Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ καράβι


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου


Τὸ  κα­ρά­βι


ΛΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Εἶ­χε καὶ πα­νιά, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρο τὸ χρῶ­μα τους. Λο­γι­κὸ θὰ ἦ­ταν νὰ εἶ­ναι ἄ­σπρα. Ὡ­στό­σο πό­τε ἄ­κου­γε νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φουν κόκ­κι­να, πό­τε μπλέ… Ὅ­λο ψοῦ ψοῦ ψοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τῶν ἄλ­λων. Ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ γυ­ναῖ­κες. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε κυ­ρί­ως τὰ κα­λο­καί­ρια. Ὕ­στε­ρα ἠ­ρε­μοῦ­σαν ὅ­λοι. Ξα­νάρ­χι­ζαν τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­σχο­λί­ες τους. Κι ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὰ μα­θή­μα­τα, τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα βέ­βαι­α, μιᾶς κι ἀ­πὸ χρό­νια εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὴ δου­λειά. Κα­νεὶς δὲν μι­λοῦ­σε γιὰ κεί­νη ἢ ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν ἔ­λε­γαν γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν: τί ὄ­μορ­φη ποὺ ἦ­ταν, τί δυ­να­τό­τη­τες εἶ­χε, τί ἔ­φτια­χνε μὲ τὰ χέ­ρια της! Μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­μο­νώ­θη­κε σὲ κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Ἔ­βλε­πε στὸν κῆ­πο. Δὲν εἶ­χε ὅ­μως ἐ­πα­φὴ μὲ κα­νέ­ναν — ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ ἄν­τρα της, τῆς ἀ­δελ­φῆς της καὶ φυ­σι­κὰ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὴ φρόν­τι­ζε.

        Τὸ παι­δὶ δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τὴ δεῖ. Ἔ­τσι ἔ­μα­θε νὰ ζεῖ χω­ρὶς μη­τέ­ρα. Μό­νο μὲ τὴ σκιὰ ποὺ τὴν ἔ­βλε­πε κά­θε τό­σο πί­σω ἀ­πὸ τὶς κουρ­τί­νες. Μά­να θε­ω­ροῦ­σε κά­τι ὑ­πο­κα­τά­στα­τα-θεῖ­ες. Σι­ω­πή.

        Κι ὅ­ταν ἄ­νοι­γε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζαν πά­λι οἱ κου­βέν­τες γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Ὁ πα­τέ­ρας τὸ πε­ρι­έ­γρα­φε το­νί­ζον­τας κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια: τὸ σκα­ρὶ τὰ ξάρ­τια τὴν πλώ­ρη τὰ σκοι­νιά. Σὰν πα­λιὸς ναυ­τι­κὸς ποὺ εἶ­χε ξεμ­παρ­κά­ρει καὶ λα­χτα­ροῦ­σε τὴ ζω­ὴ στὸ πλοῖ­ο. Οἱ θεῖ­ες κα­τα­πι­ά­νον­ταν μὲ κεν­τή­μα­τα γιὰ τὰ ἔ­πι­πλα, τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα, δαν­τέ­λες γιὰ τὶς μα­ξι­λα­ρο­θῆ­κες καὶ παν­τοῦ φυ­σι­κὰ ὑ­πῆρ­χε τὸ κα­ρά­βι ἢ ἔ­στω μιὰ ἰ­δέ­α του: ἕ­να πα­νί, μιὰ ἄγ­κυ­ρα.

        Ὅ­σο πλη­σί­α­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι οἱ κου­βέν­τες θέ­ρι­ευ­αν. Τό­σο ποὺ πί­στευ­ε πὼς ὅ­που νά ‘ναι θὰ φα­νεῖ κά­ποι­ο πλοῖ­ο στὸ μι­κρὸ λι­μά­νι. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α δὲν συ­νέ­βαι­νε πο­τέ. Ὅ­λο τὸν και­ρὸ ποὺ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τρω­γαν τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο τους, ξέ­χνα­γαν ἐν­τε­λῶς τὴ γυ­ναί­κα. Μη­τέ­ρα-φάν­τα­σμα. Ὁ μι­κρὸς κυ­ρι­ευ­ό­ταν ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια. Ἤ­θε­λε νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ τρυ­πώ­σει στὸ ἀ­να­το­λι­κο­με­σημ­βρι­νὸ δω­μά­τιο. Τῆς ἔ­κα­νε μᾶλ­λον κα­λὸ ὁ ἥ­λιος. Γι’ αὐ­τὸ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­πὸ τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κή­που ἔ­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ἀ­νοι­χτὸ μὲ τὶς κουρ­τί­νες μα­ζε­μέ­νες. Τὴ μη­τέ­ρα που­θε­νά.

        Ἔ­τσι πέ­ρα­σε πο­λὺς και­ρὸς μέ­χρι τὴν ἀ­να­στά­τω­ση καὶ τὴν ὑ­πό­κω­φη ἔν­τα­ση ἐ­κεῖ­νο τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ἔ­φτα­σε ὁ για­τρός, ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­ναν ἔ­βγαι­ναν. Ὁ πα­τέ­ρας θλιμ­μέ­νος, οἱ θεῖ­ες σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ταν κι ἀγ­κά­λια­ζαν τὸν μι­κρό. Τοῦ χά­ι­δευ­αν τὰ μαλ­λιά, τὸ κε­φά­λι. Μέ­χρι πού… ναί, πρό­λα­βε νὰ δεῖ. Κα­τέ­βη­καν δυ­ὸ ἄν­τρες μὲ κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ σῶ­μα τυ­λιγ­μέ­νο σὲ σεν­τό­νι. Δὲν ἔ­βλε­πε οὔ­τε χέ­ρια, οὔ­τε πό­δια, τί­πο­τα, μό­νο τὸ σχῆ­μα ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος.

        Ἔ­κλα­ψαν ὅ­λοι… ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τόν.

        Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ τρέ­ξει στὸ δω­μά­τιό της. Ἡ λευ­κὴ κουρ­τί­να κυ­μά­τι­ζε κι ἔμ­παι­νε φῶς ποὺ σὲ τύ­φλω­νε. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι ὅ­μως, ἐ­πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κα­ρά­βι μὲ μπλὲ καὶ κόκ­κι­να πα­νιὰ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ σπίρ­τα. Οὔ­τε με­γά­λο οὔ­τε μι­κρό. Ὄ­μορ­φο. Ἀ­τα­ξί­δευ­το.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.


Ἀντώνης Γιαννακός: Ἀριθμητήριο


Ἀν­τώ­νη Γι­α­ν­να­κός


Ἀ­ριθ­μη­τή­ριο


 ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ἤ­τα­νε λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τρι­ῶν χρο­νῶν. Εἶ­χε πε­ρά­σει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἐ­κεί­νης τῆς ἄ­νοι­ξης σκαρ­φα­λω­μέ­νη πά­νω στὸ ντι­βά­νι νὰ βλέ­πει ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δώ­μα­τος τὰ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν κά­τω στὸ δρό­μο. Ἔ­φευ­γαν οἱ γο­νεῖς της νὰ δου­λέ­ψουν βάρ­δια στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ οἱ βάρ­δι­ες ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γες, τύ­χαι­νε νὰ λεί­πουν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἄλ­λες φο­ρὲς τοὺς κρά­τα­γαν γιὰ δι­πλή, πρω­ὶ – βρά­δυ.

        Ὅ­ταν ἡ γερ­μα­νί­δα ἀ­πὸ τὸν κά­τω ὄ­ρο­φο γύ­ρι­ζε νω­ρίς, εἶ­χε κλει­δὶ καὶ ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω στὸ δῶ­μα ποὺ ἔ­με­ναν. Τὴν ἔ­παιρ­νε στὸ σπί­τι της μέ­χρι νὰ ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σουν. Ὅ­μως κά­θε ξη­μέ­ρω­μα ἐ­κεί­νης τῆς Ἄ­νοι­ξης ἡ Βαγ­γε­λί­τσα ἔ­πι­νε τὸ γά­λα της καὶ κα­θό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ βλέ­πει τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τῆς εἶ­χε δώ­σει ὁ πα­τέ­ρας της ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ μὲ γραμ­μὲς καὶ ἕ­να μο­λύ­βι καὶ τῆς ἔ­λε­γε κά­θε φορ­τη­γὸ ἢ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ περ­νά­ει νὰ βά­ζει μιὰ γραμ­μὴ στὸ χαρ­τί. Ὅ­ταν με­τὰ τὸ τέ­λος τῆς βάρ­διας ἔ­φτα­νε σπί­τι, μέ­χρι νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ φα­γη­τὸ ἡ μά­να της, κα­θό­τα­νε στὸ ντι­βά­νι καὶ με­τρού­σα­νε πό­σα φορ­τη­γὰ καὶ λε­ω­φο­ρεῖ­α εἴ­χα­νε πε­ρά­σει.

        Πάν­τα το με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σε εἶ­χε κά­τι στὰ χέ­ρια του γιὰ τὴν μο­νά­κρι­βή του κό­ρη. Μιὰ κα­ρα­μέ­λα, μιὰ σο­κο­λά­τα, μπι­σκό­τα, κά­τι σὰν ἀν­τα­μοι­βή, σὰν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­ξι­λέ­ω­ση γιὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ τὴν ἀ­φή­νουν μό­νη της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεί­νη πε­ρή­φα­νη ἔ­πε­φτε στὴν ἀγ­κα­λιά του, κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του καὶ τοῦ ἔ­δει­χνε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ πέ­ρα­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ καὶ τὴν λι­χου­διά της.

        Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὸ κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν ἄ­δεια ποὺ θὰ ἔ­παιρ­νε ἡ μά­να της, θὰ τὴν κα­τέ­βα­ζε στὸ χω­ριὸ στὶς γι­α­γιά­δες. Ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ἡ δου­λειὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει πιὰ μα­ζί τους στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κα­νε και­ρὸ νὰ τὴν δεῖ. Μό­νο ἐ­κεί­νη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔρ­θει στὸ Ντί­σελ­ντορφ κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ τοὺς παπ­ποῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ μπεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ στε­ρη­μέ­νο τὸ δι­α­βα­τή­ριο ἀ­πὸ τὴν χούν­τα.

