Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar): Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων



Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar)


Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων

(Continuidad de los parques)


ΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ νὰ δι­α­βά­ζει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει για­τὶ με­σο­λά­βη­σαν ἐ­πεί­γου­σες ὑ­πο­θέ­σεις καὶ τὸ ξα­νά­πια­σε στὸ τρέ­νο, γυρ­νών­τας στὸ κτῆ­μα του· ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ ἀ­φη­νό­ταν νὰ τὸν τρα­βή­ξει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἡ πλο­κή, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν προ­σώ­πων. Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, ἀ­φοῦ ἔ­γρα­ψε ἕ­να γράμ­μα στὸν πλη­ρε­ξού­σιό του καὶ συ­ζή­τη­σε μὲ τὸν ἐ­πι­στά­τη γιὰ τὸ μί­σθω­μα ἑ­νὸς χω­ρα­φιοῦ, ξα­νά­πια­σε τὸ δι­ά­βα­σμα στὴν ἠ­ρε­μί­α τοῦ ἀ­να­γνω­στή­ριου, ἀ­π’ ὅ­που ἡ θέ­α ἁ­πλω­νό­ταν στὸ πάρ­κο μὲ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Χω­μέ­νος στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, μὲ τὶς πλά­τες γυ­ρι­σμέ­νες πρὸς τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὴν ἐ­νο­χλη­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα κά­ποι­ων ἐν­δε­χό­με­νων πε­ρι­σπα­σμῶν, χά­ι­δευ­ε ποῦ καὶ ποῦ μὲ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι τὸ πρά­σι­νο βε­λοῦ­δο καὶ στρώ­θη­κε νὰ δι­α­βά­ζει τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­φά­λαι­α. Ἡ μνή­μη του εἶ­χε συγ­κρα­τή­σει χω­ρὶς κό­πο τὰ ὀ­νό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν κεν­τρι­κῶν ἡ­ρώ­ων· σχε­δὸν ἀ­μέ­σως πα­ρα­σύρ­θη­κε μὲς στὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε μὲ πα­ρά­λο­γη σχε­δὸν ἡ­δο­νὴ τὸ ὅ­τι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν λί­γο-λί­γο, ἀ­ρά­δα τὴν ἀ­ρά­δα, ἀ­π’ ὅ,τι τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε, καὶ πὼς αἰ­σθα­νό­ταν πό­τε-πό­τε τὸ κε­φά­λι του ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὸ βε­λοῦ­δο τῆς ψη­λῆς ρά­χης, καὶ ὅ­τι τὰ τσι­γά­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ βρί­σκον­ται κον­τὰ στὸ χέ­ρι του, καὶ πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ δει­λι­νοῦ χό­ρευ­ε κά­τω ἀ­πὸ τὶς βε­λα­νι­δι­ές. Λέ­ξη μὲ λέ­ξη, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πο­τα­πὴ τε­λι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἡ­ρώ­ων, ἐ­νῶ ἀ­φη­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὶς εἰ­κό­νες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν καὶ ἀ­πο­κτοῦ­σαν χρῶ­μα καὶ κί­νη­ση, πα­ραυ­ρέ­θη­κε αὐ­τό­πτης μάρ­τυ­ρας τῆς τε­λι­κῆς συ­νάν­τη­σης στὴν κα­λύ­βα τοῦ δά­σους. Πρώ­τη μπῆ­κε ἡ γυ­ναί­κα, φο­βι­σμέ­νη· τώ­ρα ἦρ­θε ὁ ἐ­ρα­στὴς μὲ τὸ πρό­σω­πο γρα­τζου­νι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ τί­ναγ­μα ἑ­νὸς κλα­διοῦ. Τοῦ φι­λοῦ­σε ὑ­πέ­ρο­χα τὶς γρα­τζου­νι­ὲς γιὰ νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αἷ­μα, ἐ­νῶ αὐ­τὸς τρα­βι­ό­ταν ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὰ χά­δια, δὲν εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴν τε­λε­τουρ­γί­α ἑ­νὸς πά­θους κρυ­φοῦ ποὺ τὸ συγ­κά­λυ­πταν ἕ­νας σω­ρὸς φύλ­λα ξε­ρὰ καὶ μυ­στι­κὰ μο­νο­πά­τια. Τὸ στι­λέ­το ἔ­γι­νε χλια­ρὸ ἀ­κουμ­πών­τας στὸ στῆ­θος του, καὶ ἀ­πὸ κά­τω χτυ­ποῦ­σε ἡ ζα­ρω­μέ­νη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ἕ­νας λα­χα­νια­στὸς δι­ά­λο­γος ξε­τυ­λι­γό­ταν μέ­σα στὶς σε­λί­δες σὰν ἕ­να πο­τά­μι ἀ­πὸ ἑρ­πε­τά, καὶ εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ὅ­λα εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σι­στεῖ ἀ­πὸ πάν­τα. Ὣς καὶ αὐ­τὰ τὰ χά­δια ποὺ τύ­λι­γαν τὸ σῶ­μα τοῦ ἐ­ρα­στῆ σὰν γιὰ νὰ τὸν συγ­κρα­τή­σουν καὶ νὰ τὸν με­τα­πεί­σουν, σχε­δί­α­ζαν φρι­κτὰ τὸ πε­ρί­γραμ­μα ἑ­νὸς ἄλ­λου σώ­μα­τος, ποὺ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ ἐ­ξον­τω­θεῖ. Δὲν εἶ­χαν πα­ρα­λεί­ψει τί­πο­τα: ἄλ­λο­θι, συμ­πτώ­σεις, πι­θα­νὰ λά­θη. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη τὸ κά­θε λε­πτὸ εἶ­χε τὴ σκο­πι­μό­τη­τά του, ὑ­πο­λο­γι­σμέ­νη μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Τὴν ἄ­γρια καὶ ἀ­μεί­λι­κτη σκη­νὴ ποὺ τῆς ἔ­κα­νε, μό­λις ποὺ δι­έ­κο­πτε πό­τε-πό­τε ἕ­να χέ­ρι νὰ χα­ϊ­δέ­ψει ἕ­να μά­γου­λο. Ἄρ­χι­σε νὰ νυ­χτώ­νει.

       Χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, δε­μέ­νοι σφι­χτὰ στὸ ἔρ­γο ποὺ εἶ­χαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν, χω­ρί­στη­καν στὴν πόρ­τα τῆς κα­λύ­βας. Ἐ­κεί­νη ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ τρα­βοῦ­σε κα­τὰ τὸ βο­ριά. Ἐ­κεῖ­νος, στὸ ἀν­τί­θε­το μο­νο­πά­τι, γύ­ρι­σε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὴν δεῖ νὰ φεύ­γει, μὲ τὰ μαλ­λιά της λυ­τά. Μὲ τὴ σει­ρά του ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει κι αὐ­τός, κα­τα­φεύ­γον­τας στὰ δέν­τρα καὶ τοὺς φρά­χτες, ὥ­σπου ξε­χώ­ρι­σε μὲς στὴ μα­βιὰ ὁ­μί­χλη τῆς χα­ραυ­γῆς τὴν ἀ­λέ­α ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ σπί­τι. Τὰ σκυ­λιὰ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γα­βγί­σουν, καὶ δὲν γά­βγι­σαν. Τὴν ὥ­ρα αὐ­τὴ ὁ ἐ­πι­στά­της δὲν ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἀ­νέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ μπῆ­κε. Μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ αἷ­μα ποὺ βού­ι­ζε στ’ αὐ­τιά του τοῦ ἐρ­χόν­ταν ἀ­κό­μα τὰ λό­για τῆς γυ­ναί­κας: πρῶ­τα μιὰ γα­λά­ζια αἴ­θου­σα, ὕ­στε­ρα ἕ­νας δι­ά­δρο­μος, με­τὰ μιὰ σκά­λα μὲ χα­λί. Στὸ πά­νω πά­τω­μα, δυ­ὸ πόρ­τες. Στὸ πρῶ­το δω­μά­τιο κα­νείς, στὸ δεύ­τε­ρο κα­νείς. Ἡ πόρ­τα τοῦ μι­κροῦ σα­λο­νιοῦ, καὶ ὑ­στέ­ρα, μὲ τὸ στι­λέ­το στὸ χέ­ρι, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, ἡ ψη­λὴ ρά­χης μιᾶς πρά­σι­νης, βε­λού­δι­νης πο­λυ­θρό­νας, τὸ κε­φά­λι τοῦ ἄν­τρα ποὺ κά­θε­ται στὴν πο­λυ­θρό­να δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα.



Πηγή: περ. Χάρτης, ἀρ. 10, Φεβρουάριος 1984. Τὸ πρω­τότυπο πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Fi­nal del ju­e­go (Τέ­λος τοῦ παι­χνι­διοῦ), 1956 (ἐκδ. Su­da­me­ri­ca­na).

Χούλιο Κορτάσαρ (Julio Cortázar) (Βρυ­ξέλ­λες, 1914-Πα­ρί­σι, 1984). Μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἀ­πὸ τὸ 1952 ἐρ­γα­ζό­ταν στὴν ΟΥ­ΝΕ­ΣΚΟ ὡς με­τα­φρα­στής. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ P­r­e­s­e­n­c­ia (1940).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το(1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Δραματοποίηση:

Ἀχιλ­λέας Κυριακίδης (1999)

Ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=0zL9tb0y16g

https://www.youtube.com/watch?v=G_tFWxA7-ho

https://www.youtube.com/watch?v=GUDspbzxplE

https://www.youtube.com/watch?v=xGKqGyIeE9w

https://www.youtube.com/watch?v=2J0aA_XOvAE

https://www.youtube.com/watch?v=HrJNiwu-Ajs

Τὸ ἰσπανικὸ πρωτότυπο:

Διαβάζει ὁ Χούλιο Κορτάσαρ:

Julio Cortázar

Continuidad de los parques

Había empezado a leer la novela unos días antes. La abandonó por negocios urgentes, volvió a abrirla cuando regresaba en tren a la finca; se dejaba interesar lentamente por la trama, por el dibujo de los personajes. Esa tarde, después de escribir una carta a su apoderado y discutir con el mayordomo una cuestión de aparcerías, volvió al libro en la tranquilidad del estudio que miraba hacia el parque de los robles. Arrellanado en su sillón favorito, de espaldas a la puerta que lo hubiera molestado como una irritante posibilidad de intrusiones, dejó que su mano izquierda acariciara una y otra vez el terciopelo verde y se puso a leer los últimos capítulos. Su memoria retenía sin esfuerzo los nombres y las imágenes de los protagonistas; la ilusión novelesca lo ganó casi en seguida. Gozaba del placer casi perverso de irse desgajando línea a línea de lo que lo rodeaba, y sentir a la vez que su cabeza descansaba cómodamente en el terciopelo del alto respaldo, que los cigarrillos seguían al alcance de la mano, que más allá de los ventanales danzaba el aire del atardecer bajo los robles. Palabra a palabra, absorbido por la sórdida disyuntiva de los héroes, dejándose ir hacia las imágenes que se concertaban y adquirían color y movimiento, fue testigo del último encuentro en la cabaña del monte. Primero entraba la mujer, recelosa; ahora llegaba el amante, lastimada la cara por el chicotazo de una rama. Admirablemente restañaba ella la sangre con sus besos, pero él rechazaba las caricias, no había venido para repetir las ceremonias de una pasión secreta, protegida por un mundo de hojas secas y senderos furtivos. El puñal se entibiaba contra su pecho, y debajo latía la libertad agazapada. Un diálogo anhelante corría por las páginas como un arroyo de serpientes, y se sentía que todo estaba decidido desde siempre. Hasta esas caricias que enredaban el cuerpo del amante como queriendo retenerlo y disuadirlo, dibujaban abominablemente la figura de otro cuerpo que era necesario destruir. Nada había sido olvidado: coartadas, azares, posibles errores. A partir de esa hora cada instante tenía su empleo minuciosamente atribuido. El doble repaso despiadado se interrumpía apenas para que una mano acariciara una mejilla. Empezaba a anochecer.

            Sin mirarse ya, atados rígidamente a la tarea que los esperaba, se separaron en la puerta de la cabaña. Ella debía seguir por la senda que iba al norte. Desde la senda opuesta él se volvió un instante para verla correr con el pelo suelto. Corrió a su vez, parapetándose en los árboles y los setos, hasta distinguir en la bruma malva del crepúsculo la alameda que llevaba a la casa. Los perros no debían ladrar, y no ladraron. El mayordomo no estaría a esa hora, y no estaba. Subió los tres peldaños del porche y entró. Desde la sangre galopando en sus oídos le llegaban las palabras de la mujer: primero una sala azul, después una galería, una escalera alfombrada. En lo alto, dos puertas. Nadie en la primera habitación, nadie en la segunda. La puerta del salón, y entonces el puñal en la mano, la luz de los ventanales, el alto respaldo de un sillón de terciopelo verde, la cabeza del hombre en el sillón leyendo una novela.

Ἀνάλυση τοῦ κειμένου στὰ ἰσπανικὰ

ἀπὸ τὸν Fernando Chelle:

 

https://letralia.com/lecturas/2016/04/30/lectura-comentada-de-continuidad-de-los-parques-de-julio-cortazar/

 

Διαφημίσεις

Δημήτρης Καλοκύρης: Vita Brevis


Δημήτρης Καλοκύρης

 


Vita Brevis


Ὄν, off



Πηγή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001).

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

 

Εἰκόνα: Ars Longa, vita brevis (1900), πίνακας τοῦ Ralph Hedley στὸ South Shields Museum & Art Gallery. Συναφὲς θέμα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (1919) καὶ τὸ παρακάτω τοῦ Armand Rassenfosse:

 

Δημήτρης Καλοκύρης: Γεωγραφικά

untitled..

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης


Γε­ω­γρα­φι­κὰ

Στὸν Εὐ­γέ­νιο Ἀ­ρα­νί­σκι


 06-Delta-Chronica_Polonorum_DΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ αὐ­τὴ ἡ φρά­ση· οὔ­τε κὰν πῶς ἀρ­χί­ζει μπο­ρῶ νὰ πῶ. Ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος συγ­γε­νὴς ποὺ ἔ­φυ­γε με­τὰ τὸν πό­λε­μο καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε ἑ­στι­α­τό­ριο μ’ ἑλ­λη­νο­πρε­πῆ φα­γη­τὰ καὶ ἀ­να­το­λί­τι­κες συν­τα­γὲς κον­τὰ στὸ κέν­τρο τῆς πα­λιᾶς πό­λης τοῦ Βε­λι­γρα­δί­ου. Ἀ­πέ­κτη­σε τέσ­σε­ρα παι­διὰ μὲ μιὰ ἀ­ει­κί­νη­τη Κρο­ά­τισ­σα καὶ ἐ­πρό­κει­το νὰ παν­τρέ­ψει τὴ με­γά­λη του κό­ρη κεῖ­νες τὶς μέ­ρες «ἐ­ναν­τί­ον ἑ­νὸς ἐ­πι­στή­μο­να», μᾶς ἔ­γρα­φε λα­κω­νι­κὰ —ποὺ ἀ­πο­δεί­χθη­κε ὄν­τως σπου­δαῖ­ος χη­μι­κὸς στὶς πλα­στι­κὲς ὕ­λες ἀρ­γό­τε­ρα— καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ πα­ρευ­ρε­θοῦ­με σύσ­σω­μοι στοὺς γά­μους.

        Ξε­κι­νή­σα­με σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶς, ἀ­πό­γευ­μα, ἀρ­χὲς Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ ’67, μὲ τὰ ἁρ­μό­ζον­τα δῶ­ρα καὶ μὲ τρό­φι­μα σπα­νί­ζον­τα τό­τε στὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, ὅ­πως κα­φέ­δες, ζά­χα­ρη καὶ ἰ­δι­ό­τρο­πα ζυ­μα­ρι­κά. Ἐ­γὼ δι­έ­τρι­βα στὰ λε­ξι­κὰ πε­ρι­χα­ρής, δι­α­νύ­ον­τας τὴν πα­ρα­λή­γου­σα δια­ύγεια τῆς ἐ­φη­βεί­ας καὶ ση­μεί­ω­να το­πο­θε­σί­ες καὶ ὀ­νό­μα­τα. Βε­λι­γρά­δι: Λευ­κό­πο­λις, Ἄλ­βα Γραι­κι­κή. Ἰλ­λυ­ριοί: Χαρ­βά­ται. Πο­λι­τεῖ­ες: Σίρ­μιον, Σχίμ­πε­νικ, Τευ­θρώ­νη.

        Μᾶς πε­ρί­με­ναν πε­ρι­χα­ρεῖς στὸ σταθ­μό. Τὰ παι­διὰ μι­λοῦ­σαν τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ σὰν ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, μὲ γέ­λια καὶ χει­ρο­νο­μί­ες μᾶλ­λον, πα­ρὰ λέ­ξεις. Πάν­τως, συ­νο­πτι­κά, κα­τα­λα­βαί­να­με. Τὰ νο­ή­μα­τα δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως πο­λύ­πλο­κα. Προ­πό­σεις, χει­ρα­ψί­ες, συ­στά­σεις. Ὁ γά­μος ἦ­ταν με­γα­λο­πρε­πὴς ὡς συ­νή­θως, μὲ βα­θύ­φω­νους ψαλ­μω­δοὺς καὶ ἐ­πάρ­γυ­ρα σκεύ­η.

        Ἀρ­γό­τε­ρα, στὸ τρα­πέ­ζι, κα­θό­μουν δί­πλα σ’ ἕ­ναν ξά­δελ­φο τοῦ γαμ­προῦ ποὺ μι­λοῦ­σε γαλ­λι­κὰ καὶ σχε­δὸν κου­βεν­τι­ά­ζα­με. Ἦ­ταν ἀ­ρι­στε­ρό­χει­ρας πο­λι­τι­κὰ καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς σχε­δια­στὴς σὲ ἑ­βδο­μα­δια­ία ἐ­φη­με­ρί­δα. Φι­λο­τε­χνοῦ­σε σκί­τσα, γε­λοι­ο­γρα­φί­ες καὶ σταυ­ρό­λε­ξα. Θὰ ἔ­φευ­γε τὸν Μά­ι­ο τοῦ ’68 γιὰ νὰ σπου­δά­σει κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­ρί­σι. Μὲ πλη­ρο­φό­ρη­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὅ­τι πρὶν λί­γες μέ­ρες, τὰ νε­ρὰ τῶν πο­τα­μῶν εἶ­χαν χα­μη­λώ­σει καὶ στὴ συμ­βο­λὴ τοῦ Δού­να­βη μὲ τὸν Σά­βο, στὴν καρ­διὰ τῆς πό­λης σχε­δόν, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα ἀ­πὸ συ­στά­δες ὑ­δρό­βι­ων φυ­τῶν με­ρι­κὲς νη­σί­δες, φαι­νό­με­νο μᾶλ­λον σπά­νιο, σκό­πευ­ε δὲ νὰ τὶς ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὴν ἐ­παύ­ριο, πρὶν ἀ­νε­βοῦν καὶ πά­λι τὰ νε­ρά, καὶ νὰ ἰ­χνο­γρα­φή­σει τοὺς τό­πους. Δὲν δυ­σκο­λεύ­τη­κα νὰ δη­λώ­σω ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ νὰ ἐ­πι­δι­ώ­ξω τὴ συμ­με­το­χή μου στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση.

        Ξε­κι­νή­σα­με κα­τὰ τὶς δέ­κα τὸ πρω­ί, πέν­τε ἄ­το­μα, μὲ μη­χα­νο­κί­νη­τη βάρ­κα ποὺ εἶ­χαν νοι­κιά­σει γιὰ λί­γα δη­νά­ρια, νό­μι­σμα ποὺ μὲ πα­ρὲπεμ­πε ἀ­στρα­πια­ῖα σὲ ἱ­στο­ρί­ες μὲ κεν­τυ­ρί­ω­νες καὶ ἔ­φιπ­πους ἀν­θύ­πα­τους.

