Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Οἱ ἐνέσεις


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς 


Οἱ ἐ­νέ­σεις


ΕΛΗ ΜΑΪΟΥ ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­σχη­μα καὶ ὁ για­τρός μοῦ ἔ­γρα­ψε νὰ κά­νω ἐ­νέ­σεις. Ἔ­πρε­πε κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ υἱ­ο­θε­τή­σω ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὴν ἐ­νε­σο­θε­ρα­πεί­α, ἂν δὲν ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πο­φέ­ρω στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ὀ­δυ­νη­ρὲς ἐ­νο­χλή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες μά­λι­στα ὑ­πῆρ­χε κίν­δυ­νος νὰ κα­τα­στοῦν μό­νι­μες. Με­τὰ τὶς ἐ­νέ­σεις, δέ­ον ἦ­ταν νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ μὲ λή­ψη χα­πι­ῶν τῆς ἴ­διας φαρ­μα­κευ­τι­κῆς οὐ­σί­ας, ἀ­πὸ ἕ­ναν ἕ­ως τρεῖς μῆ­νες. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι σὲ τού­τη τὴν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη κα­τά­στα­ση θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα πε­ρι­πέ­σει ἤ­δη ἀ­πὸ και­ρό, ἔ­τσι ὅ­πως ὑ­πέ­φε­ρε καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν πα­ρα­τε­τα­μέ­να ἡ ψυ­χή μου. Εἶ­ναι θαῦ­μα τὸ πῶς ἄν­τε­ξα, μο­λο­νό­τι τού­τη ἡ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐκ­δή­λω­ση τῶν συμ­πτω­μά­των δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς ἔ­παι­νο.

        Ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πὸ τὸν πό­νο πού μοῦ προ­κά­λε­σε ὁ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τος ἔ­ρω­τας. Δὲν εἶ­μαι πιὰ εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ἡ ψυ­χὴ καὶ τὸ σῶ­μα μου δὲν μπο­ροῦν πλέ­ον νὰ ἀν­τι­πα­ρέλ­θουν εὔ­κο­λα τέ­τοι­ου εἴ­δους ὀ­δυ­νη­ρὲς κα­τα­στά­σεις. Τὸ μο­τί­βο τῆς ἀ­πο­τυ­χί­ας ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­πα­ράλ­λα­χτό τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια: ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξω ἀ­πὸ δί­πλα μου γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­θυ­μῶ δι­α­κα­ῶς, ἀ­πὸ σχέ­σεις ποὺ οὔ­τε κἄν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν ἀ­βά­στα­χτη μο­να­ξιά μου. Νὰ ’ταν μό­νο ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη, τὰ πράγ­μα­τα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ἁ­πλὰ γιὰ μέ­να. Μὰ ἡ ὀ­δύ­νη μου ἐ­πι­τεί­νε­ται ἀ­πὸ τὴ γε­νι­κό­τε­ρη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τῶν πε­ρὶ ὧν ὁ λό­γος πρὸς τὸ πρό­σω­πό μου, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψη, κα­θὼς δὲν θέ­λουν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι πι­κραί­νο­μαι ἀ­φάν­τα­στα ὅ­ταν ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μοῦ τη­λε­φω­νοῦν καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα, δη­λώ­νον­τας ὅ­τι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ μεί­νου­με γιὰ πάν­τα φί­λοι καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σου­με τὴν με­τα­ξὺ μας ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ μὲ βα­σα­νί­ζουν μὲ τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ τὰ μη­νύ­μα­τά τους, μοῦ δί­νουν τὴ χα­ρι­στι­κὴ βο­λὴ μὲ γε­νι­κὲς συμ­βου­λές, εὐ­χὲς καὶ ἐ­πι­ση­μάν­σεις τοῦ τύ­που «εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χί­σεις για­τί τὸ ἀ­ξί­ζεις», «νὰ προ­σέ­χεις τὸν ἑ­αυ­τό σου», «ζη­λεύ­ω αὐ­τὴν ποὺ θὰ εἰ­σπρά­ξει ὅ­λη σου τὴν ἀ­γά­πη μα­ζε­μέ­νη», «πο­τὲ ἄλ­λο­τε δὲν ἔ­χω ἐ­κτι­μή­σει τό­σο πο­λὺ ἄν­θρω­πο στὴ ζω­ή μου» καὶ ἄλ­λα τέ­τοι­α ἠ­χη­ρὰ πα­ρό­μοι­α. Ἡ ἀ­πο­καρ­δί­ω­ση καὶ ἡ κα­τα­βύ­θι­ση στὴ θλί­ψη ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν φί­λων μου, κα­λο­προ­αί­ρε­τες καὶ εὔ­λο­γες μέν, ἀλ­λὰ ποὺ ἐ­πι­φέ­ρουν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα μέ­σα μου δέ, μὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ «ὑ­πάρ­χουν κι ἀλ­λοῦ πορ­το­κα­λι­ὲς ποὺ κά­νουν πορ­το­κά­λια», «δὲν βα­ρι­έ­σαι μω­ρέ, ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι κα­λά», «ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ τὸ κα­λό μας», «σί­γου­ρα ὑ­πάρ­χει ἕ­να βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα σὲ ὅ­λα τοῦ­τα τὰ πράγ­μα­τα, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με» καὶ ἕ­να σω­ρὸ ἄλ­λες τέ­τοι­ες ἀ­νο­η­σί­ες. Τώ­ρα πρέ­πει νὰ ψά­ξω γρή­γο­ρα στὴ γει­το­νιὰ γιὰ νο­σο­κό­μα ἢ γιὰ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ποὺ γνω­ρί­ζει νὰ κά­νει ἐ­νέ­σεις.

       Ἰ­δοὺ λοι­πὸν πού, ἀν­τὶ νὰ δια­βεῖ τὸ κα­τώ­φλι τοῦ δω­μα­τί­ου μου μιὰ ζαρ­γά­να ποὺ θὰ δρο­σε­ρέ­ψει τὸ μα­ρα­μέ­νο σῶ­μα μου μὲ τὸ θελ­κτι­κὸ σῶ­μα της, ἡ μό­νη γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­μαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ δε­χτῶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ θὰ μπή­ξει μιὰ βε­λό­να μὲ πη­χτὸ φάρ­μα­κο στὰ με­ριά μου. Οἱ  χα­μέ­νες ἐν­δορ­φί­νες, μα­ζὶ μὲ τὶς ὑ­πό­λοι­πες οὐ­σί­ες τῆς εὐ­τυ­χί­ας, ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κὰ νὰ πα­ρά­γον­ται ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­ται τώ­ρα μὲ μιὰ βα­θειά, ἐν­δο­γλου­τια­ία πρόσ­λη­ψη φαρ­μα­κευ­τι­κῶν οὐ­σι­ῶν. Τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση ἀ­νέ­λα­βε μιὰ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα, τα­κτι­κὴ στὴν ὥ­ρα της, σο­βα­ρή, λι­γο­μί­λη­τη, ποὺ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ τὴ δου­λειά της. Τῆς ἑ­τοί­μα­ζα ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ὑ­λι­κά, πα­ρα­τάσ­σον­τάς τα ἐ­πι­με­λῶς στὸ κο­μο­δί­νο μου, τὴ σύ­ριγ­γα δη­λα­δή, τὴ βε­λό­να, τὶς γυ­ά­λι­νες φύ­σιγ­γες μὲ τὸ φάρ­μα­κο, τὸ οἰ­νό­πνευ­μα καὶ τὸ βαμ­βά­κι κι ἐ­κεί­νη, μό­λις ἀ­φαι­ροῦ­σε τὴν πε­ρίσ­σια τοῦ φαρ­μά­κου πι­έ­ζον­τας μὲ τὸ ἔμ­βο­λο ὅ­λες τὶς ἀ­τί­θα­σες φυ­σα­λί­δες ποὺ σχη­μα­τί­ζον­ταν κα­τὰ τὴν εἰσ­ρο­ή του στὴ σύ­ριγ­γα, μοῦ ἔ­λε­γε νὰ πά­ρω μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα καὶ μοῦ ἔ­κα­νε τὴν ἔ­νε­ση. Μο­λο­νό­τι εἶ­χα πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέ­σεις προ­κα­λοῦν με­γά­λο πό­νο, μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι δὲν ὑ­πέ­φε­ρα πο­λύ. Ἡ συν­τα­ξι­οῦ­χος νο­σο­κό­μα ἦ­ταν ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἀ­λα­φρο­χέ­ρα. Τε­λει­ώ­νον­τας, μὲ συμ­βού­λευ­ε νὰ κρα­τή­σω γιὰ λί­γο τὸ βαμ­βά­κι στὰ με­ριά μου καὶ νὰ μὴν ση­κω­θῶ ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ δω­μά­τιο, ἀ­να­νε­ώ­νον­τας τὸ ραν­τε­βού μας γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη. Μό­λις ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, φρόν­τι­ζα νὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ πε­τά­ξω ἀ­μέ­σως ὅ­λα τα ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα ὑ­λι­κά, κα­θὼς ἡ βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου, προ­ερ­χό­με­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὰ ἔκ­δο­χα, εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ στὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ ἦ­ταν πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη. Ἔ­τσι περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες τῆς θε­ρα­πεί­ας μου, ὥ­σπου, ἕ­να βρά­δυ, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ ἕ­να θε­ρι­νὸ σι­νε­μὰ – πή­γαι­να πο­λὺ συ­χνὰ τό­τε σι­νε­μὰ γιὰ νὰ ξε­χνι­έ­μαι καὶ γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νω τὸν πό­νο μου ὀ­νει­ρευ­ό­με­νος – δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι εἶ­χα λη­σμο­νή­σει νὰ μα­ζέ­ψω τὰ ὑ­λι­κά τῆς ἔ­νε­σης ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο μου. Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου δέ­σπο­ζε στὸ δω­μά­τιο, στὴν «ἀρ­ρω­στο­κά­με­ρα», ὅ­πως θὰ τὴν ὀ­νό­μα­ζε ὁ Ρο­ΐ­δης, μά, ὢ τοῦ θαύ­μα­τος, τού­τη τὴ φο­ρὰ ἡ φαρ­μα­κί­λα δὲν μοῦ προ­κά­λε­σε κα­μί­α δυ­σα­ρέ­σκεια· τὸ ἀν­τί­θε­το μά­λι­στα, μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Πῆ­ρα στὰ χέ­ρια μου τὴ σπα­σμέ­νη γυ­ά­λι­νη φύ­σιγ­γα, ἔ­πει­τα πῆ­ρα καὶ τὴ σύ­ριγ­γα, μύ­ρι­σα τὰ κοκ­κι­νω­πὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ φαρ­μά­κου στὰ τοι­χώ­μα­τά τους καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι τού­τη ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ πράγ­μα στὴ ζω­ή μου ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός, ἔ­χον­τας πρά­ξει ὅ­σα ἀ­κρι­βῶς ἔ­πρε­πε νὰ πρά­ξω – αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ποὺ σχε­τί­ζον­ταν μὲ τὴν ὑ­γεί­α μου – καὶ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω.

       Ἔ­χει πε­ρά­σει ἤ­δη μιὰ ἑ­βδο­μά­δα ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α ἔ­νε­ση. Πρὸς τὸ τέ­λος τῶν συ­ναν­τή­σε­ών μας ἡ νο­σο­κό­μα εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τα καὶ εἶ­χε ξα­νοι­χτεῖ πρὸς ἐ­μέ­να. Μι­λού­σα­με πλέ­ον ἐ­πὶ παν­τός τοῦ ἐ­πι­στη­τοῦ: γιὰ τὴν τρέ­χου­σα πο­λι­τι­κὴ κα­τά­στα­ση – στὴν ἀ­νά­λυ­ση τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρεμ­πι­πτόν­τως συμ­φω­νού­σα­με –, γιὰ ζω­γρα­φι­κή, γιὰ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς βα­θύ­τε­ρους πό­θους καὶ τὰ ὄ­νει­ρά μας. Μά­λι­στα, ὅ­ταν μὲ ἄ­φη­νε ξα­πλω­μέ­νο μπρού­μυ­τα στὸ κρε­βά­τι ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸ δω­μά­τιό μου, ἐ­ξε­δή­λω­νε τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀλ­λα­γὴ στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά της καὶ σω­μα­τι­κά, του­τέ­στιν, μὲ χτυ­ποῦ­σε πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ πολ­λὲς φο­ρὲς στὸν ὦ­μο μὲ τὴν πα­λά­μη της. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ τε­λεί­ω­σαν κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω τολ­μή­σει ἕ­ως τώ­ρα νὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια τὰ σύ­νερ­γα τῆς τε­λευ­ταί­ας ἔ­νε­σης, τρέ­φον­τας ἐν­δό­μυ­χα τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ δι­α­τη­ρή­σω στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὴν πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ κα­τα­φα­νῶς μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω. Γνω­ρί­ζω πώς, σὲ λί­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου θὰ ἔ­χει ἐ­ξα­λει­φθεῖ ἐν­τε­λῶς καί, γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, σκέ­φτη­κα πὼς ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν πα­ρα­τεί­νω τε­χνη­τὰ μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, ἐ­νη­με­ρω­νό­με­νος ἀρ­χι­κὰ καὶ δι­α­βά­ζον­τας τὰ πάν­τα σὲ σχέ­ση μὲ τὸ φάρ­μα­κο: γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γι­κή του δι­α­δι­κα­σί­α, γιὰ τὴ σύν­θε­ση, τὴν ἀ­νά­λυ­σή του… Εἰς μά­την ὅ­μως, εἰς μά­την. Ἡ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φαρ­μά­κου βαθ­μια­ία θὰ σβή­σει, πα­ρα­χω­ρών­τας τὴ θέ­ση της στὰ συ­νή­θη ὀ­σφρη­τι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου ἀλ­λὰ καὶ τῶν πέ­ριξ τοῦ δω­μα­τί­ου μου χώ­ρων: στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁ­πλω­μέ­νης μπου­γά­δας τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ μου (ἀλ­λὰ καὶ τῆς μπου­γά­δας τῆς γει­τό­νισ­σάς μου στὸ δι­πλα­νὸ μπαλ­κό­νι, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ γνω­στὴ τε­χνι­κὴ ἀ­πό­κρυ­ψης τῶν ἐ­σώ­ρου­χων στὰ μέ­σα συρ­μα­τό­σχοι­να τῆς ἁ­πλώ­στρας της, πρὸς ἀ­πο­φυ­γὴν κοι­νῆς θέ­ας), στὸ ἀ­ναρ­ρι­χώ­με­νο ἀ­πὸ τὴν πι­λο­τὴ ἄ­ρω­μα τοῦ νυ­χτο­λού­λου­δου, στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱ­δρώ­τα ποὺ ἀ­πό­μει­νε στὰ σεν­τό­νια μου ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ἀ­ϋ­πνί­ας ἢ στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ φι­τι­λιοῦ ἑ­νὸς ἄρ­τι σβη­σθέν­τος κε­ριοῦ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ πού μοῦ ἀ­ρέ­σει ν’ ἀ­νά­βω ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν στὸ ἔ­ρη­μο δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἀ­τμό­σφαι­ρα. Ἔ­πει­τα, ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τα ἀρ­χι­κὰ ἀ­πὸ τὰ σύ­νερ­γα τῶν ἐ­νέ­σε­ων καὶ ὀ­φει­λό­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴν αἴ­σθη­ση τῆς ὄ­σφρη­σης, θὰ πε­ρά­σει προ­σώ­ρας στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ὅ­ρα­σης, στὸ ἰ­δι­ό­τυ­πο αὐ­τὸ εἰ­κο­νο­στά­σι ποὺ κεί­τε­ται στὸ κο­μο­δί­νο μου καὶ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ­ται οὔ­τε ἀ­πὸ ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ ἐ­λαι­ο­γρα­φί­ες, οὔ­τε ἀ­πὸ σκί­τσα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σύ­ριγ­γες, βε­λό­νες καὶ φάρ­μα­κα, ὥ­σπου, στὸ τέ­λος, ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἰ­δι­αί­τε­ρη συ­νά­θροι­ση πραγ­μά­των τοῦ ὑ­λι­κοῦ κό­σμου ποὺ τε­λεῖ­ται πλά­ι μου νὰ κα­τα­στεῖ, μὲ τὴ σει­ρά της, μιὰ κα­νο­νι­κό­τη­τα τοῦ βλέμ­μα­τος καὶ νὰ ἀ­πο­λέ­σει τὸν εὐ­ερ­γε­τι­κό της χα­ρα­κτή­ρα. Σκέ­φτο­μαι – τὸ ἔ­χω ἤ­δη ἀ­πο­φα­σί­σει – νὰ κρα­τή­σω ἀ­νέ­πα­φα ὅ­λα τοῦ­τα τὰ σύ­νερ­γα στὸ κο­μο­δί­νο μου ὡς τὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Ἔ­πει­τα, τὸ φθι­νο­πω­ρά­κι, θὰ τὰ πε­τά­ξω καὶ θὰ πα­σχί­σω νὰ βρῶ ἕ­ναν τρό­πο νὰ ζή­σω.



Πηγή: Περιοδικὸ Φρέαρ, τχ. 19 (Ιούνιος 2017)

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев): Ὁ Ζητιάνος



Ἰβὰν Τουργκένιεφ (Иван Тургенев)

Ὁ Ζη­τιά­νος

(Нищий)


ΑΘΩΣ βά­δι­ζα στὸν δρό­μο, μὲ στα­μά­τη­σε ἕ­νας ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ γη­ρα­τειὰ ζη­τιά­νος. Φλο­γι­σμέ­να, γε­μά­τα δά­κρυ­α μά­τια, με­λα­νὰ χεί­λη, τρα­χιὰ κου­ρέ­λια, ἀ­κά­θαρ­τες πλη­γές… Ὤ, πό­σο ἀ­παί­σια κα­τέ­φα­γε ἡ ἔν­δεια τοῦ­το τὸ δύ­στυ­χο πλά­σμα!

            Ἅ­πλω­σε πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ κόκ­κι­νο, πρη­σμέ­νο καὶ ἀ­κά­θαρ­το χέ­ρι του. Στέ­να­ζε καὶ βογ­κοῦ­σε γιὰ βο­ή­θεια.

            Ἄρ­χι­σα νὰ ψά­χνω ὅ­λες τὶς τσέ­πες μου… Οὔ­τε πορ­το­φό­λι, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε κὰν μαν­τή­λι… Τί­πο­τα δὲν εἶ­χα πά­ρει μα­ζί μου.

            Κι ὁ ζη­τιά­νος πε­ρί­με­νε… Καὶ τὸ προ­τε­τα­μέ­νο χέ­ρι του ἔ­τρε­με καὶ σκιρ­τοῦ­σε ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο.

            Χα­μέ­νος, σα­στι­σμέ­νος, ἔ­σφι­ξα δυ­να­τὰ τοῦ­το τὸ βρώ­μι­κο καὶ τρε­μά­με­νο χέ­ρι…

            — Νὰ μὲ συμ­πα­θᾶς ἀ­δερ­φέ· δὲν ἔ­χω τί­πο­τα πά­νω μου, ἀ­δερ­φέ.

            Ὁ ζη­τιά­νος κάρ­φω­σε πά­νω μου τὰ φλο­γι­σμέ­να μά­τια του. Τὰ μπλά­βα χεί­λη του μει­δί­α­σαν κι ἔ­σφι­ξε κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του τὶς ξυ­λι­α­σμέ­νες πα­λά­μες μου.

            Καὶ τί μ’ αὐ­τό, ἀ­δερ­φέ, μουρ­μού­ρι­σε, ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ. Κι αὐ­τὸ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη εἶ­ναι, ἀ­δερ­φέ.

            Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι κι ἐ­γὼ εἶ­χα λά­βει ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­πὸ τὸν ἀ­δερ­φό μου.


Φε­βρουά­ριος 1878.

Δραματοποίηση (15.01.2018):


Πηγή: ἀπο τὴν ἱστοσελίδα

https://rvb.ru/turgenev/01text/vol_10/02senilia/0222.htm

Ἰβὰν Σε­ργιέ­γκε­βιτς Τουργκένιεφ (И­ван Сер­ге­евич Тур­ге­нев) (Ὀριὸλ Ρω­σί­ας 09.11.1818 – Μπου­ζι­βὰλ κον­τὰ στὸ Π­ρίσι, 1883.) Ρῶ­σος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέας. Γνω­στό­τε­ρα ἔργα του: Μού­μου (1854), Πρώ­τη ἀ­γάπη (1860), Πατέρες καὶ γιοί (1862), Ὁ καπνός (1867), Ἀνοιξιάτικα νερά  (1872).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).


Γιῶργος Χαβουτσᾶς: Ἡ Ἀσσυροβαβυλώνια τοῦ μετρό


Chaboutsas,Giorgos-IAssyrobabyloniaTouMetro-Eikona-01


Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς


Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό


H-Itta-SomataΕΥΤΥΧΙΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ ἂν θὰ συ­ναν­τή­σω τὴν «Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια τοῦ με­τρό». Ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς ὀ­φεί­λε­ται κυ­ρί­ως στὴν ἀ­πί­στευ­τα γο­η­τευ­τι­κὴ κυρ­τό­τη­τα τῆς μύ­της της. Τὴ συ­ναν­τῶ συ­νή­θως στὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἢ στὸ προ­τε­λευ­ταῖ­ο βα­γό­νι τοῦ συρ­μοῦ στὸ Φίξ, μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ Σύν­ταγ­μα. Μι­κρὸ τὸ δέ­μας, ἐ­πι­με­λη­μέ­νο καὶ ἀ­νε­παί­σθη­το μα­κι­γι­ὰζ (ὅ­πως μοῦ ἀ­ρέ­σει), ἀ­νε­παί­σθη­το κρα­γιὸν στὰ χεί­λη, πρα­σι­νο­γά­λα­ζα μά­τια, ἁ­πα­λὰ καὶ πε­ρι­ποι­η­μέ­να βλέ­φα­ρα, γα­ϊ­τα­νό­φρυ­δα, ἁ­πα­λὸ καὶ γα­λα­κτε­ρὸ δέρ­μα, δι­α­κρι­τι­κὲς ἐ­λί­τσες παν­τοῦ, κα­ρὲ μαλ­λὶ βαμ­μέ­νο κα­στα­νο­κόκ­κι­νο, μὲ χω­ρί­στρα στὸ πλά­ι. Τὰ ροῦ­χα της πο­λὺ προ­σεγ­μέ­να καὶ ἁ­πλά, ὅ­πως μ’ ἀ­ρέ­σουν. Τὸ πεν­τι­κιοὺρ θε­σπέ­σιο, συ­νή­θως ἁ­πλὸ σκλη­ρυν­τι­κό, κα­μω­μέ­νο σὲ δά­χτυ­λα ἀ­πί­στευ­της ἁρ­μο­νί­ας. Τώ­ρα τὸ κα­λο­καί­ρι προ­τι­μᾶ πέ­δι­λα μὲ ἀ­ση­μέ­νια ἢ χρυ­σα­φιὰ μπορ­ντού­ρα. Συ­νε­χῶς χα­σμου­ρι­έ­ται, κρύ­βον­τας δι­α­κρι­τι­κὰ μὲ τὴν πα­λά­μη τὸ στό­μα της. Δεί­χνει πάν­τα κου­ρα­σμέ­νη, νω­χε­λι­κὴ καὶ νυ­σταγ­μέ­νη, ἰ­δι­ό­τη­τες ποὺ τῆς προσ­δί­δουν ἐ­πι­πλέ­ον γο­η­τεί­α. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς με­τε­πι­βί­βα­σης στὸ Σύν­ταγ­μα ζων­τα­νεύ­ει, λι­κνί­ζε­ται καὶ ἑ­λίσ­σε­ται μὲ θαυ­μα­στὸ τρό­πο στὶς κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες καὶ στοὺς δι­α­δρό­μους (ἴ­σα ποὺ τὴν προ­λα­βαί­νω), γε­γο­νὸς ποὺ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει πάν­το­τε θέ­ση στὸ ἑ­πό­με­νο βα­γό­νι. Ὅ­ταν κά­τσει —πάν­τα τὴ θαυ­μά­ζω γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κα­τα­φέρ­νει, ἀ­κό­μα καὶ σ’ ἕ­να κα­τά­με­στο ἀ­πὸ ἐ­πι­βά­τες βα­γό­νι— κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ βυ­θί­ζε­ται πά­λι στὴ νω­χέ­λεια, ἀ­πλώ­νον­τας ταυ­το­χρό­νως, ὅ­σο τῆς τὸ ἐ­πι­τρέ­πει ὁ χῶ­ρος, τὰ πό­δια της. Φρον­τί­ζω νὰ βρί­σκο­μαι πάν­το­τε ἀ­πέ­ναν­τί της ἤ, του­λά­χι­στον, ὅ­σο πιὸ κον­τά της μπο­ρῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη νὰ τὴν βλέ­πει τὸ βρά­δυ νὰ κοι­μᾶ­ται στὸ κοι­νό τους κρε­βά­τι, ὅ­ποι­ος τὴν ἔ­χει πλά­ι του καὶ ἀ­κού­ει τὴν ἀ­νά­σα της. Στὰ πέν­τε λε­πτὰ ποὺ δια­ρκεῖ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ Σύν­ταγ­μα ὣς τὴν Πα­νόρ­μου, μέ­σα στὸ πλῆ­θος, ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια εἶ­ναι δι­κή μου, μό­νο δι­κή μου, κα­νεὶς δὲν τὴν ἔ­χει καὶ δὲν τὴν κοι­τά­ζει ὅ­πως ἐ­γώ. Κοι­τῶ τὸ πρό­σω­πό της καὶ τὶς δι­πλὲς ἢ τρι­πλὲς ἀν­τα­να­κλά­σεις του στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Δι­εισ­δύ­ω στὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς της, προ­σπα­θῶ νὰ φαν­τα­στῶ τὶς ἔ­γνοι­ες, τὶς μι­κρο­χα­ρὲς καὶ τὶς λύ­πες της. Θά ‘θε­λα νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σω κα­λύ­τε­ρα πρω­ι­νά, νὰ μὴν ξυ­πνά­ει τό­σο νω­ρίς, νὰ μὴν κου­ρά­ζε­ται, νὰ μὴν τρέ­χει στοὺς δρό­μους ἀ­πὸ τὰ χα­ρά­μα­τα, νὰ χορ­ταί­νει ὕ­πνο. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της εἶ­ναι αἰ­ώ­νια, δὲν εἶ­ναι κοι­νή. Τὸ πρό­σω­πό της ἀ­νή­κει σὲ ὅ­λους τοὺς αἰ­ῶ­νες, ὅ­λοι οἱ καλ­λι­τέ­χνες θὰ τὴν εἶ­χαν ζω­γρα­φί­σει, θά ’­χαν γρά­ψει ποι­ή­μα­τα γι’ αὐ­τήν. Τοῦ­το τὸ πρό­σω­πο ἔ­χει κά­τι ἀ­π’ ὅ­λα: εἶ­ναι καὶ βυ­ζαν­τι­νὴ Πα­να­γιά, καὶ Νε­φερ­τί­τη, καὶ πρό­σω­πο ἑλ­λη­νι­κοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ἀ­κό­μα καὶ νε­κρι­κὴ μά­σκα. Φεῦ, στὴν Πα­νόρ­μου πρέ­πει νὰ κα­τέ­βω. Ἡ Ἀσ­συ­ρο­βα­βυ­λώ­νια πα­ρα­μέ­νει στὸ κά­θι­σμά της μὲ τὰ μά­τια κλει­στὰ κι ἐ­γώ, βγαί­νον­τας μὲ τὰ νῶ­τα ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, προ­σπα­θῶ νὰ ρί­ξω με­ρι­κὲς τε­λευ­ταῖ­ες μα­τι­ὲς πά­νω της γιὰ νὰ πά­ει κα­λὰ ἡ μέ­ρα μου, ὅ­σο μπο­ρῶ πιὸ πολ­λὲς μα­τι­ές, μέ­χρι νὰ μοῦ τὴν πά­ρει μα­κριὰ ἡ σκο­τει­νὴ καὶ ἀ­νε­λέ­η­τη σή­ραγ­γα τοῦ με­τρό. Μέ­νω μὲ τὸ με­τεί­κα­σμα τῆς θε­ο­φά­νειάς της ὅ­λη τὴ μέ­ρα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).



		

	

Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Ἀναπνοή


Solzenitsin,Aleksandr-Anapnoi-01


Ἀλεξὰντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын)


 Ἀναπνοή

(Дыхание)


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΗ ΝΥΧΤΑ ἔ­ρι­ξε βρο­χού­λα καὶ τώ­ρα δι­α­σχί­ζου­νε τὸν οὐ­ρα­νὸ σύν­νε­φα. Ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ πέ­φτει κα­μιὰ ψι­χά­λα.

       Στέ­κο­μαι κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιὰ ποὺ χά­νει τὰ ἀν­θά­κια της καὶ ἀ­να­πνέ­ω. Ὄ­χι μό­νο ἡ μη­λιά, ἀλ­λὰ καὶ τὸ χορ­τά­ρι ὁ­λό­γυ­ρα στα­λά­ζει με­τὰ τὴ βρο­χὴ – καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὄ­νο­μα γιὰ τὴ γλυ­κιὰ ἐ­κεί­νη μυ­ρω­διὰ ποὺ πο­τί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Τὴ ρου­φῶ μ’ ὅ­λη τὴ δύ­να­μη τῶν πνευ­μό­νων μου, αἰ­σθά­νο­μαι τὸ ἄ­ρω­μά της μ’ ὅ­λο μου τὸ στῆ­θος, ἀ­να­πνέ­ω, συ­νε­χῶς ἀ­να­πνέ­ω, πό­τε μ’ ἀ­νοι­χτά τα μά­τια, πό­τε μὲ κλει­στὰ – δὲν ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι, μᾶλ­λον, ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἐ­κεί­νη ἡ μο­να­δι­κὴ μὰ ὡ­στό­σο πα­νά­κρι­βη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ποὺ μᾶς στε­ρεῖ ἡ φυ­λα­κή: ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἔ­τσι, ν’ ἀ­να­πνέ­εις ἐ­δῶ. Κα­νέ­να φα­γη­τὸ στὴ γῆ, κα­νέ­να κρα­σί, οὔ­τε ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὸ τὸ φι­λὶ τῆς γυ­ναί­κας δὲν εἶ­ναι γιὰ μέ­να γλυ­κύ­τε­ρο ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα, ἀ­πὸ τοῦ­τον τὸν ἀ­έ­ρα πού ’­ναι λου­λου­δι­α­σμέ­νος, πού ’­ναι γε­μά­τος ὑ­γρα­σί­α καὶ φρε­σκά­δα.

       Ἂς εἶ­ναι μό­νον αὐ­τό – ἕ­νας κη­πά­κος μιὰ στα­λιά, στρι­μωγ­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ πεν­τα­ό­ρο­φα σπί­τια ποὺ μοιά­ζουν μὲ κλου­βιὰ θη­ρί­ων. Παύ­ω ν’ ἀ­κού­ω τὸ του­φε­κί­δι τῶν μο­το­σι­κλε­τῶν, τὸ οὐρ­λια­χτὸ ἀ­πὸ τὶς ρα­δι­ό­λες*, τὰ ντέ­φια τῶν με­γα­φώ­νων. Ὅ­σο μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα κά­ποι­ος ν’ ἀ­να­σαί­νει με­τὰ τὴ βρο­χὴ κά­τω ἀ­πὸ μιὰ μη­λιά, τό­τε μπο­ρεῖ νὰ αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι ἀ­κό­μα ζεῖ!


* Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ: ραδιογραμμόφωνα.



Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Издательство Эксмо, Москва 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κι­σ­λο­­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ. Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).



		

	

Ἀλεξάντρ Σολζενίτσιν (Александр Солженицын): Τὸ σακίδιο τοῦ κολχόζ

 .

 Solzenitsin,Aleksandr-ToSakkidioTouKolchoz-01

 .

Ἀ­λε­ξάν­τρ Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Солженицын)

.

Τὸ σα­κί­διο τοῦ κολ­χόζ

(Колхозный рюкзак)

 .

05-OmikronΤΑΝ σ’ ἕ­να προ­α­στια­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σᾶς πι­έ­ζουν στὸ στῆ­θος ἢ στὰ πλευ­ρὰ μὲ τὴ σκλη­ρή του γω­νιὰ καὶ πο­νᾶ­τε – μὴν βρί­ζε­τε, ἀλ­λὰ κοι­τάξ­τε κα­λὰ αὐ­τὸ τὸ πλεγ­μέ­νο ἀ­πὸ σομ­φὸ κου­τί, μὲ τὸ φαρ­δύ, ξε­φτι­σμέ­νο λου­ρί του ἀ­πὸ κα­ρα­βό­πα­νο. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ κου­βα­λοῦν γιὰ τὴν πό­λη γά­λα, μυ­ζή­θρα καὶ ντο­μά­τες, δι­κά τους κι ἀ­κό­μα δύ­ο γει­τό­νων τους, ἐ­νῶ ἀ­π’ τὴν πό­λη φέρ­νουν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ φραν­τζό­λες γιὰ τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες.

       Αὐ­τὸ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο σα­κί­διο ἔ­χει με­γά­λη χω­ρη­τι­κό­τη­τα, εἶ­ναι γε­ρὸ καὶ φτη­νό. Μ’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ συγ­κρι­θοῦν οὔ­τε τὰ πο­λύ­χρω­μα ἀ­θλη­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια του, μὲ τὶς τσε­ποῦ­λες τους καὶ τ’ ἀ­στρα­φτε­ρὰ θη­λυ­κω­τή­ρια. Ση­κώ­νει τό­σο βά­ρος πού, ἀ­κό­μα καὶ φο­ρών­τας ἕ­ναν χον­τρό, χει­μω­νιά­τι­κο ἐ­πεν­δύ­τη ἐρ­γα­σί­ας, ὁ μα­θη­μέ­νος χω­ρι­ά­τι­κος ὦ­μος δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀν­τέ­ξει τὸ λου­ρί του.

      Γι’ αὐ­τὸ οἱ χω­ρι­ά­τισ­σες υἱ­ο­θέ­τη­σαν τού­τη τὴν πρα­κτι­κή: ση­κώ­νουν τὸ πλεγ­μέ­νο σα­κί­διο ὣς τὴ μέ­ση της πλά­της καὶ περ­νοῦν τὸ λου­ρὶ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι τους. Ἔ­τσι τὸ φορ­τί­ο ἰ­σο­μοι­ρά­ζε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δυ­ὸ ὤ­μους καὶ τὸ στῆ­θος.

      Ἀ­δελ­φοί μου ἐν τῇ γρα­φί­δι καὶ τῇ συγ­γρα­φῇ! Δὲν σᾶς λέ­ω νὰ προ­βά­ρε­τε ἕ­να τέ­τοι­ο κα­λα­θά­κι στὴν πλά­τη σας. Ἂν ὅ­μως σᾶς ἔ­σπρω­ξαν ἀ­πό­το­μα μέ­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο – τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρε­τε τα­ξί.

  .Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: Александр Солженицын: Крохотки 1958-1963, Из­да­тельство Эксмо, Мо­сква 2006.

Ἀ­λε­ξάν­τρ Ἰ­σά­γι­ε­βιτς Σολ­ζε­νί­τσιν (Александр Исаевич Сол­же­ниц­ын) (Κισ­λο­βόν­τσκ, 11 Δε­κεμ­βρί­ου 1918 – Μό­σχα, 3 Αὐ­γού­στου 2008). Συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­λό­γος, ποι­η­τής, πο­λι­τι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὸς πα­ρά­γων. Πέ­ρα­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν πό­λη Ρο­στὼφ ἐ­πὶ τοῦ Ντόν. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα τῆς Φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ρο­στὼφ τὸ 1941. Τὸ 1945 δι­κά­στη­κε ἐ­ρή­μην σὲ ὀ­κτὼ χρό­νια κα­τα­ναγ­κα­στι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Τὸ 1974 στε­ρή­θη­κε τὴν ἰ­θα­γέ­νειά του καὶ ἀ­πε­λά­θη­κε στὴ Δυ­τι­κὴ Γερ­μα­νί­α. Τὸ 1975 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του σὲ μιὰ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Βερ­μόντ, στὶς Η.Π.Α., ὅ­που ἔ­ζη­σε γιὰ εἴ­κο­σι χρό­νια. Τὸ 1995, ἀ­φοῦ εἶ­χε πλέ­ον κα­ταρ­ρεύ­σει ἡ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν πα­τρώ­α του γῆ.  Τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο εἶ­ναι ὀγ­κῶ­δες. Σ’ αὐ­τὸ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πα­σί­γνω­στη μαρ­τυ­ρί­α Ἀρ­χι­πέ­λα­γος Γκου­λάγκ, ὅ­πως καὶ τὰ ἔρ­γα Μιὰ ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἰ­βὰν Ντε­νί­σο­βιτς, Ὁ πρῶ­τος κύ­κλος, Πτέ­ρυ­γα καρ­κι­νο­πα­θῶν, Ὁ κόκ­κι­νος τρο­χός κ.ἄ. Τὸ 1970 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ο Πε­τρού­πο­λης (Πλα­νό­διον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

.

Μαρία Μπότεβα (Мария Ботева): Μὲ τὴν πλάτη στητή

 

 

Μαρία Μπότεβα(Мария Ботева)

 

Μὲ τὴν πλάτη στητή

(С прямой спиной)

           

ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΤΡΟΛΕΪ ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στά­ση, τὸ «Νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ Βορ­ρᾶ». Ἦ­ταν νε­α­ρή. Πί­σω ἀ­πὸ τὴ στά­ση ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ νε­κρο­το­μεῖ­ο. Γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μά­τια της δι­α­γρά­φον­ταν με­λα­νοὶ κύ­κλοι. Κά­θι­σε, καρ­φώ­νον­τας τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να βι­βλί­ο καὶ τὸ ἄ­νοι­ξε. Ὡ­στό­σο δὲν ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει, κοί­τα­ζε μό­νο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἄρ­χι­σαν νὰ μπαί­νουν στὸ τρό­λε­ϊ ὁ ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον, σύν­το­μα πλη­σί­α­ζε ἡ ὥ­ρα αἰχ­μῆς. Καὶ νά ποὺ μπαί­νει μιὰ γριά, ἀ­νε­βαί­νον­τας μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὰ σκα­λο­πά­τια. Στέ­κε­ται ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ, δί­πλα στὴ νε­α­ρή. Κοι­τά­ζει μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση. Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, ἀρ­χί­ζει νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται μὲ κλι­μα­κού­με­νη ἀ­γα­νά­κτη­ση.

       — Νε­α­ρή, ἄ­φη­σε σὲ πα­ρα­κα­λῶ τὴ γριά!

       Στὰ χέ­ρια της βα­στά­ει τσάν­τες, πολ­λὲς τσάν­τες. Του­λά­χι­στον τρι­α­κό­σι­ες. Ἡ νε­α­ρὴ μὲ τοὺς κύ­κλους στὰ μά­τια δὲν ἀ­κού­ει τί­πο­τα. Κοι­τά­ζει πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       — Θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψεις, ἔ! Δὲν βλέ­πεις, ἴ­σα ποὺ στέ­κο­μαι.

       Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση.

       Πλη­σιά­ζει ὁ εἰ­σπρά­κτο­ρας. Κοι­τά­ζει. Πιά­νει τὴ νε­α­ρὴ ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο.

       — Ἐι! Ἐι, σή­κω! Δὲν βλέ­πεις, ἡ για­γιὰ πρέ­πει νὰ κα­θί­σει!

       Ἡ ἀν­τί­δρα­ση εἶ­ναι τέ­τοι­α ποὺ ὅ­λοι τρο­μά­ζουν. Ἡ νε­α­ρὴ ἀρ­χί­ζει νὰ γέρ­νει στὸ πλά­ι. Στα­μα­τά­ει ἀ­πό­το­μα. Κοι­τά­ζει στὰ μά­τια τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα.

       — Εἶ­σαι κα­λά; τὴ ρω­τά­ει αὐ­τός. Κα­λὰ εἶ­σαι; Ἕ­ναν για­τρό!

       Ἐ­κεί­νη ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα. Κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι.

       —Ὄ­χι.

       — Ἄ­φη­σε τὴ γριὰ νὰ κα­θί­σει!

       Κου­νά­ει ἐκ νέ­ου τὸ κε­φά­λι.

       — Θὰ κα­θί­σω κι ἄλ­λο. Ὅ­λα ἐν­τά­ξει.

       Ἡ γριὰ δὲν ἀν­τέ­χει ἄλ­λο. Ἀ­φή­νει τὶς μι­σὲς τσάν­τες πά­νω στὰ γό­να­τα τῆς νε­α­ρῆς καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ κραυ­γά­ζει σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ τρό­λε­ϊ.

       — Πε­ρί­με­νε καὶ θὰ δεῖς, θὰ γί­νεις καὶ σὺ κά­πο­τε γριά! Θὰ γί­νεις! Οὔ­τε καὶ σέ­να θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν τό­τε νὰ κα­θί­σεις. Τὰ πό­δια σου θὰ σὲ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!

       Αὐ­τὴ κοι­τά­ζει τὴ γριά. Βυ­θί­ζε­ται σὲ σκέ­ψεις. Νὰ τῆς τὸ πεῖ ἄ­ρα­γε ἢ ὄ­χι; Κα­λά-κα­λὰ οὔ­τε καὶ στὸ σπί­τι της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρη ὅ­τι ἀ­ξί­ζει νὰ τὸ ἀ­να­φέ­ρει. Κοι­τά­ζει γιὰ μι­σὸ λε­πτὸ τὴν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη, ὡ­σό­του αὐ­τὴ νὰ σω­πά­σει.

       — Πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­κτή­σω αὐ­το­κί­νη­το, λέ­ει στὸ τέ­λος καὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Βα­δί­ζει πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο μὲ ἀ­στα­θῆ βή­μα­τα. Ἡ πλά­τη της στη­τή.

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζαΠρο­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Μα­ρί­α Μπό­τε­βα (Мария Бoтева) (Κί­ροφ, 1980). Πεζογραφία, ποίηση, θέατρο. Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Οὐ­ρὰλ κα­θὼς καὶ στὸ τμῆ­μα Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Θε­α­τρι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του τοῦ Ἐ­κα­τε­ριν­μπούργκ. Τὸ 2005 τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο «Τριούμφ», ἐ­νῶ τὰ ἔ­τη 2005 καὶ 2006 τὸ ὄ­νο­μά της βρι­σκό­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν ὑ­πο­ψη­φί­ων γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Ντιμ­πιούτ». Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πρό­ζα (2005) καὶ ποί­η­ση (2008).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖο Πε­τρού­πο­λης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой): Ἡ πυρκαγιά

 

 

Ἀλεξέι Ν. Τολστόι (Алексей Н. Толстой)

 

Ἡ πυρ­κα­γιά

(Пожар)

 

ΤΟ ΒΑΘΟΣ Η ΝΥΧΤΑ ἁ­πλώ­νε­ται ἀρ­γὰ καὶ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ βα­θυ­κόκ­κι­νη ἀν­ταύ­γεια.

Ἡ ἀ­πέ­ραν­τη πό­λη φλέ­γε­ται.

       Τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν καὶ τῶν ψη­λῶν κτη­ρί­ων μαυ­ρί­ζουν· πί­σω τους μαί­νε­ται ἡ κι­τρι­νό­λευ­κη θά­λασ­σα τῆς φω­τιᾶς. Ποῦ καὶ ποῦ ὑ­ψώ­νον­ται μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ ἐ­κτυ­φλω­τι­κὲς γλῶσ­σες. Ὁ οὐ­ρα­νὸς πλημ­μυ­ρί­ζει ἀρ­γὰ στὸ αἷ­μα. Ἀ­να­το­λι­κά, τὸ φω­τει­νὸ σύν­νε­φο τοῦ κα­πνοῦ ἁ­πλώ­νε­ται σὰν μιὰ θα­νά­σι­μη λω­ρί­δα καὶ φαί­νε­ται ὅ­τι ἡ πα­ρά­φο­ρη φλό­γα, ἔ­χον­τας σπά­σει τὰ δε­σμά της, γλί­στρη­σε ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος, σκο­τεί­νια­σε καὶ τέρ­πε­ται ἤ­ρε­μα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῆς ἄ­λι­κης ὀρ­γῆς.

       Τὸ πλα­τὺ πο­τά­μι πλημ­μύ­ρι­σε στὸ αἷ­μα καὶ τὰ κύ­μα­τα κο­κά­λω­σαν τρο­μαγ­μέ­να, χα­ϊ­δεύ­ον­τας δι­στα­κτι­κὰ τὴ σκο­τει­νὴ ὄ­χθη.

       Οἱ ἀ­σά­λευ­τες μα­οῦ­νες καὶ τὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­να πο­τα­μό­πλοι­α ξε­ρο­ψή­νον­ταν μὲ μιὰ κοκ­κι­νό­μαυ­ρη λάμ­ψη, οἱ φαρ­δι­ὲς σχε­δί­ες στα­μα­τοῦ­σαν μὲ φρί­κη στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μοῦ, ἐ­νῶ οἱ μι­κρὲς φλό­γες κι­τρί­νι­ζαν, σπιν­θη­ρί­ζον­τας μὲ πα­ρά­πο­νο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἄ­λι­κο νε­ρό.

       Μιὰ φω­τει­νή, γα­λά­ζια σε­λή­νη χύ­νει ἤ­ρε­μα ἀ­πὸ ψη­λὰ τὶς ψυ­χρές της ἀ­κτί­νες στὴν πα­ρά­φρο­να γῆ. Πρὸς τὸ μέ­ρος της πε­τοῦν σύν­νε­φα, μὲ ζω­η­ρὰ ρό­δι­να χρώ­μα­τα ἀ­πὸ τὴ φρί­κη καὶ τὴν ὀρ­γή. Ἔ­χον­τας δι­α­τρέ­ξει τὴν ἀ­πό­στα­ση, τὰ σύν­νε­φα χλο­μιά­ζουν καί, ἀ­ση­μέ­νια καὶ εὔ­θραυ­στα, ἀ­δι­ά­φο­ρα, πε­τοῦν γα­λή­νια πρὸς τὸν σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ὅ­που σι­ω­πη­λὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν τ’ ἄ­στρα…

       Γύ­ρω μας ἡ ἥ­συ­χη νύ­χτα. Τὰ δέν­τρα κοι­μοῦν­ται πλημ­μυ­ρι­σμέ­να σ’ ἕ­να μπλὲ φῶς, ἐ­νῶ οἱ πυ­κνὲς σκι­ὲς καὶ τὰ νυ­χτε­ρι­νὰ λου­λού­δια ἀ­να­σαί­νουν γλυ­κά.

       Αὐ­τὴ στέ­κε­ται λευ­κὴ καὶ λυ­γε­ρή, ἀ­κουμ­πών­τας τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της τὸ στῆ­θος, ἐ­νῶ στὰ τρο­μαγ­μέ­να, πα­νέ­μορ­φα μά­τια της δι­α­κρί­νον­ται οἱ ἀν­τα­να­κλά­σεις τῆς μα­κρι­νῆς πυρ­κα­γιᾶς.

 

   Δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1900

  

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος ВАВИЛОН: Современная малая проза-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑΒΥΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Ἀ­λε­ξέ­ι Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι (Алексей Николаевич Толстой)(Νι­κο­λά­γιεφσκ, Κυ­βερ­νεῖ­ο Σα­ρά­τωφ, 1882-Μό­σχα, 1945). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Εἰ­δι­κεύ­θη­κε στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, στὰ ἱ­στο­ρι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ στὴν πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φυλ­λι­δο­γρα­φί­α. Ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τοῦ κα­θε­στῶ­τος τοῦ Στά­λιν. Ἔ­γι­νε πο­λὺ γνω­στὸς ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο του «Τὸ χρυ­σὸ κλει­δά­κι ἢ οἱ Πε­ρι­πέ­τει­ες τοῦ Μπου­ρα­τί­νο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀπό τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Άθήνα, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (ἐκδ. Ἴν­δι­κτος, Ἀθήνα, 2007).

 

Γιελένα Σβάρτς (Елена Шварц): Ἄβακας στὸ νερό

 

 

Γι­ε­λέ­να Σβαρτς (Е­л­е­на Ш­в­а­рц)

 

Ἄ­βα­κας στὸ νε­ρό

(­ Г­р­и­ф­е­л­ь­н­ая д­о­с­ка на в­о­де)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ τοῦ Μά­η, τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς Ἡ­μέ­ρας τῆς Νί­κης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ μαυ­ρο­βε­λου­δέ­νι­ες φλα­μου­ρι­ὲς ἅ­πλω­ναν ἕ­ναν ἀ­νά­λα­φρο πρά­σι­νο κα­πνὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τοῦ Θε­ρι­νοῦ Κή­που, κα­τέ­πλευ­σαν στὸν Νέ­βα με­ρι­κὰ ὑ­πέ­ρο­χα σκά­φη.

         Κα­τα­δρο­μι­κά, ἀν­τι­τορ­πι­λι­κά, ἀ­κό­μα κι ἕ­να ἱ­στι­ο­φό­ρο.

        Ὡ­στό­σο, κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν μὲ μά­γε­ψε τό­σο, ὅ­σο ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο, τὸ τέ­λεια δελ­φι­νί­σιο σῶ­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἁ­πλω­νό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Κῆ­πο, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ σκου­ρόγ­κρι­ζο τό­ξο τῆς ρά­χης του βρι­σκό­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐ­δῶ καὶ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ λεί­ψει πο­τέ.

        Ἡ ἐ­πί­πε­δη, ψη­λὴ γέ­φυ­ρά του ἦ­ταν σὰν ἕ­νας ἄ­βα­κας, ποὺ πρό­βαλ­λε κα­τα­με­σῆς στὸ νε­ρό, θαρ­ρεῖς γιὰ κά­ποι­α μα­θη­τού­δια. Ὅ­μως μα­θη­τού­δια δὲν ὑ­πῆρ­χαν, οὔ­τε δά­σκα­λος, ἕ­νας Ντερ­ζά­βιν, ποὺ νὰ γλι­στρά­ει στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ βι­ά­ζε­ται νὰ χα­ρά­ξει πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὴν «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» του(1). Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, χά­ρη σ’ αὐ­τήν, ὁ Νέ­βας κυ­λοῦ­σε ἤ­δη σὰν τὸ «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ» ἢ σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ «τρε­χού­με­νο νε­ρό»(2), ποὺ πάν­τα βρί­σκει μα­θη­τές.

        Ὁ ἄ­βα­κας ἐ­ξεῖ­χε στὴ μέ­ση τοῦ Νέ­βα, σὰν πρό­κλη­ση, γιὰ τρεῖς πε­ρί­που μέ­ρες, κι ἔ­πει­τα τὰ νε­ρὰ ἐ­πού­λω­σαν τὴν πλη­γή τους στὸ μέ­ρος ὅ­που μέ­χρι πρό­τι­νος βρι­σκό­ταν.

        Ὅ­πως γί­νε­ται καὶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μέ­νουν οὐ­λές, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸν ἀ­να­πνέ­ει κά­ποι­α ψυ­χή.

 

 

(1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Μὲ τὶς φρά­σεις «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» καί, στὴ συ­νέ­χεια, «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ», ἡ Σβάρτς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ ἄ­τιτ­λο ὀ­κτά­στι­χο ποὺ ὁ Γκα­βρί­λα Ντερ­ζά­βιν συ­νέ­θε­σε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1816, τρεῖς μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, πά­νω σὲ μιὰ μα­θη­τι­κὴ πλά­κα (ἄ­βα­κα). Σὲ ὅ­λες τὶς με­τα­θα­νά­τι­ες ἐκ­δό­σεις τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν». Ἐ­νί­ο­τε, ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Στὸ ἐ­φή­με­ρο».

 

(2) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἡ φρά­ση «τρε­χού­με­νο νε­ρό» πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ἕ­βδο­μη στρο­φὴ τοῦ κρυ­πτι­κοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ». Εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς ὅ­τι ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς «Ὠ­δῆς τοῦ κον­τυ­λιοῦ» ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ τὸν Μαν­τελ­στὰμ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν.

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Γι­ε­λέ­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Σβάρτς (Е­л­е­на А­н­д­р­е­е­в­на Ш­в­а­рц) (Λε­νιν­γκράτ, 17 Μα­ΐ­ου 1948 – Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 11 Μαρ­τί­ου 2010). Ρω­σί­δα ποι­ή­τρια, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἡ­γε­τι­κὲς φυ­σι­ο­γνω­μί­ες τῆς ἀ­νε­πί­ση­μης πο­λι­τι­στι­κῆς κί­νη­σης τοῦ Λε­νιν­γκρὰτ κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970. Σπού­δα­σε γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα στὴ Φι­λο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Λε­νιν­γκράτ, ἐ­νῶ τὸ 1971 ὁ­λο­κλή­ρω­σε δι’ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας τὴ Θε­α­τρι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου, Μου­σι­κῆς καὶ Κι­νη­μα­το­γρα­φί­ας τῆς γε­νέ­τει­ράς της. Ἐ­πὶ πολ­λὰ ἔ­τη ἐ­ξέ­δι­δε τὸ ἔρ­γο της στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση μό­νο σὲ αὐ­το­εκ­δό­σεις (σα­μιζ­ντάτ) καί, ἐ­νί­ο­τε, μὲ ψευ­δώ­νυ­μο. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐ­ξέ­δι­δε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ρω­σι­κῆς δι­α­σπο­ρᾶς. Εἶ­ναι κά­το­χος πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν βρα­βεί­ων. Τὸ 2002 ἐκ­δό­θη­καν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη τέσ­σε­ρις τό­μοι μὲ μιὰ ἐ­κλο­γὴ τοῦ ἔρ­γου της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Ἀντὸν Π. Τσέχωφ (Антон П. Чехов): Ἡ “δικιά” μου

 

 

Ἀντὸν Π. Τσέχωφ (Антон П. Чехов)

 

Ἡ «δι­κιά» μου

(М­оя «о­на»)

 

Υ­ΤΗ, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα ἁρ­μο­δί­ως δι­α­τεί­νον­ται οἱ γο­νεῖς καὶ οἱ προ­ϊ­στά­με­νοί μου, γεν­νή­θη­κε πρὶν ἀ­πὸ μέ­να. Ἔ­χουν δὲν ἔ­χουν δί­κιο, τὸ μό­νο ποὺ γνω­ρί­ζω εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θυ­μᾶ­μαι οὔ­τε μί­α μέ­ρα στὴ ζω­ή μου ποὺ νὰ μὴν τῆς ἀ­νῆ­κα καὶ νὰ μὴν αἰ­σθα­νό­μουν πά­νω μου τὴν ἐ­ξου­σί­α της. Δὲν μὲ ἀ­φή­νει σὲ ἡ­συ­χί­α οὔ­τε μέ­ρα οὔ­τε νύ­χτα. Κι ἐ­γὼ ἐ­πί­σης μὲ τὴ σει­ρά μου δὲν ἐκ­δη­λώ­νω κα­μί­α πρό­θε­ση νὰ ξε­κό­ψω ἀ­π’ αὐ­τὴν – ἡ σχέ­ση μας κα­τέ­στη ἰ­σχυ­ρή, πά­για… Ὡ­στό­σο μὴ ζη­λεύ­ε­τε, νε­α­ρὴ ἀ­να­γνώ­στρια!­.. Αὐ­τὴ ἡ συγ­κι­νη­τι­κὴ σχέ­ση δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τί­πο­τε ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δυ­στυ­χί­α. Πρῶ­τον, ἡ «δι­κιά» μου, ἔ­τσι ὅ­πως τό ’­χει συ­νή­θει­ο νὰ μὴ μὲ ἀ­φή­νει μέ­ρα-νύ­χτα στὴν ἡ­συ­χί­α μου, δὲν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει κα­θό­λου ν’ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὶς δου­λει­ές μου. Μὲ ἀ­πο­τρέ­πει ἀ­πὸ τὸ νὰ δι­α­βά­ζω, νὰ γρά­φω, νὰ κά­νω πε­ρι­πά­τους, νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νω τὴ φύ­ση… Ὅ­σο γρά­φω τοῦ­τες τὶς γραμ­μές, αὐ­τὴ μοῦ σκουν­τᾶ τὸν ἀγ­κώ­να καὶ κά­θε δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­πως ἡ ἀρ­χαί­α Κλε­ο­πά­τρα πρὸς τὸν ἐ­ξί­σου ἀρ­χαῖ­ο Ἀν­τώ­νιο, μοῦ γνέ­φει πρὸς τὴν πα­στά­δα. Δεύ­τε­ρον, μὲ ἀ­φά­νι­σε σὰν Γαλ­λί­δα κο­κό­τα. Χά­ριν ἀ­φο­σί­ω­σης θυ­σί­α­σα γι’ αὐ­τὴν τὰ πάν­τα: κα­ρι­έ­ρα, δό­ξα, ἀ­νέ­σεις… Ἐξ αἰ­τί­ας της κυ­κλο­φο­ρῶ σχε­δὸν γυ­μνός, ζῶ σ’ ἕ­να φτη­νὸ δω­μά­τιο, τρέ­φο­μαι μὲ ἀ­παί­σια φα­γη­τά, γρά­φω μὲ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο με­λά­νι. Ὅ­λα, ὅ­λα μοῦ τά ’­φα­γε, ἡ ἄ­πλη­στη! Τὴ μι­σῶ, τὴν πε­ρι­φρο­νῶ… Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὴν ἔ­χω χω­ρί­σει ἐ­δῶ καὶ και­ρό, ὡ­στό­σο δὲν τὸ ἔ­χω πρά­ξει μέ­χρι τώ­ρα, κι αὐ­τὸ ὄ­χι δι­ό­τι οἱ δι­κη­γό­ροι τῆς Μό­σχας ἀ­παι­τοῦν γιὰ τὸ δι­α­ζύ­γιο τέσ­σε­ρις χι­λιά­δες… Παι­διὰ ὣς τώ­ρα δὲν ἔ­χου­με… Θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ ὄ­νο­μά της; Εὐ­α­ρε­στη­θεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κού­σε­τε… Εἶ­ναι ποι­η­τι­κό, κά­τι σὰν Μπέλ­λα, Κλέ­λια, Λέ­λια…

Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι τεμ­πε­λιά.

 

 

Πη­γή: А. П. Ч­е­х­ов, С­о­ч­и­н­е­н­ия в Т­р­ёх Т­о­м­ах, Т­ом П­е­р­в­ый, Р­а­с­с­к­а­зы, С­а­н­кт-П­е­т­е­р­б­у­рг, «З­о­л­о­т­ой В­ек», «Д­и­а­м­а­нт», 1998. (Ἀ. Π. Τσέ­χωφ, Ἐ­κλο­γὴ σὲ Τρεῖς Τό­μους, Πρῶ­τος τό­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, «Χρυ­σοῦς Αἰ­ών», «Ντια­μάντ», 1998).

 

Ἀν­τὸν Πά­βλο­βιτς Τσέ­χωφ (А­н­т­он П­а­в­л­о­в­ич Ч­е­х­ов), (Ταγ­καν­ρόκ, 1860- Μπάν­τεν­βαι­λερ, 1904). Ἔ­μα­θε τὰ πρῶ­τα του γράμ­μα­τα στὸ το­πι­κὸ ἐ­νο­ρια­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο καὶ κα­τό­πιν (1879-1884) σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μό­σχας. Ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ εὐ­θυ­μο­γρα­φή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ ἔ­γι­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸς ἀ­πὸ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα. Εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς Ρω­σί­ας καὶ συ­νέ­βα­λε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση καὶ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ρω­σι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007). Ἄρ­θρα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Ἑ­στί­α καὶ Πλα­νό­διον.

 

Εἰκονα: Emile-Jean Valloton, La Paresse (Ἡ τεμπελιά), 1896. Ξυλογραφία.

 

Βσιέβολοντ Γκάρσιν: [Ἦταν χαριτωμένη…]

 

 

Βσι­έ­βο­λοντ Γκάρ­σιν (Всеволод Гаршин)

 

[Ἦ­ταν χα­ρι­τω­μέ­νη…]

( [Она была милая девушка…] )

 

ΤΑΝ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ, κα­λὴ καὶ ὀ­μορ­φού­λα. Γιὰ τὸ χα­τί­ρι της ἄ­ξι­ζε νὰ πα­ρα­μεί­νει κα­νεὶς στὴ ζω­ή.

         Ὅ­μως αὐ­τὸς ἦ­ταν πει­σμα­τά­ρης. Στὸ στῆ­θος του εἶ­χε μιὰ βα­ρειὰ πέ­τρα, ποὺ πί­ε­ζε τὴ φτω­χή του τὴν καρ­διὰ καὶ ἐ­ξα­νάγ­κα­ζε τὸν σπου­δαῖ­ο αὐ­τὸν ἄν­θρω­πο νὰ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὸν πό­νο. Σκε­φτό­ταν ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἀ­γα­πή­σει καὶ ν’ ἀ­γα­πη­θεῖ: ἡ πέ­τρα πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του καὶ τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ σκέ­φτε­ται τὸν θά­να­το. Ὁ ἀ­δερ­φὸς του ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος νέ­ος, μὲ τολ­μη­ρά, εἰ­λι­κρι­νῆ μά­τια καὶ ρω­μα­λέ­α χέ­ρια. Ὁ με­γά­λος ἀ­δερ­φὸς ἤ­θε­λε ἀ­πὸ τὴ μί­α νὰ συ­νε­χί­σει νὰ τὸν πα­ρα­τη­ρεῖ, γιὰ νὰ δεῖ πῶς τε­λι­κὰ τὰ μά­τια αὐ­τὰ θὰ ἀν­τί­κρι­ζαν κα­τὰ πρό­σω­πο τὸν θά­να­το· γιὰ νὰ δεῖ πῶς τοῦ­τα τὰ χέ­ρια θὰ κρα­τοῦ­σαν ὅ­πλο πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­μως στὴν οὐ­σί­α δὲν πί­στευ­ε ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ, καὶ ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει.

        Αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μά­να. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ παι­διά της πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια της τὴ ζω­ή, ὅ­μως τὰ προ­ό­ρι­ζε μέ­σα της γιὰ θυ­σί­α καὶ δὲν θὰ τὰ λυ­πό­ταν, ἐ­ὰν πέ­θαι­ναν μ’ ἕ­ναν ἔν­δο­ξο θά­να­το. Προσ­δο­κοῦ­σε τὸν θά­να­τό τους ἢ τὴ νί­κη τους καὶ ἔλ­πι­ζε ὅ­τι οἱ γιοί της θὰ κα­τα­θέ­σουν κά­πο­τε στὰ πό­δια της τὰ δάφ­νι­να στε­φά­νια τους. Ὅ­μως ὁ με­γά­λος της γιὸς  δὲν πί­στευ­ε σὲ τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Ἡ πέ­τρα πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του κι αὐ­τὸς ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει.

        Ὑ­πῆρ­χε ἐ­πί­σης ὁ με­γά­λος καὶ δυ­στυ­χὴς λα­ός, ὁ λα­ὸς μέ­σα στὰ σπλά­χνα τοῦ ὁ­ποί­ου γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε. Οἱ φί­λοι του ἔλ­πι­ζαν νὰ γλι­τώ­σουν τοῦ­τον τὸν λα­ὸ ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ σκλα­βιὰ καὶ νὰ τὸν ὁ­δη­γή­σουν στὸν δρό­μο τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Γιὰ τὸν σκο­πὸ μά­λι­στα αὐ­τὸν κά­λε­σαν σὲ βο­ή­θεια καὶ τὸν φί­λο τους, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος δὲν πί­στευ­ε στὶς ἐλ­πί­δες τους, συλ­λο­γι­ζό­ταν τὰ ἰ­σό­βια βά­σα­να, τὴν αἰ­ώ­νια σκλα­βιά, τὸ αἰ­ώ­νιο σκο­τά­δι, στὰ ὁ­ποῖ­α ὁ λα­ὸς του ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ ζεῖ. Κι αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πέ­τρα του, ποὺ πί­ε­ζε τὴν καρ­διά του, καὶ τε­λι­κὰ ἡ καρ­διὰ δὲν ἄν­τε­ξε – ὁ νέ­ος πέ­θα­νε.

        Οἱ φί­λοι του τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν ἀν­θι­σμέ­νη στέ­πα τῆς γε­νέ­τει­ράς του. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λου­ζε μὲ τὴν ἁ­πα­λή του λάμ­ψη τὸν τά­φο του, κα­θὼς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ στέ­πα. Πά­νω ἀ­πὸ τὸν τά­φο τὰ ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα τῆς στέ­πας λί­κνι­ζαν τὰ ἀν­θι­σμέ­να τους κε­φα­λά­κια, ἐ­νῶ ὁ κο­ρυ­δαλ­λὸς τρα­γου­δοῦ­σε τὸ τρα­γού­δι τῆς ἀ­νά­στα­σης, τῆς μα­κα­ρι­ό­τη­τας καὶ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας… Κι ἂν ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὁ κα­κό­μοι­ρος τοῦ­τος ἄν­θρω­πος μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­κού­σει τὸ τρα­γού­δι τοῦ κο­ρυ­δαλ­λοῦ, τό­τε εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι θὰ τὸ πί­στευ­ε. Ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ἀ­κού­σει, δι­ό­τι ἀ­π’ αὐ­τὸν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ὁ σκε­λε­τός, μ’ ἕ­να αἰ­ώ­νιο καὶ τρο­μα­κτι­κὸ μει­δί­α­μα ἀ­φη­μέ­νο στὸ κρα­νί­ο.

    (1875)

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἱ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Βσι­έ­βο­λοντ Μι­χά­η­λο­βιτς Γκάρ­σιν (­В­с­е­в­о­л­од М­и­х­а­й­л­о­в­ич Г­а­р­ш­ин) (Αἰ­κα­τε­ρι­νοσ­λάβκ, 1855-Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 1888). Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς σύν­το­μης ζω­ῆς του ἔ­γρα­ψε πε­ρί­που δε­κα­πέν­τε δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, πα­ρα­μύ­θια, με­ρι­κὰ ποι­ή­μα­τα καὶ ὁ­ρι­σμέ­νες σύν­το­μες με­λέ­τες γιὰ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Με­τέ­φρα­σε ἐ­πί­σης τὴ νου­βέ­λα τοῦ Προ­σπὲρ Με­ρι­μὲ Κο­λόμ­πα. Αὐ­το­κτό­νη­σε τὸν Μάρ­τιο τοῦ 1888, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ τὸ κε­φα­λό­σκα­λο τοῦ σπι­τιοῦ του.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Εἰκόνα: Βσι­έ­βο­λοντ Μι­χά­η­λο­βιτς Γκάρ­σιν, 1884. Πίνακας τοῦ Ἰλία Ρέπιν.