶ τὶς δι­α­κο­πές τους πα­ρεμ­πι­πτόν­τως. Καὶ μιὰ γυ­ναί­κα ὅ­λη κι ὅ­λη, ἡ ἐν­δυ­μα­το­λό­γος. Τρα­βι­ό­τα­νε μὲ τὸν Νε­ο­πτό­λε­μο. Κα­λὰ παι­διά, τα­λέν­το δὲν ἔ­λει­πε.

            Δυ­ὸ βδο­μά­δες οἱ πρό­βες πή­γα­νε κα­λά, κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σο πε­ρι­μέ­να­με. Γέ­μι­σε τὸ νη­σὶ ἀ­φί­σες, προ­πω­λή­θη­καν σχε­δὸν ὅ­λα τα εἰ­σι­τή­ρια, θὰ ἐρ­χό­ταν κό­σμος κι ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω μέ­ρη. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς πρε­μι­έ­ρας ἔ­κα­νε μιὰ ζέ­στη ἄλ­λο πρά­μα, κον­τέ­ψα­με νὰ σκά­σου­με κι ἐ­μεῖς μα­ζὶ μὲ τὰ τζι­τζί­κια. Πή­γα­με γιὰ μπά­νιο ὅ­λος ὁ θί­α­σος πα­ρέ­α. Πέ­τρα πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ λι­θά­ρι πά­νω στὸ λι­θά­ρι αὐ­τὲς οἱ θά­λασ­σες. Περ­πά­τη­σα πα­ρά­με­ρα ψά­χνον­τας λί­γη ἀμ­μου­διὰ μέ­σα στὸ νε­ρό, σα­κα­τεύ­ον­τας τὶς πα­τοῦ­σες μου στὸ με­τα­ξύ. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ἕ­να τράν­ταγ­μα. Εἶ­δα τὸ θί­α­σο ἀ­πὸ μα­κριά, κου­νοῦ­σαν χέ­ρια πό­δια καὶ φω­νά­ζα­νε. Σει­σμός. Πα­ρα­πά­τη­σα, βού­τη­ξα ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα στὸ νε­ρό, σχε­δὸν ἔ­σκι­σα τὰ χέ­ρια μου στὶς πέ­τρες. Δέ­κα δευ­τε­ρό­λε­πτα, εἴ­κο­σι, τριά­ντα. Ἔ­τρι­ξε ἡ θά­λασ­σα καὶ τὸ νη­σὶ μα­ζί.

            Θύ­μα­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξαν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να, λί­γο-πο­λὺ ἔμ­ψυ­χο κι αὐ­τό: τὸ ἀρ­χαῖ­ο θέ­α­τρο τῆς Ἠ­φαι­στί­ας. Κα­τέρ­ρευ­σε μέ­ρος τοῦ κοί­λου. Πα­ρά­στα­ση δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ γί­νει. Κολ­λή­σα­με ἕ­να «ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ» σὲ ὅ­σες ἀ­φί­σες φτά­να­με χω­ρὶς σκά­λα. Τὰ χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ εἰ­σι­τή­ρια θὰ τὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες.

            Ὁ Λευ­τέ­ρης τὸ πῆ­ρε βα­ριά, σὰ νὰ γκρε­μί­στη­κε μα­ζὶ μὲ τὸ θέ­α­τρο. Μοῦ εἶ­πε, «αὐ­τὸ ἦ­ταν. Ἐ­γὼ ἄλ­λο δὲν μπο­ρῶ». Πῆ­ρε τὸ πρῶ­το πλοῖ­ο γιὰ Κα­βά­λα. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ τὸν δῶ.

            Τὰ ναυ­τά­κια μας σκόρ­πι­σαν στὰ γύ­ρω νη­σιά. Ὁ Νε­ο­πτό­λε­μος μὲ τὴν ἐν­δυ­μα­το­λό­γο πῆ­γαν νὰ κά­νουν τὶς δι­α­κο­πές τους στὴ Σκύ­ρο. Οἱ ἄλ­λοι γύ­ρι­σαν Ἀ­θή­να. Ἔ­μει­να ἐ­γὼ μὲ τὸν προ­η­χο­γρα­φη­μέ­νο Ἡ­ρα­κλῆ νὰ μα­ζέ­ψου­με τὰ σπα­σμέ­να.

