Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов): Μαρία Ντι­μι­τρόβα: Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов)


Μαρία Ντι­μι­τρόβα:

Μιὰ συζήτηση μὲ τὸν Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ


Ο ΕΡΓΟ τοῦ Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ κα­τα­λαμ­βά­νει ἕ­ναν χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ κοι­νό­το­πο δὲν μπο­ρεῖ μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀ­κο­λου­θών­τας δύ­ο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς ποὺ ἔ­τυ­χαν θερ­μῆς ὑ­πο­δο­χῆς, τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μυ­θο­πλα­σί­ας, ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1999, τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, μᾶς τὸν σύ­στη­σε ὡς πι­στὸ χρο­νι­κο­γρά­φο τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς ἀλ­λὰ καὶ ἰ­δι­ό­τυ­πο λο­γο­τε­χνι­κὸ προ­βο­κά­το­ρα, ἀ­να­τα­ρά­ζον­τας τὰ γα­λή­νια νε­ρὰ τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­βα­ση τῆς χώ­ρας στὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ εἶ­χε τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο «θὰ πε­ρι­έ­χει τὰ πάν­τα (ὅ­λα ὅ­σα δὲν βρί­σκει κα­νεὶς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα) – μιὰ φυ­σι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῆς του­α­λέ­τας, προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ἀρ­χαί­α φι­λο­σο­φί­α, κου­βέν­τες τὶς ὁ­ποῖ­ες ἄ­κου­σε κα­τὰ τύ­χη, μύ­γες καὶ τὰ κα­θη­με­ρι­νά, λί­στες, ἀρ­χι­κὰ μέ­ρη μυ­θι­στο­ρη­μά­των» – δη­λα­δὴ ὅ­λα ὅ­σα «βρί­σκον­ται στὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ὁ ὁ­ποῖ­ος προ­σπα­θεῖ ν’ ἀ­φη­γη­θεῖ τὴ δι­κή του ἀ­πί­θα­νη ἱ­στο­ρί­α». Ἡ ἀ­πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τὴ συ­νι­στᾶ γιὰ τὸν Γκο­σπον­τί­νοφ σύμ­πτω­μα ἑ­νὸς και­ροῦ «κα­τὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ὑ­ψη­λὸ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ καὶ τὸ μό­νο ποὺ μᾶς ἀ­πο­μέ­νει εἶ­ναι ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή», κα­τα­δει­κνύ­ον­τας τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν κα­θι­ε­ρω­μέ­νων εἰ­δο­λο­γι­κῶν τα­ξι­νο­μή­σε­ων ν’ ἀ­πει­κο­νί­σουν τὴν «ἀ­που­σί­α σπου­δαί­ων γε­γο­νό­των» στ’ ἀ­πό­νε­ρα τῆς με­τα­κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἔ­χει δο­μη­θεῖ μὲ πα­ρεμ­φε­ρῆ τρό­πο ἐ­πά­νω σε μιὰ ἑ­κού­σια ἑ­τε­ρο­γέ­νεια, ἐ­πι­λέ­γον­τας ἀν­τὶ γιὰ πλο­κὴ μιὰ ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χὴ κε­φα­λαί­ων τὰ ὁ­ποῖ­α κι­νοῦν­ται πρὸς ποι­κί­λες κα­τευ­θύν­σεις καὶ ἐ­πὶ τῆς οὐ­σί­ας δὲν ἀ­να­πτύσ­σον­ται πα­ρὰ συσ­σω­ρεύ­ον­ται σ’ ἕ­να ἀρ­χεῖ­ο βι­ω­μέ­νης ἐμ­πει­ρί­ας. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ χα­μη­λοῦ ρί­σκου νεῦ­μα στὸν με­τα­μον­τερ­νι­σμό, τὸ ἐ­ξα­το­μι­κευ­μέ­νο αὐ­τὸ ὕ­φος εἶ­ναι κομ­μά­τι μιᾶς εὐ­ρύ­τε­ρης τά­σης, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ θε­μέ­λιο τοῦ συ­νό­λου τῆς δου­λειᾶς τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ —ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του καὶ τὰ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, τὰ δο­κί­μια, τὰ σε­νά­ρια καὶ τὰ κό­μικ του μέ­χρι τὴ συλ­λο­γι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз жи­вях со­ци­а­ли­зма)—, νὰ δι­α­φυ­λά­ξει τὸ χει­ρο­πια­στὸ καὶ ὅ,τι μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας μπο­ροῦ­με ν’ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καὶ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὰν ἀν­τί­δο­το στὸ νὰ συλ­λά­βου­με τὴν ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α ὡς ἀ­φαί­ρε­ση, ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἀν­τί­κτυ­πό τους στὶς ζω­ὲς τῶν ἀν­θρώ­πων.

       Ἡ ὑ­πὸ ἐ­ξα­φά­νι­ση καὶ ἀ­με­τά­φρα­στη γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, τῶν προ­γό­νων του καὶ ἡ γλώσ­σα τῆς κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας συ­να­πο­τε­λοῦν τὸ θέ­μα τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἀν­τί­δρα­ση ἐ­νάν­τια στὴν «κουλ­τού­ρα τῆς σι­ω­πῆς» στὴ Βουλ­γα­ρί­α —σι­ω­πὴ σὰν κι αὐ­τὴ ποὺ προ­κα­λοῦν ὅ­λα τα ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ συ­στή­μα­τα— τὸ ἔργο αὐ­τὸ εἶ­ναι ἕ­να προ­σω­πι­κὸ μι­κρο­χρο­νι­κὸ τῶν στιγ­μῶν ἐ­κεί­νων τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ ποὺ δὲν ἔ­φτα­σαν πο­τὲ ν’ ἀ­πο­τυ­πω­θοῦν σὲ κά­ποι­ο κεί­με­νο. Ἕ­να, ἴ­σως ὄ­χι καὶ τὸ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἀ­πό­σπα­σμα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σὲ μιὰ ἔκ­θε­ση μὲ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Ἄλ­φρεντ Στίγ­κλιτς(1) λει­τουρ­γεῖ ὡς μι­κρό­κο­σμος ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κει­μέ­νου. Πε­ρι­γρά­φον­τας τὶς δύ­ο ἐμ­μο­νὲς τοῦ Στίγ­κλιτς, τὰ σύν­νε­φα καὶ τὴν Τζόρ­τζια Ὀ’Κίφ, ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ πε­ρι­γρά­φει τὶς «δι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1920 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1930 οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πει­κο­νί­ζουν σύν­νε­φα: ἀ­ραι­ά, πυ­κνά, ψη­λά, χα­μη­λά, ἀ­μυ­δρὰ» καὶ τὶς «πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τρι­α­κό­σι­ες φω­το­γρα­φί­ες ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζουν τὴν Ὀ’Κίφ: χέ­ρια, πα­λά­μες, στή­θη, χεί­λη, μά­τια, προ­φίλ, ἀν­φάς, μέ­χρι καὶ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν […]. Νὰ φω­το­γρα­φί­ζει συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν κά­θε πτυ­χὴ καὶ τὴν κά­θε καμ­πύ­λη, τὸ κά­θε ἑ­κα­το­στὸ τοῦ σώ­μα­τός της, σὰν νὰ προ­σπα­θεῖ ἀ­πε­γνω­σμέ­να μέ­σα ἀ­πὸ ἀ­πα­νω­τὲς λή­ψεις νὰ στα­μα­τή­σει τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου». Ἀ­κό­μη κι ἂν γνω­ρί­ζει κα­νεὶς πὼς ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α εἶ­ναι βέ­βαι­η, ὁ με­θο­δι­κὸς αὐ­τὸς ψυ­χα­ναγ­κα­σμὸς μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι στὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὴν ἀ­πο­σο­βή­σει.

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα


ΠΩΣ γρά­φτη­κε τὸ βι­βλί­ο The Story Smuggler (Ὁ λα­θρέμ­πο­ρος ἱ­στο­ρι­ῶν); Εἶ­ναι ἀ­πόρ­ροι­α τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας; Ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά;

ΔΕΝ ΕΧΕΙ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὰ βουλ­γα­ρι­κά, γρά­φτη­κε εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὑ­πάρ­χουν ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πι­κα­λύ­ψεις, ἴ­σως κά­ποι­ες πα­ρά­γρα­φοι, ποὺ τὶς πῆ­ρα αὐ­τού­σι­ες ἀ­πὸ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ἡ ἰ­δέ­α ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου, γραμ­μέ­να ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ποὺ πέ­ρα­σα σ’ ἕ­να φραγ­κι­σκα­νι­κὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α.

 

Πῶς κύ­λη­σε ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς με­τά­φρα­σης;

       Θέ­λη­σα ἡ με­τά­φρα­ση, ἢ ἡ ἀ­δυ­να­μί­α με­τά­φρα­σης, νὰ συ­νι­στᾶ ἐγ­γε­νὲς κομ­μά­τι τοῦ κει­μέ­νου. Συ­νε­πῶς, ἀ­φε­τη­ρί­α ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­με­τά­φρα­στο τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς λέ­ξης тъ­га («ta­ga»: θλί­ψη, με­λαγ­χο­λί­α), ἡ ἔν­νοι­α ὅ­σο καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ κα­θαυ­τή. Τὸ κεί­με­νο τὸ ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ σει­ρὰ προ­σω­πι­κὲς ση­μει­ώ­σεις οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­κο­λου­θοῦν τὴ δο­μὴ ποὺ ἔ­χουν τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια ποὺ παίρ­νω μα­ζί μου ὅ­ταν τα­ξι­δεύ­ω. Κου­βα­λῶ πάν­τα μα­ζί μου ἕ­να, τώ­ρα πρέ­πει νά ’­μαι στὸν 67ο τό­μο ἢ κά­που ἐ­κεῖ γύ­ρω.


Τὸ ἔ­χε­τε μα­ζί σας αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή;

       Ναί, ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου τὸ πιὸ πρό­σφα­το. Μιᾶς καὶ τα­ξι­δεύ­ω συ­χνά, ἔ­χω πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α δε­κα­πέν­τε του­λά­χι­στον.


Γρά­φε­τε κα­θό­λου στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή;

       Ναί, ὅ­λα ὅ­μως ξε­κι­νοῦν ἀ­π’ τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ρια: οἱ ἰ­δέ­ες, οἱ φρά­σεις. Τὰ ἐ­ξε­λίσ­σω, φυ­σι­κά, στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ κι ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γρά­φω ἐ­κεῖ πε­ζὸ λό­γο, ὅ­μως ποί­η­ση μπο­ρῶ νὰ γρά­ψω μο­νά­χα στὸ χαρ­τί. Εἶ­μαι ποι­η­τὴς ἀ­να­λο­γι­κός. Ἡ ποί­η­ση πού ’­ναι γραμ­μέ­νη σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὁ­λό­τε­λα δι­α­φο­ρε­τι­κὸ εἶ­δος.


Δι­ά­βα­σα πρό­σφα­τα μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ὁ­ποί­α μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει στα­μα­τή­σει τε­λεί­ως νὰ γρά­φει σὲ χαρ­τί, ὅ­τι οἱ κι­νη­τι­κὲς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ δί­νει τὸ νὰ με­τα­κι­νεῖς ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἔ­χουν φτά­σει ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τοῦ τρό­που γρα­φῆς της.

       Ἀ­κρι­βῶς, πρό­κει­ται γιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Γιὰ μέ­να, τὸ γρά­ψι­μο σὲ ὑ­πο­λο­γι­στὴ εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ γρή­γο­ρο, σὲ βά­ζει σὲ ἀ­πό­στα­ση. Στὸ χαρ­τί, δὲν μπο­ρῶ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς ν’ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω τί ἔ­χω γρά­ψει, ἔ­τσι ὅ­μως γεν­νι­οῦν­ται ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ ἄλ­λα σχή­μα­τα, μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ λά­θη αὐ­τά. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α αὐ­τή, τοῦ λά­θους, τῆς ἀν­τι­γρα­φῆς, πα­ρα­μέ­νει πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ γιὰ μέ­να. Ἔ­γρα­ψα τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ δα­κτυ­λο­γρα­φή­σω καὶ ἐ­κτύ­πω­σα ὅ­λες τὶς σε­λί­δες μα­ζί, εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ τὶς ἀ­ριθ­μή­σω. Κα­τάρ­γη­σα τὸν φά­κε­λο ἐ­κεῖ­νο, ἡ σει­ρὰ εἶ­χε χα­θεῖ διὰ παν­τὸς καὶ ἦ­ταν αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἔ­χει τὴ μορ­φὴ λα­βυ­ρίν­θου, ἡ φυ­σι­κὴ δη­λα­δὴ ἀ­τα­ξί­α τῶν σε­λί­δων ἐ­κεί­νων. Θὰ μπο­ροῦ­σα, σα­φῶς, νὰ ἔ­χω ἀ­να­κτή­σει τὴ σει­ρὰ ἀ­π’ τὸ ἀρ­χι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο, προ­τί­μη­σα ὅ­μως νὰ προ­σα­να­το­λι­στῶ μὲ βά­ση τὶς κό­λες αὐ­τὲς τὸ χαρ­τί. Σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι ἡ ἀ­σφα­λέ­στε­ρη, ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη τε­χνο­λο­γί­α εἶ­ναι τὸ χαρ­τί. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πὼς εἶ­ναι κι ἡ πιὸ στέ­ρε­η. Βρί­σκω ὁ­πωσ­δή­πο­τε πα­ρη­γο­ριὰ σ’ αὐ­τό.


Θὰ ἤ­θε­λα νὰ μά­θω πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ρευ­στὴ μορ­φὴ τοῦ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας. Ἡ ρευ­στό­τη­τα μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, κα­θὼς φαί­νε­ται, συμ­πτω­μα­τι­κή. Πῶς ἐ­πι­λέ­γει κα­νεὶς τὸ τέ­λος, ἐ­φό­σον ἔ­χει οἰ­κο­δο­μή­σει κά­τι μὲ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος, κά­τι ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει;

       Ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πο­λὺ βα­σι­κὴ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα αὐ­τὸ καὶ ἦ­ταν βα­σι­κὸ ζη­τού­με­νο γιὰ μέ­να τὸ νὰ τὴν πε­τύ­χω, δι­ό­τι συν­δέ­ει με­τα­ξύ τους τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς δο­μὲς ποὺ συν­δι­α­μορ­φώ­νουν τὴ γε­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Ἀρ­χι­κὰ ὁ λα­βύ­ριν­θος, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὀ­φεί­λει κα­νεὶς νὰ μὴν εἶ­ναι πο­τὲ βέ­βαι­ος ἂν ὁ δρό­μος ποὺ πῆ­ρε βγά­ζει μπρο­στὰ ἢ πί­σω. Ἔ­πει­τα, ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή, στὴν ὁ­ποί­α πα­ρα­μέ­νου­με πάν­το­τε, θυ­μί­ζον­τας λι­γά­κι τὴ γά­τα τοῦ Σρέν­τιγ­κερ, δί­χως νὰ εἶ­ναι σα­φὲς ἂν εἴ­μα­στε νε­κροὶ ἢ ζων­τα­νοί, σὲ μιὰ κα­τά­στα­ση κυ­μα­το­σω­μα­τι­δια­κοῦ δυ­ϊ­σμοῦ. Βρῆ­κα τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ —πὼς μπο­ρεῖς νὰ βρί­σκε­σαι ταυ­τό­χρο­να σὲ δύ­ο μέ­ρη, σὲ δύ­ο κα­τα­στά­σεις, σὰν κύ­μα καὶ σὰν σω­μα­τί­διο— πο­λὺ θελ­κτι­κή. Τὴ με­τα­μόρ­φω­ση αὐ­τή, τὴν παν­τα­χοῦ πα­ρου­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν δυ­να­τὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α πρὶν τὴν ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ κβαν­τι­κὴ φυ­σι­κή: γρά­φον­τάς τα αὐ­τά, εἶ­σαι ἐ­δῶ καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ εἶ­σαι καὶ στὰ παι­δι­κὰ χρό­νια τοῦ παπ­ποῦ σου. Ἔ­φτια­ξα, συ­ναι­σθα­νό­με­νος, μιὰ ἀ­να­λο­γί­α, μιὰ χρο­νο­μη­χα­νὴ διὰ μέ­σου τῆς ὁ­ποί­ας μπαί­νεις ταυ­τό­χρο­να στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ παπ­ποῦ σου, τοῦ πα­τέ­ρα σου καὶ τὴ δι­κή σου. Ἐ­ξοῦ καὶ τὸ ν’ ἀ­πο­φύ­γω νὰ δώ­σω ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο τέ­λος, τὸ ν’ ἀ­φή­σω τὸ τέ­λος ἀ­νοι­χτό, εἶ­χε γιὰ μέ­να με­γά­λη ση­μα­σί­α, δι­ό­τι οἱ ἱ­στο­ρί­ες δί­χως τέ­λος, οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ δὲν εἶ­ναι ὁ­ρι­στι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νες, ἀ­φή­νουν χῶ­ρο γιὰ ὅ­λα τα ἐν­δε­χό­με­να. Ἂν τὶς κλεί­σεις, ἂν τὶς ὁ­λο­κλη­ρώ­σεις, ἀ­πο­κό­βεις τὴν πι­θα­νό­τη­τα νὰ συμ­βεῖ κά­τι ἄλ­λο. Τὸ πρό­βλη­μα σ’ ἕ­ναν λα­βύ­ριν­θο δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο ἕ­νας δρό­μος, ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ δρό­μοι, τὸ πρό­βλη­μα εἶ­ναι πὼς εἶ­ναι ὅ­λοι τους λά­θος. Καὶ φέ­ρεις καὶ τὸ βά­ρος τῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Ὅ­σο γιὰ τὰ τε­λει­ώ­μα­τα, πάν­το­τε ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα ξε­κι­νη­μά­των, ἔ­χον­τας γιὰ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τὴν ἑ­ξῆς: τί ὡ­ραῖ­α ποὺ θὰ ἦ­ταν νὰ ζοῦ­με τὴ ζω­ή μας ὣς τὴ σε­λί­δα 17 κι ὕ­στε­ρα ν’ ἀλ­λά­ζου­με, εἴ­τε χα­ρα­κτή­ρα εἴ­τε ζω­ή.


Εἶ­στε ταγ­μέ­νος στὸ νὰ συν­τη­ρεῖ­τε μιὰ κά­ποι­α αἴ­σθη­ση πὼς βρι­σκό­μα­στε δια­ρκῶς στὸ ξε­κί­νη­μα κά­ποι­ου πράγ­μα­τος;

       Κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α. Ἂν καὶ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἔ­χει τέ­λη, τὰ τέ­λη αὐ­τὰ εἶ­ναι πολ­λα­πλά, δι­ό­τι τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει δο­μη­θεῖ γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ πολ­λα­πλό­τη­τα ἑ­αυ­τῶν. Ἐ­φό­σον ἔ­χεις γεν­νη­θεῖ καὶ εἶ­σαι πολ­λὰ πράγ­μα­τα μα­ζί, κα­τα­νο­εῖς ἐν­τέ­λει ὅ­τι πε­θαί­νον­τας συ­νε­χί­ζεις νὰ εἶ­σαι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Ὁ θά­να­τός σου συν­δυά­ζει πολ­λά, πε­θαί­νεις σὰν Μι­νώ­ταυ­ρος, σὰν δέν­τρο γκίγ­κο, σὰν φρου­τό­μυ­γα, πε­θαί­νεις μέ­σ’ ἀ­π’ τὸν θά­να­το ὅ­λων των ὑ­πό­λοι­πων πραγ­μά­των. Ἡ ἀ­νοι­χτό­τη­τα αὐ­τὴ καὶ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος τῶν ξε­χω­ρι­στῶν κομ­μα­τι­ῶν, τὰ ξε­χω­ρι­στὰ κε­φά­λαι­α, εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ ξε­γλι­στρή­σω ἀ­π’ τὸ τέ­λος.


Κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς ἔ­γρα­ψε ὅ­τι τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βα­στεῖ ὡς ἐκ­πλή­ρω­ση κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων ποὺ ἄ­φη­σε τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὄν­τως, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας φτά­νει βα­θύ­τε­ρα, ἐ­νῶ δι­α­θέ­τει καὶ πλο­κή. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να βι­βλί­ο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς καὶ μιὰ ἀ­πό­πει­ρα νὰ εἰ­πω­θεῖ ἡ ἱ­στο­ρί­α αὐ­τὴ μέ­σα ἀ­πὸ τὶς μύ­γες καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τους, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α ἄλ­λων πραγ­μά­των. Νο­μί­ζω πὼς κά­ποι­ος κρι­τι­κὸς τῆς Village Voice τὸ ἀ­πο­κά­λε­σε μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ἀρ­χί­ζει καὶ ξα­ναρ­χί­ζει τραυ­λί­ζον­τας, τραυ­λί­ζον­τας δι­ό­τι ἡ τά­ση ν’ ἀ­φη­γη­θοῦ­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν, δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖς νὰ πεῖς μιὰ ἱ­στο­ρί­α σή­με­ρα ὅ­πως θὰ τὴν εἶ­χες πεῖ τὸν 19ο αἰ­ώ­να. Ἡ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­μέ­νη μὲ τὸν τρό­πο ποὺ ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νη τὸν 19ο αἰ­ώ­να, ἡ συ­νέ­χεια δι­α­κό­πτε­ται, κι ἔ­τσι γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα πι­στὸ στὸ πα­ρόν, τὸ μό­νο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει εἶ­ναι νὰ τραυ­λί­ζει καὶ νὰ πα­ρα­μέ­νει στὴν ἀρ­χή, πα­ρεκ­κλί­νον­τας ὁ­λο­έ­να σὲ νέ­α ξε­κι­νή­μα­τα. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, πα­ρὰ τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βές, ἀ­φή­νει ἐν­δε­χο­μέ­νως με­γα­λύ­τε­ρα πε­ρι­θώ­ρια νὰ δεῖ κα­νεὶς τὴ ζω­ὴ αἰ­σι­ό­δο­ξα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἦ­ταν συν­το­μό­τε­ρο, τα­χύ­τε­ρο, πιὸ ἔν­το­νο, ἰ­δω­μέ­νο ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα ἑ­νὸς νε­ό­τε­ρου ἀν­θρώ­που. Τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι πιὸ ἀρ­γό, σω­ρευ­τι­κό, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὰ ἄ­δεια αὐ­τὰ τε­τρα­γω­νά­κια, κα­λύ­πτον­τας με­γα­λύ­τε­ρο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γρά­φτη­κε γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τὶς δι­α­σπά­σεις καὶ τὶς συν­τρι­βὲς ποὺ ὄν­τως ὑ­πο­στή­κα­με τό­τε. Ἡ ἐν λό­γῳ δε­κα­ε­τί­α εἶ­χε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, γιὰ τὴ γε­νιά μου. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ἐ­πι­χει­ρεῖ μιὰ πε­ρι­γρα­φὴ τοῦ αἰ­ώ­να, μέ­σα ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, φτά­νον­τας πο­λὺ πα­λιὰ στὴν ἀ­δι­κί­α τοῦ μύ­θου τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου (τοῦ Μι­νώ­ταυ­ρου ποὺ δὲν τοῦ ἔ­χουν δώ­σει τὸ προ­νό­μιο τῆς φω­νῆς).


Ἀμ­φό­τε­ρα τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἔ­χουν, ὅ­πως φαί­νε­ται, μιὰ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη σχέ­ση μὲ τὸ συγ­κεί­με­νο καὶ μὲ τὴν γκά­μα, ἀ­πὸ χρο­νι­κὴ ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ γε­ω­γρα­φι­κὴ σκο­πιά, ἐ­φό­σον κα­λύ­πτουν μιὰ χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαι­ό­τη­τα ἴ­σα­με τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς οἰ­κο­γέ­νειας τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἀμ­φό­τε­ρα ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν­ται, μὲ τρό­πο χει­ρο­πια­στό, μὲ βά­ση ἀν­τι­κεί­με­να ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ βι­βλί­ου ἐ­κεί­νου μὲ θέ­μα τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α, τὸ ὁ­ποῖ­ο πολ­λὰ παι­διὰ ποὺ με­γά­λω­σαν τό­τε στὴ Βουλ­γα­ρί­α —μα­ζὶ κι ἐ­γὼ— θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν, μέ­χρι καὶ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἔκ­δο­ση στὴν ὁ­ποί­α γί­νε­ται ἀ­να­φο­ρά. Τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα το­πο­θε­τεῖ τὴ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που μέ­σα σ’ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο, ὁ­ρα­τὸ πε­ρι­βάλ­λον, ὕ­στε­ρα τὴν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει μὲ τ’ ἀρ­χι­κὰ κομ­μά­τια κλα­σι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων, ὑ­πο­νο­ών­τας σχε­δὸν πὼς δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ ζω­ὴ αὐ­τὴ μι­λών­τας μό­νο γι’ αὐ­τή, ἀ­πε­ναν­τί­ας ἡ ἐ­ξι­στό­ρη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ το­πο­θε­τη­θεῖ δί­πλα στὶς ἄλ­λες, δι­ό­τι αὐ­τὸ τῆς προσ­δί­δει κύ­ρος ἢ βα­ρύ­τη­τα. Εἶ­χα τὴν πε­ρι­έρ­γεια νὰ μά­θω κα­τὰ πό­σον ἡ τά­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη.

       Ἔ­χε­τε δί­κιο ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δο­μὴ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­κρι­βῶς μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­α το­πο­θέ­τη­ση ἐν­τὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου πλαι­σί­ου ἀ­να­φο­ρᾶς, μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἀ­το­μι­κοὺς φι­λο­σό­φους, τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Ἐμ­πε­δο­κλῆ· ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α τῆς ἀ­να­γω­γῆς στὰ ἄ­το­μα, τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τὴ τῆς ἀρ­χαί­ας φι­λο­σο­φί­ας. Τὴν ἰ­δέ­α τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων καὶ τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης, ὑ­λι­κῆς ὑ­πό­στα­σης τὴ θε­ω­ρῶ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ δι­ό­τι ἀ­πο­δί­δει πι­στὰ τὸ πῶς βλέ­πει τὸν κό­σμο τὸ παι­δί. Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ παί­ζει τὸν ρό­λο της καὶ στὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀ­πορ­ρέ­ον­τας συ­χνὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α, τὸ νὰ κοι­τᾶ δη­λα­δὴ ἕ­να παι­δὶ τὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­τρο ἢ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα πιὸ ψη­λὰ καὶ νὰ βλέ­πει τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὅ­λες οἱ παι­δι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις ποὺ ἔ­χω —με­γά­λω­σα σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριό— κα­τα­λή­γουν στὴ Βί­βλο τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζε ἡ για­γιά μου (τὸ βι­βλί­ο τὸ τύ­λι­γε συ­νω­μο­τι­κὰ μέ­σα στὴν ἐγ­κε­κρι­μέ­νη ἐ­φη­με­ρί­δα), στὶς μύ­γες στὸ τα­βά­νι, στὸν γυ­μνὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­μέ­νουν μὲ κά­ποι­ον τρό­πο στὴ συ­νεί­δη­ση τοῦ παι­διοῦ. Τὸ πῶς βλέ­πω γε­νι­κῶς τὴν ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα δε­μέ­νο μὲ τὰ προ­η­γού­με­να κι ἀ­πο­τε­λεῖ πι­θα­νὸν κομ­μά­τι τῆς σα­φή­νειας τῶν βι­βλί­ων μου. Τὸ νὰ μι­λῶ, δη­λα­δή, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ δί­χως αὐ­τό, οἱ μύ­γες λό­γου χά­ρη, νὰ μὲ ἀ­πω­θεῖ, ἀν­τι­θέ­τως νὰ τὸ προ­σεγ­γί­ζω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι κι αὐ­τὲς ἀ­κό­μη, οἱ μύ­γες, δι­α­θέ­τουν κά­τι ὑ­ψη­λό­τε­ρο ἢ καὶ ἱ­ε­ρό. Στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας ὑ­πάρ­χει ἕ­να κε­φά­λαι­ο μὲ τί­τλο «Σκα­τὰ βου­βα­λιοῦ ἢ Τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ». Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς πράγ­μα­τι τὸ ὑ­ψη­λὸ βρί­σκε­ται παν­τοῦ, πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με κά­τι ποὺ βλέ­πει ἕ­να παι­δὶ σὲ κά­ποι­ο βουλ­γα­ρι­κὸ χω­ριὸ νὰ τὸ ἐ­ξυ­ψώ­σου­με καὶ νὰ τὸ με­τα­φέ­ρου­με στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο, παγ­κό­σμιο πλαί­σιο καὶ πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐ­ξί­σου εὐ­γε­νὲς μὲ ὅ,τι συμ­βαί­νει στὰ ἀ­νά­κτο­ρα τοῦ Μπά­κιγ­χαμ.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να πα­λιὸ δο­κί­μιο τῆς Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν γιὰ τὸν Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ· ἡ γρά­φου­σα ἐ­πι­ση­μαί­νει ἕ­να κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπάμ­πελ γρά­φει γιὰ μύ­γες «ποὺ πε­θαί­νουν σ’ ἕ­να βά­ζο γε­μά­το γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρὸ»(2) καὶ τὸ συ­σχε­τί­ζει μὲ ἄλ­λες μύ­γες ποὺ πνί­γον­ται ἢ πε­θαί­νουν στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α (ἕ­να με­λα­νο­δο­χεῖ­ο γε­μά­το νε­κρὲς μύ­γες στὶς Νε­κρὲς ψυ­χές)· ἕ­ναν στί­χο γιὰ μύ­γες-κα­νί­βα­λους μέ­σα σ’ ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ στοὺς Ἀ­δερ­φοὺς Κα­ρα­μά­ζοφ(3). Μοῦ ἔ­κα­νε ὅ­μως ἐν­τύ­πω­ση τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­νῶ οἱ ρω­σι­κὲς μύ­γες μοιά­ζουν πάν­το­τε νὰ ση­μαί­νουν τὴ θνη­τό­τη­τα ἢ τὴ σή­ψη, στὶς δι­κές σας μύ­γες ὑ­πάρ­χει κά­τι ζω­τι­κό, κά­τι ποὺ κα­τα­φά­σκει τὴ ζω­ή, κά­τι σὰν ὑ­περ­τρο­φο­δό­τη­ση.

       Ναί, στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ἡ μύ­γα εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ἄγ­γε­λος καὶ Ἑ­ω­σφό­ρος, ἔ­τσι ὅ­πως κι­νεῖ­ται με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του, με­τα­ξύ τῶν ζων­τα­νῶν καὶ τῶν νε­κρῶν. Οἱ μύ­γες ἐμ­φα­νί­στη­καν πο­λὺ νω­ρὶς στὴ δου­λειά μου κι ἔ­κτο­τε κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους σὲ ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α. Ἀρ­χι­κά, στὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ ποὺ ἐ­ξέ­δω­σα τὸ 1992 μὲ τί­τλο Lapidarium (Лапидариум) ἡ μύ­γα ἐμ­φα­νί­στη­κε πιὸ πο­λὺ σὰν λέ­ξη, σὰν ἦ­χος – муха (muha).


Γνω­ρί­ζω πὼς συ­νερ­γα­στή­κα­τε μ’ ἕ­ναν καλ­λι­τέ­χνη στὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς κό­μικ μὲ τί­τλο Ἡ αἰ­ώ­νια μύ­γα (Вечната муха). Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε λί­γα λό­για γιὰ τὸ πῶς συ­νέ­βη;

       Ἡ ἰ­δέ­α ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: νὰ δι­η­γη­θῶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου, ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­πτι­κὴ καὶ μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ μιᾶς μύ­γας. Ἦ­ταν ἕ­να νεῦ­μα ποὺ ἔ­δει­χνε πρὸς τὸν ἀν­τι­αν­θρω­πο­κεν­τρι­σμό μου, νὰ τα­ρα­κου­νή­σου­με τὴν ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου. Τὸ πιὸ πρό­σφα­το γρα­πτό μου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μύ­γα παί­ζει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο εἶ­ναι τὸ λιμ­πρέ­το μου γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ἔρ­γο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει στὰ βουλ­γα­ρι­κά.


Πῶς προ­έ­κυ­ψε;

       Λέ­γε­ται Space Opera. Ἦ­ταν πα­ραγ­γε­λί­α τοῦ Με­γά­λου Θε­ά­τρου τῆς Λυ­ρι­κῆς Σκη­νῆς τοῦ Πόζ­ναν. Τὸ θέ­μα του εἶ­ναι ἡ ἐ­περ­χό­με­νη ἀ­πο­στο­λὴ στὸ δι­ά­στη­μα τῶν δύ­ο πρώ­των ἀ­στρο­ναυ­τῶν ποὺ θὰ πᾶ­νε στὸν Ἄ­ρη καὶ τὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κῆς φύ­σε­ως ἀλ­λὰ τὸ πῶς δύ­ο ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν ν’ ἀ­νε­χτοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον γιὰ πεν­τα­κό­σι­ες μέ­ρες ὥ­στε νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας τὸ τα­ξί­δι με­τ’ ἐ­πι­στρο­φῆς. Θὰ πρέ­πει νά ’­ναι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι πο­λὺ στα­θε­ρό, πο­λὺ δε­μέ­νο. Ἡ ὄ­πε­ρα πραγ­μα­τεύ­ε­ται τὴ με­τα­φο­ρὰ τῆς κλει­στο­φο­βί­ας αὐ­τῆς στὸ δι­ά­στη­μα, μέ­σα στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο, καὶ τὸ τί συμ­βαί­νει μό­λις ἕ­νας τρί­τος χα­ρα­κτή­ρας —μιὰ μύ­γα— κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὸ σκη­νι­κό. Δὲν εἶ­ναι μιὰ κοι­νὴ μύ­γα, εἶ­ναι μιὰ μύ­γα πού ’­ναι ἱ­κα­νὴ νὰ δι­α­βά­σει τὶς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων· αὐ­τὸ ποὺ στα­δια­κὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται εἶ­ναι πὼς ἡ μύ­γα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ὂν ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Ἄ­ρη ποὺ ἔ­φτα­σε στὴ Γῆ καὶ μπῆ­κε στὸ δι­α­στη­μό­πλοι­ο στὰ κρυ­φὰ γιὰ νὰ γυ­ρί­σει στὴ γε­νέ­τει­ρά της. Ἡ ἰ­δέ­α προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α: μιὰ μύ­γα ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμὸς ποὺ στάλ­θη­κε στὸ δι­ά­στη­μα, τὸ 1947, ὅ­ταν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοὶ ἐ­κτό­ξευ­σαν ἕ­ναν πύ­ραυ­λο V-2 ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τοὺς να­ζὶ με­τὰ τὴ λή­ξη τοῦ Β΄ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Χρει­ά­ζον­ταν ἕ­να θνη­τό, φθαρ­τὸ ὅν, τὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει στὸ δι­ά­στη­μα μο­να­χὰ δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες κι ἔ­τσι δι­ά­λε­ξαν τὴν κοι­νὴ φρου­τό­μυ­γα· νο­μί­ζω ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ὀ­νο­μα­σί­α τῆς εἶ­ναι Drosophila melanogaster. Ὁ­λό­κλη­ρη, λοι­πόν, ἡ ὄ­πε­ρα πη­γά­ζει καὶ πά­λι ἀ­π’ τὴν ἴ­δια ἀν­τι­αν­θρω­πο­μορ­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα νὰ προ­βλη­θοῦν οἱ ζων­τα­νοὶ ὀρ­γα­νι­σμοὶ ποὺ πῆ­γαν στὸ δι­ά­στη­μα προ­τοῦ πά­ει ὁ ἄν­θρω­πος – ἡ Λά­ϊ­κα τὸ σκυ­λί, οἱ πί­θη­κοι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν, τὰ σκου­λή­κια. Ἡ ὄ­πε­ρα ἀρ­χί­ζει καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ μιὰ χο­ρω­δί­α ἀ­πὸ μύ­γες καὶ ἡ ση­μα­σί­α τους ἔγ­κει­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ φθαρ­τό­τη­τα καὶ τὸν ἐ­φή­με­ρο χα­ρα­κτή­ρα τῆς μύ­γας. Ὁ θά­να­τος, ἡ φθαρ­τὴ φύ­ση, εἶ­χε καὶ ἔ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σί­α γιὰ μέ­να, τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἴ­σως ση­μα­σί­α ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο.


Βρί­σκε­τε κά­ποι­α σύν­δε­ση μὲ τὴν ἀ­να­δυ­ό­με­νη λο­γο­τε­χνί­α τῆς ὑ­περ­θέρ­μαν­σης τοῦ πλα­νή­τη, στὴν ὁ­ποί­α ἡ μύ­γα εἶ­ναι συ­χνὰ ἀ­πει­λη­τι­κή;

       Ναί, ἂν καὶ ἀ­πὸ τὴ Βί­βλο ἀ­κό­μη κι ἔ­πει­τα βλέ­που­με μύ­γες νὰ τι­μω­ροῦν, φρι­κτὲς μύ­γες. Κι ἐ­κεῖ ἐ­πί­σης, οἱ μύ­γες ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ τὴν ἀ­πο­σύν­θε­ση, τὴ σή­ψη. Στὸ Литературен Вестник (βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­γρα­φα γιὰ 20 χρό­νια, εἴ­χα­με ἀ­φι­ε­ρώ­σει ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τεῦ­χος στὴ μύ­γα, φι­λο­ξε­νών­τας ἕ­να ποί­η­μα τοῦ Μπρόν­τσκι γιὰ τὴ μύ­γα ὡς κα­τα­στρο­φι­κὸ ὂν, τὸ ἀν­τί­θε­το τῆς μέ­λισ­σας, ποὺ ἔ­γι­νε κομ­μου­νι­στι­κὸ σύμ­βο­λο – ἡ μέ­λισ­σα, ποὺ δι­α­θέ­τει ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ οἰ­κο­δο­μεῖ.


Μέ­ρος τοῦ με­λισ­σιοῦ.

       Ναί, τὸ με­λίσ­σι ὡς σύ­νο­λο εἶ­ναι σὰν μιὰ μι­κρὴ κομ­μου­νι­στι­κὴ κοι­νω­νί­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ἡ ἰ­δε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι πα­ροῦ­σα στὴν εἰ­κό­να τῆς μύ­γας καὶ τῆς μέ­λισ­σας.


Πῶς ἀ­πο­φα­σί­σα­τε ν’ ἀ­να­μει­χθεῖ­τε μὲ τὴν ὄ­πε­ρα;

       Ἔ­λα­βα ἕ­να γράμ­μα ἀ­πὸ ἕ­ναν πο­λω­νὸ συν­θέ­τη, τὸν Ἀ­λε­ξάν­τερ Νό­βακ. Εἶ­χαν ἐκ­δο­θεῖ δύ­ο βι­βλί­α μου στὰ πο­λω­νι­κὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Μοῦ ἔ­γρα­ψε πὼς εἶ­χε ἀ­κού­σει μιὰ συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σα στὸ πο­λω­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ μοῦ πρό­τει­νε νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη ὄ­πε­ρά του, δί­νον­τάς μου πλή­ρη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὡς πρὸς τὸ θέ­μα, γιὰ νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει καὶ νὰ συν­θέ­σει ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω τὴ μου­σι­κή. Ἀρ­χι­κά, ἀρ­νή­θη­κα δι­ό­τι δὲν εἶ­χα γρά­ψει πο­τὲ τί­πο­τε γιὰ τὴν ὄ­πε­ρα καὶ δὲν δι­έ­θε­τα κα­θό­λου εἰ­δι­κὲς γνώ­σεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος. Ἐ­πέ­μει­νε πο­λύ, ὡ­στό­σο, καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ μοῦ στέλ­νει σιν­τὶ μὲ σύγ­χρο­νες ὄ­πε­ρες. Ξε­κί­νη­σα μὲ τὸ Einstein on the Beach τοῦ Φί­λιπ Γκλὰς καὶ τὸ Nixon in China τοῦ Τζὸν Ἀν­ταμς καὶ λί­γο-λί­γο κόλ­λη­σα. Ὅ­πως τὸ κα­τα­λά­βαι­να πρὶν ἀ­σχο­λη­θῶ, ἡ ὄ­πε­ρα ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος ξο­φλη­μέ­νο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ταί­ρια­ζε κα­θό­λου μὲ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο, καὶ πή­γαι­νε ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ μα­ζὶ μ’ ἕ­να συ­ναι­σθη­μα­τι­κό, με­γα­λο­πρε­πὲς ὕ­φος. Οἱ ὄ­πε­ρες αὐ­τές, ὅ­μως, μοῦ ἔ­δει­ξαν πὼς ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λος τρό­πος καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα πὼς πολ­λοὶ συν­θέ­τες συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ ποι­η­τές, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὁ Φί­λιπ Γκλὰς ποὺ δού­λε­ψε μὲ τὸν Γκίν­σμπεργκ. Δὲν ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς μό­νον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ὄ­πε­ρα, ἤ­μουν ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὸς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἂν ὁ πλα­νή­της Ἄ­ρης εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιὰ τὸ θέ­μα μου, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἤ­θε­λα νὰ μοιά­ζει μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α ἢ μὲ οὐ­το­πι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ἀλ­λὰ μὲ μιὰ ἀ­πει­λὴ ποὺ σο­βεῖ. Ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σω τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα δὲν εἶ­ναι τε­χνο­λο­γι­κὸ ἀλ­λὰ ψυ­χο­λο­γι­κό, νὰ θί­ξω το πῶς ζοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ὁ ἕ­νας μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον.

       Ὁ Ἀ­δὰμ καὶ ἡ Εὕ­α, πέ­ρα ἀ­πὸ σύμ­βο­λα τοῦ πρώ­του ἄν­δρα καὶ τῆς πρώ­της γυ­ναί­κας, εἶ­ναι καὶ πο­λὺ κοι­νὰ πο­λω­νι­κὰ ὀ­νό­μα­τα. Ἀρ­χι­κὰ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἐν­σω­μα­τώ­σω τὴ μύ­γα στὸ ἔρ­γο, στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως δι­ά­βα­σα πα­ρα­πά­νω καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι ἡ μύ­γα εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἔ­τσι, ἔ­νι­ω­σα αὐ­το­στιγ­μεὶ νὰ συν­δέ­ο­μαι προ­σω­πι­κὰ μὲ τὸ ὑ­λι­κὸ καὶ τὸ θε­ω­ρῶ πάν­το­τε κρί­σι­μο σὲ κά­θε δου­λειά μου νὰ ὑ­πάρ­χει τὸ προ­σω­πι­κὸ αὐ­τὸ στοι­χεῖ­ο. Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον λυ­πη­ρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἤ­μουν παι­δὶ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς Λά­ϊ­κας τῆς σκυ­λί­τσας, καὶ πάν­το­τε ἔ­νι­ω­θα πὼς πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη κά­που ἐ­κεῖ πά­νω. Αὐ­τὸ ἦ­ταν με­γά­λο κομ­μά­τι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων. Κά­πως ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γρά­ψω τὸ λιμ­πρέ­το αὐ­τὸ σὰν ὠ­δὴ στὴ Λά­ϊ­κα, στὶς μύ­γες, σὲ ὅ­λα τα ὄν­τα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται κα­τὰ τὴν ἐ­ξε­ρεύ­νη­ση τοῦ δι­α­στή­μα­τος, τὰ μι­σὰ ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἐ­πέ­στρε­ψαν πο­τέ, κα­θὼς καὶ στὴ δυ­σπι­στί­α μου ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι μὲ τὸ νὰ πᾶ­με στὸ δι­ά­στη­μα θὰ λύ­σου­με τὸ πρό­βλη­μα τῶν ἀν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων. Ἡ μύ­γα στὴν ὄ­πε­ρα κα­τα­φτά­νει μὲ μιὰ δό­ση εἰ­ρω­νεί­ας· καυ­χι­έ­ται ὅ­τι εἶ­ναι «ἡ πρώ­τη μύ­γα ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὲ ὄ­πε­ρα». Ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ σύγ­κρου­σης τῆς ὑ­ψη­λῆς φύ­σης τῆς ὄ­πε­ρας μὲ τὴν πο­τα­πό­τη­τα τῆς μύ­γας. Δού­λε­ψα πά­νω σ’ αὐ­τὸ μα­ζὶ μὲ τὸν συν­θέ­τη καὶ ἀ­να­πτύ­ξα­με πε­ραι­τέ­ρω ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ θέ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να συγ­κι­νη­τι­κὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ μύ­γες τρα­γου­δοῦν ἐν χο­ρῷ τὴ δι­κή τους ἐκ­δο­χὴ γιὰ τὶς ἀ­παρ­χὲς τοῦ κό­σμου, τὸ ὁ­ποῖ­ο πά­ει κά­πως ἔ­τσι: «Ἐν ἀρ­χή, ὁ Θε­ὸς ἔ­πλα­σε τὴ μύ­γα, δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μό­νον ἡ μύ­γα καὶ ἀ­πὸ τὴ μύ­γα γεν­νή­θη­καν τὰ πάν­τα» – μιὰ ἐκ­δο­χὴ ἀ­πό­κρυ­φη, τὴν ὁ­ποί­α ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λη τοῦ θιά­σου ἀρ­νή­θη­καν νὰ τρα­γου­δή­σουν στὶς πρό­βες δι­ό­τι πή­γαι­νε κόν­τρα στὶς πε­ποι­θή­σεις τους.


Ἔ­νι­ω­σαν πὼς ἐ­ναν­τι­ώ­νε­ται στὸν κα­θο­λι­κι­σμό; Τὸ βρῆ­καν βλά­σφη­μο;

       Ναί, ἀρ­νή­θη­καν νὰ συμ­με­τά­σχουν καὶ χρει­ά­στη­κε συν­το­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια γιὰ νὰ τοὺς με­τα­πεί­σου­με ὅ­τι πρό­κει­ται πε­ρὶ μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ὅ­τι ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸ ἐν­νο­οῦ­σα αὐ­τὸ γιὰ τὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α καὶ τὴ Γέ­νε­ση καὶ ὄ­χι γιὰ τοὺς κα­θο­λι­κούς. Τὸ κα­τα­νο­ῶ πὼς τὸ λιμ­πρέ­το ἦ­ταν προ­κλη­τι­κό, κι ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι κρι­τι­κοὶ τὸ ἀγ­κά­λια­σαν, ἄλ­λοι τὸ ἐ­ξέ­λα­βαν σὰν γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ εἴ­δους. Ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση, ὅ­μως, πὼς οἱ συ­νερ­γα­σί­ες με­τα­ξὺ συν­θε­τῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ων ὑ­πῆρ­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὲς γιὰ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὄ­πε­ρας. Ὁ συν­θέ­της μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συ­νερ­γά­στη­κα δου­λεύ­ει τώ­ρα πά­νω σε μιὰ νέ­α ὄ­πε­ρα, ποὺ τὸ λιμ­πρέ­το της θὰ τὸ γρά­ψει ἡ Ὄλ­γκα Τό­καρ­τσουκ.


Κά­τι ἄλ­λο ἢ μᾶλ­λον κά­ποι­ος ἄλ­λος ποὺ ἔ­χει δια­ρκῆ πα­ρου­σί­α στὰ βι­βλί­α σας εἶ­ναι ὁ Γκα­ου­στίν, σὰν χα­ρα­κτή­ρας ἀλ­λὰ καὶ σὰν ἄλ­τερ ἔγ­κο. Θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ μᾶς πεῖ­τε πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν ἐ­πι­νο­ή­σα­τε;

       Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὴν ποί­η­σή μου – ὅ­πως καὶ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μο­τί­βα ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται στὴ δου­λειά μου. Ἤ­θε­λα στὴν ἀρ­χὴ κά­ποι­ου ποι­ή­μα­τος νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το ποὺ νὰ μὴν τὸ ὑ­πο­γρά­φω ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος κι ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα καὶ σκέ­φτη­κα τὸν Γκα­ου­στίν, ἕ­ναν τρο­βα­δοῦ­ρο τοῦ δέ­κα­του τρί­του αἰ­ώ­να. Τὸ μό­το ἔ­πι­α­νε τρεῖς ἀ­ρά­δες καὶ ἔ­λε­γε πε­ρί­που: «Τὸν τρο­βα­δοῦ­ρο τὸν δη­μι­ούρ­γη­σε ἡ γυ­ναί­κα, τὸ ξα­να­λέ­ω, αὐ­τὴ ἐ­φηῦ­ρε τὸν ἐ­φευ­ρέ­τη.» Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου, θυ­μᾶ­μαι πὼς συ­νάν­τη­σα τυ­χαῖ­α τὸν κα­θη­γη­τή μου τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας —τὸν κα­λύ­τε­ρο στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό του— μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη καὶ μοῦ εἶ­πε, σχε­δὸν σὰν νά ’­ναι ἔ­νο­χος γιὰ κά­τι, «Ἔ­χω φά­ει ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα νὰ ψά­χνω στὰ ἀρ­χεῖ­α τῆς βι­βλι­ο­θή­κης γι’ αὐ­τὸν τὸν Γκα­ου­στὶν καὶ δὲν βρί­σκω κα­μιὰ ἀ­πο­λύ­τως πη­γὴ ποὺ νὰ τὸν ἀ­να­φέ­ρει». Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ ὄ­μορ­φη φι­λο­φρό­νη­ση. Κά­πως ἔ­τσι, ὁ Γκα­ου­στὶν προ­χώ­ρη­σε καὶ βρῆ­κε τὸν δρό­μο του, κά­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή του μὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φές.


Πό­τε κα­θί­σα­τε καὶ γρά­ψα­τε γιὰ πρώ­τη φο­ρά;

       Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ ἢ ὀ­χτὼ χρό­νων, εἶ­χα πά­ρει ἕ­να πα­λιὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τῆς μη­τέ­ρας μου ἢ τοῦ παπ­ποῦ μου κι ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω ποι­ή­μα­τα. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἦ­ταν πο­λὺ σκο­τει­νά, δὲν ἔ­μοια­ζαν μὲ παι­δι­κὰ ποι­ή­μα­τα. Σὰν παι­δὶ ἤ­μουν κά­πως βα­ρύς· μπο­ρεῖ νὰ ἔ­ζη­σα εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια, σκε­φτό­μουν ὅ­μως ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ σκο­τει­νὰ πράγ­μα­τα, τὸ γῆ­ρας, τὸν θά­να­το.


Πι­στεύ­ε­τε πὼς αὐ­τὸ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὰ παι­διὰ ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ τὰ με­γά­λω­ναν οἱ παπ­ποῦ­δες τους, ἑ­πο­μέ­νως περ­νοῦ­σαν πο­λὺ χρό­νο ἐ­κτε­θει­μέ­να στὸ γῆ­ρας;

       Ἀ­κρι­βῶς, θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ ὅ­ταν ἤ­μουν ὀ­χτὼ χρό­νων τὴ για­γιά μου ν’ ἀ­νοί­γει τὴν ντου­λά­πα καὶ νὰ μοῦ λέ­ει, «Ὅ­ταν πε­θά­νω καὶ μὲ θά­ψε­τε, θέ­λω νὰ φο­ρά­ω αὐ­τὸ κι ἐ­κεῖ­νο τὸ ροῦ­χο» καὶ ζοῦ­σα λὲς κι εἶ­χα τὸν θά­να­το μέ­σα ἐ­κεῖ στὴν ντου­λά­πα· ἂν ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι μου, θὰ τὸν ἔ­πι­α­να. Ἔ­βγα­ζε καὶ δο­κί­μα­ζε δι­ά­φο­ρα ροῦ­χα, φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νού­ριο μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τι­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη γιὰ νὰ δι­α­πι­στώ­σει ἂν ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ εὐ­πα­ρου­σί­α­στη γιὰ νὰ τὴ βρεῖ ὁ θά­να­τος.

       Ὅ­πως καὶ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι τοῦ και­ροῦ της, συ­νή­θι­ζε νὰ λέ­ει φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἔ­δει­χνε κά­ποι­ον κι ἔ­λε­γε «ἔ­χει φτε­ρὰ ἀ­πὸ γεν­νη­σι­μιοῦ του», «ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα μ’ ἕ­ναν δρά­κο», σὰν ἕ­νας ντό­πιος Μάρ­κες τοῦ χω­ριοῦ, χω­ρὶς νὰ τὸν ἔ­χει οὔ­τε κὰν ἀ­κου­στά.


Πολ­λοὶ συγ­γρα­φεῖς μι­λοῦν γιὰ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο καμ­πῆς ἢ γιὰ κά­ποι­α ἐ­πιρ­ρο­ὴ ποὺ τοὺς ἔ­δω­σε σχε­δὸν τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψουν ὅ­πως γρά­φουν, εἴ­τε δι­ό­τι κά­τι τέ­τοι­ο δὲν ὑ­πῆρ­χε ὣς τό­τε εἴ­τε δι­ό­τι αὐ­τὸ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο. Ὑ­πῆρ­ξε κά­τι ἀν­τί­στοι­χο γιὰ ἐ­σᾶς; Ἔ­χω στὸν νοῦ μου ἰ­δί­ως τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρεκ­κλί­νει σα­φῶς ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ ἀ­π’ ὅ,τι γρα­φό­ταν τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο.

       Πράγ­μα­τι, μό­λις ἐκ­δό­θη­κε, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀν­τι­κεί­με­νο δι­α­μά­χης ἡ ὁ­ποί­α ξε­δι­πλώ­θη­κε σὲ μιὰ σει­ρὰ συ­ζη­τή­σε­ων ἀλ­λὰ καὶ κρι­τι­κῶν μὲ θέ­μα τὸ ἂν μπο­ρεῖ κα­νεὶς ἀ­κό­μη καὶ νὰ γρά­ψει κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ τώ­ρα πιὰ πὼς τὸ βι­βλί­ο ἴ­σως ἦ­ταν τολ­μη­ρὸ κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α, τό­τε ὅ­μως δὲν τὸ βί­ω­να ἔ­τσι. Ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἔ­γρα­φα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ποί­η­ση καὶ αἰ­σθα­νό­μουν πὼς ὅ,τι κι ἂν συμ­βεῖ, εἶ­μαι ἕ­νας ποι­η­τὴς ποὺ ἔ­τυ­χε ἁ­πλῶς νὰ γρά­ψει κά­ποι­α στιγ­μὴ καὶ πε­ζὸ λό­γο. Δὲν εἶ­μαι ὅ­μως ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς, τοὺς πε­ζο­γρά­φους, καὶ δὲν θὰ ἔμ­παι­να πο­τὲ στὸ σι­νά­φι τους. Τὸ ὅ­τι ἐρ­χό­μουν στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω πὼς μπο­ρῶ νὰ κά­νω τὰ πάν­τα. Τὸ ἄλ­λο ση­μαν­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι μι­λᾶ­με γιὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990, τό­τε ποὺ ὄν­τως νι­ώ­θα­με πὼς ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­φι­κτά, καὶ στὴ γλώσ­σα καὶ στὰ πάν­τα. Καὶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­θί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ νὰ λει­τουρ­γεῖ ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, ποὺ νὰ πα­ρι­στά­νει πὼς εἶ­ναι τυ­πι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, εἰ­δι­κὰ ἐ­φό­σον εἶ­χα ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι ἡ πα­ρά­δο­ση αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πλέ­ον δυ­να­τὸ νὰ συ­νε­χι­στεῖ ἢ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ἐ­παρ­κής. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω εὐ­θέ­ως στὸν ἀ­να­γνώ­στη. Καί, ἐρ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση, ἤ­θε­λα κά­θε πρό­τα­ση νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κή. Τὸ στοι­χεῖ­ο αὐ­τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸ κα­θε­τὶ ποὺ γρά­φω, ἡ ἑ­στί­α­ση στὸ ἐ­πί­πε­δο τῶν προ­τά­σε­ων, ποὺ συν­δέ­ε­ται πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν ποί­η­ση.

       Βί­ω­σα καὶ τὸ ἑ­ξῆς καὶ μοῦ ἔ­δω­σε ἴ­σως τὴν ἄ­δεια· ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω στὰ τριά­ντα μου, τὸ 1998, μὲ τὸ ποὺ βγῆ­κε τὸ δι­α­ζύ­γιό μου. Τὸ κομ­μά­τι στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ζεῖ γιὰ μῆ­νες σ’ ἕ­να δω­μά­τιο χω­ρὶς τη­λέ­φω­νο εἶ­ναι προ­σω­πι­κό, αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό. Κά­πως ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα —πα­ρά­ξε­νος και­ρός, και­ρὸς ἀ­πο­μό­νω­σης— ὅ­ταν ξέ­θα­ψα τὰ ση­μει­ω­μα­τά­ριά μου —τό­τε εἶ­χα πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε— καὶ θέ­λη­σα νὰ γρά­ψω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ ν’ ἀν­τα­να­κλᾶ τὶς ση­μει­ώ­σεις ποὺ βρί­σκον­ταν ἀ­τά­κτως ἐρ­ρι­μέ­νες στὶς σε­λί­δες τους.

       Μιὰ ἀ­κό­μη ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο Ὁ θά­να­τος ἑ­νὸς με­λισ­σο­κό­μου (En biodlares dod) τοῦ Λὰρς Γκού­σταφ­σον μὲ θέ­μα ἕ­ναν δά­σκα­λο ποὺ ἔ­χει δι­α­γνω­στεῖ μὲ καρ­κί­νο κι ὁ ὁ­ποῖ­ος ζεῖ μό­νος του καὶ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὰ λου­λού­δια, τὴ με­λισ­σο­κο­μί­α, τὰ φυ­το­λό­για κλπ. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἔ­τρε­φα ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὴ βο­τα­νι­κὴ καὶ περ­νοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη δι­α­βά­ζον­τας γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους θέ­μα­τα, προ­τοῦ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ γρά­ψω ἕ­να ἄρ­θρο μὲ θέ­μα πῶς ἐ­πέ­δρα­σε o λό­γος τῆς βο­τα­νι­κῆς των ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να στὴ λο­γο­τε­χνί­α.


