Κώστογλου Νιόβη: Ἐπίπεδο ρολόι


Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου


Ἐ­πί­πε­δο: Ρο­λό­ϊ


ΟΥ ΑΡΕΣΕΙ νὰ κοι­τά­ζεις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς νὰ δι­α­θλᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ νὰ χρω­μα­τί­ζει τὸ δω­μά­τιο μὲ τὸ θα­λασ­σί τῆς κουρ­τί­νας. Ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, σοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νεις με­γά­λες βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το καὶ νὰ νι­ώ­θεις τὸν ἄ­νε­μο νὰ σοῦ παίρ­νει τὰ μαλ­λιά. Βέ­βαι­α, ζεῖς πά­νω σε ἕ­να ρο­λό­ι καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σέ­χεις δια­ρκῶς γιὰ νὰ μὴν σὲ φτά­σουν οἱ δεῖ­κτες του καὶ σοῦ κό­ψουν τὸ κε­φά­λι.

        Θυ­μᾶ­σαι μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε κι ἀ­νέ­μι­ζε τὸ μα­κρὺ φου­λά­ρι της ἀ­πὸ τὸ ξε­σκέ­πα­στο αὐ­το­κί­νη­το. Ὅ­ταν τὴν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, δὲν τὸν εἶ­δε. Κι αὐ­τός, τύ­λι­ξε στὴ ρό­δα τὸ φου­λά­ρι καὶ τὴν ἔ­πνι­ξε. Με­τά, ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ εὐ­φυ­ὴς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας ποὺ ἔ­χτι­σε στὴν πό­λη του πο­λύ­χρω­μα κτί­ρια γιὰ νὰ τὰ θαυ­μά­ζει στὸν πε­ρί­πα­τό του. Αὐ­τόν, μό­λις τὸν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, ἔ­φε­ρε μπρο­στά του ἕ­να τρὰμ καὶ τὸν πά­τη­σε.

        Ἴ­σως πιὸ τυ­χε­ρὸς νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ κω­μι­κὸς μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­οῦ­μορ ποὺ μιὰ μέ­ρα τοῦ εἶ­παν ἕ­να τό­σο προ­σβλη­τι­κὸ ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὴν ἀ­δερ­φή του κι ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε τὸν βρῆ­κε ὁ δεί­κτης, ἔ­σπρω­ξε τὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τὰ τὸν γδοῦ­πο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ κε­φά­λι του στὸ πά­τω­μα, τοῦ κό­πη­κε τὸ γέ­λιο γιὰ πάν­τα. Κι ἄς μὴν εἶ­χε κὰν ἀ­δερ­φή.

        Ἐ­σὺ ἔ­χεις σί­γου­ρα τὸ μυ­στι­κό σου. Τρέ­χεις πά­νω στὸ ἐ­πί­πε­δο ρο­λόϊ κι ὅ­ταν φτά­νει κον­τά σου ὁ δεί­κτης, μὲ μι­σὸ ἅλ­μα, χω­ρί­ζεις τὸ σῶ­μα σου στὰ δύ­ο γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα καὶ νὰ τὴ γλι­τώ­σεις. Ὅ­μως, κά­θε φο­ρά, ὁ ὕ­που­λος λε­πτο­δεί­κτης σοῦ κό­βει μιὰ φλού­δα καὶ σὲ λι­γο­στεύ­ει.

        Θὰ ἦ­ταν πιὸ πρα­κτι­κὸ ἂν εἶ­χες βρεῖ τρό­πο νὰ φτιά­χνεις ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα σου ὅ­πο­τε περ­νοῦν ἀ­πὸ κον­τά σου οἱ δεῖ­κτες. Τό­τε, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ ἀ­φή­νεις πί­σω καὶ νὰ κρύ­βε­σαι σὲ μιὰ γω­νιὰ γιὰ νὰ δεῖς τί θὰ τὸ κά­νουν. Ἴ­σως νὰ πε­τοῦ­σαν τὸ πο­δή­λα­το στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ φρόν­τι­ζαν νὰ κα­τα­πι­εῖς μιὰ με­γά­λη πο­σό­τη­τα ἀ­πὸ μι­κρὰ ψά­ρια γιὰ νὰ πνι­γεῖς ἢ νὰ ἔ­ρι­χναν τὸ τα­βά­νι στὸ κε­φά­λι σου, ἐ­νῶ χα­ζεύ­εις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς ποὺ μπαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἴ­σως καὶ νὰ γε­λοῦ­σαν «τὶκ-τὰκ-τὶκ-τάκ».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου (Ἀ­θή­να, 1983). Σπού­δα­σε Δι­α­φή­μι­ση καὶ Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να, ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δι­α­φή­μι­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔντυ­πα καὶ ἠ­λεκτρο­νικὰ περι­οδι­κά. Ἔχει συμμετάσχει στὴ συλλογικὴ ἔκδοση διη­γημάτων Δώ­μα­τα μὲ θέα (Παρά­ξε­νες Μέρες, 2020).

Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Τζοὺντ Χίγκινς (Jude Higgins): Φτερωτή ζωή


Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins)


Φτε­ρω­τὴ ζω­ή

(Bird life)


ΕΡΕΙΣ πῶς εἶ­ναι ὅ­ταν ἕ­να που­λὶ κου­του­λᾶ στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος κι ἐ­σὺ τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι ἁ­πλῶς ζα­λί­στη­κε· ἀλ­λὰ ὄ­χι, ἡ πρό­σκρου­ση τὸ ἄ­φη­σε νε­κρό – καὶ ἰ­δού: τὴν ἡ­μέ­ρα ἀ­κρι­βῶς τῶν γε­νε­θλί­ων σου μιὰ ὄ­μορ­φη μι­κρὴ τσί­χλα, μὲ λαμ­πρὸ φτέ­ρω­μα, κεί­τε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα πά­νω στὸ χα­λά­κι μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ Κα­λω­σο­ρί­σα­τε. Ἀ­να­λο­γί­ζε­σαι τὴν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος –πῶς γί­νε­ται κά­τι τό­σο νέ­ο νὰ μὴ γι­ορ­τά­σει πο­τὲ γε­νέ­θλια κι ἔ­πει­τα σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι πο­λὺ αἰ­σθη­μα­το­λο­γι­κὸ νὰ φαν­τά­ζε­σαι τὰ γε­νέ­θλια ἑ­νὸς που­λιοῦ. Προ­σπα­θεῖς ν’ ἀ­πο­φύ­γεις τὴν αἰ­σθη­μα­το­λο­γί­α.

        Εἶ­ναι ἐ­λα­φριά, τό­σο ἐ­λα­φριά, μιὰ τό­ση δὰ ἐν­τύ­πω­ση στὸ φτυ­α­ρά­κι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὴν μα­ζεύ­εις κι ἐν τῷ με­τα­ξὺ ὁ ἄν­τρας σου τὴν βγά­ζει φω­το­γρα­φί­α μο­λο­νό­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­τι ποὺ θὲς ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στὴ μνή­μη σου, εἰ­δι­κὰ μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα. Ἀλ­λά σοῦ εἶ­πε ὅ­τι τοῦ θύ­μι­σε τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ εἶ­χες φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ ἕ­ναν χρό­νο, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­πί­θε­ση ποὺ δέ­χτη­καν τὰ μι­κρὰ μαυ­ρο­πού­λια στὸ κα­λα­θά­κι τους στὸ κα­τώ­φλι ἀ­πὸ ἕ­να ξε­φτέ­ρι, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τῆς ἀ­που­σί­ας σου ξύ­νον­τας αἵ­μα­τα καὶ φτε­ρὰ γο­να­τι­στὸς στὸ πά­τω­μα.

        Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν ἔ­πει­τα πῆ­γε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα καὶ ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι ἔ­χον­τας κλει­στὲς τὶς κουρ­τί­νες καὶ νι­ώ­θον­τας πο­λὺ πλη­γω­μέ­νος σὰν νὰ εἶ­χε κου­του­λή­σει πά­νω σ’ ἕ­ναν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο ἐ­νῶ πί­στευ­ε ὅ­τι τα­ξί­δευ­ε στὸν κε­νὸ χῶ­ρο. Δὲν τὸν ρώ­τη­σες ἂν θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ κι αὐ­τὸς στὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἢ ἂν εἶ­χε ἀ­ναρ­ρώ­σει.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Flash Frontier:

http://www.flash-frontier.com/november-2016-birds/#birdlife

Τζοὺντ Χίγ­κινς (Jude Higgins) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ πρῶ­το της βι­βλι­α­ρά­κι μι­κρο­δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο Τὸ σπί­τι τοῦ Χη­μι­κοῦ βγῆ­κε στὶς ἐκ­δό­σεις V Press τὸ 2017. Ἡ ἴ­δια θε­σμο­θέ­τη­σε τὸ Βρα­βεῖ­ο Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος Bath Flash Fiction Award καὶ ὀρ­γά­νω­σε τὸ Φε­στι­βὰλ Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου ἐ­νῶ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρει ὁ­τι­δή­πο­τε ἀ­φο­ρᾶ τὸ ἐν λό­γῳ λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νο­δι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.



		

	

Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Σχεδία


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Σχε­δί­α


ΛΕΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ γιὰ μέ­ρες μὲ τὴν ἴ­ω­ση, ἄϋ­πνος καὶ βα­ρύς, βάλ­θη­κε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ γιὰ ἐρ­γα­σι­ο­θε­ρα­πεί­α τὸ χά­ος τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ἔ­πε­σε πά­νω στοὺς ἥ­ρω­ες τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας καὶ ξα­στέ­ρω­σε ὁ νοῦς του καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὴ θο­λού­ρα του νὰ τοὺς προ­ϋ­παν­τή­σει. Τὸν εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει ἀ­τε­λεί­ω­τα ἐ­κεῖ­να τὰ δι­ά­φα­να κα­λο­καί­ρια, σὲ πε­ρι­πέ­τει­ες καὶ σκαν­τα­λι­ές. Ὁ Τὸμ  Σώ­γι­ερ, ἡ Μπέ­κι καὶ ὁ Χὸκ Φίν, κυ­ρί­ως αὐ­τός, στὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας, σκλη­ρὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο καὶ χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες, ὄρ­θιος νὰ λά­μνει στὴ σχε­δί­α μὲ τὸν νέ­γρο-Τζὶμ, δρα­πε­τεύ­ον­τας πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α, μα­κριὰ ἀ­π’ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τὸν πλη­γώ­νει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­νι­κό, ἔκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­α­ς (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Κι­νη­τὴ γι­ορ­τή (δι­η­γή­μα­τα, Νη­σί­δες, 2018).


