Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο


		
Διαφημίσεις

Μαρία Τσολακούδη: Arte povera


Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη


Arte Povera


ΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΗΜΑΙΑ ἦ­ταν μπηγ­μέ­νη στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας κι ἀ­πὸ κά­τω ἦ­ταν στε­ρε­ω­μέ­νο ἕ­να δί­χτυ ψα­ρέ­μα­τος ποὺ ἔ­φτα­νε μέ­χρι τὸ πε­ζο­δρό­μιο. Πά­νω στὸ δί­χτυ ἦ­ταν καρ­φι­τσω­μέ­να ἕ­να πλῆ­θος ἑ­τε­ρό­κλη­των ἀν­τι­κει­μέ­νων. Στά­θη­κα καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν.

        Ἕ­νας ψη­λὸς με­σό­κο­πος ἄν­τρας βγῆ­κε στὴ βε­ράν­τα. Φο­ροῦ­σε φόρ­μα γυ­μνα­στι­κῆς καὶ παν­τό­φλες.

        — Μπο­ρῶ νὰ βγά­λω φω­το­γρα­φί­ες; τὸν ρώ­τη­σα δεί­χνον­τας τὸ δί­χτυ.

        — Ὅ­ποι­ος περ­νᾶ αὐ­τὸ κά­νει. Ντό­πιοι καὶ του­ρί­στες. Οὔ­τε ποὺ ρω­τᾶ­νε.

        Κα­τέ­βη­κε τὰ λί­γα σκα­λο­πά­τια ποὺ τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στά­θη­κε δί­πλα μου.

        — Αὐ­τό, εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης, εἶ­ναι ἡ καρ­διὰ τοῦ παι­διοῦ μου καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Βγαί­νω ἔ­ξω τα τα­κτο­ποι­ῶ, τοὺς ἀλ­λά­ζω θέ­ση ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μπαί­νω στὸ σπί­τι καὶ μι­λῶ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἀλ­λὰ μή­πως ἀ­πάν­τη­σαν πο­τὲ σὲ κα­νέ­ναν;

        Ἔ­φυ­γα βι­α­στι­κὰ χω­ρὶς νὰ τρα­βή­ξω φω­το­γρα­φί­ες. Ἔ­τσι πα­ρα­θέ­τω ἀ­πὸ μνή­μης. Ὑ­πῆρ­χαν: τὸ δί­χτυ, μιὰ μπά­λα πο­δο­σφαί­ρου, ἕ­να σω­σί­βιο, κου­βα­δά­κι καὶ φτυ­α­ρά­κι, ἕ­να καύ­κα­λο χε­λώ­νας, ση­μαιά­κι τοῦ Ὀ­λυμ­πια­κοῦ, ρό­δα πο­δη­λά­του, εἰ­κο­νί­τσα τῆς Πα­να­γί­ας, κυ­πε­λά­κι πα­γω­τοῦ καί, στὸ κέν­τρο τῆς σύν­θε­σης μιὰ καρ­διὰ ἀ­πὸ γύ­ψο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Τσο­λα­κού­δη (Λῆ­μνος). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο της βιβλίο: Γραμ­μα­τι­κὴ (διηγήματα, ἐκ­δ. Τό­πος, 2009).


Νίκος Νικολαΐδης: Les toilettes d’ Έve


Νί­κος Νι­κο­λα­δης


Les toiletes d’ Έve


ΡΙ ΔΕΙ Ο ΑΔΑΜ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς Εὔ­ας, δὲν εἶ­χε μα­ρα­θεῖ ἀ­κό­μη τὸ λού­λου­δο στὸν ἐ­πί­γει­ο πα­ρά­δει­σο. Γι’ αὐ­τό, τὸ πρά­σι­νο φό­ρε­μα ποὺ τῆς φό­ρε­σε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ χα­μο­γε­λά­σει μέ­σα στὴ ντρο­πή της.

Ὅ­ταν σὲ λί­γο εἶ­δε τὰ φύλ­λα μα­ρα­μέ­να, ἔ­νι­ω­σε τὴν πρώ­τη-πρώ­τη πί­κρα.

        Τὸ χα­μό­γε­λο ξα­νάρ­θε, μὲ τὸ νέ­ο, τρι­αν­τα­φυλ­λὶ φό­ρε­μα ποὺ τῆς ἔ­φε­ρε· μὰ γρή­γο­ρα, ἐ­δά­κρυ­σε πά­νω στὰ μα­ρα­μέ­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. – Ἦ­ταν τὸ πρῶ­το-πρῶ­το δά­κρυ τῆς γυ­ναί­κας.

        Γλή­γο­ρα ξα­στέ­ρω­σε ἡ μα­τιά της, μέ­σα στὸ νέ­ο κί­τρι­νο, καὶ πρὶν τὰ χρυ­σάν­θε­μα κρε­μα­στοῦ­νε μα­ρα­μέ­να, εἶ­δε τὸν ἄν­τρα της νὰ ψά­χνει γιὰ με­νε­ξέ­δες, καὶ χα­μο­γέ­λα­σε τὸ πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο της χα­μό­γε­λο, στὴ σκέ­ψη:  π ὼ ς  τ ὰ  π ρ ά ­μ α ­τ α  δ ὲ   θ ά  ‘­ν α ι  π ι ὰ  α ἰ ­ώ ­ν ι α.



Πη­γή: Νίκου Νικολαΐδη τοῦ Κύπριου, Ὁ χρυ­σὸς μύ­θος, ἐπιμέλεια Λευ­τέ­ρης Παπα­λεο­ντίου, Μικρο­φιλο­λογι­κὰ Τε­τρά­δια, ἀρ. 19 (Πρώτη ἔκ­δο­ση, Κά­ϊ­­ρο, 1939).

Νί­κος Κ. Νι­κο­λα­ΐ­δης (Κύ­προς, Λευ­κω­σί­α, 1884-1956). Κύ­πριος πε­ζο­γρά­φος, ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τοῦ με­σο­πο­λέ­μου. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ θε­α­τρι­κὰ σε­νά­ρια. Σὲ ἡ­λι­κί­α δέ­κα ἐ­τῶν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ τα­λέν­το του. Ἀρ­χι­κὰ ἐρ­γά­σθη­κε σὰν βο­η­θὸς βι­βλι­ο­δε­τεί­ου καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἁ­γι­ο­γρά­φος, καὶ ἠ­θο­ποι­ός. Οἱ πολ­λὲς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὲς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κές του ἐμ­πει­ρί­ες σὲ Εὐ­ρώ­πη, Περ­σί­α, Αἴ­γυ­πτο καὶ Μέ­ση Ἀ­να­το­λὴ τὸν βο­ή­θη­σαν νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρί­σι­μες μορ­φὲς τῶν γραμ­μά­των τῆς ἐ­πο­χῆς του. Ἔ­ζη­σε στὴν Ἀ­θή­να (1915-1919), τὴ Λε­με­σὸ (1919-1923) καὶ τέ­λος στὸ Κά­ι­ρο, ὅ­που ἔ­γρα­ψε καὶ ἐ­ξέ­δω­σε τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου του, πέ­θα­νε στὸ Κοι­νο­τι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Κα­ΐ­ρου. Τὸ συ­χνὰ δη­κτι­κὸ καὶ εἰ­ρω­νι­κό του ὕ­φος τὸν κα­τέ­τα­ξε με­τα­ξύ τῶν δη­μι­ουρ­γῶν ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὰ βα­θύ­τε­ρα ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ζη­τή­μα­τα, τὶς ὑ­παρ­ξια­κὲς ἀ­γω­νί­ες καὶ τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ἀ­πό­γνω­σης ποὺ βι­ώ­νουν οἱ κα­τα­τρεγ­μέ­νοι καὶ οἱ πε­ρι­θω­ρια­κοὶ τῆς κοι­νω­νί­ας.



		

	

Μυρσίνη Μανέτα: Ἡ βάφτιση



Μυρσίνη Μανέτα


Ἡ βά­φτι­ση


ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ περ­πα­τοῦ­σε καὶ φαί­νον­ταν μό­νο τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της. Ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός της δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρὰ μό­νο σὰν προ­βο­λὲς πά­νω σὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο. Κά­θε ση­μεῖ­ο-προ­βο­λὴ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να νού­με­ρο, ἔν­δει­ξη τοῦ βά­θους. Ἂν ἕ­νω­νες ὅ­λα τὰ ἰ­σο­βα­θῆ ση­μεῖ­α μὲ καμ­πύ­λες γραμ­μὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ­μα­δο­ποι­οῦ­σες τὶς ἰ­σο­βα­θεῖς καμ­πύ­λες σὲ σύ­νο­λα, μπο­ροῦ­σες νὰ σχη­μα­τί­σεις τὴ δε­ξιά της γάμ­πα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπρά­τσο, τὶς κλεῖ­δες τοῦ λαι­μοῦ της ἢ τὶς πλευ­ρὲς τῆς κοι­λιᾶς.

