Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου: Ὁ ὑ­πνο­βά­της



Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου


Ὁ ὑ­πνο­βά­της


ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, παι­δά­κι δέ­κα χρο­νῶν, ἔ­βλε­πε κά­θε βρά­δυ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο. Ἄ­γνω­στοι ἄν­τρες ὁ­πλι­σμέ­νοι, μὲ στο­λὲς καὶ κουμ­πού­ρια, ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι καὶ τὸν κυνη­γοῦ­σαν. Μα­ζί τους, πρώ­τη καὶ κα­λύ­τε­ρη, ἡ μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας πάν­τα ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Ἀ­δέρ­φια δὲν εἶ­χε. Ἄ­κου­γε τὰ πο­δοβο­λη­τὰ ἀ­π’ τὶς βα­ρι­ὲς μπό­τες καὶ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Ὅ­πο­τε ἀ­να­κά­λυ­πταν τὴν κρυ­ψώ­να του, τὸ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα στὴν αὐ­λή, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν μο­νά­χος στὴν πό­λη. Τό ‘βλέ­πε καὶ δὲν φο­βό­ταν πιά, εἶ­χε συ­νη­θί­σει. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­μος εἶ­ναι ψεύ­τι­κος. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ἄ­νοι­γε ἀ­πό­το­μά τα μά­τια του, τὴ μιὰ κα­θι­σμέ­νος στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, τὴν ἄλ­λη σὰν στή­λη ἅ­λα­τος στὴ μέ­ση του δι­α­δρό­μου, μπρο­στὰ στὸν ἄ­δει­ο κα­θρέ­φτη τοῦ πὸρτ-μαν­τώ. Ἄλ­λες φο­ρές, κοι­μι­σμέ­νο μὲ τὰ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα, τὸν ἔ­παιρ­νε ἡ μα­μά του προ­σε­χτι­κὰ ἀ­π’ τὸ χε­ρά­κι γιὰ νὰ μὴν ξυ­πνή­σει καὶ τὸν πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γὰ πί­σω στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ δὲν θυ­μό­ταν τί­πο­τα. Ὅ­μως κά­ποι­ο βρά­δυ τὰ πράγ­μα­τα σο­βά­ρε­ψαν. Δὲν ξέ­ρει πῶς, ἄ­νοι­ξε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, κα­τέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο. Τὸ πρω­ὶ μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν βρῆ­κε μὲ τὰ ἐ­σώ­ρου­χα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴν κο­λώ­να. Τὴν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια μὰ δὲν ἔ­βλε­πε, τοῦ φώ­να­ξε μὰ δὲν ἄ­κου­γε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν πῆ­γε πί­σω στὸ σπί­τι του. Ἀ­πὸ τό­τε, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα τὰ βρά­δια κλεί­δω­νε, καὶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο βά­ζα­νε ἕ­να βρεγ­μέ­νο τα­πέ­το. Ξυ­πνοῦ­σε πά­νω σ’ αὐ­τὸ καὶ τὸ ὄ­νει­ρο ἔ­με­νε στὴ μέ­ση.

       Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὸ στε­νὸ γέ­μι­ζε ἀ­πὸ παι­διά, τὰ πιὸ πολ­λὰ ἀ­γό­ρια. Παί­ζα­νε μπά­λα, κά­να­νε φα­σα­ρί­α καὶ τσα­κώ­νον­ταν. Μό­λις νύ­χτω­νε στα­μα­τοῦ­σαν κου­ρα­σμέ­να τὸ παι­χνί­δι καὶ γύρ­να­γαν στὰ σπί­τια τους. Μιὰ κο­λώ­να τοῦ δή­μου στὴ μέ­ση φώ­τι­ζε τὴ γει­το­νιά. Αὐ­τὸς συ­νή­θως κα­θό­ταν στὸ πε­ζού­λι μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ ἔμ­παι­νε τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα. Κά­ποι­ες φο­ρὲς τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α ἕ­να ξαν­θὸ κο­ρί­τσι. Ἦ­ταν δυ­ὸ-τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη, και­νούρ­για στὴ γει­το­νιά, ἔ­με­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω, σ’ ἕ­ναν κά­θε­το δρό­μο. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς τοῦ στρα­τοῦ, μό­νι­μος, πέρ­σι εἶ­χαν ἔρ­θει μὲ με­τά­θε­ση στὴν πό­λη. Ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι, πα­ρά­ξε­νη κο­πέ­λα, μο­να­χι­κή, ἴ­σως καὶ λί­γο ντρο­πα­λή. Δὲν εἶ­χε πολ­λὲς φι­λί­ες μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά, οὔ­τε μὲ ἀ­γό­ρια οὔ­τε μὲ κο­ρί­τσια, δὲν ἔ­παι­ζε μα­ζί τους, οὔ­τε κου­βέν­τια­ζε πο­λύ, κα­θό­ταν μό­νη της στὴν ἄ­κρη καὶ κοι­τοῦ­σε. Ἀρ­γοῦ­σε κι αὐ­τὴ τὰ βρά­δια νὰ μα­ζευ­τεῖ στὸ σπί­τι, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἡ μη­τέ­ρα της καὶ τῆς φώ­να­ζε.

       Εἶ­χε πά­ει με­σά­νυ­χτα καὶ κα­θόν­του­σαν ἀ­κό­μα στὰ σκα­λο­πά­τια. «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ὑ­πνο­βά­της;» τὸν ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Γύ­ρι­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε. Μαγ­κώ­θη­κε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι του καὶ κοί­τα­ξε ἀλ­λοῦ, ἴ­σως καὶ νὰ κοκ­κί­νι­σε λι­γά­κι. Αὐ­τὴ πῶς τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κό τους μυ­στι­κό, δὲν τὸ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν, ἔ­τσι τοῦ εἶ­χαν πεῖ οἱ δι­κοί του, ἀλ­λὰ καὶ κα­νέ­νας μέ­χρι σή­με­ρα δὲν τὸν εἶ­χε ρω­τή­σει. «Δὲν βγαί­νεις πλέ­ον τὰ βρά­δια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου κοι­μι­σμέ­νος;» συ­νέ-χι­σε αὐ­τὴ χα­μο­γε­λών­τας. «Ὄ­χι, δὲν βγαί­νω, καὶ σέ­να τί σὲ νοιά­ζει;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε τσαν­τι­σμέ­νος καὶ ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἶ­πε, ἔ­νι­ω­θε πε­ρί­ερ­γα καὶ δὲν εἶ­χε ὕ­πνο. Κα­θό­ταν μό­νη της στὸ μπαλ­κό­νι καὶ πε­ρί­με­νε νὰ ξη­με­ρώ­σει. Μέ­σα ἡ μη­τέ­ρα της κοι­μό­ταν, ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι γιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α. Τό­τε τὸν εἶ­δε. Προ­χω­ροῦ­σε ἀρ­γὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στα­μά­τη­σε στὴ γω­νί­α. Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἄ­δει­ος, οὔ­τε ἁ­μά­ξια, οὔ­τε ἄν­θρω­ποι, παν­τοῦ ἐ­ρη­μιὰ καὶ σκο­τά­δι. Κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της, τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα, ψὶτ-ψίτ, μὰ αὐ­τὸς χαμ­πά­ρι δὲν πῆ­ρε. Τό­τε κα­τέ­βη­κε κά­τω ὅ­πως ἦ­ταν, μὲ τὶς πι­τζά­μες γε­μά­τες αἵ­μα­τα καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος του. Τὴν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια, μὰ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε. Αὐ­τὴ νό­μι­σε ὅ­τι ἔ­κα­νε γιὰ πλά­κα τὸν ὑ­πνο­βά­τη καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε τὰ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ σὲ μιὰ ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι, πέ­ρα­σαν τὸν δρό­μο καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δεί­ξει τὸ δω­μά­τιό της, ρὸζ οἱ τοῖ­χοι του καὶ γε­μά­τοι πριγ­κί­πισ­σες, νε­ρά­ι­δες καὶ βα­σι­λό­που­λα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κρε­βά­τι της, ἦ­ταν γε­μά­το αἵ­μα­τα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει τὴ μα­μά της ἀ­κό­μα —πο­νοῦ­σε καὶ ἡ κοι­λιά της πο­λύ— θὰ τῆς τὸ ἔ­λε­γε τὸ πρω­ί. Φο­βό­ταν καὶ μή­πως τὴ μα­λώ­σει. «Νά, κοί­τα τοῦ εἶ­πε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ βγῆ­κε» κα­τέ­βα­σε τὰ ροῦ­χα της καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε τὴν πλη­γή. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε. Ζε­στὸ αἷ­μα κύ­λη­σε στὰ δά­χτυ­λά του, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μα. «Μὲ κυ­νη­γοῦ­νε», τῆς εἶ­πε τρο­μαγ-μέ­νος, «ἂν μὲ πιά­σουν θὰ μὲ σκο­τώ­σουν» κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρος. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κι αὐ­τὴ φο­βᾶ­ται πο­λὺ καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὴν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τός…



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Χρόνος ἡμι-ζωῆς (ἐκδ. 24 γράμματα, Πάτρα, 2017).

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.


			
Διαφημίσεις

Γιάννης Παπαγεωργίου: Κοινὸς βίος

Papageorgiou,Giannis-KoinosBios-Eikona-03


Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου

 

Κοι­νὸς βί­ος


02-GammaΥΡΙΖΕ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μὲ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων χω­μέ­να βα­θειὰ στὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τῆς τὸ φα­νε­ρώ­σει, μὰ σὰν τὸν εἶ­δε κα­τά­λα­βε. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ξε­γε­λά­σει. Ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν κα­κὸς ἠ­θο­ποι­ὸς καὶ κεί­νη σπίρ­το ἀ­ναμ­μέ­νο. Κά­πο­τε θὰ ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν κι αὐ­τό, εἶ­πε. Ὅ­λα μὲ τὴ σει­ρά τους.

        Εἶ­χαν γνω­ρι­στεῖ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιά­τσες τοῦ πλη­ρω­μέ­νου ἔ­ρω­τα, μιὰ θε­ο­σκό­τει­νη νύ­χτα τοῦ χει­μώ­να γε­μά­τη ὑ­γρα­σί­α καὶ μο­να­ξιά. Τὸ πά­θος ποὺ τοὺς κυ­ρί­ευ­σε ἦ­ταν κε­ραυ­νο­βό­λο καὶ μοι­ραῖ­ο, σπά­νιο γιὰ τέ­τοι­ες πε­ρι­στά­σεις. Αὐ­τὴ εἶ­χε ἔρ­θει ἀ­π’ τὸ χω­ριό της πρό­σφα­τα, δι­ωγ­μέ­νη κα­κὴν κα­κῶς. Τὴν ἔ­βγα­ζε στὸ δρό­μο, ὅ­πως ὅ­πως, καὶ γιὰ λί­γα κέρ­μα­τα τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα. Αὐ­τὸς δού­λευ­ε λο­γι­στὴς σὲ μιὰ με­γά­λη ἑ­ται­ρεί­α, ἔ­βγα­ζε κα­λὰ λε­φτά, ἀ­νύ­παν­τρος, εἶ­χε καὶ δι­κό του σπί­τι. Περ­νοῦ­σαν κα­λὰ μα­ζί, πα­ρό­λο ποὺ συγ­γε­νεῖς καὶ γεί­το­νες ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ τοὺς κοι­τοῦ­σαν μὲ μι­σὸ μά­τι. Μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους πο­τὲ δὲν εἶ­χε πολ­λὰ πά­ρε δῶ­σε, οὔ­τε ἔ­δι­νε λο­γα­ρια­σμὸ γιὰ τὴ ζω­ή του. Εἶ­χε του­λά­χι­στον δυ­ὸ-τρεῖς κα­λοὺς φί­λους ἐ­κτὸς δου­λειᾶς ποὺ τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­κλει­ναν μι­σὸ αἰ­ώ­να μα­ζί, πολ­λὰ χρό­νια, μὲ κά­ποι­α ἐν­δι­ά­με­σα δι­αλ­λεί­μα­τα. Τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα ἦ­ταν νέ­οι καὶ ἄ­μυα­λοι καὶ ἀ­χόρ­τα­γοι καὶ ζή­λευ­αν πο­λὺ καὶ δὲν συγ­χω­ροῦ­σαν τὶς ἀ­πι­στί­ες καὶ χώ­ρι­ζαν μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ἔ­στω καὶ ἂν με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο τοὺς περ­νοῦ­σε καὶ ξα­να­σμί­γαν. Μὰ ὁ με­γά­λος κα­βγὰς ξέ­σπα­σε τὴ μέ­ρα ποὺ τοῦ εἶ­πε πὼς ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὴν ἐ­πέμ­βα­ση, νὰ τὸν κό­ψει, νὰ νι­ώ­σει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, θὰ ἄλ­λα­ζε καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τά της, θὰ μπο­ροῦ­σαν καὶ νὰ παν­τρευ­τοῦν, ὁ νό­μος πλέ­ον δὲν θὰ στε­κό­ταν ἐμ­πό­διο.

        Δὲν ἦ­ταν κε­ραυ­νὸς ἐν αἰ­θρί­ᾳ. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν πο­λυ­δεί­χνει, οὔ­τε τὸν ἄ­φη­νε νὰ τὸν χα­ϊ­δέ­ψει. Οἱ ρό­λοι τους ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νοι, τοῦ ἔ­λε­γε καὶ αὐ­τὸς θέ­λον­τας καὶ μὴ ὑ­πά­κου­ε. Για­τὶ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Ἕ­να πα­νέ­μορ­φο ξαν­θὸ ἀ­γό­ρι εἴ­κο­σι δύ­ο χρό­νων ὅ­λο γλύ­κα, σκέ­τος ἄγ­γε­λος, τὸ πιὸ κα­λὸ παι­δὶ ἦ­ταν, πα­ρὰ τὰ ὅ­σα εἶ­χε πε­ρά­σει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ φέ­ρει ἀν­τίρ­ρη­ση. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα ἄρ­χι­σε δει­λὰ δει­λὰ νὰ βά­φε­ται καὶ νὰ φο­ρά­ει φοῦ­στες καὶ ψι­λο­τά­κου­να γο­βά­κια, ἀλ­λὰ μό­νο γι’ αὐ­τόν. Ἦ­ταν μέ­ρος τοῦ παι­χνι­διοῦ καὶ τοῦ ἄ­ρε­σε.

        Ὅ­ταν ξε­κί­νη­σε θε­ρα­πεί­α καὶ τὰ βυ­ζιά του ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν, ἔ­γι­νε πῦρ καὶ μα­νί­α. «Ἂν ἤ­θε­λα νὰ πιά­νω μα­στά­ρια, θὰ πή­γαι­να μὲ κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα» τοῦ εἶ­χε πεῖ τσαν­τι­σμέ­νος. Μὰ τὸ κα­τά­πι­ε κι αὐ­τό. Για­τί τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε. Τώ­ρα ὅ­μως δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Τσα­κώ­θη­καν ἄ­γρια. Τὸν σκυ­λό­βρι­σε, τὸν χτύ­πη­σε ἄ­σχη­μα καὶ τὸν πέ­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι.

        Ἀ­μέ­σως, τὸ με­τά­νι­ω­σε πι­κρά. Ὅ­ταν ἔ­μει­νε μό­νος κα­τά­λα­βε πὼς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρὶς αὐ­τόν. Κι ἄς τὸν ἔ­κλε­ψε ἀ­πὸ πά­νω. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βγά­λει ἀ­π’ τὸ μυα­λό του. Οὔ­τε δέ­κα μέ­ρες δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ψά­χνει. Ἄ­φαν­τος. Τὸν ἔ­ψα­ξε παν­τοῦ. Στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α, στὰ νε­κρο­το­μεῖ­α, που­θε­νά. Φο­βή­θη­κε μὴν εἶ­χε κά­νει κα­μιὰ τρέ­λα. Ὥ­σπου ἔ­μα­θε πὼς εἶ­χε φύ­γει γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα καὶ ἠ­ρέ­μη­σε κά­πως. Καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ τὸν ξε­χά­σει.

        Τὴν ξα­να­συ­νάν­τη­σε τυ­χαί­α ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα στὸν μό­λο, λί­γο πρὶν νὰ πέ­σει ὁ ἥ­λιος. Κα­θό­ταν στὸ παγ­κά­κι ὁ­λο­μό­να­χη, κά­πνι­ζε καὶ ἀ­γνάν­τευ­ε τὴν κί­τρι­νη θά­λασ­σα. Δυ­σκο­λεύ­τη­κε νὰ τὴν γνω­ρί­σει. Εἶ­χαν πε­ρά­σει τρί­α χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει πο­λύ.

        Εἶ­χε μιὰ φί­λη κον­το­χω­ρια­νὴ στὴν πρω­τεύ­ου­σα ποὺ τὴ βο­ή­θη­σε νὰ κά­νει τὴν ἐγ­χεί­ρη­ση. Χά­λα­σε πολ­λὰ λε­φτά, ὅ­τι τοῦ ἔ­κλε­ψε ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα ἐ­κεῖ πῆ­γαν. Κα­τό­πιν δού­λε­ψε σὲ κά­ποι­α μα­γα­ζιὰ —καὶ στὸ δρό­μο— μὰ δὲν τῆς ἄ­ρε­σε καὶ γύ­ρι­σε πί­σω. «Ζούγ­κλα ἡ με­γά­λη πό­λη», τοῦ εἶ­πε κι ἀγ­κα­λι­α­στή­κα­νε σφι­χτά. Τὴν πῆ­ρε πά­λι στὸ σπί­τι, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο παν­τρεύ­τη­καν καὶ δὲν ξα­να­χώ­ρι­σαν. Γιὰ κα­νέ­να λό­γο.

        Οἱ πό­νοι μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ὅ­λο καὶ δυ­νά­μω­ναν, ὁ πυ­ρε­τὸς πλέ­ον μό­νι­μος καὶ ὁ για­τρὸς τα­κτι­κὸς στὸ σπί­τι. Σπά­νια ση­κω­νό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι, μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἕ­λι­ω­νε, μὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει σὲ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Εἶ­ναι πο­λὺ δυ­να­τά τὰ φῶ­τα τῶν θα­λά­μων, δὲν τὰ ἀν­τέ­χει, τῆς εἶ­χε πεῖ. Αὐ­τὴ πάν­τα δί­πλα του καὶ ὁ­λο­μό­να­χη, δὲν ἤ­θε­λε ἀ­πὸ κα­νέ­ναν βο­ή­θεια. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς οἱ φί­λοι μὲ τὰ χρό­νια εἶ­χαν λι­γο­στέ­ψει. Καὶ τού­τη ‘δῶ ἡ γά­τα ποὺ τὴν εἶ­χαν ἀ­πὸ νε­ο­γέν­νη­το, εἶ­χε γε­ρά­σει ἡ κα­κο­μοί­ρα, κου­ρα­σμέ­νη κι αὐ­τή, δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ πό­δια του.

        Στὸ τέ­λος ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε γί­νει ἀ­φό­ρη­τη, οὔ­τε οἱ κορ­τι­ζό­νες τὸν ἔπια­ναν οὔ­τε ἄλ­λα παυ­σί­πο­να μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν βο­η­θή­σουν. Τρέ­μα­νε τὰ κό­κα­λά του, ἦ­ταν ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν. Ὁ για­τρὸς πλέ­ον συ­νι­στοῦ­σε ὑ­πο­μο­νή. Ὁ θε­ὸς εἶ­ναι με­γά­λος. Ἡ ἐ­πι­στή­μη ἔ­κα­νε τὸ χρέ­ος της, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βο­η­θή­σει ἄλ­λο.

        Του­λά­χι­στον ἦ­ταν ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τὴ σύν­τα­ξή του, εἶ­χε καὶ κά­ποι­α χρή­μα­τα στὴν ἄ­κρη. Εἶ­χε γρά­ψει καὶ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα στὸ ὄ­νο­μά της. Κα­νέ­νας ξε­χα­σμέ­νος ξά­δελ­φος ἀ­π’ τὸ που­θε­νὰ ἢ κα­νὰ κω­λο­α­νή­ψι τοῦ κε­ρα­τᾶ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δι­εκ­δι­κή­σει ἀ­π’ τὴ γυ­ναί­κα τῆς ζω­ῆς του, τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ κοι­μό­ταν δί­πλα του τὰ βρά­δια, αὐ­τὸν ποὺ ἀ­γά­πη­σε πιὸ πο­λὺ καὶ ἀ­π’ τὸν ἑ­αυ­τό του. Μό­νο νὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο, τῆς εἶ­πε, εἶ­ναι ἄ­γριο πράγ­μα ἡ μο­να­ξιά, δὲν ἀν­τέ­χε­ται. Μὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σουν. Δὲν εἶ­χε πε­ρά­σει ἄ­σχη­μα μα­ζί του, κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο. Ἴ­σως μό­νο κα­νὰ παι­δί, μὰ καὶ πά­λι ποι­ός ξέ­ρει, κά­θε ἐμ­πό­διο γιὰ κα­λό. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, αὐ­τὸ τὸ ἔρ­γο σπά­νια ἔ­χει χά­πυ ἒντ.

        Μοί­ρα­σε τὸ μπου­κα­λά­κι στὰ ἴ­σα, τὸν ἀ­να­σή­κω­σε λί­γο καὶ τοῦ ἔ­δω­σε νὰ πι­εῖ. Τοῦ φά­νη­κε πι­κρὸ μὰ δὲν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Ἤ­πι­ε κι αὐ­τή. Ἔ­νι­ω­θε κου­ρα­σμέ­νη καὶ ξά­πλω­σε δί­πλα του, κρα­τών­τας του ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι.

        Τοὺς βρῆ­καν με­τὰ ἀ­πὸ μέ­ρες καὶ τοὺς τρεῖς στὸ κρε­βά­τι, πλά­ι πλά­ι, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.