Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Μι­κρὴ ὁ­δοι­πο­ρί­α

(Kleine Wanderung)


ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ βου­νά. Ὁ και­ρὸς ἦ­ταν ὑ­γρὸς καὶ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν γκρί­ζα. Μὰ ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἁ­πα­λὸς καὶ κα­τὰ τό­πους πο­λὺ κα­θα­ρός. Ἀρ­χι­κὰ φο­ροῦ­σα τὸ παλ­τό μου· σύν­το­μα, ὅ­μως, τὸ ἔ­βγα­λα, τὸ δί­πλω­σα καὶ τὸ ἔ­ρι­ξα στὸν ὦ­μο. Ὁ πε­ρί­πα­τος στὸν γε­μά­το θαύ­μα­τα δρό­μο μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη ἀ­νη­φό­ρι­ζε κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἔ­πε­φτε σὲ κα­τή­φο­ρο. Τὰ βου­νὰ ἦ­ταν ψη­λὰ καὶ ὀγ­κώ­δη, ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­στρέ­φον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἄ­ξο­νά τους. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος τῶν βου­νῶν ξε­πρό­βα­λε μπρο­στά μου σὰν κά­ποι­ο γι­γάν­τιο θέ­α­τρο. Ὁ δρό­μος ἀγ­κα­λι­α­ζό­ταν με­γα­λο­πρε­πῶς μὲ τὶς βου­νο­πλα­γι­ές. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­φτα­σα σ’ ἕ­να βα­θὺ φα­ράγ­γι, ἕ­να πο­τά­μι ὁρ­μοῦ­σε μπρὸς στὰ πό­δια μου, ὁ σι­δη­ρό­δρο­μος μὲ ἄ­φη­νε τα­χύ­τα­τα πί­σω του μὲ τὸν ἔ­ξο­χο λευ­κὸ κα­πνό του. Σὰν ἥ­συ­χο, λευ­κὸ ρυά­κι περ­νοῦ­σε ὁ δρό­μος μέ­σα ἀ­πὸ τὸ φα­ράγ­γι, κι ὅ­σο περ­πα­τοῦ­σα πιὸ πέ­ρα, ἦ­ταν στὰ μά­τια μου σὰν νὰ καμ­πυ­λώ­νει καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ ἡ ἴ­δια ἡ στε­νὴ κοι­λά­δα. Γκρί­ζα σύν­νε­φα ξα­πό­σται­ναν στὰ βου­νά, σὰν νὰ ἔ­βρι­σκαν ἐ­κεῖ τὸν προ­σα­να­το­λι­σμό τους. Μὲ ἀν­τά­μω­σε ἕ­νας νε­α­ρὸς πλα­νό­διος τε­χνί­της μὲ σα­κί­διο στὴν πλά­τη, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χω δεῖ δυ­ὸ ἄλ­λους νε­α­ρούς. Ὄ­χι, τοῦ εἶ­πα. Μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἔρ­χο­μαι ἀ­πὸ μα­κριά. Ναί, εἶ­πα, καὶ τρά­βη­ξα μα­κρύ­τε­ρα τὸν δρό­μο μου. Ὄ­χι πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, εἶ­δα καὶ ἄ­κου­σα τοὺς δυ­ὸ νε­α­ροὺς πε­ρι­πλα­νη­τὲς νὰ πλη­σιά­ζουν συ­νο­δεί­ᾳ μου­σι­κῆς. Ἕ­να χω­ριὸ φά­νη­κε, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὄ­μορ­φο μὲ χα­μη­λὰ σπί­τια πο­λὺ κον­τὰ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ τὰ λευ­κὰ μέ­τω­πα τῶν βρά­χων. Κά­τι λί­γα κά­ρα μὲ ἀν­τά­μω­σαν, εἰ­δάλ­λως τί­πο­τα, κι εἶ­χα δεῖ καὶ μιὰ δρά­κα παι­διὰ στὸν ἐ­παρ­χια­κὸ δρό­μο. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ δοῦ­με κά­τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στο. Βλέ­που­με ἤ­δη τό­σο πολ­λά.



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Διαφημίσεις

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Τὰ ποι­ή­μα­τα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Τὰ ποι­ή­μα­τα

(Die Gedichte)


Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ πο­τὲ δὲν ἔ­γρα­ψα κα­νέ­να ποί­η­μα. Ἡ ἄν­θι­ση, ἡ δια­ύγεια ἤ­τα­νε πο­λὺ αἰ­σθη­σια­κὴ γιὰ μέ­να. Ἤ­μου­να λυ­πη­μέ­νος τὸ κα­λο­καί­ρι. Μὲ τὸ φθι­νό­πω­ρο κα­τέ­βαι­νε μιὰ με­λω­δί­α στὸν κό­σμο. Ἤ­μουν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κα­τα­χνιά, τὴ σκο­τει­νιὰ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε κι­ό­λας ἀ­πὸ νω­ρίς, τὴν πα­γω­νιά. Τὸ χι­ό­νι τό ’­βρι­σκα θε­ϊ­κό, μὰ ἴ­σως ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φες καὶ θε­ϊ­κὲς μοῦ φαι­νόν­του­σαν οἱ σκο­τει­νές, ἄ­γρι­ες, θερ­μὲς κα­ται­γί­δες τῆς πρώ­ι­μης ἄ­νοι­ξης. Μὲς στὸν πα­γε­ρὸ χει­μώ­να λαμ­πυ­ρί­ζα­νε κι ἀ­χνί­ζα­νε μα­γι­κὰ τὰ βρά­δια. Οἱ ἦ­χοι μὲ γο­ή­τευ­αν, τὰ χρώ­μα­τα μοῦ μι­λοῦ­σαν. Δὲ χρει­ά­ζε­ται κὰν νὰ τὸ πῶ, πὼς ζοῦ­σα σ’ ἀ­τέ­λει­ω­τη μο­να­ξιά. Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἡ νύ­φη ποὺ λά­τρευ­α, ὁ σύν­τρο­φος ποὺ προ­τι­μοῦ­σα, ἡ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, ἡ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­να, ἡ πα­ρέ­α ποὺ μέ­σα της ζοῦ­σα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γιὰ μέ­να­νε τί­πο­τα πιὸ φυ­σι­κό, πιὸ φι­λι­κό. Ἤ­μουν ὑ­παλ­λη­λά­κος, πο­λὺ συ­χνὰ δί­χως τὴν ἁρ­μό­ζου­σα θέ­ση. Κι αὐ­τὸ ἅρ­μο­ζε σὲ μέ­να. Ὤ, πό­ση τρυ­φε­ρὰ ὀ­νει­ρι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ­δο­νι­κὴ ἀ­πελ­πι­σί­α, οὐ­ρά­νια ἀ­θυ­μί­α, ἀ­γα­πη­μέ­νη θλί­ψη, γλυ­κιὰ σκλη­ρό­τη­τα. Ἀ­γα­ποῦ­σα τὰ προ­ά­στια μὲ τὶς μο­να­χι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῶν ἐρ­γα­τῶν. Τὰ χι­ο­νι­σμέ­να λι­βά­δια μοῦ μι­λού­σα­νε μ’ οἰ­κει­ό­τη­τα, τὸ φεγ­γά­ρι μοῦ φαι­νό­τα­νε σὰ νὰ χα­μη­λώ­νει γιὰ νὰ κλά­ψει ἀ­πά­νω στὸ χι­ό­νι, τὸ λευ­κὸ σὰν τὸ φάν­τα­σμα· τ’ ἀ­στέ­ρια! Τό­σο λαμ­πρά! Ἤ­μου­να τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ φτω­χός, τό­σο βα­σι­λι­κὰ λεύ­τε­ρος. Στε­κό­μουν μὲς στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα, πρὸς τὸ ξη­μέ­ρω­μα, πλά­ι στ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο· μὲ τὴν πα­γε­ρὴ πνο­ὴ νὰ φυ­σά­ει στὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὸ στῆ­θος, κα­λυμ­μέ­νο μο­νά­χα μὲ τὴ νυ­χτι­κιά. Καὶ τό­τε μοῦ ’ρ­χό­ταν μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­πτα­σί­α, πὼς ὁ­λό­γυ­ρά μου φώ­τι­ζε. Πο­λὺ συ­χνά, μέ­σα στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κά­μα­ρα ποὺ κα­τοι­κοῦ­σα, ἔ­πε­φτα στὰ γό­να­τα κι ἱ­κέ­τευ­α τὸ Θε­ὸ γιὰ ἕ­ναν ὄ­μορ­φο στί­χο. Ὕ­στε­ρα, ἄ­νοι­γα τὴν πόρ­τα, ἔ­βγαι­να ἔ­ξω καὶ χα­νό­μου­να μὲς στὴ Φύ­ση.

(1912)


Πη­γή: «Τὰ ποι­ή­μα­τα» («Die Ge­di­chte»), Klei­ne Dich­tun­gen von Ro­bert Wal­ser, Kurt Wolff Verlag, Leipzig, 1914, S. 65.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα

(Die Magd)


ΙΑ ΠΛΟΥΣΙΑ ΚΥΡΑ εἶ­χε μιὰν ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει τὸ παι­δί. Τὸ παι­δά­κι ἤ­τα­νε τρυ­φε­ρὸ σὰν τοῦ φεγ­γα­ριοῦ τὶς ἀ­χτί­δες, ἁ­γνὸ σὰν τὸ φρέ­σκο τὸ χι­ό­νι, ἀ­γα­πη­μέ­νο σὰν τὸν ἥ­λιο. Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα τ’ ἀ­γα­ποῦ­σε σὰν φεγ­γά­ρι, σὰν ἥ­λιο, σχε­δὸν σὰν τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό της τὸν λα­τρε­μέ­νο. Κι ὅ­μως, κά­ποι­α στιγ­μὴ χά­θη­κε τὸ παι­δά­κι, κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς, κι ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα πῆ­γε νὰ τὸ ψά­ξει· τό ’­ψα­χνε σ’ ὅ­λον τὸν κό­σμο, σ’ ὅ­λες τὶς πό­λεις καὶ τὶς χῶ­ρες, ἀ­κό­μα καὶ στὴν Περ­σί­α. Κεῖ πέ­ρα, στὴν Περ­σί­α, ἔ­φτα­σε μιὰ νύ­χτα ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα μπρο­στὰ σ’ ἕ­να­νε σκο­τει­νό, ψη­λὸ πύρ­γο, ποὺ στε­κό­τα­νε πλά­ι σ’ ἕ­να πλα­τύ, σκο­τει­νὸ πο­τά­μι. Ἐ­κεῖ ψη­λά, ὅ­μως, στὸν πύρ­γο ἔ­και­γε ἕ­να κόκ­κι­νο φῶς, καὶ τοῦ­το τὸ φῶς τὸ ρώ­τη­σε ἡ δού­λα ἡ πι­στή: Δὲ μοῦ λές, ποῦ ’­ναι τὸ παι­δί; ἐ­χά­θη­κε καὶ πά­ει, τὸ ψά­χνω κι­ό­λα δέ­κα χρό­νια! —Ἐ, λοι­πὸν ψά­ξ’ το ἀ­κό­μα ἄλ­λα δέ­κα! ἀ­πάν­τη­σε τὸ φῶς κι ἔ­σβη­σε. Ἔ­ψα­χνε λοι­πὸν ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα κι ἄλ­λα δέ­κα χρό­νια γιὰ τὸ παι­δί, σ’ ὅ­λους τους δρό­μους καὶ τοὺς πα­ρα­δρό­μους της γῆς, ἀ­κό­μα καὶ στὴ Γαλ­λία. Στὴ Γαλ­λί­α, σὲ μιὰ με­γά­λη, ἐ­πι­βλη­τι­κὴ πό­λη ποὺ λέ­γε­ται Πα­ρί­σι: ἐ­κεῖ βρέ­θη­κε καὶ στά­θη­κε ἕ­να βρά­δυ, μπρὸς σ’ ἕ­ναν ὡ­ραῖ­ο κῆ­πο, ἔ­κλα­ψε ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ παι­δὶ κι ἔ­βγα­λε τὸ κόκ­κι­νο μαν­τή­λι της, τὰ μά­τια νὰ σκου­πί­σει. Τό­τε ὁ κῆ­πος ἄ­νοι­ξε ξαφ­νι­κὰ στὰ δυ­ό, καὶ βγῆ­κε ἀ­πὸ μέ­σα τὸ παι­δί. Τό ’­δε κι ἀ­μέ­σως πέ­θα­νε ἀ­π’ τὴ χα­ρά. Για­τί πέ­θα­νε; Τί ὄ­φε­λος νὰ ’­χε αὐ­τό; Ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε ἤ­δη με­γά­λη καὶ δὲν τὸ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τέ­ξει ὅ­λα αὐ­τά. Τὸ παι­δὶ εἶ­ναι τώ­ρα μιὰ με­γά­λη, ὄ­μορ­φη κυ­ρά. Ἅ­μα τὴ συ­ναν­τή­σεις, δῶ­σ’ της τοὺς χαι­ρε­τι­σμούς μου.



Πη­γή: «Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα» («Die Magd»): Robert Walser, Das Gesamtwerk, Suhrkamp, Zurich, Frankfurt am Main, 1978, I, S. 365.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α

(Eine sehr kurze Geschichte)


ΠΕΙΤΑ ἀ­πὸ μιὰ μα­κρὰ καὶ δύ­σκο­λη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, ἡ Λίλ­λυ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι στὶς ὠ­μο­πλά­τες της εἶ­χαν φυ­τρώ­σει δυ­ὸ μι­κρὰ φτε­ρά: ἦ­ταν δυ­ὸ ρόζ, βρώ­μι­κα κι εὐ­αί­σθη­τα κομ­μά­τια δέρ­μα­τος, τὰ ὁ­ποῖ­α τὴν ἔ­τρω­γαν σὰν τσίμ­πη­μα κου­νου­πιοῦ καὶ τῆς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ πη­γαί­νει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ κα­τα­βάλ­λον­τας μι­κρὴ προ­σπά­θεια. Ἀ­πὸ τὸ φό­βο της ἡ Λίλ­λυ ἔ­κο­ψε μ’ ἕ­να ψα­λί­δι τὰ φτε­ρά της καὶ πῆ­γε νὰ πλυ­θεῖ στὸ μπά­νιο. Σκε­φτό­ταν, ἂν πο­τὲ θὰ ξα­να­φυ­τρώ­να­νε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α της ἀ­πε­δεί­χθη ἀ­βά­σι­μος. Ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ πό­σο μα­κρὰ καὶ δύ­σκο­λη ἦ­ταν ἡ μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο γιὰ τὴ Λίλ­λυ, τὰ φτε­ρὰ δὲν ξα­να­βγῆ­καν πο­τέ μέ­χρι τὸ τέ­λος τῆς σύν­το­μης ζω­ῆς της.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» («Ei­ne sehr kur­ze Ge­schi­chte») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Clemens J. Setz, Die Lie­be zur Zeit des Mahl­städ­ter Kin­des, Βε­ρο­λί­νο, Suhrkamp Verlag, 2011.

 

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz): Πε­ρὶ τῆς ἀ­γω­γι­μό­τη­τας τῶν μο­να­χῶν



Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz)


Πε­ρὶ τῆς ἀ­γω­γι­μό­τη­τας τῶν μο­να­χῶν

(Die Leitfähigkeit von Mönchen)


ΤΑ 1746 ὁ ἀβ­βὰς Ζάν-Ἀν­του­ὰν Νολ­λὲ το­πο­θέ­τη­σε κυ­κλι­κὰ μέ­σα σ’ ἕ­να χω­ρά­φι ἐ­πτα­κό­σιους Καρ­θου­σια­νοὺς μο­να­χοὺς καὶ τοὺς ἕ­νω­σε ὅ­λους μ’ ἕ­να κα­λώ­διο. Τὸ κα­λώ­διο αὐ­τὸ ὁ­δη­γοῦ­σε σὲ μιὰ λου­γδου­νι­κὴ λά­γη­νο, ἕ­ναν ἁ­πλὸ πυ­κνω­τὴ ποὺ πα­ρή­γα­γε ἠ­λε­κτρι­σμό. Τὸ πεί­ρα­μα σκό­πευ­ε νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν ὅ­λοι οἱ μο­να­χοὶ θὰ οὐρ­λιά­ξουν ἀ­πὸ πό­νο τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἡ δο­κι­μὴ πέ­τυ­χε, ὅ­πως ἄλ­λω­στε εἶ­χε ξα­να­συμ­βεῖ στὸ πα­ρελ­θὸν μὲ ἑ­κα­τὸν ὀ­γδόν­τα στρα­τι­ῶ­τες τῆς Ἐ­θνι­κῆς Φρου­ρᾶς. Ἔ­πει­τα ἀ­π’ αὐ­τό, ὁ Νολ­λὲ τι­μή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν βα­σι­λιὰ καὶ ἔ­λα­βε τὴ θέ­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ πει­ρα­μα­τι­κῆς φυ­σι­κῆς στὸ Πα­ρί­σι.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Πε­ρὶ τῆς ἀ­γω­γι­μό­τη­τας τῶν μο­να­χῶν» («Die Leit­fä­hig­keit von Mönchen») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Clemens J. Setz, Die Vo­gel­strauß­trom­pete. Ge­di­chte, Βε­ρο­λί­νο, Suhrkamp Verlag, 2014.

Κλέ­μενς Ζέτς (Clemens Setz) (Γκρὰτς τῆς Αὐ­στρί­ας, 1982). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα ἔ­γι­νε τὸ 2007. Ἔ­χει προ­τα­θεῖ δύ­ο φο­ρὲς γιὰ τὸ Γερ­μα­νι­κὸ Βρα­βεῖ­ο βι­βλί­ου, ἐ­νῶ ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Βρα­βεῖ­ο Βι­βλί­ου τῆς Λει­ψί­ας (2011) καὶ τὸ Λο­γο­τε­χνι­κὸ Βρα­βεῖο Wil­helm Ra­a­be (2015). Θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον φε­ρέλ­πι­δες συγ­­γρα­φεῖς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ βάρκα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ βάρ­κα

(Der Nachen)


ΙΣΤΕΥΩ πὼς ἔ­χω ἤ­δη γρά­ψει αὐ­τὴ τὴ σκη­νή, θέ­λω ὅ­μως νὰ τὴ γρά­ψω ἄλ­λη μιὰ φο­ρά. Σὲ μιὰ βάρ­κα, στὸ μέ­σο μιᾶς λί­μνης, κά­θον­ται ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα. Πά­νω ψη­λὰ στὸν σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ βρί­σκε­ται τὸ φεγ­γά­ρι. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἥ­συ­χη καὶ ζε­στή, ὁ­λό­τε­λα ται­ρια­στὴ μὲ τὴν ὀ­νει­ρι­κὴ ἐ­ρω­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια. Ἄ­ρα­γε ὁ ἄν­τρας στὴ βάρ­κα ἔ­χει κλέ­ψει τὴ γυ­ναί­κα; Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο, μα­γε­μέ­νο θύ­μα τῆς ἀ­πα­γω­γῆς; Αὐ­τὸ δὲν τὸ γνω­ρί­ζου­με· βλέ­που­με μό­νο πὼς κι οἱ δυ­ὸ δί­νουν φι­λιὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον. Τὸ σκο­τει­νὸ βου­νὸ στέ­κει σὰν γί­γαν­τας στὸ νε­ρὸ ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζει. Στὴν ὄ­χθη βρί­σκε­ται κά­ποι­ο κά­στρο ἢ κά­ποι­α ἀ­γροι­κί­α μ’ ἕ­να φω­τι­σμέ­νο πα­ρά­θυ­ρο. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος, κα­νέ­νας ἦ­χος. Τὰ πάν­τα εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­να σὲ μιὰ μαύ­ρη, γλυ­κιὰ σι­ω­πή. Τὰ ἀ­στέ­ρια τρε­μο­παί­ζουν πά­νω ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­πως ἐ­πί­σης κι ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἀ­πύθ­με­νο βυ­θὸ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ποὺ σχη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι τὸ ταί­ρι τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, τὸ ἔ­χει φέ­ρει ἐ­δῶ κά­τω στὰ μέ­τρα του, καὶ νά ποὺ τώ­ρα φι­λι­οῦν­ται τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ φεγ­γά­ρι σὰν ἐ­ρω­τι­κὸ ζευ­γά­ρι. Τὸ ὄ­μορ­φο φεγ­γά­ρι ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στὸ νε­ρὸ ὅ­πως κά­ποι­ος νε­α­ρὸς ρι­ψο­κίν­δυ­νος πρίγ­κη­πας σὲ πλημ­μυ­ρί­δα ἀ­πει­λῆς. Κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ νε­ρό, μὲ τὸν τρό­πο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μιὰ ὄ­μορ­φη γε­μά­τη ἔ­ρω­τα καρ­διὰ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζε­ται σὲ μιὰν ἄλ­λη δι­ψα­σμέ­νη γιὰ ἔ­ρω­τα καρ­διά. Εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χο τὸ πῶς τὸ φεγ­γά­ρι μοιά­ζει μὲ τὸν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο, τὸν πνιγ­μέ­νο στὶς ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ τὸ πῶς τὸ νε­ρὸ μοιά­ζει μὲ τὴν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ἀ­γα­πη­μέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ σφίγ­γει τὸν πριγ­κι­πι­κὸ ἔ­ρω­τά της. Ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα στὴ βάρ­κα εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα γα­λή­νιοι. Ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ τοὺς ἔ­χει αἰχ­μα­λω­τί­σει. Τὰ κου­πιὰ εἶ­ναι ἀ­φη­μέ­να στὸ νε­ρό. Ἄ­ρα­γε εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἄ­ρα­γε θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι οἱ δυ­ὸ αὐ­τοὶ ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­δῶ μέ­σα στὴ βάρ­κα, οἱ δυ­ὸ ποὺ φι­λι­οῦν­ται, οἱ δυ­ὸ ποὺ τοὺς λού­ζει τὸ φεγ­γα­ρό­φω­το, οἱ δυ­ὸ ποὺ ἀ­γα­πι­οῦν­ται;



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές…]


- TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY - People buy newspapers on which is written a "Statement to the Soviet People" by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV

– TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY – People buy newspapers on which is written a “Statement to the Soviet People” by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές]

[Gorbatschow sei im Urlaub…]


05-OmikronΓΚΟΡΜΠΑΤΣΩΦ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πὲς δῆ­θεν ἄρ­ρω­στος καὶ οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί του πιά­νουν κι­ό­λας δου­λειά! Συ­νά­μα κη­ρύσ­σε­ται γιὰ ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­στα­ση ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης. Πρα­ξι­κό­πη­μα; Ὁ ἐ­χι­νό­κα­κτος ἀν­θί­ζει πά­λι. Ἀ­κού­ω NDR 4. Εἰ­δι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς μὲ εἰ­κα­σί­ες ἁ­πλῶς. Ὁ Μποὺς πέ­φτει ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα παί­ζον­τας τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του γκόλφ. Τὰν­κς φέ­ρον­ται νὰ κα­τευ­θύ­νον­ται στὴν Μό­σχα. Πτώ­ση στὸ Χρη­μα­τι­στή­ριο. Ὁ Γι­έλ­τσιν κα­λεῖ σὲ δι­α­δή­λω­ση. Ὁ Μω­ϋ­σὴς θέ­λει νὰ πά­ει στὴν Βαλ­τι­κή. Ἐ­γὼ μέ­νω ἐ­δῶ. Ἀ­κού­ω μα­γε­μέ­νη ρα­δι­ό­φω­νο σὰν ἔκ­πλη­κτο κά­πο­τε παι­δὶ τοῦ κα­ταρ­ρέ­ον­τος ἀ­να­το­λι­κοῦ μπλόκ. Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ συ­νε­λή­φθη στὸ κα­τα­φύ­γιό του. Στὴν TV ὁ Γι­έλ­τσιν μι­λᾶ ὄρ­θιος πά­νω σ’ ἕ­να τάνκ. Νέ­οι συ­ζη­τοῦν μὲ στρα­τι­ῶ­τες. Ἄ­γριοι και­ροὶ τοῦ ‘91. Ὁ Κὸλ ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται ζω­η­ρὰ γιὰ τὸν φί­λο του: «Ἐλ­πί­ζου­με ὅ­τι ἡ προ­σω­πι­κὴ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ Μι­χα­ὴλ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι ἐγ­γυ­η­μέ­νη.» Ὅ­λες οἱ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς ποὺ πα­ρα­κα­λου­θῶ, μα­ται­ώ­νον­ται γιὰ σή­με­ρα. Προ­σε­χῶς πο­λι­τι­κὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Αὔ­ριο πρό­κει­ται νὰ ὑ­πο­γρα­φεῖ πα­νε­νω­σια­κὴ συμ­φω­νί­α στὴν Μό­σχα. Δυ­σω­δί­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­κτο­ρα. [77-78]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.