            Πῆ­γα στὸ θέ­α­τρο νὰ πά­ρω τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ἠ­λε­κτρο­λο­γι­κά, νὰ πῶ κι ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο γειὰ στὰ κυ­πα­ρίσ­σια. Ὁ γέ­ρος πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴν ἴ­δια θέ­ση. Εἶ­χε ἀ­κού­σει, βέ­βαι­α, γιὰ τὴν πα­ρά­στα­ση.

            «Ἀ­λή­θεια κά­νε­τε πα­νιὰ τώ­ρα, παι­δί μου;» μὲ ρώ­τη­σε ὅ­ταν ἔ­φευ­γα. Μιὰ γραμ­μὴ ἀ­π’ τὸν Φι­λο­κτή­τη.

            Ἔ­τσι μοῦ ‘ρ­θε ν’ ἀ­παν­τή­σω «και­ρὸς γὰρ κα­λεῖ», σὰν ἄλ­λος Νε­ο­πτό­λε­μος κι ἐ­γώ – ἡ σκέ­ψη μοῦ ‘­φε­ρε γέ­λιο, ἀλ­λὰ κρα­τή­θη­κα. Ἔ­νευ­σα. «Κι ἐ­σύ, παπ­πού, τί θὰ κά­νεις;»

            «Ἐ­γώ, ἐ­δῶ» εἶ­πε καὶ χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ τὸ πλα­ϊ­νὸ τοῦ πο­διοῦ του. «Ποῦ νὰ πά­ω, σάμ­πως, μ’ αὐ­τὸ τὸ πο­δά­ρι;»

            Εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­ζα χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­κα­νε ἔ­τσι, ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο το μπα­τζά­κι του νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν πλη­γὴ ἀ­πὸ κά­τω. Μ’ ἅρ­πα­ξε τὸ πύ­ο κι ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα.

            «Χρό­νια…» εἶ­πε.

            Ζα­λί­στη­κα, μοῦ ‘­πε­σαν τὰ κα­λώ­δια ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Τὰ μά­ζε­ψα ὅ­πως-ὅ­πως καὶ γύ­ρι­σα νὰ φύ­γω χω­ρὶς νὰ πῶ τί­πο­τα. Ἄ­φη­σα πί­σω τὸν Φι­λο­κτή­τη, τὴν αἰ­ώ­νια πλη­γή του νὰ κα­τα­τρώ­ει τὴ Λῆ­μνο ὁ­λό­κλη­ρη. Καὶ τὰ δυ­ὸ κυ­πα­ρίσ­σια νὰ τρυ­πᾶ­νε τὸν οὐ­ρα­νό.



Πρώτη δημοσίευση: περ. Ἕνεκεν, τχ. 32, 2014.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ θρη­σκει­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Τμῆ­μα Media & Film Studies τοῦ School of Oriental and African Studies, University of London. Ποί­η­σή της ἔ­χει βρα­βευ­θεῖ στοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς τῆς ΧΟΝ (1ο βρα­βεῖ­ο, 2002), τῆς Μα­κε­δο­νι­κῆς Καλ­λι­τε­χνι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας «Τέ­χνη» (2ο βρα­βεῖ­ο, 2002) καὶ τῆς Ἕ­νω­σης Ἐκ­δο­τῶν Βο­ρεί­ου Ἑλ­λά­δος (1α βρα­βεῖ­α, 2001 καὶ 2002). Τὸ δι­ή­γη­μά της «Πρῶ­το Πρό­σω­πο» δι­α­κρί­θη­κε στὸν 5ο Πα­νελ­λή­νιο Δι­α­γω­νι­σμὸ Δι­η­γή­μα­τος τοῦ diavasame.gr καὶ θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­λευ­θε­ρου­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ (The BooksJournal, Platform, Contemporary Theatre Review, Performance Research), ἐ­νῶ δρά­μα της ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸν τό­μο Ἡ Τέ­χνη τοῦ Δρά­μα­τος στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση (Με­ταίχ­μιο, 2007).