        Ἡ δι­α­δρο­μὴ ἦ­ταν σύν­το­μη, δέ­κα λε­πτὰ πε­ρί­που. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ὁ βαρ­κά­ρης ποὺ εἶ­χε δυ­ὸ-τρί­α μο­νά­χα δόν­τια, φο­ροῦ­σε ἕ­να σα­κά­κι ἀ­πο­μί­μη­ση τζὴν καὶ ἄ­να­βε συ­νε­χῶς τσι­γά­ρα καὶ τὰ πε­τοῦ­σε ἀ­μέ­σως ἀ­ναμ­μέ­να στὸν πο­τα­μό, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ σκο­τει­νὴ λαμ­πα­δη­δρο­μί­α στὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά. Στὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα κυ­μά­τι­σε μιὰ ἔν­τα­ση. Μιὰ μπάν­τα ὀ­ρει­χάλ­κι­νων πνευ­στῶν ἔ­κα­νε πρό­βες σ’ ἕ­να μα­κρι­νὸ ἐμ­βα­τή­ριο.

        Πλη­σι­ά­σα­με στὴ με­γα­λύ­τε­ρη νη­σί­δα μὲ τε­τα­μέ­νη προ­σο­χή. Ἀ­πο­βι­βα­στή­κα­με σὲ μιὰ γῆ ὅπου κα­νέ­νας δὲν εἶ­χε πα­τή­σει τὸ πό­δι του ἀ­πὸ αἰ­ῶ­νες καὶ οἱ κίν­δυ­νοι τῆς λά­σπης ἦ­ταν ὁ­ρα­τοί. Προ­πο­ρευ­ό­ταν κά­ποι­ος με­γα­λό­σω­μος μὲ με­γά­λη προ­φύ­λα­ξη, δο­κι­μά­ζον­τας συ­νε­χῶς τὴ στα­θε­ρό­τη­τα τοῦ ἑ­πό­με­νου βή­μα­τος μ’ ἕ­να κλα­δὶ καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἀ­κο­λου­θού­σα­με βῆ­μα πρὸς βῆ­μα τὰ ἴ­χνη του. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἔ­δει­χναν δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α καὶ φω­το­γρά­φι­ζαν πρὸς ὅ­λες τὶς κα­τευ­θύν­σεις σά­πια φύλ­λα, κα­λά­μια καὶ πέ­τρες.

        Φυ­σοῦ­σε ἀ­έ­ρας; Ἐν­τό­πι­σα ἕ­να εἶ­δος μυρ­σί­νης ἀ­νά­με­σα στὰ κα­λα­μώ­δη ὑ­δρό­βια, τὸ μό­νο φυ­τὸ ποὺ ἀ­να­γνώ­ρι­ζα ἐ­παρ­κῶς γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ τὸ συ­σχε­τί­ζω ἱ­στο­ρι­κὰ στοὺς κύ­κλους μου μὲ τὸν Παυ­σα­νί­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­φέ­ρει μιὰ μυρ­τιὰ στὴν Τροι­ζή­να ποὺ εἶ­χε ὅ­λα της τὰ φύλ­λα δι­ά­τρη­τα, για­τί τὰ τρύ­πη­σε ἀ­πὸ τὰ νεῦ­ρα της ἡ Φαί­δρα μὲ τὴ φουρ­κέ­τα τῶν μαλ­λι­ῶν, πα­θι­α­σμέ­νη, λέ­νε, γιὰ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ Ἱπ­πό­λυ­του. Ταύ­τι­σα ἐ­πί­σης κά­ποι­α φτε­ρω­τά: Μιὰ σι­τα­ρί­να 6-7 ἑ­κα­το­στῶν ποὺ ἔ­χει, ὅ­πως ἄ­κου­σα, κρέ­ας νο­στι­μό­τα­το καὶ πε­ρι­φέ­ρε­ται στὰ σι­το­φό­ρα πε­δί­α. Ἐ­θε­ά­θη καὶ κοκ­κι­νω­πλός, σαρ­κο­φά­γο που­λά­κι μὲ ζω­η­ρό­τα­τα χρώ­μα­τα τοῦ χαλ­κοῦ στὰ φτε­ρὰ καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ στέρ­νο.

        Μὲ βε­βαι­ό­τη­τα δι­έ­κρι­να μιὰ ἐ­σο­χὴ ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄλ­λο τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο στὰ ὑ­πό­γεια ἀ­νά­κτο­ρα τῶν Να­ϊ­ά­δων, μὲ τὸν ὑ­γρὸ δι­ά­δρο­μο γε­μά­το σι­δε­ρό­φρα­κτες πόρ­τες ὅ­που σφα­λί­ζον­ται οἱ πη­γὲς τῶν πο­τα­μῶν: τοῦ Βόλ­γα καὶ τοῦ Δού­να­βη, τοῦ Δνεί­πε­ρου καὶ τοῦ Δρί­να, τοῦ Ἀ­ξιοῦ, τοῦ Ἁ­λι­άκ­μο­να, τοῦ Γάγ­γη, τοῦ Τά­γου καὶ ἄλ­λων πολ­λῶν.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ φώ­να­ξαν. Δη­λα­δή μοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἕ­να σύμ­πλεγ­μα συμ­φώ­νων ποὺ θὰ ἀν­τι­στοι­χοῦ­σε στὴν προ­σφώ­νη­ση «Ἔ, Ἕλ­λη­να!» Εἶ­χαν στα­θεῖ μπρο­στὰ σ’ ἕ­να τοι­χί­ο, ἴ­χνος ἀ­πὸ ἐ­ρεί­πιο, καὶ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν πα­νη­γυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ση­μεῖ­ο μὲ χα­ραγ­μέ­νες με­γα­λο­γράμ­μα­τες ἐ­πι­γρα­φές. Κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς ἦ­ταν σὲ προ­φα­νῆ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ προ­σπά­θη­σα νὰ δι­α­βά­σω φω­να­χτά τα κολ­λη­μέ­να γράμ­μα­τα. Τὴν ἀν­τέ­γρα­ψα ἐν συ­νε­χεί­α κα­θὼς οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­στα­μέ­νως φω­το­γρά­φι­ζαν. Ἔ­γρα­φε «… καὶ ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸν ἱ­ε­ρὸν ἐ­κα­λέ­σθη ὁ τό­πος Ἱ­ε­ρὰ ὑ­πὸ δὲ τῶν ἐν­το­πί­ων σλα­βι­στὶ Νι­ρά, του­τέ­στιν τό­πος ἀρ­ξά­με­νος καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σεν ὁ ἄρ­χων τρι­α­κο­σί­ας ρί­ζας ἐ­λι­ὲς καὶ ἀμ­πε­λά­κι. Καὶ δι­ό­τι ἦ­το δο­κι­μα­σμέ­νος στὰ σαρ­κι­κὰ πά­θη ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ἐκ τῆσ­δε προ­σκαί­ρου καὶ ἐ­διά­βη πρὸς τὴν αἰ­ώ­νιον ζω­ὴν χρό­νους ἀ­πὸ κτί­σε­ως κό­σμου ζσι­ε’ (7217), ἐ­δι­κούς μας 1707 καὶ ἐ­τά­φη εἰς τὴν αὐ­τὴν ἔ­ξω­θεν ὡς τα­πει­νό­φρων ὅ­που ἦ­το».

        Ποι­ὸς ζοῦ­σε στὰ 1707 πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν ξέ­ρα δύ­ο στρέμ­μα­τα; Με­τό­χια; Σκῆ­τες; Ποι­ὸς ὁ Ἄρ­χων;

        Ὁ βαρ­κά­ρης βι­α­ζό­ταν νὰ φύ­γου­με για­τί ἀ­νέ­βαι­ναν σι­γὰ σι­γὰ τὰ νε­ρά. Κά­ποι­ος ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του ἕ­να με­ταλ­λι­κό, πε­πι­ε­σμέ­νο μπου­κά­λι καὶ ἤ­πια­με ἐκ πε­ρι­φο­ρᾶς φλο­γώ­δη οἰ­νο­πνεύ­μα­τα τοῦ δα­μά­σκη­νου — ἤ­τοι ραν­τί­στη­κα στὸ βά­πτι­σμα τῆς θρυ­λι­κῆς σλι­βο­βί­τσας.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (ἢ ἔ­στω κά­ποι­α ἄλ­λη στιγ­μή, ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς) πρω­το­σκέ­φτη­κα τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ σι­ω­πη­λὰ διὰ βί­ου θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σα. Φαι­νο­με­νι­κὰ εὐ­πρε­πές, με­τρί­ως προ­σο­δο­φό­ρο πι­θα­νῶς, ἀλ­λὰ δι­αμ­πε­ρὲς καὶ ἐλ­πι­δο­φό­ρο: Στέ­λε­χος τῆς γε­ω­γρα­φι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Θὰ φι­λο­τε­χνοῦ­σα μι­κρές, ἀλ­λὰ καί­ρι­ες πα­ρα­ποι­ή­σεις στοι­χεί­ων στοὺς χάρ­τες· σὲ χάρ­τες ναυ­τι­κούς, ἀ­γρο­τι­κοὺς ἢ ὁ­δι­κούς, σι­δη­ρο­δρο­μι­κούς, τῶν ὑ­πο­γεί­ων, ὀ­ρει­βα­τι­κούς, πο­λι­τι­κοὺς καὶ γε­ω­φυ­σι­κούς, φυ­σι­κῶν πό­ρων, στρα­τι­ω­τι­κούς, ἱ­στο­ρι­κούς, του­ρι­στι­κούς, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κούς, σὲ χάρ­τες δα­σι­κοὺς καὶ ἀ­στρο­νο­μι­κούς, το­πι­κοὺς καὶ παγ­κό­σμιους, ἐ­πί­πε­δους, ἀ­νά­γλυ­φους ἢ πα­ρα­βο­λι­κούς, μὲ προ­βο­λὲς μερ­κα­το­ρι­κὲς ἢ Πέ­τερς. Ἐ­λά­χι­στες δο­λι­ο­φθο­ρὲς στὸ σύ­στη­μα προ­σα­να­το­λι­σμοῦ ἐ­πι­νο­ών­τας, σὲ ἐ­πί­πε­δο πα­ρα­δρο­μῆς ἀρ­χι­κά, ὑ­στέ­ρα ὑ­πὸ τύ­πον φάρ­σας, κα­τό­πιν σὲ μορ­φὴ πα­γί­δας καὶ ἐν­τέ­λει ἀ­πό­το­μης ἔ­κρη­ξης. Χάρ­τες λευ­κούς, χάρ­τες δι­ά­τρη­τους ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ρι­πές, χάρ­τες σπιν­θή­ρων σὰν πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, δι­α­φα­νεῖς, χάρ­τες γιὰ ὀ­ρυ­χεῖ­α καὶ ἀ­ε­ρο­δι­αδρό­μους, χάρ­τες πο­ρεί­ας τῆς μέ­λισ­σας καὶ τοῦ ψα­ριοῦ, χάρ­τες ἄ­νε­μων καὶ ὑ­δά­των, ἀ­πό­κρυ­φους, μυ­στη­ρι­ώ­δεις, νο­η­τοὺς καὶ κα­τα­κό­ρυ­φους, χάρ­τες ἀ­κό­μη ψυ­χο­γρα­φι­κούς, χάρ­τες ἐ­ρώ­των κω­μα­τώ­δεις.

        Καὶ αὐ­τό, πά­νω κά­τω, ἔ­κα­να.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ἀ­ριθ­μῶν, δι­η­γή­σεις καὶ εἰ­κο­νί­σμα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα 2001)

Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης (Ρέ­θυ­μνο, 1948). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τράμ, τὶς ὁ­μώ­νυ­μες ἐκ­δό­σεις λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τέ­χνης (1971-87) καθὼς καὶ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Χάρ­της (1982-87). Ὑ­πῆρ­ξε δι­ευ­θυν­τὴς συν­τά­ξε­ως καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τέ­ταρ­το (1985-87). Ἔ­χει κά­νει τρεῖς ἐκ­θέ­σεις κο­λὰζ καὶ εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε βι­βλί­α γιὰ παι­διά. Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τῆς Ὁ­μη­ρι­κῆς (1996) τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Τὸ 2014 τιμήθηκε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν, γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.