Δημήτρης Καλοκύρης: Vita Brevis


Δημήτρης Καλοκύρης

 


Vita Brevis


Ὄν, off



Πηγή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001).

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

 

Εἰκόνα: Ars Longa, vita brevis (1900), πίνακας τοῦ Ralph Hedley στὸ South Shields Museum & Art Gallery. Συναφὲς θέμα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (1919) καὶ τὸ παρακάτω τοῦ Armand Rassenfosse:

 

Advertisements

Δημήτρης Καλοκύρης: Γεωγραφικά

untitled..

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης


Γε­ω­γρα­φι­κὰ

Στὸν Εὐ­γέ­νιο Ἀ­ρα­νί­σκι


 06-Delta-Chronica_Polonorum_DΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ αὐ­τὴ ἡ φρά­ση· οὔ­τε κὰν πῶς ἀρ­χί­ζει μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος συγ­γε­νὴς ποὺ ἔ­φυ­γε με­τὰ τὸν πό­λε­μο καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε ἑ­στι­α­τό­ριο μ’ ἑλ­λη­νο­πρε­πῆ φα­γη­τὰ καὶ ἀ­να­το­λί­τι­κες συν­τα­γὲς κον­τὰ στὸ κέν­τρο τῆς πα­λιᾶς πό­λης τοῦ Βε­λι­γρα­δί­ου. Ἀ­πέ­κτη­σε τέσ­σε­ρα παι­διὰ μὲ μιὰ ἀ­ει­κί­νη­τη Κρο­ά­τισ­σα καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ παν­τρέ­ψει τὴ με­γά­λη του κό­ρη κεῖ­νες τὶς μέ­ρες «ἐ­ναν­τί­ον ἑ­νὸς ἐ­πι­στή­μο­να», μᾶς ἔ­γρα­φε λα­κω­νι­κὰ —ποὺ ἀ­πο­δεί­χθη­κε ὄν­τως σπου­δαῖ­ος χη­μι­κὸς στὶς πλα­στι­κὲς ὕ­λες ἀρ­γό­τε­ρα— καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ πα­ρευ­ρε­θοῦ­με σύσ­σω­μοι στοὺς γά­μους.

        Ξε­κι­νή­σα­με σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶς, ἀ­πό­γευ­μα, ἀρ­χὲς Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ ’67, μὲ τὰ ἁρ­μό­ζον­τα δῶ­ρα καὶ μὲ τρό­φι­μα σπα­νί­ζον­τα τό­τε στὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, ὅ­πως κα­φέ­δες, ζά­χα­ρη καὶ ἰ­δι­ό­τρο­πα ζυ­μα­ρι­κά. Ἐ­γὼ δι­έ­τρι­βα στὰ λε­ξι­κὰ πε­ρι­χα­ρής, δι­α­νύ­ον­τας τὴν πα­ρα­λή­γου­σα δια­ύγεια τῆς ἐ­φη­βεί­ας καὶ ση­μεί­ω­να το­πο­θε­σί­ες καὶ ὀ­νό­μα­τα. Βε­λι­γρά­δι: Λευ­κό­πο­λις, Ἄλ­βα Γραι­κι­κή. Ἰλ­λυ­ριοί: Χαρ­βά­ται. Πο­λι­τεῖ­ες: Σίρ­μιον, Σχίμ­πε­νικ, Τευ­θρώ­νη.

        Μᾶς πε­ρί­με­ναν πε­ρι­χα­ρεῖς στὸ σταθ­μό. Τὰ παι­διὰ μι­λοῦ­σαν τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ σὰν ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, μὲ γέ­λια καὶ χει­ρο­νο­μί­ες μᾶλ­λον, πα­ρὰ λέ­ξεις. Πάν­τως, συ­νο­πτι­κά, κα­τα­λα­βαί­να­με. Τὰ νο­ή­μα­τα δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως πο­λύ­πλο­κα. Προ­πό­σεις, χει­ρα­ψί­ες, συ­στά­σεις. Ὁ γά­μος ἦ­ταν με­γα­λο­πρε­πὴς ὡς συ­νή­θως, μὲ βα­θύ­φω­νους ψαλ­μω­δοὺς καὶ ἐ­πάρ­γυ­ρα σκεύ­η.

        Ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ τρα­πέ­ζι, κα­θό­μουν δί­πλα σ’ ἕ­ναν ξά­δελ­φο τοῦ γαμ­προῦ ποὺ μι­λοῦ­σε γαλ­λι­κὰ καὶ σχε­δὸν κου­βεν­τι­ά­ζα­με. Ἦ­ταν ἀ­ρι­στε­ρό­χει­ρας πο­λι­τι­κὰ καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς σχε­δια­στὴς σὲ ἑ­βδο­μα­δια­ία ἐ­φη­με­ρί­δα. Φι­λο­τε­χνοῦ­σε σκί­τσα, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ σταυ­ρό­λε­ξα. Θὰ ἔ­φευ­γε τὸν Μά­ι­ο τοῦ ’68 γιὰ νὰ σπου­δά­σει κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι. Μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὅ­τι πρὶν λί­γες μέ­ρες, τὰ νε­ρὰ τῶν πο­τα­μῶν εἶ­χαν χα­μη­λώ­σει καὶ στὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Δού­να­βη μὲ τὸν Σά­βο, στὴν καρ­διὰ τῆς πό­λης σχε­δόν, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα ἀ­πὸ συ­στά­δες ὑ­δρό­βι­ων φυ­τῶν με­ρι­κὲς νη­σί­δες, φαι­νό­με­νο μᾶλ­λον σπά­νιο, σκό­πευ­ε δὲ νὰ τὶς ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὴν ἐ­παύ­ριο, πρὶν ἀ­νε­βοῦν καὶ πά­λι τὰ νε­ρά, καὶ νὰ ἰ­χνο­γρα­φή­σει τοὺς τό­πους. Δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ δη­λώ­σω ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξω τὴ συμ­με­το­χή μου στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση.

        Ξε­κι­νή­σα­με κα­τὰ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ί, πέν­τε ἄ­το­μα, μὲ μη­χα­νο­κί­νη­τη βάρ­κα ποὺ εἶ­χαν νοι­κιά­σει γιὰ λί­γα δη­νά­ρια, νό­μι­σμα ποὺ μὲ πα­ρὲπεμ­πε ἀ­στρα­πια­ῖα σὲ ἱ­στο­ρί­ες μὲ κεν­τυ­ρί­ω­νες καὶ ἔ­φιπ­πους ἀν­θύ­πα­τους.

        Ἡ δι­α­δρο­μὴ ἦ­ταν σύν­το­μη, δέ­κα λε­πτὰ πε­ρί­που. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ὁ βαρ­κά­ρης ποὺ εἶ­χε δυ­ὸ-τρί­α μο­νά­χα δόν­τια, φο­ροῦ­σε ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πο­μί­μη­ση τζὴν καὶ ἄ­να­βε συ­νε­χῶς τσι­γά­ρα καὶ τὰ πε­τοῦ­σε ἀ­μέ­σως ἀ­ναμ­μέ­να στὸν πο­τα­μό, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ σκο­τει­νὴ λαμ­πα­δη­δρο­μί­α στὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά. Στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα κυ­μά­τι­σε μιὰ ἔν­τα­ση. Μιὰ μπάν­τα ὀ­ρει­χάλ­κι­νων πνευ­στῶν ἔ­κα­νε πρό­βες σ’ ἕ­να μα­κρι­νὸ ἐμ­βα­τή­ριο.

        Πλη­σι­ά­σα­με στὴ με­γα­λύ­τε­ρη νη­σί­δα μὲ τε­τα­μέ­νη προ­σο­χή. Ἀ­πο­βι­βα­στή­κα­με σὲ μιὰ γῆ ὅπου κα­νέ­νας δὲν εἶ­χε πα­τή­σει τὸ πό­δι του ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες καὶ οἱ κίν­δυ­νοι τῆς λά­σπης ἦ­ταν ὁ­ρα­τοί. Προ­πο­ρευ­ό­ταν κά­ποι­ος με­γα­λό­σω­μος μὲ με­γά­λη προ­φύ­λα­ξη, δο­κι­μά­ζον­τας συ­νε­χῶς τὴ στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ ἑ­πό­με­νου βή­μα­τος μ’ ἕ­να κλα­δὶ καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἀ­κο­λου­θού­σα­με βῆ­μα πρὸς βῆ­μα τὰ ἴ­χνη του. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἔ­δει­χναν δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α καὶ φω­το­γρά­φι­ζαν πρὸς ὅ­λες τὶς κα­τευ­θύν­σεις σά­πια φύλ­λα, κα­λά­μια καὶ πέ­τρες.