Εἰκόνα: Μαρ­μά­ρινη πλά­κα ἀνα­μνη­στικὴ τοῦ μύθου τοῦ Φιλο­κτή­τη. Ἀρ­χαι­­ολο­γικὸ Μουσεῖο Βραυρώνας.


Νίκη Μπλούτη: Ἡ μαγκούφα ἡ οὐχιὰ


Νί­κη Μπλού­τη


Ἡ μαγ­κού­φα ἡ οὐ­χιὰ


ΤΑΝ ΧΑΣΑΜ’ τ’ μαύρ’ τ’ φου­ρά­δα μας κλαί­γα­μ’ κι οἱ δυ­ὸ μὶ τοὺ μπάρ­μπα σ’ τοὺ Σπύ­ρου σὰ μ’­κρὰ π’­διά. Τὰ ζουν­τα­νά ‘­ταν ἡ πι­ρι­ου­σί­α μας τό­τι. Σά­μα­τ’ εἴ­χα­μ’ ἄλ­λου μέ­σου νὰ πᾶ­μ’ πέ­ρα δῶ­θι; Ἢ ξα­πι­ζὰ τοὺ κό­βα­μ’ γιὰ τὰ χου­ρά­φια ἢ κα­βά­λα στὰ ζουν­τα­νά. Μ’ αὐ­τὰ οὐρ­γώ­να­μ’, μ’ αὐ­τὰ σπέρ­να­μ’. Οὔ­τι τρα­κτέ­ρια οὔτι μ’χα­νὲς εἴ­χα­μ’.  Τήν εἶχι δαγ­κώ­σ’ μιὰ  μαγ­κού­φα οὐ­χιὰ κι σπαρ­τά­ρα­γ’ σὰν τοὺ ψά­ρ’ ἔ­ξου ἀ­π’ τοὺ νι­ρό. Μιὰ φου­ρά­δα τί νὰ τὴν ἔ­βλι­πις! Εἶ­χι κά­τ’ κα­πού­λια νά­α­α­α! Τὴ λαγ­κού­μα­γι ὅ­ποι­ους τὴν ἔ­βλι­πι. Μέ­χρ’ φ’­λα­χτὸ τς κρέ­μα­σα μὴ μᾶς τὴ μα­τι­ά­σ’­νι. Π’στεύαμ’ στοὺ μά­τ’ τό­τι που­λύ. Μό­λ’ς κα­τά­λα­βα ποὺ ἦ­ταν δάγ­κου­μα βγά­ζου τοὺ σου­γιὰ πού ‘χα στὴ που­διά μ’ γιὰ τὰ λά­χα­να κι τοὺ χα­ρά­ζου ἰ­κεῖ ποὺ εἶχι πρη­στεῖ γιὰ νὰ βγεῖ τοὺ σκου­του­μέ­νου τοὺ αἷ­μα,  ἀλ­λὰ τί τὰ θές; Δὲν πρό­λα­βα. Τοὺ εἶχι δαγ­κώ­σ’ ἀ­πουβρα­δὺς ἡ σ’­φου­ρι­α­σμέ­ν’ κι εἶ­χι πρου­χου­ρή­σ’ τοὺ δη­λη­τή­ριου. Δὲν ἤ­ξι­ρα τί­που­τα ἄλ­λου νὰ κά­μου. Για­τρὸ ποῦ νὰ τὸν ἔ­βρ’­σκις τό­τι; Σά­μα­τ’ εἴ­χα­μ’ τ’λέφου­νου ἢ σ’γκοι­νου­νί­α νὰ πά­μι στὴ Λι­βα­δειά;  Κα­θό­μα­σταν δί­πλα τ’ κὶ κλαί­γα­μ’ μα­ζὶ μ’ αὐ­τοῦνο. Μᾶς κοί­τα­γ’ ἴ­σια στὰ μά­τια σὰν ἄν­θρου­πους, μα­νού­λα μ’, κὶ μᾶς ζή­τα­γ’ βου­ή­θγεια.  