Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης: Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας



Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ὁ Κω­τσι­α­ρί­τσας


ΠΟ ΤΟΝ ΚΑΜΠΟ στὰ κα­τα­ρά­χια. Πο­τὲ σπί­τι. Εἶ­χε βα­ρέ­σει ντα­ου­ζά­κος* τὴν κυ­ρά του. Τὸ σπί­τι δὲν τὸν χώ­ρα­γε. Ξε­λη­μέρ­να­γε* στοῦ Μπά­ρα τὸ ρέ­μα. Κά­τω ἀ­πὸ μιὰ με­γά­λη πλα­τά­να, στὰ στερ­νά του. Εἶ­χε κα­μιὰ κο­σα­ριὰ προ­βα­τά­κια. Ἀ­πο­κα­μέ­νος. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ βου­νό. Πού­λη­σε γί­δια, πάν­τρε­ψε τὰ κο­ρί­τσια του. Κρά­τη­σε καὶ καμ­πό­σο μπα­γι­ό­κο* γιὰ τὰ στερ­νά. Δὲ ‘ρ­χό­τα­νε ὁ βλο­γη­μένος νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸν κά­τω κό­σμο. Ξα­νά­κα­με τὸ μπα­γι­ό­κο – προ­βα­τά­κια. «Δὲν πο­θαί­νω», λέ­ει, «θὰ πά’ ν’ ἀ­γο­ρά­σω πρό­βα­τα». Καὶ ξα­να­ρί­χτη­κε τσο­πα­νά­κος, στὰ χα­μη­λά.

       Στὸν Ἅ­ι-Λιά, βου­να­λά­κι, κα­μιὰ σα­ραν­τα­ριὰ στρέμ­μα­τα, τά ‘­κα­με χω­ρά­φι. Τὰ ξε­κου­τσού­ρω­σε. Ἔ­χτι­σε μάν­τρα γύ­ρω. Ἔ­φτια­σε πε­ζοῦ­λες. Ἔ­σπει­ρε σι­τά­ρι. Κι ἐ­πει­δὴ δὲν ἔ­πι­α­νε τ’ ἀ­λέ­τρι κεῖ πά­νω στὶς ρά­χες, τό ‘­σκα­βε μὲ τὸ ξι­νά­ρι. Φυ­τούρ­γη­σε κα­ρυ­δι­ές. Ἔ­χτι­σε καὶ δυ­ὸ χα­μο­κα­λύ­βες. Μιὰ γιὰ λό­γου του, μιὰ μαν­τρὶ γιὰ τὸ κο­πά­δι. Τὴν ἄ­ρα­ζε κεῖ πά­νω χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, μὲ τὸ ντου­φέ­κι συν­τρο­φιά. Δὲν τὸν χώ­ρα­γε τὸ σπί­τι. Καὶ ἡ ζουρ­λὴ γυ­ναί­κα δὲν πα­λεύ­ε­ται. Κρα­σά­κι. Τὸ στούμ­πα­γε* ὅ­που τό ‘­βρι­σκε. Ξε­θυ­λά­κω­νε κα­νέ­να πε­νην­τα­ρά­κι ἀ­πὸ τὸν ντορ­βά, τό ‘­δι­νε στὸ μα­γα­ζά­το­ρα. Κο­πά­να­γε ἑ­νά­μι­σι πο­τή­ρι. Ἕ­να τὸ πε­νην­τα­ρά­κι καὶ μι­σὸ ἡ δο­κι­μή. Ἀ­παν­τι­ό­ταν μὲ τὴ Βα­σί­λω καὶ τὸ Βλα­σά­κι στὴ Λε­σιά. Φά­τσα-φά­τσα οἱ ξώ­πορ­τες στὰ σπί­τια τους. Ἔ­τρε­χε τὸ Βλα­σά­κι στὸ κα­τώ­ι, ἄ­νοι­γε τὴν κά­νου­λα ἀ­π’ τὸ βα­γέ­νι*, γι­ό­μι­ζε τὸ πο­τή­ρι. Τὸ ‘­φερ­νε στὸν Κω­τσι­α­ρί­τσα. Τό ‘­πι­νε μο­νο­ρού­φι ὁ γε­ρο-Κώ­τσιος. «Κα­λὴ αὐ­ρια­νή», ἔ­λε­γε καὶ χα­νό­τα­νε. Λα­γός. Καὶ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια, ζε­μα­τι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴ δου­λειά. Τοῦ δε­ξιοῦ ἡ πα­λά­μη εἶ­χε γυ­ρί­σει ἀ­να­κού­κουρ­δα*. Τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ ὁ δεί­χτης πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­χε ἕ­να παι­δί. Τὸ Φί­λιπ­πα. Φυ­μα­τι­κό. Γιὰ νὰ μὴν κολ­λή­σουν τ’ ἄλ­λα τὸν εἶ­χαν καὶ κοι­μό­ταν μο­νά­χος. Στὴν πε­ρι­στε­ρι­ώ­να. Ἐ­κεῖ ψη­λά του πά­γαι­ναν τὸ φα­ΐ. Ἐ­κεῖ κι ἐ­πέ­θα­νε.

       Ἔ­τσι κι οἱ Με­μαῖ­οι, ἀ­να­κά­λυ­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν νὰ δοῦν τὸ γε­ρο-Κώ­τσιο κάμ­πο­σες μέ­ρες. Ἀ­νε­βή­κα­νε ψη­λά. Στὰ μαν­τριά του. Σὲ μιὰ πε­ζού­λα εἶ­χε γεί­ρει. Βαλ­μέ­νο τὸ χέ­ρι του προ­σκέ­φα­λο, τή­ρα­ε τὸν κάμ­πο. Κα­τα­γά­λα­να μά­τια, ψυ­χρὰ σὰν κρού­σταλ­λο.

       Ἦ­ταν πε­θα­μέ­νος. Ἀ­πο­δί­πλα ἡ σκυ­λί­τσα του ἔ­κλαι­ε.


ντα­ου­ζά­κος = σοβαρὴ ψυχικὴ ἀσθένεια [ἴ­σως ἀπὸ τὸ «ντα­ου­ζάς» = ἀρ­ρώ­στια ζώ­ων, τέ­τα­νος, τυ­μπα­νί­της].

ξε­λη­μερ­νάω = περνάω τὴ μέρα μου [ὁλημερίζω>λημεριάζω].

μπα­γι­ό­κο = χρήμα· αποταμίευση, κομπόδεμα.

στουμ­πάω = κοπανάω· πίνω.

βα­γέ­νι = βαρέλι.

ἀ­να­κού­κουρ­δα = ὀκλαδόν.



Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.


		
Advertisements

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ἡ ἀγελάδα καὶ τὸ φίδι

Christofilakis,Giorgos-IAgeladaKaiToFidi-Eikona-02


Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης


Ἡ ἀ­γε­λά­δα καὶ τὸ φί­δι


05-Omikron ΚΟΥΝΑΒΗΣ ἔ­δε­σε τὴ γε­λά­δα του στὴν γκορ­τσιά. Νὰ φτά­νει μέ­χρι τὸ πε­ζου­λά­κι τοῦ γεί­το­να τὸ σκοι­νί. Τρά­βη­ξε γιὰ τὸν μπα­ξέ. Ἦ­ταν σώ­γα­μπρος καὶ γέ­ρος. Ἡ γυ­ναί­κα του πε­θα­μέ­νη. Μό­νη του πε­ρι­ου­σί­α ἡ γε­λα­δί­τσα καὶ τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ἐρ­γά­ζε­ται σὲ τοῦ­το τὸ Ρα­μέ­ι­κο χτῆ­μα – ἕ­ξι στρέμ­μα­τα. Με­τὰ τὸ θά­να­τό του οἱ Ρα­μέ­οι θὰ τὸ ἔ­δι­ναν ἀλ­λοῦ. Εἶ­χε μοι­ρά­σει τὸ χτῆ­μα στὰ τρί­α. Τό ‘­να τό ‘­σπερ­νε σι­τά­ρι. Τ’ ἄλ­λο τό ‘­χε φυ­τέ­ψει καρ­πο­φό­ρα δέν­τρα. Τὸ τρί­το, μὲ τὸ πη­γά­δι, ὁ μπα­ξές του.

       Κρέ­μα­σε στὸ φουρ­τζιά­το, δί­πλα στὸ πη­γά­δι, τὸ σα­κού­λι —ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μὶ καὶ λί­γο τυ­ρὶ εἶ­χε μέ­σα— πῆ­ρε τὸ ξι­νά­ρι καὶ μὲ τὴ λά­τζα πό­τι­ζε σει­ρὰ σει­ρὰ τὸν μπα­ξέ του. Πρώ­ι­μα ὅ­λα. Ἀ­πὸ δε­ξιά, δυ­ὸ βρα­γι­ὲς ἀγ­γου­ρά­κια εἶ­χαν σκά­σει φύ­τρο, δί­πλα με­λι­τζά­νες, μπά­μι­ες, φα­σο­λά­κια μα­κρυ­νά­ρι­κα. Πιὸ πί­σω πα­τά­τες, ντο­μά­τες – φέ­τος ἔ­βα­λε τρεῖς σει­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρες. Καὶ κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ γοῦ­βες μπο­στά­νι. Πό­τι­σμα μό­νο σή­με­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο θά ‘­κο­βε λί­γα ξύ­λα ἀ­πὸ τὸ λόγ­γο, καὶ μὲ τὸ δεί­λι θὰ γύρ­να­γε στὸ κο­νά­κι. Δὲν τὴν μπό­ρα­γε τὴ μο­να­ξιά. Ἄλ­λα καὶ τί νά ‘­κα­νε. Δὲν ἔ­βγαι­νε καὶ σὲ κό­σμο. Ἦ­ταν λι­γό­λο­γος. Τὸν κερ­νά­γα­νε. Δὲν εἶ­χε λε­φτὰ νὰ κε­ρά­σει κι αὐ­τὸς κι ἀ­πό­φευ­γε τὰ βρά­δια νὰ πη­γαί­νει στὸ μα­γα­ζά­κι. Στὸ δρό­μο, ἅ­μα ἀ­πάν­τα­γε ἄν­θρω­πο, ρώ­τα­γε, μά­θαι­νε νέ­α. Κά­θε Σάβ­βα­το ἄ­να­βε καὶ τὸ καν­τη­λά­κι τῆς γυ­ναί­κας του στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Μό­νη συν­τρο­φιὰ ἡ γε­λά­δα καὶ τὸ χτῆ­μα. Πό­τι­ζε, ἔ­κο­βε τ’ αὐ­λά­κια κι ὅ­λο συλ­λο­γι­ό­ταν. Τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε μὲ τὴν κυ­ρά του. Χω­ρὶς παι­διά. Χρό­νια φτω­χὰ ἀλ­λὰ κα­λά. Δού­λευε, σκε­φτό­ταν καὶ φρόν­τι­ζε τὸν μπα­ξέ του. Τὰ φύ­τρα, τὰ δεν­τρά­κια, ἦ­ταν τὰ παι­διά του. Κορ­φο­λό­γα­γε τὶς φα­σου­λι­ὲς ν’ ἁ­πλώ­σουν. Χά­ζευ­ε τὰ λου­λου­δά­κια ἀ­πὸ τὶς με­λι­τζα­νι­ές. Κι ὅ­πως τό ‘­χε συ­νή­θει­ο ἡ γυ­ναί­κα του, φύ­τευ­ε κι αὐ­τὸς λο­γι­ῶν λου­λού­δια στὸν μπα­ξέ, νά ‘­ναι πιὸ ὄ­μορ­φος.

       Ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ πό­τι­σμα. Τρά­βη­ξε κα­τὰ τὶς ντομα­τι­ές. Τὸν εἶ­χαν παι­δέ­ψει φέ­τος. Τὶς ἔ­κο­βε ἡ ψυ­χα­λίθρα. Πῆ­ρε φάρ­μα­κο. Ἔ­ρι­ξε στὶς ρί­ζες τους καὶ τὶς γλί­τω­σε. Τώ­ρα εἶ­χαν γί­νει κο­τζὰμ δεν­τρά­κια, θέ­λαν φουρ­κάδες. Αὔ­ριο θά ‘­κο­βε μου­ρό­κλα­ρες καὶ θὰ τὶς φούρ­κι­ζε. Νὰ ψη­λώ­σουν. Πέ­ρα­σε μέ­σα στὶς ντο­μα­τι­ές. Ἡ πα­τά­τα εἶ­χε πε­τά­ξει ἄ­σπρα λου­λου­δά­κια. «Κα­λὴ χρο­νιὰ φέ­τος», σκέ­φτη­κε. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γες μέ­ρες εἶ­χε που­λή­σει καὶ τὸ μο­σχα­ρά­κι ποὺ τοῦ ‘­δω­κε ἡ γε­λά­δα του. Ὅ­λα κα­λά. Γύ­ρι­σε. Εἶ­δε τὸ ζό. Δὲν ἔ­βο­σκε. «Μπὰς καὶ τυ­λί­χτη­κε.» Τρά­βη­ξε κα­τα­κε­ῖ. Στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­το. Μό­λις εἶ­δε τὸν ἀ­φέν­τη νά ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω του, κού­νη­σε τὴν οὐ­ρά της. Ὁ Κου­να­βὴς βι­ά­στη­κε. «Θὰ μπερ­δεύ­τη­κε στὴν γκορ­τσιά. Καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ σκύ­ψει, νὰ βο­σκή­σει.» Ἡ γε­λά­δα τὸν εἶ­δε. Ἐρ­χό­ταν κα­τα­πά­νω της. Μουγ­γά­νι­σε. «Κά­τι μοῦ ἔ­πα­θε τὸ ζό.» Ἄρ­χι­σε νὰ τῆς μι­λά­ει ἀ­πὸ μα­κριά. «Ἔι! Τὰ κα­τά­φε­ρες;» Πλη­σί­α­σε στὰ δέ­κα μέ­τρα. Ἀ­κί­νη­το τὸ ζό. «Κα­κὸ πού ‘­πα­θα», μουρ­μού­ρι­σε ὁ γέ­ρος. «Ἔρ­χο­μαι. Τώ­ρα. Τυ­λί­χτη­κες πά­λι. Θὰ σὲ ξε­τυ­λί­ξω γώ. Δὲ βρῆ­κες βο­σκή; Σὲ πά­ω ἀλ­λοῦ νὰ χορ­τά­σεις…» Ἔ­φτα­σε μι­λών­τας δί­πλα στὸ ζό. Τὸν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια. «Τί θέ­λει νὰ μοῦ πεῖ…» Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ τὸ χα­ϊ­δέ­ψει. Στὴ μου­σού­δα. Τὸ ζὸ γύ­ρι­σε τὴ μου­σού­δα κα­τα­πί­σω. Κά­τι τοῦ ἔ­δει­χνε… Ὁ γέ­ρος κοί­τα­ξε.

       Ἕ­να φί­δι. Κον­το­σι­τέ­ρης. Εἶ­χε ἀ­νέ­βει τὸ δε­ξὶ πι­σι­νὸ πό­δι, ἔ­φτα­σε τὸ βυ­ζί της καὶ βύ­ζαι­νε τὸ γά­λα της. Ὁ Κου­να­βὴς τή­ρα­ξε μιὰ τὴ γε­λά­δα, μιὰ τὸ φί­δι. Δυ­ὸ βή­μα­τα δί­πλα ἕ­να πα­λού­κι ἀ­πὸ φρά­χτη. «Νὰ τό ‘­παιρ­νε, νὰ τὸ κο­πά­να­γε. Ἄλ­λα ἂν προ­λά­βαι­νε κεῖ­νο κι ἔμ­πη­γε τὰ δόν­τια του στὸ βυ­ζί της; Θὰ δη­λη­τη­ρι­α­ζό­ταν ἀ­μέ­σως.» Για­τί ὁ κον­το­σι­τέ­ρης ἔ­χει δη­λη­τή­ριο δυ­να­τό­τε­ρο κι ἀ­πὸ κρο­τα­λί­α. Ὁ γέ­ρος τή­ρα­ξε τὴ γε­λά­δα στὰ μά­τια. Ἄρ­χι­σε νὰ τῆς μι­λά­ει… Τῆς μί­λα­γε, κεί­νη ἄ­κου­γε, μέ­χρι ποὺ χόρ­τα­σε γά­λα τὸ φί­δι καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ χῶ­μα, πα­ρα­φου­σκω­μέ­νο καὶ βα­ρύ. Τὰ μά­τια τοῦ Κου­να­βῆ καὶ τῆς γε­λά­δας του ἔ­σμι­ξαν. Ζύ­για­σαν τὸ φί­δι. Μιὰ τοῦ δί­νει μὲ τὸ πι­σι­νὸ πό­δι της, τὸ κο­ψο­με­σιά­ζει. Ὁ Κου­να­βὴς ἁρ­πά­ζει τὸ πα­λού­κι, δυ­ὸ στὸ κε­φά­λι καὶ τ’ ἀ­πο­σώ­νει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πε­τρο­πό­λε­μος (διηγήματα, ἐκδ. Ἀ­στέ­ρι, 1981).

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Μεμῆ Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­σία. Τὸ 1960 σπουδάζει θέατρο. Ἀ­πὸ τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Λα­ϊ­κὸ Θέ­α­τρο τοῦ Μά­νου Κα­τρά­κη ἕ­ως τὸ θί­α­σο Μά­σκες (καὶ ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ὁ­μώ­νυ­μη θε­α­τρι­κὴ στέ­γη) καὶ μέ­χρι σή­με­ρα ἀ­νελ­λι­πῶς, γρά­φει θέ­α­τρο καὶ δο­κί­μιο, σκη­νο­θε­τεῖ, παί­ζει. Εἶναι Γενικὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας τῶν Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Ἔργα του: Τὸ τέλος (1970), Ἡ ολονυχτία, Οἱ τσιρκολάνοι (1971) κ.ἄ.

Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ μεγάλος ἐπισκέπτης

 

 

Christofilakis,Giorgos-OMegalosEpiskeptis-Eikona-01a 

. 

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης

 . 

Ὁ με­γά­λος ἐ­πι­σκέ­πτης

 .

01-HttaΤΑΝΕ οἱ δάφ­νες ἀ­πὸ με­ριά, μα­χαί­ρια δί­κο­πα τὰ φύλ­λα καὶ λέ­λου­δα χα­τζά­ρια, τὰ πεῦ­κα τίγ­κα κου­κου­νά­ρια, πευ­κο­βε­λό­νες στρω­μέ­νο γύ­ρα τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­λο­γό­μυ­γες ντου­μά­νι στὶς κοι­λι­ὲς τῶν ζῶν τὰ μούρ­λαι­ναν στὸ βύ­ζαγ­μα. Ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ κι εἴ­κο­σι πέν­τε Μάρ­τη. Ἀλ­λὰ μύ­ρι­ζε Ἀ­πρί­λη ὁ τό­πος…

       Γῆς, οὐ­ρα­νός, που­λιά, καρ­δι­ές, γρα­σί­δι, ἕ­τοι­μα γιὰ φοῦρ­λες στὸν ἀ­γέ­ρα… Οἱ πα­τε­ρά­δες καὶ οἱ μα­νοῦ­λες, κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν γιοὺς καὶ θυ­γα­τέ­ρες, μα­θη­τά­κους κα­θα­ροντυ­μέ­νους, στὴν πα­ρέ­λα­ση. Κον­το­λο­γῆς, ὅ­λη ἡ Ἅ­για Με­γα­λό­πο­λη καὶ μιὰ κα­το­στα­ριὰ λι­α­νο­χώ­ρια ὁ­λό­γυ­ρα, στὸ πό­δι.

      Στὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτά, μό­λο­γος. Μπλὲ πο­δίτσα τὸ θη­λυ­κὸ γέ­νος. Μπλὲ μπε­ρε­δά­κι ὁ­λό­γι­ο­μο, σκαλ­τσου­νά­κι κον­τὸ λευ­κό. Μπλὲ με­λισ­σο­λό­ι οἱ μα­θή­τρι­ες μὲ κόρ­φους γι­ο­μά­τους ἀ­πή­γα­νο, σκάρ­φη κι ἀ­ψηθιά, πα­ρα­κα­τού­λια στὰ βρά­χια… δεν­τρο­λί­βα­νο, δυ­ό­σμος καὶ βρυ­σοῦ­λες, ἀ­πό­τι­στος κάμ­πος, σπη­λι­α­ρά­κια μο­να­χού­λια χω­ρὶς τὸν ντά­κο τοῦ τσο­πά­νη.

      Ἀ­πὸ με­ριὰ οἱ μα­θη­τές, μπλὲ παν­τε­λό­νια, ἄ­σπρα που­κά­μι­σα, μά­τια μὲ σκυ­λί­σιο πα­ρά­πο­νο κι ἀ­γριά­δα γιὰ τὶς θη­λυ­κές, ποὺ ξά­μω­σαν πρω­ὶ πρω­ὶ τὴν πραμ­μά­τια τους κα­τά­λα­κα στοὺς γυ­ρο­λό­γους.

      Ὅ­λοι ἄ­σπρα, μέγ­κλες που­κά­μι­σα. Μό­νο ὁ Ντα­ρί­βας ξη­γι­ό­τα­νε κόκ­κι­νο κα­ρώ. Ἔ­ξω ἀ­πὸ τοῦ Μα­ρα­φῆ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μι­σο­κούρ­δα­γε τὸ τούμ­πα­νο. Ἤ­τα­νε Ἀρ­χη­γός. Κι εἶ­χε ἄλ­λους δε­κα­ε­φτὰ στὴ διά­τα του. Τὸ ὅ­λο, δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να βαρ­βά­τα, σκού­ξι­μο κι ἀν­τά­ρα, ὅ­που τὰ παί­ζα­νε μόρ­τες ἕ­νας κι ἕ­νας.

      Ὁ μα­θη­τὴς κα­θό­τα­νε σὲ μιὰ πέ­τρα. Συλ­λο­ϊ­σμέ­νος. Εἶ­χε ἔρ­θει πρω­ὶ πρω­ὶ ἡ μά­να του μὲ τὸν Μπίρ­κο —τὸ μου­λά­ρι— τρεῖς ὧ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο ἀ­πὸ τοῦ Με­μῆ. Τοῦ ἔ­φε­ρε δί­πλες, ψω­μά­κι, ἀ­βγου­λά­κια…

      — Κα­λῶς τη­νε.

      — Κά­τσε νὰ φᾶς μιὰ μπου­κιά. Νὰ πά­ρεις δύ­να­μη.

      — Για­τί;

      — Για­τί που­κά­μι­σο κι ἄ­σπρο δὲν ἔ­χει. Βρῆ­κα τοῦ­το τὸ κόκ­κι­νο στὸ μπα­οῦ­λο. Ἔ­χει τὰ κα­ρου­δά­κια…

      — Κα­λό ‘­ναι…

      — Τὰ ἔρ­μα τὰ λε­φτά. Δὲν τὰ με­γα­λώ­νουν τὰ δέν­τρα.

      — Μὴ σε­κλε­τί­ζε­σαι μά­να. Τρά­βα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὴν «Πορ­το­κα­λιά», τὸ μα­γέ­ρι­κο καὶ στή­σου νὰ μὲ δεῖς ποὺ θὰ περ­νά­ω.

      — Ἔ­τσι θὰ γί­νει…

      Δι­ά­βη­κε ὁ Ντα­ρί­βας τὸ κα­τώ­φλι καὶ τώ­ρα κά­θε­ται στὴν πέ­τρα, τρί­τη φο­ρά, καὶ κουρ­ντί­ζει τὸ τούμ­πα­νο. Πα­ρα­κα­τού­λια οἱ σαλ­πιγ­κτές, φυ­σᾶ­νε τὶς σάλ­πιγ­γες νὰ τὶς φέ­ρουν στὸ ζύ­γι τους, κι ἀ­πά­νω στὸ μπαλ­κό­νι μό­στρα τὸ κα­θη­γη­το­λό­ι ντυ­μέ­νο στὰ γι­ορ­τι­νά. Μαῦ­ρα, μπλὲ κου­στού­μια καὶ φο­ρέ­μα­τα. Τί Σι­κα­νι­ώ­του, τί Περδί­κης, τί Κα­σκαν­τή­ρης, τί Κυ­ρι­α­κό­που­λος, τί Κου­ρου­νι­ώ­του, τί Καλ­πά­κη, τί Νά­τσης. Ὅ­λο τὸ συμ­πε­θε­ριό. Καὶ στὰ ἀ­πο­χω­ρη­τή­ρια, ζού­λα τσι­γα­ριὰ οἱ ζω­η­ροί…

      Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­να­νε ὅ­λα τοῦ­τα τοῦ Ντα­ρί­βα. Σι­γό­βραζε… Κα­θη­γη­τὲς ὅ­λο κου­στού­μι καὶ ἰ­δέ­α. Καὶ κεί­νη πιὰ ἡ πει­θαρ­χί­α τους, ὁ­πού ‘­ταν ὅ­λο τσί­τω­μα κι ἐ­ξυ­πνά­δα… Σι­γό­βρα­ζε ὁ μα­θη­τής. Ἀλ­λά… τὰ βά­ζει ὁ πλά­τα­νος μὲ τὸ πο­τά­μι;

      — Τὰ βά­νει καὶ τὰ πα­ρα­βά­νει, μι­σό­λε­γε.

      — Τί λὲς Ντα­ρί­βα; Τί βά­νει καὶ πα­ρα­βά­νει; Ἦ­ταν ὁ Μα­ρα­φής. Τὸ συ­νή­θι­ζε… Τσούπ! Φάν­της μπα­στού­νι νὰ σκα­ρί­ζει μπρός σου.

      — Λέ­ω…

      — Για­τί δὲ φο­ρέ­νεις ἄ­σπρο που­κά­μι­σο;

      — Για­τί ὁ ἀρ­χη­γὸς δὲν φο­ρέ­νει.

      — Καὶ φο­ρέ­νει κόκ­κι­νο;

      — Ναί.

      Δὲν εἶ­πε τί­πο­τε. Ἔ­φυ­γε φουρ­κι­σμέ­νος ὁ γυ­μνα­στής. Ἀλ­λὰ τοῦ ἤ­τα­νε καὶ τό­σο ἀ­πα­ραί­τη­τος. Δὲν τό ‘­χε σὲ τί­πο­τα ὁ Ντα­ρί­βας νὰ παί­ξει κόν­τρα καὶ νὰ τοῦ χα­λά­σει τὴν πα­ρέ­λα­ση…

      Ἡ σάλ­πιγ­γα σφύ­ρι­ξε συγ­κέν­τρω­ση. Θη­λυ­κοί, σερ­νι­κοὶ μπῆ­καν σὲ τε­τρά­δες. Μπρο­στὰ τὰ τούμ­πα­να. Πί­σω ἡ Ση­μαί­α. Δί­πλα οἱ ἐ­πί­λε­χτοι… οἱ ἀ­ρι­στοῦ­χοι. Καὶ σού­μα, μο­νο­κού­κι, ὅ­λο τὸ γυ­μνά­σιο, καὶ κα­τὰ μι­κρὰ δι­α­στή­μα­τα οἱ κα­θη­γη­τές, ἀ­κο­λού­θα­γαν τὸ κύ­ριο σῶ­μα.

      Παί­ζα­νε τὰ δε­κα­ο­χτὼ τούμ­πα­να τοῦ Ντα­ρί­βα κι εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὴ ρί­ζα τους τὰ σπί­τια καὶ χό­ρευ­αν στὸν ἀ­γέ­ρα. Εἶ­χαν προγ­κί­ξει τὰ που­λιὰ ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ποῦ νὰ τολ­μή­σουν ν’ ἀ­ρά­ξουν σὲ κλα­ρά­κι… Κι ὁ μα­θη­τὴς κρά­τα­γε τὰ τουμ­πα­νό­ξυ­λα, χά­ι­δευ­ε ἄ­γρια τὸ τουμ­πα­νό­πε­τσο κι ἔ­βγαι­νε βρόν­τος πρω­τό­γο­νος, ποὺ σοῦ χά­ρα­ζε τὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Βρόν­τος κο­φτός. Ἀ­χὸς μὲ ἀ­χὸ γι­νό­ταν ἄ­χτι καὶ ση­κω­νό­ταν στὸν ἀ­γέ­ρα.

      Πρῶ­τος δε­ξιὰ στὴν τριά­δα —τρεῖς τρεῖς τοὺς ἤ­θε­λε γιὰ μπού­γιο— περ­πά­τα­γε καὶ τή­ρα­γε ἴ­σια πέ­ρα. Νὰ μὴ δεῖ μη­τρο­πο­λί­τη, γυ­μνα­σιά­ρχη, ἔμ­πο­ρο, ἐ­πι­στή­μο­να. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­νε στὴν «Πορτοκαλιά» μο­νά­χα, χα­μή­λω­σε τὸ θώ­ρι. Ὅ­λοι χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν. Φώ­να­ζαν…

      — Γειά σου Ντα­ρί­βα.

      — Ὅρ­μα Ντα­ρί­βα.

      Καὶ τέ­τοι­α, ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του τ’ ἀ­λά­νια.

      Κεῖ μέ­σα στὸ πλῆ­θος, εἶ­δε τὴ μά­να του μ’ ἕ­να σα­κού­λι στὸ χέ­ρι, τὶς πα­λι­ο­βα­κέ­τες στὰ πό­δια καὶ τὸ φου­στά­νι, ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σες φο­ρὲς εἶ­χε φο­ρε­θεῖ μο­νο­φό­ρι, γιὰ νὰ κα­τέ­βει νὰ τὸν δεῖ ἀ­π’ τὸ χω­ριό. Δὲ χει­ρο­κρό­ταγε. Τὸν τή­ρα­ε μό­νο. Ἔ­τσι, κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­πως τὸν εἶ­χε ντύ­σει ἡ ἀ­νάγ­κη.

      Ὁ Ντα­ρί­βας χα­μή­λω­σε τὸ θώ­ρι κι ἔ­δω­σε διά­τα, τὰ τούμ­πα­να νὰ χα­μη­λώ­σουν τὸ παί­ξι­μο, νὰ βγεῖ ἦ­χος χνού­δι, σὰν πού­που­λο τρυ­γό­νας. Πέ­σαν τὰ τούμ­πα­να χα­μη­λά, ἄλ­λα­ξε ὁ ρυθ­μὸς στὴ μέ­ση τῆς πλα­τεί­ας. Ὁ Ντα­ρί­βας ἐ­γύ­ρι­σε καὶ χαι­ρέ­τη­σε τὸ δι­κό του ἐ­πί­ση­μο καὶ ξα­νά­δω­σε διά­τα νὰ ἀ­νέ­βει στὰ τούμ­πα­να ἡ φω­νή…

      Σει­ρὰ τῶν σαλ­πιγ­κτῶν με­τὰ νὰ παί­ξουν..

 

 

φούρλα = γύρος χορευτικός, στριφογύρισμα.

μόλογος = κακὴ φήμη, στὴ φρ. «βγῆκε μόλογος».

ἀ­πή­γα­νος = φαρμακευτικὸ καὶ μυρωδικὸ φυτό.

σκάρ­φη = εἶδος ελλέβορου

ἀ­ψηθιά = τὸ φυτὸ ἄψινθος.

ντάκος = κομμάτι ξύλου ποὺ χρησιμοποιεῖται ὡς ὑποστήριγμα· πα­ξι­μά­δι.

ξαμώνω = ἁπλώνω.

κατάλακα = φανερά.

μέγκλος = θαυμάσιος.

σκαρίζω = βγαίνω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

 

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).