         Μπο­ροῦ­σες ἔ­τσι κά­πως νὰ τὴ φαν­τα­στεῖς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πό­σο κα­λὸς χαρ­το­γρά­φος ἤ­σουν.

Δὲν ἤ­ξε­ρα τὸ ὄ­νο­μά της, μό­νο τὴν εἶ­χα δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει, κου­βα­λών­τας μα­ζί της τὰ χω­ρι­κά της ὕ­δα­τα σὲ μορ­φὴ βα­θυ­με­τρι­κοῦ δι­α­γράμ­μα­τος.

         Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πὸ χρό­νια ξε­χά­σει νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της ξε­πρό­βα­λαν σὰν μι­κρὲς Ἰ­θά­κες ὅ­ταν τὴν ξα­να­εῖ­δα, δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω πῶς θὰ τὴ βα­φτί­σω:

         Πη­νε­λό­πη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μυρ­σί­νη Μα­νέ­τα (Πά­τρα, 1984). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτονικὴ στὸ ΕΜΠ καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ τμῆ­μα Γρα­φι­στι­κῆς τοῦ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας. Ἐρ­γά­ζεται περιστασιακὰ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας, σκη­νο­γρά­φος, δα­σκά­λα σχε­δί­ου, σχε­διά­στρια, καὶ στὸ προ­γράμ­μα­τα τοῦ Δή­μου Καλ­λι­θέ­ας, γιὰ τὶς Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της καὶ τὶς Ἐκ­δό­σεις Αἰ­ώ­ρα ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος.

Εἰκόνα: Pierre Bonnard, Τὸ μπάνιο (1925).


Τίνα Κωτσιοπούλου: Ὑποκατάστατα


Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου


Ὑ­πο­κα­τά­στα­τα


 ΚΥΡΙΑ μὲ τὸ σκυ­λά­κι βγά­ζει τὴν ζω­ή της βόλ­τα κά­θε μέ­ρα. Μί­α τὸ πρω­ῒ καὶ μί­α τὸ βρά­δυ. Στα­μα­τᾶ σὲ κά­θε δέν­τρο ψά­χνον­τας ἴ­χνη πα­ρου­σί­ας. Ἡ μυ­ρω­διὰ τὴν κά­νει νὰ αἰ­σθά­νε­ται οἰ­κεί­α. Ἀ­να­κου­φί­ζε­ται, χα­μο­γε­λᾶ σὲ ὅ­λους τοὺς πε­ρα­στι­κούς.

         Σκύ­βει καὶ μα­ζεύ­ει τὰ πε­ρι­τώμ­μα­τα. Εὐ­τυ­χῶς δὲν εἶ­ναι πολ­λά. Ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς συ­νή­θειας. Τρα­βά­ει τὸ χρό­νο ἀ­π’­ τὸ λου­ρί. Κα­θα­ρί­ζει ἐ­πι­με­λῶς τὴν ἐ­φα­πτό­με­νη ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν θέ­λει νὰ εἰ­σέλ­θει τί­πο­τα στὸ γυ­ά­λι­νο κό­σμο της. Τὸ κολ­λά­ρο τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου ἔ­ρω­τά της γρά­φει ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α. Εἶ­ναι σί­γου­ρο ἄλ­λω­στε πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ χα­θεῖ καὶ αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το. Ἐ­κεί­νη ἔ­χει χα­θεῖ ἀ­πὸ και­ρό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κω­τσι­ο­πού­λου (Κύθηρα). Γράφει ποίηση καὶ μικρομυθοπλασία. Διδάσκει ἀγγλικά στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Ποιήματά της συμπεριλαμβάνονται στὴν ἀνθολογία Δείπνο Ποιητών (Ἐντύποις, 2017).


Σπῦρος Κιοσσὲς: Συνεύρεση


Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές


Συ­νεύ­ρε­ση


ΑΚΤΟΠΟΙΩ λί­γες ἀ­κό­μη ἐκ­κρε­μό­τη­τές μου στὸ χαρ­τί. Ἡ ἴ­δια ἡ γρα­φὴ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἐκ­κρε­μό­τη­τα. Λερ­ναί­α Ὕ­δρα. Γρά­φω, δι­α­γρά­φω, καὶ πά­λι ἀπ’ τὴν ἀρ­χή. Μί­τος ἀρ­χέ­γο­νος, ψά­χνω ἐ­να­γώ­νια τὴν ἄ­κρη του. Ἕ­να τε­τρά­διο πάν­τα κον­τά σου, ἀ­κό­μη καὶ στὸν ὕ­πνο – λέ­νε. Πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις πό­τε θὰ σοῦ χτυ­πή­σει ἡ ἔμ­πνευ­ση. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα, πόρ­τες, πα­ρά­θυ­ρα, οἱ αἰ­σθή­σεις μου, ὅ­λα ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Πό­ροι ποὺ ὣς τώ­ρα λει­τουρ­γοῦ­νε μό­νο ὡς ἔ­ξο­δοι. Ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­χέ­ε­ται ἡ ὕ­παρ­ξή μου. Στὸ ἔ­ξω νὰ σκορ­πί­ζε­ται. Κι ἐ­γώ, ὁ­λο­έ­να μι­κρό­τε­ρος, κρα­τά­ω τὰ δά­χτυ­λα ἀ­νοι­χτά, μή­πως συλ­λά­βουν τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου. Ὅ­λο μου τὸ κορ­μὶ ἀν­τέ­να ὑ­ψω­μέ­νη στὸ χά­ος. Σι­ω­πή. Λή­ψη κα­μί­α. Τὸ ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τε. Οὔ­τε κὰν τὸ λευ­κό τῆς σε­λί­δας. Παν­τοῦ γκρί­ζες ἀ­μυ­χὲς ἀ­πὸ μο­λύ­βι, ποὺ ξε­θω­ριά­ζουν μέ­ρα τὴ μέ­ρα. Γρα­φο­μα­νής, γε­μί­ζω ἀ­σφυ­κτι­κὰ τε­τρά­δια, χαρ­τιά, χαρ­το­πε­τσέ­τες, μὰ οὔ­τε μιὰ φρά­ση ἁρ­μο­νι­κὴ δὲν σύν­τα­ξα. Πα­ρα­φω­νί­α λέ­ξε­ων σὲ ἂ ἔ­λασ­σον. Ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἐ­λάσ­σων κι ἐ­γώ, ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι νὰ σβή­σω τὴ λάμ­πα στὸ κο­μο­δί­νο.

        Σ’ ἀγ­γί­ζω ἄ­θε­λά μου. Οὔ­τε θυ­μό­μουν πὼς ἤ­σουν ἐ­κεῖ. Σὲ εἶ­χα ξε­χά­σει ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες ξα­πλω­μέ­νη μὲς στὰ σκε­πά­σμα­τα. Μὲ πε­ρι­μέ­νεις μὲ τὴν ἡ­δο­νι­κὴ ἠ­ρε­μί­α τῆς αὐ­τε­πί­γνω­σης. Χα­ϊ­δεύ­ω ἁ­πα­λὰ τὴ ρά­χη σου μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα. Εἴ­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί, μοῦ λὲς αὐ­τά­ρε­σκα. Ἐ­σὺ ἐ­παρ­χι­ώ­της ποι­η­τής. Ἐ­μέ­να θὰ μὲ βρεῖς σ’ ἀν­θο­λο­γί­ες παγ­κό­σμι­ες. Μὰ μὴ σὲ νοιά­ζει. Τί ὠ­φε­λεῖ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα; Ἔ­λα νὰ πο­λε­μή­σου­με. Ρό­λους νὰ ἀλ­λά­ζου­με, τὴ μιὰ θύ­της, θύ­μα τὴν ἄλ­λη. Μί­λα μου, μό­νο. Πό­σο μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ γε­λι­έ­μαι μὲ τὰ λό­για. Ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­γά­πα με. Τί μὲ κοι­τᾶς; Λύ­πη ἔ­χω στὰ μά­τια, ὄ­χι λύ­πη­ση. Κρυ­ώ­νεις;  Ἔ­χου­με τό­σες λέ­ξεις γιὰ προ­σά­ναμ­μα.

        Κά­να­με ποί­η­ση ὅ­λο το βρά­δυ. Δί­πλα μου, ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἕ­να βι­βλί­ο σὲ γλώσ­σα ξέ­νη. Δι­α­βά­ζω τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο συλ­λα­βι­στά: Ма­рина И­ва­но­вна Цве­та­е­ва. По­э­мы.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρι­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Βι­βλί­α του: Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση καὶ γρα­φὴ τοῦ πε­ζοῦ λό­γου: Ἡ συμ­βο­λὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (Ἀ­θή­να, 2018) καὶ Τὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς (ποί­η­ση, Με­λά­νι, 2018).


Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).