        Κα­θὼς ἔ­βλε­πε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς γιὰ τὰ φορ­τη­γά, κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν θὰ γί­νει κο­πέ­λα, θὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ τὴν δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, πὼς ἔ­μα­θε ἐ­κεῖ­νος νὰ με­τρά­ει. Τό­τε ποὺ λί­γο πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ ὅ­τι ἐ­κεί­νη τώ­ρα, πή­γαι­νε στὸ πλά­τω­μα ψη­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. Ἔ­κα­νε πὼς ἔ­παι­ζε βό­λους ἀλ­λὰ τὸν εἴ­χα­νε βά­λει τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­δέρ­φια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν δη­μο­σιά. Κά­θε φορ­τη­γὸ ποὺ πέρ­να­γε ἔ­βα­ζε μιὰ με­γά­λη πέ­τρα στὴ σει­ρά. Ἂν ἦ­ταν κούρ­σα ἔ­βα­ζε μιὰ μι­κρή. Καὶ ἀ­νά­λο­γα τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἤ­τα­νε οἱ πέ­τρες σὲ ἄλ­λη σει­ρά. Πά­νω ἦ­ταν ὁ δρό­μος γιὰ τὰ Σέρ­βια, κά­τω ὁ δρό­μος γιὰ τὴν Ἐ­λασ­σό­να. Σὰν ἔ­πε­φτε τὸ φῶς κα­τέ­βαι­ναν δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες ἀ­πὸ τὸ λη­μέ­ρι με­τροῦ­σαν τὶς πέ­τρες καὶ βλέ­πα­νε πό­σα φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ πε­ρά­σα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀντώ­νης Γιαν­νακός. Ἔχει ἐκδώσει Σκαλίζοντας ἀνα­μνή­σεις (διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014) καὶ δύο ποιητικές συλλογές. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι Τέσσερις βολικοί θάνα­τοι (μυ­θιστόρημα, Κέδρος, 2016).


Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τά τα χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τὰ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτούς τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr

Πηγὴ Κούτση: Perfect day


Πη­γὴ Κού­τση


Perfect day*


ΙΜΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΙΑ ἐ­τῶν. Μὲ βε­βα­ρη­μέ­νο ἱ­στο­ρι­κὸ ὑ­γεί­ας ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ πο­λὺ τσι­γά­ρο. Πέ­ρα­σα ὡ­ραῖ­α τὴ ζω­ή μου πα­ρέ­α καὶ μὲ τὰ δύ­ο. Πνευ­μό­νια μαῦ­ρα καὶ συ­κώ­τι κα­τε­στραμ­μέ­νο. Μὲ δῶ­ρο ἕ­ναν καρ­κί­νο ποὺ κά­νει πάρ­τι σι­γὰ-σι­γὰ πά­νω στὰ τα­λαι­πω­ρη­μέ­να μου κύτ­τα­ρα.

        Δὲν τὸν πε­ρί­με­να τό­σο σύν­το­μα, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον εἶ­δε αὐ­τὴν τὴν τέ­λεια μέ­ρα καὶ ἦρ­θε. Ὁ Ἄγ­γε­λος μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε.  Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου, ἀ­μί­λη­τος, μὲ μιὰ ζε­στα­σιὰ ὅ­μως στὸ βλέμ­μα, γιὰ νὰ μὴν τρο­μά­ξω. Τί νὰ τρο­μά­ξω; Ἔ­χω βρε­θεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν κα­θι­κί­σια ζω­ή μου. Τὸν κοί­τα­ξα καὶ ἐ­γὼ μὲ τεμ­πέ­λι­κη δι­ά­θε­ση καὶ με­τὰ γύ­ρι­σα λί­γο στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ εἶ­πα μέ­σα μου, τί ὡ­ραί­α μέ­ρα γιὰ νὰ ζή­σει κα­νείς.

        Τοῦ ζή­τη­σα λοι­πὸν μιὰ χά­ρη. Νὰ βγοῦ­με ἔ­ξω μιὰ βόλ­τα. Μιὰ τε­λευ­ταί­α βόλ­τα. Νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὰ μό­ρια ἀ­έ­ρα ποὺ θὰ ἀ­φή­σουν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­πο­τύ­πω­μα ζω­ῆς.

        Φό­ρε­σα τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο μου ξε­βαμ­μέ­νο μπλου­ζά­κι, τὸ  σκι­σμέ­νο μου τζὶν ποὺ φο­ροῦ­σα πα­λιὰ ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη, κα­κό­φη­μα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ πεῖ κα­νείς. Ἀ­κό­μα μοῦ κά­νει, εἰ­δι­κὰ τώ­ρα ποὺ ἔ­χα­σα με­ρι­κὰ κι­λὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια. Πῆ­ρα μα­ζί μου καὶ ἕ­να μπου­κά­λι οὐ­ί­σκι γιὰ νὰ τὸ πι­οῦ­με μὲ τὸν φί­λο μου στὸ πάρ­κο.

        Βγή­κα­με ἔ­ξω στὸν δρό­μο καὶ πῆ­ρα μιὰ βα­θιὰ ἀ­να­πνο­ή. Ὁ Ἄγ­γε­λος μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε δι­στα­κτι­κὰ ἀλ­λὰ μὲ μιὰ μι­κρή, κρυ­φὴ χα­ρὰ καὶ ἐ­κεῖ­νος γιὰ αὐ­τὴν τὴ βόλ­τα.

        Τί ὡ­ραί­α ποὺ μύ­ρι­ζε ὁ ἀ­έ­ρας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν λου­λου­δι­ῶν ἀ­να­κα­τευ­ό­ταν μὲ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς ἀ­νά­σες τῶν κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ περ­πα­τοῦ­σαν λα­χα­νι­α­σμέ­να γιὰ νὰ προ­λά­βουν τὰ ραν­τε­βού τους.

        Ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ θα­νά­του δί­πλα μου ὄ­ξυ­νε τὶς αἰ­σθή­σεις μου καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­βλε­παν πιὸ ἔν­το­νά τα χρώ­μα­τα, τὶς ἐκ­φρά­σεις τῶν προ­σώ­πων τῶν πε­ρα­στι­κῶν. Βο­ή­θη­σα μιὰ για­γιὰ νὰ πε­ρά­σει τὸν δρό­μο καὶ ἔ­κλει­σα τὸ μά­τι σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πι­τσι­ρί­κα ποὺ ξε­ρο­στά­λια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον ἡ κά­ποι­α.

        Χά­νω σι­γὰ-σι­γὰ τὶς δυ­νά­μεις μου. Εὐ­τυ­χῶς φτά­σα­με στὸ πάρ­κο. Ἔ­κα­τσα κά­τω καὶ μὲ μι­μή­θη­κε καὶ ὁ Ἄγ­γε­λός μου ἣ ὁ μο­να­δι­κὸς καὶ πι­στὸς φί­λος ποὺ εἶ­χα πο­τὲ μὲ τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­κα­να. Εἶ­ναι θαῦ­μα ποὺ ἔ­φτα­σα μέ­χρι ἐ­δῶ. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς εἶ­χα πι­εῖ τό­σο πο­λὺ ποὺ εἶ­χα πολ­λὲς πι­θα­νό­τη­τες νὰ τὴν εἶ­χα κά­νει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν κό­σμο. Ἡ πρώ­ην μου μὲ ἔ­σω­σε τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Φο­βε­ρὸ κο­ρί­τσι. Δυ­να­τὸ πο­τή­ρι.

        Ἄ­νοι­ξα τὸ μπου­κά­λι, ἔ­βγα­λα καὶ ἀ­κούμ­πη­σα τὰ δυ­ὸ πο­τή­ρια στὸ γρα­σί­δι. Μύ­ρι­σα τὸ οἰ­νό­πνευ­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν ἀ­πὸ τὸ στό­μιο.  Γα­μῶ­το, εἶ­ναι κά­τι ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μοῦ λεί­ψει. Ἤ­πια μιὰ δυ­να­τὴ γου­λιά, τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ ὁ φί­λος μου. Σὲ αὐ­τὴν τὴ γου­λιὰ ἀ­γά­πη­σα ὅ­λες μου τὶς ἁ­μαρ­τί­ες καὶ ἔ­δω­σα τὴν εὐ­χή μου στὸ πρώ­ην κο­ρί­τσι μου νὰ προ­σέ­χει τὴν ὑ­γεί­α της μὲ τὶς μπόμ­πες ποὺ πί­νει.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε εὐ­χά­ρι­στά το μέ­τω­πό μου. Τὸ τρα­γού­δι μιᾶς ρὸκ πα­ρέ­ας πιὸ πέ­ρα μοῦ θύ­μι­σε τὰ ξύ­δια στὶς συ­ναυ­λί­ες ποὺ πη­γαί­να­με καὶ εἴ­χα­με τὰ μπου­κά­λια κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς μπλοῦ­ζες μας. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου ἔπι­α­σα τὸν μπα­γά­σα τὸν φί­λο μου νὰ σι­γο­τρα­γου­δά­ει. Θὰ τοῦ ἔ­λε­γα στὴν ὑ­γειά σου, ἀλ­λὰ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τά μοῦ φά­νη­κε ἀ­στεῖ­ο σὰν ἰ­δέ­α. Ἄς μὴν τὸν ἀ­φή­σω νὰ πε­ρι­μέ­νει.

        Ξά­πλω­σα στὸ γκα­ζόν. Ἡ ζω­ὴ ξε­κι­νᾶ μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ κλει­στά. Στὸ ἐν­δι­ά­με­σο τὰ ἀ­νοί­γεις γιὰ νὰ ζή­σεις πί­νον­τας μιὰ γου­λιὰ ἀ­πὸ τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου οὐ­ί­σκι. Ἦ­ταν μιὰ τέ­λεια μέ­ρα…

* Τίτλος ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ὁ­μό­τι­τλο τρα­γού­δι τοῦ Lou Reed.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Μάγδα Κόσσυβα:


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


Ι. Ἔν­τγκαρ


ΑΠΟΤΕ ΗΞΕΡΕ ἀ­μέ­τρη­τα ὀ­νό­μα­τα, σοῦ ἀ­ρά­δια­ζε σὰν κα­τα­πέλ­της πα­ρα­πομ­πὲς ἐμ­φυ­σών­τας σου ἔμ­πνευ­ση, καὶ ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ἔ­φτα­νε σὲ φρε­νί­τι­δα, ἔ­φτα­νες καὶ ἐ­σύ.

        Κά­πο­τε εἶ­χε καὶ ἄ­πει­ρα αὐ­τιὰ κρε­μα­σμέ­να πά­νω του.

             Κά­πο­τε τὸ μυα­λό του ἦ­ταν μιὰ κι­νη­τὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὄ­χι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­χουν οἱ ἐ­πι­δει­ξί­ες γνώ­σε­ων καὶ οἱ ἀ­δι­ά­βα­στοι.

          Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη του ἔ­μοια­ζε μὲ τσίρ­κο, ὅ­λοι ἦ­ταν εὐ­πρόσ­δε­κτοι, ἀρ­κεῖ νὰ ἦ­ταν φρι­κιά.

        Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, εἶ­ναι 25 χρο­νῶν. Τοῦ ἀ­ρέ­σει μιὰ Μι­σέλ, δὲν ξέ­ρει τί­πο­τα γιὰ αὐ­τὴν ἐ­κτός τοῦ ὅ­τι δι­α­βά­ζει γρή­γο­ρα καὶ τρώ­ει τὰ νύ­χια της, σπου­δά­ζει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­ναι πάν­τα ἄ­φραγ­κη.

        Κι ὅ­μως ἔ­χει ἤ­δη ὑ­πάρ­ξει σύ­ζυ­γος, πα­τέ­ρας, ἐ­ρα­στής, καλ­λι­τέ­χνης, τρε­λός, ση­μαν­τι­κός· τώ­ρα βέ­βαι­α ἁ­πλὰ ἔ­χει σύγ­χυ­ση.

        Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες τῆς ἡ­μέ­ρας κά­ποι­ες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες τοῦ σκου­πί­ζουν τὰ σά­λια καὶ ἄλ­λες ἐ­πί­σης ἄ­γνω­στες τὸν μπου­κώ­νουν μὲ χά­πια. Ὅ­ταν βι­ώ­νει τὸν ἑ­αυ­τὸ του 25 χρο­νῶν ἀν­τι­στέ­κε­ται, στὰ 40 εἶ­ναι πιὸ πει­θή­νιος, στὰ 50 δέ, τὸν κά­νεις ὅ­τι θές, δὲν κά­νει βῆ­μα.


ΙΙ. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α ποι­ά στὸ δι­ά­ο­λο εἶ­σαι


        Ἦρ­θε μιὰ ἀ­κό­μα ἄ­γνω­στη γυ­ναί­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἔ­χει χρῶ­μα.

        Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι μαῦ­ρα, τὸ δέρ­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μά­τια της σκου­ραί­νουν κά­ποι­ες φο­ρὲς καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω τί χρῶ­μα εἶ­ναι.

        Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ, βγά­ζει στὸν κῆ­πο τὸ κα­ρό­τσι μου καὶ μὲ πά­ει βόλ­τα.

        Μοῦ χα­ρί­ζει χαρ­τιὰ καὶ μὲ πεί­θει ὅ­τι μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ζω­γρα­φί­ζω.

        Φαί­νε­ται εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χε­ται. Προ­σπα­θῶ νὰ τὴν ἐν­τυ­πω­σιά­ζω, γιὰ αὐ­τὸ ὅ­ταν τὴν πε­ρι­μέ­νω, πεί­θω τὶς μό­νι­μες ἄ­γνω­στες γυ­ναῖ­κες νὰ μὲ γυα­λί­σουν του­λά­χι­στον ἀ­πέ­ξω. Τὸ μέ­σα εἶ­ναι κου­βά­ρι.


ΙΙΙ. Πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ δεί­ξουν τὰ τέ­ρα­τα τὴν ἀ­γά­πη τους…


        Τὸν πῆ­γε στὸν κῆ­πο ὅ­πως κά­θε φο­ρά, τοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιά, τὸν φί­λη­σε, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπλὸκ ὅ­πως πάν­τα, ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ τοῦ ἔ­δω­σε κά­τι ἀ­κό­μα.

        Πι­ές τα ὅ­λα μα­ζί, ὅ­ταν σβή­σουν τὰ φῶ­τα.

        Κρύ­ψε τὰ κα­λά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Βικτωρία Βουδουράκη: Ἡ κυρία Μέρφυ


Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη


Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ


 ΚΥΡΙΑ ΜΕΡΦΥ εἶ­ναι ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ κυ­ρί­ου Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ, ποὺ εἶ­ναι βι­βλι­ο­φά­γος, μα­λώ­νει πά­λι μὲ τὸν κύ­ριο Μέρ­φυ.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ δὲ μα­γει­ρεύ­ει, δὲ συ­γυ­ρί­ζει καὶ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς μπου­γά­δες, ἐ­πει­δὴ δι­α­βά­ζει συ­νε­χῶς μὲ τὰ γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας ποὺ δὲν ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται πο­τέ. Δὲν πη­γαί­νει γιὰ ψώ­νια οὔ­τε γιὰ κα­φε­δά­κι, ἀ­φοῦ ὑ­πάρ­χει πάν­τα ἕ­να κε­φά­λαι­ο ποὺ τὴν πε­ρι­μέ­νει.

        Ἀ­πό­ψε τῆς λέ­ει: Μάρ­θα, εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ φύ­γου­με.

        Εἶ­ναι ἡ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ τοὺς ἔ­χουν προ­σκα­λέ­σει σὲ γεῦ­μα οἱ Ἀτ­τέν­μπο­ρο. Ἡ Μάρ­θα προ­φα­σί­στη­κε ἀ­δι­α­θε­σί­α τὴν πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τε­λεί­ω­σε τὸν τό­μο Μ τῆς ἐγ­κυ­κλο­παί­δειας Μπρι­τάν­νι­κα.

        Τοῦ ἀ­παν­τᾶ σὰν αὐ­τό­μα­τος τη­λε­φω­νη­τής: Τοὺς βα­ρι­έ­μαι. Θὰ εἶ­μαι στὴν κεν­τρι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς πό­λης. Θὰ σᾶς συ­ναν­τή­σω ἀρ­γό­τε­ρα.

        Ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ βρι­σκό­ταν στὸ ὑ­πό­γει­ο ἀρ­χεῖ­ο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­ταν ὁ Βο­ρει­ο­κο­ρε­ά­της πρό­ε­δρος πά­τη­σε τὸ κόκ­κι­νο κουμ­πὶ μί­λια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ Οὐ­ϊ­σκόν­σιν. Ἕ­να πυ­ρη­νι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ βρυ­χή­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὶς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κὲς πο­λι­τεῖ­ες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς. Τὸ Ἰ­λι­νό­ϊ, ἡ Ἰν­τιά­να καὶ τὸ Ὀ­χά­ϊ­ο μπου­κώ­θη­καν μὲ σκό­νη καὶ σι­γή.  Ἄν­θρω­ποι καὶ ζῶ­α ἐ­ξα­ε­ρώ­θη­καν, σπί­τια καὶ αὐ­το­κί­νη­τα ἔ­γι­ναν χαλ­κο­μα­νί­ες σὲ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα πιά, για­τί δὲν εἶ­χε μεί­νει κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει κά­τι.

        Τὸ ἔ­δα­φος δο­νή­θη­κε μέ­χρι τὶς πα­τοῦ­σες τῆς κυ­ρί­ας Μέρ­φυ, ποὺ ἔ­κλει­σε ἀ­πο­ρη­μέ­νη τὸ τρί­το βι­βλί­ο γιὰ τὴ δι­α­τρο­φὴ τῶν Ἀζ­τέ­κων πε­νήν­τα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Δει­λὰ-δει­λά, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ἀρ­χεί­ου. Βι­βλί­α καὶ χαρ­τιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ μπά­ζα καὶ τοῦ­βλα εἶ­χαν φρά­ξει τὴ μι­σὴ σχε­δὸν εἴ­σο­δο τῆς σκά­λας πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Βή­χον­τας, σκαρ­φά­λω­σε πά­νω ἀ­πὸ τὶς πέ­τρες γιὰ νὰ ἀ­νέ­βει στὸ ἰ­σό­γει­ο. Οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς βι­βλι­ο­θή­κης ἔ­λει­παν, ὁ φύ­λα­κας ἐ­πί­σης. Ἔ­ξω δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα, οὔ­τε που­λὶ οὔ­τε μύ­γα. Θρυμ­μα­τι­σμέ­να τζά­μια, ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νες κα­ρέ­κλες καὶ σπα­σμέ­νοι ὑ­πο­λο­γι­στὲς ἀ­κό­μη ἀ­νέ­δυ­αν σκό­νη. Μό­νο κά­τι σπιν­θῆ­ρες ἀ­πὸ κα­λώ­δια δι­έ­κο­πταν τὴ νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α.

        Θε­ό­ρα­τα ρά­φια μὲ βι­βλί­α, ἀν­τί­γρα­φα ἀρ­χαί­ων πα­πύ­ρων, χάρ­τες καὶ λευ­κώ­μα­τα, δο­κί­μια καὶ πα­ρα­μύ­θια, ὅ­λα βρί­σκον­ταν στὰ πό­δια της. Ὅ­λη ἡ σο­φί­α τοῦ κό­σμου ἦ­ταν τώ­ρα στὴ δι­ά­θε­σή της. Μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ρει ὅ,τι ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κά­τω καὶ νὰ τὸ δι­α­βά­σει ἀ­πε­ρί­σπα­στη. Ἐ­πι­τέ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χὴ γιὰ νὰ τὴν ἐ­νο­χλή­σει.

        Καὶ ἐ­κεῖ, πά­νω σὲ μιὰ κο­τρώ­να ἀ­πὸ μπε­τόν, ἡ κυ­ρί­α Μέρ­φυ πα­ρα­πα­τᾶ. Στὴν ἄ­χα­ρη μα­νού­βρα γιὰ νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της, τῆς γλι­στροῦν τὰ γυα­λιὰ ἀ­πὸ τὴ μύ­τη. Ἡ καρ­διὰ της γί­νε­ται ὅ­σα κομ­μά­τια ἔ­γι­ναν οἱ δυ­ὸ φα­κοί.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βι­κτω­ρί­α Βου­δου­ρά­κη (Πει­ραι­άς). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Με­τὰ τὶς με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς της ἐρ­γά­στη­κε στὴ Γαλ­λί­α ὡς ἀ­σκού­με­νη σὲ Ἑ­ται­ρεί­α Συμ­βού­λων μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸν ἰ­στό­το­πο 121 Λέ­ξεις.



		

	

Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.


Ἀνίτα Γκόβιτς (Anita Goveas): Ἄς τραγουδήσουμε όλα τα βρομόλογα που ξέρουμε


Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas)


Ἂς τρα­γου­δή­σου­με ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ ξέ­ρου­με

(Let’s Sing All the Swear Words We Know)


ΙΣΑΙ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ μὲ μύ­τη σὰν καμ­πά­να καὶ μ’ ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς ση­μά­δι ποὺ μοιά­ζει μὲ ἄγ­κυ­ρα. Εἶ­σαι ἡ Ἀν­τω­νί­α για­τί αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ,τι πλη­σι­έ­στε­ρο ὑ­πάρ­χει πρὸς τὸ μο­να­δι­κὸ ὄ­νο­μα ποὺ δι­ά­λε­ξε ὁ πα­τέ­ρας σου. Δὲν εἶ­σαι ὁ λό­γος τῆς φυ­γῆς του, μὰ δὲν εἶ­σαι καὶ λό­γος ἱ­κα­νὸς νὰ τὸν κά­νει νὰ μεί­νει. Οἱ πνεύ­μο­νές σου εἶ­ναι ὑ­γι­εῖς ὅ­ταν τί­πο­τε ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι, καὶ κλαῖς σὰν τὸ πο­τά­μι ποὺ χυ­μά­ει, ὅ­λο φο­νι­κὰ ρεύ­μα­τα στὸν βυ­θὸ καὶ κα­νέ­να τέρ­μα. Τρῶς μο­νά­χα ρύ­ζι μπα­σμά­τι καὶ φο­ρᾶς μο­νά­χα σόρ­τς. Χτυ­πᾶς τα­του­ὰζ σ’ ὅ­λες σου τὶς Μπάρ­μπι μ’ ἀ­νε­ξί­τη­λο με­λά­νι καὶ τρα­γου­δᾶς ὅ­λα τα βρο­μό­λο­γα ποὺ σοῦ μα­θαί­νει ἡ νταν­τά σου σ’ ἕ­να ἄ­σμα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ τὸ βγά­λουν νὸκ ἄ­ουτ ὅ­λες οἱ σφα­λιά­ρες τοῦ κό­σμου. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ δόν­τια μι­σο­φέγ­γα­ρα κι ἔ­χεις τοὺς νε­φρο­ει­δεῖς λο­βοὺς τοῦ πα­τέ­ρα σου. Φο­ρᾶς ἄ­ρω­μα ποὺ ἀ­φή­νει λί­γδα κι ἀγ­γί­ζεις ὅ­λους τοὺς γυ­μνο­σά­λια­γκες. Λα­τρεύ­εις τὸ πῶς στοι­χί­ζον­ται ἀ­ριθ­μοὶ στὸ κε­φά­λι σου καὶ κρύ­βε­σαι πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἀ­τη­μέ­λη­τη φράν­τζα σου καὶ κά­τω ἀ­πὸ μπλου­ζά­κια Πὲρλ Τζὰμ στὸ μά­θη­μα τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν. Σ’ ἑλ­κύ­ει ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς πυ­ρω­μέ­νης ἀ­σφάλ­του καὶ τὸ νὰ βλέ­πεις τὰ κα­φε­τιὰ —στὸ χρῶ­μα σου— φύλ­λα μὲ με­γε­θυν­τι­κὸ φα­κό. Τὸ στό­μα σου λέ­ει «ἄν­τε γα­μή­σου» χω­ρὶς νὰ χρεια­στεῖ νὰ τὸ ἀ­νοί­ξεις. Εἶ­σαι ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βυ­ζιὰ σὰν γκρέ­ιπ­φρουτ καὶ καρ­που­ζέ­νιο κῶ­λο. Χα­ζεύ­εις τὰ ἀ­γό­ρια κα­θὼς σὲ χα­ζεύ­ουν. Δὲν δι­α­θέ­τεις τὰ λό­για ποὺ θὰ ἔ­κα­ναν κά­ποι­ον νὰ μεί­νει, μι­λᾶς μό­νη σου ὅ­ταν κα­νεὶς δὲν σ’ ἀ­κού­ει. Φεύ­γεις ὅ­σο πιὸ γρή­γο­ρα μπο­ρεῖς κι ἐ­πι­στρέ­φεις κά­θε Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ξέ­ρει τὰ λό­για ἀ­π’ τὸ τρα­γού­δι σου.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν διαδικτυακὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Lost Ballon (19.09.19) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε ἀ­πὸ τὶς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ ἦ­ταν προ­τει­νό­με­νες στὸ Lost Balloon γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

https://lost-balloon.com/2018/09/19/lets-sing-all-the-swear-words-we-know-by-anita-goveas/

Ἀ­νί­τα Γκό­βις (Anita Goveas). Βρε­τα­νί­δα ἀ­σι­α­τι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Βά­ση της εἶ­ναι τὸ Λον­δί­νο καὶ καύ­σι­μό της ὁ δυ­να­τὸς κα­φὲς καὶ τὸ πα­νὶρ τζαλ­φρέ­ζι. Εἶ­ναι συ­χνὰ χω­μέ­νη σὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες καὶ στὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς της Bookseller Crow. Δου­λειά της πρω­το­εκ­δό­θη­κε στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Lon­don Short Story Prize An­tho­logy τοῦ 2016 καὶ πιὸ πρό­σφα­τα στὰ Rig­gwel­ter PressAnti-He­roin ChicFor­mer ca­ctus magLitro, καὶ Long­leaf Re­view. Τι­τι­βί­ζει ἀ­τά­κτως στὸ @coffeeandpaneer.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Χαρὰ Νικολακοπούλου: Τυχερή


Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου


Τυχερή


ΗΝ ΩΡΑ ποὺ ἔ­πε­σε ἡ εἴ­δη­ση στὴν Κα­λα­μά­τα πὼς ἔ­χα­νε φέ­ρει τὸ κε­φά­λι τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ποὺ πρω­το­στα­τοῦ­σε στὸ ἀν­τάρ­τι­κό του Τα­ΰ­γε­του μὲ τὸ κω­δι­κὸ ὄ­νο­μα Μπουν­τού­ρης, ἡ μά­να του βρι­σκό­ταν στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Πό­τη τοῦ Μπα­κέ­α καὶ ψώ­νι­ζε κου­βα­ρί­στρες. Δε­κα­ε­φτά­χρο­νο παι­δὶ ὁ Πό­της, εἶ­χε μό­λις ἀ­να­λά­βει τὸ μα­γα­ζὶ με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα του ἀ­πὸ πνευ­μο­νί­α καὶ εἶ­χε πε­λα­γώ­σει.

        Ἔ­κα­νε ψω­φό­κρυ­ο καὶ πα­γω­νιά, χει­μώ­νας τοῦ ‘49. Ὅ­ταν μπαί­νει στὸ μα­γα­ζί του ὁ Χα­ρί­λα­ος Νι­κο­λό­που­λος, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος καὶ Χα­ρί­λης, φο­ροῦ­σε ἕ­να κόκ­κι­νο που­λό­βερ πλε­κτό, αὐ­τὸ τὸ θυ­μᾶ­ται κα­λὰ ὁ Πό­της για­τί ἦ­ταν σπά­νια πο­λυ­τέ­λεια ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρό.

        — Ρὲ Πό­τη, λέ­νε πὼς φέ­ρα­νε τὸ κε­φά­λι ἐ­κεί­νου τοῦ Μή­τσου τοῦ Κα­νελ­λό­που­λου, ξά­δελ­φός σου δὲν ἤ­τα­νε, ρέ;

        — Πά­ψε ρέ, τοῦ γνέ­φει ἀ­πε­γνω­σμέ­να ὁ Πό­της, εἶ­ναι ἡ μά­να του ἐ­δῶ!

        Εὐ­τυ­χῶς ἡ γριὰ βα­ρι­ά­κου­γε καὶ δὲν πῆ­ρε χαμ­πά­ρι.

        — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; τὸν κον­το­ζυ­γώ­νει συν­θη­μα­τι­κά.

        — Τὸ γρά­φου­νε τὰ Νέ­α!*

        Ὁ Πό­της πιά­νει νὰ προ­σεύ­χε­ται πά­ρε την Πα­να­γί­α μου τὴ θεί­α μου ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἃς γί­νει ὅ,τι θέ­λει. Ὕ­στε­ρα τρέ­χει στὸ δι­πλα­νὸ κα­φε­νε­δά­κι νὰ δεῖ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα.

        Ἀ­φοῦ ψώ­νι­σε τὰ λι­γο­στὰ ψώ­νια της ἡ γριά, τρα­βά­ει κα­τὰ τὸ πο­τά­μι, νὰ πά­ρει τὸ φορ­τη­γό, ποὺ ἐ­κτε­λοῦ­σε χρέ­η συγ­κοι­νω­νί­ας τό­τε. Κα­τε­βαί­νει στὴ Να­βα­ρί­νου κον­τὰ στὸ σπί­τι της, ἀ­κρι­βῶς στὴ στά­ση ποὺ ἔ­χουν ἀ­ναρ­τή­σει τὸ κε­φά­λι τοῦ παι­διοῦ μα­ζὶ μὲ ἑ­νὸς ἀλ­λου­νοῦ ποὺ τὸ ὄ­νο­μά του τε­λεί­ω­νε σὲ –έ­ας. Κό­σμος πο­λὺς εἶ­ναι μα­ζε­μέ­νος καὶ χα­ζεύ­ει μὲ μιὰ ἄ­γρια χα­ρὰ τὰ ἄ­θλια κου­φά­ρια. Ἡ γυ­ναί­κα σκέ­φτε­ται νὰ τρα­βή­ξει κα­τὰ κεῖ, για­τί ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ σού­σου­ρο; Ἀλ­λὰ μιὰ σου­βλιὰ στὴ μέ­ση καὶ τὰ πό­δια της ποὺ δὲν τὴ βα­στᾶ­νε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση τῆς ἀλ­λά­ζουν γνώ­μη. Σέρ­νον­τας τρυ­πώ­νει στὸ φτω­χι­κό της. Ἐ­ρη­μιὰ καὶ μιὰ ἀλ­λό­κο­τη ἡ­συ­χί­α τὴ ζώ­νει. Τὸν ἄν­τρα καὶ τὸν με­γά­λο γιὸ τοὺς εἶ­χε χα­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἡ μο­να­χο­κό­ρη παν­τρε­μέ­νη στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­νά­βει τὸ μαγ­κά­λι, γιὰ προ­σφά­ι λί­γη μπομ­πό­τα κι ἐ­λι­ές, ἕ­να κρεμ­μυ­δά­κι. Κά­νει τὸν σταυ­ρό της, ἀ­νά­βει τὸ καν­τή­λι καὶ γέρ­νει ἀ­πο­στα­μέ­νη στὴ χι­λι­ο­τριμ­μέ­νη μπα­τα­νί­α. Ἐ­κεῖ ἔ­σβη­σε σὰν φω­τί­τσα στὸν ἄ­νε­μο, μπου­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Χω­ρὶς πο­τὲ νά.


*Ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Κα­λα­μῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρὰ Νι­κο­λα­κο­πού­λου. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δυτ. Μα­κε­δο­νί­ας. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς κει­με­νο­γρά­φος σὲ δι­α­φη­μι­στι­κὲς ἑ­ται­ρί­ες. Ἀ­πὸ τὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις 24 γράμ­μα­τα κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α της Πα­ρα­δο­ξο­λο­γί­ες καὶ γλωσ­σι­κὲς ἀ­κρο­βα­σί­ες στὸ  πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της  Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Γυ­μνά­σιο (ἐκδ. Σι­δέ­ρη).


 

Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.