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel): Μιὰ ἱστορία καθὼς πρέπει


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel)


Μιὰ ἱ­στο­ρί­α κα­θὼς πρέ­πει

(Una historia decente)

(1/2)


 ΚΑΡΜΕΝΘΙΤΑ ἦ­ταν πο­λὺ πει­θή­νια. Ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα τῆς Καρ­μεν­θί­τα ἦ­ταν πα­ροι­μι­ώ­δης. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πα­γρυ­πνοῦ­σε γιὰ αὐ­τὴν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ ἔ­βα­ζε ἕ­να τεῖ­χος προ­στα­σί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν κό­ρη της καὶ στὰ τε­χνά­σμα­τα τοῦ κό­σμου.

Ἡ μη­τέ­ρα, μὲ τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ Καρ­μεν­θί­τα δώ­δε­κα χρο­νῶν, φαί­νον­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη. «Τὴν μέ­ρα ποὺ θὰ ἔ­χει πε­ρί­ο­δο ἡ κό­ρη μου γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —σκε­φτό­ταν— ἀν­τί­ο στὴν χρυ­σή της ἀ­θω­ό­τη­τα.» Ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴν κό­ρη της νὰ χλο­μιά­ζει γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τρε­ξε στοὺς δρό­μους σὰν τρε­λὴ καὶ γύ­ρι­σε σύν­το­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. «Πά­ρε κό­ρη μου, πά­ρε, τώ­ρα ἀρ­χί­ζεις νὰ γί­νε­σαι γυ­ναί­κα.» Καὶ ἡ Καρ­μεν­θί­τα, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κόκ­κι­να λου­λού­δια, ξέ­χα­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση. Ὅ­λους τους μῆ­νες, δώ­δε­κα φο­ρὲς τὸν χρό­νο, κα­τὰ τὴν διά­ρκεια πολ­λῶν χρό­νων, ἡ Καρ­μεν­θί­τα πα­ρέ­με­νε ἔ­τσι ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ ἀ­λη­θι­νὰ προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Μὲ τοὺς μαύ­ρους κύ­κλους γιὰ προ­άγ­γε­λο κά­θε 30 τοῦ μή­να, ἡ μά­να της τῆς ἔ­βα­ζε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια στὸ χέ­ρι.

        Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ἔ­κλει­σε τὰ σα­ράν­τα. Ἡ μά­να της, γριὰ πιά, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὴν φω­νά­ζει Καρ­μεν­θί­τα, ἀλ­λὰ ὅ­λοι τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δό­νια Καρ­μέ­λα. Σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­λι­κί­α, ἔ­φτα­σε ἕ­νας μή­νας ποὺ ἡ Καρ­μεν­θί­τα δὲν εἶ­χε μαύ­ρους κύ­κλους, τό­τε ἡ μη­τέ­ρα της, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το ἄ­σπρα λου­λού­δια. «Πά­ρε, κό­ρη μου, εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κέ­το ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρω, ἔ­χεις στα­μα­τή­σει ἤ­δη νὰ εἶ­σαι γυ­ναί­κα.» Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ξε­ση­κώ­θη­κε. «Μά, μα­μά, οὔ­τε κὰν τὸ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα.» Σὲ αὐ­τὸ ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα: «Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γιὰ ἐ­σέ­να κό­ρη μου.» Ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κὸ μπου­κέ­το, μα­ρα­μέ­νο πιά, μα­δη­μέ­νο, δι­α­λυ­μέ­νο, ξε­ρό, ἦ­ταν τὸ μπου­κέ­το ποὺ ἔ­βα­λαν στὸ φέ­ρε­τρο τῆς Καρ­μεν­θί­τα.


Μιὰ μὴ κα­θὼς πρέ­πει ἱ­στο­ρί­α

(Historia indecente)

(2/2)


ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΙΤΑ, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὴν κρί­σι­μη ἠ­λι­κί­α, ἡ μη­τέ­ρα της ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ μά­να τῆς Καρ­μεν­θί­τα, καὶ ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ γί­νε­ται χλω­μὴ καὶ νὰ ἔ­χει μαύ­ρους κύ­κλους, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. Ὅ­μως ἡ Μα­ρι­κί­τα ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ξε­δι­άν­τρο­πη ἀ­πὸ τὴν Καρ­μεν­θί­τα. Ἅρ­πα­ξε τὸ μπου­κέ­το, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πέ­τα­ξε τὰ λου­λού­δια καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση.



Πη­γή: Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narativo, Catedra Letras Hispánicas, 2013.