Δυ­ὸ μέ­ρις ποὺ χα­ρου­πά­λευ’ δὲ βά­λα­μ’ μπου­κιὰ στοῦ στό­μα μας μὲ τοὺν μπάρ­μπα σ’. Φαρ­μα­κου­μέ­νοι κι οἱ δυ­ό. Τὰ κου­ρί­τσια τὰ εἴ­χα­μ’ μ’­κρὰ τό­τι ἀλ­λὰ ξέρ’ς πό­σου τοῦ πο­νά­γαν κι αὐ­τά; Τὰ βά­ζα­μ’ κα­βά­λα κὶ τὰ παίρ­να­μ’ κουν­τὰ στοὺ πι­ρι­βό­λ’, γιὰ νὰ μὴν εἶ­ν’ ὅ­λ’ μέ­ρα μο­να­χά τς.  Κα­θό­μ’­να κα­τά­χα­μα κι τοὺ χά­ι­δευ­α σὰ π’δί μ’ μέ­χρ’ νὰ τ’ βγεῖ ἡ ψ’­χού­λα. Τοὺ θά­ψα­μ’ στοὺ πι­ρι­βό­λ’ μας. Νά ἰ­δῶ πα­δὰ τοὺ χώ­σα­μ’ τοὺ κα­ψι­ρό. Ἒ­σκα­β’ οὑ μπάρ­μπας σ’ δυ­ὸ ὧ­ρις μὲς στοὺ λι­ου­πύ­ρ’ τοὺ λάκ­κου τ’. Τὰ π’­διὰ τοῦ ‘χα­ν’ δώ­σ’ κι ὄ­νου­μα. Ντου­ρὴ τοὺ φω­νά­ζαν κι ἂς ἦ­ταν φου­ρά­δα. Μι­τὰ εἴ­πα­μ’ Ντου­ρὴ τοὺ ἄλ­λου π’ ἀ­γόρα­σ’ οὑ μπάρ­μπας μὶ δυ­ὸ δραχ­μὲς ποὺ εἴ­χα­μ’ στὴν ἄ­κρ’ ἀ­π’ τὴ σου­δειά. Δί­χους ἄ­λου­γου δὲν ἒ­κα­ν’. Σὰν τὰ π’­διά τ’ τὰ πό­να­γ’.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νί­κη Μπλού­τη (Λι­βα­δειά).  Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς. Βι­βλί­α της: Ὅ­ταν ἡ σι­ω­πὴ μι­λά­ει στὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὸ Κά­πο­τε… στὸν Πα­ρά­δει­σο (μυ­θι­στό­ρη­μα, Πρό­τυ­πες ἐκ­δ. Πη­γή). Τὸ κί­τρι­νο δά­νει­ο (δι­η­γή­μα­τα, 2017, Ὄ­στρια). Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Διάβημα.


Γιάννης Πατσώνης: Χειμωνιάτικος ἥλιος


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος


ΤΑΝ Η ΩΡΑ λί­γο προ­τοῦ κλεί­σουν τὰ μα­γα­ζιά. Με­ρι­κοὶ εἴ­χα­νε κι­ό­λας κα­τε­βά­σει τὰ κε­πέγ­κια. Βι­α­στι­κὰ ψώ­νι­ζαν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι πε­λά­τες κι οἱ ἔμ­πο­ροι βι­α­στι­κὰ ζυ­γί­σα­νε, μὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν ὁ­μι­λί­ες. Μιὰ γριὰ ποὺ που­λοῦ­σε στὴ γω­νί­α μα­τσά­κια ἄ­νι­θο, με­τὰ βί­ας ἀ­νά­σαι­νε. Ὁ πά­γος εἶ­χε λι­ώ­σει πά­νω στοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ψά­ρια καὶ τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ πλα­γι­α­σμέ­να μάρ­μα­ρα.

        Στὸ κα­φε­κο­πτή­ριο γύ­ρι­ζε ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ἄ­λε­θε κα­φέ. Στὰ κρε­ο­πω­λεῖ­α χα­σά­πη­δες μὲ μα­τω­μέ­νες τὶς ἄ­σπρες τους πο­δι­ὲς ξε­κρε­μοῦ­σαν τὰ κρέ­α­τα. Πά­νω σὲ κού­τσου­ρο ἕ­νας κα­θά­ρι­ζε ἐν­τό­σθια καὶ τά ‘­ρι­χνε στὶς γά­τες. Μα­νά­βη­δες γε­μί­ζα­νε μὲ ψα­λι­δό­χορ­τα τὰ τε­λά­ρα. Ἀ­πὸ τὸ σι­νε­μὰ πού ‘­χε προ­βο­λὲς πρω­ι­νές, βγῆ­κε ὁ μη­χα­νι­κὸς νὰ ξε­μου­διά­σει. Τὰ κα­ρού­λια τῆς ται­νί­ας γυ­ρί­ζα­νε ἀ­πὸ μό­να τους. Πιὸ πο­λὺ ἀ­κου­γό­ταν ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς πα­ρὰ τὰ λό­για τῆς ται­νί­ας – τί λό­για δη­λα­δή, πι­στο­λι­ὲς καὶ τρε­ξί­μα­τα. Ἕ­νας πω­λη­τὴς εἶ­χε ἁ­πλώ­σει πά­νω σ’ ἕ­να λυ­ό­με­νο κρε­βά­τι κο­σμή­μα­τα.

        — Ἔ­λα τι­μὲς λα­ϊ­κές, ἔ­λε­γε. Κο­χύ­λια μι­κρά, κο­χύ­λια με­γά­λα καὶ πο­λύ­χρω­μα.

        Ἕ­νας γέ­ρος ἔ­σπρω­χνε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι. Μά­ζευ­ε ἐ­φη­με­ρί­δες, χαρ­τιά. Τρι­σή­μι­ση δραχ­μὲς τὸ κι­λὸ τὰ που­λά­ω, μ’ εἶ­πε. Ἅ­μα δὲν μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν, τὰ καί­ω στὴ σόμ­πα μου. Βγά­ζου­νε κά­πνα, μὰ τρα­βᾶ­νε τὴν ὑ­γρα­σί­α.

        Ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἀν­θο­πω­λεῖ­α ἦ­ταν πολ­λοὶ μα­ζε­μέ­νοι. Μί­α γυ­ναί­κα φώ­να­ζε. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει ἕ­να στε­φά­νι γιὰ κη­δεί­α μὰ τὰ λου­λού­δια ποὺ ἔ­βα­λε ὁ ἀν­θο­πώ­λης ἦ­ταν παρ­μέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες κη­δεῖ­ες. Φώ­να­ζε πὼς ἦ­ταν μα­ρα­μέ­να, ἔ­δει­χνε κλω­τσών­τας μὲ τὸ πό­δι της τὶς μὼβ ται­νί­ες. Τί νὰ τὰ κά­νω τὰ χρυ­σα­φέ­νια γράμ­μα­τα, ἔ­λε­γε, μὲ τέ­τοι­α σκου­πί­δια; Ὁ κύ­κλος γύ­ρω της στέ­νευ­ε. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν χά­νε­ται, φώ­να­ζε. Ὅ­λα γί­νον­ται ξα­νὰ στε­φά­νια. Στε­φά­νια γιὰ τὰ σό­για σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Σὰ νά ‘­λε­γε κά­ποι­ο ἐ­πί­μο­νο παι­δι­κὸ τρα­γού­δι. Αὐ­τό ‘­ναι γιὰ τὰ μοῦ­τρα σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Ὁ ἥ­λιος φα­νέ­ρω­νε στὸ πρό­σω­πό της κη­λί­δες, μου­τζοῦ­ρες ἤ­τα­νε; ἀ­πὸ κλά­μα­τα; Πάν­τως πρό­σε­ξα πὼς πά­νω στὰ μαῦ­ρα της ροῦ­χα εἶ­χε στα­γό­νες καὶ δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ σκο­νι­σμέ­να χέ­ρια.

        Προ­χώ­ρη­σα γιὰ νὰ φύ­γω. Πά­νω σ’ ἕ­να κα­ρό­τσι ποὺ κυ­λοῦ­σε μὲ ρό­δες, γυ­ρί­ζα­νε κα­σέ­τες. Ἕ­να τρα­γού­δι ἔ­φτα­νε. Ἴ­σως ν’ ἀλ­λά­ξεις κά­πο­τε μὰ ἐ­μέ­να πιὰ μὲ χά­νεις.

        Πῆ­ρα τὸ ἀ­στι­κό. Ἀ­πὸ τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο ἀ­νέ­βη­καν δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες. Κά­τι λέ­γα­νε γιὰ τὸν σκο­πὸ στὴν πύ­λη ποὺ δὲν χαι­ρέ­τη­σε κι ἔ­φα­γε φυ­λα­κὴ ἢ ποὺ χαι­ρέ­τη­σε ἀλ­λὰ δὲν φώ­να­ξε δυ­να­τά, κά­τι τέ­τοι­ο. Κα­θή­σα­νε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν εἰ­σπρά­χτο­ρα. Σὲ λί­γο πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση γιὰ τὰ ἀ­θλη­τι­κά. Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἔ­βγα­λε μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ χτυ­πών­τας την, ἐ­δῶ ρέ, φώ­να­ζε, ἐ­δῶ θὰ γί­νει ὁ τά­φος σας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λοῦ­σαν, ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας εἶ­χε σω­πά­σει μὰ ξαφ­νι­κὰ φώ­να­ξε, ἕ­να βῆ­μα, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ὄρ­θιος στὸν δι­ά­δρο­μο γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει κι οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λά­σα­νε πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴν φο­ρά. Σι­γὰ-σι­γά, ἀ­δειά­σαν κι οἱ θέ­σεις. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τέ­βη­καν στὴν στά­ση Πα­λαι­ὰ Δι­κα­στή­ρια. Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε πα­λιὰ οὔ­τε και­νούρ­για κτί­ρια. Μιὰ πλα­τεί­α σκαμ­μέ­νη μό­νο, φραγ­μέ­νη μὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ πα­νιὰ ἀ­πὸ τσου­βά­λια. Σκά­βον­τας γιὰ θε­μέ­λια εἴ­χα­νε βρεῖ νε­ρὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν κλεί­σα­νε. Ὅ­πως μὲ τοὺς ἀρ­ρώ­στους π’ ἀ­νοί­γον­τας τὴν κοι­λιὰ τους βρί­σκουν με­τα­στά­σεις. Τοὺς κλεί­νουν καὶ τοὺς στέλ­νουν σπί­τι γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Κά­πο­τε θὰ χτι­στεῖ ἡ πλα­τεί­α κι αὐ­τοὶ θὰ ‘­χουν πε­θά­νει.

        Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἅ­πλω­σε μπρο­στά του μιὰ πε­τσέ­τα κι ἔ­τρω­γε ψω­μὶ μὲ στα­φί­δες. Πό­σες στά­σεις ἔ­χει μέ­χρι τὸ τέρ­μα; τὸν ρώ­τη­σα. Πά­τη­σε ἕ­να κουμ­πί, ἄ­νοι­ξε ἡ πί­σω πόρ­τα καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­νῶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­κό­μη ἔ­τρε­χε. Τὸν εἶ­δα νὰ τρε­κλί­ζει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κα­νε ἕ­να κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ τρι­γω­νι­κὴ νη­σί­δα καὶ φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα.

        — Τέρ­μα κύ­ριος, μοῦ εἶ­πε κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη.

        Κα­τέ­βη­κα. Ἦ­ταν τὸ τέρ­μα;

        Ὁ ἥ­λιος σὲ τύ­φλω­νε. Τὸ κρύ­ο τρυ­ποῦ­σε τὰ κόκ­κα­λα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982).

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­­βος, Ἀ­θή­να, 1982), Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984), Σκεῦος μετανοίας (ἐκδ. ἐν Πλῷ, Ἀ­θή­να, 2017) καὶ Ἀνεμοδεῖκτες στὴν Ἑπτάλοφο (ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀ­θή­να, 2019).


Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο