Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Ὁ Ζητιάνος



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)

Ὁ Ζη­τιά­νος

(Нищий)


ΑΘΩΣ βά­δι­ζα στὸν δρό­μο, μὲ στα­μά­τη­σε ἕ­νας ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ γη­ρα­τειὰ ζη­τιά­νος. Φλο­γι­σμέ­να, γε­μά­τα δά­κρυ­α μά­τια, με­λα­νὰ χεί­λη, τρα­χιὰ κου­ρέ­λια, ἀ­κά­θαρ­τες πλη­γές… Ὤ, πό­σο ἀ­παί­σια κα­τέ­φα­γε ἡ ἔν­δεια τοῦ­το τὸ δύ­στυ­χο πλά­σμα!

            Ἅ­πλω­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ κόκ­κι­νο, πρη­σμέ­νο καὶ ἀ­κά­θαρ­το χέ­ρι του. Στέ­να­ζε καὶ βογ­κοῦ­σε γιὰ βο­ή­θεια.

            Ἄρ­χι­σα νὰ ψά­χνω ὅ­λες τὶς τσέ­πες μου… Οὔ­τε πορ­το­φό­λι, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε κὰν μαν­τή­λι… Τί­πο­τα δὲν εἶ­χα πά­ρει μα­ζί μου.

            Κι ὁ ζη­τιά­νος πε­ρί­με­νε… Καὶ τὸ προ­τε­τα­μέ­νο χέ­ρι του ἔ­τρε­με καὶ σκιρ­τοῦ­σε ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο.

            Χα­μέ­νος, σα­στι­σμέ­νος, ἔ­σφι­ξα δυ­να­τὰ τοῦ­το τὸ βρώ­μι­κο καὶ τρε­μά­με­νο χέ­ρι…

            — Νὰ μὲ συμ­πα­θᾶς ἀ­δερ­φέ· δὲν ἔ­χω τί­πο­τα πά­νω μου, ἀ­δερ­φέ.

            Ὁ ζη­τιά­νος κάρ­φω­σε πά­νω μου τὰ φλο­γι­σμέ­να μά­τια του. Τὰ μπλά­βα χεί­λη του μει­δί­α­σαν κι ἔ­σφι­ξε κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του τὶς ξυ­λι­α­σμέ­νες πα­λά­μες μου.

            Καὶ τί μ’ αὐ­τό, ἀ­δερ­φέ, μουρ­μού­ρι­σε, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ. Κι αὐ­τὸ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι, ἀ­δερ­φέ.

            Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι κι ἐ­γὼ εἶ­χα λά­βει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πὸ τὸν ἀ­δερ­φό μου.


Φε­βρουά­ριος 1878.

Δραματοποίηση (15.01.2018):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


			

Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Ἡ Ἀσσυροβαβυλώνια τοῦ μετρό


Chaboutsas,Giorgos-IAssyrobabyloniaTouMetro-Eikona-01


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς


Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό


H-Itta-SomataΕΥΤΥΧΙΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ ἂν θὰ συ­ναν­τή­σω τὴν «Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό». Ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στὴν ἀ­πί­στευ­τα γο­η­τευ­τι­κὴ κυρ­τό­τη­τα τῆς μύ­της της. Τὴ συ­ναν­τῶ συ­νή­θως στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἢ στὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο βα­γό­νι τοῦ συρ­μοῦ στὸ Φίξ, μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ Σύν­ταγ­μα. Μι­κρὸ τὸ δέ­μας, ἐ­πι­με­λη­μέ­νο καὶ ἀ­νε­παί­σθη­το μα­κι­γι­ὰζ (ὅ­πως μοῦ ἀ­ρέ­σει), ἀ­νε­παί­σθη­το κρα­γιὸν στὰ χεί­λη, πρα­σι­νο­γά­λα­ζα μά­τια, ἁ­πα­λὰ καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­να βλέ­φα­ρα, γα­ϊ­τα­νό­φρυ­δα, ἁ­πα­λὸ καὶ γα­λα­κτε­ρὸ δέρ­μα, δι­α­κρι­τι­κὲς ἐ­λί­τσες παν­τοῦ, κα­ρὲ μαλ­λὶ βαμ­μέ­νο κα­στα­νο­κόκ­κι­νο, μὲ χω­ρί­στρα στὸ πλά­ι. Τὰ ροῦ­χα της πο­λὺ προ­σεγ­μέ­να καὶ ἁ­πλά, ὅ­πως μ’ ἀ­ρέ­σουν. Τὸ πεν­τι­κιοὺρ θε­σπέ­σιο, συ­νή­θως ἁ­πλὸ σκλη­ρυν­τι­κό, κα­μω­μέ­νο σὲ δά­χτυ­λα ἀ­πί­στευ­της ἁρ­μο­νί­ας. Τώ­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι προ­τι­μᾶ πέ­δι­λα μὲ ἀ­ση­μέ­νια ἢ χρυ­σα­φιὰ μπορ­ντού­ρα. Συ­νε­χῶς χα­σμου­ρι­έ­ται, κρύ­βον­τας δι­α­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πα­λά­μη τὸ στό­μα της. Δεί­χνει πάν­τα κου­ρα­σμέ­νη, νω­χε­λι­κὴ καὶ νυ­σταγ­μέ­νη, ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τῆς προσ­δί­δουν ἐ­πι­πλέ­ον γο­η­τεί­α. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς με­τε­πι­βί­βα­σης στὸ Σύν­ταγ­μα ζων­τα­νεύ­ει, λι­κνί­ζε­ται καὶ ἑ­λίσ­σε­ται μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο στὶς κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες καὶ στοὺς δι­α­δρό­μους (ἴ­σα ποὺ τὴν προ­λα­βαί­νω), γε­γο­νὸς ποὺ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει πάν­το­τε θέ­ση στὸ ἑ­πό­με­νο βα­γό­νι. Ὅ­ταν κά­τσει —πάν­τα τὴ θαυ­μά­ζω γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κα­τα­φέρ­νει, ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἕ­να κα­τά­με­στο ἀ­πὸ ἐ­πι­βά­τες βα­γό­νι— κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ βυ­θί­ζε­ται πά­λι στὴ νω­χέ­λεια, ἀ­πλώ­νον­τας ταυ­το­χρό­νως, ὅ­σο τῆς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει ὁ χῶ­ρος, τὰ πό­δια της. Φρον­τί­ζω νὰ βρί­σκο­μαι πάν­το­τε ἀ­πέ­ναν­τί της ἤ, του­λά­χι­στον, ὅ­σο πιὸ κον­τά της μπο­ρῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη νὰ τὴν βλέ­πει τὸ βρά­δυ νὰ κοι­μᾶ­ται στὸ κοι­νό τους κρε­βά­τι, ὅ­ποι­ος τὴν ἔ­χει πλά­ι του καὶ ἀ­κού­ει τὴν ἀ­νά­σα της. Στὰ πέν­τε λε­πτὰ ποὺ δια­ρκεῖ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα ὣς τὴν Πα­νόρ­μου, μέ­σα στὸ πλῆ­θος, ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια εἶ­ναι δι­κή μου, μό­νο δι­κή μου, κα­νεὶς δὲν τὴν ἔ­χει καὶ δὲν τὴν κοι­τά­ζει ὅ­πως ἐ­γώ. Κοι­τῶ τὸ πρό­σω­πό της καὶ τὶς δι­πλὲς ἢ τρι­πλὲς ἀν­τα­να­κλά­σεις του στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Δι­εισ­δύ­ω στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς της, προ­σπα­θῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἔ­γνοι­ες, τὶς μι­κρο­χα­ρὲς καὶ τὶς λύ­πες της. Θά ‘θε­λα νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σω κα­λύ­τε­ρα πρω­ι­νά, νὰ μὴν ξυ­πνά­ει τό­σο νω­ρίς, νὰ μὴν κου­ρά­ζε­ται, νὰ μὴν τρέ­χει στοὺς δρό­μους ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα, νὰ χορ­ταί­νει ὕ­πνο. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της εἶ­ναι αἰ­ώ­νια, δὲν εἶ­ναι κοι­νή. Τὸ πρό­σω­πό της ἀ­νή­κει σὲ ὅ­λους τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­λοι οἱ καλ­λι­τέ­χνες θὰ τὴν εἶ­χαν ζω­γρα­φί­σει, θά ’­χαν γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γι’ αὐ­τήν. Τοῦ­το τὸ πρό­σω­πο ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ ὅ­λα: εἶ­ναι καὶ βυ­ζαν­τι­νὴ Πα­να­γιά, καὶ Νε­φερ­τί­τη, καὶ πρό­σω­πο ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ἀ­κό­μα καὶ νε­κρι­κὴ μά­σκα. Φεῦ, στὴν Πα­νόρ­μου πρέ­πει νὰ κα­τέ­βω. Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια πα­ρα­μέ­νει στὸ κά­θι­σμά της μὲ τὰ μά­τια κλει­στὰ κι ἐ­γώ, βγαί­νον­τας μὲ τὰ νῶ­τα ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, προ­σπα­θῶ νὰ ρί­ξω με­ρι­κὲς τε­λευ­ταῖ­ες μα­τι­ὲς πά­νω της γιὰ νὰ πά­ει κα­λὰ ἡ μέ­ρα μου, ὅ­σο μπο­ρῶ πιὸ πολ­λὲς μα­τι­ές, μέ­χρι νὰ μοῦ τὴν πά­ρει μα­κριὰ ἡ σκο­τει­νὴ καὶ ἀ­νε­λέ­η­τη σή­ραγ­γα τοῦ με­τρό. Μέ­νω μὲ τὸ με­τεί­κα­σμα τῆς θε­ο­φά­νειάς της ὅ­λη τὴ μέ­ρα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἀναπνοή


Solzenitsin,Aleksandr-Anapnoi-01


Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын)


 Ἀναπνοή

(Дыхание)


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΗ ΝΥΧΤΑ ἔ­ρι­ξε βρο­χού­λα καὶ τώ­ρα δι­α­σχί­ζου­νε τὸν οὐ­ρα­νὸ σύν­νε­φα. Ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ πέ­φτει κα­μιὰ ψι­χά­λα.

       Στέ­κο­μαι κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιὰ ποὺ χά­νει τὰ ἀν­θά­κια της καὶ ἀ­να­πνέ­ω. Ὄ­χι μό­νο ἡ μη­λιά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ χορ­τά­ρι ὁ­λό­γυ­ρα στα­λά­ζει με­τὰ τὴ βρο­χὴ – καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὄ­νο­μα γιὰ τὴ γλυ­κιὰ ἐ­κεί­νη μυ­ρω­διὰ ποὺ πο­τί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὴ ρου­φῶ μ’ ὅ­λη τὴ δύ­να­μη τῶν πνευ­μό­νων μου, αἰ­σθά­νο­μαι τὸ ἄ­ρω­μά της μ’ ὅ­λο μου τὸ στῆ­θος, ἀ­να­πνέ­ω, συ­νε­χῶς ἀ­να­πνέ­ω, πό­τε μ’ ἀ­νοι­χτά τα μά­τια, πό­τε μὲ κλει­στὰ – δὲν ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι, μᾶλ­λον, ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­κεί­νη ἡ μο­να­δι­κὴ μὰ ὡ­στό­σο πα­νά­κρι­βη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ μᾶς στε­ρεῖ ἡ φυ­λα­κή: ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἔ­τσι, ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἐ­δῶ. Κα­νέ­να φα­γη­τὸ στὴ γῆ, κα­νέ­να κρα­σί, οὔ­τε ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ τὸ φι­λὶ τῆς γυ­ναί­κας δὲν εἶ­ναι γιὰ μέ­να γλυ­κύ­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα, ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα πού ’­ναι λου­λου­δι­α­σμέ­νος, πού ’­ναι γε­μά­τος ὑ­γρα­σί­α καὶ φρε­σκά­δα.

       Ἂς εἶ­ναι μό­νον αὐ­τό – ἕ­νας κη­πά­κος μιὰ στα­λιά, στρι­μωγ­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ πεν­τα­ό­ρο­φα σπί­τια ποὺ μοιά­ζουν μὲ κλου­βιὰ θη­ρί­ων. Παύ­ω ν’ ἀ­κού­ω τὸ του­φε­κί­δι τῶν μο­το­σι­κλε­τῶν, τὸ οὐρ­λια­χτὸ ἀ­πὸ τὶς ρα­δι­ό­λες*, τὰ ντέ­φια τῶν με­γα­φώ­νων. Ὅ­σο μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα κά­ποι­ος ν’ ἀ­να­σαί­νει με­τὰ τὴ βρο­χὴ κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιά, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα ζεῖ!


* Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ: ραδιογραμμόφωνα.



Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Издательство Эксмо, Москва 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κι­σ­λο­­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ. Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).



		

	

Ἀλεξάντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Τὸ σακίδιο τοῦ κολχόζ

 .

 Solzenitsin,Aleksandr-ToSakkidioTouKolchoz-01

 .

Ἀ­λε­ξάν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Солженицын)

.

Τὸ σα­κί­διο τοῦ κολ­χόζ

(Колхозный рюкзак)

 .

05-OmikronΤΑΝ σ’ ἕ­να προ­α­στια­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σᾶς πι­έ­ζουν στὸ στῆ­θος ἢ στὰ πλευ­ρὰ μὲ τὴ σκλη­ρή του γω­νιὰ καὶ πο­νᾶ­τε – μὴν βρί­ζε­τε, ἀλ­λὰ κοι­τάξ­τε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ πλεγ­μέ­νο ἀ­πὸ σομ­φὸ κου­τί, μὲ τὸ φαρ­δύ, ξε­φτι­σμέ­νο λου­ρί του ἀ­πὸ κα­ρα­βό­πα­νο. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ κου­βα­λοῦν γιὰ τὴν πό­λη γά­λα, μυ­ζή­θρα καὶ ντο­μά­τες, δι­κά τους κι ἀ­κό­μα δύ­ο γει­τό­νων τους, ἐ­νῶ ἀ­π’ τὴν πό­λη φέρ­νουν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ φραν­τζό­λες γιὰ τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες.

       Αὐ­τὸ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο σα­κί­διο ἔ­χει με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ φτη­νό. Μ’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν οὔ­τε τὰ πο­λύ­χρω­μα ἀ­θλη­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια του, μὲ τὶς τσε­ποῦ­λες τους καὶ τ’ ἀ­στρα­φτε­ρὰ θη­λυ­κω­τή­ρια. Ση­κώ­νει τό­σο βά­ρος πού, ἀ­κό­μα καὶ φο­ρών­τας ἕ­ναν χον­τρό, χει­μω­νιά­τι­κο ἐ­πεν­δύ­τη ἐρ­γα­σί­ας, ὁ μα­θη­μέ­νος χω­ρι­ά­τι­κος ὦ­μος δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τέ­ξει τὸ λου­ρί του.

      Γι’ αὐ­τὸ οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες υἱ­ο­θέ­τη­σαν τού­τη τὴν πρα­κτι­κή: ση­κώ­νουν τὸ πλεγ­μέ­νο σα­κί­διο ὣς τὴ μέ­ση της πλά­της καὶ περ­νοῦν τὸ λου­ρὶ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους. Ἔ­τσι τὸ φορ­τί­ο ἰ­σο­μοι­ρά­ζε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δυ­ὸ ὤ­μους καὶ τὸ στῆ­θος.

      Ἀ­δελ­φοί μου ἐν τῇ γρα­φί­δι καὶ τῇ συγ­γρα­φῇ! Δὲν σᾶς λέ­ω νὰ προ­βά­ρε­τε ἕ­να τέ­τοι­ο κα­λα­θά­κι στὴν πλά­τη σας. Ἂν ὅ­μως σᾶς ἔ­σπρω­ξαν ἀ­πό­το­μα μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο – τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρε­τε τα­ξί.

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Из­да­тельство Эксмо, Мо­сква 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κισ­λο­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Μαρία Μπότεβα (Мария Ботева): Μὲ τὴν πλάτη στητή

 

 

Μαρία Μπότεβα(Мария Ботева)

 

Μὲ τὴν πλάτη στητή

(С прямой спиной)

           

ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΤΡΟΛΕΪ ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στά­ση, τὸ «Νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ Βορ­ρᾶ». Ἦ­ταν νε­α­ρή. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ στά­ση ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ νε­κρο­το­μεῖ­ο. Γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της δι­α­γρά­φον­ταν με­λα­νοὶ κύ­κλοι. Κά­θι­σε, καρ­φώ­νον­τας τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ τὸ ἄ­νοι­ξε. Ὡ­στό­σο δὲν ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, κοί­τα­ζε μό­νο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἄρ­χι­σαν νὰ μπαί­νουν στὸ τρό­λε­ϊ ὁ ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον, σύν­το­μα πλη­σί­α­ζε ἡ ὥ­ρα αἰχ­μῆς. Καὶ νά ποὺ μπαί­νει μιὰ γριά, ἀ­νε­βαί­νον­τας μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὰ σκα­λο­πά­τια. Στέ­κε­ται ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ, δί­πλα στὴ νε­α­ρή. Κοι­τά­ζει μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση. Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, ἀρ­χί­ζει νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται μὲ κλι­μα­κού­με­νη ἀ­γα­νά­κτη­ση.

       — Νε­α­ρή, ἄ­φη­σε σὲ πα­ρα­κα­λῶ τὴ γριά!

       Στὰ χέ­ρια της βα­στά­ει τσάν­τες, πολ­λὲς τσάν­τες. Του­λά­χι­στον τρι­α­κό­σι­ες. Ἡ νε­α­ρὴ μὲ τοὺς κύ­κλους στὰ μά­τια δὲν ἀ­κού­ει τί­πο­τα. Κοι­τά­ζει πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       — Θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψεις, ἔ! Δὲν βλέ­πεις, ἴ­σα ποὺ στέ­κο­μαι.

       Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση.

       Πλη­σιά­ζει ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας. Κοι­τά­ζει. Πιά­νει τὴ νε­α­ρὴ ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο.

       — Ἐι! Ἐι, σή­κω! Δὲν βλέ­πεις, ἡ για­γιὰ πρέ­πει νὰ κα­θί­σει!

       Ἡ ἀν­τί­δρα­ση εἶ­ναι τέ­τοι­α ποὺ ὅ­λοι τρο­μά­ζουν. Ἡ νε­α­ρὴ ἀρ­χί­ζει νὰ γέρ­νει στὸ πλά­ι. Στα­μα­τά­ει ἀ­πό­το­μα. Κοι­τά­ζει στὰ μά­τια τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα.

       — Εἶ­σαι κα­λά; τὴ ρω­τά­ει αὐ­τός. Κα­λὰ εἶ­σαι; Ἕ­ναν για­τρό!

       Ἐ­κεί­νη ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα. Κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι.

       —Ὄ­χι.

       — Ἄ­φη­σε τὴ γριὰ νὰ κα­θί­σει!

       Κου­νά­ει ἐκ νέ­ου τὸ κε­φά­λι.

       — Θὰ κα­θί­σω κι ἄλ­λο. Ὅ­λα ἐν­τά­ξει.

       Ἡ γριὰ δὲν ἀν­τέ­χει ἄλ­λο. Ἀ­φή­νει τὶς μι­σὲς τσάν­τες πά­νω στὰ γό­να­τα τῆς νε­α­ρῆς καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κραυ­γά­ζει σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ τρό­λε­ϊ.

       — Πε­ρί­με­νε καὶ θὰ δεῖς, θὰ γί­νεις καὶ σὺ κά­πο­τε γριά! Θὰ γί­νεις! Οὔ­τε καὶ σέ­να θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν τό­τε νὰ κα­θί­σεις. Τὰ πό­δια σου θὰ σὲ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!

       Αὐ­τὴ κοι­τά­ζει τὴ γριά. Βυ­θί­ζε­ται σὲ σκέ­ψεις. Νὰ τῆς τὸ πεῖ ἄ­ρα­γε ἢ ὄ­χι; Κα­λά-κα­λὰ οὔ­τε καὶ στὸ σπί­τι της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­ξί­ζει νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρει. Κοι­τά­ζει γιὰ μι­σὸ λε­πτὸ τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη, ὡ­σό­του αὐ­τὴ νὰ σω­πά­σει.

       — Πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­κτή­σω αὐ­το­κί­νη­το, λέ­ει στὸ τέ­λος καὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Βα­δί­ζει πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο μὲ ἀ­στα­θῆ βή­μα­τα. Ἡ πλά­τη της στη­τή.

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζαΠρο­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Μα­ρί­α Μπό­τε­βα (Мария Бoтева) (Κί­ροφ, 1980). Πεζογραφία, ποίηση, θέατρο. Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Οὐ­ρὰλ κα­θὼς καὶ στὸ τμῆ­μα Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Θε­α­τρι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του τοῦ Ἐ­κα­τε­ριν­μπούργκ. Τὸ 2005 τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο «Τριούμφ», ἐ­νῶ τὰ ἔ­τη 2005 καὶ 2006 τὸ ὄ­νο­μά της βρι­σκό­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν ὑ­πο­ψη­φί­ων γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Ντιμ­πιούτ». Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πρό­ζα (2005) καὶ ποί­η­ση (2008).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖο Πε­τρού­πο­λης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой): Ἡ πυρκαγιά

 

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой)

 

Ἡ πυρ­κα­γιά

(Пожар)

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΝΥΧΤΑ ἁ­πλώ­νε­ται ἀρ­γὰ καὶ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ βα­θυ­κόκ­κι­νη ἀν­ταύ­γεια.

Ἡ ἀ­πέ­ραν­τη πό­λη φλέ­γε­ται.

       Τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν καὶ τῶν ψη­λῶν κτη­ρί­ων μαυ­ρί­ζουν· πί­σω τους μαί­νε­ται ἡ κι­τρι­νό­λευ­κη θά­λασ­σα τῆς φω­τιᾶς. Ποῦ καὶ ποῦ ὑ­ψώ­νον­ται μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὲς γλῶσ­σες. Ὁ οὐ­ρα­νὸς πλημ­μυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ στὸ αἷ­μα. Ἀ­να­το­λι­κά, τὸ φω­τει­νὸ σύν­νε­φο τοῦ κα­πνοῦ ἁ­πλώ­νε­ται σὰν μιὰ θα­νά­σι­μη λω­ρί­δα καὶ φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ πα­ρά­φο­ρη φλό­γα, ἔ­χον­τας σπά­σει τὰ δε­σμά της, γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος, σκο­τεί­νια­σε καὶ τέρ­πε­ται ἤ­ρε­μα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῆς ἄ­λι­κης ὀρ­γῆς.

       Τὸ πλα­τὺ πο­τά­μι πλημ­μύ­ρι­σε στὸ αἷ­μα καὶ τὰ κύ­μα­τα κο­κά­λω­σαν τρο­μαγ­μέ­να, χα­ϊ­δεύ­ον­τας δι­στα­κτι­κὰ τὴ σκο­τει­νὴ ὄ­χθη.

       Οἱ ἀ­σά­λευ­τες μα­οῦ­νες καὶ τὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να πο­τα­μό­πλοι­α ξε­ρο­ψή­νον­ταν μὲ μιὰ κοκ­κι­νό­μαυ­ρη λάμ­ψη, οἱ φαρ­δι­ὲς σχε­δί­ες στα­μα­τοῦ­σαν μὲ φρί­κη στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μοῦ, ἐ­νῶ οἱ μι­κρὲς φλό­γες κι­τρί­νι­ζαν, σπιν­θη­ρί­ζον­τας μὲ πα­ρά­πο­νο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἄ­λι­κο νε­ρό.

       Μιὰ φω­τει­νή, γα­λά­ζια σε­λή­νη χύ­νει ἤ­ρε­μα ἀ­πὸ ψη­λὰ τὶς ψυ­χρές της ἀ­κτί­νες στὴν πα­ρά­φρο­να γῆ. Πρὸς τὸ μέ­ρος της πε­τοῦν σύν­νε­φα, μὲ ζω­η­ρὰ ρό­δι­να χρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὴ φρί­κη καὶ τὴν ὀρ­γή. Ἔ­χον­τας δι­α­τρέ­ξει τὴν ἀ­πό­στα­ση, τὰ σύν­νε­φα χλο­μιά­ζουν καί, ἀ­ση­μέ­νια καὶ εὔ­θραυ­στα, ἀ­δι­ά­φο­ρα, πε­τοῦν γα­λή­νια πρὸς τὸν σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­που σι­ω­πη­λὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν τ’ ἄ­στρα…

       Γύ­ρω μας ἡ ἥ­συ­χη νύ­χτα. Τὰ δέν­τρα κοι­μοῦν­ται πλημ­μυ­ρι­σμέ­να σ’ ἕ­να μπλὲ φῶς, ἐ­νῶ οἱ πυ­κνὲς σκι­ὲς καὶ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ λου­λού­δια ἀ­να­σαί­νουν γλυ­κά.

       Αὐ­τὴ στέ­κε­ται λευ­κὴ καὶ λυ­γε­ρή, ἀ­κουμ­πών­τας τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της τὸ στῆ­θος, ἐ­νῶ στὰ τρο­μαγ­μέ­να, πα­νέ­μορ­φα μά­τια της δι­α­κρί­νον­ται οἱ ἀν­τα­να­κλά­σεις τῆς μα­κρι­νῆς πυρ­κα­γιᾶς.

 

   Δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1900

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Ἀ­λε­ξέ­ι Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι (Алексей Николаевич Толстой)(Νι­κο­λά­γιεφσκ, Κυ­βερ­νεῖ­ο Σα­ρά­τωφ, 1882-Μό­σχα, 1945). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Εἰ­δι­κεύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ στὴν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φί­α. Ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κα­θε­στῶ­τος τοῦ Στά­λιν. Ἔ­γι­νε πο­λὺ γνω­στὸς ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο του «Τὸ χρυ­σὸ κλει­δά­κι ἢ οἱ Πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ Μπου­ρα­τί­νο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπό τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Άθήνα, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, Ἀθήνα, 2007).

 

Γιελένα Σβάρτς (Елена Шварц): Ἄβακας στὸ νερό

 

 

Γι­ε­λέ­να Σβαρτς (Е­л­е­на Ш­в­а­рц)

 

Ἄ­βα­κας στὸ νε­ρό

(­ Г­р­и­ф­е­л­ь­н­ая д­о­с­ка на в­о­де)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ τοῦ Μά­η, τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς Ἡ­μέ­ρας τῆς Νί­κης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ μαυ­ρο­βε­λου­δέ­νι­ες φλα­μου­ρι­ὲς ἅ­πλω­ναν ἕ­ναν ἀ­νά­λα­φρο πρά­σι­νο κα­πνὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τοῦ Θε­ρι­νοῦ Κή­που, κα­τέ­πλευ­σαν στὸν Νέ­βα με­ρι­κὰ ὑ­πέ­ρο­χα σκά­φη.

         Κα­τα­δρο­μι­κά, ἀν­τι­τορ­πι­λι­κά, ἀ­κό­μα κι ἕ­να ἱ­στι­ο­φό­ρο.

        Ὡ­στό­σο, κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν μὲ μά­γε­ψε τό­σο, ὅ­σο ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο, τὸ τέ­λεια δελ­φι­νί­σιο σῶ­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἁ­πλω­νό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Κῆ­πο, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ σκου­ρόγ­κρι­ζο τό­ξο τῆς ρά­χης του βρι­σκό­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐ­δῶ καὶ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ λεί­ψει πο­τέ.

        Ἡ ἐ­πί­πε­δη, ψη­λὴ γέ­φυ­ρά του ἦ­ταν σὰν ἕ­νας ἄ­βα­κας, ποὺ πρό­βαλ­λε κα­τα­με­σῆς στὸ νε­ρό, θαρ­ρεῖς γιὰ κά­ποι­α μα­θη­τού­δια. Ὅ­μως μα­θη­τού­δια δὲν ὑ­πῆρ­χαν, οὔ­τε δά­σκα­λος, ἕ­νας Ντερ­ζά­βιν, ποὺ νὰ γλι­στρά­ει στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ βι­ά­ζε­ται νὰ χα­ρά­ξει πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὴν «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» του(1). Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, χά­ρη σ’ αὐ­τήν, ὁ Νέ­βας κυ­λοῦ­σε ἤ­δη σὰν τὸ «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ» ἢ σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ «τρε­χού­με­νο νε­ρό»(2), ποὺ πάν­τα βρί­σκει μα­θη­τές.

        Ὁ ἄ­βα­κας ἐ­ξεῖ­χε στὴ μέ­ση τοῦ Νέ­βα, σὰν πρό­κλη­ση, γιὰ τρεῖς πε­ρί­που μέ­ρες, κι ἔ­πει­τα τὰ νε­ρὰ ἐ­πού­λω­σαν τὴν πλη­γή τους στὸ μέ­ρος ὅ­που μέ­χρι πρό­τι­νος βρι­σκό­ταν.

        Ὅ­πως γί­νε­ται καὶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μέ­νουν οὐ­λές, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸν ἀ­να­πνέ­ει κά­ποι­α ψυ­χή.

 

 

(1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Μὲ τὶς φρά­σεις «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» καί, στὴ συ­νέ­χεια, «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ», ἡ Σβάρτς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ ἄ­τιτ­λο ὀ­κτά­στι­χο ποὺ ὁ Γκα­βρί­λα Ντερ­ζά­βιν συ­νέ­θε­σε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1816, τρεῖς μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, πά­νω σὲ μιὰ μα­θη­τι­κὴ πλά­κα (ἄ­βα­κα). Σὲ ὅ­λες τὶς με­τα­θα­νά­τι­ες ἐκ­δό­σεις τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν». Ἐ­νί­ο­τε, ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Στὸ ἐ­φή­με­ρο».

 

(2) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἡ φρά­ση «τρε­χού­με­νο νε­ρό» πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ἕ­βδο­μη στρο­φὴ τοῦ κρυ­πτι­κοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ». Εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς ὅ­τι ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς «Ὠ­δῆς τοῦ κον­τυ­λιοῦ» ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ τὸν Μαν­τελ­στὰμ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν.

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Γι­ε­λέ­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Σβάρτς (Е­л­е­на А­н­д­р­е­е­в­на Ш­в­а­рц) (Λε­νιν­γκράτ, 17 Μα­ΐ­ου 1948 – Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 11 Μαρ­τί­ου 2010). Ρω­σί­δα ποι­ή­τρια, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἡ­γε­τι­κὲς φυ­σι­ο­γνω­μί­ες τῆς ἀ­νε­πί­ση­μης πο­λι­τι­στι­κῆς κί­νη­σης τοῦ Λε­νιν­γκρὰτ κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970. Σπού­δα­σε γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα στὴ Φι­λο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Λε­νιν­γκράτ, ἐ­νῶ τὸ 1971 ὁ­λο­κλή­ρω­σε δι’ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας τὴ Θε­α­τρι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου, Μου­σι­κῆς καὶ Κι­νη­μα­το­γρα­φί­ας τῆς γε­νέ­τει­ράς της. Ἐ­πὶ πολ­λὰ ἔ­τη ἐ­ξέ­δι­δε τὸ ἔρ­γο της στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση μό­νο σὲ αὐ­το­εκ­δό­σεις (σα­μιζ­ντάτ) καί, ἐ­νί­ο­τε, μὲ ψευ­δώ­νυ­μο. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐ­ξέ­δι­δε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ρω­σι­κῆς δι­α­σπο­ρᾶς. Εἶ­ναι κά­το­χος πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν βρα­βεί­ων. Τὸ 2002 ἐκ­δό­θη­καν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη τέσ­σε­ρις τό­μοι μὲ μιὰ ἐ­κλο­γὴ τοῦ ἔρ­γου της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).