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel) (Ἱ­σπα­νί­α 1900-Με­ξι­κὸ 1983). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κα­λάν­τα (Calanda) τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, κον­τὰ στὴν ἐ­παρ­χί­α τῆς Ἀ­ρα­γώ­νας, τὸ 1900.Ἦ­ταν γό­νος εὔ­πο­ρης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ ἀ­να­τρά­φη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­στη­ρά. Τὴν πε­ρί­ο­δο 1917-1924 σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της ὅ­που γνω­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων Ἱ­σπα­νῶν καλ­λι­τε­χνών— μὲ τὸν ζω­γρά­φο Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λὶ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν ποι­η­τὴ Φε­δε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά. Με­τὰ τὶς σπου­δές του ξε­κί­νη­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­τη στὸ Πα­ρί­σι. Ἡ πρώ­τη του προ­σω­πι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐκ­δη­λώ­θη­κε μὲ τὸν Ἀν­δα­λου­σια­νὸ σκύ­λο, τὸ 1929, μί­α ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, μό­λις 17 λε­πτῶν. Ὡς κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς θε­ω­ρεῖ­ται πλέ­ον ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς παγ­κό­σμιας ἱ­στο­ρί­ας τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τα­λαν­τοῦ­χος καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κός. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ καὶ ἐκ­δο­θεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του, Ἡ Τε­λευ­ταί­α μου Πνο­ή­, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­δυσ­σέ­α­ς, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2015. Τὸ ἔρ­γο του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὅ­πως τὸ δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος μι­λών­τας γιὰ τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν αὐ­τοβι­ογραφία του, «­ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔν­το­νο ἐ­ρω­τι­σμό, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο σὲ μιὰ βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη καὶ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του­». Ἐ­κεί­νη τὴν βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη θὰ ἀ­πο­δo­μή­σει μὲ κά­θε τρό­πο τό­σο στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὅ­σο καὶ στὸ συγ­γρα­φι­κό.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


 

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μεγάλη ἰδέα


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Με­γά­λη ἰ­δέ­α


Ο ΧΕΡΙ ΤΗΣ ξε­πρό­βαλ­λε μέ­σα ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν χτυ­πή­σει ἡ ἀ­φύ­πνι­ση. Πά­τη­σε τὸ κουμ­πὶ ἀ­κύ­ρω­σης. Ἦ­ταν ξύ­πνια. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι οἱ 8.30 εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ ὥ­ρα γιὰ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι —ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πο­λὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὄρ­θια— πα­ρὰ τὸ ὅ­τι δὲν τὴν πε­ρί­με­νε κα­νέ­νας καὶ τί­πο­τα. Ἂν ἐ­πέ­τρε­πε, ὡ­στό­σο, στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ πα­ρα­κοι­μη­θεῖ οἱ τύ­ψεις θὰ τὴν χτυ­ποῦ­σαν ἀ­λύ­πη­τα γιὰ ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ἡ­μέ­ρας. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τὸ πρω­ι­νὸ θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­νεμ­πό­δι­στο χω­ρὶς νὰ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴν βο­ή­θειά της, χω­ρὶς κὰν νὰ τὴν κοι­τά­ξει, μὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ν’ ἀ­δρά­ξει τὴ μέ­ρα ἢ του­λά­χι­στον αὐ­τὸ προ­σποι­οῦν­ταν. Τὶς φο­ρὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θε πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­π’ τὴν μα­ται­ό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς αὐ­τῆς προ­σπά­θειας καὶ δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν τὴν κοί­τα­ζε κα­νείς, φο­ροῦ­σε βα­ρι­ε­στη­μέ­να τὶς παν­τό­φλες, κούμ­πω­νε τὴ ρόμ­πα καὶ ἔ­σερ­νε τὰ βή­μα­τά της ὣς τὴν κου­ζί­να, ὅ­που οἱ πρω­ι­νὲς ἀ­χτί­δες φω­τὸς ποὺ τρύ­πω­ναν ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴν ἔ­κα­ναν νὰ ξε­χνᾶ γιὰ λί­γο τὸ κε­νὸ ποὺ φώ­λια­ζε μέ­σα της καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε ἀ­χνά. Ἄλ­λες φο­ρὲς ξυ­πνοῦ­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα αἰ­σι­ό­δο­ξη καὶ τά­χα φου­ρι­ό­ζα ἀπ΄ τὴ χα­ρὰ ἔ­σπευ­δε στὴν κου­ζί­να, ἄ­νοι­γε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ ἔ­φτια­χνε τὸν κα­φὲ κά­νον­τας τὸ κου­τα­λά­κι ν’ ἀν­τη­χεῖ χα­ρού­με­να. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει πο­τὲ ὅ­τι οἱ χα­ρού­με­νοι καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι θο­ρυ­βώ­δεις, ἐ­νῶ ὅ­σοι εἶ­ναι θλιμ­μέ­νοι ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ φο­βοῦν­ται πάν­τα μή­πως ἐ­νο­χλή­σουν μὲ τὶς κι­νή­σεις τους, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­σι­ω­ποῦν, μὴ καὶ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χή;