Πῶς σᾶς φά­νη­κε ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἀ­νὰ τὸν κό­σμο;

       Μοῦ ἄ­ρε­σε ποὺ ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ βι­βλί­ου ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο. Στὴ Γαλ­λί­α, οἱ κρι­τι­κοὶ ἔ­γρα­ψαν ὅ­τι τὸ ὕ­φος εἶ­ναι εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νο μὲ τὴ γαλ­λι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ὅ­τι τὸ εἶ­χαν ἐ­φεύ­ρει γάλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ πα­ρέ­θε­ταν καὶ τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Στὴν Ἀγ­γλί­α, ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι ἡ δύ­να­μη τοῦ βι­βλί­ου δὲν ὀ­φεί­λε­ται στὶς με­τα­μον­τέρ­νες τε­χνι­κές του, ἀλ­λὰ στὸ ὅ­τι πα­ρὰ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες τε­χνι­κὲς εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α του αὐ­τὴ ποὺ σὲ συ­ναρ­πά­ζει. Στὴ Village Voice γρά­φτη­κε ἐ­πί­σης ὅ­τι ὁ με­τα­μον­τερ­νι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρω­χη­μέ­νος. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη με­τά­φρα­ση μέ­χρι σή­με­ρα εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἰσ­λαν­δί­α, ὅ­που το βι­βλί­ο δι­α­βά­στη­κε σὰν πο­λὺ χα­ρού­με­νο, εὔ­θυ­μο καὶ εἰ­ρω­νι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα.Ὑ­πάρ­χει ὄν­τως εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση τὴν ὁ­ποία δὲν βρί­σκου­με στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, ποὺ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες του τὸ βρῆ­καν ἐν γέ­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο.


Στὴ θέ­ση τῆς εἰ­ρω­νεί­ας ὑ­πάρ­χει κά­τι πιὸ προ­σω­πι­κό.

       Ναί, κι ἐ­νῶ τὰ με­τα­μον­τέρ­να αὐ­τὰ παι­χνί­δια μὲ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γρά­ψω τὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­λη­σα νὰ κά­νω ἕ­να ἀ­κό­μη βῆ­μα καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση καὶ ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α πι­στεύ­ω πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας εἶ­ναι τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Κι ὅ­μως, πα­ρό­τι ἔ­νι­ω­θα πὼς τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας βρί­σκε­ται πιὸ κον­τὰ στὸ κλα­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἐκ­δό­τες, ἰ­δί­ως ἀγ­γλό­φω­νοι, τὸ φο­βή­θη­καν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ. Καὶ μό­νο ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση δη­λα­δὴ νὰ δώ­σεις κά­τι σ’ ἕ­ναν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐν­δέ­χε­ται νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς μυ­θι­στό­ρη­μα, μὲ τὴν κλα­σι­κὴ ἔν­νοι­α τοῦ ὄ­ρου, φάν­τα­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρα δυ­σοί­ω­νη.


Νι­ώ­σα­τε πο­τὲ ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μό σας ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νους προ­γό­νους στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἢ πὼς στρέ­φε­ται ἐν­δε­χο­μέ­νως συ­νει­δη­τὰ ἐ­ναν­τί­ον μιᾶς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­θνι­κῆς πα­ρά­δο­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ καὶ τῶν δύ­ο μυ­θι­στο­ρη­μά­των σας εἶ­ναι ἡ παν­τε­λής, σχε­δόν, ἔλ­λει­ψη προ­η­γού­με­νου στὰ βουλ­γα­ρι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Δι­α­θέ­τω φι­λο­λο­γι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο καὶ πολ­λὰ κλα­σι­κὰ βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα ἔ­χουν συμ­βά­λει στὴ δι­ά­πλα­σή μου. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια πὼς ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­μη­χα­νί­α λό­γῳ του ὅ­τι συγ­κρου­ό­ταν μὲ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὴν ποί­η­ση. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ ρῆγ­μα, ὡς πρὸς τὸ ὕ­φος, στὴν πα­ρά­δο­ση ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρη αἴ­σθη­ση ἀ­πό­δρα­σης ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ 1989. Θυ­μᾶ­μαι νὰ περ­νῶ ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, μιᾶς καὶ ἤ­δη ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο χρό­νο τῶν σπου­δῶν μου στα­μά­τη­σα νὰ πη­γαί­νω στὸ πα­νε­πι­στή­μιο λό­γῳ τῶν γε­γο­νό­των τοῦ 1989. Βρι­σκό­μα­στε εἴ­τε στὸν δρό­μο εἴ­τε στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­που ἀ­κού­γα­με τὶς ἀ­να­τα­ρα­χὲς ποὺ συ­νέ­βαι­ναν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ξω. Δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως φι­λο­σο­φί­α, ἐ­νῶ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε καὶ ἡ ἐ­θνο­με­θο­δο­λο­γί­α. Ὁ Σούλ­τς, ἡ συ­νο­μι­λί­α στὸν Γκαρ­φίν­κελ, ἡ με­λέ­τη τῆς πραγ­μα­το­λο­γι­κῆς λει­τουρ­γί­ας τῆς γλώσ­σας —τὸ πῶς ξε­κι­νᾶ μιὰ συ­νο­μι­λί­α, τὸ πῶς μι­λᾶ­με— μ’ ἔ­φε­ραν πο­λὺ κον­τὰ στὴν κοι­νο­το­πί­α. Ἡ βουλ­γα­ρι­κὴ λο­γο­τε­χνία εἶ­ναι πιὸ με­γα­λο­πρε­πής, πιὸ συν­τη­ρη­τι­κή. Τὰ μι­κρὰ κι ἀ­σή­μαν­τα πράγ­μα­τα ποὺ ἦ­ταν κομ­μά­τι τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς καὶ τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων —ἔ­νι­ω­θα πὼς ὁ σο­σι­α­λι­σμὸς ὅ­λος ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό, αὐ­τοῦ του εἴ­δους ἡ ἐ­λά­χι­στη κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Οἱ συ­νο­μι­λί­ες εἶ­χαν ὡς ἑ­ξῆς: «πῶς εἶ­σαι, τί κά­νεις», «ἐν­νο­εῖς τί θὰ ἔ­κα­να», «ναί, τί θὰ ἔ­κα­νες», «φεύ­γει ἡ ζω­ή, γερ­νᾶ­με, ση­μα­σί­α ἔ­χει τὰ παι­διὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὰ καὶ νὰ ἔ­χουν ὑ­γεί­α, θὰ τὰ βο­η­θή­σου­με ὅ­πως μπο­ροῦ­με»— ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ κα­τα­σκευ­ές.

       Πρό­κει­ται σχε­δὸν γιὰ ἕ­να ζὲν τοῦ κοι­νό­το­που. Ἡ εἰ­ρω­νεί­α μου δὲν σκλη­ραί­νει ἀρ­κε­τὰ ὥ­στε νὰ φτά­σει νὰ γί­νει σαρ­κα­σμός. Προ­σπα­θοῦ­σα ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­νο­ή­σω, νὰ ἐμ­πλα­κῶ. Μ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, πι­στεύ­ω πὼς δὲν εἶ­μαι οὔ­τε ἕ­νας τυ­πι­κὸς με­τα­μον­τέρ­νος συγ­γρα­φέ­ας καὶ δὲν ἔ­νι­ω­σα πο­τὲ πὼς ἀ­νή­κω στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πα­ρά­δο­ση. Ἀ­που­σιά­ζει ἐν­τε­λῶς ἡ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, ἡ σά­τι­ρα· γύ­ρευ­α μιὰ αἴ­σθη­ση πα­ρη­γο­ριᾶς, τρυ­φε­ρό­τη­τας.


Ἔ­κα­να ὁ­ρι­σμέ­νες σκέ­ψεις γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κό­τη­τα τῆς γλώσ­σας, τὸ νὰ ἐκ­λαμ­βά­νει κα­νεὶς τὶς λέ­ξεις σὰν ξε­χω­ρι­στὲς ὀν­τό­τη­τες, κά­ποι­ες ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων βρί­σκον­ται ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή, νὰ φτια­χτεῖ τὸ ἀρ­χεῖ­ο μιᾶς γλώσ­σας ποὺ χά­νε­ται, νὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν ἡ γλώσ­σα τῶν προ­γό­νων, οἱ ἰ­δι­ω­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις μιᾶς ὁ­ρι­σμέ­νης ἐ­πο­χῆς, ἐκ­φρά­σεις ποὺ δὲν χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πιὰ κλπ. ἦ­ταν μιὰ προ­σπά­θεια ποὺ ἔ­γι­νε συ­νει­δη­τά;

       Εἶ­χα ἐ­ξαρ­χῆς στὸ μυα­λό μου τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας νὰ λει­τουρ­γή­σει ὡς χρο­νο­κά­ψου­λα. Γρά­φω ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς κά­τι δι­α­τη­ρῶ, εἶ­ναι ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο γρά­φου­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ γλώσ­σα, ἕ­να κομ­μά­τι της προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴ για­γιά μου, εἶ­ναι μιὰ προ­σο­σι­α­λι­στι­κὴ γλώσ­σα, σχε­δὸν μυ­θο­λο­γι­κὴ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, εἴ­χα­με μέ­λισ­σες καὶ ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα τῶν με­λισ­σῶν, μὲ ἄλ­λα λό­για ἡ «βα­σί­λισ­σα μέ­λισ­σα», ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ με­λίσ­σι, ἡ για­γιά μου φώ­να­ζε «μάτ, μάτ, μάτ» καὶ ἡ μέ­λισ­σα ἐ­πέ­στρε­φε στὸ με­λίσ­σι. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι mat (μὰτ) εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ ρί­ζα τῆς λέ­ξης «mother» (μη­τέ­ρα). Ἑ­πο­μέ­νως, μι­λᾶ­με στὴ μέ­λισ­σα στὴν ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ γλώσ­σα. Τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σα αὐ­τὸ σ’ ἕ­να ποί­η­μα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να ποί­η­μα τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, τὸ «Μυ­στι­κοὶ δεῖ­πνοι τῆς γλώσ­σας», τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ γιὰ τὴ «γλώσ­σα τοῦ παπ­ποῦ Οὐ­ί­τμαν καὶ τοῦ παπ­ποῦ μου / αὐ­τὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­ρι­ό­ταν τὰ πρό­βα­τα / αὐ­τὴ τὴν ὁ­ποί­α κα­τα­λά­βαι­ναν», τὴ γλώσ­σα «τοῦ παπ­ποῦ Ἔ­λιοτ καὶ τοῦ πα­τέ­ρα μου», τῆς «για­γιᾶς Ἔ­μι­λυς καὶ τῆς για­γιᾶς Λί­ζας (τῆς Ἐ­λι­σα­βέ­τας Μπαγ­κριά­να) καὶ τῆς για­γιᾶς μου»· τὶς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ τὶς συν­δέ­σεις αὐ­τὲς τὶς θε­ω­ροῦ­σα πάν­τα πο­λὺ ση­μαν­τι­κές.

      Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη δι­ά­βα­ζα κυ­ρί­ως ποί­η­ση ἀ­πὸ τὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 1930 καὶ τοῦ 1940 καὶ ἡ γλώσ­σα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ βρί­σκον­ταν στὸν πε­ρί­γυ­ρό μου μα­ζὶ μὲ τὴν ποί­η­ση αὐ­τή, ὁ συν­δυα­σμὸς αὐ­τός, ὑ­πῆρ­ξε στα­θε­ρὸ κομ­μά­τι τοῦ γρα­ψί­μα­τός μου. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὅ­ταν ἀ­να­φέ­ρω τὶς ἐ­πιρ­ρο­ές μου, ὁ Μπόρ­χες πάν­τα πά­ει μα­ζὶ μὲ τὴ για­γιά μου, συν­δυ­α­στι­κά, πο­τὲ χω­ρι­στά. Τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὴ τοῦ θαυ­μα­στοῦ μέ­σα στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ τὴν ἔ­χω κον­τά μου ἀ­πὸ τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια, τό­τε ποὺ δι­ά­βα­ζα Ἀν­τερ­σεν καὶ περ­νοῦ­σα πολ­λὴ ὥ­ρα μό­νος. Οἱ γο­νεῖς μου ἐρ­γά­ζον­ταν κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σα πολ­λὲς ὧ­ρες σὲ δι­ά­φο­ρα δω­μά­τια, προ­σπα­θών­τας νὰ ἐ­πι­νο­ή­σω δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα γιὰ νὰ πε­ρά­σω τὸν και­ρό μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα προ­σπα­θοῦ­σα νὰ με­τα­τρέ­ψω τὸ νε­ρὸ σὲ λε­μο­νά­δα ἢ νὰ ἐ­κτε­λέ­σω ἕ­να πεί­ρα­μα φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα δι­α­βά­σει, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα νὰ βά­λω μιὰ τρί­χα ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς ἀ­λό­γου στὸ νε­ρὸ ὥ­στε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα μέ­ρες νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φί­δι. Ὑ­πῆρ­χε στὴ γλώσ­σα μιὰ ποι­ό­τη­τα σχε­δὸν ὁ­ρα­τὴ καὶ ἡ ἴ­δια ποι­ό­τη­τα ὑ­πῆρ­χε καὶ στὰ ἀν­τι­κεί­με­να τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να παι­χνί­δι ποὺ ἔ­λε­γε: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ εἶ­σαι ἐ­σύ, ποιός ἔ­φα­γε σκα­τά, ἐ­γὼ ἢ ἐ­σύ;». Ἡ σύν­δε­ση αὐ­τή, λοι­πόν, μὲ τὴ γλώσ­σα ἔρ­χε­ται ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α καὶ ἕ­να κομ­μά­τι της εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ γλώσ­σα τῆς παι­δι­κῆς μου ἡ­λι­κί­ας. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να μό­το στὸ Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ λέ­ει «Μό­νο το κοι­νό­το­πο μοῦ κι­νεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον» καὶ πράγ­μα­τι μό­νο τὸ ἐ­φή­με­ρο, τὸ θνη­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ για­γιά μου ἔ­λε­γε συ­χνὰ ὅ­τι «οἱ μύ­γες καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μοι­ρά­ζον­ται τὴν ἴ­δια συ­νεί­δη­ση», ὅ­τι δὲν εἴ­μα­στε ση­μαν­τι­κοὶ πα­ρὰ μό­νο τρῶ­με ψω­μί, σὰν τὶς μύ­γες. Θὰ μπο­ρού­σα­με εἴ­τε νὰ ὑ­πάρ­χου­με εἴ­τε νὰ μὴν ὑ­πάρ­χου­με. Δὲν εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­καῖ­οι, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ οἱ μύ­γες, δὲν εἴ­μα­στε ἀ­πα­ραί­τη­τοι. Αὐ­τὴ ἡ ἡ­συ­χα­στι­κὴ σχε­δὸν πα­ραί­τη­ση ἀ­πὸ τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὴ καὶ ὑ­πὸ μί­α ἔν­νοι­α πο­ρεύ­ε­σαι μ’ αὐ­τή. Ζή­σα­με σὲ δι­ά­φο­ρα ὑ­πό­γεια δω­μά­τια στὸ νοί­κι, μεί­να­με σὲ κλει­στο­φο­βι­κοὺς χώ­ρους. Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἀ­νή­κουν σὲ μιὰ προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση, εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ποὺ λέ­νε ἱ­στο­ρί­ες καὶ ὅ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­νεις εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο, μό­νο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ συν­δε­θεῖς μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ἡ για­γιά μου ὄν­τως κα­λοῦ­σε ἀν­θρώ­πους νὰ μᾶς ἐ­πι­σκε­φθοῦν καὶ νὰ μᾶς μι­λή­σουν γιὰ τοὺς τό­πους στοὺς ὁ­ποί­ους εἶ­χαν τα­ξι­δέ­ψει καὶ γιὰ ὅ­σα εἶ­χαν κά­νει ἐ­κεῖ. Ὅ­ταν δὲν ἔ­χεις κα­μιὰ πρό­σβα­ση στὸν κό­σμο καὶ γνω­ρί­ζεις ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἐ­λά­χι­στοι τρό­ποι γιὰ νὰ τὸν βι­ώ­σεις μὲ τρό­πο φυ­σι­κό, καὶ δὲν εἶ­σαι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὴ με­τα­φυ­σι­κή, ἐν­τέ­λει ἐ­φευ­ρί­σκεις ἰ­δι­ω­τι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ ἱ­ε­ροῦ.


Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη πό­σο στέ­ρε­η καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νη εἶ­ναι ἡ γλώσ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλεῖ­τε τὸ λε­ξι­λό­γιό σας, ποι­ά εἶ­ναι ὡς τώ­ρα ἡ ἐμ­πει­ρί­α σας ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ με­τά­φρα­ση; Ἔ­παι­ξε ρό­λο ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἢ θὰ λέ­γα­με πὼς εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ζή­τη­μα ἐμ­πι­στο­σύ­νης;

       Ἡ συ­νερ­γα­σί­α ἔ­χει παί­ξει με­γά­λο ρό­λο στὰ βι­βλί­α μου, ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸν λό­γο ὅ­τι ἡ κα­θε­μιὰ πρό­τα­ση ξε­χω­ρι­στὰ ἔ­χει ση­μα­σί­α. Πάν­το­τε ἀ­νη­συ­χῶ ὅ­ταν οἱ με­τα­φρα­στὲς δὲν μοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν ἐ­ρω­τή­μα­τα καὶ ὅ­ταν δὲν μι­λᾶ­με ἐ­νό­σω με­τα­φρά­ζουν. Συ­χνὰ σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις προ­κύ­πτουν τε­ρα­τώ­δη λά­θη. Ἀ­πο­λαμ­βά­νω ἰ­δι­αι­τέ­ρως τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μὲ τοὺς κα­τὰ και­ροὺς με­τα­φρα­στὲς τοῦ ἔρ­γου μου καὶ τὸ νὰ βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὰ ἀ­με­τά­φρα­στα στοι­χεῖ­α τῆς κά­θε γλώσ­σας. Δὲν ἔ­χου­με ἀ­κό­μα ἀ­πο­φα­σί­σει ἂν ἡ λέ­ξη тъга ἀ­πο­δί­δε­ται μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κρί­βεια ὡς θλί­ψη ἢ με­λαγ­χο­λί­α. Ξα­να­σκε­φτό­μα­στε, ἐ­πί­σης, πῶς θὰ με­τα­φρά­σου­με τὴν τε­λευ­ταί­α πρό­τα­ση τοῦ προ­λό­γου στὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας: τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με εἶ­ναι «Ἐ­μεῖς εἶ­μαι» ἀλ­λὰ ἡ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὴ ση­μα­σί­α εἶ­ναι «Ἐ­γὼ εἶ­ναι» καὶ σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ὅ­τι ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ἐν­σαρ­κώ­νει καὶ ἄλ­λους χα­ρα­κτῆ­ρες. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι ἂν θὰ ἐ­πι­λέ­ξου­με ὅ,τι ἀ­κού­γε­ται φυ­σι­κό­τε­ρο ἢ ὅ,τι με­τα­φέ­ρει κα­λύ­τε­ρα τὸ νό­η­μα.

       Ἕ­να ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σου­με τὴν πο­σό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των ποὺ εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο νὰ ἐ­ξη­γή­σου­με σ’ ἕ­ναν «ξέ­νο» ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ με­τα­φρά­στριά μου στὰ ἀγ­γλι­κά, ἡ Ἄν­τζε­λα Ρον­τέλ, εἶ­χε μιὰ πο­λὺ κα­λὴ ἰ­δέ­α, νὰ προ­σθέ­σου­με ὑ­πο­σε­λί­δι­ες ση­μει­ώ­σεις, οἱ ἐκ­δό­τες ὅ­μως δὲν τὴν ἐν­στερ­νί­στη­καν. Ἐ­ξάλ­λου, τὸ βι­βλί­ο ἔ­χει ἤ­δη στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ πολ­λὲς λί­στες καὶ κά­ψου­λες λέ­ξε­ων.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει ἕ­να ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο ποὺ εἶ­χε γρά­ψει ὁ Ντι­μί­ταρ Κε­νά­ροφ στὴν Boston Review πρὶν ἀ­πὸ δέ­κα πε­ρί­που χρό­νια, στὸ ὁ­ποῖ­ο σᾶς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὸν λι­γό­τε­ρο βούλ­γα­ρο με­τα­ξύ των βούλ­γα­ρων συγ­γρα­φέ­ων», ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὸ ὕ­φος σας καὶ στὴν αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τά σας. Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι λέ­ει κά­τι αὐ­τό;

       Εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξο δι­ό­τι τὰ θέ­μα­τά μου καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες μου συν­δέ­ον­ται μὲ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νο τρό­πο μὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α. Αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ κά­νω καὶ ποὺ ἴ­σως προ­ξε­νεῖ αὐ­τὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­ναι νὰ πῶ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες αὐ­τὲς το­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες —χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­κλεί­ω ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970 καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980— καὶ ν’ ἀ­φυ­πνί­σω μιὰ κά­ποι­α συλ­λο­γι­κὴ μνή­μη στὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ δὲν ἔ­χει γνώ­σεις γιὰ τὸν τό­πο αὐ­τό. Ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τὴ πὼς μι­λᾶς γιὰ τὴ με­λαγ­χο­λί­α ἑ­νὸς παι­διοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νο σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο κά­ποι­ο ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1978, κι ὕ­στε­ρα κά­ποι­ος στὴ Ζυ­ρί­χη ἔρ­χε­ται, σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ποὺ δι­α­βά­στη­κε κά­ποι­ο κεί­με­νό σου, καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ἐ­πι­σκε­φτεῖ πο­τὲ τὴ Βουλ­γα­ρί­α οὔ­τε ἔ­χει ζή­σει πο­τέ του σὲ ὑ­πό­γει­ο, κι ὅ­μως ἔ­νι­ω­σε πὼς ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς δι­κῆς του παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ἔ­νι­ω­σε τὸ ἴ­διο αἴ­σθη­μα ἐγ­κα­τά­λει­ψης. Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες αὐ­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου οἰ­κου­με­νι­κὲς κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν προ­κύ­ψει ἀ­πὸ πράγ­μα­τα συγ­κε­κρι­μέ­να, το­πι­κά. Τὸ λέ­ω καὶ στοὺς μα­θη­τές μου, δὲν νο­εῖ­ται νὰ ξε­κι­νᾶ­τε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κου­με­νι­κό· ὀ­φεί­λε­τε σ’ ἕ­να ἀρ­χι­κὸ ἐ­πί­πε­δο νὰ το­πο­θε­τεῖ­τε τὴ λε­πτο­μέ­ρεια. Εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ κά­ποι­α δη­μό­σια ἀ­νά­γνω­ση στὴ Γερ­μα­νί­α ποὺ ἦρ­θε καὶ μὲ βρῆ­κε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πε­ρί­με­νε ν’ ἀ­κού­σει γιὰ συμ­πλο­κὲς Βουλ­γά­ρων καὶ Ὀ­θω­μα­νῶν, γι­α­τα­γά­νια, σφα­γές, τὰ ἐ­θνι­κὰ δη­λα­δὴ λο­γο­τε­χνι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα. Εἶ­ναι ἕ­να πρό­βλη­μα αὐ­τὸ στὸ ἐ­θνι­κὸ το­πί­ο.


Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, εἶ­ναι σὰν νὰ ἀ­να­γεν­νᾶ­ται ἀ­κρι­βῶς τὸ εἶ­δος τοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ­τε, εἰ­δι­κὰ ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γί­α τῆς γλώσ­σας τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ ὕ­στε­ρου δέ­κα­του ἔ­να­του αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ εἰ­κο­στοῦ. Ἀ­να­φέ­ρο­μαι στὴν Ὕψωμα (Възвишение) τοῦ Μι­λὲν Ροῦ­σκοφ, στὴν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των τοῦ Γκε­όρ­γκι Μπο­ζί­νοφ μὲ θέ­μα τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς Βουλγαρικῆς Ἀ­ναγέννησης…

       Ναί, ὑ­πάρ­χει ρεῦ­μα πρὸς τὸ ἱ­στο­ρι­κό, ἴ­σως ὅ­μως ἔ­χω μιὰ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση τοῦ φαι­νο­μέ­νου, καὶ ἡ ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τὴ δὲν ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τὸ ὅ­τι οἱ συγ­γρα­φεῖς συ­χνὰ προ­αι­σθά­νον­ται καὶ προ­βλέ­πουν τὶς προ­τι­μή­σεις τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἢ ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν τὸ κά­νουν, τὶς πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πὸ σύμ­πτω­ση. Αὐ­τὸ δὲν πά­ει φυ­σι­κὰ στὸν Μπο­ζί­νοφ, ἐ­φό­σον ἔ­γρα­ψε τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980, μὰ ἀ­να­φέ­ρο­μαι κα­τὰ κύ­ριο λό­γο στὸν Μί­λεν Ροῦ­σκοφ καὶ τὸν ἕ­τε­ρο πα­σί­γνω­στο συγ­γρα­φέ­α ἱ­στο­ρι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, τὸν Βλαν­τι­μὶρ Ζά­ρεφ, γιὰ νὰ φέ­ρω ἕ­να ἀ­κό­μη πα­ρά­δειγ­μα. Λί­γα βι­βλί­α ἔ­χουν τρα­βή­ξει πολ­λὴ προ­σο­χή· ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως πι­θα­νὲς ἐ­ξη­γή­σεις ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ ὁ­ρι­σμέ­νες ὄ­ψεις τῆς ἀ­πή­χη­σης τοῦ εἴ­δους. Μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ὁ τυ­πι­κὸς βούλ­γα­ρος ἀ­να­γνώ­στης τῆς γε­νιᾶς τῶν γο­νι­ῶν μου ποὺ ἔ­χει με­γα­λώ­σει δι­α­βά­ζον­τας ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —τὴν Ὥ­ρα τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ (Време разделно) τοῦ Ἀν­τὸν Ντόν­τσεφ, τὰ βι­βλί­α τῆς Βέ­ρας Μου­ταφ­τσί­ε­βα κλπ.— καὶ οἱ πρό­σφα­τες ἐν­σαρ­κώ­σεις τους κου­βα­λοῦν ἐ­νί­ο­τε μιὰ νο­σταλ­γι­κὴ αὔ­ρα γιὰ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο καὶ γιὰ τὴν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῆς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νης ἐ­θνι­κῆς ταυ­τό­τη­τας τοῦ πα­ρόν­τος. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αὐ­τὰ μᾶς μι­λοῦν γιὰ ἕ­να ἔν­δο­ξο πα­ρελ­θόν, γιὰ χα­ϊν­τού­κους καὶ ἥ­ρω­ες, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας ἕ­να με­γα­λεῖ­ο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ μὴν ξέ­ρου­με ποι­οί εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη νὰ μα­θαί­νου­με ὅ­τι κά­πο­τε ὑ­πήρ­ξα­με σπου­δαῖ­οι.

      Νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸ σχε­τί­ζε­ται μὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη ἀ­νη­συ­χί­α, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς στὸ μέλ­λον θὰ εἴ­μα­στε μᾶλ­λον ἐλ­λι­πεῖς, καὶ σὰν ἀν­τί­δρα­ση σ’ αὐ­τὸ ἔρ­χε­ται ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ κοι­τά­ξου­με πί­σω. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει εἶ­ναι πώς, σὲ κά­ποι­ους ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς, τά­χι­στα ὅ­λο αὐ­τὸ με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­νε­παι­σθή­τως σὲ ἐ­θνι­κι­σμό. Εἶ­ναι πολ­λὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σαν τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, δὲν θὰ τὰ ἀ­πα­ριθ­μή­σω, καὶ το­πο­θε­τοῦν τὸν Βούλ­γα­ρο πο­λὺ ψη­λά, στὴν κα­τη­γο­ρί­α τοῦ ἱ­ε­ροῦ· ὑ­πάρ­χει ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα ποὺ μᾶς λέ­ει πῶς οἱ ρο­μὰ κλέ­βουν καὶ λε­η­λα­τοῦν τὰ βουλ­γα­ρι­κὰ χω­ριὰ κι ἕ­νας βούλ­γα­ρος ἥ­ρω­ας ξε­ση­κώ­νει τὸ ἔ­θνος ἐ­ναν­τί­ον τους. Εἶ­ναι σκέ­τη σπέ­κου­λα. Θυ­μᾶ­μαι τὸν και­ρὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­να­λά­βει τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Ἔ­ζη­σα τὸν σο­σι­α­λι­σμό (Аз живях социализма), ποὺ τὴν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν προ­σω­πι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις δι­α­φό­ρων ἀ­τό­μων ἀ­πὸ τὴ σο­σι­α­λι­στι­κὴ πε­ρί­ο­δο, καὶ ἡ ὁ­ποί­α κρί­θη­κε αὐ­το­μά­τως ἀ­πορ­ρι­πτέ­α. Οἱ κρι­τι­κοὶ δι­ε­ρω­τῶν­το ἂν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὸν σο­σι­α­λι­σμό, ἐ­νῶ κά­ποι­ος πο­λι­τι­κὸς ἐ­πι­στή­μο­νας εἶ­χε γρά­ψει ὅ­τι «Δὲν θὰ πρέ­πει ν’ ἀ­φή­σου­με ν’ ἀ­φη­γη­θοῦν τὸν σο­σι­α­λι­σμὸ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ τὸν ἔ­ζη­σαν». Με­ρο­λη­πτοῦν ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σει και­ρός, νὰ τὰ δοῦ­με ἀ­πὸ μιὰ κά­ποι­α ἀ­πό­στα­ση, οὕ­τως ὥ­στε οἱ πε­ρι­γρα­φὲς νὰ εἶ­ναι ψυ­χρὲς καὶ οὐ­δέ­τε­ρες, πράγ­μα­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἀν­τί­θε­τος λό­γῳ τοῦ τρό­που μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τα­νο­ῶ τὸν κό­σμο ὡς συγ­γρα­φέ­ας. Αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οἱ προ­σω­πι­κές, ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων αὐ­τῶν.


Αὐ­τὸ μοῦ θυ­μί­ζει τὴν κρι­τι­κή σας στὸ Μου­σεῖ­ο Ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­κῆς Τέ­χνης τῆς Σό­φιας μὲ τὸ ποὺ ἄ­νοι­ξε τὸ 2011· σᾶς θυ­μᾶ­μαι ν’ ἀ­σκεῖ­τε δρι­μεί­α κρι­τι­κὴ στὴν ἀ­νι­στο­ρι­κὴ πα­ρου­σί­α­ση καὶ στὸν ἀ­νι­στο­ρι­κὸ τρό­πο ἔκ­θε­σης τῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων.

       Εἶ­ναι τρο­με­ρό. Ἐ­πί­σης, εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ κά­ποι­οι φί­λοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν νὰ φτι­ά­ξου­με κά­τι σὰν Μου­σεῖ­ο τῆς Κρα­τι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πράγ­μα τε­λεί­ως ἀ­φε­λὲς φυ­σι­κά, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους πράγ­μα­τα ἐμ­πο­δί­ζον­ται στὴ ρί­ζα τους καὶ οἱ ἐν­το­λὲς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα κλι­μά­κια. Εἴ­χα­με, ὅ­μως, βά­λει μπρο­στὰ πολ­λὰ σχέ­δια, ἡ ἰ­δέ­α μας ἔ­πι­α­νε πε­ρί­που πε­νήν­τα σε­λί­δες. Ἦ­ταν τὸν και­ρὸ ποὺ βρι­σκό­μουν στὸ μο­να­στή­ρι στὴν Ἐλ­βε­τί­α. Ξό­δε­ψα ἀρ­κε­τὸ χρό­νο, ἔ­φτια­ξα τὴν πα­ρου­σί­α­ση αὐ­τή, βρή­κα­με ἀρ­χι­τέ­κτο­νες, βρή­κα­με τὸ μέ­ρος. Τὴν ἰ­δέ­α τὴν πή­ρα­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­θνι­κοῦ ἀρ­χεί­ου ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο αὐ­τό, στὰ ὑ­πό­γεια, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 5 τῆς ὁ­δοῦ Μο­σκόβ­σκα, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1960 συ­νε­λάμ­βα­ναν οὐκ ὀ­λί­γους νε­α­ροὺς γιὰ δι­α­τά­ρα­ξη τῆς τά­ξης —ἐ­πει­δὴ φο­ροῦ­σαν στε­νὰ παν­τε­λό­νια ἢ κά­ποι­ο ἄλ­λο ροῦ­χο ποὺ ἔ­μοια­ζε δυ­τι­κό— κι ὕ­στε­ρα τοὺς ἔ­στελ­ναν στὸ στρα­τό­πε­δο ἐρ­γα­σί­ας στὸ Μπέ­λε­νε. Ἤ­θε­λε νὰ τὸ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει, ὅ­ταν ὅ­μως ἡ κυ­βέρ­νη­ση τοῦ Ὀ­ρε­σάρ­σκι ἦλ­θε στὴν ἐ­ξου­σί­α, τὰ πάν­τα φυ­σι­κὰ κα­τέρ­ρευ­σαν [τὴ στιγ­μὴ ποὺ το­πο­θέ­τη­σε τὸν με­γι­στά­να τῶν μίν­τια Ντε­λιὰν Πέ­εφ­σκι ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς Ὑ­πη­ρε­σί­ας Ἐ­θνι­κῆς Ἀ­σφά­λειας, πυ­ρο­δο­τών­τας τὶς μα­ζι­κὲς δι­α­δη­λώ­σεις τοῦ 2013]. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν τὸ προ­κά­λε­σε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ἡ κυ­βέρ­νη­ση αὐ­τὴ ἢ ἡ προ­η­γού­με­νη. Δὲν ὑ­πάρ­χει, ἁ­πλῶς, ἡ συλ­λο­γι­κὴ βού­λη­ση ποὺ χρει­ά­ζε­ται γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ κά­τι αὐ­τῆς τῆς κλί­μα­κας. Ἡ ἐ­ναν­τί­ω­ση πα­ρα­εῖ­ναι ἰ­σχυ­ρή.


Ὑ­πάρ­χει ἡ αἴ­σθη­ση στὴ Βουλ­γα­ρί­α πὼς ὁ­ρι­σμέ­να κτί­ρια ποὺ χτί­στη­καν πρὶν ἀ­πὸ τὸ 1989 πα­ρέ­μει­ναν καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἄ­θι­κτα, κι αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν γί­νε­ται εὐ­ρέ­ως κου­βέν­τα.

       Ναί, ἄ­θι­κτα ἀ­πὸ τὴ μί­α, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη μπαί­νουν στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα μὲ νέ­ους τρό­πους, μὲ τὴ χρή­ση τῶν νέ­ων μέ­σων, ἀ­πὸ τὸ φέ­ισ­μπουκ καὶ ἀ­πὸ τὰ τρὸλ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου… τὸ κα­τά­λα­βα κα­λύ­τε­ρα τὰ τε­λευ­ταῖ­α τρί­α χρό­νια, ἰ­δί­ως ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πάν­το­τε εἶ­χα ξε­κά­θα­ρη θέ­ση κι ἦ­ταν πάν­το­τε φα­νε­ρό το ποῦ κι­νοῦ­μαι. Δὲν ὀρ­γα­νώ­θη­κα πο­τὲ σὲ κόμ­μα, εἶ­χα ὅ­μως δέ­κα χρό­νια στή­λη στὴν Дневник [ὑ­ψη­λῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας ἐ­φη­με­ρί­δα ἐ­θνι­κῆς ἐμ­βέ­λειας], κι ἔ­τσι κά­θε ἑ­βδο­μά­δα ἔ­γρα­φα αὐ­τὰ ποὺ πί­στευ­α. Τὸ 2013, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς ἐ­ξου­σί­ας ἀ­πὸ τὸν Ὀ­ρε­σάρ­σκι, ἐκ­φώ­νη­σα μιὰ ὁ­μι­λί­α μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη, ἡ ὁ­ποί­α τε­λι­κὰ ἀ­κού­στη­κε εὐ­ρέ­ως ἀλ­λὰ καὶ πα­ρερ­μη­νεύ­τη­κε εὐ­ρέ­ως. Μί­λη­σα γιὰ τὸ πο­λι­τι­κὸ κὶτς ποὺ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε στὴ δη­μό­σια σφαί­ρα καὶ εἶ­πα ὅ­τι μό­νο ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ ἐ­παρ­κῶς, πὼς εἶ­ναι ζή­τη­μα πο­λι­τι­κὸ τὸ νὰ δι­α­θέ­τεις καὶ ν’ ἀ­να­πτύσ­σεις γοῦ­στο ποὺ νὰ συ­νι­στᾶ ἀ­νά­χω­μα ἐ­ναν­τί­ον τοῦ πο­λι­τι­κοῦ αὐ­τοῦ κίτς. Ὑ­πάρ­χει στὴν ὁ­μι­λί­α ἕ­να ση­μεῖ­ο στὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­ω «ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δι­α­βά­ζει εἶ­ναι ὄ­μορ­φος» δι­ό­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­α­φθα­ρεῖ μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­κο­λί­α, πρῶ­τα καὶ κύ­ρια χά­ρη στὴν αἰ­σθη­τι­κή του. Ἀ­κο­λού­θη­σε καὶ ἔν­το­νη ἀν­τί­δρα­ση καὶ μιὰ κά­ποι­α προ­σκόλ­λη­ση στὸ πρό­σω­πό μου ὡς δι­α­μορ­φω­τῆ τῆς κοι­νῆς γνώ­μης, κα­θὼς τὸ μή­νυ­μα αὐ­τὸ γιὰ τὸν «ὄ­μορ­φο» δι­α­δη­λω­τὴ τὸ σφε­τε­ρί­στη­καν κά­ποι­οι καὶ τὸ χρη­σι­μο­ποί­η­σαν σὰν πο­λε­μι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἐ­νάν­τια στὸ κί­νη­μα. Σὰν νὰ λέ­με ὅ­τι ἂν τοὺς ἀ­πο­κα­λῶ ὄ­μορ­φους, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ ὅ­τι ὅ­σοι δὲν δι­α­δη­λώ­νουν εἶ­ναι ἄ­σχη­μοι, τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Οἱ ρη­το­ρι­κὲς αὐ­τὲς δι­α­μά­χες ἐν­σω­μα­τώ­νον­ται φυ­σι­κὰ στὶς ἀν­τί­στοι­χες λο­γο­τε­χνι­κές.


Ἡ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ας ποὺ φτι­ά­ξα­τε μὲ τὸν Τε­ον­τὸρ Οὖ­σεφ, Ἡ τυ­φλὴ Βά­ϊ­σα (Blind Vaysha) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ Ὄ­σκαρ. Πῶς ξε­κι­νή­σα­τε νὰ δου­λεύ­ε­τε μα­ζί; Θὰ δοῦ­με στὸ μέλ­λον καὶ κά­ποι­α ἄλ­λη συ­νερ­γα­σία σας;

       Δι­α­σκευ­ά­ζου­με τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας γιὰ νὰ τὸ κά­νου­με κι­νού­με­νο σχέ­διο. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πά­νω σ’ αὐ­τὸ εἴ­χα­με ξε­κι­νή­σει νὰ δου­λεύ­ου­με ἀ­πὸ κοι­νοῦ καὶ ἡ Τυ­φλὴ Βά­ι­σα προ­έ­κυ­ψε σχε­δὸν κα­τὰ τύ­χη, κι ἂς μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο το­πι­κή. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ δι­α­σκευ­ή, συ­νερ­γα­στή­κα­με ἐ­πί­σης καὶ γιὰ τὸ φυλ­λά­διο ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴ σει­ρὰ The Cahier Series. Ὅ­σο γιὰ τὸ Φυσικὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας, μό­λις τώ­ρα, τὸ κα­νά­λι ARTE ἀ­νέ­λα­βε τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῆς τρι­αν­τα­πεν­τά­λε­πτης ται­νί­ας. Ὁ Τε­ον­τὸρ μοῦ ἔ­γρα­ψε μό­λις δι­ά­βα­σε τὸ βι­βλί­ο καὶ ἀ­πο­δεί­χτη­κε πὼς εἶ­χε γεν­νη­θεῖ κι αὐ­τὸς τὸ 1968. Κολ­λή­σα­με κα­τευ­θεί­αν μὲ τὸ ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς σι­ω­πη­λούς, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ πολ­λοὺς ἄλ­λους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἐ­σω­στρέ­φεια.


Ποι­ούς σύγ­χρο­νους βούλ­γα­ρους συγ­γρα­φεῖς δι­α­βά­ζε­τε; Μι­λῆ­στε μας γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νους ἀ­πὸ αὐ­τούς. Πεῖ­τε μας καὶ γιὰ μὴ Βούλ­γα­ρους.

       Δὲν δι­α­βά­ζω καὶ πολ­λοὺς σύγ­χρο­νους, ξα­να­δι­α­βά­ζω ὅ­μως συ­χνὰ πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς πα­λιούς· δι­ά­βα­σα προ­σφά­τως τὸν Ἰ­βά­ι­λο Πε­τρόφ, ποὺ πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά. Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι πὼς ὑ­πάρ­χει ἐ­δῶ κα­λὸ γε­νι­κὸ ἐ­πί­πε­δο ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμοῦ καὶ ὑ­πο­λο­γί­ζω πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς νέ­ους συγ­γρα­φεῖς ποὺ δου­λεύ­ουν στὶς μέ­ρες μας.

Ποιά εἶ­ναι τὰ ἄ­με­σα σχέ­διά σας;

       Κέρ­δι­σα μιὰ ὑ­πο­τρο­φί­α στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ θὰ μεί­νω τοῦ χρό­νου ἐ­κεῖ. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ὑ­πο­τρο­φί­α Κάλ­μαν στὴ Δη­μό­σια Βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που θὰ περ­νά­ω τὶς πιὸ πολ­λὲς μέ­ρες. Ἡ Ἐ­λὶφ Μπα­τού­μαν ὑ­πῆρ­ξε κα­τὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ὑ­πό­τρο­φος.


Σὲ ποι­ά πό­λη βρί­σκε­τε αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ἡ βά­ση σας, πρὶν με­τα­φερ­θεῖ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη; Γνω­ρί­ζω ὅ­τι μέ­να­τε στὴ Βι­έν­νη.

       Πῆ­γα ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­ξι μῆ­νες, κά­πως ἰν­κόγ­κνι­το. Ἔ­γι­ναν κά­ποι­ες ἐκ­δη­λώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες δι­ά­βα­σα κεί­με­νά μου, γε­νι­κῶς ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σα πο­λύ. Προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν στὸ Βε­ρο­λί­νο ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν ἔ­χω που­θε­νὰ τὴ βά­ση μου. Εἶ­μαι κά­τι σὰν τὸν ἱ­πτά­με­νο Ὀλ­λαν­δό. Ἀ­πὸ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­πό­ψεις αὐ­τὸ εἶ­ναι ὄ­μορ­φο, τὸ Βε­ρο­λί­νο μ’ ἄ­ρε­σε πο­λὺ μὰ ἡ Βι­έν­νη…


Ἡ Βι­έν­νη δὲν ταί­ρια­ξε;

       Δὲν μπο­ροῦ­σα, πε­ρι­έρ­γως, νὰ γρά­ψω στὴ Βι­έν­νη, πα­ρα­εῖ­χε χα­λα­ροὺς ρυθ­μούς, πα­ρα­ῆ­ταν με­λαγ­χο­λι­κή. Χρει­ά­ζο­μαι ἀν­τί­βα­ρο στὴ με­λαγ­χο­λί­α μου.


Ἕ­να μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ ὑ­πάρ­χουν τρι­βές.

       Ναί, καὶ τὸ Βε­ρο­λί­νο εἶ­ναι κά­πως ἔ­τσι, εἶ­ναι πό­λη σκλη­ρή, ἄ­γρια. Στὴ Βι­έν­νη μπο­ροῦ­σες ν’ ἀ­φή­σεις ἁ­πλῶς τὸν χρό­νο νὰ κυ­λή­σει… καὶ συ­νέ­βη ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό.


Θὰ μ’ ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ δι­α­βά­σω γιὰ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη πε­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ τὸ δι­κό σας φίλ­τρο. Δου­λεύ­ε­τε πά­νω σὲ κά­τι αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες;

       Ἐ­πι­χει­ρῶ ν’ ἀρ­χί­σω ἕ­να νέ­ο μυ­θι­στό­ρη­μα. Δι­ά­φο­ρες ἰ­δέ­ες συγ­κρού­ον­ται στὸ κε­φά­λι μου καὶ σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται…


(1) Πρόκειται γιὰ τὸν σπου­δαῖο ἀμε­ρι­κα­νὸ φω­το­γρά­φο Al­fred Stie­glitz. Λαν­θα­σμέ­να στὸ πρω­τό­τυ­πο ἀ­να­γρά­φε­ται ὡς Ed­ward Stie­glitz (Σ.τ.Μ.).
(2) Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχε­τι­κὸ ἐ­δά­φιο ἀ­πὸ τὸ ἀ­φή­γη­μα τοῦ Μπάμ­πελ: […] Μύ­γες πέ­θαι­ναν μέ­σα σὲ μιὰ πλα­τύ­στο­μη φιά­λη γε­μά­τη μὲ ἕ­να γα­λα­κτῶ­δες ὑ­γρό. Ἡ κα­θε­μιὰ πέ­θαι­νε μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο. Στὴ μί­α ἡ ἀ­γω­νί­α δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ, μὲ βί­αι­α σκιρ­τή­μα­τα. Ἡ ἄλ­λη πέ­θαι­νε με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ τρε­μου­λι­ά­σμα­τα μό­λις αἰ­σθη­τά. […] [«Ἡ πρώ­τη μου ἀ­μοι­βὴ» στὸν τό­μο: Ἰ­σα­ὰκ Μπάμ­πελ, Στὸ ὑ­πό­γει­ο καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες, μτφρ. Σπύ­ρος Τσα­κνιᾶς, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1988, σέλ. 98.] (Σ.τ.Μ.).
 (3) Μνη­μο­νι­κὸ λά­θος τῆς Ντι­μι­τρό­βα· πρό­κει­ται γιὰ τὸν μύ­θο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­παγ­γέλ­λει ὁ Λεμ­πιά­ντκιν στὴν 5η ἑ­νό­τη­τα («Ὁ φρό­νι­μος ὄ­φις») τοῦ Πρώ­του μέ­ρους τῶν Δαι­μο­νι­σμέ­νων:
Κα­τσα­ρί­δα κα­τα­γό­με­νη ἀ­πὸ μέ­γα κύ­ρη
κα­τσα­ρί­δα ἀ­πὸ σό­ι κο­τσο­νά­το
καὶ μί­α μέ­ρα μέ­ρα βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τή­ρι
σὲ πο­τή­ρι μυ­γο­φτύ­σμα­τα γε­μά­το.
[…]
Πῆ­ρε θέ­ση ἡ κα­τσα­ρί­δα ἐ­κεῖ στὸν πά­το
Νά­σου οἱ μύ­γες φα­σα­ρί­α:
«Τὸ πο­τή­ρι δὲν χω­ρά­ει , εἶ­ναι πιὰ γε­μά­το»
Ἐ­φω­νά­ζα­νε στὸ Δί­α.
Μὰ κα­θὼς αὐ­τὲς φω­νά­ζαν
Πλη­σιά­ζει ὁ Νι­κη­φό­ρος
Εὐ-γε­νέ­στα­τος πρε­σβύ­της…
[Βλ. με­τά­φρα­ση τοῦ Ἄ­ρη Ἀ­λε­ξάν­δρου στὸ Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι, ἐκδ. Γκο­βό­στης, χ.χ., σελ. 176-177.] (Σ.τ.Μ.).


Πηγή: Music & Li­te­ra­ture. 17.08.2017. «A con­ver­sa­tion with Ge­o­rgi Gos­po­di­nov», ἀπὸ τὴ Maria Dimitrova.

https://www.musicandliterature.org/features/2017/8/17/conversation-with-georgi-gospodinov

Μα­ρί­α Ντι­μι­τρό­βα (Maria Dimitrova) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζεῖ στὸ Λον­δί­νο.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът ид­ва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­­να­ρι­ο­γρα­φί­α:  Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ. Φωτογραφία: Petya Vassileva.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Μέ­χρι τὴν πόρ­τα



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Μέ­χρι τὴν πόρ­τα

(До вратата)


Ε ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ κα­τα­λα­βαί­νεις, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖς. Πρὶν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἡ για­γιά μου, —ἔ­λι­ω­νε πιά— ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι μου καὶ φώ­να­ζε, φο­βε­ρὸ πράμα, ἀ­κό­μα θέ­λω τὴ ζω­ή, αὔ­ριο θ’ ἀρ­μέ­ξω λί­γο γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τσί­κα νὰ πι­ῶ. Ἡ κα­τσί­κα εἶ­χε πε­θά­νει πρὶν 20 χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ για­γιά μου δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἕ­ξι μῆ­νες…

       Μι­κρός, ὅ­ταν μ’ ἔ­πι­α­νε φό­βος νὰ κοι­μη­θῶ στὸ σκο­τά­δι, ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι ἀπ’ τὸ κρε­βά­τι μου, ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὸ δι­κό της, ἤ­τα­νε στε­νὸ τὸ δω­μά­τιο, καὶ αὐ­τὴ ἡ γέ­φυ­ρα ἔ­δι­ω­χνε τὸν φό­βο μου. Σάμ­πως καὶ συμ­πο­ρευ­ό­μα­σταν ἕ­ως ἕ­να ση­μεῖ­ο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι νὰ δι­α­βοῦ­με τὸ τρο­μα­κτι­κό. Ἔ­πει­τα, μὲ ἄ­φη­νε στὸν ὕ­πνο.

       Τώ­ρα μό­νο μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σω τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Στὸν ὕ­πνο καὶ στὸν θά­να­το ὁ κα­θέ­νας μπαί­νει μό­νος, ὅ­μως, μέ­χρι τὴν πόρ­τα, εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ‘σαι μὲ κά­ποι­ον.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 40.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)

Краят на Грозното пате (не е за деца)


…ΚΑΙ ΠΗΓΕ στὸ τέ­λος τὸ ἀ­σχη­μό­πα­πο στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κύ­κνους, με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ὑ­πέ­στη ἀ­πὸ πά­πι­ες, ἀ­πὸ γα­λο­ποῦ­λες, ἀ­πὸ σκύ­λους, ἀ­π’ τὸ κρύ­ο… Ἐ­πι­τέ­λους, τέ­λος τὰ τρα­βήγ­μα­τα, ὅ­μως… οἱ κύ­κνοι φέρ­θη­καν ψυ­χρὰ καὶ ὑ­πε­ρο­πτι­κά. Ποῦ ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο; Δὲν ἤ­σουν μα­ζί μας ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ξέ­μει­νες σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­χα­σμέ­νο χω­ριὸ μὲ τὶς ἀ­παί­σι­ες πά­πι­ες καὶ τὶς κό­τες. Ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἔρ­χε­σαι; Ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τοῦ χω­ριοῦ, χα­χα­χά. Δὲν μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἔ­χου­με γιὰ τί πράγ­μα νὰ μι­λή­σου­με. Στὸ χω­ριὸ μπο­ρεῖς νὰ εἶ­σαι πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στὶς πά­πι­ες, ὁ ἀ­σχη­μό­τε­ρος ἢ ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος, τὸ ἴ­διο κά­νει. Σὲ ἐ­μᾶς, θὰ στρι­μώ­ξεις τὰ φτε­ρά σου ἐ­κεῖ πί­σω, στὸ τέ­λος, γκέγ­κε;! Δὲν θὰ σὲ ξε­που­που­λι­ά­σου­με, δὲν θὰ σὲ σκο­τώ­σου­με, μά­λι­στα θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ μεί­νεις. Ὅ­μως, πάν­το­τε θὰ εἶ­σαι τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς, θὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἀ­νά­με­σά μας… θὰ ἔ­λε­γε ὁ δι­κός τους Τόκ­βιλ, στὸ ἔρ­γο του Γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α στὸ κο­πά­δι. (Εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι οἱ κύ­κνοι, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τὰ πτη­νά, ἀμ­φί­βια καὶ θη­λα­στι­κὰ ὄν­τα, ἔ­χουν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες δι­κές τους φι­λο­σο­φι­κὲς σχο­λές.)

       Ἔ­τσι, τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο δὲν βρῆ­κε ἀ­νά­παυ­ση οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους, οὔ­τε καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς του.


Δι­δάγ­μα­τα:

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα νὰ γεν­νη­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ πά­πι­ες, ἀρ­κεῖ νὰ βγεῖς ἀ­πὸ αὐ­γὸ κύ­κνου», ὁ­ρί­ζει ρο­μαν­τι­κὰ ὁ Ἀν­τερ­σεν.

       Ἀ­πὸ ὅ,τι αὐ­γὸ θέ­λεις ξε­πε­τά­ξου, φτά­νει μό­νο νὰ βρε­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ ὁ­μοί­ους σου, ἀ­πο­κρί­νε­ται τὸ πο­λύ­πα­θο Ἀ­σχη­μό­πα­πο.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 11-12.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Lapsus

 


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Lapsus

(Лапсус)


Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ τῶν νε­κρῶν εἶ­ναι στα­θε­ρή, μπερ­δεύ­τη­κε ἡ ἐκ­φω­νή­τρια τῶν εἰ­δή­σε­ων… Καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, τὸ ρη­θὲν εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θές. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σκε­φτῶ πιὸ στα­θε­ρὴ κα­τά­στα­ση.


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 120.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ πα­ρὸν βι­βλί­ο – κον­το­λο­γίς

(За краткостта и тази книга – накъсо)


Ο LAPIDARIUM, τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο, πε­ρι­εῖ­χε σύν­το­μα πράγ­μα­τα γραμ­μέ­να στὸ πί­σω μέ­ρος ἀ­πὸ εἰ­σι­τή­ρια καὶ χαρ­τά­κια. Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι γραμ­μέ­νο ὣς ἕ­ναν βαθ­μὸ καὶ τὸ Φυ­σι­κὸ Μυ­θι­στό­ρη­μα. Κά­ποι­ες ἐν­τε­λῶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ δὲν μπαί­νουν ἐ­δῶ, ὑ­πάρ­χουν καὶ στὶς δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των μου. Ἀ­πὸ πα­λιὰ μοῦ ἀ­ρέ­σει καὶ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι τὴ συν­το­μί­α, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τά, θε­ω­ρῶ τὸ βι­βλί­ο ἐ­τοῦ­το ὡς τὸ προ­σω­πι­κό μου ντεμ­ποῦ­το στὸ ἐν λό­γῳ εἶ­δος. Δι­α­σκέ­δα­ζα, ἐ­νῶ ἔ­γρα­φα αὐ­τὲς τὶς ἱ­στο­ρί­ες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Ξέ­φευ­γα σὲ αὐ­τές, ὅ­ταν μοῦ γι­νό­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρη­το τὸ «ἔ­ξω». Τὶς μά­ζευ­α στὰ τε­φτέ­ρια μου, με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων, ποὺ φαί­νον­ταν ὡς πιὸ ση­μαν­τι­κά.*


       Ὑ­πάρ­χει μιὰ ὁ­ρι­σμέ­νη ἱ­ε­ραρ­χί­α στὴ ση­με­ρι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κε­φα­λῆς εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα – δι­η­γή­μα­τα, ποί­η­ση, δο­κί­μια, ὑ­πάρ­χουν κυ­ρί­ως λό­γω τῆς ἐ­πι­εί­κιας τῶν ἐκ­δο­τῶν καὶ τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Τί ἀ­πο­μέ­νει γιὰ τὰ ἐν­τε­λῶς σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­σπά­σμα­τα καὶ προ­τά­σεις; Ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν βγαί­νου­νε μπὲ­στ σέ­λερς καὶ μπλοκ­μπά­στερς, εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως «μι­κροῦ μή­κους». Τὰ μυρ­μηγ­κο­σώ­μα­τά τους δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν μὲ τὸν ἐ­λέ­φαν­τα τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Καὶ ὅ­μως, ἐ­μέ­να αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­τρε­πτι­κό­τη­τα τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν, ἡ ἱ­κα­νό­τη­τά τους νὰ ξε­γλι­στρᾶ­νε κά­τω ἀ­πὸ τὸν ζυ­γὸ τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, μοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀ­κρι­βῶς σή­με­ρα μοῦ ἀ­ρέ­σει, στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς βα­ριᾶς ἐ­πι­κό­τη­τας…


Ἀλ­λι­ῶς, νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς συν­το­μί­ας, ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι χθε­σι­νή. Ἐν­τε­λῶς χα­ο­τι­κά, ὅ­πως στὴ Μπορ­χε­σια­νὴ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια, μπο­ροῦ­με νὰ πα­ρα­τά­ξου­με τὶς λί­θι­νες ἐ­πι­γρα­φὲς τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας, βου­δι­στι­κὰ κο­άν, τοὺς Χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ Θε­ο­φρά­στου, βι­βλι­κὲς πα­ρα­βο­λές, κά­ποι­α ἀ­πό­κρυ­φα, τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τῶν ἀ­νω­νύ­μων ἀν­τι­γρα­φέ­ων στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν βι­βλί­ων, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὸ «τὸ δόν­τι μὲ πο­νεῖ καὶ δὲν ἀν­τέ­χε­ται», τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἴ­διου τοῦ Μπόρ­χες[1], τοῦ Μον­τερ­ρό­σο[2], τοῦ Χάρ­μς[3], τοῦ Γι­όρ­κεν[4]… Ἐ­νῶ στὴν ἀν­θο­λο­γί­α τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τας, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα μπαί­νουν τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ Ντάλ­τσεφ[5], οἱ ἀμ­μό­κοκ­κοι τοῦ Γκέ­ροφ[6], οἱ «Κύ­κνοι μου» τοῦ Ραν­τί­τσκοφ[7], ὁ ὄ­ψι­μος Στρα­τί­εφ[8], οἱ «νά­βες» τοῦ Ἰ­βὰν Με­τόν­τι­εφ [9], ἂν μνη­μο­νεύ­σω μό­νον αὐ­τοὺς ποὺ δὲν βρί­σκον­ται πλέ­ον ἀ­νά­με­σά μας. Πα­ρα­λεί­πω πολ­λούς. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μα­κρὰ γραμ­μὴ πα­ρά­δο­σης, ἀ­σα­φὴς κά­πο­τε, ἀ­πο­σι­ω­πη­μέ­νη, πε­σμέ­νη μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἁ­δρὸ δί­χτυ τοῦ κα­νό­να, ὅ­μως ὑ­πάρ­χει.


Ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ δρα­μα­τι­κὸ καὶ μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, κά­τι τὸ ἠ­ρε­μι­στι­κὸ στὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, λό­γω συγ­χρο­νι­σμοῦ μὲ τὴν πε­ρα­τό­τη­τα τῶν σω­μά­των. Τε­λει­ώ­νουν ἀ­πρό­σμε­να, μπο­ροῦν νὰ εἶ­ναι ἀ­στεῖ­ες ἢ πα­ρά­λο­γες, νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­το­μες καὶ ἀ­βέ­βαι­ες, προ­σω­πι­κὲς καὶ ἀ­πρό­σι­τες τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Νου­βέ­λες τοῦ ἑ­νὸς λε­πτοῦ, τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Ἴ­στβαν Γι­όρ­κεν καὶ αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρι­βέ­στε­ρους χα­ρα­κτη­ρι­σμούς.

       Σὰν παι­διὰ ἀν­τα­γω­νι­ζό­μα­σταν ποι­ός θὰ ἀν­τέ­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­τω ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ χω­ρὶς ἀ­νά­σα. Βου­τᾶς τὸ κε­φά­λι σου, ἐλ­λεί­ψει θά­λασ­σας, σὲ τσίγ­κι­νο κου­βά, βού­ι­σμα στ’ ἀ­φτιά, κλει­στο­φο­βία στὸν θώ­ρα­κα, δὲν ἀ­να­πνέ­εις μι­σὸ λε­πτό, ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτό, κά­ποι­ος ἑ­νά­μι­σι λε­πτό, πά­νω-κά­τω ὅ­σο δια­ρκεῖ μιὰ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, καὶ γρή­γο­ρα βγά­ζεις τὸ κε­φά­λι, ἐ­πι­στρέ­φεις στὴ ζω­ή. Ἡ πρώ­τη ἀ­νά­σα εἶ­ναι κο­φτὴ καὶ τὴ θυ­μᾶ­σαι ἔν­το­να. Εἶ­σαι λα­χα­νι­α­σμέ­νος, θαρ­ρεῖς καὶ τα­ξί­δε­ψες 20.000 λεῦ­γες κά­τω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα. (Ἔ­τσι καὶ δὲν ἔ­μα­θα πό­σο εἶ­ναι μιὰ λεύ­γα, ὁ­πό­τε τὴ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­νεύ­θυ­να.) Κά­τι τέ­τοι­ο πρέ­πει νὰ συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Δὲν θὰ πνι­γεῖς, ὅ­μως με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε βού­τηγ­μα, ἀ­να­σαί­νεις σὰν γιὰ πρώ­τη φο­ρά.


Σάμ­πως νὰ ξέ­φυ­γα, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι καὶ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο κεί­με­νο ἐ­δῶ μέ­σα. Θέ­λω νὰ πῶ, ὅ­τι σὲ τέ­τοι­ες ἐ­πο­χὲς σὰν τὴ ση­με­ρι­νή, ὅ­που ὑ­πάρ­χει παν­τοῦ ἡ ὀ­χλα­γω­γία τῆς τα­βέρ­νας, ἡ κα­λή, σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ἔρ­χε­ται νὰ μᾶς δώ­σει τὸ μέ­τρο γιὰ τὴν κά­θε λέ­ξη. Καὶ τὸ κά­θε λε­πτό. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ πα­ρα­μεί­νει ἔ­τσι.


Γκ. Γκ.

31 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2018

Μπρού­κλιν


______________________________


[*] Μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων αὐ­τοῦ τοῦ βι­βλί­ου συμ­πί­πτει μὲ τὴν πα­ρα­μο­νή μου στὸ Cullman Center, New York Public Library. Αὐ­τὸ μοῦ ἔ­δω­σε τὸν χρό­νο καὶ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ τὸ τε­λει­ώ­σω, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων.
[1] (ΣτΜ.) Jorge Luis Borges, 1899-1986.
[2] (ΣτΜ.) Augusto Monterroso, 1920-2003.
[3] (ΣτΜ.) Daniil Kharms (Даниил Хармс, 1905-1942).
[4] (ΣτΜ.) István Örkény, 1912-1979.
[5] (ΣτΜ.) Atanas Dalchev (Атанас Далчев, 1904-1978).
[6] (ΣτΜ.) Aleksander Gerov (Александър Геров, 1919-1997).
[7] (ΣτΜ.) Yordan Raditchkov (Йордан Радичков, 1929-2004).
[8] (ΣτΜ.) Stanislav Stratiev (Станислав Стратиев, 1941-2000).
[9] (ΣτΜ.) Ivan Metodiev (Иван Методиев, 1946-2003).


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 137-139.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Κόρη


06-Gkospontinof,Gk.-Kori-Eikona-01


Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов)


Κόρη

(Дъщеря)

06-sΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.

       — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;

       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.

       — Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.

       — Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.

       Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.

       — Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.

       — Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;

       Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.

       — Πές, Μα­α-ρί­ι… Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.

       — Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;

       — Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.

       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).

       — Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.

       — Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.

       Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.

       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ… παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.

       — Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως…

       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.

       — Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.

       — Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος….

       — Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε… Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.

       Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.

       — Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.

       — Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα… μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε… Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.

       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.

       — Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω… προ­σω­ρι­νά;

       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.

       — Γί­νε­ται… γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες… Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει… Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται… Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα… Ἔ;

       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.

       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.

       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.


Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σόφια, 2013, σ. 89-93.

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Παιώνιες καὶ Μὴ μὲ λησμόνει


05-Gkospontinof,Gk.-PaioniesKaiMiMeLismonei-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Παι­ώ­νι­ες καὶ Μὴ μὲ λη­σμό­νει

(Божури и незабравки)


01-GammaΝΩΡΙΖΟΝΤΑΝ μό­λις με­ρι­κὲς ὧ­ρες. Αὐ­τὸς – λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τὰ τριά­ντα, αὐ­τὴ λί­γο πιὸ κά­τω. Αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δώ­σει μέ­σῳ αὐ­τῆς ἕ­να πα­κέ­το γιὰ κά­ποι­ον γνω­στό του στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Αὐ­τὴ ἁ­πλῶς με­σο­λα­βοῦ­σε. Δου­λειὰ πέν­τε λε­πτῶν, ὅ­μως πιά, δύ­ο ἀ­πὸ τὶς συ­νο­λι­κὰ τρεῖς ὧ­ρες ποὺ ἀ­πέ­με­ναν ἕ­ως τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βροῦν καμ­μί­α εὔ­λο­γη αἰ­τί­α γιὰ νὰ χω­ρι­στοῦν. Τώ­ρα, ἀ­κρι­βῶς ἑ­ξήν­τα λε­πτὰ πρὶν ἀ­πὸ τὴν πτή­ση, κά­θον­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς κα­φε­τέ­ριας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀ­να­χω­ρή­σε­ων, ἔ­πι­ναν τὸν τρί­το κα­φὲ καὶ σι­ω­ποῦ­σαν. Εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα θέ­μα­τα, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ συν­τη­ρή­σουν τὴ συ­ζή­τη­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἀ­γνώ­στους. Καὶ ἡ σι­ω­πὴ πλέ­ον ἄρ­χι­ζε νὰ μὴν ἔ­χει ὅ­μοι­ό της. Τὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι ἀ­νά­με­σά τους ἦ­ταν γε­μι­σμέ­νο μὲ ἄ­δεια πλα­στι­κὰ κυ­πελ­λά­κια, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει τὰ πιὸ ἀ­πρό­σμε­να σχή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ στρί­ψι­μο στὰ χέ­ρια τους. Οἱ ἀ­να­δευ­τῆ­ρες τοῦ κα­φέ, ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα σπα­σμέ­νοι στὰ μι­κρό­τε­ρα πι­θα­νὰ κομ­μα­τά­κια, τὰ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης μα­στο­ρε­μέ­να σὲ χω­νά­κια καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ κα­ρα­βά­κια.

       Τοῦ ἦρ­θε ἰ­δέ­α, ὅ­τι ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι γί­νε­ται κα­λὸ ready-made object ἤ, νὰ τὸ ποῦ­με, ἐγ­κα­τά­στα­ση, ἡ ὁ­ποί­α θὰ βα­πτι­ζό­ταν «Ἀ­πο­λο­γί­α τῆς ἀ­νη­συ­χί­ας» (πλα­στι­κὰ κυ­πελ­λά­κια τοῦ κα­φέ, ἀ­να­δευ­τῆ­ρες, ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης, ἄ­σπρο τρα­πε­ζά­κι). Με­τὰ τοῦ φά­νη­κε χα­ζὸ καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σι­ω­πή­σει. «Αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­σι­ω­πᾶ­ται, με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ σπα­σμέ­νους ἀ­να­δευ­τῆ­ρες καὶ τσα­λα­κω­μέ­να κυ­πελ­λά­κια», εἶ­πε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τή. Αὐ­τός, σκέ­φτη­κε ὅ­τι πο­τὲ πιὰ δὲν θὰ συ­ναν­τοῦ­σε ἄλ­λη τέ­τοι­α γυ­ναί­κα, ποὺ νὰ δι­α­βά­ζει τὶς σκέ­ψεις του καὶ μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, σὲ τού­τη τὴν κα­φε­τέ­ρια. Ξαφ­νι­ά­στη­κε, ποὺ με­τα­χει­ρί­στη­κε, ἔ­στω καὶ νο­ε­ρά, φρά­ση ὅ­πως «ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του».


       — Ἄν­τε, νὰ μι­λή­σου­με – εἶ­πε αὐ­τή, ἂν καὶ δύ­ο ὧ­ρες τώ­ρα δὲν τὸ εἶ­χαν βου­λώ­σει.


Ἡ μί­α ὥ­ρα ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ λί­γος χρό­νος, γιὰ νὰ σπα­τα­λη­θεῖ σὲ πε­ρι­στρο­φὲς καὶ κα­ρα­βά­κια. Ὅ­μως, ἔ­τσι ὅ­πως αὐ­τὸς δὲν ξε­κι­νοῦ­σε, αὐ­τὴ ἁ­πλὰ εἶ­πε:


       — Πρέ­πει νὰ δε­χτοῦ­με, ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἄν­θρω­ποι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ προ­σπερ­νοῦν­ται.

       — Ἡ εἰ­ρω­νεί­α εἶ­ναι, ὅ­τι τὸ κα­τα­λα­βαί­νουν μό­νο ὅ­ταν συ­ναν­τη­θοῦν – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Σί­γου­ρα ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νὰ ἰ­δω­θοῦ­με καὶ πιὸ πρίν. Ζού­σα­με τό­σο και­ρὸ στὴν ἴ­δια πό­λη. Δὲν γί­νε­ται νὰ μὴν εἴ­χα­με προ­σπε­ρα­στεῖ σὲ κά­ποι­ο φα­νά­ρι.

       — Θὰ σὲ εἶ­χα προ­σέ­ξει – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Τὴν ἀ­γα­πᾶς; – ρώ­τη­σε αὐ­τή.

       — Τὸν ἀ­γα­πᾶς; – ρώ­τη­σε αὐ­τός.


Γρή­γο­ρα συμ­φώ­νη­σαν ὅ­τι δὲν ἔ­χει καμ­μί­α ση­μα­σί­α καὶ ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν τοὺς φταί­ει.


Ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί­νος ἦρ­θε πρώ­του ἐ­τού­τη ἡ σω­τή­ρια (ὅ­πως νό­μι­ζε τό­τε) ἰ­δέ­α νὰ ἐ­φεύ­ρουν κοι­νὲς ἀ­να­μνή­σεις, νὰ συν­θέ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή τους προ­τοῦ νὰ γνω­ρι­στοῦν καὶ με­τά. Ἄ­τολ­μη προ­σπά­θεια νὰ ἐκ­δι­κη­θοῦν τὴν πε­ρί­στα­ση ποὺ ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τὰ γιὰ λί­γο, μό­νο γιὰ νὰ τοὺς προ­σπε­ρά­σει. Εἶ­χαν δι­α­θέ­σι­μα 50 λε­πτά.


       — Θυ­μᾶ­σαι —ἄρ­χι­σε αὐ­τός— ὅ­ταν ἤ­μα­σταν συμ­μα­θη­τές, ζού­σα­με ἀ­κρι­βῶς στὸν ἴ­διο δρό­μο. Σοῦ ἔ­ρι­χνα κρυ­φὰ στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο κά­θε ἑ­βδο­μά­δα κι ἀ­πὸ ἕ­να δα­χτυ­λί­δι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το ποὺ εἶ­χαν τὰ σο­κο­λα­τά­κια «Λά­κτα».

       — Ἀ­χὰ —εἶ­πε αὐ­τὴ— ὥ­στε ἐ­σὺ ἤ­σουν. Ὁ πα­τέ­ρας μου πάν­το­τε τὰ ἔ­βρι­σκε πρῶ­τος καὶ ὑ­πο­ψι­α­ζό­ταν ὅ­τι κά­ποι­ος τρε­λα­μέ­νος θαυ­μα­στὴς ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιὰ στέλ­νει δα­χτυ­λί­δια ἀρ­ρε­βώ­νων στὴ μη­τέ­ρα μου. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ μέ­να.

       — Γιὰ σέ­να ἦ­ταν – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Ἄ, ἐ­σὺ θυ­μᾶ­σαι —ξε­κί­νη­σε αὐ­τὴ— ὅ­ταν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μά­θη­μα τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου φύ­γα­με μό­νο οἱ δυ­ό μας γιὰ ’­κεῖ­νο τὸ μο­να­στή­ρι. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πή­γα­με κά­που μό­νοι. Στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο δὲν εἶ­χε ἐ­λεύ­θε­ρα δω­μά­τια καὶ μᾶς ἔ­βα­λαν νὰ κοι­μη­θοῦ­με σὲ ἕ­να ἀ­π’ τὰ κε­λιὰ τῶν μο­να­χῶν. Ἤ­τα­νε πο­λὺ κρύ­ο καὶ τὸ κρε­βά­τι – σκλη­ρό. Μὲ ἔ­πια­σε λί­γο φό­βος. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε φο­ρὰ σταυ­ρο­κο­πι­ό­μουν κρυ­φὰ ἀ­πὸ σέ­να. Πέν­τε φο­ρὲς ἔ­κα­να τὸν σταυ­ρό μου ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα.

       — Ἕ­ξι, εἶ­πε αὐ­τός. Καὶ μέ­να μὲ ἔ­πια­σε φό­βος. Ἄ, θυ­μᾶ­σαι, ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θες νὰ μέ­νεις μα­ζί μου. Ἡ μη­τέ­ρα σου, εἶ­πε, ὅ­τι θὰ σὲ ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ἐ­πι­σή­μως ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει ἐ­ξώ­γα­μα ἐγ­γό­νια.

       — Θυ­μᾶ­μαι – εἶ­πε αὐ­τή. — Καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ δὲν γι­νό­ταν νὰ κά­νω παι­διά.


Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο σώ­πα­σε. Αὐ­τὸς ἔ­πια­σε τὸ χέ­ρι της γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γνω­ρί­στη­καν. Ἐν­τε­λῶς ἐ­λα­φρά, πα­ρη­γο­ρη­τι­κά.


       — Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς – εἶ­πε αὐ­τός. — Ἄ, θυ­μᾶ­σαι, τό­τε ποὺ ἔ­σπα­σα τὸ πό­δι; Ἤ­μουν ἤ­δη στὰ 48, δού­λευ­α σὰν τρε­λὸς καὶ ’­κεῖ­νος ὁ μή­νας στὸ σπί­τι μοῦ φά­νη­κε ἀ­λη­θι­νὸς πα­ρά­δει­σος. Πῆ­ρες κι ἐ­σὺ ἄ­δεια, σχε­δὸν τοὺς ἀ­πεί­λη­σες ὅ­τι θὰ σπά­σεις τὸ χέ­ρι σου, ἐ­ὰν δὲ σὲ ἀ­φή­σουν. Καὶ ὁ­λό­κλη­ρο μή­να δὲν ξε­μυ­τί­σα­με ἀ­πὸ μέ­σα.

       — Ἄ, ὅ­ταν τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιὰ μοῦ βρῆ­καν ἐ­κεῖ­νο τὸν ὄγ­κο… Ἐ­σὺ δι­ά­βα­σες κά­που, ὅ­τι ἡ γε­λω­το­θε­ρα­πεί­α γι­α­τρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν καρ­κί­νο καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀ­στα­μά­τη­τα μοῦ ἔ­λε­γες ἀ­νέκ­δο­τα, γιὰ νὰ γε­λά­ω. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἀ­πο­ρῶ ποὺ τὰ ἔ­βρι­σκες. Ἤ­σουν τό­σο φο­βι­σμέ­νος καὶ τρυ­φε­ρός. Μᾶλ­λον τό­τε ἀ­σπρί­σαν ἐν­τε­λῶς τὰ μαλ­λιά σου. Καὶ κά­θε μέ­ρα μου ἔ­φερ­νες παι­ώ­νι­ες καὶ μὴ μὲ λη­σμό­νει.

       — Δό­ξα τῷ Θε­ῶ, ποὺ ἔ­γι­νες κα­λά. Τί θὰ γι­νό­μουν χω­ρὶς ἐ­σέ­να.


Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­λε­σαν ὅ­λους τους ἐ­πι­βά­τες γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη νὰ κα­τευ­θυν­θοῦν πρὸς τὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μὸ ἀ­να­χώ­ρη­σης. Σώ­πα­σαν ὄ­χι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ λε­πτό. Με­τὰ αὐ­τὴ ση­κώ­θη­κε καὶ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ φύ­γει. Αὐ­τὸς πῆ­ρε τὴ βα­λί­τσα της καὶ ἔ­φυ­γαν μα­ζί. Πρὶν νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο δι­α­βα­τη­ρί­ων, αὐ­τὴ γύ­ρι­σε καὶ τὸν φί­λη­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὡ­σὰν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, σκέ­φτη­κε αὐ­τός, ἂν καὶ πο­τὲ πρὶν ἀ­πὸ τοῦ­το δὲν ὑ­πῆρ­ξε πρώ­τη φο­ρά.


Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη κι ἔ­φυ­γε. Ἔ­νι­ω­θε τρο­με­ρὰ γε­ρα­σμέ­νος, μὲ κό­πο κι­νοῦ­σε τὰ πό­δια του. Ἐ­πί­τη­δες ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τὸ κα­θρε­φτέ­νιο τζά­μι στὴν εἴ­σο­δο, γιὰ νὰ μὴ δεῖ στὴν ἀν­τα­νά­κλα­ση τὰ μαλ­λιά του ποὺ ἄ­σπρι­σαν ξαφ­νι­κὰ καὶ τοὺς σκυ­φτούς, γε­ρον­τι­κούς του ὤ­μους. Μὲ κά­θε βῆ­μα κα­τα­λά­βαι­νε ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ κα­θα­ρά, ὅ­τι δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ σπί­τι καὶ στὴν ἀ­πρό­σι­τα νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα του. Καὶ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σει, τί ἔ­κα­νε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια ποὺ ἔ­λει­πε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Τὰ Ἄσπρα Σώβρακα τῆς Ἱστορίας


04-Gkospontinof,Gk.-TaAspraSobrakaTisIstorias-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὰ Ἄ­σπρα Σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας

 

(Белите Гащи на Историята)

 

14-Alpha-Century_Mag_Illuminated_A_CuypΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ ἕ­να τί­πο­τα καὶ χω­ρὶς κα­μί­α μπου­γά­δα. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­που στὰ τέ­λη τοῦ ’70 ἐ­πει­δὴ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἤ­μουν πιὰ 9-10 χρο­νῶν καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, ζού­σα­με σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ αὐ­λή, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες πό­λεις τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ βρί­σκε­ται στὴ σκιὰ τοῦ πιὸ μι­κροῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ βου­νοῦ, τοῦ Σα­κάρ. Κά­πο­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη ἦ­ταν ξα­κου­στή, δι­ό­τι σὲ αὐ­τὴν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­τρε­φαν κα­μῆ­λες ἀν­τὶ γιὰ γα­ϊ­δού­ρια ἢ ἄλ­λα ὑ­πο­ζύ­για, ὅ­μως ἡ τε­λευ­ταί­α κα­μή­λα θὰ πρέ­πει νὰ πέ­θα­νε ἐ­κεῖ γύ­ρω στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ζού­σα­με σὲ τού­τη τὴ μι­κρὴ πό­λη δί­πλα στὸ πιὸ μι­κρὸ βου­νὸ (μι­κρό, ἀλ­λὰ βου­νό, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος) σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ δῶ­μα καὶ προ­θά­λα­μο καὶ αὐ­λί­τσα μὲ βρα­γι­ὲς ντο­μά­τες, δύ­ο κε­ρα­σι­ὲς δί­πλα στὸν φρά­χτη, ἀ­νά­με­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κρε­μό­ταν τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὸ ἅ­πλω­μα τῆς μπου­γά­δας, καὶ ἕ­ναν κου­βὰ μὲ ὀλ­λαν­δι­κὰ λου­λού­δια (τὸ κα­μά­ρι τῆς μά­νας μου, μὼβ πρὸς ἴν­τιγ­κο).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν στὴν πε­ρί­φρα­ξη πλη­σί­α­σε ὁ δι­πλα­νός μας, ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Δι­πλα­νός, δὲν εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ ται­ριά­ζει γιὰ τὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ἑ­βδο­μην­τά­ρης, γεν­νη­μέ­νος ἀ­ρι­στο­κρά­της, ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­κη­γό­ρος στὴ μι­κρὴ πό­λη. Φο­ροῦ­σε μιὰ θρυ­λι­κὴ ρόμ­πα καὶ εἶ­χε τὸ πα­ρω­νύ­μιο Μπαλ­ζάκ. Τὸ πα­ρω­νύ­μιο ὀ­φει­λό­ταν ἐν μέ­ρει στὸ ὅ­τι ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν γνώ­ρι­ζε τέ­λεια γαλ­λι­κὰ καὶ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸ πρω­τό­τυ­πο ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε γρά­ψει ὁ Μπαλ­ζάκ. Γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔμ­παι­νε πά­ραυ­τα στὴν το­πι­κὴ βί­βλο τῶν κα­τορ­θω­μά­των καὶ πο­λὺ δύ­σκο­λα κά­ποι­ος, κά­πο­τε, θὰ τὸν με­τα­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Καὶ τί ξέ­ρα­με τό­τε γιὰ τὸν Μπαλ­ζάκ; Ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος ἐ­ρα­στὴς καὶ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φὲ ἐ­νῶ ἔ­γρα­φε. Ἢ ὅ­τι ἔ­γρα­φε πο­λὺ ἐ­νῶ ἔ­πι­νε κα­φέ. Ὅ­πως καὶ νά ’χει, στὸ κε­φά­λι μου ἔ­μει­νε ἀ­πὸ τό­τε ὁ ἀ­ριθ­μὸς 42. Τώ­ρα, αὐ­τὸ ἦ­ταν 42 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ 42 κα­φέ­δες τὴν ἡ­μέ­ρα, δὲ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις τὰ νού­με­ρα προ­κα­λοῦ­σαν τὸν σε­βα­σμό. Καὶ αὐ­τὸς ὁ σε­βα­σμὸς με­τα­φε­ρό­ταν στὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Πα­ρα­τη­ρῆ­στε, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μπάρ­μπα-Κώ­στα, ἢ ἀ­κό­μα πιὸ χυ­δαῖα μπάρ­μπα-Κῶ­τσο. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ πα­ρέ­μει­νε ὣς τὸ τέ­λος ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν ὁ Μπαλ­ζάκ. Τὸ νὰ φο­ρᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ρόμ­πα, τό­τε ποὺ εἶ­χαν σὲ ἐ­κτί­μη­ση τὸ ἀ­δι­ά­βρο­χο, τὸ γού­νι­νο παλ­τὸ καὶ τὸ που­λό­βερ, ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας. Καὶ ἕ­ως σή­με­ρα τὴ θυ­μᾶ­μαι – μα­κριὰ κα­φε­τιὰ ρόμ­πα μὲ ἔν­το­νη γκρί­ζα μπορ­ντού­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πέ­τα, μὲ τρί­α με­γά­λα σεν­τε­φέ­νια κουμ­πιὰ καὶ ζω­νού­λα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­γε σὲ φοῦν­τες ποὺ θύ­μι­ζαν τὸ τε­λεί­ω­μα τῆς οὐ­ρᾶς τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ.

       Αὐ­τὴ ἡ ρόμ­πα τὸν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται ὕ­πο­πτος μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοῦ γεί­το­να ἐ­ξ’ ἀ­ρι­στε­ρῶν μας – ἑ­νὸς πο­λι­το­φύ­λα­κα ποὺ ἔ­φτα­σε λο­χί­ας, τὸν ὁ­ποῖ­ο φώ­να­ζαν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­λο­δι­κή του ἐ­πί­μο­νη θέ­λη­ση) καὶ γιὰ συν­το­μί­α Τσε­κα­τζή[1], ἐ­νῶ, ὅ­ταν δὲν ἤ­τα­νε κον­τά, Κα­ρα­βα­νά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πο­λι­το­φύ­λα­κες, τοὺς ὁ­ποί­ους πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­βλε­πες δί­χως στο­λή, καὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου βά­ζα­με κρυ­φὰ στοί­χη­μα ὅ­τι ἔ­χει στο­λὴ πι­τζά­μα μὲ ἐ­πω­μί­δες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη γιὰ πι­στο­λά­κι νυ­κτός. Ὁ ἀ­δελ­φός μου ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἐ­πί­σης, ὅ­τι σί­γου­ρα κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ πη­λί­κιο, κα­θώς, ὅ­ταν τὸ βρά­δυ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ον ὑ­πο­λο­χα­γὸ (καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἕ­νας λο­χί­ας) εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν κα­νο­νι­σμὸ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σει, καὶ ἡ ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς χω­ρὶς τὸ πη­λί­κιο εἶ­ναι ἀ­πρέ­πεια, αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ τὸ ἤ­ξε­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους, εἶ­χε βά­λει νὰ τοῦ γρά­ψουν μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «ὁ Τσε­κα­τζὴς πρέ­πει νὰ ἔ­χει ψυ­χρὴ λο­γι­κή, φλο­γε­ρὴ καρ­διὰ καὶ κα­θα­ρὰ χέ­ρια» καὶ ἀ­πὸ κά­τω – Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι. Ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ κά­ποι­ος ἔ­σβη­σε τὸ «ψὺ» ἀ­πὸ τὸ «ψυ­χρὴ» καὶ τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸ «αἴσ» καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­γι­νε ἄ­κρως κα­χύ­πο­πτος μὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τοὺς γεί­το­νές του. Λε­γό­ταν, ὅ­τι ὅ­λο το φθι­νό­πω­ρο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε στὴν αὐ­λὴ καὶ ἕ­ως ὅ­του πέ­σει τὸ πρῶ­το χι­ό­νι κοι­μό­ταν ἔ­ξω, μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα, ἐ­πει­δὴ στὸ ἐγ­χει­ρί­διο ἐγ­κλη­μα­το­λο­γί­ας, ἔ­γρα­φε, ὅ­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας ἐ­πι­στρέ­φει πάν­τα στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α.

       Καὶ ἔ­τσι, τὸ σπί­τι μας βρι­σκό­ταν στὴ νε­κρὴ ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸ σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν τοῦ Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Καὶ τὰ τρί­α σπί­τια, στὸ κέν­τρο ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ ἠ­χη­ρὸ ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο. Καὶ ἐ­νῶ γιὰ τὸν Μπαλ­ζὰκ γνω­ρί­ζα­με τί καὶ πῶς, γιὰ τὸ Σερ­γκί­εν­κο ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα δὲν ἔ­χω τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α, καὶ συ­νε­πῶς, πα­ρα­κα­λῶ ἐν­τε­λῶς σο­βα­ρά, ἂν κά­ποι­ος ξέ­ρει κά­τι γι’ αὐ­τό, ἂς ἐ­νη­με­ρώ­σει, θὰ χα­ρῶ νὰ τὸ μά­θω. Δι­ό­τι εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος, ὅ­τι κα­νέ­να ὄ­νο­μα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, εἰ­δι­κά το ὄ­νο­μα τοῦ δρό­μου ὅ­που με­γά­λω­σες – εἴ­τε εἶ­ναι Σερ­γκί­εν­κο, Μα­κά­ρεν­κο ἢ Κρι­βο­λάκ, ἔ­χει τὴ ση­μα­σί­α του στὴ δι­ά­πλα­ση τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας.


 

       Ὁ­ρί­στε, μνη­μο­νεύ­εις τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπαλ­ζὰκ καὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.

 


       Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν ὁ Μπαλ­ζὰκ πλη­σί­α­σε στὴν πε­ρί­φρα­ξη. Στά­θη­κε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά της, μέ­σα στὴ σε­βά­σμια ρόμ­πα του καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­νι­ω­σε ἄ­βο­λα ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν μὲ τὴ λε­κά­νη, φο­ρών­τας φα­νέ­λα καὶ μὲ ἕ­να κορ­δό­νι μὲ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νο στὸν ὦ­μο. Τό­τε ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν σι­γά, ἀλ­λὰ αὐ­στη­ρά, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ με­γά­λος ἄν­τρας καὶ λε­βέν­της νὰ ντρο­πι­ά­ζε­ται μὲ τὴ λε­κά­νη καὶ νὰ βά­ζει μαν­τα­λά­κια, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, σὰν κά­ποι­α κο­πε­λού­δα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴ νύ­χτα. Ἔ­πρε­πε, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὴ Σκύλ­λα τοῦ μπάρ­μπα-Κων­σταν­τὶν καὶ τὴ Χά­ρυ­βδη τῆς μά­νας μου.

       Τὸν σκέ­φτο­μαι, νὰ κρα­τᾶ τὸν φα­κὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια, ἀ­λη­θι­νὸ φό­βη­τρο γιὰ τὶς γά­τες καὶ νὰ ξε­γλι­στρά­ει μὲ τὴ με­γά­λη τσίγ­κι­νη λε­κά­νη πρὸς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸν φρά­χτη τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει γιὰ πό­σο και­ρὸ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν αὐ­τό, ἂν ἕ­να βρά­δυ ὁ ξά­γρυ­πνος Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς δὲν δι­έ­κρι­νε τὸν ὕ­πο­πτο φω­τι­σμό. Αὐ­τός, σὰν ἔμ­πει­ρος Τσε­κα­τζὴς δὲν ρί­χτη­κε κα­τα­πά­νω του ἀ­μέ­σως, πα­ρὰ μό­νο ἔ­τρι­ψε τὰ κα­θα­ρά του χέ­ρια, λέ­γον­τας: ἔ, Μπαλ­ζά­κο, τώ­ρα θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις μα­ζὶ μὲ ὅ­λο σου τὸ σό­ι. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ γε­ρὸ-μπουρ­ζου­άς, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ἔ­λε­γε, σκά­λι­ζε τὴ νύ­χτα στὴν αὐ­λὴ σὰν πον­τι­κός, γιὰ νὰ κρύ­ψει πό­τε κά­ποι­ον πο­λυ­γρα­φά­κο, πό­τε πε­ρί­στρο­φα, ἀ­κό­μη ἴ­σως καὶ λα­θραῖ­ο λά­δι· ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ζό­ρι μὲ τὸ λά­δι. (Ἐ­τοῦ­τες οἱ ρόμ­πες πῶς ἀ­γο­ρά­ζον­ται, ἐ;). Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα, μιὰ βι­α­στι­κὰ σχη­μα­τι­σμέ­νη ὁ­μά­δα κρού­σης, ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες (τό­σους δι­έ­θε­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη) ὑ­πὸ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ἴ­διου του Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­λα­βε θέ­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια μας. Ὅ­μως, ὅ­λη νύ­χτα δὲν φά­νη­κε κα­νεὶς (ἡ μά­να μου δὲν ἐ­πλέ­νε κά­θε μέ­ρα) καὶ ἔ­τσι τὸ χά­ρα­μα, ἡ ὁ­μά­δα πά­λι συ­νω­μο­τι­κά, σκορ­πί­στη­κε. Αὐ­τὸ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε καὶ τὴ δεύ­τε­ρη βρα­διά. Ἐ­νῶ γιὰ τὴν τρί­τη, ὁ Τσε­κα­τζὴς κου­βά­λη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἔλ­χο­βο πραγ­μα­τι­κὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ σκύ­λο. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα, ὁ πα­τέ­ρας μου βγῆ­κε μὲ τὴ λε­κά­νη, ξε­γλί­στρη­σε ὣς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἄ­να­ψε τὸν μι­κρὸ φα­κὸ καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ σκύ­λος γά­βγι­σε, οἱ προ­βο­λεῖς ἄ­να­ψαν καὶ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς, τὸν πε­ρι­κύ­κλω­σαν.

       Φαν­τα­στεῖ­τε τώ­ρα ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μνη­μει­ώ­δη καὶ ζω­η­ρὴ εἰ­κό­να. Ὁ σκύ­λος μὲ τὸ στό­μα ποὺ ἔ­χα­σκε, τό­νι­ζε τὴν πε­ρί­στα­ση. Τέσ­σε­ρις φι­γοῦ­ρες πο­λι­το­φυ­λά­κων μὲ στραμ­μέ­νους προ­βο­λεῖς. Λί­γο πιὸ μπρο­στὰ ἀ­π’ αὐ­τούς, ἡ ὁρ­μη­τι­κὴ φι­γού­ρα τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς κά­πως γερ­τὴ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ πι­στό­λι στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ ἄλ­λο τεν­τω­μέ­νο ἀ­φύ­σι­κα πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἄν­θρω­πος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρί­ξει χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν χτύ­πη­σε ὀ­βί­δα. Καὶ τέ­λος ὁ πα­τέ­ρας μου, μὲ πε­σμέ­νη λε­κά­νη, φο­ρών­τας ἄ­σπρα σώ­βρα­κα καὶ τὴ φυ­σιγ­γι­ο­θή­κη ἀ­πὸ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο. Μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ βολ­τά­ρω ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς τὶς φι­γοῦ­ρες καὶ νὰ τὶς τσιγ­κλί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Φω­τί­στη­καν τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν γει­το­νι­κῶν σπι­τι­ῶν, ἐ­μεῖς, μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου καὶ τὴ μά­να μου πη­δή­ξα­με στὸ κα­τώ­φλι. Τὸ ἑ­πό­με­νο δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­ταν οἱ φι­γοῦ­ρες ζων­τά­νε­ψαν καὶ ἡ εἰ­κό­να δι­α­λύ­θη­κε, ὁ Φέ­λιξ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι σὰν συγ­γνώ­μη, ὁ πα­τέ­ρας μου σύρ­θη­κε χω­ρὶς λε­κά­νη στὸ σπί­τι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ κλει­δώ­σα­με τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα ὁ πα­τέ­ρας μου μά­ζε­ψε κου­ρά­γιο καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στὴ μά­να μου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πλώ­σει καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς φορ­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως μὲ με­ρι­κὰ και­νούρ­για πα­ρα­τσού­κλια. Ἐ­νῶ ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α, ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α…


 

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ποι­ὰ ἄλ­λη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φοῦ συ­νέ­βη στὰ τέ­λη τοῦ ’70 σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, δί­πλα σε ἕ­να μι­κρό (το πιὸ μι­κρὸ) βου­νό, σὲ ἕ­να μι­κρὸ δρό­μο μὲ τὸ πομ­πῶ­δες ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο, στὴν οὐ­δέ­τε­ρη ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸν Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Μό­νο σὲ τέ­τοι­α μέ­ρη καὶ σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μές, με­τα­ξὺ στο­λῆς πο­λι­το­φύ­λα­κα καὶ μπουρ­ζου­α­ζι­κὴς ρόμ­πας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με γιὰ λί­γο το ἀ­λη­θι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Μᾶλ­λον, ὄ­χι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ κα­τ’ εὐ­θεί­αν τα ἄ­σπρα σώ­βρα­κά της. Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ροῦ­με νὰ θέ­λου­με.

 

1996

 


[1] ΣτΜ. — Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι (Фе́ликс Эдму́ндович Дзер­жи́н­ский, 1877-1926) ἦ­ταν ἡ­γε­τι­κὸ στέ­λε­χος τοῦ πο­λω­νι­κοῦ καὶ τοῦ ρω­σι­κοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος. Τὸ ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μυ­στι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τῶν μπολ­σε­βί­κων, στὶς 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν τά­ξη καὶ τὰ κε­κτη­μέ­να τῆς Ὀ­κτω­βρια­νῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀν­τε­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ δο­λι­ο­φθο­ρὲς ἐ­νάν­τια στὸ Σο­βι­ε­τι­κὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸ κρά­τος. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­δί­στα­κτη μυ­στι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α ποὺ εἶ­χε τὴ δο­μὴ πο­λι­το­φυ­λα­κῆς, ὀ­νο­μα­ζό­ταν «Τσε­κᾶ» (ЧК) ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χι­κά των λέ­ξε­ων «Чрезвычайная Комиссия» καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­να ἀ­νε­λέ­η­το κυ­νή­γι τῶν ἀν­τι­φρο­νούν­των καὶ τῶν λοι­πῶν «ἐ­χθρῶν του Λα­οῦ» ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των συ­νό­ρων.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).