Ἰσμήνη-Μαρία Τσοχαλῆ: Μετὰ τὴν παραλία


Ἰ­σμή­νη-Μα­ρί­α Τσο­χα­λῆ


Με­τὰ τὴν πα­ρα­λί­α


ΗΜΕΡΑ Η ΖΕΣΤΗ εἶ­ναι ἀ­πο­πνι­κτι­κή. Προ­σπά­θη­σες μά­ται­α νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖς στὶς ση­μει­ώ­σεις, ποὺ τὶς κου­βά­λη­σες γιὰ τρί­τη φο­ρὰ στὴν πα­ρα­λία, κά­τω ἀ­π’ τὴν ψά­θι­νη ὀμ­πρέ­λα τοῦ δή­μου. Τώ­ρα κοι­τᾶς τὸ νε­ρό, ἀ­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νο μέ­σα στὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου, καὶ σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νεις ἕ­να ση­μά­δι γιὰ νὰ μὴ δώ­σεις τὴν ἐ­ξέ­τα­ση τὴν ἄλ­λη ἑ­βδο­μά­δα.

        Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀρ­γεῖ κι ἀ­πο­φα­σί­ζεις νὰ βγεῖς μὲ τὰ πό­δια στὸν κεν­τρι­κό. Περ­πα­τᾶς στὰ δρο­μά­κια ἀ­νά­με­σα στὰ ἐ­ξο­χι­κὰ σπί­τια, μὲ τὸν ἥ­λιο κόν­τρα στὸ πρό­σω­πο. Λί­γο με­τὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν πη­γαί­νεις πρὸς τὴ σω­στὴ κα­τεύ­θυν­ση καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πό­σο ἔ­χεις ἱ­δρώ­σει. Κον­το­στέ­κε­σαι καὶ κοι­τᾶς γύ­ρω τὶς αὐ­λὲς – δὲν εἶ­ναι ψυ­χὴ ἔ­ξω. Μέ­σα στὴν πη­χτὴ ζέ­στη ποὺ μοιά­ζει νὰ σκε­πά­ζει κά­θε ἄλ­λο θό­ρυ­βο νι­ώ­θεις ξαφ­νι­κὰ νὰ σὲ βα­ραί­νει ὁ ἀ­στα­μά­τη­τος ἦ­χος τῶν τζι­τζι­κι­ῶν.

       Σὲ μιὰ αὐ­λὴ πα­ρα­κά­τω βλέ­πεις κά­ποι­ον· πλη­σιά­ζεις στὰ κάγ­κε­λα τῆς πε­ρί­φρα­ξης καὶ κοι­τᾶς μέ­σα. Μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη κά­θε­ται σὲ μιὰ βε­ράν­τα τρί­α σκα­λιὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ ἔ­δα­φος. Φο­ρά­ει μαύ­ρη ρόμ­πα καὶ γυα­λιὰ μυ­ω­πί­ας μὲ λε­πτὸ σκε­λε­τό, καὶ σοῦ θυ­μί­ζει κά­πως τὴ για­γιά σου. «Συγ­γνώ­μη, ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Φαί­νε­ται πὼς δὲν σὲ ἄ­κου­σε κα­λά, για­τὶ παίρ­νει μιὰ ἀ­πο­ρη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση καὶ φέρ­νει τὸ χέ­ρι κον­τὰ στὸ αὐ­τί της. Βά­ζεις τὸ πρό­σω­πό σου ἀ­νά­με­σα στὰ κάγ­κε­λα καὶ ξα­να­ρω­τᾶς πιὸ δυ­να­τά: «Συγ­γνώ­μη, χά­θη­κα λί­γο. Ξέ­ρε­τε πῶς θὰ βγῶ ἀ­πὸ δῶ στὸν κεν­τρι­κό;» Σοῦ κά­νει νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι νὰ πε­ρι­μέ­νεις, ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ ἔρ­χε­ται πιὸ κον­τά. Ὅ­μως ἀν­τὶ νὰ στρί­ψει καὶ νὰ κα­τέ­βει τὰ σκα­λιά, πη­γαί­νει εὐ­θεί­α καί, πρὶν συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις τί πρό­κει­ται νὰ συμ­βεῖ, φτά­νει στὴν ἄ­κρη τῆς βε­ράν­τας —ποὺ εἶ­ναι ἕ­να ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νο πε­ζού­λι χω­ρὶς κάγ­κε­λα— καὶ συ­νε­χί­ζει.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις τί βλέ­πεις. Ἕ­να μαῦ­ρο σῶ­μα ξα­πλω­μέ­νο στὶς πλά­κες τῆς αὐ­λῆς. Κά­τω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι, ποὺ εἶ­ναι γυ­ρι­σμέ­νο στὸ πλά­ϊ, ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται μιὰ κη­λί­δα ποὺ με­γα­λώ­νει. Κόκ­κι­νη. Βρί­σκεις τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα καὶ προ­σπα­θεῖς νὰ τὴν ἀ­νοί­ξεις – εἶ­ναι κλει­δω­μέ­νη. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀ­πο­φα­σί­σεις, βγαί­νει ἡ φω­νή σου: «Ἡ για­γιά! Ἔ­πε­σε ἡ για­γιά!» Νι­ώ­θεις σὰν νὰ βρί­σκε­σαι σὲ ὄ­νει­ρο.

       Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι βγαί­νει ἕ­νας παπ­πούς, κοι­τά­ει κά­τω κι ἀ­λα­φι­ά­ζε­ται. Ση­κώ­νει τὰ χέ­ρια στὸ κε­φά­λι, φω­νά­ζει, κλαί­ει. «Ἄχ, πέν­τε λε­πτὰ σὲ ἄ­φη­σα, πῶς πῆ­γες κι ἔ­πε­σες;»

       Κρα­τᾶς σφι­χτά τὰ κάγ­κε­λα καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ πᾶς οὔ­τε μπρο­στὰ οὔ­τε πί­σω – μό­νο κοι­τᾶς. Πό­σο φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν γερ­νᾶς, σκέ­φτε­σαι. Νό­μι­ζες ὅ­τι συ­νέ­βαι­νε τὸ ἀν­τί­θε­το.

       Ἀ­πὸ τὸν πά­νω ὄ­ρο­φο ἀ­νοί­γουν κι ἄλ­λες πόρ­τες, κα­τε­βαί­νουν δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­κό­μη. Πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, ἕ­να μα­ξι­λά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τῆς για­γιᾶς. Τὰ αἵ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸν σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ δέρ­μα, ἀ­κοῦς νὰ λέ­νε, δὲν φαί­νε­ται νά ’­χει ἄλ­λη πλη­γή. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ξα­πλω­μέ­νη, μὲ τὰ μά­τια κλει­στά.

       «Κα­λὰ ποὺ ἤ­σουν κι ἐ­σύ, παι­δί μου. Περ­νοῦ­σες καὶ τὴν εἶ­δες πε­σμέ­νη, ἔ;» σὲ ρω­τά­ει μιὰ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα πλευ­ρὰ τῆς αὐ­λῆς.

       Τι­νά­ζε­σαι, σὰν νὰ μὴν πε­ρί­με­νες ὅ­τι σὲ βλέ­πουν. «Ἔ; Ναί, ναί…» ἀ­κοῦς τὴ φω­νή σου νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα γιὰ σέ­να.

       «Ἔ­χει ἄ­νοι­α ἡ κα­η­μέ­νη. Τώ­ρα θά ’ρ­θει καὶ τὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο. Θὰ πε­ρι­μέ­νεις μέ­χρι νὰ ἔρ­θει;»

       «Ἔ… δὲν μπο­ρῶ, συγ­γνώ­μη. Πρέ­πει νὰ φύ­γω.»

