Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα


μο­νά­χα ὅ­ταν τὰ χέ­ρια μου σὲ χά­νουν,
ἡ πο­νε­μέ­νη φαν­τα­σί­α μου σὲ κερ­δί­ζει.
Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος, «Ἀ­να­στο­λὴ»

ΥΡΙΣΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν ντου­λά­πα. Πρῶ­τα τὸ δε­ξιὸ φύλ­λο ποὺ ἔ­τρι­ξε ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­σί­α. Γκρι­νιά­ζει κι αὐ­τὴ μὲ τὸν τρό­πο της —σκέ­φτη­κε— ποὺ χέ­ρι δὲν τὴν ἀ­νοί­γει πιά. Ὅ­λα το­πο­θε­τη­μέ­να μὲ τά­ξη καὶ σει­ρά. Χώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος λὲς καὶ ἤ­θε­λε νὰ τ᾿ ἀ­γα­πή­σει γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψουν οἱ μπλοῦ­ζες, νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει κι ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­γι­ὲρ ποὺ φό­ρα­γε τὴν ἄ­νοι­ξη, νὰ τὸν τυ­λί­ξει καὶ τὸ μαν­τὼ ποὺ τό­σο τῆς πή­γαι­νε. Μαν­τα­ρί­νι, κισ­σός, ὀρ­χι­δέ­α πυρ­πό­λη­σαν τὶς αἰ­σθή­σεις του καὶ ζα­λι­σμέ­νος πι­σω­πά­τη­σε. Ἡ κί­τρι­νη ζα­κέ­τα κρε­μό­ταν τε­λευ­ταί­α δί­χως νὰ τὴν ἔ­χει ξε­θω­ριά­σει ὁ χρό­νος. Δί­στα­σε. Τὴν ἄ­νοι­ξε πά­νω στὸ κρε­ϐ­ά­τι, τὴ σι­δέ­ρω­σε μὲ τὶς πα­λά­μες του, τὴ δί­πλω­σε προ­σε­κτι­κά, τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸ σα­κί­διό του – ἄ­στα­τος ὁ και­ρὸς τε­λευ­ταῖ­α, δὲν εἶ­ναι παῖ­ξε-γέ­λα­σε. Ὕ­στε­ρα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ φύλ­λο. Ἐ­δῶ δὲν χρο­νο­τρί­ϐ­η­σε. Φό­ρε­σε τὸ κα­ρὼ που­κά­μι­σο ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει ἐ­κεί­νη – «τώ­ρα εἶ­σαι ὁ­λό­ι­διος ὁ Ρόμ­περτ Ρέν­τφορντ στὸ Γη­τευ­τὴ τῶν ἀ­λό­γων, ὁ γη­τευ­τὴς τῆς δι­κῆς μου ζω­ῆς, μὴν σοῦ πῶ καὶ κα­λύ­τε­ρος», τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Δε­σποι­νι­ὼ στὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους πρὶν ἀ­πὸ κάμ­πο­σα χρό­νια.

       Πά­στρε­ψε γιὰ λί­γη ὥ­ρα τὸ σπί­τι, τα­κτο­ποί­η­σε τὰ πιά­τα στὴν κου­ζί­να, πῆ­ρε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ κι ἔ­κα­με τὸ χρέ­ος του. Σὲ λί­γο βγῆ­κε ἔ­ξω νὰ κά­μει ἕ­να τσι­γά­ρο. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε ὁ τό­πος, δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σῶ­μα του. Δε­κά­ρα δὲν ἔ­δι­νε γιὰ τὶς συ­μϐ­ου­λὲς τοῦ για­τροῦ.

       Ἔ­σκυ­ψε μὲ δυ­σκο­λί­α· ἄ­φη­σε τὸ κλει­δὶ τῆς γκαρ­σο­νι­έ­ρας ποὺ νοί­κια­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὸ χα­λά­κι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας μα­ζὶ μ᾿ ἕ­να γράμ­μα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, γιὰ τὸν Κώ­στα. Θὰ κα­τα­λά­ϐ­ει αὐ­τός, συλ­λο­γί­στη­κε. Τὰ βή­μα­τά του τὸν ἔ­φε­ραν στὸν κου­ρέ­α τῆς γει­το­νιᾶς. «Κού­ρε­μα καὶ κόν­τρα ξύ­ρι­σμα, πα­ρα­κα­λῶ.» «Ἄν­τε καὶ γαμπρός, Νι­κή­τα», τοῦ εὐ­χή­θη­κε ὁ Θε­ό­φι­λος —φτυ­στὸς ὁ Δι­ο­νύ­σης Πα­πα­γι­αν­νό­που­λος στὸ Λού­να Πὰρκ— κι ἀ­μέ­σως δαγ­κώ­θη­κε μὲ τὴ γκά­φα του. «Μὲ τὸ συμ­πά­θιο», συ­νέ­χι­σε αὐ­τὸς χω­ρὶς νὰ τσιγ­κου­νευ­τεῖ τὴν Old Spice, «ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ἔ­χεις πεῖ πο­τὲ πό­σα χρό­νια κου­ϐ­α­λᾶς στὴν καμ­πού­ρα σου».

       Γέ­λα­σε καὶ τοῦ ᾿πε: «χον­τρι­κά, πάν­τα χον­τρι­κά, Θε­ό­φι­λε, λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νω…» «Κου­νή­σου ἀπ᾿ τὴ θέ­ση σου, ἄν­θρω­πέ μου», τοῦ εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος καὶ σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε. «Τὸ μό­νο ποὺ εὔ­χο­μαι εἶ­ναι ἐ­κεῖ ποὺ θὰ πά­ω νὰ βρῶ ἕ­να ψα­λί­δι σὰν τὸ δι­κό σου, Θε­ό­φι­λε.»

       Γιὰ μιὰ στιγ­μή, κα­θὼς γύ­ρι­σε, εἶ­δε τὸ πρό­σω­πο τῆς Δε­σποι­νι­ῶς, ὅ­πως τὸ χά­ρα­ξε ὁ νοῦς του μέ­σα στὸν κα­θρέ­φτη, νὰ δι­α­νεύ­ει σὰν ἀ­ε­ρι­κό. Χα­μο­γέ­λα­σε. «Ἄ, μὴν ξε­χά­σεις, τὴν ἀ­γά­πη μου στὴν Οὐ­ρα­νί­α», τοῦ ἔ­γνε­ψε ὁ Νι­κή­τας κλεί­νον­τας τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μή: «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα, Θε­ό­φι­λε. Ὕ­πνος καὶ ξύ­πνιος εὔ­κο­λα ζευ­γα­ρώ­νουν, μέ­χρι νὰ κά­νεις πφφ καὶ νὰ πε­ρά­σεις στὸ σκο­τει­νὸ τὸ θά­λα­μο».

       Στα­μά­τη­σε στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ Γκί­κα κι ἔ­παι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α παρ­τί­δα τά­ϐ­λι μὲ τὸν Ἀρ­γύ­ρη – ὅ­λο δι­πλὰ σή­με­ρα· ἦ­ταν, φαί­νε­ται, ἡ μέ­ρα του. Ἀν­τάλ­λα­ξαν —ὅ­πως πάν­τα— λί­γα λό­για γιὰ τὰ τρέ­χον­τα, ἤ­πια­νε τὸ σα­ϐ­ϐ­α­τια­νό τους μὲ με­ζέ, ἔ­ϐ­α­λε μιὰ ἐ­λιὰ στὸ στό­μα, γέ­μι­σε καὶ τὸ φλα­σκί του γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­θη­καν. Στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς γω­νί­ας ἀ­γό­ρα­σε πα­κέ­το. Ἀ­πὸ τὰ βα­ριά.

       Τό ᾿χε πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Ὅ­ταν ἔ­χα­σε τὴ δου­λειά του, δὲν τὸν πεί­ρα­ξε. Οὔ­τε σκο­τί­στη­κε ποὺ ἡ σύν­τα­ξη δὲν φτού­ρα­γε γιὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μή­να. Οὔ­τε ἔ­σκα­σε ὅ­ταν τοῦ κα­τα­σχέ­σα­νε τὸ σπί­τι. Οὔ­τε τά ᾿βα­ψε μαῦ­ρα σὰν χά­λα­σε γιὰ πάν­τα ἡ ὑ­γεί­α του. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό, ἔ­λε­γε φι­λο­σο­φών­τας κά­θε φο­ρά, ἔ­τσι γιὰ νὰ πα­ρη­γο­ρι­έ­ται. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τό. Μιὰ μέ­ρα… ἔ­μει­νε μι­σός. «Ἀ­πε­δό­θη» κι αὐ­τή. Μαγ­κού­φη καὶ τσαγ­κό, τὸν ἔ­λε­γαν, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­φευ­γε ἔ­κτο­τε τὶς πολ­λὲς συ­να­να­στρο­φές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν πεί­ρα­ξε ποὺ δὲν τή­ρη­σε τὴν ὑ­πό­σχε­σή του καὶ δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε.

       Πί­σω δὲν κοί­τα­ξε καὶ τρά­ϐ­η­ξε κα­τὰ πά­νω. Στὸ δρό­μο συ­νάν­τη­σε ξω­μά­χους. «Πῶς ἀ­πὸ δῶ;» τοὺς ρώ­τη­σε. Κι ἐ­κεῖ­νοι χα­μο­γέ­λα­σαν καὶ προ­σπέ­ρα­σαν. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸ βου­νὸ τὸν ἀ­να­ζω­ο­γό­νη­σε. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ εἰ­σέ­ϐ­α­λε μέ­σα του καὶ τὸν μέ­θυ­σε. Σὲ λί­γο ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἄ­ρα­ξε σ᾿ ἕ­να πε­ζού­λι. Οἱ χυ­μοὶ ἀ­νέ­ϐ­αι­ναν ἀ­πὸ τὶς ρί­ζες. Φού­σκω­ναν τὰ μά­τια τῶν δέν­τρων. Ἴ­δια κι ἡ ψυ­χή του πλημ­μύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν κραι­πά­λη τῶν χρω­μά­των, κι ὅ­λα τὸν ἔ­κα­ναν δι­κό τους, κι ὅ­λα γί­νον­ταν κα­θρέ­φτης νὰ δεῖ μέ­σα τους πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα, πά­θη κι ἀ­γά­πες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά, τὰ γκρί­ζα χρό­νια.

       Ἔϐαλε τὸ χέ­ρι ἀν­τή­λιο. Τὰ πλε­ού­με­να γλι­στροῦ­σαν στὴν ὑ­γρὴ ἐ­πι­φά­νεια καὶ σὲ λί­γο ἔ­σϐ­η­ναν ἀ­πὸ μπρο­στά του, ὅ­πως κλεί­νεις γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὰ μά­τια καὶ ἀ­νε­παι­σθή­τως κα­ρώ­νεις τὸν αἰ­ώ­νιο ὕ­πνο. Εἶ­δε καὶ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο ποὺ αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα φάν­τα­ζε σὰν ζῶ­ο ξα­πλω­μέ­νο· καὶ τὴν Αἴ­γι­να ἀ­μέ­ρι­μνη νὰ τα­ξι­δεύ­ει πά­νω σ᾿ ἕ­να πλα­τα­νό­φυλ­λο. Φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως δὲν τὴν ἀν­τέ­ξει τό­ση ὀ­μορ­φιὰ καὶ κά­νει πί­σω, φο­ϐ­ή­θη­κε μή­πως σπά­σει ἀ­πὸ τὸ φῶς. Ἔ­κλει­σε γιὰ ὥ­ρα τὰ μά­τια κι αἰ­σθάν­θη­κε τὸ οὐ­ρα­νο­θά­λασ­σο καὶ τὰ δέν­τρα καὶ τὸ βου­νὸ ὁ­λά­κε­ρο νὰ μπαί­νει μέ­σα του, νὰ γί­νε­ται ὁ ἴ­διος χῶ­μα καὶ νε­ρό, ἥ­λιος, σύν­νε­φο καὶ μώϐ, λὲς κι ἡ ζω­ή του μό­λις ξε­κι­νοῦ­σε.

       Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι σὲ μιὰ πέ­τρα καὶ τὴ χά­ι­δε­ψε μὲ στορ­γὴ λὲς κι αὐ­τὴ ἡ πέ­τρα συμ­πύ­κνω­νε τὸ σπό­ρο τῆς φω­τιᾶς ποὺ γιὰ χρό­νια ἀ­δρά­νειας καὶ σι­γῆς κρύ­ϐ­ε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα νὰ ξα­να­γεν­νη­θεῖ. Ἀ­φυ­πνί­στη­κε ἀ­πὸ ἕ­να ἀγ­κά­θι ποὺ τοῦ μά­τω­σε τὸ δά­χτυ­λο. Ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο ξε­πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Μιὰ σκιὰ στά­θη­κε πί­σω του καὶ σὰν με­τά­ξι τὸν ἄγ­γι­ξε. Το ᾿ξε­ρε! Μιὰ ζω­ὴ αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ σύν­θη­μά τους. «Δε­σποι­νι­ώ!» εἶ­πε ξαφ­νι­α­σμέ­νος. «Ἐ­σύ;»

       Ἀ­να­θάρ­ρε­ψε. Λύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ σι­ω­πή του καὶ ἄ­να­ψε τὸ γέ­λιο μέ­σα του. Μέ­τρη­σαν τὰ χρό­νια κι ἀ­να­λο­γί­στη­καν πό­σο γρή­γο­ρα ἐ­ρη­μώ­νει ὁ ἄν­θρω­πος σὰν μέ­νει μαγ­κού­φης καὶ τί­πο­τα δὲν πε­ρι­μέ­νει. Μί­λη­σαν γιὰ τὰ πα­λιά, τὰ χι­λι­ο­ει­πω­μέ­να, τὰ δι­κά τους, μί­λη­σαν καὶ γιὰ τ᾿ ἄλ­λα, τὰ σκο­τει­νά, τ᾿ ἀ­νο­μο­λό­γη­τα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ κά­ποι­ες πα­ραλ­λα­γές. Εἶ­παν νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σουν κά­πως ἀ­ό­ρι­στα, σὲ τρί­το πρό­σω­πο, λὲς καὶ ὅ­λα τοῦ­τα συ­νέ­ϐ­η­σαν σὲ ξέ­νους.

       Κου­ϐ­έν­τα στὴν κου­ϐ­έν­τα, κά­πνι­σαν ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πα­κέ­το. Στὸ τέ­λος τὴ ρώ­τη­σε γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι, ἂν εἶ­ναι στε­νά­χω­ρο, ἂν ἔ­χει ὑ­γρα­σί­α, ἂν χρει­ά­ζε­ται με­ρε­μέ­τια. Τὰ γνω­στά. Τὰ χέ­ρια του ἔ­πια­ναν.

       «Μὴν σκο­τί­ζε­σαι! Μό­νο… αὐ­τὲς οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες.»

       Χα­μο­γέ­λα­σε. «Κι ἐ­μέ­να», τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε, «ὕ­πνος δὲν μοῦ κολ­λᾶ τε­λευ­ταῖ­α».

       «Ποῦ ἀ­κού­στη­κε!» τοῦ εἶ­πε. « Ἡ νύ­φη νὰ κλέ­ϐ­ει τὸ γαμ­πρό…»

       Γέ­λα­σαν μὲ τὴν ψυ­χή τους.

       «Σὲ κα­λό μας!» τοῦ ἔ­κα­νε στὸ τέ­λος καὶ χά­ι­δε­ψε τὰ γκρί­ζα χι­ό­νια.

       Λέ­γα­νε ἱ­στο­ρί­ες μέ­χρι ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σκα­σε μύ­τη πί­σω ἀ­πὸ τὸ βου­νό.

       Ἔϐαλε ψύ­χρα κι αὐ­τὴ δὲν εἶ­χε πά­ρει τί­πο­τα μα­ζί της.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ σα­κί­διο καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους τὴν κί­τρι­νη ζα­κέ­τα.

       «Δι­ψῶ, Νι­κή­τα, δι­ψῶ!» τοῦ φά­νη­κε νὰ λέ­ει, μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη.

       Ἔϐγαλε ἀπ᾿ τὴ μέ­σα τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του τὸ φλα­σκί. Ἤ­πιαν μιὰ γου­λιὰ κρα­σὶ νὰ γλυ­κά­νουν τὴν πί­κρα τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο ράν­τι­σε τὸ χῶ­μα.

       Τὴ να­νού­ρι­σε μ᾿ ἕ­να σκο­πὸ στὴ φυ­σαρ­μό­νι­κα ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἕ­να κα­τα­χεί­μω­νο στὸ Κιλ­κὶς καὶ ἔ­κτο­τε τοὺς ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο. Ἦ­ταν τὸ πα­ρα­σύν­θη­μα —μὰρς γιὰ ὕ­πνο— ποὺ μό­νον οἱ δυ­ό τους γνώ­ρι­ζαν καὶ τό ᾿λε­γαν κά­θε χρό­νο τέ­τοι­α μέ­ρα.

       Ψυ­χὴ δὲν σά­λευ­ε τρι­γύ­ρω, μό­νο τοῦ ἀ­νέ­μου τὸ σκίρ­τη­μα ἔ­σϐ­η­νε κά­που στὸ βά­θος μα­ζὶ μὲ τὸν κα­η­μὸ τῆς φυ­σαρ­μό­νι­κας. Σι­ω­πὴ σφρά­γι­ζε τώ­ρα τὰ χεί­λη, καὶ μιὰ λύ­πη ποὺ σπάρ­θη­κε ὁ­λό­γυ­ρα στὴν πλά­ση σοῦ ᾿σφιγ­γε τὴν καρ­διά.

       Τὸ σκο­τά­δι σι­γὰ-σι­γὰ τοὺς κύ­κλω­σε. Τὸν ἔ­κλει­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της, ἔ­γει­ραν στὸ πλά­ι καὶ ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν νω­ρὶς-νω­ρίς.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Τὸ Ρο­δα­κιό, 2018).

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.

Διαφημίσεις

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος: Τὸ τάμα



Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ τά­μα


ΧΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΑΡΓΙΕΣ τὰ κα­λά τους. Παίρ­νεις γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τὰ πό­δια σου ἢ τὴ μη­χα­νή σου καὶ τὸ κό­βεις γιὰ τὰ μέ­ρη ποὺ σερ­γι­ά­νι­ζες μι­κρὸς μὲ τὸ πο­δή­λα­τό σου. Φτά­νεις ἂς ποῦ­με στὸ Γα­λά­τσι, πά­νω στὰ Τουρ­κο­βού­νια. Καὶ δὲν γνω­ρί­ζεις τί­πο­τα καὶ κα­νέ­ναν. Ὅ­λα πε­θα­μέ­να. Στρί­βεις στὴν Ὕ­δρας, δε­ξιὰ στὴ Σύ­ρου καὶ φτά­νεις στὴ Μέσ­σης. Ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­χα­σες τὸν χαρ­τα­ε­τό σου τὸ ’75. Κι ἀ­κό­μα τὸν ψά­χνεις. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­σαι καὶ γκα­ζώ­νεις γιὰ τὸ Ἄλ­σος. Κον­το­στέ­κε­σαι στὴν 28ης Ὀ­κτω­βρί­ου. Σφαῖ­ρες χο­ρεύ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτεις κά­τω. Τρεῖς σπα­σμέ­νοι σταυ­ροί, ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ εἰ­κο­νο­στά­σι. Καὶ θυ­μᾶ­σαι αὐ­τὰ ποὺ ἄ­κου­γες μι­κρὸς γιὰ τὸ Τά­μα, λέ­ει, τοῦ Ἔ­θνους, γιὰ τὸ χρέ­ος τὸ πα­λιό, γιὰ ἀ­γω­νι­στές, γιὰ σω­τῆ­ρες καὶ τέ­τοι­α. Καὶ θυ­μᾶ­σαι καὶ κεῖ­νο τὸν συγ­χω­ρια­νὸ τοῦ πα­τέ­ρα σου ποὺ στὰ χρό­νια της Χούν­τας κά­θε τρεῖς καὶ λί­γο ζη­τοῦ­σε συν­δρο­μὴ γιὰ τὸν Να­ὸ καὶ τὸ νέ­ο Παρ­θε­νώ­να. Καὶ τό­τε σκέ­φτε­σαι τὸ ἄλ­λο τά­μα ποὺ ἔ­κα­νε ἡ για­γιὰ τοῦ Νι­κό­λα. Καὶ τὰ κό­κα­λα ποὺ ξέ­θα­ψε ἡ μπουλ­ντό­ζα τό­τε ποὺ φτι­ά­χνα­νε τὸν δρό­μο. Ἀρ­χὲς τοῦ ’80. Κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κες, ἄ­ρα­γε ξα­να­πε­θαί­νει ἕ­νας νε­κρός; Κι ὁ δά­σκα­λος ποὺ εἶ­πε στὴν τά­ξη «ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὁ τό­πος μας, παι­διά μου· γι’ αὐ­τὸ ἡ ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α πρέ­πει νὰ γί­νει ἡ ἐ­θνι­κή μας ἐ­πι­στή­μη». Καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁρ­κί­στη­κες νὰ γί­νεις ἀρ­χαι­ο­λό­γος. Μὰ τὴν ὑ­πό­σχε­ση δὲν τὴν τή­ρη­σες κι ἔ­γι­νες γρα­φιὰς-σκα­πα­νέ­ας, νὰ σκά­βεις μὲ λέ­ξεις τὶς μνῆ­μες, πόν­το-πόν­το, μὴν κα­τα­στρέ­ψεις τὶς σι­ω­πές. Νὰ στοι­χει­ώ­σει ἐ­πι­τέ­λους καὶ τὸ πέν­θος. Κι ἡ για­γιὰ ἡ Μι­κρα­σι­ά­τισ­σα τὸ εἶ­χε, λέ­ει, τά­μα κά­θε μέ­ρα νὰ σέρ­νει τὰ πο­δά­ρια της ἀ­π’ τοὺς Ἀμ­πε­λό­κη­πους ἴ­σα­με τὰ Τουρ­κο­βού­νια ν’ ἀ­νά­ψει κε­ρὶ στὸν Νι­κο­λό της ποὺ οἱ Να­ζὶ του­φέ­κι­σαν κεῖ­νο τὸ χά­ρα­μα τοῦ σα­ράν­τα τέσ­σε­ρα. Καὶ σκύ­βεις τὸ κε­φά­λι στὸ σπα­σμέ­νο μάρ­μα­ρο κι ἀ­κοῦς τὴ δε­κα­ε­ξά­χρο­νη φω­νή του. Ἐ­γὼ πά­λε­ψα γιὰ ν’ ἀλ­λά­ξω τὸν κό­σμο. Ἐ­σὺ τώ­ρα φρόν­τι­σε νὰ μὴν κα­τα­στρα­φεῖ. Καὶ ξέ­ρεις κα­λὰ πὼς πρέ­πει νὰ κρα­τή­σεις τὸ τά­μα. Νὰ μὴν κλεί­νεις τὰ μά­τια. Νὰ μὴ λὲς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό σου. Νὰ μὴν ξε­χνᾶς. Ὅ­σο ζεῖς-τὸ-τά­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μ.Ε., ἐ­νῶ σπου­δά­ζει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Δ. Μα­κε­δο­νί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γή­μα­των Δη­μό­σι­ες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Πή­γη, 2013) καὶ Σπου­δὴ στὸ κί­τρι­νο (ἐκδ. Ρο­δα­κιό, 2018). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς ἱ­στο­χώ­ρους καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Φρέ­αρ, Δέ­κα­τα, Bookpress καὶ στὸ Fra­ctal. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κὸ ἱ­στό­το­πο Ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κῶν Θε­μά­των.


Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».



		

	

Δημήτρης Χριστόπουλος: Τὸ μεγάλο δέντρο

Christopoulos,Dimitris-ToMegaloDentro-Eikona-01


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Τὸ με­γά­λο δέν­τρο


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΑΣΑΛΕΥΤΗ, σφη­νω­μέ­νη στὸν ἀ­να­το­λι­κὸ μα­κρό­στε­νο τοῖ­χο, με­τα­ξὺ κου­ζί­νας καὶ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου, μὲ θέ­α τὸ πα­ρά­θυ­ρο, γιὰ νά ’­χω τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἐ­λέγ­χω τὴ μοί­ρα μου. Μό­λις ὁ ἥ­λιος στρέ­ψει τὸν προ­βο­λέ­α του κα­τὰ πά­νω μου, ἀρ­χί­ζω καὶ κα­θρε­φτί­ζω τὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη δό­ξα μου στὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν λὲς καὶ εἶ­μαι ρε­τρὸ φω­το­γρα­φί­α σὲ κορ­νί­ζα, δι­εκ­δι­κών­τας κ’ ἐ­γὼ λί­γο μερ­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς μέ­ρας. Κι ἔ­τσι πι­ε­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στοὺς πει­θή­νιους συγ­γε­νεῖς —τοὺς χρυ­σο­ποί­κιλ­τους κα­θρέ­φτες, τὰ κά­δρα, τὴν ἐ­τα­ζέ­ρα, τὶς πο­λυ­θρό­νες, τὸν μπου­φέ, τὴν κρε­μά­στρα μὲ τὰ παλ­τὰ στὸν σκο­τει­νὸ δι­ά­δρο­μο— δὲν μπο­ρῶ οὔ­τε τὴν πλά­τη μου νὰ ξύ­σω ὅ­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο ὁ πυ­ρω­μέ­νος τοῖ­χος παίρ­νει φω­τιά, οὔ­τε τὸ χέ­ρι νὰ ση­κώ­σω ἀν­τή­λιο καὶ νὰ δι­ώ­ξω τὸν ἱ­στὸ ποὺ μιὰ ὑ­φάν­τρα μοι­ρο­λα­τρί­α μέ­ρα νύ­χτα πλέ­κει στὶς γω­νι­ές μου. Σι­ω­πῶ σὰν νά ’­μαι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α, σ’ ἕ­ναν ὁ­λο­δι­κό μου ἀ­νέγ­γι­χτο χρό­νο. Κά­πο­τε ἕ­να χέ­ρι ἀ­νοί­γει τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πέ­ναν­τι, χι­μά­ει τὸ φῶς, νι­φά­δες σκό­νης πα­σπα­λί­ζουν τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου, τρό­παι­α μιᾶς νι­ό­της χα­μέ­νης.

             Ὡς ὕ­παρ­ξη πρω­τε­ϊ­κή, πά­νω μου σφίγ­γουν τὰ χέ­ρια τους θω­πευ­τι­κὰ ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ἄν­θρω­ποι ποὺ ἐ­κτι­μοῦν τὴν ἀ­ξί­α μου —τε­χνί­τες, βι­βλι­ο­φά­γοι, οἰ­νο­ποι­οί—συ­χνὰ μὲ γάν­τια στὰ χέ­ρια, νὰ μὴν ἀ­φή­σουν ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα ἀ­ναί­δειας. Μὲ θε­ω­ροῦν πο­λύ­τι­μη καὶ μὲ προ­σέ­χουν. Πα­ρά­πο­νο δὲν ἔ­χω. Λί­γο τό ’­χεις, λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου, νὰ ἀ­πο­κτᾶς ἀ­ξί­α με­τὰ θά­να­τον. Εὔ­κο­λη πάν­τως δὲν μπο­ρεῖς νὰ μὲ πεῖς. Ἀ­κρι­βο­θώ­ρη­τη, ἴ­σως, ἀ­πρό­σι­τη καὶ σί­γου­ρα ἐ­κλε­κτι­κὴ ἐ­πέν­δυ­σις, για­τὶ εἶ­μαι ἡ πρώ­τη ποὺ δο­κι­μά­ζω τὰ κα­λύ­τε­ρα κρα­σιὰ τοῦ κό­σμου καὶ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα βι­βλί­α. Εἶ­δος ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση, μὰ ἀ­πὸ βα­σι­λι­κὴ γε­νιά.

             Στὰ νιά­τα μου, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­κό­μα ἡ μπο­γιά μου, εἶ­χα σου­ξὲ με­γά­λο καὶ μὲ προ­σκυ­νοῦ­σαν σὰν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ὅ­λα τὰ λε­βεν­τό­παι­δα τοῦ χω­ριοῦ. Τέ­τοι­α κορ­μο­στα­σιά, ἔ­λε­γαν, δὲν βρί­σκεις που­θε­νά. Ἄ­νασ­σα τοῦ δρυ­μοῦ, μὲ εἶ­χε ἀ­να­κη­ρύ­ξει ἕ­νας ἀ­λα­φρο­ΐ­σκι­ω­τος ποὺ ζοῦ­σε στὰ μέ­ρη μας ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιά τὰ χρό­νια καὶ ἤ­ξε­ρε τὴ χη­μεί­α τῆς χλω­ρο­φύλ­λης, γιὰ νὰ μοῦ δεί­ξει τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­φο­σί­ω­σή του.

             Ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα, ἀ­νύ­πο­πτη, μὲ τὸ πρῶ­το φῶς ἦρ­θαν τὰ πά­νω κά­τω καὶ φό­βος κρυ­φὸς φώ­λια­σε στὰ φυλ­λο­κάρ­δια μου. Ὁ ἀ­γο­ραῖ­ος ἀρ­χάγ­γε­λος κα­τέ­βη­κε, ἔ­ρι­ξε τὴ βα­ριὰ σκιά του, μὲ ξε­ρί­ζω­σε καὶ πῆ­ρε τὴν προ­γραμ­μέ­νη μου ψυ­χή. Βλέ­πεις, ἀ­φοῦ ἔ­γι­να ὑ­πε­ραι­ω­νό­βια, εἶ­χε φτά­σει καὶ γιὰ μέ­να τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου γιὰ τὴν ἀ­έ­να­η με­τα­μόρ­φω­ση. Τὰ ρι­ζο­δόν­τια μου πέ­σαν ἕ­να ἕ­να, τὰ νε­φρά μου πέ­τρω­σαν, τὸ κορ­μί μου ζά­ρω­σε. Ἤγ­γι­κεν ἡ ὥ­ρα νὰ γί­νω με­τὰ θά­να­τον χρή­σι­μη, ὥ­στε νὰ ἀ­πο­κτή­σω —λέ­νε οἱ νό­μοι τῶν σο­φῶν— ὑ­πε­ρα­ξί­α. Στὸ βα­σί­λει­ο τῶν θνη­τῶν, βλέ­πεις, κι ὁ θά­να­τος κερ­δῶ­ος εἶ­ναι. Κα­λύ­τε­ρα νε­κρὸς πα­ρὰ ζων­τα­νός.

             Ἕ­να πρω­ὶ ξε­μαλ­λι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­χτέ­νι­στη ἄ­ρον ἄ­ρον μὲ σύ­ρα­νε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο ὅ­που ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸν ἦ­χο τῶν πρι­ο­νι­ῶν, τῆς πλά­νης καὶ τῶν σφυ­ρι­ῶν, μὲ σκί­σα­νε —εἴ­πα­νε οἱ χει­ρουρ­γοί— σύμ­φω­να μὲ τὰ νε­ρά μου κι ἔ­πει­τα με­τα­ποι­η­μέ­νη, ἄ­σε­μνα μὲ τα­ρι­χεύ­σα­νε σὲ σχῆ­μα συμ­πα­γές.

             Τέ­λος πάν­των, αὐ­τὰ ἔ­χει ὁ χρό­νος ὁ παν­δα­μά­τωρ. Ἂν καὶ γιὰ νά ’­μαι εἰ­λι­κρι­νής, εἶ­ναι στιγ­μὲς ποὺ θά ‘θε­λα νά ‘­μουν ἕ­να λε­χού­δι κού­τσου­ρο ποὺ καί­γε­ται στὸ τζά­κι καὶ ζε­σταί­νει μὲ τὴν πύ­ρι­νη γλώσ­σα του τοὺς ξω­μά­χους ποὺ τουρ­του­ρί­ζουν ἀ­π’ τὸ κρύ­ο —καὶ ποῦ ξέ­ρεις, μπο­ρεῖ καὶ νὰ λαμ­πά­δια­ζε καὶ κα­νέ­να ὀ­μορ­φό­παι­δο γιὰ χά­ρη μου, καὶ τό­τε, τ’ ὁρ­κί­ζο­μαι, σπο­δὸς θὰ γι­νό­μουν στὰ πό­δια του— πα­ρὰ νὰ ζῶ φυ­λα­κι­σμέ­νη σὲ τέσ­σε­ρις τοί­χους τὸ θαῦ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μου ἀ­θα­να­σί­ας. Τί ἀ­ξί­α ἔ­χει στ’ ἀ­λή­θεια ἡ ἔ­σχα­τη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖς ν’ ἀν­θί­ζεις;

             Στὰ ἰ­σό­βια γε­ρά­μα­τα ἐν­τοι­χι­σμέ­νη σὲ δώ­δε­κα τε­τρα­γω­νι­κά, μό­νη μου πα­ρη­γο­ριὰ ἕ­να πο­τή­ρι κόκ­κι­νο κρα­σί, ποὺ ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ τὸ πα­λιό τὸ ἄ­ρω­μά μου, καὶ τὰ βι­βλί­α. Ναί, τὰ βι­βλί­α… τ’ ἀ­φή­νω νὰ ἀ­να­παύ­ουν γεν­ναι­ό­δω­ρα τὶς ρά­χες τους στὸ ἀ­πο­δε­κα­τι­σμέ­νο μου κορ­μὶ καὶ σὰν βάλ­σα­μο νὰ λυ­τρώ­νουν τὴ λε­η­λα­τη­μέ­νη μου ψυ­χὴ οἱ λέ­ξεις τους.

             Μὰ πιὸ πο­λὺ μ’ ἀ­ρέ­σει, ὅ­ταν βρα­διά­ζει, ἕ­να ἀ­πόκε­ρο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πά­νω μου π’ ἀ­φή­νει νὰ γλι­στρᾶ ἀ­νε­παι­σθή­τως μέ­σα μου ἡ βα­ριὰ φω­νὴ τοῦ κυρ-Ἀ­λέ­ξαν­δρου, ἴ­διος ψαλ­μὸς σὲ ρη­μο­κλή­σι· ἀ­φοῦ πρῶ­τα βγά­λει ἀ­πὸ τὴν ἔ­ξω τσέ­πη τοῦ τριμ­μέ­νου στοὺς ἀγ­κῶ­νες πα­νω­φο­ριοῦ του ἕ­να κομ­πο­λό­ι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ ξύ­λο βε­λα­νι­διᾶς, καὶ ἀ­πὸ τὴ μέ­σα ἕ­να φλα­σκὶ γε­μά­το κρα­σὶ γιὰ νὰ βρέ­ξει μιὰ στα­λιὰ τὰ χεί­λη του, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ἐμ­μο­νι­κὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς για­γιᾶς μου, τῆς βα­σι­λι­κῆς δρυ­ός, τοῦ Με­γά­λου Δέν­τρου. Τὴν ἀ­κοῦ­τε;  «Εἰ­πὲ νὰ μοῦ φει­σθοῦν, νὰ μὴ μὲ κό­ψουν… διὰ νὰ μὴ κά­μω ἀ­κου­σί­ως κα­κόν. Δὲν εἶμ’ ἐ­γὼ νύμ­φη ἀ­θά­να­τος· θὰ ζή­σω ὅ­σον αὐ­τὸ τὸ δέν­δρον…» Χοῦς εἰ­μὶ καὶ εἰς χοῦν ἀ­πε­λεύ­σο­μαι, τὸ στῆ­θος μου οὐρ­λιά­ζει, νε­ρὸ ἔ­σο­μαι γιὰ τοὺς δι­ψα­σμέ­νους, ψω­μὶ γιὰ τοὺς πει­να­σμέ­νους, ἀ­γέ­ρας φου­σκο­δέν­τρης γιὰ τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους, ροῦ­χο γιὰ τοὺς γυ­μνούς, σπί­τι γιὰ τοὺς ἄ­στε­γους, ἐ­γὼ τὸ χῶ­μα καὶ σεῖς οἱ ρί­ζες π’ ἁ­πλώ­νουν.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Fractal.

[Εἰ­κό­να: Emile Jean Baptiste Philippe Bin (1825–1897), The Hamadryad (1870)]

 

Δημήτρης Χριστόπουλος: Sunbeam θὰ πεῖ ἡλιαχτίδα


4333994031_a581e43c29


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Sunbeam θὰ πεῖ ἡ­λι­α­χτί­δα


01-HttaΛΙΑΧΤΙΔΑ ΤΗ ΒΑΦΤΙΣΑΝ, ἡ­λι­α­χτί­δα λέ­γα­νε καὶ τὸ ὁ­λο­καί­νουρ­γιο ἁ­μά­ξι, ποὺ ἀ­γό­ρα­σαν τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε, δέ­κα τοῦ Μάρ­τη. Ξαφ­νι­κὰ ἔ­γι­ναν μιὰ κα­νο­νι­κὴ τε­τρα­με­λὴς οἰ­κο­γέ­νεια, αὐ­τοί, ἡ κο­ρού­λα τους καὶ τὸ ἁ­μά­ξι. Ἀ­χώ­ρι­στα δε­μέ­νοι. Στὸ ἁ­μά­ξι τὴν τά­ι­ζαν, στὸ ἁ­μά­ξι τὴν να­νού­ρι­ζαν κά­νον­τας με­γά­λες βόλ­τες τὶς μέ­ρες ποὺ ὁ ἥ­λιος σπά­τα­λα ξό­δευ­ε τὶς ἀ­κτί­νες του στὸ παρ­μπρὶζ τυ­φλώ­νον­τας τὸν ὁ­δη­γό. Ἐ­κεῖ­νος –«Γιὸ τοῦ Ἥ­λιου», τὸν ἔ­λε­γαν χα­ϊ­δευ­τι­κὰ οἱ φί­λοι του– κά­πνι­ζε ἀ­νέ­με­λά το χόρ­το του ὀ­δη­γών­τας σὰν ἔμ­πει­ρος σο­φὲρ μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι στὸ βο­λάν, καὶ ἡ Λε­μό­να δί­πλα του τα­χτά­ρι­ζε τὸ μω­ρὸ στὰ γό­να­τά της συν­το­νί­ζον­τας τὸ σφρι­γη­λὸ κορ­μί της μὲ τὸ τρα­γου­δά­κι –Τὸν γνω­ρί­ζε­τε τὸν Μάρ­τη,/ τὸν τρε­λὸ καὶ τὸν ἀν­τάρ­τη; /Ξη­με­ρώ­νει καὶ βρα­διά­ζει /κι ἑ­κα­τὸ γνῶ­μες ἀλ­λά­ζει– τό­τε ποὺ ἦ­ταν νέ­οι καὶ πε­τοῦ­σαν στὰ σύν­νε­φα. Ζω­ὴ ἐ­κτὸς ὁ­ρί­ων.

       Ἀ­πὸ τό­τε ἡ ζω­ὴ τρά­βη­ξε τὸν δρό­μο της καὶ δὲν ἀ­πο­γει­ώ­θη­κε ξα­νά. Τώ­ρα, ἡ Ἡ­λι­α­χτί­δα –ὥ­ρι­μη κο­πέ­λα πιὰ– φο­ρά­ει ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας, κά­θε­ται μὲ ἀ­σφά­λεια στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ Sunbeam καὶ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­σφα­λὴς τὴν κα­θη­με­ρι­νή της βόλ­τα –ἐ­φό­σον ὁ και­ρὸς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει. «Κού­κλα μου» τὴ φω­νά­ζουν, ὅ­ταν ὁ ἥ­λιος λού­ζει τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὸ ἀγ­γε­λι­κό του φῶς· τῆς τρα­γου­δοῦν «you are my sunshine» καὶ κα­μα­ρώ­νουν γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιά της, λὲς καὶ ὁ χρό­νος στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν πέμ­πτων γε­νε­θλί­ων της. Πη­γαί­νουν μα­κρι­νοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ πάρ­κα μὲ λί­μνες καὶ κύ­κνους, σὲ δά­ση μὲ δέν­τρα ποὺ τρυ­ποῦν τὸν οὐ­ρα­νό, κά­θον­ται στὸ γρα­σί­δι, ἀ­πο­λαμ­βά­νουν τὸ πι­κνίκ τους καὶ τὴν βγά­ζουν φω­το­γρα­φί­ες σὲ εἰ­δυλ­λια­κὰ ντε­κόρ, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σουν ἐ­πι­με­λῶς τὸ μα­κι­γι­άζ της. «Φτυ­στὴ ὁ μπαμ­πὰς της» τοὺς εἶ­πε τὶς προ­άλ­λες μιὰ κο­πέ­λα μ’ ἕ­να μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά, τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ ἔ­βα­ζε στὸ αὐ­το­κί­νη­το. «Νὰ μὴν τὸ ἀ­φή­νε­τε ἀ­πὸ τὰ μά­τια σας» τὴν συμ­βού­λε­ψαν ἐ­κεῖ­νοι σο­βα­ρά, ἂν καὶ ἔ­νι­ω­σαν τὸν σαρ­κα­σμὸ στὴ φι­λο­φρό­νη­σή της.

       Τὸ ἁ­μά­ξι –γε­ρὴ λα­μα­ρί­να– τὸ δι­α­τη­ροῦν ἀ­κό­μα σὲ ἄ­ρι­στη κα­τά­στα­ση. Οὔ­τε τοὺς πέ­ρα­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ τὸ που­λή­σουν ἢ νὰ τὸ δώ­σουν γιὰ ἀ­πό­συρ­ση. Μιὰ μι­κρὴ γού­βα στὸ κα­πὸ φύ­λα­ξαν γιὰ ἐν­θύ­μιο καὶ μὲ ἕ­ναν ἥ­λιο κί­τρι­νο σὰν λε­μό­νι τὴν ἕν­τυ­σαν. Τὸ παρ­μπρίζ, ποὺ θρυμ­μα­τί­στη­κε πρὶν ἀ­πὸ χρό­νια, μή­να Μάρ­τη –τὸν τρε­λὸ καὶ τὸν Ἀν­τάρ­τη–, τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν.

       Θὰ πε­ρά­σουν τὰ χρό­νια. Τὸν ἥ­λιο τώ­ρα τὸν σκε­πά­ζουν ἴ­σκιοι κι ἡ καρ­διὰ τους που­θε­νὰ δὲν βρί­σκει ἀ­να­πα­μό. Μό­νο ἡ Λε­μό­να κά­θε Μάρ­τη μὲς στ’ ἁ­μά­ξι ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ σι­γο­τρα­γου­δᾶ: Μιὰ βρον­τὴ κι ὁ ἥ­λιος χά­θη /μὲς στῆς συν­νε­φιᾶς τὰ βά­θη, /ρί­χνει καὶ χα­λά­ζι τώ­ρα, /πο­πο­πό, τί ἄ­γρια μπό­ρα! Ἀλ­λὰ εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νοι γο­νεῖς καὶ γνω­ρί­ζουν τί πρέ­πει νὰ πρά­ξουν μὲ ἀ­σφά­λεια. Τὸ manual τῆς Abyss Creation τὸ το­νί­ζει μὲ ἔν­το­να το­νι­σμέ­να γράμ­μα­τα: Τὸ ὑ­περ­βο­λι­κὸ κρύ­ο ἢ ἡ ζέ­στη ἐν­δέ­χε­ται νὰ ἀλ­λοι­ώ­σουν τὴ σι­λι­κό­νη. Προ­σέ­χουν, γιὰ νὰ ἔ­χουν μὲς στὴν ἄ­δεια τους ζω­ή. Οἱ φθο­ρὲς ἀ­πὸ ἀ­λό­γι­στη χρή­ση δὲν πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται στὴν ἐγ­γύ­η­ση.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το βι­βλί­ο του, Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικὸ Fractal.