        Φυ­σοῦ­σε ἀ­έ­ρας; Ἐν­τό­πι­σα ἕ­να εἶ­δος μυρ­σί­νης ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λα­μώ­δη ὑ­δρό­βια, τὸ μό­νο φυ­τὸ ποὺ ἀ­να­γνώ­ρι­ζα ἐ­παρ­κῶς γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ τὸ συ­σχε­τί­ζω ἱ­στο­ρι­κὰ στοὺς κύ­κλους μου μὲ τὸν Παυ­σα­νί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρει μιὰ μυρ­τιὰ στὴν Τροι­ζή­να ποὺ εἶ­χε ὅ­λα της τὰ φύλ­λα δι­ά­τρη­τα, για­τί τὰ τρύ­πη­σε ἀ­πὸ τὰ νεῦ­ρα της ἡ Φαί­δρα μὲ τὴ φουρ­κέ­τα τῶν μαλ­λι­ῶν, πα­θι­α­σμέ­νη, λέ­νε, γιὰ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ Ἱπ­πό­λυ­του. Ταύ­τι­σα ἐ­πί­σης κά­ποι­α φτε­ρω­τά: Μιὰ σι­τα­ρί­να 6-7 ἑ­κα­το­στῶν ποὺ ἔ­χει, ὅ­πως ἄ­κου­σα, κρέ­ας νο­στι­μό­τα­το καὶ πε­ρι­φέ­ρε­ται στὰ σι­το­φό­ρα πε­δί­α. Ἐ­θε­ά­θη καὶ κοκ­κι­νω­πλός, σαρ­κο­φά­γο που­λά­κι μὲ ζω­η­ρό­τα­τα χρώ­μα­τα τοῦ χαλ­κοῦ στὰ φτε­ρὰ καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ στέρ­νο.

        Μὲ βε­βαι­ό­τη­τα δι­έ­κρι­να μιὰ ἐ­σο­χὴ ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄλ­λο τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο στὰ ὑ­πό­γεια ἀ­νά­κτο­ρα τῶν Να­ϊ­ά­δων, μὲ τὸν ὑ­γρὸ δι­ά­δρο­μο γε­μά­το σι­δε­ρό­φρα­κτες πόρ­τες ὅ­που σφα­λί­ζον­ται οἱ πη­γὲς τῶν πο­τα­μῶν: τοῦ Βόλ­γα καὶ τοῦ Δού­να­βη, τοῦ Δνεί­πε­ρου καὶ τοῦ Δρί­να, τοῦ Ἀ­ξιοῦ, τοῦ Ἁ­λι­άκ­μο­να, τοῦ Γάγ­γη, τοῦ Τά­γου καὶ ἄλ­λων πολ­λῶν.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ φώ­να­ξαν. Δη­λα­δή μοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἕ­να σύμ­πλεγ­μα συμ­φώ­νων ποὺ θὰ ἀν­τι­στοι­χοῦ­σε στὴν προ­σφώ­νη­ση «Ἔ, Ἕλ­λη­να!» Εἶ­χαν στα­θεῖ μπρο­στὰ σ’ ἕ­να τοι­χί­ο, ἴ­χνος ἀ­πὸ ἐ­ρεί­πιο, καὶ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν πα­νη­γυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ση­μεῖ­ο μὲ χα­ραγ­μέ­νες με­γα­λο­γράμ­μα­τες ἐ­πι­γρα­φές. Κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς ἦ­ταν σὲ προ­φα­νῆ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω φω­να­χτά τα κολ­λη­μέ­να γράμ­μα­τα. Τὴν ἀν­τέ­γρα­ψα ἐν συ­νε­χεί­α κα­θὼς οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­στα­μέ­νως φω­το­γρά­φι­ζαν. Ἔ­γρα­φε «… καὶ ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸν ἱ­ε­ρὸν ἐ­κα­λέ­σθη ὁ τό­πος Ἱ­ε­ρὰ ὑ­πὸ δὲ τῶν ἐν­το­πί­ων σλα­βι­στὶ Νι­ρά, του­τέ­στιν τό­πος ἀρ­ξά­με­νος καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σεν ὁ ἄρ­χων τρι­α­κο­σί­ας ρί­ζας ἐ­λι­ὲς καὶ ἀμ­πε­λά­κι. Καὶ δι­ό­τι ἦ­το δο­κι­μα­σμέ­νος στὰ σαρ­κι­κὰ πά­θη ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ἐκ τῆσ­δε προ­σκαί­ρου καὶ ἐ­διά­βη πρὸς τὴν αἰ­ώ­νιον ζω­ὴν χρό­νους ἀ­πὸ κτί­σε­ως κό­σμου ζσι­ε’ (7217), ἐ­δι­κούς μας 1707 καὶ ἐ­τά­φη εἰς τὴν αὐ­τὴν ἔ­ξω­θεν ὡς τα­πει­νό­φρων ὅ­που ἦ­το».

        Ποι­ὸς ζοῦ­σε στὰ 1707 πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ξέ­ρα δύ­ο στρέμ­μα­τα; Με­τό­χια; Σκῆ­τες; Ποι­ὸς ὁ Ἄρ­χων;

        Ὁ βαρ­κά­ρης βι­α­ζό­ταν νὰ φύ­γου­με για­τί ἀ­νέ­βαι­ναν σι­γὰ σι­γὰ τὰ νε­ρά. Κά­ποι­ος ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του ἕ­να με­ταλ­λι­κό, πε­πι­ε­σμέ­νο μπου­κά­λι καὶ ἤ­πια­με ἐκ πε­ρι­φο­ρᾶς φλο­γώ­δη οἰ­νο­πνεύ­μα­τα τοῦ δα­μά­σκη­νου — ἤ­τοι ραν­τί­στη­κα στὸ βά­πτι­σμα τῆς θρυ­λι­κῆς σλι­βο­βί­τσας.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (ἢ ἔ­στω κά­ποι­α ἄλ­λη στιγ­μή, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς) πρω­το­σκέ­φτη­κα τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ σι­ω­πη­λὰ διὰ βί­ου θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σα. Φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­πρε­πές, με­τρί­ως προ­σο­δο­φό­ρο πι­θα­νῶς, ἀλ­λὰ δι­αμ­πε­ρὲς καὶ ἐλ­πι­δο­φό­ρο: Στέ­λε­χος τῆς γε­ω­γρα­φι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Θὰ φι­λο­τε­χνοῦ­σα μι­κρές, ἀλ­λὰ καί­ρι­ες πα­ρα­ποι­ή­σεις στοι­χεί­ων στοὺς χάρ­τες· σὲ χάρ­τες ναυ­τι­κούς, ἀ­γρο­τι­κοὺς ἢ ὁ­δι­κούς, σι­δη­ρο­δρο­μι­κούς, τῶν ὑ­πο­γεί­ων, ὀ­ρει­βα­τι­κούς, πο­λι­τι­κοὺς καὶ γε­ω­φυ­σι­κούς, φυ­σι­κῶν πό­ρων, στρα­τι­ω­τι­κούς, ἱ­στο­ρι­κούς, του­ρι­στι­κούς, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κούς, σὲ χάρ­τες δα­σι­κοὺς καὶ ἀ­στρο­νο­μι­κούς, το­πι­κοὺς καὶ παγ­κό­σμιους, ἐ­πί­πε­δους, ἀ­νά­γλυ­φους ἢ πα­ρα­βο­λι­κούς, μὲ προ­βο­λὲς μερ­κα­το­ρι­κὲς ἢ Πέ­τερς. Ἐ­λά­χι­στες δο­λι­ο­φθο­ρὲς στὸ σύ­στη­μα προ­σα­να­το­λι­σμοῦ ἐ­πι­νο­ών­τας, σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­δρο­μῆς ἀρ­χι­κά, ὑ­στέ­ρα ὑ­πὸ τύ­πον φάρ­σας, κα­τό­πιν σὲ μορ­φὴ πα­γί­δας καὶ ἐν­τέ­λει ἀ­πό­το­μης ἔ­κρη­ξης. Χάρ­τες λευ­κούς, χάρ­τες δι­ά­τρη­τους ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ρι­πές, χάρ­τες σπιν­θή­ρων σὰν πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, δι­α­φα­νεῖς, χάρ­τες γιὰ ὀ­ρυ­χεῖ­α καὶ ἀ­ε­ρο­δι­αδρό­μους, χάρ­τες πο­ρεί­ας τῆς μέ­λισ­σας καὶ τοῦ ψα­ριοῦ, χάρ­τες ἄ­νε­μων καὶ ὑ­δά­των, ἀ­πό­κρυ­φους, μυ­στη­ρι­ώ­δεις, νο­η­τοὺς καὶ κα­τα­κό­ρυ­φους, χάρ­τες ἀ­κό­μη ψυ­χο­γρα­φι­κούς, χάρ­τες ἐ­ρώ­των κω­μα­τώ­δεις.

        Καὶ αὐ­τό, πά­νω κά­τω, ἔ­κα­να.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001)

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.