       Σή­με­ρα μπο­ρεῖ νὰ σκό­τω­σα μιὰ για­γιά, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις στὸν ἑ­αυ­τό σου κα­θὼς φεύ­γεις ἀ­πὸ κεῖ ὅ­σο γί­νε­ται πιὸ γρή­γο­ρα. Ὅ­ταν πι­στεύ­εις ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀρ­κε­τά, βρί­σκεις μιὰ πέ­τρα καὶ κά­θε­σαι γιὰ λί­γο μὲ τὸ κε­φά­λι πά­νω στὰ γό­να­τα. Τὸ μά­γου­λό σου καί­ει, κι ὅ­σο πα­ρα­τη­ρεῖς τὸ σχῆ­μα τῆς σκιᾶς σου ποὺ μαυ­ρί­ζει στὸ χῶ­μα, ἀρ­χί­ζει νὰ ἁ­πλώ­νε­ται μέ­σα σου ἡ σκέ­ψη —ποὺ σοῦ φαί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ λο­γι­κὴ— ὅ­τι σὲ ζά­λι­σε ὁ ἥ­λιος κι ὅ­τι τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰσμήνη-Μαρία Τσο­χα­λῆ (Ἀ­θή­να, 1985). Σπου­δὲς Παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν, Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας στὴν Ἀγ­γλί­α. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια ὑ­πο­τι­τλι­σμοῦ.


			

Ἡρὼ Σκάρου: Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα


Ἡ­ρὼ Σκά­ρου


Ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα


ΝΑΚΑΘΙΣΕ κι ἔψαξε ψη­λα­φι­στὰ μὲ τὰ πό­δια γιὰ τὶς παν­τό­φλες του. Ἀ­φοῦ δὲν τὶς βρῆ­κε, ἄ­νοι­ξε τὸ πορ­τα­τὶφ καὶ κοί­τα­ξε τὸ πά­τω­μα. Δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Ἡ ρόμ­πα του κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λά­ρι. Τὴ φό­ρε­σε καὶ πά­τη­σε ξυ­πό­λη­τος στὸ παρ­κέ. Βρῆ­κε τὶς παν­τό­φλες στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ κρε­βα­τιοῦ. Τε­λευ­ταῖα τὰ πράγ­μα­τα ἄλ­λα­ζαν θέ­σεις. Ἀλ­λοῦ τὰ ἄ­φη­νε κι ἀλ­λοῦ τὰ ἔ­βρι­σκε. Τὰ γυα­λιά του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Κά­θε βρά­δυ τὰ ἔ­βα­ζε στὴ θή­κη τους καὶ μέ­σα στὸ συρ­τά­ρι. Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ τὰ ἔ­βρι­σκε μὲ τοὺς βρα­χί­ο­νες ἀ­νοι­χτοὺς πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο. Ἔ­τσι τὰ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πάν­τα ἐ­κεί­νη· εὔ­και­ρα γιὰ ὅ­ταν εἶ­χε ἀϋ­πνί­ες κι ἤ­θε­λε νὰ δι­α­βά­σει τὴ Βί­βλο. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος ὅ­μως κοι­μό­ταν μιὰ χα­ρά. Μο­νά­χα γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα ση­κω­νό­ταν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ξά­πλω­νε πάν­τα στὴν πλευ­ρὰ ποὺ ἦ­ταν πιὸ κον­τὰ στὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη δὲν ση­κω­νό­ταν τὴ νύ­χτα. Δὲν ἔ­πι­νε βέ­βαι­α καὶ πο­λὺ νε­ρό. Ὁ Χρι­στό­φο­ρος τῆς τὸ θύ­μι­ζε συ­χνά· τὸ εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ για­τρός. Τῆς πή­γαι­νε τὸ πο­τή­ρι γε­μά­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἴ­σα ποὺ ἔ­παιρ­νε με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς γιὰ νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ χά­πια της. Τώ­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος τὸ κου­τί της γιὰ τὰ φάρ­μα­κα. Κά­θε μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας σὲ ξε­χω­ρι­στὴ θή­κη. Τὸ ἔ­κα­νε για­τί μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ τοῦ συ­νέ­βαι­ναν φο­βό­ταν πὼς ἴ­σως, λό­γω ἡ­λι­κί­ας, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ξε­χνά­ει. Στὸ μπά­νιο, εὐ­τυ­χῶς, δὲν ὑ­πῆρ­χαν καὶ πολ­λὰ γιὰ νὰ μπερ­δευ­τοῦν. Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά του, σκού­ρα μπλέ, ἂν δὲν βρι­σκό­ταν στὸ πο­τή­ρι θὰ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν νι­πτή­ρα. Ἡ δι­κή της ἦ­ταν ἀ­νέγ­γι­χτη στὴ θέ­ση της. Τὶς ἄλ­λα­ζε πάν­τα καὶ τὶς δύ­ο κά­θε πρώ­τη τοῦ μή­να. Οὔ­τε μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τα στὸ λου­τρὸ ὑ­πῆρ­χε πρό­βλη­μα. Πα­ρό­μοι­ες πε­τσέ­τες εἶ­χαν, καὶ ὅ­σο γιὰ τὰ σα­πού­νια, ὅ,τι ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κι αὐ­τός.  Στὴν κου­ζί­να ἦ­ταν ποὺ δυ­σκό­λευ­αν τὰ πράγ­μα­τα. Ἐ­νῶ θυ­μό­ταν πὼς τὴν προ­η­γού­με­νη εἶ­χε πλύ­νει τὴ δι­κή του κού­πα τοῦ κα­φέ, δί­πλα στὸν νε­ρο­χύ­τη εἶ­χε στραγ­γί­σει ἡ δι­κιά της. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν πὼς εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει γά­λα μὲ 3,5 τοῖς ἑ­κα­τὸ λι­πα­ρὰ ἀλ­λὰ στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­βρι­σκε τὸ ἄ­πα­χο. Τὸ ἔ­παιρ­νε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­ά­στη­μα γιὰ ἐ­κεί­νη· τὸ ἄλ­λο τῆς ἔ­πε­φτε βα­ρύ. Ὄ­χι πὼς αὐ­τὸ τὸ ἔ­πι­νε· μὲ τὸ ζό­ρι νὰ κα­τά­φερ­νε ἕ­να φλι­τζα­νά­κι τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ. Στὸ σα­λό­νι ὑ­πῆρ­χε τὸ θέ­μα μὲ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ὅ­πο­τε τὴν ἄ­νοι­γε μὲ τὸ κον­τρόλ, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τὸ κα­νά­λι ποὺ ἔ­δει­χνε τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της σει­ρά. Ἀλ­λὰ ὁ Χρι­στό­φο­ρος ἔ­βλε­πε τὶς εἰ­δή­σεις στὸ ἄλ­λο. Καὶ αὐ­τὸ τὸ σε­με­δά­κι, ποὺ ἔ­πε­φτε λί­γο στὸ πά­νω μέ­ρος τῆς ὀ­θό­νης, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ εἶ­χε μα­ζέ­ψει. Ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­κεῖ, μὲ τὴν ἄ­κρη του νὰ κρύ­βει τὸ σῆ­μα τοῦ κα­να­λιοῦ. Ἐ­πι­πλέ­ον, μο­νά­χα τὴ δι­κή της πο­λυ­θρό­να, τὴν κου­νι­στή, ἔ­βρι­σκε νὰ κοι­τά­ει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ δι­κή του ἦ­ταν γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Για­τί νὰ βλέ­πει ἔ­ξω; Ποι­όν πε­ρί­με­νε; Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἀ­φοῦ ἔ­τσι ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἔ­τσι καὶ θὰ μεί­νουν. Ἡ πο­λυ­θρό­να εἶ­ναι βα­ριὰ γιὰ νὰ τὴ σέρ­νει πέ­ρα-δῶ­θε. Ἡ μέ­ση του δὲν ἀν­τέ­χει πιά. Θὰ κά­θε­ται στὴν κου­νι­στή. Καὶ τὸ κέν­τη­μα ἂς κρύ­βει τὸ σῆ­μα. Μή­πως καὶ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­πομ­πὲς ποι­ό κα­νά­λι βλέ­πει; Ὅ­σο γιὰ τὸ γά­λα, κα­λύ­τε­ρα νὰ πί­νει τὸ ἐ­λα­φρύ. Οἱ πρό­σφα­τες ἐ­ξε­τά­σεις του εἶ­χαν δεί­ξει αὐ­ξη­μέ­να τρι­γλυ­κε­ρί­δια. Καὶ ἡ κού­πα της στὸ κά­τω κά­τω ἴ­δια μὲ τὴ δι­κή του ἦ­ταν. Μο­νά­χα τὸ χρῶ­μα στὸ χε­ρού­λι ἄλ­λα­ζε. Ἀ­κό­μη καὶ τὰ γυα­λιὰ ἀ­νοι­χτὰ τὸν βό­λευ­αν πιά· δὲν τὸν ἔ­παιρ­νε εὔ­κο­λα ὁ ὕ­πνος. Εἶ­χε κι­ό­λας δι­α­βά­σει μέ­χρι τὸν Ἐκ­κλη­σια­στή. Καὶ μιὰ καὶ ξυ­πνοῦ­σε συ­νέ­χεια στὴ με­ριά της θὰ ξά­πλω­νε ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει νὰ ψά­χνει τὶς παν­τό­φλες του κά­θε πρωΐ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει δύο συλ­λο­γές δι­η­γη­μά­των: Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018) καὶ Ἡ ζωὴ ὅπως εἶναι (Κέδρος,  2020).


Σπύρος Ν. Παππᾶς: Κουνέλι στιφάδο


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Κου­νέ­λι Στι­φά­δο


ΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ και­ρό, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ μὲ γνω­ρί­σει ἐ­πι­τέ­λους στὴ μη­τέ­ρα της. Ἴ­σως ἔ­τσι θὰ ἡ­σύ­χα­ζε. Καὶ ἐ­κεί­νη, καὶ ἡ μη­τέ­ρα της. Στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε σερ­βι­ρι­σμέ­νο κου­νέ­λι στι­φά­δο. Στὸ πιά­το μου, ἀ­νά­με­σα στὸ κρέ­ας καὶ τὰ κρεμ­μύ­δια, δι­έ­κρι­να τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ μά­τι τοῦ κου­νε­λιοῦ. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ κοι­τοῦ­σε δι­ε­ρευ­νη­τι­κά. Ἄν­τε τώ­ρα νὰ ἐ­ξη­γεῖς ὅ­τι δὲν τρῶς κου­νέ­λι, καὶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­νε­λά­κι πού σοῦ εἴ­χα­νε χα­ρί­σει γιὰ κα­τοι­κί­διο, ὅ­ταν πα­ρα­με­γά­λω­σε, τὸ δώ­σα­νε στὸν θεῖ­ο Δη­μή­τρη γιὰ νὰ τὸ ξε­πα­στρέ­ψει. Καὶ ὅ­τι τὴν ἴ­δια μέ­ρα, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, μο­σχο­βο­λοῦ­σε τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ κρεμ­μύ­δι, τὰ δαφ­νό­φυλ­λα καὶ τὴ ντο­μά­τα, ποὺ μα­γεί­ρευ­αν τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο στι­φά­δο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἔ­τρω­γες. Ἔ­πι­α­σα μιὰ γεν­ναί­α πι­ρου­νιὰ καὶ τὴν ἔ­βα­λα γρή­γο­ρα στὸ στό­μα μου, ἀ­φοῦ πα­ρα­μέ­ρι­σα τὸ μά­τι. Ὡς γνω­στόν, ὁ ἔ­ρω­τας περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Πανουτσοπούλου Χαρίκλεια: Σὰν πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


Πα­νου­τσο­πού­λου Χα­ρί­κλεια


Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon


ΥΤΟΣ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ, ἀ­λη­θι­νὸς καὶ μὲ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, μὲ λυ­μέ­νη τὴν γρα­βά­τα καὶ τὴν φω­το­γρα­φί­α μιᾶς γυ­ναί­κας στὸ πορ­το­φό­λι του, παίρ­νει ἔ­τσι στὴν τύ­χη ἀ­πὸ ἀ­νί­α ἤ ἀ­μη­χα­νί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νυ­χτε­ρι­νὸ τρέ­νο .

        Κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ πρώ­του βα­γο­νιοῦ τῆς ὑ­περ­τα­χεί­ας. Ἔ­χει τὰ μά­τια του κλει­στά, τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να πά­νω στὸ ὑ­πο­γά­στριο, οἱ βλε­φα­ρί­δες του τρε­μο­παί­ζουν, βου­λιά­ζει σὲ κά­ποι­ον τρο­μα­κτι­κὸ ἐ­φιά­λτη ποὺ τὸν κά­νει καὶ ἀ­να­σαί­νει γρή­γο­ρα, γλι­στρᾶ σι­γὰ-σι­γὰ στὰ βὸλτ τῆς ἀ­ναι­ρέ­σι­μης λο­γι­κῆς τοῦ ὀ­νεί­ρου του, στὸ χά­σκον στό­μα του γυ­α­λί­ζουν δύ­ο χρυ­σὰ δόν­τια .

        Ἡ μη­χα­νή, τὰ γρα­νά­ζια, οἱ τρο­χοί, οἱ ἄ­ξο­νες καὶ τὰ ἔμ­βο­λα ἔ­χουν πά­ρει ἐμ­πρός, ἡ ἁ­μα­ξο­στοι­χί­α δι­α­σχί­ζει σὰν σί­φου­νας τὴν σκο­τει­νὴ ὕ­παι­θρο σφυ­ρί­ζον­τας δί­πλα στὶς ἀ­πο­βά­θρες τῶν σταθ­μῶν ἐ­κεῖ ὅ­που οἱ ἐ­ναγ­κα­λι­σμοὶ τῶν ἐ­ρα­στῶν κα­θυ­στε­ροῦν ἀ­φί­ξεις καὶ ἀ­να­χω­ρή­σεις .

        Σὲ δε­κα­πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά, στὴν στρο­φὴ με­τὰ τὴν γέ­φυ­ρα, ὅ­λα θὰ γί­νουν τό­σο ξαφ­νι­κά. Ἕ­να γε­γο­νὸς μὲ ἔ­δα­φος καὶ οὐ­ρα­νό, μιὰ πρά­ξη κε­ραυ­νο­βό­λα θὰ σκί­σει τὸν πλα­κούν­τα τοῦ ὕ­πνου του. Ὁ ἐ­φιά­λτης του θὰ δι­α­με­σο­λα­βή­σει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σὰν αὐ­το­εκ­πλη­ρού­με­νη προ­φη­τεί­α, σὰν  με­τω­νυ­μί­α ἀ­συ­νεί­δη­της ἐ­πι­θυ­μί­ας θα­νά­του.

        Ἡ ἐ­κρη­κτι­κὴ πρό­σκρου­ση μὲ τὸ ἄλ­λο τρέ­νο ποὺ λό­γῳ ὀ­λι­γω­ρί­ας τοῦ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἁ­μα­ξο­στοι­χί­ας ξε­χύ­νε­ται ἀ­χα­λί­νω­το στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες καὶ μὲ ἀν­τί­θε­τη φο­ρά, θὰ ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὸν ὡ­ραῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­δρα σὰν πά­νι­νη κού­κλα χω­ρὶς πρό­σω­πο.

        Ἡ νύ­χτα θὰ τὸν βρεῖ στὴν ἀ­πό­λη­ξη τῆς δι­α­δρο­μῆς τραυ­μα­τι­σμέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νο πά­νω στὸ γρα­σί­δι, ἔ­χον­τας σκί­σει τὸ μπλὲ ρου­ὰ κο­στού­μι του ἀ­πὸ τὰ ἀγ­κά­θια, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ ἐ­πι­μέ­νει ἐμ­φαν­τι­κὰ στὸν πα­θη­τι­κὸ ρεμ­βα­σμὸ τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, στὴν ἀ­πρό­βλε­πτη καὶ ἀ­κα­ρια­ία ἀ­λή­θεια τοῦ σκη­νι­κοῦ ἑ­νὸς μοι­ραί­ου ἀ­τυ­χή­μα­τος.