        Ὅ­πως καὶ νὰ ’χει, καὶ πα­ρὰ τὶς ἀ­χτί­δες φω­τός, τὰ πρω­ϊ­νὰ περ­νοῦ­σαν συ­νή­θως ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Κά­θον­ταν στὸ αὐ­το­σχέ­διο γρα­φεῖ­ο καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ μέ­ηλ της. Στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν με­τα­ξύ τοῦ πρώ­του καὶ τοῦ δεύ­τε­ρου κλὶκ τοῦ πον­τι­κιοῦ, ὅ­ταν εἶ­χε πιὰ πα­τή­σει «ἄ­νοιγ­μα», ἡ καρ­διά της πάν­τα φτε­ρού­γι­ζε ἀ­κα­τά­στα­τα γε­μά­τη προσ­δο­κί­α, κι ὕ­στε­ρα, τοὺς γορ­γοὺς χτύ­πους δι­α­δέ­χον­ταν χτύ­ποι βα­ριοί, ἄ­με­ση συ­νέ­πεια τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ποὺ τὴν κα­τέ­κλυ­ζε στὴ θέ­α τῆς ἔν­δει­ξης «Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα». Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἦ­ταν αὐ­τὴ ἡ προσ­δο­κί­α, ἡ τυ­φλὴ σχε­δὸν ἐλ­πί­δα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ταν μῆ­νες τώ­ρα, χρό­νος σχε­δόν, μά­ται­α. Χω­ρὶς τὴν προσ­δο­κί­α, δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε ἴ­σως ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Μὰ τὸ ’χε βί­τσιο ἀ­πὸ πάν­τα νὰ πι­στεύ­ει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺ στὸν ἑ­αυ­τό της. Εἶ­χε ἀ­πὸ μι­κρὴ αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λο, κά­τι σπου­δαῖ­ο, κά­τι ἀ­ξι­ό­λο­γο γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια. Τώ­ρα τό ‘βλεπε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­κρά­δαν­τη πί­στη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ τῆς χά­ρι­σε χρό­νια σε­βα­σμοῦ ἀ­πὸ φί­λους, γνω­στοὺς καὶ συμ­μα­θη­τὲς στὰ νε­α­νι­κά της χρό­νια, δὲν ἦ­ταν πιὰ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω πα­ρὰ ἡ σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας μιᾶς αἰ­θε­ρο­βά­μονος καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νης ἄ­νερ­γης. Δὲν εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ δου­λειά, ἁ­πλῶς δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ νὰ τὴν θε­ω­ρεῖ τό­σο ἀ­να­πό­φευ­κτα ἀ­πα­ραί­τη­τη γι’ αὐ­τήν, ὥ­στε νὰ κά­νει τ’ ἀ­δύ­να­τα δυ­να­τὰ γιὰ μιὰ πρόσ­λη­ψη. Ἔ­νι­ω­θε, βα­θιὰ μέ­σα της, κά­πως ὑ­πε­ρά­νω, κι αὐ­τό, ναὶ τώ­ρα τό ‘βλέ­πε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸν κό­σμο μὲ ἀ­πο­στρο­φὴ ἢ πα­ρά­πο­νο, ἀλ­λὰ ὄ­χι νὰ συμ­με­τέ­χει ἐ­νερ­γὰ σ’ αὐ­τόν. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση τοῦ νὰ τὴν χρει­ά­ζε­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­να, ὥ­στε νὰ πα­λέ­ψει, νὰ κυ­λι­στεῖ γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­κτή­σει, μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, θέ­ση ἐρ­γα­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζεῖν. Ἔ­τσι, ἂν καὶ οἱ ἐκ­δό­τες καὶ οἱ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες τῆς ἔ­κλει­ναν τὴν πόρ­τα, ἐ­κεί­νη εἶ­χε τὴν πο­λυ­τέ­λεια νὰ ἐ­πι­μέ­νει νὰ θέ­λει νὰ κά «μό­νο αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κά», τὸ ὁ­ποῖ­ο στή­ρι­ζε φυ­σι­κὰ πά­νω στοὺς πυ­λῶ­νες αὐ­τῆς τῆς ἔμ­φυ­της ὑ­ψη­λῆς ἰ­δέ­ας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Βέ­βαι­α, τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­ναλ­γη­σί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων αὐ­τῶν μη­νῶν χω­ρὶς «κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα» ἀ­πάν­τη­σης στὰ χι­λιά­δες βι­ο­γρα­φι­κὰ ποὺ εἶ­χε στεί­λει, τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἀρ­κε­τὰ τσα­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη πε­ρη­φά­νιας. Πα­ραλ­λή­λι­ζε τὴν εἰ­κό­να της μ’ αὐ­τὴν κά­ποι­ου ποὺ ἐ­νῶ πα­σχί­ζει νὰ ἰ­σι­ώ­σει τὸ πα­πι­γιόν του ὅ­ταν βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὸν κό­σμο, ἡ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη του ὄ­ψη καὶ τὸ φθαρ­μέ­νο του σα­κά­κι, μαρ­τυ­ροῦν, ἐν­τού­τοις, ἄ­θε­λά τους μὰ εὔ­γλωτ­τα, τὸν ξε­πε­σμὸ καὶ τὴν πλα­στὴ εὐ­πρέ­πεια, ὅ­ταν ἀ­παν­τοῦ­σε χα­μο­γε­λα­στὰ «εἶ­μαι με­τα­φρά­στρια» στὴν καί­ρια καὶ ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως κου­ρα­στι­κὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση «τί δου­λειὰ κά­νε­τε;». Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σει «λο­γί­στρια» ἢ «δα­σκά­λα» ἢ «φουρ­νά­ρισ­σα» ἢ «νο­σο­κό­μα», ὁ­τι­δή­πο­τε, δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α, ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση στὸ σω­στὸ χρό­νο καὶ μὲ φυ­σι­κό­τη­τα, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, χω­ρὶς ν’ ἀ­φή­σει νὰ με­σο­λα­βή­σουν δευ­τε­ρό­λε­πτα, ἀ­πο­σι­ω­πη­τι­κὰ ἢ με­τέ­ω­ρες μα­τι­ές, δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις ἢ ὑ­πο­ψί­ες. Για­τὶ ὁ κό­σμος ἤ­ξε­ρε. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πά­ει κα­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη, κι ἴ­σως νὰ πί­στευ­αν ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­χρη­στη ἢ ἀ­κό­μη τεμ­πέ­λα. Κι ἐ­κεί­νη ντρέ­πον­ταν, μὰ πῶς νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει καὶ πῶς νὰ τὴν πι­στέ­ψουν, ὅ­τι ἐ­νῶ αὐ­τὴ προ­σπα­θοῦ­σε ἦ­ταν οἱ ἄλ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ τῆς ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κι ἐ­κεί­νη, ὤ ἐ­κεί­νη, ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρή­φα­νη γιὰ νὰ ξα­να­χτυ­πή­σει. Ἔ­τσι, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς καὶ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ τὴν ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες, τὶς ἐκ­δο­τι­κές της ἀ­σχο­λί­ες, ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἴ­σως τε­λι­κά, πα­ρὰ τὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, ἕ­να πλά­σμα δί­χως ἔρ­γο, τὴν ἔ­ζω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ σφι­χτά. Τό­τε πα­ρά­παι­ε ἐ­πι­κίν­δυ­να με­τα­ξὺ αὐ­το­σε­βα­σμοῦ καὶ αὐ­το­μα­στί­γω­σης καὶ ἔ­φτα­νε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ ζη­λεύ­ει φρι­χτὰ κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πο­τὲ πρὶν δὲν εἶ­χε νι­ώ­σει πα­ρὰ μο­νά­χα ἀ­δι­α­φο­ρί­α: τὸν ἀν­θρώ­πι­νο μό­χθο κι αὐ­τὸν ποὺ γυ­ρί­ζει τὰ βρά­δια σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­κρι­βῶς στὶς 8.40, σύμ­φω­να μὲ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό τῶν τε­λευ­ταί­ων μη­νῶν. Ἡ ἀ­νερ­γί­α, εἶ­χε κι αὐ­τὴ τὸ δι­κό της ὡ­ρά­ριο, τὴ δι­κή της ρου­τί­να. Ὁ ἐ­λεύ­θε­ρος χρό­νος τῆς πε­ρίσ­σευ­ε τό­σο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει νὰ γί­νον­ται ὅ­λα μέ­σα σὲ προ­κα­θο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα, ἀλ­λι­ῶς ἡ βα­ρε­μά­ρα θὰ τὴν κα­τά­πι­νε ἀ­νε­πι­στρε­πτί. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ι­νὸ δὲν δι­έ­φε­ρε ἀ­π’ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να. Κα­μιὰ προ­αί­σθη­ση, κα­μιὰ ἀ­πει­λή, κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν δι­α­τά­ρασ­σε τὴ γα­λή­νη τοῦ ἄ­δει­ου σπι­τιοῦ. Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της δὲν μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Κά­τι με­τα­ξὺ καρ­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­να­κού­φι­σης καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ταυ­τό­χρο­να. Ἔ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα τὸ κε­φά­λι της νὰ φω­λιά­σει μέ­σα στὰ μπρά­τσα της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διη­γη­μά­των Μιὰ μέρα ἀ­πό­λυτης ἡ­συ­χίας (Πα­ρά­ξε­νες Μέρες, 2015).

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Παῦλος Πέζαρος: Ἀπὸ τὴ Βράϊλα μὲ ἀγάπη


Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἀ­πὸ τὴ Βρα­ΐ­λα, μὲ ἀ­γά­πη


ΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ στὸ Με­σο­πό­λε­μο ὁ Τέ­λης στὴ Βρα­ΐ­λα, δὲ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­χε ἤ­δη ὀκταετὴ ἑ­τε­ρο­θα­λῆ, ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του, ἀ­δελ­φό. Ἔ­λα­χε νὰ τὸ μά­θει στὰ ἑξῆντα του χρό­νια τυ­χαῖ­α, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε, σὰν ἐ­πι­σκέ­πτης πιά, στὰ ἴ­δια ἀ­γα­πη­μέ­να χώ­μα­τα, νὰ βο­η­θή­σει στὴν πρώ­τη ἐγ­κα­τά­στα­ση τοῦ γιοῦ του σὰν φοι­τη­τῆ. Ἐ­κεῖ, στὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να δρό­μους πα­λιοὺς ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιά, γνω­στοὺς καὶ γεί­το­νες, νὰ δέ­σει τὶς σπα­σμέ­νες μνῆ­μες του. Ὅ­λα καὶ ὅ­λοι τὸν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὸ κοι­μη­τή­ρι.

        Στὸ με­τα­ξύ, προ­σφυ­γά­κι κι ὡς ὥ­ρι­μος ἄν­τρας πιά, εἶ­χε φά­ει τὸν κό­σμο στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ μά­λι­στα στὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη πα­τρί­δα, τὴν Κε­φα­λο­νιά, τό­πο κα­τα­γω­γῆς τοῦ πα­τέ­ρα, νὰ βρεῖ κά­ποι­ον, αὐ­τὸς τὸ μο­να­χο­παί­δι, νὰ τὸν νοι­ώ­σει μα­κρι­νὸ ἔ­στω συγ­γε­νῆ ἐξ αἵ­μα­τος.

