Ἠλίας Παπαμόσχος: Ἡ ἀλεποὺ τῆς σκάλας


Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος


Ἡ ἀ­λε­ποὺ τῆς σκά­λας


ΡΙΝΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τὶς δι­α­στά­σεις τοῦ πλα­τύ­σκα­λου, ἡ ἀ­λε­ποὺ ἦ­ταν μι­κρή. Ἡ σκά­λα ἀ­πὸ ἀ­φρι­κα­νι­κὴ κα­ρυ­διά, δύ­σκο­λο νὰ τὸ δου­λέ­ψεις ξύ­λο, πο­λὺ σκλη­ρό, ὁ ξυ­λουρ­γὸς πά­θαι­νε ἀλ­λερ­γί­α καὶ τὸν πή­γαι­νε ὁ πα­τέ­ρας στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Κα­βα­λών­τας τὴν κου­πα­στὴ κα­τέ­βαι­να ἐ­κεῖ —ἀ­πὸ πά­νω με­τρών­τας ὄ­γδο­ο στὴ σει­ρὰ σκα­λί, για­τὶ τὰ ἄλ­λα ἔ­τρι­ζαν—, τὰ με­ση­μέ­ρια, ὅ­ταν οἱ γο­νεῖς κοι­μόν­του­σαν, ἀ­παι­τών­τας νε­κρι­κὴ ἡ­συ­χί­α, πι­α­σμέ­νοι σὰν που­λά­κια στὴν ξό­βερ­γα τοῦ ὕ­πνου, εὐ­ά­λω­τοι, ἀ­νί­σχυ­ροι, κρα­ται­οὶ ὡ­στό­σο μὲς στὸν φό­βο ποὺ ἐ­νέ­σπει­ραν, τὸ βα­σί­λει­ό τους. Ἡ ἀ­λε­ποὺ λὲς καὶ μὲ πε­ρί­με­νε, σὰν φύ­λα­κας κοι­τών­τας, ἕ­νας σύν­τρο­φος πι­στός. Πο­τὲ δὲν τὴ χά­ι­δε­ψα, ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἦ­ταν πε­θα­μέ­νη. Γνω­ρί­ζω σὲ ποι­ὸ χω­ριὸ ὁ πα­τέ­ρας τὴ σκό­τω­σε. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη, τὸ καμ­πα­να­ριὸ τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου ἔ­δει­χνε σὰν δά­χτυ­λο ὑ­ψω­μέ­νο τὸν Θε­ό, τὰ νε­ρὰ ἔ­τρε­χαν στὴν πλα­τεί­α κι ἡ σκό­νη μύ­ρι­ζε κα­λο­καί­ρι. Ὁ τό­πος μὲς στὰ μά­τια της μαύ­ρι­σε σὰν ὥ­ρι­μο στα­φύ­λι.

        Τὸ δά­χτυ­λο ποὺ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε τὸ μο­λύ­βι εἶ­χε ἕ­να νύ­χι χα­ραγ­μέ­νο πέ­ρα πέ­ρα, ἔ­μοια­ζε σὰν δι­πλω­μέ­νο ψα­ριοῦ λέ­πι, ἔ­τσι κι ἡ ὕ­παρ­ξή της, στὰ δυ­ὸ χω­ρί­στη­κε. Τό­τε, στὶς ἄ­δει­ες κόγ­χες της, σὰν κρῆ­νες ὄ­μορ­φες σὲ πη­γὲς ξε­ρα­μέ­νες, τὰ γυ­ά­λι­να μά­τια προ­σάρ­μο­σε ὁ τα­ρι­χευ­τής, τὴν οὐ­ρά της μὲ σύρ­μα τέν­τω­σε (σὰν νὰ ζύ­γι­ζε τὴ σι­ω­πή), τὴ ζω­ὴ μι­μή­θη­κε τὸ ξε­ρὸ ρου­θού­νι μὲ βερ­νί­κι γυ­α­λί­ζον­τας.

        Ὅ­μως κι ὁ δεύ­τε­ρος χα­μός της δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ἔρ­θει· ὅ­ταν ἡ κοι­λιὰ της ξη­λώ­θη­κε καί, βρί­σκα­με στὰ σκα­λο­πά­τια χρυ­σὰ σκου­λή­κια τὰ ξύ­σμα­τα τοῦ ξύ­λου ποὺ κά­νει τὸ ρο­κά­νι, κι ἄ­λι­ω­το χι­ο­νά­κι ἡ τρί­χα ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὰ σα­γό­νια τῆς βώ­τρι­δας, τὴν ἔ­βγα­λε ὁ πα­τέ­ρας στὰ ἔ­ξω σκα­λιά, τῆς λη­σμο­νιᾶς, νὰ πε­ρι­μέ­νει τῆς σκου­πι­διά­ρας τὰ μα­χαί­ρια τὰ μά­τια της νὰ ἀ­λέ­σου­νε, σὲ ἄμ­μο νὰ τὰ γυ­ρί­σουν ξα­νὰ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τό­μο Ἡ ἀ­λε­ποῦ τῆς σκά­λας καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Κί­χλη, 2015)

Ἠ­λί­ας Πα­πα­μό­σχος (Καστοριά, 1967). Σπούδασε στὸ Τμῆμα Γεωλογίας Πατρῶν καὶ στὸ Ἐργαστήρι Ἐπαγγελματικῆς Δημοσιογραφίας τὸ 1993. Ἐργάστηκε ὡς βιβλιοϋπάλληλος στὴν Ἀθήνα καὶ ἀπὸ τὸ 1997 ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά του. Πρῶτο του βιβλίο: Καλὸ ταξίδι κούκλα μου… (διηγήματα, Κέδρος, 2004) καὶ τελευταῖο: Ἡ αλεπού τῆς σκάλας καὶ ἄλλες ἱστορίες (διηγήματα, Κίχλη, 2015).


Advertisements

Ἀργύρης Κόσκορος: Ἡ ὄγδοη νότα


Ἀρ­γύ­ρης Κό­σκο­ρος


Ἡ ὄ­γδο­η νό­τα


ΤΑΝ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΕΡΜΗΣ ἔ­κα­νε μὲ τὰ μα­γι­κά του δά­χτυ­λα τὸ καύ­κα­λο τῆς χε­λώ­νας λύ­ρα καὶ τὰ σπλά­χνα τῶν βο­δι­ῶν χορ­δές, ἤ­ξε­ρε πὼς τὰ τρα­γού­δια του δὲν ἀρ­κοῦ­σαν γιὰ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σουν τὴν ὀρ­γὴ τοῦ Ἀ­πόλ­λω­να· για­τὶ ὅ­σο ἐμ­πνευ­σμέ­να κι ἂν τά ‘χε γρά­ψει, ὅ­σο κι ἂν μά­γευ­αν ἀ­κό­μα καὶ τὰ που­λιά, ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὰ γιὰ τὸ αὐ­στη­ρὸ γοῦ­στο τοῦ Φοί­βου.

           Ἅ­πλω­σε λοι­πὸν τὸ ἀ­φτί του σὲ ὁ­λά­κε­ρη τὴν πλά­ση γιὰ νὰ γρα­πώ­σει τοὺς ἤ­χους αὐ­τοὺς ποὺ θὰ προ­σέ­δι­δαν στὴ φω­νή του τὴν ἁρ­μο­νί­α ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α του. Κι ἄ­κου­σε τὶς οἰ­μω­γές, τὰ κλά­μα­τα, τοὺς σπα­ραγ­μοὺς τῶν θνη­τῶν, σὰ νὰ πα­ρα­κα­λᾶ­νε τοὺς θε­οὺς γιὰ λυ­τρω­μὸ ἀ­πὸ τὰ βά­σα­νά τους. Ἄ­κου­σε καὶ τὰ πα­ρά­πο­να τὰ πιὸ πνι­χτὰ κι ὑ­πό­κω­φα, κι ἄλ­λα ἀ­θό­ρυ­βα καὶ πε­ρή­φα­να, κα­θὼς κι αὐ­τὰ ποὺ κρύ­βον­ταν στὰ πιὸ γεν­ναῖ­α γέ­λια.

           Κι ὁ θε­ὸς χα­μο­γέ­λα­σε.

           «Ὁ στε­ναγ­μός, αὐ­τὸ τοῦ ἔ­λει­πε, ὁ στε­ναγ­μός…»

           Εἶ­χε πιὰ με­γα­λώ­σει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­γύ­ρης Κό­σκο­ρος (Ἀ­θή­να 1978). Σπού­δα­σε Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­α στὸ Τ.Ε.Ι. Ἀ­θή­νας καὶ Φι­λο­λο­γί­α μὲ κα­τεύ­θυν­ση γλωσ­σο­λο­γί­ας στὸ Ε.Κ.Π.Α. Μι­λά­ει ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὸ Δι­ε­θνὲς Κέν­τρο Συγ­γρα­φέ­ων καὶ Με­τα­φρα­στῶν Ρό­δου.


Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Σὲ ἐλεύθερη πτώση


Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου


Σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση


ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΦΑΝΗΚΕ ἡ σκιὰ ἑ­νὸς σώ­μα­τος ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ κάγ­κε­λα τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ καὶ ἔ­σκυ­βε πρὸς τὰ κά­τω σ’ ἕ­να στε­νό τῆς πό­λης λί­γο πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο, μιὰ λε­πτὴ σκιὰ ποὺ κι­νή­θη­κε δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς πα­λιν­δρο­μι­κὰ καὶ ἔ­γει­ρε ἐ­λα­φρὰ πρὸς τὸ δρό­μο ἀ­πὸ ὅ­που περ­νοῦ­σε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἕ­νας πο­δη­λά­της μὲ σκοῦ­φο καὶ μπου­φὰν καὶ ἂν ὑ­πῆρ­χε τὸ φῶς τῆς μέ­ρας θὰ ἔ­βλε­πε κα­νεὶς τὸ μπλὲ μπου­φὰν καὶ τὰ κόκ­κι­να ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ φο­ροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν βρα­δά­κι ἐν­νιὰ ἢ ἐν­νιὰ καὶ κά­τι ὥ­στε μό­νο τὰ πα­πού­τσια του φω­σφό­ρι­ζαν ἐ­νό­σω ἡ σκιὰ ἔ­σκυ­βε θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς γιὰ νὰ δεῖ κα­λύ­τε­ρα ἀλ­λὰ ὄ­χι, κοί­τα­ξε μιὰ στιγ­μὴ μό­νο κά­τω καὶ με­τὰ γύ­ρι­σε πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­στέ­ρια ἀλ­λὰ ἦ­ταν γκρί­ζος σὰ μου­τζού­ρα ἐ­νῶ ἀ­πὸ πί­σω της ἀ­κου­γό­ταν ξε­ψυ­χι­σμέ­να καὶ κο­φτὰ για­τὶ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ μπά­σο καὶ μιὰ βρα­χνὴ ἀν­τρι­κὴ φω­νὴ καὶ με­τὰ ἕ­να πό­δι ξε­πρό­βα­λε στὸ κάγ­κε­λο καὶ ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­το λί­γη ὥ­ρα ἴ­σως με­ρι­κὰ λε­πτά, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ περ­νοῦ­σαν κά­τω ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι ἕ­να ζευ­γά­ρι ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι μὲ σα­κοῦ­λες ἀ­πὸ σοῦ­περ μάρ­κετ καὶ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ὁ γέ­ρος τὴ γριὰ στὴν πλά­τη ἀλ­λὰ δὲν πρό­σε­ξαν τὸ πό­δι ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τους κα­θὼς μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ γε­λοῦ­σαν καὶ σὰ νὰ πεί­ρα­ζε ὁ γέ­ρος τὴ γριὰ γιὰ κά­τι ποὺ ἔ­κα­νε ἢ εἶ­πε ἀλ­λὰ ἦ­ταν γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω ἀ­π’ τὰ κε­φά­λια τους τὸ πό­δι χω­ρὶς νὰ τοῦ δώ­σουν ση­μα­σί­α καὶ με­τὰ ἔ­στρι­ψαν κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν στὴ γω­νί­α, ἐ­νῶ ἡ σκιὰ κι­νή­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἐ­πά­νω στὸ κάγ­κε­λο βγά­ζον­τας καὶ τὸ ἄλ­λο πό­δι καὶ κά­τι ἀ­κού­στη­κε τό­τε σὰ νι­α­ού­ρι­σμα ἀ­π’ τὰ σκου­πί­δια ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ ὅ­που μί­α γά­τα ἔ­βγα­λε ξαφ­νι­κά τὸ κε­φά­λι μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν πρά­σι­νο κά­δο ἀ­πορ­ριμ­μά­των γλεί­φον­τας τὰ μου­στά­κια της καὶ τό­τε ἡ σκιὰ μὲ μιὰ ξαφ­νι­κὴ ὤ­θη­ση πρὸς τὰ μπρὸς βρι­σκό­ταν ἤ­δη στὸν ἀ­έ­ρα καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο ἴ­σως γιὰ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο αἰ­ω­ρή­θη­κε λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο με­ρι­κὰ ἑ­κα­το­στὰ ὄ­χι πιὸ πο­λὺ κι ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νὰ ἁ­πλώ­νε­ται στὶς προ­σό­ψεις καὶ τὰ τζά­μια τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των κι ἐ­νῶ ἀ­κού­στη­κε τὸ μποὺμ ἀ­πὸ σῶ­μα ποὺ πέ­φτει ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ νό­μο τῆς βα­ρύ­τη­τας καὶ ὅ­ταν φτά­σει κά­τω προ­σκρού­ει σὲ κά­τι συμ­πα­γὲς καὶ σκλη­ρὸ ὅ­πως ἂς ποῦ­με στὸ τσι­μέν­το ἑ­νὸς πε­ζο­δρο­μί­ου ἡ σκιὰ συ­νέ­χι­σε ν’ ἁ­πλώ­νε­ται σὲ ὅ­λο το στε­νὸ ἔ­τσι ποὺ ἕ­νας κου­τσὸς σκύ­λος ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε βι­α­στι­κὰ κι ἕ­νας νε­α­ρὸς μὲ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ ρυθ­μι­κὸ περ­πά­τη­μα πά­γω­σε ἐ­πὶ τό­που καὶ στά­θη­κε ἐ­κεῖ στὴ μέ­ση του δρό­μου ἄ­φω­νος χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει τί νὰ κά­νει, μο­νά­χα ἔ­κλει­σε τὴ μου­σι­κή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου (Κο­μο­τη­νή, 1968). Ἐρ­γά­ζο­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στην Book’s Journal τχ.61, ἐ­νῶ τὸ δι­ή­γη­μά της «Τὸ τσίρκο» ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ μὲ θέμα Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες (ψηφιακὸς τόμος, ἐκδ. Πατάκης).


Μαρὼ Τριανταφύλλου: Ὁ ἄντρας ποὺ δάκρυζε


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου

 

Ὁ ἄν­τρας ποὺ δά­κρυ­ζε

 

ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ για­τὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν κα­θὼς ἀ­κού­στη­κε ἡ «Δι­ε­θνής» ἀ­πὸ μιὰ μο­να­χι­κὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα. Πλη­σί­α­σε προ­σε­κτι­κὰ καὶ εἶ­δε τὸ βλέμ­μα του  – πὼς εἶ­χε χα­θεῖ σὰν νὰ κοί­τα­ζε πο­τά­μι βου­ε­ρὸ καὶ ἀ­γρι­ε­μέ­νο κι ἕ­να κλα­δὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται σὲ βρά­χια σὰν νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρεις πὼς τέ­τοι­ες βου­λή­σεις τὶς βά­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι στὰ ἄ­ψυ­χα ἐλ­πί­ζον­τας. Στὰ μά­γου­λά του εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ ἕ­να ἐ­ρύ­θη­μα ἁ­πα­λὸ σὰν κο­ρι­τσί­στι­κο κοκ­κί­νι­σμα, ὅ­ταν ἡ μι­κρού­λα συ­ναν­τᾶ αὐ­τὸν ποὺ νο­μί­ζει πὼς θὰ εἶ­ναι γιὰ πάν­τα ὁ ἄν­τρας τῆς ζω­ῆς της, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρει —ὤ, τῆς νι­ό­της ἀ­θώ­α καὶ ἀ­νέ­στια ἄ­γνοι­α εὐ­τυ­χι­σμέ­νη— πὼς δὲν ἔ­χει φτά­σει κὰν στὸν πρῶ­το σταθ­μό. Ἴ­σως νὰ ντρά­πη­κε αὐ­τὸς τώ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δαν τό­σο εὐ­ά­λω­το, τό­σο κυ­ρι­αρ­χη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ χα­μέ­νο ὄ­νει­ρο καὶ πλη­γω­μέ­νο τό­σο… Κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια καὶ μὲ τὴν ἄ­κρια τοῦ πα­λιοῦ πα­που­τσιοῦ του ἔ­ξυ­σε ἀ­μή­χα­νος τὸ σκλη­ρό, τὸ πα­τι­κω­μέ­νο ἄ­νυ­δρο χῶ­μα τοῦ πάρ­κου.

        Τὸν παν­τρεύ­τη­κε με­τά. Πο­λὺ γρή­γο­ρα τὸν παν­τρεύ­τη­κε, για­τὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει στιγ­μὴ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­κα­τέρ­γα­στη δύ­να­μη ὅ­λο αἴ­τη­μα καὶ θό­ρυ­βο. Τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λᾶ, τὴν τα­ξί­δευ­ε σὲ ἕ­να πα­ρελ­θὸν ποὺ θὰ ‘θε­λε νὰ εἶ­χε ζή­σει ἂν δὲν εἶ­χε ζή­σει τὸ δι­κό της ποὺ δὲν τὸ ἄλ­λα­ζε. Τοῦ ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε. Τὰ βρά­δια τὸν ἄ­φη­νε νὰ ἀ­κού­ει μου­σι­κὴ μὲ τὶς ὧ­ρες καὶ κά­που κά­που, ὅ­ταν κά­ποι­ο τρα­γού­δι ἄγ­γι­ζε τὸν πό­νο του, ὅ­ταν νό­τες ἐ­πι­κὲς τά­ρα­ζαν τὴν γα­λή­νη τοῦ ἔ­ρω­τά τους —καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τοῦ πρό­τει­νε νὰ βά­λει ἕ­να τέ­τοι­ο τρα­γού­δι νὰ τὸ ἀ­κού­σουν μα­ζί, δῆ­θεν ποὺ τό ‘χε ἐ­πι­θυ­μή­σει— τό­τε χαι­ρό­ταν τὸ μι­κρὸ ἀ­τί­θα­σο δά­κρυ ποὺ κοκ­κί­νι­ζε τὰ μά­τια του καὶ κα­μιὰ φο­ρά —τί εὐ­λο­γί­α— ἔ­πε­φτε στοὺς ὤ­μους του, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε γυ­ρί­σει στὸ πλά­ι τὸ κε­φά­λι γιὰ νὰ μὴν τὸν δεῖ νὰ κλαί­ει καὶ τὸν κα­κο­χα­ρα­κτη­ρί­σει 60 χρό­νων ἄν­θρω­πο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βιβλίο: Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Βασίλης Καραβίτης: Τὸ τρένο τῆς ζωῆς καὶ γιατὶ δὲν τὸ προλάβαμε


Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της


Τὸ τραῖ­νο τῆς ζω­ῆς

καὶ για­τί δὲν τὸ προ­λα­βαί­νου­με


Δο­σμέ­νος σὲ κα­τε­πεί­γουσες δου­λει­ὲς

Ξέ­χα­σα πὼς κά­πο­τε κα­νεὶς πε­θαί­νει.

Τ. Ρού­ζε­βιτς


ΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑ νὰ γεν­νη­θῶ (θρη­νών­τας γο­ε­ρὰ γιὰ τὸν κό­σμο ποὺ μὲ προ­ό­ρι­ζαν) καὶ μᾶς πρό­λα­βε ἡ Κα­το­χὴ στὸν Πει­ραι­ά. Ὡ­στό­σο πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω κά­τι πρω­ι­νὰ μὲ φρυ­γα­νι­ές, βού­τυ­ρο καὶ μέ­λι (ποὺ τώ­ρα τοὺς ἀν­τι­στέ­κο­μαι ἡ­ρω­ι­κὰ λό­γῳ χο­λη­στε­ρί­νης) κι ἔ­πει­τα πεί­να καὶ τῶν γο­νέ­ων. Στὸ τέ­λος, τί νὰ γί­νει, ἐ­πέ­ζη­σα ἀ­π’ τὸν κα­το­χι­κὸ ἐ­φιά­λτη ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί, πι­τσι­ρι­κὰς ὅ­μως δε­κά­χρο­νος, ἀ­νύ­πο­πτος κι ἀ­δε­νο­πα­θής, ἔ­τσι ποὺ δὲν δι­εκ­δι­κῶ σή­με­ρα νὰ ἱ­στο­ρή­σω τί­πο­τα γιὰ τὸ κα­κὸ παι­δι­κό μου ὄ­νει­ρο ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Γλί­τω­σα λοι­πὸν ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α, τὶς ἀ­δέ­σπο­τες, τὰ μπλό­κα (τὸ πῶς δὲν ἔ­χει κα­νέ­να ἡ­ρω­ι­κὸ στοι­χεῖ­ο) ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως μὲ πρό­λα­βε τὸ ὄ­ψι­μο μαρ­τύ­ριο τῆς σχο­λι­κῆς θη­τεί­ας μου στὸ Δη­μο­τι­κό τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Καὶ μά­λι­στα φορ­τω­μέ­νο τὸν ἀ­σή­κω­το ρό­λο τοῦ πρώ­του μα­θη­τῆ, σὲ μιὰ κρύ­α αἴ­θου­σα γε­μά­τη κου­ρε­μέ­νους μὲ τὴν ψι­λὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­μή­χα­νους συμ­μα­θη­τές μου. Μὴν ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τοῦ θαύ­μα­τος τῆς σω­τη­ρί­ας μου σχι­ζό­μου­να ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ προ­λά­βω τὸ ἄ­ρι­στα, ἐ­νῶ τὰ με­ση­μέ­ρια ἔ­τρε­χα νὰ προ­λά­βω καὶ τὸ πο­δό­σφαι­ρο τῆς γει­το­νιᾶς μὲ κά­τι τό­πια πά­νι­να τῆς συμ­φο­ρᾶς, ποὺ ὅ­ταν ἔ­βρε­χε βά­ραι­ναν μὲ τὶς ὀ­κά­δες (ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ πρό­λα­βε ἀ­νέ­τοι­μο μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα κι ἀ­κό­μα θρη­νῶ κά­ποι­ο ὡ­ραῖ­ο μου μπρο­στι­νὸ δόν­τι). Λα­χτα­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρι­θῶ στὴν ἐ­πί­θε­ση κι ὅλο βρι­σκό­μου­να στὴν ἄ­μυ­να ἢ «φυ­λα­ρού­χας», για­τί κι ἐ­δῶ τὶς ἐ­πι­λο­γὲς τὶς εἴ­χα­νε κά­τι δυ­να­τὰ μαγ­κά­κια ποὺ δὲν ση­κώ­να­νε κου­βέν­τα (ἀ­πὸ τέ­τοι­α καὶ κά­τι ἄλ­λα πε­ρισ­σεύ­ει ἔ­κτο­τε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη ἡ ἔμ­φυ­τη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτή­ρα μου καὶ δὲν γνω­ρί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα φρέ­νο). Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἄ­χα­ρο δι­ά­λειμ­μα ἐ­φη­βεί­ας (ποὺ κά­πο­τε πρέ­πει νὰ μι­λή­σω δι­ε­ξο­δι­κό­τε­ρα), ἰ­δοὺ σω­τή­ριον ἔ­τος 1952 κι ἐ­γὼ πρω­το­ε­τὴς στὴ Νο­μι­κὴ νὰ πα­ρι­στά­νω τὸν ἄν­τρα πρὶν τῆς ὥ­ρας μου.

         Μὲ τα­χύ­τη­τα σχε­δὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ εἶ­χαν πε­ρά­σει κι­ό­λας 18 χρό­νια. Δὲν εἶ­χα προ­λά­βει νὰ ζή­σω τί­πο­τε ἀ­κό­μα κι ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ σπου­δά­σω καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ προ­λά­βω νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὶς σπου­δές μου. Ταγ­μέ­νος μη­χα­νι­κὰ σ’ ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­πί­στω­σα τὴν τρα­γι­κὴ ἀ­πα­ξί­α του, βρέ­θη­κα γρή­γο­ρα πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να γρα­φεῖ­ο, γε­μά­τος ἀπ΄ τὸ φα­να­τι­σμὸ τοῦ νε­ο­σύλ­λε­κτου δι­κη­γό­ρου ποὺ προ­ο­ρί­ζε­ται λο­γι­κὰ νὰ πε­τύ­χει. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­σουν, φαί­νε­ται, τὴν τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀ­πο­στο­λῆς μου, ἦρ­θαν καὶ κά­τι γλυ­κὰ λε­φτὰ καὶ μά­λι­στα διὰ τι­μίας ἐρ­γα­σί­ας (ποὺ ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λὸς νὰ προ­λά­βω νὰ τὰ ἐ­πεν­δύ­σω πρὶν τὰ ξο­δέ­ψω ἀ­νό­η­τα καὶ μεί­νω στὸν ἄσ­σο). Δο­σμέ­νος σ’ ἀ­νά­λο­γους σχε­δια­σμοὺς καὶ προ­ο­πτι­κὲς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ φά­ω καὶ νὰ κοι­μη­θῶ κι ἔ­τσι μὲ πρό­λα­βε νω­ρὶς μιὰ σπα­στι­κὴ κο­λί­τι­δα ποὺ ἀ­κό­μα μὲ βα­σα­νί­ζει μὲ τα­κτι­κὲς δυ­σκοι­λι­ό­τη­τες. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ (πο­λὺ εἶ­χα τρα­βη­χτεῖ μὲ ἀλα­νιά­ρες τοῦ σω­ροῦ καὶ πή­γαι­να στρά­φι κι ἐ­γὼ καὶ τὸ σπέρ­μα μου). Γύ­ρω στὰ τριά­ντα δύ­ο μου, τό­τε, καὶ κά­τω ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση ἑ­νὸς γε­λοί­ου πα­νι­κοῦ, πρό­λα­βα κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κα μιὰ πλεγ­μα­τι­κὴ ξαν­θό­κω­λη ποὺ μοῦ ‘­κα­νε γιὰ κά­να χρό­νο τὴ ζω­ὴ πο­δή­λα­το. Ὅ­πως ὅ­μως εἶ­χα βγεῖ γιὰ κα­λὰ στὴν πιά­τσα τῶν ἀ­κρι­βῶν αἰ­σθη­μά­των πρό­λα­βε νὰ μ’ ἐ­ρω­τευ­τεῖ μιὰ ἀ­γα­θού­λα κα­στα­νὴ πού, μπλεγ­μέ­νος στὸν χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση ἐ­ρω­τά μου, δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὴν παρ­θε­νί­α της ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε. Τέ­λει­ω­σα γρή­γο­ρα μὲ τὸν ἐ­ρω­τὰ κι ὅ,τι πρό­λα­βα νὰ θη­σαυ­ρί­σω ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ἔλ­λει­ψης ὅ­πως τό­σες ἄλ­λες κι ἔ­πε­σα ξα­νὰ στὶς βο­λι­κὲς με­σημ­βρι­νὲς βί­ζι­τες, ποὺ καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα δὲν λέ­ω νὰ τὶς κό­ψω…

         Ὁ χρό­νος μὲ πί­ε­ζε ἀ­φό­ρη­τα, για­τί κον­τὰ στ’ ἄλ­λα ἔ­πρε­πε νὰ ξε­νυ­χτά­ω γιὰ νὰ προ­λά­βω τὰ δι­α­βά­σμα­τα ποὺ ἔ­χα­σα ἀ­π’ τὴν ἐ­ρω­το­μα­νία μου. Μὲ ἀ­νοι­χτὸ ἔ­κτο­τε (καὶ μέ­χρι σή­με­ρα) τὸ πρό­βλη­μα τῆς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης πνευ­μα­τι­κῆς μου ἀ­νά­πτυ­ξης, ἀ­να­κά­λυ­ψα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα μου πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ παν­τρευ­τῶ. Ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω καὶ τὸν γέ­ρο μου ποὺ γκρί­νια­ζε, πρό­ω­ρα καρ­δι­ο­πα­θής, γιὰ τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀ­γα­μί­α μου (ἐ­νῶ ἡ μά­να μου μυ­στι­κὰ χαι­ρό­τα­νε τὴν τό­ση ἀ­δρά­νειά μου). Μὲ τὸ σκο­πὸ ν’ ἁ­γιά­ζει τὰ μέ­σα πρό­λα­βα νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ γλυ­κού­τσι­κα σο­βα­ρὸς μὲς στὰ ἀμ­πι­γὲ κο­στού­μια μου σ’ ἀ­πα­νω­τὰ προ­ξε­νιά, ὀρ­γα­νω­μέ­να ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους, ὅ­που ἡ γνω­στὴ πα­ρέ­λα­ση τῶν σι­τε­μέ­νων κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ εἶ­χαν μεί­νει στὸ ρά­φι ἔ­γι­νε μιὰ κρυ­φὴ σα­δι­στι­κή μου δι­α­σκέ­δα­ση. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἀ­κό­μα μὲ θυ­μᾶ­ται μὲ τὴ γνω­στὴ ὑ­πε­ρο­χὴ τοῦ δῆ­θεν πε­πει­σμέ­νου ἐρ­γέ­νη στὸ μοι­ραῖ­ο προ­ξε­νιό, ποὺ κι ἐ­κεί­νη ἀ­φέ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νί­α καὶ πα­ρό­μοι­ες νο­ση­ρὲς δι­ερ­γα­σί­ες. Ξε­πε­ρά­σα­με ἀ­να­πάν­τε­χα τὸ κω­μι­κὸ σκη­νι­κό τῆς γνω­ρι­μί­ας μας γιὰ νὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦ­με συ­νέ­χεια σὲ βα­θυ­στό­χα­στες ἀ­να­λύ­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καὶ νὰ κα­τα­λή­ξου­με στὸ ἐ­πί­σης βα­θυ­στό­χα­στο συμ­πέ­ρα­σμα πὼς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πα­φὴ εἶ­ναι κά­τι σὰν χα­μέ­νο ἀρ­χέ­τυ­πο. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ ἐλ­πί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα κι ἀν­τί­στρο­φα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­μοι­βαῖ­ο αἴ­σθη­μα ἀ­νο­χῆς, ἀρ­κε­τὸ ὡ­στό­σο γιὰ νὰ συν­τη­ρή­σει καὶ τὴ γα­μή­λια συμ­βί­ω­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας νι­ώ­σα­με ξαφ­νι­κὰ μο­να­δι­κὰ ὥ­ρι­μοι γιὰ ἕ­να γά­μο ποι­ό­τη­τας, ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή μας. Ἡ φυ­σι­κὴ ἕλ­ξη κι ὁ φό­βος τῆς μο­να­ξιᾶς κα­θὼς μᾶς παίρ­να­νε τὰ χρό­νια δού­λε­ψαν κρυ­φὰ σὰν συγ­κολ­λη­τι­κὲς οὐ­σί­ες, ἐ­νῶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἐ­κλο­γι­κεύ­σεις μας ἦ­ταν ἡ σάλ­τσα ποὺ γαρ­νί­ρα­με τὸ ἄ­νο­στο φα­γη­τὸ τῆς συ­νύ­παρ­ξης.

         Πο­λύ τὸ τρά­βη­ξα ὅ­μως πά­λι σὲ προ­σω­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, σὰν νὰ ἔ­χουν κά­ποι­α ἀ­ξί­α γιὰ τὴν ἄν­θρω­πο­τη­τα ποὺ κοι­μᾶ­ται πάν­το­τε μα­κά­ρια (καὶ κα­λὰ κά­νει). Κι αὐ­τὰ πα­θαί­νω ἐ­νῶ μέ­σα μου ἔ­χω πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ τ’ ὄ­νει­ρο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ποὺ βέ­βαι­α δὲν προ­σφέ­ρε­ται, γιὰ δῶ­ρο ἐ­πει­δὴ καί­γε­σαι, νὰ γρά­ψεις κά­τι, γιὰ τὴν ἀ­το­μι­κή σου πε­ρι­πέ­τεια στὸν κό­σμο. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως τώ­ρα, κα­θὼς χώ­νο­μαι γιὰ κα­λὰ στὴν κλι­μα­κτή­ριο, τὸ ἄλ­λο γνω­στὸ πρό­βλη­μα: Μέ­σα ἀ­πὸ τό­σες ἐμ­πει­ρί­ες καὶ βι­ώ­μα­τα θὰ προ­λά­βω νὰ ἐν­το­πί­σω κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή μου; Θὰ προ­λά­βω, ἔ­στω, νὰ δι­α­σώ­σω κά­ποι­ες ἀ­ξί­ες ἀ­π’ τὸ χρό­νο ὥ­στε νὰ χτί­σω πά­νω τους τὴν προ­σω­πι­κή μου, ποὺ λέ­νε, φι­λο­σο­φί­α; Παι­δι­ά­στι­κες ἀ­πο­ρί­ες. Μό­λις σκε­φτῶ σο­βα­ρά τὸ σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας, τὴν οὐ­σί­α τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ τέ­τοι­α μὲ προ­λα­βαί­νει σύν­νε­φο ἡ σύγ­χυ­ση κι ἀρ­χί­ζω νὰ νυ­στά­ζω. Καὶ τὸ μό­νο ποὺ προ­λα­βαί­νω νὰ κα­τα­λά­βω πρὶν πά­ω γιὰ ὕ­πνο εἶ­ναι πῶς ὅ­λη ἡ προ­σω­πι­κή μας ἱ­στο­ρί­α μέ­νει στὸ τέ­λος τὸ λει­ψὸ σε­νά­ριο τῆς ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς μπερ­δε­μέ­νης ζω­ῆς πού, γρά­φον­τας ἢ ὄ­χι, δὲν γί­νε­ται οὔ­τε τὸν ἴ­σκιο της νὰ προ­λά­βου­με.


 

Πη­γή: Ὀ­κνη­ρί­ας ἐγ­κώ­μιον (ἐκδ. Στιγ­μή, 1985)

Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της (Νέ­α Ὀ­ρε­στιά­δα, 1934 – Ἀ­θή­να, 2016). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καὶ δι­κη­γο­ροῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια. Ἐ­ξέ­δω­σε ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, δύ­ο πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ εἶ­χε με­τα­φρά­σει ξέ­νη με­τα­πο­λε­μι­κὴ ποί­η­ση καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὁ­ρι­σμέ­νους και­νο­τό­μους καὶ ἄ­γνω­στους τό­τε στὴν Ἑλ­λά­δα Πο­λω­νοὺς ποι­η­τές (Χέρ­μπετ, Μι­λότς, Ρου­ζέ­βιτς, Σιμ­πόρ­σκα, κ.ἄ.). Ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Δι­α­γώ­νιος στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἰδανικὴ αυτόχειρας


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἰ­δα­νι­κὴ αὐ­τό­χει­ρας


στὴ μνή­μη τῆς Σο­φού­λας

 

ἄλ­λό­θι που

 

n’importe où… hors de ce monde

Baudelaire


ΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ, μιὰ συ­νά­δελ­φός μου στὸ τμῆ­μα Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Ξέ­νων Γλωσ­σῶν ἔ­δω­σε τὸ ἑ­ξῆς θέ­μα ἔκ­θε­σης σὲ πρω­το­ε­τεῖς, Αὐ­το­χει­ρί­α: θάρ­ρος ἤ δει­λί­α; Δὲν τὸ θέ­τεις σὲ σω­στοὺς ὅ­ρους τὸ θέ­μα, τῆς εἶ­πα. Σὲ τί ὅ­ρους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ θέ­σω, μὲ ρώ­τη­σε. Δὲν εἴ­χα­με χρό­νο γιὰ φι­λο­σο­φι­κὴ συ­ζή­τη­ση, ὁ­πό­τε δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σα. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­χα­σα τὴν Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ὁ­πό­τε δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σω.

        Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη τὰ πρό­βλε­ψε ὅ­λα στὴν ἐν­τέ­λεια. Ἀ­νε­λέ­η­τη ἐν­τέ­λεια. Δὲν εἶ­χε πιὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ λά­θος. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν βγά­λει ἀ­πὸ τὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ὅ­που στὰ σί­γου­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­ναν, ἂν καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πῆ­γε ἀ­πὸ μό­νη της γιὰ νὰ ἔ­χει πα­ρέ­α.

        Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ποὺ κά­πο­τε εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει μα­ζὶ βρῆ­καν καμ­μιὰ δω­δε­κά­δα κου­τιὰ ζά­ναξ, ἕ­να σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα καὶ τὰ ροῦ­χα γιὰ τὴν κη­δεί­α κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να (πρέ­πει νὰ τὰ εἶ­χε δώ­σει στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο για­τὶ εἶ­χε στα­μα­τή­σει πιὰ νὰ σι­δε­ρώ­νει). Δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κο­κέ­τα, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει κα­λον­τυ­μέ­νη. Πε­ρί­ερ­γο για­τὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη εἶ­χε μό­νο μί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει. Πρέ­πει νά ‘­ταν τὸ ἄ­με­σο ἀγ­κά­λια­σμα τοῦ θα­νά­του. Τὸ κά­λε­σμα τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας. Τὸ ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­σμα­ὴλ στὸ Μόμ­πι Ντίκ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὸ πιὸ ψη­λὸ κα­τάρ­τι σὰν που­λὶ στὴν κούρ­νια του, ἀλ­λὰ ἀν­τι­στά­θη­κε. Τὸ ἄ­κου­σα κι ἐ­γώ, δε­μέ­νη ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α. Τὸ ἀ­κοῦ­νε καὶ ἄλ­λοι. Στα­τι­στι­κά εἶναι τὸ εἴκοσι δύο τοῖς ἑ­κα­τὸ τῶν δι­πο­λι­κῶν ποὺ κα­τα­φέρ­νουν καὶ φεύ­γουν. Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη ἐμ­πλου­τί­ζει τὶς στα­τι­στι­κές. Εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται. Τῆς πῆ­ραν καὶ τὴ μα­νί­α. Μὲ τὴν κρί­ση ἔ­χα­σε τὴν δου­λειά της. Τὸ δι­α­μέρι­σμά της τὸ πε­ρί­με­ναν οἱ τρά­πε­ζες. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψε. Ὅ­σο γιὰ συν­τρό­φους, προ­σω­ρι­νοὺς ἤ μό­νι­μους, τὸ εἶ­χε πά­ρει πιὰ ἀ­πό­φα­ση. Ἦ­ταν καὶ θά ‘με­νε μό­νη.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια, συ­χνὰ ἔ­πι­α­να τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ μὴν τὴν σκέ­φτε­ται. Με­τροῦ­σα τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α της, ἀ­πύθ­με­νη, καὶ αὐ­τὸ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς ἀν­το­χές μου. Ὄ­χι πὼς ἤ­μουν ἡ κα­λύ­τε­ρη γε­ω­μέ­τρης τοῦ μυα­λοῦ ἤ μᾶλ­λον τῆς ψυ­χῆς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης (τὸ μυα­λὸ τὸ κα­τά­στρε­ψαν τὰ ψυ­χο­φάρ­μα­κα), ἀλ­λὰ ποι­ὸς ἄλ­λος τὴν ἤ­ξε­ρε κα­λύ­τε­ρα;

        Τὴν Δευ­τέ­ρα ἔ­θα­ψε τὴ μα­μά της. Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη κό­ρη. Τὴν εἶ­χε φρον­τί­σει ὅ­σο τὸ ἐ­πέ­τρε­παν οἱ δυ­νά­μεις ποὺ δὲν εἶ­χε. Ἡ μα­μὰ ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λὰ δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Κόν­τευ­ε τὰ ἑ­κα­τὸ ἡ γυ­ναί­κα. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα κά­τι ἐ­κρεμ­μό­τη­τες. Ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς ζω­ῆς της τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει. Ἀ­νῆ­κε στοὺς ἀ­τά­λαν­τους. Δὲν συμ­φω­νῶ. Ἡ μα­μὰ της ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τυ­χους. Δὲν πί­στευ­α πο­τὲ στὴν τύ­χη, ἀλ­λὰ ἀ­να­θε­ω­ρῶ. Πα­ρά­τη­σα καὶ τὸν Κα­μὺ καὶ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς τους. Εἶ­χα κά­που μιὰ δε­κα­ε­τί­α νὰ τὴν δῶ νὰ γε­λά­ει καὶ τῆς τό­ ‘πα καὶ μα­ζὶ ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με ἂν θὰ ξα­να­γε­λοῦ­σε πο­τέ. Ἡ ἀ­κο­ή μου ἔ­χει κά­πως πέ­σει ἀλ­λὰ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δὲν θὰ στα­μα­τή­σω πο­τὲ ν’ ἀ­κού­ω τὶς σι­ω­πη­λὲς κραυ­γὲς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης γιὰ βο­ή­θεια. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ πρό­βλε­ψε. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως ἰ­δα­νι­κή. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ ἔ­θε­τα τὸ θέ­μα, Αὐ­το­χει­ρί­α: ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ δυ­στυ­χί­α;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).



		

	

Μαρία Λαγγουρέλη: Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη


Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τὸ βρά­δυ, τὸ πρω­ὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Τε­λεί­ω­σαν οἱ μπα­τα­ρί­ες τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἀ­πὸ παν­τοῦ ἄ­σπρο καὶ κί­τρι­νο, ἄ­φαν­τες οἱ σκι­ὲς καὶ ὁ ὕ­πνος που­θε­νά. Εἶ­μαι ἡ κόκ­κι­νη κη­λί­δα στὰ σπλά­χνα ἑ­νὸς αὐ­γοῦ ποὺ τὸ τσό­φλι του εἶ­ναι ἄ­τρω­το στὸ γα­λά­ζιο, στὸ μπλέ, στὸ βα­θὺ μπλέ τοῦ ὕ­πνου. Κουρ­νι­α­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τοῦ Και­ροῦ ποὺ μὲ κλωσ­σά­ει νοι­ώ­θω μό­νο κρα­δα­σμοὺς ἀ­πὸ τὴν βο­ὴ ποὺ μὲ να­νου­ρί­ζει ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἔ­τη φω­τὸς ἀ­πὸ τὸ τό­τε, τὸ τό­τε ποὺ ὑ­πῆρ­χε τὸ με­ση­μέ­ρι τὸ βρά­δυ τὸ πρω­ί, τό­τε ποὺ τὸ μι­κρὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ ποὺ σφίγ­γουν τὰ γι­γάν­τια δά­χτυ­λά μου ἦ­ταν ἡ σκα­λι­στὴ κα­ρυ­δέ­νια ντου­λά­πα τῆς μη­τέ­ρας μὲ τὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο. Τώ­ρα μέ­σα στὴ χού­φτα μου τὸ ζου­λά­ω τὸ τρί­βω σὰν λυ­χνά­ρι τοῦ Ἀ­λαν­τὶν καὶ πε­ρι­μέ­νω τοὺς τριγ­μοὺς σὰν θη­σαυ­ροὺς νὰ στο­λί­σουν τὴν ἁ­φή μου ποὺ πιὰ συ­στέλ­λε­ται καὶ δι­α­στέλ­λε­ται μό­νο ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες ἀ­πὸ μα­κρὰ μή­κη κύ­μα­τος… Ώ ἡ ἁ­φή μου. Φλοι­ὸς ποὺ ρά­γι­ζε καὶ δά­κρυ­ζε ρε­τσί­νι… Ώ οἱ ξυ­λο­κό­ποι μου μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους τσε­κού­ρια καὶ τὴ μυ­ρω­δά­τη ἄ­γρια ἀ­να­πνο­ή. Μύ­ρι­ζαν σπά­νιο κα­πνὸ τὰ πυ­κνά τους γέ­νεια καὶ ἡ γυ­α­λά­δα στὰ μά­τια τους τὴ στιγ­μὴ ποὺ μα­κέ­λευ­αν τὸν κορ­μό μου γλυ­στροῦ­σε ἴ­σα μὲ τὴ ρί­ζα καὶ τὴν ἔ­τρε­φε, κι ἄλ­λο δέν­τρο ξε­πέ­τα­γε. Τὴν κα­ρυ­διὰ πε­λε­κη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη σὲ σκα­λι­στὴ ντου­λά­πα, τώ­ρα στὴ δι­κή μου διά­ρκεια καὶ δι­ά­στα­ση ὑ­πο­ταγ­μέ­νη στὶς δι­α­στά­σεις ποὺ θέ­λω ἐ­γὼ μου­σι­κὸ κου­τὶ ποὺ τρί­ζει καὶ να­νου­ρί­ζει τὶς ἀ­γρυ­πνί­ες μου…

        Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ κρό­κος γύ­ρω μου ἀν­τη­χεῖ τοὺς γνώ­ρι­μους ἀ­γα­πη­μέ­νους ἀλ­λο­τι­νοὺς ἤ­χους τὸ μι­κρὸ παι­δὶ ποὺ σκιρ­τοῦ­σε ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε τρέ­χει λευ­τε­ρω­μέ­νο στὸ μαῦ­ρο τοῦ­νελ τοῦ ὕ­πνου, βγαί­νει στὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἡ μνή­μη ἡ παι­δι­κὴ ἀ­νά­βει τὸ ἐ­ξαί­σιό της «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται» καὶ πη­δά­ει σὰν ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο ἀ­νά­με­σα στοὺς πλα­νῆ­τες τῶν λου­λου­δι­ῶν τῶν δέν­τρων, τῶν καρ­πῶν.

        Με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ, ἢ πρω­ὶ ποὺ πάν­τα κοι­μοῦν­ται οἱ με­γά­λοι ὁ πάν­τα πι­ω­μέ­νος πε­ρι­βο­λά­ρης ποὺ πάν­τα γνέ­φει συ­νο­μω­τι­κὰ στὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὸ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸ ὁ­δη­γεῖ στὸ κα­λύ­βι του. Ἡ πε­ρι­βο­λά­ρισ­σα λα­γο­κοι­μᾶ­ται στη­ρί­ζον­τας τὸ σα­γό­νι της πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ εἶ­ναι γε­μά­το ψί­χου­λα ἀ­πὸ κα­ρυ­δό­πι­τα καὶ μερ­μύγ­κια ποὺ σα­λεύ­ουν τὶς κε­ραῖ­ες τους γὺρω ἀ­πὸ τὰ φου­σκω­τά της στή­θεια ξε­τρ­ε­λα­μέ­να ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ γά­λα­κτος.

        Μὲ τὸν δεί­κτη πά­νω στὸ πο­νη­ρό του χα­μό­γε­λο, τὸν βλέ­πω νὰ μοῦ γνέ­φει σι­ω­πή, νὰ κα­τε­βά­ζει ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ γυ­ά­λι­νο βά­ζο, τὸ κου­τά­λι. Μὲ βγά­ζει στὸ πε­ρι­βό­λι μὲ κα­θί­ζει πά­νω σε ἕ­να μι­κρὸ καρ­πού­ζι μὲ τα­ΐ­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. «Φά­ε νὰ γλυ­κα­θεῖς για­τί τὰ καρ­πού­ζια δὲν ὡ­ρί­μα­σαν ἀ­κό­μα νὰ σὲ γλυ­κά­νουν». Κι ἐ­γὼ τρέ­μον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα νι­ώ­θω τὴ γλυ­κεί­α χαύ­νω­ση νὰ μου­διά­ζει τὴ γλώσ­σα, τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τὴν κοι­λιά, νὰ μὲ ὠ­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ ση­κώ­νο­μαι στοὺς οὐ­ρα­νούς.

        «Εἶ­ναι μι­κρὸ ἀ­κό­μα» μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, ἄ­κου­σε πὼς τρί­ζει κα­θὼς με­γα­λώ­νει… Ἔ­τσι κά­νουν καὶ τὰ πε­πό­νια καὶ τὰ φα­σό­λια τὰ μπουμ­πού­κια νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν ἀ­κοῦς αὐ­τοὺς τοὺς πα­ρά­ξε­νους τριγ­μοὺς τῆς σάρ­κας τους, τρί­ζουν τὰ κορ­μά­κια τοὺς κα­θὼς με­γα­λώ­νουν» μὲ κα­θη­συ­χά­ζει. «Ἔ­τσι τρί­ζει καὶ τὸ δι­κό σου κορ­μά­κι ποὺ με­γα­λώ­νεις, νὰ ἄ­κου…» κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ ἀ­φτὶ στὸ μι­κρό μου στέρ­νο πο­τί­ζον­τας μὲ ἡ­δο­νι­κὴ φρί­κη μὲ τὴν με­θυ­σμέ­νη του ἀ­νά­σα.

        Ἀ­νέ­με­λη μέ­λισ­σα ἔρ­χε­ται νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει πά­νω στὰ με­λω­μέ­να χεί­λια μου μαν­τεύ­ον­τας τὶς φο­βε­ρές μου σκέ­ψεις: Τώ­ρα ποὺ ξέ­ρω για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ τριγ­μοὶ δὲν θὰ ξα­να­φο­βη­θῶ. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὅ­λοι θὰ κοι­μοῦν­ται θὰ τὸ ξα­να­σκά­σω θὰ ρί­ξω τὸν με­θυ­σμέ­νο πε­ρι­βο­λά­ρη στὸ πη­γά­δι νὰ ἐ­ξου­σιά­ζω ἐ­γὼ τὸ βα­σί­λει­ό του. Κυ­ρὰ τῶν καρ­πῶν καὶ τῶν λου­λου­δι­ῶν θὰ ζή­σω ἀ­νά­με­σά τους μὲ τὰ ξόρ­κια μου ὅ­πο­τε θέ­λω θὰ τὰ κά­νω νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ γί­νουν στὸ δι­κό μου μέ­γε­θος καὶ τό­τε τὰκ τάκ, θὰ χτυ­πή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φλού­δα. Σπό­ρια με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ ἀν­θρω­πά­κια θὰ μ’ ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα καὶ βζζτ θὰ θρο­νιστῶ μέ­σα στοὺς χυ­μοὺς πό­τε στὸ κόκ­κι­νο πό­τε στὸ κί­τρι­νο πό­τε στὸ πρά­σι­νο σα­λό­νι καὶ θὰ μεί­νω γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ νὰ ρου­φά­ω νὰ τρέ­φο­μαι νὰ γεύ­ο­μαι μέ­σα τους κρυμ­μέ­νη, κου­κού­τσι ἔμ­βρυ­ο δι­κό τους γιὰ πάν­τα γλυ­κα­μέ­νη καὶ ὅ­λοι θὰ μὲ ἔ­χουν γιὰ χα­μέ­νη θὰ ψά­χνουν παν­τοῦ νὰ μὲ βροῦν ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι καὶ ἔ­νο­χοι ποὺ τό­σο μὲ πί­κρα­ναν κλει­δώ­νον­τας μὲ πάν­τα ἔ­ξω, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι μὲ τὸ γλυ­κὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κα­λο­συ­γυ­ρι­σμέ­νο σα­λό­νι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν τριγ­μῶν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ντου­λά­πας, κι ἡ πλά­ση ποὺ θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­βρο­χθί­σει θὰ ρεύ­ε­ται μὲ ἀ­πό­λαυ­ση.

        Ἔ­πει­τα μ΄ ἅρ­πα­ξε ἡ θλί­ψη καὶ μὲ βού­τα­γε στὶς τύ­ψεις. Λυ­πό­μου­να τὸν πε­ρι­βο­λά­ρη με­τάνοι­ω­να ἄλ­λα­ζα σχέ­δια δὲν θὰ τὸν ἔ­ρι­χνα στὸ πη­γά­δι. Γύ­ρι­ζα στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ ντου­λά­πα νὰ συ­νε­χί­σω τὸ ὄ­νει­ρο. Πάν­τα κλει­δω­μέ­νη ἔ­τρι­ζε. Ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη λέ­γα­νε τὸ κα­λο­καί­ρι, καὶ τὸν χει­μώ­να τὸ κρύ­ο. Μιὰ νύ­χτα ἐ­πι­τέ­λους ἔ­ψα­ξα βρῆ­κα τὸ κλει­δί, τό­σφι­ξα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη μου τρί­φτη­κα πά­νω μου τὸ ἄ­λει­ψα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα μου νὰ γλυ­στρά­ει στὴν κλει­δα­ριὰ ἄ­νοι­ξα τὴν ντου­λά­πα καὶ σύλ­λη­σα τὸ μυ­στή­ριο. Κυ­λί­στη­κα καὶ χα­ϊ­δεύ­τη­κα πά­νω στὶς μάλ­λι­νες βε­λού­δι­νες βαμ­βα­κε­ρὲς δαν­τε­λέ­νι­ες φλοῦ­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὴ σάρ­κα καὶ τοὺς χυ­μοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νων σω­μά­των ποὺ πο­τὲ τους δὲν μὲ ἄγ­γι­ξαν.

        Στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο τῆς ντου­λά­πας ἐ­κεῖ, στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ τὸ γυα­λὶ θαμ­πώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­σα του, τὸ παι­δὶ φι­λά­ει τὸ εἴ­δω­λο τῶν χει­λι­ῶν του. Πρω­το­μα­θαί­νει τὸ φι­λί, μα­θαί­νει ἐ­κεῖ το στό­μα κά­τι ἀλ­λό­κο­το ἀ­πὸ τὸν θη­λα­σμὸ τὸ φα­γὶ τὴν μι­λιὰ τὸ τρα­γού­δι. Ἐ­κεῖ μό­νο του. Ἀ­φοῦ κα­νεὶς στὸ σπί­τι στὸ σχο­λεῖ­ο στὸ δρό­μο στὴ γει­το­νιὰ στὴν ἐ­πο­χή του στὸν πλα­νή­τη του δὲν πρό­κει­ται νὰ τοῦ τὸ μά­θει. Δὲν πε­ρισ­σεύ­ει στορ­γὴ γιὰ τέ­τοι­ο μά­θη­μα. Μό­νο ὁ κα­θρέ­φτης μὲ τὸ εἴ­δω­λο τοῦ δεί­χνει πὼς νὰ φι­λά­ει, νὰ φυ­λά­ει, νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει… Ὄ­χι μό­νο τὸ στό­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ σῶ­μα.

        Οἱ πό­ροι, τὰ στό­μα­τα τῆς ἁ­φῆς μου ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ κα­τα­βρο­χθί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ ὅ­ποι­α οὐ­σί­α ποὺ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς χυ­μοὺς της χώ­ρε­σε στὶς τό­σες φλοῦ­δες τῆς φύ­σης ἢ στὰ τό­σα φο­ρέ­μα­τα καὶ κο­στού­μια ποὺ κα­θρε­φτί­στη­καν στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ντου­λά­πας, τὰ χι­λιά­δες αὐ­τὰ στό­μα­τα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψα νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ χέ­ρια στοὺς ὤ­μους στὸ στῆ­θος πά­νω στὰ πρά­σι­να καρ­πού­ζια στὰ κί­τρι­να πε­πό­νια στὰ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­πιοῦν τοὺς χυ­μοὺς χω­ρὶς νὰ κα­τα­πον­τι­στοῦν μέ­σα τους. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν πι­πί­λι­ζα κρυ­φὰ νὰ λε­ρω­θεῖ νὰ πα­λι­ώ­σει τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φου­στα­νά­κι νὰ μὴ μοῦ τὸ βγά­ζουν κά­θε Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν και­νού­ριο κι ἔ­νι­ω­θα μύ­στης στὸ μὼβ μυ­στή­ριο τῶν ἀ­νε­μώ­νων. Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ μὲ τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου στὸ πέ­λος τοῦ βε­λού­δου, μέ­σα στὴ ντου­λά­πα τὴν κλει­δω­μέ­νη ἡ τσα­λα­κω­μέ­νη μου ἀ­νε­μώ­να ποὺ ὁ στη­τός της στή­μο­νας αὐ­θα­δί­α­ζε σὰν σγου­ρό­μαλ­λο ἀ­γο­ρί­στι­κο κε­φα­λά­κι στὴ μέ­ση τοῦ ὕ­πε­ρου ὅ­ταν τὸν ἔ­γλει­φαν τὰ χεί­λη μου.

        Ὑ­πάρ­χω σ’ ἕ­να ἔ­τος φω­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σβύ­σει, κόκ­κι­νη κη­λί­δα μέ­σα στὸ αὐ­γὸ ποὺ ζε­σταί­νει ὁ Και­ρὸς μὲ κά­ποι­ο ἐ­ρη­μο­σύν­νε­φο. Ὁ ἐ­αυ­τὸς εἶ­ναι πιὰ τὸ μέλ­λον ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ πα­ρελ­θὸν κι ἐ­λέγ­χει τὸ ἐ­γώ, ἐ­λέγ­χει τὸ σύ­στη­μα ἐ­πα­να­φο­ρᾶς τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας τῶν αἰ­σθή­σε­ών του. Τὸ ἐ­γώ μου ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε γι­γαν­τώ­θη­κα πό­τε μὲ κα­τά­πιαν οἱ τριγ­μοὶ τῶν καρ­πῶν ἢ οἱ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νοι θη­σαυ­ροὶ τῆς ντου­λά­πας ποὺ τὴν ἔ­χω στὴν χού­φτα μου τό­σο σμι­κραί­νει, τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρί­νει πό­σο ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τα μα­γι­κὰ εἶ­ναι ὁ χρό­νος, ὁ χῶ­ρος, ἡ μνή­μη ἀ­κού­ει μιὰ παρ­τι­τού­ρα, τοὺς τριγ­μοὺς τῆς αἰ­ώ­νιας σύν­θε­σης καὶ σι­γὰ σι­γὰ σβύ­νει.

Στὸ κον­σέρ­το γιὰ τὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ

παί­ζουν

τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα

ἡ βε­νε­τσι­ά­νι­κη δαν­τέ­λα τῆς για­γιᾶς

ἡ κόκ­κι­νη μου­σε­λί­να τῆς με­γά­λης μου ἀ­δελ­φῆς

ἡ ψά­θι­νη κα­πε­λί­να μὲ τὰ κόκ­κι­να κε­ρά­σια

τὸ μπα­στού­νι τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια λα­βὴ

ἕ­να πορ­το­κά­λι πα­ρα­σό­λι

ἡ ἀ­πο­κρι­ά­τι­κη στο­λὴ τῆς βα­σί­λισ­σας τοῦ Σαβ­βὰ

ἕ­να σα­κά­κι μὲ πα­ρά­ση­μα τοῦ πα­τέ­ρα

ἡ πλε­ρέ­ζα τῆς μη­τέ­ρας

τὰ φθαρ­μέ­να μπλοὺ τζὴν ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ρὸκ πάρ­τι καὶ ὅ­τι ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὸ καμ­μέ­νο πε­ρι­βό­λι τῶν φυ­τῶν καὶ τῶν καρ­πῶν ποὺ ἄ­φη­σε τὸ νη­στι­κὸ σαρ­κο­βό­ρο θη­ρί­ο τῶν αἰ­σθή­σε­ων γιὰ νὰ να­νου­ρί­ζε­ται στὴν πί­σω με­ριὰ τῆς ἔλ­λει­ψης χορ­τα­σμέ­νο καὶ λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση.


 

Πηγή: περ. Νέες Τομές, ἀρ. 2 (94), Καλοκαίρι 1985.

Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια γιὰ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ σε­νά­ριο στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Columbia of Illinois State of USA. Ἔ­λα­βε μέ­ρος σὲ workshop στὴν Ελ­λα­δα ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο Grotofski μὲ τὸν δι­ά­ση­μο σκη­νο­θέ­τη Sislack. Ἔ­χει δου­λέ­ψει σὰν ρε­πόρ­τερ καὶ στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις τῆς Ὀ­λυμ­πια­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὰ ἄ­λο­γα (πε­ζο­γρα­φί­α, Αἰ­γό­κε­ρος, 1980), τε­λευ­ταῖ­ο της Σκό­νη πε­τα­λού­δας (ποί­η­ση, Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).