        Ἑ­νὸς σκη­νι­κοῦ χω­ρὶς ἐ­ξι­δα­νι­κευ­τι­κὸ πέ­πλο, ὑ­πὸ τὸν ψυ­χρὸ τε­χνη­τὸ φω­τι­σμὸ ἑ­νὸς προ­βο­λέ­α. Ἑ­νὸς ἀ­πει­κά­σμα­τος ἔμ­μο­νης ψευ­δαί­σθη­σης μὲ σκι­ές, ἴ­χνη καὶ συ­νέ­πει­ες ποὺ χά­νε­ται καὶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸν χρό­νο, δι­α­περ­νᾶ τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το σὰν ἀ­να­πα­ρά­στα­ση μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, σὰν σε­κὰνς τῆς πρά­ξης τοῦ ὀ­νει­ρεύ­ε­σθαι. Σὰν πί­να­κας τοῦ Alfonso Ponce de Leon ποὺ ἐ­νοι­κών­τας καὶ ὁ­ρί­ζον­τας τὸ ἀ­τύ­χη­μα μὲ μιὰ δι­κή του ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ πο­λυ­ση­μί­α, δὲν ἀ­πώ­λε­σε πο­τὲ τὴν σα­γή­νη τῆς ἀ­πί­στευ­της ἀ­θω­ό­τη­τάς του.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χαρίκλεια Πανουτσοπούλου (Πάτρα). Σπούδασε Ψυχο­λο­γία στὸ Παρίσι. Έργάσθηκε σὲ ψυχιατρικὴ κλινική. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογή slides (Γαβριηλίδης, 2010), τὴ συλλογὴ μικρῶν πεζῶν Φόνος (ΑΩ, 2013) καὶ τὴ νουβέλα Μontage (ΑΩ, 2016).


Εἰκόνα: Πίνακας τοῦ Alfonso Ponce de Leon, Self-Portrait-anagoria, (1936)

Γιάννης Παγώνης: Ἡ Γριά


Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Ἡ Γριά


ΕΦΤΟΝΤΑΣ μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λι­ο­μέ­τρων πά­νω στὸν κορ­μὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἐ­λιᾶς, του­λά­χι­στον ἀ­πὸ με­ριά μου δὲν ἔ­νοι­ω­σα τὸ πα­ρα­μι­κρό, χω­ρὶς νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βε­βαι­ώ­σω τὸ ἴ­διο καὶ ἐκ μέ­ρους τῆς γυ­ναι­κός μου.

        Μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ χί­λια με­γά­φω­να, δι­έ­τα­ξε ἀ­ρει­μά­νια:

        «Ἐ­σὺ ὁ ὁ­δη­γός, γραμ­μὴ γιὰ τὸ Γρα­φεῖ­ο!», καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα, «καὶ σὺ γύ­ναι ἡ συ­νε­πι­βά­της, τα­χιὰ στὸ Μα­γει­ρεῖ­ο!».

        Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ βρέ­θη­κα μό­νος σ΄αὐ­τὸ τὸ φω­τει­νό­τα­το δω­μά­τιο. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ζε­στὸ ἐν­δι­αί­τη­μα δέ­κα πε­ρί­που τε­τρα­γω­νι­κῶν, μὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες ὣς τὸ τα­βά­νι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο πα­λιὸ δρύ­ϊ­νο, μιὰ κα­ρέ­κλα ἀ­να­παυ­τι­κὴ μὲ μα­ξι­λα­ρά­κι καὶ ἄ­φθο­νη γρα­φι­κὴ ὕ­λη ποὺ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας στιγ­μὴ τέ­θη­κε στὴ δι­ά­θε­σή μου.

        Τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρί­σκε­ται στὰ δε­ξιά μου τυ­φλό. Πόρ­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.

        Πό­σο και­ρὸ βρί­σκο­μαι σ΄αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο δὲν μπο­ρῶ ν΄ἀ­παν­τή­σω. Ἴ­σως λί­γα λε­πτά τῆς ὥ­ρας, ἴ­σως μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ὅ­τι βρί­σκο­μαι σὲ ἕ­να χῶ­ρο κα­τα­δι­κό μου ἐν ἀ­πο­λύ­τῳ ἡ­συ­χί­ᾳ, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ πα­λιό μου ὄ­νει­ρο νὰ γρά­ψω ἀ­πε­ρί­σπα­στος κά­ποι­α στιγ­μὴ βρί­σκει ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σχε­τι­κὴ δι­καί­ω­ση.

        Γιὰ ὅ­λα αἰ­τί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ πα­λι­ό­γρια, ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη μαυ­ρο­φο­ροῦ­σα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε νὰ βα­δί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ δρό­μου σὰν ἀ­ε­ρι­κό, λί­γο πρὶν τὴ στρο­φὴ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου.

        Τὴν εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει τὸ 1998 σὲ μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐκ­δρο­μὴ στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ση­μεῖ­ο. Ὁ­δη­γοῦ­σα τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἕ­να «Το­γι­ό­τα Κο­ρό­λα», δί­πλα μου συ­νο­δη­γὸς ἦ­ταν πά­λι ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­νο ποὺ στὰ πί­σω κα­θί­σμα­τα τὰ δυ­ό μου ἀ­γό­ρια γκρί­νια­ζαν γιὰ τὸ μά­κρος τῆς δι­α­δρο­μῆς ἔ­χον­τας σπά­σει μὲ τὰ βα­βί­σμα­τά τους κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ νεῦ­ρα μου.

        Τό­τε εἶ­χα κό­ψει λί­γο τα­χύ­τη­τα μὴν τὴν χτυ­πή­σω καὶ βρῶ κα­νὰ μπε­λά. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της μοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ φρε­νά­ρω. Πλη­σί­α­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ γορ­γὸ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της βη­μα­τι­σμὸ καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸν κόρ­φο της δυ­ὸ ρό­δια θε­ό­ρα­τα τὰ ἔ­τει­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, στὰ κού­τσι­κα.

        Ἅ­πλω­σαν ἐ­κεῖ­να τὰ χε­ρά­κια τους, καὶ πῆ­ραν τοὺς καρ­ποὺς μὲ μιὰ σο­βα­ρό­τη­τα ἐμ­πο­τι­σμέ­νη πλέ­ρια εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ποὺ μοῦ ἔ­κα­νε θυ­μᾶ­μαι ἐν­τύ­πω­ση.

       Τῆς μί­λη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου ἐν­τε­λῶς αὐ­θόρ­μη­τα:

       «Χρω­στᾶ­με κά­τι;,», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ γριὰ θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φτω­χή, ποὺ προ­σπα­θοῦ­σε μ΄αὐ­τὸν τὸν ἀ­νοί­κειο τρό­πο νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τεια της.

       Τό­τε αὐ­τὴ τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε μ΄ ἕ­να λυ­πη­μέ­νο βλέμ­μα ποὺ δὲν ἐ­πι­δε­χό­ταν τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀν­τίρ­ρη­ση:

       «Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα κυ­ρά μου!», καὶ στρε­φό­με­νη ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὴν πο­ρεί­α μας, χά­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς κα­θρέ­φτες μου.

       Εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­τυ­χε νὰ κά­νω τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἀ­γό­ρια βρί­σκον­ταν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γιὰ σπου­δές, καὶ ἔ­τσι μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου ἀ­να­πο­λοῦ­σα ἀ­μί­λη­τος τὴν προ­η­γού­με­νη χρυ­σὴ ζω­ή μας, τὴν κα­λο­και­ρι­νή, μὲ μιὰ δό­ση νο­σταλ­γί­ας.

       Βρέ­θη­κα στὴ στρο­φὴ πρὶν ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο.

       Μιὰ γριὰ προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά, κρα­τών­τας σὲ μιὰ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα τυ­λι­μέ­νο ἕ­να πιά­το μᾶλ­λον μὲ κό­λυ­βα. Θὰ τὰ πή­γαι­νει σκέ­φτη­κα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ δι­ά­βα­σμα. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της ἡ γριὰ γύ­ρι­σε καὶ μᾶς κοί­τα­ξε. Εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ γνω­στὸ πε­ρί­λυ­πο βλέμ­μα ποὺ γνώ­ρι­σα κά­πο­τε. Ἄρ­χι­σα νὰ τρέ­μω σύγ­κορ­μα.

       Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο κα­τά­πλη­κτη μὲ μέ­να. Ψέ­λι­σε:

       «Εἶ­ναι ἡ γριά, ὅ­πως τό­τε μὲ τὰ παι­διά.»

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν», τῆς ἀ­γρι­ο­μί­λη­σα. «Ἔ­χουν πε­ρά­σει δὰ τό­σα χρό­νια. Ἡ γριὰ μᾶλ­λον θὰ βρί­σκε­ται πε­θα­μέ­νη ἐ­δῶ καὶ και­ρό.»

        Ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, ἔ­χα­σα τὸ τι­μό­νι.

        Τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ γνω­ρί­ζε­τε.

       Κά­θο­μαι τὸ λοι­πὸν στὸ Γρα­φεῖ­ο, καὶ συν­τάσ­σω κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, προ­σπα­θών­τας νὰ βρῶ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα ποὺ μέ­χρις ὥ­ρας μοῦ δι­α­φεύ­γει. Ἀλ­λὰ εὐ­τυ­χῶς! Ἔ­χω μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπροστά μου…


* * *


Προ­χώ­ρη­σε ὣς τὴ σι­δε­ρέ­νια καγ­κε­λό­πορ­τα τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι τὸν δρό­μο καὶ χά­θη­κε μὲς στὰ χω­ρά­φια μὲ τὶς αἰ­ω­νό­βι­ες ἐ­λι­ές.

        Κά­που στὸ λόγ­γο, ἔ­στε­κε μο­να­χὸ ἕ­να σπι­τά­κι. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κε.

        «Κα­λῶς τὴν ἀ­δελ­φή μας τὴν ψυ­χο­πο­νιά­ρα!» ἔ­συ­ρε μιὰ γριὰ φα­φού­τα ποὺ ἔ­πλε­κε μ΄ἕ­να βε­λο­νά­κι.

        «Τὰ κα­νό­νι­σες ὅ­πως πρέ­πει;», ρώ­τη­ξε μιὰ δεύ­τε­ρη, ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἕ­να δελ­τί­ο λότ­το κα­θι­σμέ­νη σ΄ἕ­ναν σο­φὰ κον­τὰ στὸ πα­ρα­θύ­ρι γιὰ νὰ βλέ­πει.

       «Ὅ­λα, ἀ­δελ­φές μου ἀ­γα­πη­μέ­νες, γί­ναν κα­τὰ πὼς ται­ριά­ζει. Του­λά­χι­στον, γλυ­τώ­σα­νε τὰ παι­διά…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


Άθανασία Μαυρομμάτη: Ἀμάκα


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Ἀ­μά­κα*


ΑΘΙΣΤΗ στὰ πόδια σου. Μὲ χό­ρευ­ες. Ποῦ καὶ ποῦ μοῦ ’­δι­νες καὶ κά­να μπά­τσο. Ἀ­νά­λα­φρο, δρο­σι­στι­κό. Δρο­σι­ζό­μου­να στὴν ἀ­νοι­χτή σου τὴ φού­στα τὴ γκρί­ζα μὲ τὰ στι­κτὰ λα­χού­ρια, τὴν ξα­σπρι­σμέ­νη ἀ­π’ τ’ ἀ­τέ­λει­ω­τα πλυ­σί­μα­τα, τὴ μα­λα­κιὰ σὰν τ’ ἄγ­γιγ­μά σου. Μύ­ρι­ζα τὶς μυ­ρω­δι­ές της, ψω­μὶ φουρ­νι­στὸ καὶ κρα­βα­τί­να καὶ κλά­δες τοῦ ξυ­λό­φουρ­νου καὶ χῶ­μα καὶ πέ­τρα κι ἀ­σβέ­στη. Μοῦ σπά­γα­νε τὴ μύ­τη. Μὲ ζέ­σται­ναν. Ξέ­ρω ποὺ μ’ ἀ­γά­πα­γες, τὸ κα­τά­πι­να μέ­σα ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­σα σου τὴ χλω­ρή, τὶς τοῦ­φες τ’ ἀ­χτέ­νι­στα μαλ­λιά σου, γκρί­ζα, ἄλ­λα κι­τρι­νό­λευ­κα, σὰν τὰ μπαμ­πά­κια καὶ τ’ ἀ­φρο­λὲξ τὰ πε­τα­μέ­να στὴ γω­νιὰ τῆς αὐ­λῆς μὲ τὰ κλα­ριά. Ποὺ δὲ προ­λά­βαι­νες νὰ σκου­πί­σεις. Γέ­λα­γες κι ἀ­στρά­φταν σάρ­κι­να τὰ οὖ­λα σου καὶ τὰ λί­γα δόν­τια ποὺ σ’ ἀ­πο­μεῖ­ναν. Ἂν εἶ­χες γά­λα τὸ ξέ­ρω, θά ’­βγα­ζες νὰ μὲ βυ­ζά­ξεις. Για­τί μ’ ἀ­γά­πα­γες δὲ ξέ­ρω. Ξέ­μα­θα ἀ­πὸ λο­γι­κὴ κον­τά σου. Ἔ­βα­ζες μιὰ φω­νὴ πού­ι πού­ι πού­ι νὰ μα­ζέ­ψεις τὶς κό­τες καὶ τὰ που­λιά, ν’ ἀ­πι­θώ­σεις τὸ τσίγ­γι­νο τ’ ἀγ­γει­ὸ μὲ τὰ ψω­μιὰ τὶς κό­ρες μου­σκε­μέ­να. Κα­τό­πι νὰ μά­σεις τὶς δου­λει­ὲς γρή­γο­ρα-γρή­γο­ρα, νὰ προ­κά­μεις νὰ μοῦ φέ­ρεις τ΄αὐ­γού­λι ζε­στὸ ἀ­κό­μα ἀ­π’ τὴν κό­τα. Νὰ μοῦ τὸ λει­ώ­σεις στὸ πο­τή­ρι μὲ τὰ κομ­μά­τια τὶς ψί­χες. Τὸ γά­λα τὸ ζε­στὸ μὲ μπου­κι­ὲς ψω­μὶ μέ­σα. Γά­λα ἀ­π’ τὸ τε­νε­κε­δά­κι βρα­σμέ­νο μὲ τὴν πέ­τσα του, ἄρ­με­γες τὴν κα­τσί­κα μὲ τὴν ἴ­δια τρυ­φε­ρά­δα, ὅ­μοι­α τὴ ζέ­στα ποὺ ζύ­μω­νες. Κι ὕ­στε­ρα τὴν πίτ­τα. Ἀρ­μά­θια­ζες τὰ κα­πνὰ κα­θι­σμέ­νη κα­τά­χα­μα κι ἐ­γὼ στὸν κύ­κλο δί­πλα σου τρυ­ποῦ­σα γρή­γο­ρα τὸ μί­σχο τοῦ κα­πνό­φυλ­λου μὲ τὴ βε­λό­να καὶ τή­ρα­γα τὰ χέ­ρια σου. Μαυ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο, νύ­χια κα­τά­μαυ­ρα ἀ­π’ τὸ χῶ­μα καὶ τὴν κόλ­λα ἀ­π’ τὰ κα­πνά. Τὰ κα­θα­ρό­τε­ρα χέ­ρια πού ’­δα. Τὸ κομ­μά­τι τ΄ἁ­πλό­χε­ρο τὴ φλα­ού­να μοῦ τὴν ἔ­φερ­νες καυ­τή, δι­κό σου τυ­ρὶ τ’ ἁλ­μυ­ρό, ὁ φοῦρ­νος μὲ τ’ ἀ­πόξυ­λα κα­τά­μαυ­ρος, κα­τά­μαυ­ρος κι ὁ δί­σκος, τὸ τα­ψί σου. Τ’ ἄλ­λο τὸ μαῦ­ρο τὸ φου­στά­νι μὲ τὶς πα­ρα­μά­νες π’ ἄλ­λα­ζες, μύ­ρι­ζες σβου­νιὰ καὶ χῶ­μα καὶ κάμ­μα. Μὲ ξε­κού­φαι­νες σὰ φώ­να­ζες κι εἶ­χες τ’ ἄγ­γιγ­μα τ’ ἀ­λα­φρό­τε­ρο καὶ μοῦ ’­στρω­νες τὰ πιὸ δρο­σε­ρὰ στρω­σί­δια, σκλη­ρὰ καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα. Στὴ σκά­φη πλυ­μέ­να μὲ τὸ πρά­σι­νο σα­πού­νι. Καὶ τὸ χει­μώ­να τὰ στρω­σί­δια τὰ σκλη­ρὰ τὰ κόκ­κι­νά τὰ κα­μω­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι σου, ποὺ μὲ τσιμ­ποῦ­σαν καὶ μὲ τεί­χι­ζαν μ’ ὅ­λη τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κό­σμου. «Ἀ­πὸ κά­τω ἡ βε­λέν­τζα, ἀ­πὸ πά­νω ἡ μαν­τα­νί­α.»

        Ἡ βρύ­ση ἤ­τα­νε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ κι ἔ­παιρ­νες τὸ νε­ρὸ μὲ τὸ στα­μνὶ κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ μπι­τό­νι. Τὸ κου­βά­λα­γες στὸ κε­φά­λι ὅ­πως καὶ τὰ κα­λά­θια μὲ τ’ αὐ­γά, τὰ κα­πνά, τὰ ξύ­λα, τὶς ἐ­λι­ές. Ἀ­νέ­βαι­νες ὁ­λόρ­θη τὸν ἀ­νή­φο­ρο ἀ­πὸ κά­τω τὴ λάκ­κα καὶ γε­λοῦ­σες ὁ­λά­κε­ρη μὲ τὸ φορ­τί­ο ἄγ­γι­χτο στὴν κορ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, γκρί­ζες ἄ­κρες νὰ ξε­φεύ­γουν τὸ μαν­τή­λι. Στὰ λι­ο­στά­σια σκαρ­φά­λω­νες ἀ­πὰ στὰ δέν­τρα κι ὕ­στε­ρα ρά­βδι­ζες ἀ­πὸ κά­τω. Νὰ κου­βα­λᾶς κλά­ρες, νὰ σκύ­βεις ἀ­τέ­λει­ω­τα στὰ λι­ό­πα­να, νὰ δι­α­λέ­γεις τὸν καρ­πὸ τὸν ἀ­ση­μέ­νιο, τὸν μαῦ­ρο, τὸν πρά­σι­νο, τὸν κα­φε­τί. Τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ τ’ «αὐ­γού­λι» σου μοῦ τό ‘δι­νες στὸ πο­τή­ρι λι­ω­μέ­νο μὲ ψω­μὶ ξα­νὰ ἢ χτυ­πη­μέ­νο μὲ τὴ ζά­χα­ρη, ποῦ καὶ ποῦ μὲ μι­σὴ κου­τα­λιὰ « κα­φού­λ’».

        Στὶς χα­ρὲς ἕ­να γέ­λιο χί­λι­ες χρυ­σὲς εὐ­χές, στὰ θα­να­τι­κὰ ἴ­σια, ἀ­πό­το­μη, δω­ρι­κή. «Ἄ­ει, τρά­βα γιὰ ὕ­πνο τώ­ρα. Φτά­νουν τὰ δι­α­βά­σμα­τα.» Μοῦ ‘σβη­νες τὴ λάμ­πα. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε νε­ρὸ καὶ φῶς στὸ χω­ριό.

        Με­γά­λη Πέμ­πτη βρά­δυ νὰ ὁ­λο­λύ­ζεις τα­πει­νά, πα­ρα­πο­νε­τὰ , τ’ ἀρ­γό­συρ­το τὸ μυ­ρο­λό­γι τῆς Πα­να­γιᾶς. Τὰ λου­λού­δια τοῦ κή­που σου στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, συ­γυ­ρι­σμέ­να στὸ κο­φί­νι τὸ κα­λό. Εἶ­χες πλη­γὲς βα­θι­ὲς στὰ πό­δια καὶ μιὰ φο­ρὰ ποὺ σὲ ρώ­τη­σά μοῦ ’­πες ποὺ πή­γαι­νες ξυ­πό­λη­τη ἀ­πὰ στὸ Καρ­πε­νή­σι, στὸν Πρου­σὸ στὴ Χά­ρη Της.

        Στὴν κη­δεί­α σου δὲν ἔ­κλα­ψα. Δά­κρυ δὲν ἔ­βγαι­νε. Μο­νά­χα τὰ κρι­νά­κια σου. Αὐ­τὰ τὰ ξερ­ρί­ζω­σα καὶ στά ’­φε­ρα στὸ προ­σκε­φά­λι. Νὰ γη­τέ­ψω τὸν ξερ­ρι­ζω­μό μου.


*ἀ­μά­κα: τζάμ­πα, χω­ρὶς πλη­ρω­μὴ (στὰ με­σο­λογ­γί­τι­κα)



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967). Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι (DEA, Paris IV-Sorbonne). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­λί­μου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ (ἐκδ. Στα­μού­λη) καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ρία Φελεκίδου: Ἡ κυρία καὶ ὁ κύριος Φσσστ


Ρί­α Φε­λε­κί­δου


Ἡ κυ­ρί­α καὶ ὁ κύ­ριος Φσσστ


ΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ἄ­γνω­στη στοὺς χάρ­τες ποὺ οἱ κά­τοι­κοί της, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι, ἀ­γα­ποῦν πά­ρα πο­λὺ τὰ μπα­λό­νια. Πο­τὲ δὲ βγαί­νουν βόλ­τα χω­ρὶς μπα­λό­νι. Τὰ κου­βα­λοῦν σὰν νά ’ναι ἱ­πτά­με­να σκυ­λά­κια. Στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λα τὰ παι­διά, ἔ­χουν του­λά­χι­στον ἕ­να, δε­μέ­νο στὸ θρα­νί­ο τους. Οἱ με­γά­λοι τὰ παίρ­νουν στὴ δου­λειά τους. Καὶ παν­τοῦ, σὲ γρα­φεῖ­α, κα­τα­στή­μα­τα, ἰ­α­τρεῖ­α καὶ ἐρ­γο­στά­σια ὑ­πάρ­χει ἡ Σά­λα τῶν Μπα­λο­νι­ῶν, γιὰ νὰ τὰ βά­ζουν ἐ­κεῖ οἱ ἐρ­γα­ζό­με­νοι μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν τὸ ὡ­ρά­ριό τους.

       Σὲ ὅ­λη τὴν πο­λι­τεί­α ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἕ­να κο­ρί­τσι καὶ ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ δὲν εἶ­χαν οὔ­τε ἕ­να μπα­λό­νι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­πια­ναν μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους αὐ­τὸ ἔ­σκα­γε καὶ ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να ἀρ­γὸ φσστ, μέ­χρι ποὺ ἔ­με­νε ἕ­να μι­κρὸ πλα­στι­κὸ κομ­μά­τι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ ἀ­έ­ρα.

       Κα­νέ­νας δὲ θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά τους για­τί ὅ­λοι ὅ­σοι τοὺς ἤ­ξε­ραν τοὺς φώ­να­ζαν ἁ­πλῶς …Φσσστ!

       Τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­γό­ρι δὲ γνω­ρί­ζον­ταν για­τί ἔ­με­ναν στὰ δυ­ὸ ἀν­τί­θε­τα ἄ­κρα τῆς πό­λης.

       Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ κο­ρι­τσιοῦ φυ­σοῦ­σε δυ­τι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ ἔ­τσι ἡ Φσσστ καὶ ὁ Φσσστ συ­ναν­τή­θη­καν στὴ μέ­ση ἑ­νὸς δρό­μου.

       Κοι­τά­χτη­καν καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἀ­γα­πι­όν­ταν ἀ­πὸ πάν­τα. Ἄρ­χι­σαν νὰ ζοῦν μα­ζὶ καὶ δὲ χω­ρί­στη­καν πο­τέ. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ξα­νάσκα­σε μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους.

       Συ­χνὰ πυ­κνὰ οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λι­τεί­ας μὲ τὰ μπα­λό­νια ἔ­βλε­παν τὸν κύ­ριο καὶ τὴν κυ­ρί­α Φσσστ νὰ βγά­ζουν βόλ­τα τὰ μπα­λό­νια τους.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρί­α Φε­λε­κί­δου (Κα­τε­ρί­νη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κή, Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἔν­τα­ξη τῶν προ­σφυ­γό­που­λων στὴν τυ­πι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς μέ­λος τῆς ἁρ­μό­διας Ὁ­μά­δας Συν­το­νι­σμοῦ τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας ἐ­νῶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α καὶ δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νιὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α, τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α νου­βέ­λα. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ σὲ παι­διὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες.


Κατερίνα Ζαφειροπούλου: Μεταμορφώσεις


Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου


Με­τα­μορ­φώ­σεις

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸ χω­ριὸ ἦ­ταν τὸ παι­χνί­δι μὲ τὸν παπ­ποῦ. Μ’ ἔπιανε μὲ τὰ δυ­να­τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες καὶ μὲ πε­τοῦ­σε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Κι ἀ­νέ­βαι­να, ὅ­πως τὸ μπλὲ μπα­λό­νι ποὺ γέ­μι­ζε ἡ μα­μὰ μὲ ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὴν κοι­λί­τσα της, ποὺ κά­πο­τε ἔ­μοια­ζε μὲ μπα­λό­νι, ὅ­ταν με­γά­λω­να μέ­σα της. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὅ­μως, στὴν βόλ­τα μὲ τὴ μα­μὰ καὶ τὸν παπ­ποῦ, δι­α­σχί­ζον­τας τὸν δρό­μο μὲ τὰ δέν­τρα, ἡ κλω­στὴ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νο τὸ μπλὲ μπα­λό­νι γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι μου καὶ τὸ μπα­λό­νι σκά­λω­σε στὸ κλα­δὶ ἑ­νὸς δέν­τρου. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα δυ­να­τά, για­τὶ τὸ δέν­τρο ἦ­ταν τό­σο ψη­λό, ποὺ οὔ­τε ὁ παπ­ποῦς ἔ­φθα­νε ὣς τὸ κλα­ρί του, γιὰ νὰ φέ­ρει πί­σω τὸ μπα­λό­νι μου. Καὶ ἡ μα­μὰ στε­να­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ σὰν ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­μαι γιὰ τὸ χα­μέ­νο μπα­λό­νι, μὲ ἄ­φη­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ παπ­ποῦ καὶ περ­πά­τη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ μο­νο­πά­τι τῶν δέν­τρων πρὸς τὸ σπί­τι. Περ­πα­τοῦ­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τὴν ἔ­χα­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια μου. Μό­νο τὰ σύν­νε­φα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σουν, για­τὶ ἀλ­λά­ζουν εὔ­κο­λα σχῆ­μα, ὥ­στε νὰ γί­νον­ται εὐ­κί­νη­τα καὶ νὰ τὴν προ­λα­βαί­νουν. Ἡ μό­νη λύ­ση γιὰ νὰ πλη­σιά­σω στὸ μπλὲ μπα­λό­νι ἦ­ταν νὰ γί­νω δέν­τρο καὶ νὰ στα­θῶ πλά­ι στὴν κα­στα­νιὰ τοῦ μπλὲ μπα­λο­νιοῦ. Δὲν εἶ­χα λοι­πὸν πα­ρὰ νὰ μεί­νω ὄρ­θιος στὰ δυ­ό μου πό­δια καὶ ν’ ἁ­πλώ­σω τὰ κλα­διά μου, ὅ­πως ἀ­νοί­γει ὁ παπ­ποῦς τὰ χέ­ρια του κά­θε φο­ρὰ ποὺ κρα­τι­έ­μαι ἀ­πὸ τὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ προ­σπα­θῶ νὰ ση­κω­θῶ, γιὰ νὰ περ­πα­τή­σω με­ρι­κὰ βή­μα­τα ὣς τὴν ἀγ­κα­λιά του. Τό­τε τὰ κλα­διά μας θὰ μπλέ­κον­ταν καὶ τὸ μπλὲ μπα­λό­νι μ’­ ἕ­να ἁ­πα­λὸ φύ­ση­μα τοῦ ἀ­έ­ρα, σὰν τὴν ἀ­νά­σα τῆς μα­μᾶς, ὅ­ταν ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται στὸν κα­να­πέ, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὴν κα­στα­νιὰ γιὰ χά­ρη μου.

        Μὲ δυ­σκό­λε­ψε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ με­τα­μόρ­φω­ση. Δὲν ἔ­νι­ω­θα πλέ­ον ἐ­λα­φρύς, ὅ­πως ὅ­ταν γεν­νή­θη­κα μπα­λό­νι ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μα­μᾶς. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη μου πτή­ση δὲν ἦ­ταν δι­α­σκε­δα­στι­κὴ πιά, για­τί σὰν προ­σγει­ω­νό­μουν στὰ χέ­ρια τοῦ παπ­ποῦ, τέν­τω­να τὰ πό­δια μου στὴν γῆ, μή­πως βγά­λουν ρί­ζες, καὶ σὲ ἀ­πάν­τη­ση ἐ­κεί­νη βά­ραι­νε τὸ σῶ­μα μου καὶ μὲ μα­γνή­τι­ζε στὰ χώ­μα­τά της. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πρω­ϊ­νὰ ποὺ ἡ μα­μὰ δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ ὁ παπ­ποὺς ἔ­λει­ψε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὸ σα­λό­νι, περ­πά­τη­σα μὲ χέ­ρια καὶ πό­δια ὣς τὸ δω­μά­τιό της, γιὰ νὰ τὴν συ­ναν­τή­σω, ἀλ­λὰ ἡ μα­μὰ δὲν μὲ πρό­σε­ξε, για­τὶ εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη στὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ κί­τρι­νη, σὰν τὸ χρυ­σα­φὶ τῶν φύλ­λων ποὺ κά­λυ­πταν τὸ μο­νο­πά­τι μὲ τὰ δέν­τρα, τώ­ρα ποὺ φθι­νο­πώ­ρια­σε, κι ἀ­νέ­πνε­ε μὲ δυ­σκο­λί­α, σὰν νὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ ὀ­ξυ­γό­νο γύ­ρω της. Καὶ τί δὲν θὰ ἔ­δι­να νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς χα­ρί­σω τὸ μπλὲ μπα­λό­νι, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ τὶς δι­κές της ἀ­να­πνο­ὲς – νὰ τὶς ἀ­δειά­σω ὅ­λες τὶς ἀ­νά­σες πί­σω στὸ στό­μα της, νὰ μὴν πνί­γε­ται. Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ δω­μα­τί­ου, τὰ ροῦ­χα της αἰ­ω­ροῦν­ταν σὲ ἕ­ναν κα­λό­γε­ρο. Ἕ­σφι­ξα μὲ ὅ­λη μου τὴν δύ­να­μη τὴ μαύ­ρη μπλού­ζα ποὺ κρε­μό­ταν στὸ πιὸ χα­μη­λὸ ἄγ­κι­στρο, αὐ­τὴ ποὺ χά­ϊ­δευ­ε τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ μου κι εὐ­ω­δί­α­ζε σὰν τὸν κόρ­φο της καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ πα­τή­σω τὰ δύ­ο μου πέλ­μα­τα μὲ στα­θε­ρό­τη­τα, νὰ τὴν κά­νω πε­ρή­φα­νη γιὰ τὸ δεν­τρά­κι της ἢ νὰ τρα­βή­ξω πά­νω μου τὴν μπλού­ζα μὲ τὸ ἄ­ρω­μά της, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος… ἡ βά­ση ὅ­μως τοῦ κα­λό­γε­ρου ἦ­ταν σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη καὶ τὸ ἔ­πι­πλο ἔ­πε­σε πά­νω μου μὲ βί­α… ἄ­χνα δὲν πρό­λα­βα νὰ βγά­λω…