        Στὰ δυ­ό του χρό­νια εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει. Τὸν πα­τέ­ρα του δὲν τὸν εἶ­χε γνω­ρί­σει κα­λὰ-κα­λά, κά­τι σὰν σκιὰ ὑ­πῆρ­χε μό­νο στὰ κα­τά­βα­θα τῆς μνή­μης του.

        Ἡ μά­να του ἡ Φρο­σού­λα, τὸν με­γά­λω­σε μὲ αἷ­μα. Σκί­στη­κε, ὑ­πέ­φε­ρε, τα­πει­νώ­θη­κε, ζη­τι­ά­νε­ψε, μό­νο καὶ μό­νο γι’ αὐ­τὸ τὸ παι­δί, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να, ἔ­μει­νε σ’ ὅ­λο τὸν μα­κρύ της βί­ο ἁ­γνὴ καὶ κα­θα­ρή, πι­στὴ στὴ μνή­μη ἑ­νὸς ἄν­τρα πού, πα­ρό­τι τὸν εἶ­χε βέ­βαι­α ξε­κλέ­ψει ἀ­πὸ μί­αν ἄλ­λη, ντό­πια Ρου­μά­να, δὲν πρό­λα­βε ἡ ἴ­δια νὰ τὸν χορ­τά­σει στὴν ἀγ­κα­λιά της. Ξέ­νη στὴ Βρα­ΐ­λα, μ’ ἕ­να παι­δὶ στὴν ἀγ­κα­λιά, ξέ­νη καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ ἴ­διο της τὸ χω­ριό. Ἐ­κεῖ ἀ­πὸ ὅ­που εἶ­χε ἀρ­χι­κὰ με­τα­να­στεύ­σει ὁ πα­τέ­ρας της καὶ τοὺς εἶ­χε φυ­τέ­ψει οἰ­κο­γε­νεια­κῶς σὲ κεῖ­να τὰ ἅ­για, πλού­σια χώ­μα­τα, μὲ τοὺς ἐμ­πο­ρι­κοὺς δρό­μους, στε­ρια­νοὺς καὶ πο­τα­μί­σιους, ἀ­νοι­χτοὺς στοὺς δη­μι­ουρ­γι­κοὺς ἀν­θρώ­πους.

        Ἡ Φρο­σού­λα με­γά­λω­σε τὸν Τέ­λη στὴ Βρα­ΐ­λα ὁ­λο­μό­να­χη, μὲ μιὰ Ρου­μά­να μό­νο, νύ­φη τοῦ ἀ­δελ­φοῦ της, νὰ τὴν συν­τρέ­χει. Τὸν με­γά­λω­σε, τὸν πῆ­γε σχο­λεῖ­ο καὶ τὸν ἔ­φε­ρε προ­σφυ­γά­κι στὴν Ἑλ­λά­δα, ἔ­φη­βο πιά, σὲ χρό­νια δί­σε­κτα.

        Ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, με­γα­λύ­τε­ρό του, στὸ ἴ­διο σχο­λεῖο, μὲ τὸ δι­πλὸ ἐ­πώ­νυ­μο «Pappas-Popa», ἦ­ταν ὁ ἀ­δελ­φός του ὁ Μί­μης. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ Τέ­λης δι­α­νο­ή­θη­κε νὰ κά­νει πο­τὲ συν­δυα­σμὸ τῶν ὀ­νο­μά­των. Ἔ­τσι μι­κρὸς ποὺ ἦ­ταν, νό­μι­ζε ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ρε ὅ­τι «Pappas» δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ τὸ ἴ­διο μὲ τὸ «Popa», ἀ­να­γραμ­μα­τι­σμέ­νο στὰ Ρου­μά­νι­κα.

        Ὅ­ταν ἀν­τά­μω­σαν πιὰ μὲ τὸν Μί­μη στὴ Βρα­ΐ­λα καὶ ἔ­δω­σαν γνω­ρι­μί­α, κά­που 50 χρό­νια με­τά, ἄ­κου­γε τὸν με­γα­λύ­τε­ρο ἑ­τε­ρο­θα­λῆ ἀ­δελ­φό του νὰ τοῦ δι­η­γεῖ­ται τὶς δι­κές του δυ­στυ­χί­ες, πῶς με­γά­λω­σε κι αὐ­τὸς μὲς στὴ μι­ζέ­ρια, μὲ μό­νο στή­ριγ­μα τὴ δι­κή του μά­να ποὺ πά­λευ­ε, ἀ­νά­με­σα στὰ ἄλ­λα, νὰ ξε­χά­σει ὅ­τι μιὰ ξέ­νη εἶ­χε ξε­λο­γιά­σει τὸν ἄν­τρα της ὅ­ταν τὸ παι­δί της ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρό.


(Κύ­μη, Αὔ­γου­στος 1995)


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Ἀπόστoλος Μαϊκίδης: Φωτιστικό γραφείου


Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης

 

Φω­τι­στι­κό γρα­φεί­ου


Ε ΤΟ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα μὲ τὸν Ἀλ­τί­νο­γλου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὸ θρά­σος νὰ ἐκ­φρά­σει πα­ρά­πο­να γιὰ τὴ χα­μη­λὴ ἐ­πί­δο­ση τοῦ γιοῦ του στὰ θε­ρι­νὰ τμή­μα­τα, ναί κύ­ρι­ε Ἀλ­τί­νο­γλου, ἀλ­λὰ τὸ φρον­τι­στή­ριο ξέ­ρε­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει καὶ θαύ­μα­τα ἂν ὁ ἄλ­λος δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να κρὰκ ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Ἀ­μέ­σως με­τά, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που συν­δέ­ον­ται οἱ βρα­χί­ο­νες, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει δώ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δεῖγ­μα κα­τα­πό­νη­σης, κα­τέρ­ρευ­σε, καὶ ὁ μὲν ἐ­πά­νω βρα­χί­ο­νας προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ πλη­κτρο­λό­γιο, ὁ δὲ κῶ­νος, ἀρ­χι­κὰ ἀ­να­πή­δη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο καὶ στὴ συ­νέ­χεια στα­μά­τη­σε, ἀ­ξι­ώ­νον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σω γιὰ τὸ ἀ­τό­πη­μα. Φω­τι­στι­κό της πλά­κας, ὅ,τι δί­νεις παίρ­νεις, σκέ­φτη­κα, με­ρι­μνών­τας χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ γιὰ τὴ δι­ά­δο­χη κα­τά­στα­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ἐν­δε­λε­χῆ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἔ­ρευ­να πα­ρήγ­γει­λα ἕ­να ἀρ­θρω­τὸ χάρ­μα ὀ­φθαλ­μῶν, ἀ­παύ­γα­σμα γερ­μα­νι­κῆς λε­πται­σθη­σί­ας καὶ στι­βα­ρό­τη­τας. Ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ χρέ­ω­ση τῆς πι­στω­τι­κῆς μου κάρ­τας, ὑ­πο­σχό­ταν ἕ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον, τὸ δι­ό­λου ἀ­με­λη­τέ­ο τί­μη­μα προ­ϊ­δέ­α­ζε γι’ αὐ­τό, ἕ­να μέλ­λον πάμ­φω­το θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νείς, ἢ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα κα­τ’ ἐ­πι­λο­γὴν φω­τι­ζό­με­νο, κα­θὼς τὸ προ­ϊ­ὸν εἶ­ναι ἐ­φο­δι­α­σμέ­νο μὲ ρο­δέ­λα αὐ­ξο­μεί­ω­σης τῆς ἔν­τα­σης τοῦ ἐκ­πεμ­πό­με­νου φω­τός, για­τί ἄλ­λο πράγ­μα οἱ ὧ­ρες τῆς δου­λειᾶς, κι ἄλ­λο τῆς χα­λά­ρω­σης.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­φτα­σε ἡ πα­ραγ­γε­λί­α, τὸ φω­τι­στι­κό τὸ συ­ναρ­μο­λό­γη­σα μό­νος μου, τὸ ἔ­στη­σα ὅ­πως ἔ­πρε­πε, νὰ τὸ βλέ­πουν ὅ­λοι νὰ τὸ κα­μα­ρώ­νουν, τώ­ρα ποὺ ἄρ­χι­σαν κι οἱ ἐγ­γρα­φές. Τί τὰ θέ­λεις ὅ­μως; Με­λε­τών­τας τὸ φυλ­λά­διο τῶν ὁ­δη­γι­ῶν, δι­α­πί­στω­σα κα­τά­πλη­κτος σὲ κά­ποι­α ἀν­θυ­πο­πα­ρά­γρα­φο πρὸς τὸ τέ­λος ὅ­τι «ἡ διά­ρκεια ζω­ῆς τοῦ λαμ­πτή­ρα εἶ­ναι τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, δι­ά­στη­μα με­τὰ τὴν πα­ρέ­λευ­ση τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συ­σκευ­ὴ πρέ­πει νὰ ἀ­πορ­ρι­φθεῖ». Ἔ­στει­λα μέ­ιλ στὸ κα­τά­στη­μα, «σω­στὰ κα­τα­λά­βα­τε» ἡ ἀ­πάν­τη­ση, με­τὰ δὲν ἄν­τε­ξα, ἔ­στει­λα καὶ στὰ κεν­τρι­κὰ τῆς ἐ­ται­ρί­ας, σὲ γνω­στὴ κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ πό­λη, ἀ­πάν­τη­ση μέ­χρι τώ­ρα δὲν ἔ­χω πά­ρει, λέ­ω αὐ­τὸ εἶ­ναι κο­ρο­ϊ­δί­α, τό­σα χρή­μα­τα καὶ με­τὰ στὰ σκου­πί­δια, τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, ἅ­μα τὸ δι­αι­ρέ­σεις μὲ τὸ ὀ­κτώ, λί­αν ἐ­πι­ει­κῶς δη­λα­δή, εἶ­ναι τρεῖς χι­λιά­δες ἑ­πτα­κό­σι­ες πε­νῆν­τα μέ­ρες ἐρ­γα­σί­ας, δέ­κα χρό­νια καὶ κά­τι, δὲν εἶ­ναι λί­γο θὰ πεῖ κα­νείς, ἀλ­λὰ τὰ χρό­νια τὰ ἄ­τι­μα φεύ­γουν, θὰ πῶ ἐ­γώ, καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πράγ­μα ποὺ θὰ ἤ­θε­λα στὰ ἑ­ξῆν­τα δύ­ο μου θὰ ἦ­ταν νὰ μεί­νω μό­νος μὲ τὸ κου­φά­ρι ἑ­νὸς φω­τι­στι­κοῦ, κι ἄς εἶ­ναι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1972 στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται.