Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Εἴ­σο­δος / Ἔ­ξο­δος


Ι ΘΥΡΕΣ ἀ­νοι­γό­κλει­ναν κά­θε ἕ­να μὲ δύ­ο λε­πτὰ πε­ρί­που, κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ συ­χνό­τε­ρα, καὶ δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ πρὶν γνω­στὸ γιὰ πό­ση ὥ­ρα θὰ πα­ρα­μεί­νουν ἀ­νοι­χτές. Ὕ­στε­ρα ἀ­κου­γό­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς θό­ρυ­βος, καὶ μέ­σα σὲ λί­γα μό­νο δευ­τε­ρό­λε­πτα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις ἂν θὲς νὰ μεί­νεις μέ­σα ἢ ἂν θὰ βγεῖς. Τὰ βα­γό­νια στοὺς συρ­μοὺς ἦ­ταν πρό­χει­ρα ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους, ἐ­νῶ εἶ­χε δι­αρ­ρεύ­σει πὼς εἶ­χαν και­ρὸ νὰ γί­νουν οἱ ἀ­παι­τού­με­νες ἐρ­γα­σί­ες συν­τή­ρη­σης – κι αὐ­τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτα ἐ­πη­ρέ­α­ζε τοὺς ἐ­πι­βαί­νον­τες τὸ ὄ­χη­μα, μό­λις ἔ­φτα­νε ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­πό­φα­σης. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ θέ­λει ἡ πόρ­τα ὡ­σό­του κλεί­σει, πιὸ τολ­μη­ρὰ φα­νή­κα­νε κά­τι μι­κρὰ παι­διά· βγαί­να­νε τρέ­χον­τας κι ἔμ­παι­ναν γε­λών­τας πά­λι, κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἔ­μα­θε τί ἀ­πέ­γι­ναν ὅ­σα μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα βρε­θή­κα­νε μὲ τὸ ἕ­να πό­δι μέ­σα καὶ τὸ ἄλ­λο ἔ­ξω. Στὴν πο­ρεί­α τῆς δι­α­δρο­μῆς δι­α­πι­στώ­σα­με πὼς ἀρ­χί­σα­με ξαφ­νι­κὰ νὰ λι­γο­στεύ­ου­με, μὲ τὶς ἀ­πώ­λει­ες νὰ μὴν ἔ­χουν ἴ­χνος λο­γι­κῆς. Κά­που ἐ­κεῖ μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε νὰ λέ­ει πὼς ἴ­σως δὲν ἔ­χει τό­ση ση­μα­σί­α τε­λι­κὰ σὲ ποιό σταθ­μὸ θὰ ἀ­πο­βι­βα­στεῖ κα­νεὶς οὔ­τε κὰν ἂν θὰ ἀ­πο­φα­σί­σει πο­τὲ νὰ ἐ­πι­βι­βα­στεῖ. Κά­ποι­ος ἄλ­λος συμ­πλή­ρω­σε πὼς ἔ­χει πι­θα­νὸν νό­η­μα σὲ ποιές στιγ­μὲς θὰ βρί­σκε­σαι μέ­σα καὶ σὲ ποιές ἔ­ξω. Σὲ μιὰ γω­νιὰ μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη μο­νο­λο­γοῦ­σε πὼς —ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο κι ἔ­πει­τα του­λά­χι­στον— κα­λὸ θὰ εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­βά­της νὰ φτά­νει ὅ­σο μα­κρύ­τε­ρα μπο­ρεῖ δί­χως νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πόρ­τες ποὺ θὰ ἀ­νοί­γουν μοι­ραῖ­α καὶ θὰ κλεί­νουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Διαφημίσεις

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κίτρινη σκόνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κί­τρι­νη σκό­νη


ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ μέ­σα πίσ­σα σκο­τά­δι. Ἡ Μ. δὲν εἶ­ναι δί­πλα του. Πε­ρί­ερ­γο. Τὴ φω­νά­ζει. Κα­μιὰ ἀ­πάν­τη­ση. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ περ­πα­τά­ει στὰ τυ­φλά, πα­τά­ει τὸν δι­α­κό­πτη, τὸ φῶς δὲν ἀ­νά­βει, γυρ­νά­ει πί­σω, πιά­νει ψη­λα­φί­ζον­τας τὸν ἀ­να­πτή­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἁρ­πά­ζει μα­ζὶ κι ἕ­να κε­ρὶ ποὺ ἔ­χει στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι γιὰ ὥ­ρα ἀ­νάγ­κης. Ἀ­νά­βει τὸ φυ­τί­λι καὶ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς οἱ τοῖ­χοι στὸ δω­μά­τιο ἔ­χουν ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα, ἀ­πὸ λα­δὶ ποὺ ἦ­ταν ἔ­χουν γί­νει ἕ­να βα­θὺ κόκ­κι­νο. Πιά­νει τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, τὸ γυρ­νᾶ, μπρο­στά του βλέ­πει τὸν δι­ά­δρο­μό του σπι­τιοῦ καὶ τὸ μι­κρὸ χὼλ ποὺ βγά­ζει στὴ βε­ράν­τα. Ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ τί­πο­τα, τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἀν­τὶ γιὰ πόρ­τες βρί­σκει παν­τοῦ τοί­χους. Οἱ τοῖ­χοι τοῦ δι­α­δρό­μου ἔ­χουν βα­φτεῖ κι αὐ­τοὶ τὸ χρῶ­μα τῆς πορ­φύ­ρας. Βα­στών­τας γε­ρὰ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ κε­ρὶ παίρ­νει τὴν εὐ­θεί­α βῆ­μα-βῆ­μα. Στὴ μέ­ση πε­ρί­που τῆς δι­α­δρο­μῆς ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Μ.· στὸ χλω­μό της πρό­σω­πο εἶ­ναι ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἕ­να χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο, ἀ­νοι­γο­κλεί­νει τὸ στό­μα της, κά­τι τοῦ λέ­ει, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­ει. Τὴν πα­ρα­κα­λεῖ νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει, μή­πως καὶ κα­τα­φέ­ρει καὶ δι­α­βά­σει τὰ χεί­λη της. Ἐ­κεί­νη τὸν ἀγ­γί­ζει ἐ­λα­φριὰ στὴν πλά­τη δυ­ὸ φο­ρές, κι ὕ­στε­ρα ἡ μορ­φὴ της ξε­θω­ριά­ζει λί­γο λί­γο μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται τε­λεί­ως. Χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη καὶ δο­κι­μά­ζει γρυλ­λί­ζον­τας νὰ ἀρ­θρώ­σει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Χ., ὁ ἴ­διος —σκέ­φτε­ται— σὰν νὰ ἔ­χει ἀ­πω­λέ­σει τὴν ἀ­κο­ή του, ἴ­σως οἱ ἄλ­λοι ὅ­μως τὸν ἀ­κοῦ­νε. Τί­πο­τα. Φτά­νει στὴ μπαλ­κο­νό­πορ­τα, κον­το­στέ­κε­ται γιὰ λί­γη ὥ­ρα προ­τοῦ τε­λι­κὰ τὴν ἀ­νοί­ξει καὶ στρέ­ψει ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ τὸ βλέμ­μα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Στὴ θέ­ση τῆς βε­ράν­τας εἶ­ναι ἕ­να κομ­μά­τι ξύ­λο ποὺ ἴ­σα τὸν χω­ρά­ει νὰ ἀ­νέ­βει. Μὲ τὸ ποὺ πα­τᾶ πά­νω του, τὸ κομ­μά­τι τὸ ξύ­λο ἀρ­χί­ζει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται ἐνῶ τὴν ἴ­δια ὥ­ρα νι­ώ­θει ἔν­το­νο μού­δια­σμα στὰ πό­δια καὶ κά­τι πρω­τό­γνω­ρο νὰ τὸν δι­α­περ­νᾶ. Τὰ κα­τα­φέρ­νει μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σει καὶ κοι­τᾶ πρὸς τὰ κά­τω. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, τί­πο­τα του­λά­χι­στον ὅ­πως τὸ ξέ­ρει καὶ τὸ θυ­μό­ταν. Τὰ πάν­τα μοιά­ζουν νὰ εἶ­ναι κα­λυμ­μέ­να ἀ­πὸ μιὰ πη­χτὴ κί­τρι­νη σκό­νη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola): Οἱ πίθηκοι



Χου­ὰν Χο­σὲ Ἀ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola)


Οἱ πί­θη­κοι

(Los monos)


ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΚΕΛΕΡ ἔ­χα­σε πέν­τε χρό­νια στὸ Τε­του­ὰν νὰ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­ναν χιμ­πα­τζῆ νὰ σκέ­φτε­ται. Σὰν κα­λὸς Γερ­μα­νός, σχε­δί­α­σε γιὰ ἐ­κεῖ­νον μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη σει­ρὰ ἀ­πὸ νο­η­τι­κὰ τε­χνά­σμα­τα. Τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ βρεῖ τὴν ἔ­ξο­δο μέ­σα σὲ πε­ρί­πλο­κους λα­βυ­ρίν­θους· τὸν ἔ­κα­νε νὰ φτά­σει σὲ δυ­σπρό­σι­τες λι­χου­δι­ὲς χρη­σι­μο­ποι­ών­τας σκά­λες, πόρ­τες, κρε­μά­στρες καὶ μπα­στού­νια. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέ­τοι­ου εἴ­δους προ­πό­νη­ση, ὁ Μό­μο ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τὸ εὐ­φυ­έ­στε­ρο πι­θη­κο­ει­δὲς τοῦ κό­σμου· πι­στὸς ὅ­μως στὸ εἶ­δος του ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κε ὅ­λες τὶς στιγ­μὲς ἀ­δρά­νειας τοῦ ψυ­χο­λό­γου καὶ ἀ­πό­κτη­σε τὶς δε­ξι­ό­τη­τές του δί­χως νὰ δι­α­σχί­σει τὸ κα­τώ­φλι τῆς συ­νεί­δη­σης. Τοῦ προ­σφέρ­θη­κε ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, ὅ­μως προ­τί­μη­σε νὰ μεί­νει στὸ κλου­βί του.

       Κά­πως ἔ­τσι, πολ­λὲς χι­λι­ε­τί­ες πί­σω (πό­σες;), οἱ πί­θη­κοι ἀ­πο­φά­σι­σαν γιὰ τὸ πε­πρω­μέ­νο τους ἀν­τι­στε­κό­με­νοι στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ γί­νουν ἄν­θρω­ποι. Δὲν λύ­γι­σαν στὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση τοῦ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμοῦ καὶ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κό­μη στὸν πα­ρά­δει­σο: γκρο­τέ­σκοι, ἄ­σε­μνοι κι ἐ­λεύ­θε­ροι μὲ τὸν δι­κό τους τρό­πο. Τοὺς βλέ­που­με τώ­ρα στὸν ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο σὰν ἕ­ναν κά­ποι­ον κα­θρέ­φτη τῆς θλί­ψης: μᾶς κοι­τοῦν μὲ σαρ­κα­σμὸ καὶ οἶ­κτο, δι­ό­τι ἐ­πι­μέ­νου­με νὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με τὴ ζω­ώ­δη συμ­πε­ρι­φο­ρά τους.

       Δε­μέ­νοι σὲ κά­ποι­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­ξάρ­τη­ση, χο­ρεύ­ου­με στὸν ἦ­χο ποὺ μᾶς παί­ζε­ται, ὅ­πως ὁ πί­θη­κος τῆς λα­τέρ­νας. Ψά­χνου­με καὶ δὲν βρί­σκου­με τὶς ἐ­ξό­δους μέ­σα στὸ λα­βύ­ριν­θο ποὺ πέ­φτου­με, κι ὁ λό­γος ἀ­στο­χεῖ, αἰχ­μά­λω­τος ἄ­φτα­στων με­τα­φυ­σι­κῶν καρ­πῶν.

       Ἡ δι­ε­ξο­δι­κὴ συ­νε­δρί­α τοῦ Μό­μο μὲ τὸν Βόλ­φγκανγκ Κέ­λερ ἐ­ξά­λει­ψε μιὰ γιὰ πάν­τα κά­θε ἐλ­πί­δα, κι εἶ­χε γιὰ τέ­λος ἕ­να ἀ­κό­μη με­λαγ­χο­λι­κὸ κα­τευ­ό­διο ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ ἀ­στο­χί­α.

       (Ὁ Χό­μο Σά­πι­ενς ἔ­φτα­σε στὸ γερ­μα­νι­κὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ γρα­φτεῖ ἡ ξα­κου­στὴ με­λέ­τη σχε­τι­κὰ μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α τῶν ἀν­θρω­πο­ει­δῶν, ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε φή­μη κι ἐ­πι­τυ­χί­α, ἐ­νῶ ὁ Μό­μο πα­ρέ­με­νε γιὰ πάν­τα στὸ Τε­του­ὰν, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ ἐ­φ’ ὄ­ρου ζω­ῆς πα­ρο­χὴ καρ­πῶν μὲ ἕ­να ἅ­πλω­μα τοῦ χε­ριοῦ του.)



Πη­γή: Juan José Arreola, Besti­ario. Va­ria inven­cion, Coleccion ita­lica, Turner, 2002 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση (γιὰ τὸ Besti­ario) στὸ Punta de Plata, Με­ξι­κό, Uni­versi­dad Na­cional Au­tono­ma de Me­xico, 1959].

Χου­ὰν Χο­σὲ ­ρε­ό­λα (Juan José Arreola) (1918, Σα­πο­τλάν [ση­με­ρι­νὴ ὀ­νο­μα­σί­α: Σι­ου­δὰδ Γκου­σμάν]– 2001, Γου­α­δα­λα­χά­ρα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε μί­α μό­νο νου­βέ­λα καὶ ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κό­τε­ρων συγ­γρα­φέ­ων τῆς με­ξι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φανταστικὴ συνάντηση



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φαν­τα­στι­κὴ συ­νάν­τη­ση


Ι ΣΥΝΕΒΗ κι ἔ­χουν ὅ­λοι οἱ ἄν­τρες στὸ δρό­μο κο­λο­κύ­θες ἀν­τὶ γιὰ κε­φά­λια καὶ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ γριὰ ποὺ στέ­κε­ται τέ­τοι­α ὥ­ρα ἀ­κί­νη­τη στὴν αὐ­λὴ τοῦ σπι­τιοῦ της βα­στών­τας στὰ χέ­ρια της ἕ­να ρο­λό­ι δί­χως δεῖ­κτες; Αὐ­τὰ εἶ­ναι δύ­ο μό­νο ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ φά­νη­κε νὰ ἀ­πα­σχο­λοῦν τοὺς ἀ­ξι­ό­τι­μους κυ­ρί­ους Ρ. Β. καὶ Δ. Χ. ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τοῦ Σε­πτέμ­βρη, κα­θὼς κου­βέν­τια­ζαν περ­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὰ πε­ρί­χω­ρα πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης γιὰ νὰ πᾶ­νε νὰ πι­ά­σου­νε δου­λειά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

 

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh): Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί



Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh)


Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί

(Antoine de Saint-Exupery)


ΗΡΑΜΕ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κρε­μά­σου­με τὸν Ἄλ­φρεντ. Ἡ Βὶβ πῆ­γε νὰ φέ­ρει σκοι­νί. Ὁ Τὸμ πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρέ­κλα. Ἐ­γὼ κά­θι­σα καὶ πε­ρί­με­να καὶ κου­βέν­τια­ζα μὲ τὸν Ἄλ­φρεντ. Κου­βεν­τι­ά­σα­με γιὰ δι­α­στη­μό­πλοι­α καὶ δι­α­στη­μαν­θρώ­πους. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος νὰ μά­θει ἐ­ὰν οἱ δι­α­στη­μάν­θρω­ποι ρω­τᾶ­νε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Ἄλ­φρεντ πάν­το­τε ρω­τοῦ­σε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Τὸμ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Ἦ­ταν μιὰ πα­λιὰ βι­κτω­ρια­νὴ κα­ρέ­κλα. Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ ἀ­νῆ­κε στὸν προ­πάπ­που τοῦ Τόμ. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἔ­κα­νε δο­κι­μὲς μὲ τὴν κα­ρέ­κλα. Χο­ρο­πη­δοῦ­σε πά­νω κά­τω στὴν κα­ρέ­κλα. Ἡ κα­ρέ­κλα ἦ­ταν γε­ρή. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ ἕ­να κομ­μά­τι μάλ­λι­νο νῆ­μα, δὲν μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ κα­θό­λου σκοι­νί. Ὁ Ἄλ­φρεντ δο­κί­μα­σε τὸ νῆ­μα. Αὐ­τὸ κό­πη­κε. Ὁ Τὸμ ξε­στό­μι­σε στὴ Βὶβ μιὰ βρι­σιά. Ἡ Βὶβ ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι θὰ βά­λει τὰ κλά­μα­τα. Προ­τοῦ ἐ­κεί­νη κα­τορ­θώ­σει νὰ γε­μί­σει τὸ δω­μά­τιο μὲ λυγ­μούς, ὁ Ἄλ­φρεντ εἶ­πε ὅ­τι ξέ­ρει ποῦ ἔ­χει σκοι­νί. Ἡ Βὶβ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πῆ­ρε τὸν Ἄλ­φρεντ ἀγ­κα­λιά. Ἡ Βὶβ ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νη. Ὁ Ἄλ­φρεντ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. «Χρει­α­ζό­μα­στε μιὰ Βί­βλο», εἶ­πε ἡ Βίβ. Οἱ γο­νεῖς τοῦ Ἔ­λιοτ καὶ τῆς Βὶβ ἦ­ταν ἄ­θε­οι κι ὡς ἐκ τού­του δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­θώ­ριο γιὰ κα­μιὰ Βί­βλο στὸ σπί­τι. «Κά­τι ἔ­χω στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου», εἶ­πε ἡ Βίβ. Τῆς εἴ­πα­με νὰ πά­ει. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Χα­ρή­κα­με πο­λὺ μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Εἶ­πα νὰ δι­ά­βα­ζα κά­τι ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ἄλ­φρεντ θὰ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὸ πό­δι μα­κριὰ τὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἐ­πέ­στρε­ψε. Βα­στοῦ­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ μπό­λι­κο γε­ρὸ σκοι­νί. Ὁ Ἔ­λιοτ –ξέ­ρον­τας κα­λὰ ἀ­πὸ κόμ­πους– ἔ­φτια­ξε μιὰ θη­λιά. Το­πο­θέ­τη­σε τὴ θη­λιὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἄλ­φρεντ. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή. Ὁ Ἄλ­φρεντ ρύθ­μι­σε ἐκ νέ­ου τὴ θη­λιά· ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχο­λα­στι­κός. Ὁ Τὸμ βο­ή­θη­σε τὸν Ἄλ­φρεντ νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ πέ­τα­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ σκοι­νιοῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸν πο­λυ­έ­λαι­ο. Ὁ Τὸμ ἔ­πια­σε τὸ σκοι­νὶ καὶ ἔ­δε­σε τὸ σκοι­νὶ στὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας. Ὁ Ἄλ­φρεντ τρά­βη­ξε τὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὸ σκοι­νί, ἦ­ταν γε­ρό, θὰ κρά­τα­γε. Ἡ Βὶβ ἄγ­γι­ξε τὸν Ἄλ­φρεντ στὸ γό­να­το, στορ­γι­κά. Ἐ­κεῖ­νος χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε. Ξε­κί­νη­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα.



Πη­γή: http://flashfiction.net/2016/04/05/flash-reprint-paul-kavanaghs-antoine-de-saint-exupery/  (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Nano Fiction Volume 6 Number 2.)

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh) (Ἀγ­γλί­α, 1971). Ζεῖ στὸ Σάρ­λοτ τῆς Βό­ρειας Κα­­ρο­λί­νας τῶν ΗΠΑ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ σὲ πλῆ­θος πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει καὶ τὶς νου­βέ­λες The killing of a Bank Manager (2011) καὶ Iceberg (2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γιῶργος Ἀποσκίτης: Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0



Γιῶργος Ἀποσκίτης


Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0


ΤΟ ΤΕΡΜΑ τοῦ ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νου λι­μα­νιοῦ, προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ Εὐ­τέρ­πη σερ­βί­ρει τὰ τε­λευ­ταῖ­α γι’ ἀ­πό­ψε γλυ­κὰ καὶ χα­ρί­ζει ἁ­πλό­χε­ρα χα­μό­γε­λα. Ὁ Πέ­τρος τῆς ρί­χνει λο­ξὲς μα­τι­ὲς καὶ σκέ­φτε­ται τί ἱ­στο­ρί­α νὰ τῆς πεῖ γιὰ νὰ τὴν πεί­σει νὰ ξα­να­βρε­θοῦν στὴν Ἀ­θή­να τὸ Φθι­νό­πω­ρο. Στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­χνο­φαί­νε­ται ὁ «Δι­α­γό­ρας», τὸ κα­ρά­βι ποὺ μοιά­ζουν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π’ τοὺς λι­γο­στοὺς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τες θα­μῶ­νες τῶν με­τρη­μέ­νων στὰ δά­χτυ­λα μα­γα­ζι­ῶν. «Ἐ­δῶ πού ’­χε­τε ἔρ­θει εἶ­ναι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου», ἀ­να­φω­νεῖ μει­δι­ών­τας ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ψα­ρὰς πά­νω ἀ­π’ τὴ βάρ­κα του τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ ξα­νοι­χτεῖ γιὰ νὰ ρί­ξει πα­ρα­γά­δι. Κι ἐ­νῶ ἡ κόρ­να τοῦ πλοί­ου ἠ­χεῖ, «γκό­ο­ολ!» φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἕ­νας ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νος πι­τσι­ρι­κὰς βα­στών­τας μιὰ ἀ­ε­ρόμ­πα­λα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τρέ­χον­τας πρὸς τοὺς ἐμ­φα­νῶς γλα­ρω­μέ­νους γο­νεῖς του ποὺ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νοι —μὲ τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἕ­τοι­μα, μα­ζε­μέ­να— στὸ ἀ­κρια­νὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­φε­νεί­ου τῆς Εὐ­τέρ­πης, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τὰ στὴν προ­βλή­τα. «Τὸ παι­δὶ αὐ­τὸ ποὺ παί­ζα­με μπά­λα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Ὀλ­λαν­δί­α καὶ παί­ζει στὶς ἀ­κα­δη­μί­ες τοῦ Ἅ­γι­αξ.» «Ἔ­λα, Πά­νο, με­γά­λω­σες πιά, ἄ­σε τὶς βλα­κεῖ­ες, πᾶ­με… φύ­γα­με, τὸ πλοῖ­ο δὲν θὰ μᾶς πε­ρι­μέ­νει!»



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos): Ρεκλάμα



Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos)


Ρεκλάμα

(Réclame)


ΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ποὺ κα­τέ­βαι­νε νὰ πά­ρει τὸ με­τρὸ κρα­τοῦ­σε ὑ­πὸ μά­λης ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο δέ­μα ἀ­π’ ὅ­που ἐ­ξεῖ­χε ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Κα­θὼς ὅ­λος ὁ κό­σμος τὸν κοι­τοῦ­σε, ὁ κύ­ριος —λύ­νον­τας τὰ κορ­δό­νια τοῦ πα­που­τσιοῦ του— εἶ­πε: «Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε τὸ με­λά­νι Γου­ό­τερ­μαν!» Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε χω­λαί­νον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκά­λας.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε κά­τω, κά­θι­σε ὀ­κλα­δὸν σ’ ἕ­να παγ­κά­κι. Κι ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­τυ­λί­γει τὸ δέ­μα του. Δὲν ἔ­βγα­λε ὅ­μως τί­πο­τε μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τό, οὔ­τε κὰν ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα.

       Μό­λις τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας μὲ τὸ δέ­μα του πα­ρα­μά­σχα­λα. Μὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ κα­νέ­να πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Μο­να­χὰ ἕ­να λει­ρὶ κό­τας κρε­μό­ταν. Τὸ τρέ­νο σφύ­ρι­ξε.

       Μιὰ τρα­χιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μα­κριά: «Εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὴ μάρ­κα.»

       Πο­λὺ κον­τὰ σὲ μέ­να, ἕ­νας κύ­ριος ἔ­γι­νε πρά­σι­νος.



Πηγή: Gisèle Prassinos, Trouver sans chercher (1934 – 1944), εἰσαγ. Michel Dé­cau­din, σειρά: «L’age d’Or» (ἐπιμ. Henri Parisot), Παρίσι, Flammarion, 1976.

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos) (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920 – Πα­ρί­σι, 2015). Γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρά της δη­μο­σί­ευ­σε τὰ πρῶ­τα της κεί­με­να στὸ γνω­στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Minotaure τῶν Γάλ­λων ὑ­περ­ρε­α­λι­στῶν, ἐ­νῶ μέ­χρι τὰ δε­κα­εν­νιά της πρό­λα­βε νὰ ἐκ­δώ­σει δέ­κα βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις G.L.M. Τὰ κεί­με­νά της ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἐκ­φρά­στη­καν μὲ τὸν πλέ­ον ἐγ­κω­μι­α­στι­κὸ τρό­πο οἱ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ροι Γάλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, ἀ­κο­λου­θή­θη­καν ἀ­πὸ εἰ­κο­σα­ε­τῆ σι­ω­πή. Τὸ 1958 δη­μο­σί­ευ­σε τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα Μὰ ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νέ­α ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν καὶ τὸ με­τέ­πει­τα ἔρ­γο της.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: «Le petit garçon». Ἔργο τῆς Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (περίπου 1975).