       Ἔ­πε­σα σὲ βα­θὺ ὕ­πνο γιὰ και­ρὸ κι ὅ­ταν πῆ­ρα ἐ­ξι­τή­ριο ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο εἶ­χα ψη­λώ­σει τό­σο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ βλέ­πω τὰ πιά­τα τοῦ φα­γη­τοῦ πά­νω στὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ καὶ νὰ τὰ πε­τά­ω στὸν παπ­ποῦ ἢ τὴ μα­μὰ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ ποι­ός κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τί μου, μή­πως καὶ γκρέ­μι­ζα τὸν τοῖ­χο ἀ­νά­με­σά τους. Κι ἦ­ταν σὰν νὰ τοὺς δι­α­κό­πτω ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἐρ­γα­σί­α ποὺ ἔ­κα­νε ὁ κα­θέ­νας μο­να­χός του. Τό­τε μό­νο μοῦ ἀ­πευ­θύ­νον­ταν κι ἔ­σπα­γε ἡ σι­ω­πὴ μέ­σα στὸ σπί­τι, ἀλ­λὰ τὶς λέ­ξεις ποὺ ξε­στό­μι­ζαν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὶς συν­δέ­σω. Κι ἔ­τσι δὲν ἔ­βγαι­νε μι­λιὰ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἄ­ναρ­θρες κραυ­γὲς ποὺ ἄλ­λο­τε θύ­μι­ζαν τὰ βε­λά­σμα­τα τοῦ κο­πα­διοῦ ἀ­πὸ τὸ μαν­τρὶ τοῦ παπ­ποῦ κι ἄλ­λο­τε τρο­μα­κτι­κὰ κρω­ξί­μα­τα που­λι­ῶν πά­νω ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Τὶς στιγ­μὲς μά­λι­στα ποὺ ὁ παπ­ποῦς βρι­σκό­ταν στὸν ἀ­γρὸ καὶ ἡ μα­μὰ στὸ δω­μά­τιό της, φώ­να­ζα στὸ ἄ­δει­ο σα­λό­νι καὶ ὁ ἀν­τί­λα­λος ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πό­κο­σμος στ’ ­αὐ­τιά μου. Λί­γο-λί­γο ἄρ­χι­σα ν’­ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν εἶ­μαι παι­δί, φάν­τα­σμα ἢ μή­πως εἶ­μαι πρό­βα­το καὶ στὴ στά­νη ἔ­πρε­πε νὰ ξη­με­ρώ­νο­μαι.

       Ποι­ὰ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἡ ἑ­πό­με­νη με­τα­μόρ­φω­σή μου;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Κα­τε­ρί­να Ζα­φει­ρο­πού­λου. Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρῶν καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς. Γράφει πεζογραφία και θέα­τρο. Θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς σκη­νὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ τὴν Πά­τρα, ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Ἕ­νω­ση Ἑλ­λή­νων Λο­γο­τε­χνῶν γιὰ τὸ δι­ή­γη­μά της Ὁ θη­σαυ­ρὸ­ς τοῦ Γα­βρι­ή­λου. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ἔν­τυ­πα.



		

	

Δημήτρης Τούλιος: Οἱ παντόφλες τῆς μάνας


Δη­μή­τρης Τού­λιος


Οἱ παν­τό­φλες τῆς μά­νας


Ο ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ εἶ­ναι ἀ­λάν­θα­στο. Τὸ κοι­τᾶς καὶ σοῦ λέ­ει τί συμ­βαί­νει. Ὄ­χι μό­νο μέ­σα της.

Τὰ μά­γου­λά της ἔ­χουν χα­ρα­χτεῖ, λές, κι ἀ­πὸ ἕ­να πο­τά­μι δα­κρύ­ων ποὺ κύ­λα­γε πα­λιά, ἀλ­λὰ τώ­ρα στέ­ρε­ψε. Ἄ­φη­σε τὸ δέρ­μα ἄ­νυ­δρο.

        Ἦλ­θε ὁ ξά­δελ­φος καὶ ἀ­νι­ψιὸς νὰ συλ­λυ­πη­θεῖ τὰ δυ­ὸ γε­ρόν­τια καὶ τὸν ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα γιό. Σταλ­μέ­νος τοῦ πα­ρά­πο­νου κι αὐ­τός. Ἡ ἀ­πώ­λεια τῆς κό­ρης ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­φορ­μή.

       Ὡ­ραῖ­ος ὁ ξά­δελ­φος. Μὲ ἕ­να χι­οῦ­μορ σταλ­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ βα­θιά του λύ­πη καὶ τὴν ἀρ­ρώ­στια του. Τὴν ἴ­δια ἀρ­ρώ­στια ποὺ ἔ­δι­ω­ξε καὶ τὸ κο­ρί­τσι ἀ­πὸ τὸν πά­νω κό­σμο.

       Προ­σχη­μα­τι­κά τὰ γέ­λια. Φου­σκω­μέ­να τὰ βλέ­φα­ρα τοῦ πα­τέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ὑ­περ­χεί­λι­ση. Δά­κρυ­α δὲν ἔ­χει. Ὕ­στε­ρα στέ­γνω­σαν καὶ οἱ λέ­ξεις, τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ξα­δέλ­φου καὶ ἀ­νι­ψιοῦ.

       «Νὰ φτιά­ξω κα­φέ;» ἦρ­θε νὰ σπά­σει τὴ σι­ω­πὴ ἡ πρό­τα­ση τῆς μά­νας. Τὰ δόν­τια μου συγ­κρα­τοῦ­σαν τὴ λύ­πη δαγ­κώ­νον­τας κά­τι κυ­μα­τι­στὸ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ὁ ξά­δελ­φος ἔ­γνε­ψε «ναί».

       «Μα­κα­ρί­α ἡ ὁ­δός», μά­να, σή­με­ρα, σα­λο­νά­κι-κου­ζί­να-ντου­λα­πά­κι-μπρί­κι. Οἱ παν­τό­φλες σου ποὺ σέρ­νον­ται στὸ χα­λά­κι δι­α­δρα­μα­τί­ζουν ἕ­ναν μο­νό­λο­γο. Μά­να, ὑ­πάρ­χουν καὶ γλῶσ­σες ποὺ δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Καὶ τὶς μι­λᾶς ἄ­πται­στα πιά.

       Τὸν κα­φὲ ὅ­μως μά­να, μᾶς τὸν ὀ­φεί­λεις.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Τού­λιος (Πά­τρα, 1966). Ἐρ­γά­ζεται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός.Ἔ­χει συμ­με­τάσχει σὲ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα ποί­η­σης καὶ δι­η­γή­μα­τος. Πρῶτο του βι­βλίο Πα­θη­τι­κὸ κά­θι­σμα (ποίηση, Χαραμάδα, 2018).


Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν: Ἐγώ


Ρου­μπί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν


Ἐ­γώ


ΙΧΕ ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Ἔ­φτα­σα κου­ρα­σμέ­νη στὸ σπί­τι μου καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ναί, ἤ­μουν ἀ­φη­ρη­μέ­νη, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἔ­με­νε στὸ σπί­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­μέ­να. Ἡ ἔκ­πλη­ξή μου ἦ­ταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἀν­τί­κρι­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου πί­σω ἀ­π’ αὐ­τήν.

        «Τί κά­νεις ἐ­σὺ ἐ­κεῖ;»

        «Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­κεῖ;» ρώ­τη­σε.

        «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη.»

        «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί παι­χνί­δι εἶ­ναι αὐ­τό.»

        «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;»

        «Δὲν μπο­ρεῖ!» οὔρ­λια­ξε καὶ ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα.

        Δι­α­τη­ρών­τας τὴν ψυ­χραι­μί­α μου ἔ­βγα­λα τὰ κλει­διὰ κι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως τὰ εἶ­χα ἀ­φή­σει. Ὁ ἑ­αυ­τός μου δὲν ὑ­πῆρ­χε. Ἔ­φτια­ξα ἕ­ναν κα­φὲ καὶ κά­θι­σα μὲ ἕ­να βι­βλί­ο στὸν κα­να­πέ. Δὲν πέ­ρα­σαν οὔ­τε δέ­κα λε­πτὰ καὶ ἄ­κου­σά το κου­δού­νι νὰ χτυ­πᾶ. Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ εἶ­δα τὸν ἑ­αυ­τό μου.

        «Τί κά­νεις ἐ­σὺ ἐ­κεῖ;» μὲ ρώ­τη­σε.

        «Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη» ἀ­πάν­τη­σε.

        «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί παι­χνί­δι εἶ­ναι αὐ­τό.»

        «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;»

        «Δὲν μπο­ρεῖ!» οὔρ­λια­ξα καὶ ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν, Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή καὶ ἄλ­λα μι­κρὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, Κα­λύ­βια Ἀτ­τι­κῆς, 2019, σελ. 73.

Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν (Γι­ε­ρε­βὰν τῆς Ἀρ­με­νί­ας, 1989). Ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Σπού­δα­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος καὶ γρά­φει μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα (αὐ­το­έκ­δο­ση), τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε Βρα­βεῖ­ο Ὑ­περ­βα­τι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὸ 22ο Πα­νελ­λή­νιο Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης καὶ Πε­ζο­γρα­φί­ας. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Γρα­φῆς, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὠ­ρί­ω­νας γιὰ τὸ ἔ­τος 2017. Τὸ Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει.