Günter Kunert: Ἡ κρυφὴ βιβλιοθήκη

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Ἡ κρυ­φὴ Βι­βλι­ο­θή­κη

(D­ie g­e­h­e­i­me B­i­b­l­i­o­t­h­ek)

 

Α ΑΓΡΑΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ εἶναι τὰ κα­λύ­τε­ρα», ἔ­τσι λέ­ει ἕ­νας γερ­μα­νὸς κλα­σι­κός, ἢ ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, πε­ρί­που ἔ­τσι· μί­α ἀ­ψευ­δὴς ἀ­λή­θεια πού, ὅ­πως κά­θε ἀ­λή­θεια, προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σει δὲν ἔ­χει χρεί­α δι­ευ­κρι­νί­σε­ων καὶ ὑ­πο­ση­μει­ώ­σε­ων. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἴ­δια ἡ δι­α­δι­κα­σί­α δεί­χνει λο­γι­κὴ καὶ εὐ­νό­η­τη: σὲ λή­θαρ­γο πρω­ὶ στὸν κῆ­πο τοῦ ποι­η­τῆ ἢ βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ τὴν κα­τά­κλι­ση στὸ στρῶ­μα τοῦ ποι­η­τῆ, καὶ μά­λι­στα στὴ διά­ρκεια ἑ­νὸς με­γά­λου ποι­η­τι­κοῦ τα­ξι­διοῦ μὲ τὸ τρέ­νο, ἐ­πει­δὴ ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ ποι­η­τῆ σκέ­φτε­ται ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, ἐ­νερ­γεῖ ἀ­δέ­σμευ­τα, ξε­φεύ­γει ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν κύ­ριό του, δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­ρά­δες, σπα­ράγ­μα­τα ποι­η­μά­των, μι­σο­ψη­μέ­νους στί­χους, ἰ­δέ­ες καὶ πε­ρι­ε­χό­με­να ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κά. Πο­τὲ δὲν θὰ γρα­φτοῦν καὶ δὲν θὰ τυ­πω­θοῦν· ἄ­βα­τον τοῖς πᾶ­σι. Τὰ ἀ­τε­λῆ ποι­ή­μα­τα, δι­α­πόν­τια μὲς στ’ ἁ­πα­λὰ κύ­μα­τα τῶν ὀ­νεί­ρων, θὰ λέ­γαν πιὸ πολ­λὰ ἀ­π’ ὅ­σα σκέ­φτον­ται, κι ἀ­π’ ὅ­σα λέ­νε τὰ βι­βλί­α τοῦ ποι­η­τῆ στὰ κα­τα­στή­μα­τα, φθαρ­μέ­να στὸ πα­λαι­ο­πω­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ ὅ­σα δὲν γρά­φτη­καν, τὰ ἐμ­βρυ­ώ­δη, ἀ­νή­κουν ἀ­με­σό­τε­ρα στὸν ποι­η­τὴ καὶ τὸν ἀ­πο­κα­λύ­πτουν ἀ­κό­μη πιὸ ἀ­νεν­δοί­α­στα ἀ­π’ ὅ­σα ἀ­κο­νί­ζον­ται, λι­μά­ρον­ται καὶ τρο­πο­ποι­οῦν­ται, μὲ ἀλ­λοι­ω­μέ­νη τὴν μορ­φή.

         Φαν­τά­σου μιὰ Βι­βλι­ο­θή­κη μὲ τέ­τοι­α ἀ­πο­κλει­στι­κῶς βι­βλί­α ποὺ δὲν γρά­φτη­καν πο­τέ· θὰ βρι­σκό­ταν, σκέ­φτο­μαι, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο κτή­ριο ποὺ πα­ρα­πέμ­πει στὴν πε­τρω­μέ­νη γεύ­ση τῆς στρο­φῆς τοῦ αἰ­ώ­να· πρέ­πει νὰ δι­α­σχί­σεις μα­κρι­νοὺς δι­α­δρό­μους, ὥ­σπου νὰ φθά­σεις στὰ ὑ­πό­γεια μὲ τὰ ρά­φια ἀ­ρα­δια­σμέ­να σὲ γκρί­ζους, βρα­χώ­δεις τοί­χους. Ἀ­π’ τὰ τα­βά­νια κρέ­μον­ται φυ­σι­κὰ γυ­μνὲς λάμ­πες ποὺ φω­τί­ζουν ὑ­πε­βο­λι­κὰ κι ὅ­μως ἀ­φή­νου­νε στὸ μαῦ­ρο σκο­τά­δι γω­νι­ές, πα­ρα­γω­νι­ὲς καὶ δι­α­κλα­δώ­σεις. Ἐ­δῶ κα­τε­βαί­νω πό­τε-πό­τε τὰ πλη­κτι­κὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, ὅ­ταν κλεί­νω τὰ μά­τια. Βα­δί­ζω δι­στα­κτι­κὰ κα­τὰ μῆ­κος τῶν βι­βλί­ων τρα­βών­τας ἕ­ναν τό­μο ἐ­κεῖ, ἀ­νοί­γον­τας ἀλ­λοῦ κά­ποι­α μπρο­σού­ρα: πα­ρόν­τες ἅ­παν­τες, πα­λαι­οὶ καὶ νέ­οι συγ­γρα­φεῖς: ἀ­πὸ τὸν Κά­τουλ­λο μέ­χρι τὸν Κάφ­κα. Τὰ χα­μέ­να ἐν τῇ γεν­νή­σει παι­διά τους, ἔμ­βρυ­α λο­γο­τε­χνι­κά, καρ­ποὶ ποὺ ἐ­κτρώ­θη­καν, πρό­σω­πα μι­σά, με­ρι­κὰ δί­χως χέ­ρι ἢ πό­δι, ἐ­πι­ζη­τών­τας ὡ­στό­σο τὸν οἶ­κτο μας, καὶ ἄλ­λα μὲ λα­χτά­ρα νὰ ζή­σουν χύ­νον­τας κα­ταρ­ρά­κτες τὶς λέ­ξεις, φυ­σι­ο­γνω­μί­ες σὰν τὶς τε­ρα­τό­μορ­φες ὑ­δρορ­ρο­ὲς τῆς N­o­t­re-D­a­me, κά­τι δι­α­βο­λι­κὸ ἐ­πά­νω τους, κά­τι θε­ϊ­κὸ καὶ ὠ­μὸ μα­ζί. Κι ἐν­τού­τοις, κά­θε ποὺ γύ­ρευ­α νὰ βυ­θι­στῶ σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἄ­γρα­φο κεί­με­νο, ἔ­νι­ω­θα μιὰν ἐ­νό­χλη­ση, τὸν ἦ­χο τοῦ κώ­δω­νος ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, κι ἐ­πέ­στρε­φα τρέ­χον­τας στὸν ἐ­πά­νω κό­σμο: τὸ ἄ­γρα­φο βι­βλί­ο τὸ ἄ­φη­να στὴν ἄ­κρη ἑ­νὸς ρα­φιοῦ, γιὰ νὰ τὸ βρῶ ξα­νὰ τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρά, ὅ­μως δὲν τὸ ἔ­βρι­σκα πιά. Μά­ται­α ἔ­ψα­χνα. Κι αὐ­τὸ μ’ ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­θέ­τω, δὲν θὰ ἦ­ταν ἆ­ρα γε δυ­να­τὸν ἕ­νας ἄλ­λος ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να, κά­ποι­ος ξέ­νος, νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὴν Βι­βλι­ο­θή­κη κι αὐ­τός, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ ἢ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ μπρο­στά μου; Μή­πως θυ­μᾶ­μαι νὰ εἶ­δα αἴφ­νης ἴ­χνη βη­μά­των στοὺς σκο­νι­σμέ­νους δι­α­δρό­μους τοῦ ὑ­πο­γεί­ου; βι­βλί­α ποὺ δὲν μπῆ­καν στὴ θέ­ση τους σω­στά; τσα­κι­σμέ­νες σε­λί­δες; μουτ­ζου­ρω­μέ­νες μὲ μο­λύ­βι ση­μει­ώ­σεις στὰ πε­ρι­θώ­ρια τῶν βι­βλί­ων; ὑ­πό­λοι­πο στά­χτης ἀ­πὸ τσι­γά­ρο; Ἢ μή­πως μοῦ ξέ­φυ­γε ὁ ἔ­λεγ­χος τῆς Βι­βλι­ο­θή­κης, ὅ­πως συμ­βαί­νει στοὺς ποι­η­τὲς ποὺ φυ­λᾶ­νε τὰ βι­βλί­α τους, γιὰ νὰ ἐ­λέγ­χουν τὴν πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τά τους;

        Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ἀ­πὸ δῶ κι ἐμ­πρὸς πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ προ­σε­κτι­κός. Πρέ­πει πά­ραυ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­γεια ρά­φια τὴν δω­δε­κά­το­μη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α μου, γιὰ νὰ μὴ μά­θει κα­νέ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς φαν­τα­στι­κοὺς ξέ­νους πράγ­μα­τα γιὰ μέ­να καὶ τὰ δι­α­δώ­σει κα­τὰ δύ­να­μιν. Ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι καὶ σὲ μέ­να ἄ­γνω­στα παν­τε­λῶς ὡς μή­πο­τε γε­γο­νό­τα.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Διαφημίσεις

Günter Kunert: Μνήμη Bertolt B.

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Μνή­μη B­e­r­t­o­lt B.

(E­r­i­n­n­e­r­u­ng an B­e­r­t­o­lt B.)

 

ΚΡΙΝΙΑΡΙΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ. Ἄρ­ρυθ­μα κι ἀ­κα­νό­νι­στα τραν­τάγ­μα­τα τοῦ στρογ­γυ­λοῦ του κε­φα­λιοῦ: ἔν­τα­ση πρὶν ἀ­π’ τὴ μό­νι­μη ἀ­πο­γεί­ω­ση. Καὶ πί­ε­ση με­γά­λη στὴ γκρι­ζω­πὴ στο­λή του· βαλ­βί­δα ἐ­κτό­νω­σης μο­να­χι­κή: τὸ ποῦ­ρο. Μά­τια χα­ρού­με­να, λέ­ξεις βα­ρει­ές… Δυ­ὸ πα­λι­ο­πά­που­τσα δερ­μά­τι­να ποὺ πή­γαι­ναν μα­ζί του πέ­ρα-δῶ­θε. Μὲ πά­θος τὸ τί­πο­τα πι­στεύ­ον­τας. Καὶ πα­ρα­δειγ­μα­τί­ζων. Ἀ­πὸ φι­λαρ­γυ­ρί­α γεν­ναι­ό­δω­ρη. Τὴν ἀλ­λα­γὴ μο­νά­χα νὰ ἐγ­κρί­νει ὁ ἔ­σχα­τος αὐ­τὸς ἅ­γιος τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς συ­βα­ρί­της, ὁ κη­ρύ­ξας τὴν ἐ­πι­στή­μη τῆς τέ­χνης καὶ τὴν τέ­χνη τῆς γνώ­σης. Με­ρι­κὲς φο­ρές: σὲ πο­λυ­θρό­να ἀ­στεί­α, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ λι­κνί­ζε­ται, στὴ γῆ του κον­τά, στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα βα­θιά· οἱ ἄλ­λοι, ἐ­μεῖς, σὲ θέ­σεις ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νες. Καὶ τὸν θαυ­μά­ζα­με. Κι αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

 

  

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Don Coker, 4 5/8″X5 5/16″, λάδι σὲ καμβά.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Καρυάτιδες

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Κα­ρυ­ά­τι­δες

(K­a­r­y­a­t­i­d­en)

 

ΙΚΟΣΙ ΚΙΟΛΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε γι’ αὐ­τὲς πὼς δὲν θὰ εἶ­χαν πιὰ τί­πο­τε νὰ ψά­ξουν καὶ νὰ κά­νουν στὰ σπί­τια τοῦ Βε­ρο­λί­νου: αὐ­τὲς οἱ ξέ­στη­θες κυ­ρί­ες ποὺ ἔ­κρυ­βαν τὸ τρί­χω­μα τῆς ἥ­βης πί­σω ἀ­πὸ τσι­μεν­τέ­νι­ες ρυ­τί­δες, μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο πε­ρι­δε­ὲς στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς τέ­χνης, ἀ­π’ ὅ­που τὶς εἶ­χαν ἐ­ξο­ρί­σει. Ὁ σφι­χτο­δε­μέ­νος αὐ­χέ­νας τους οὐ­δό­λως τὶς προ­στά­τευ­ε, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος καὶ ξα­νά­λε­γε, καὶ τὰ γε­μά­τα μπρά­τσα τους τεν­τώ­νον­ταν χω­ρὶς κα­νέ­να βά­ρος ἀ­πὸ πά­νω.

         Ὅ­ταν ὡ­στό­σο, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, σὲ μιὰν ἀ­πὸ τὶς ἔ­σχα­τες συν­τέ­λει­ες τοῦ κό­σμου τὰ σπί­τια πυρ­πο­λή­θη­καν μέ­χρι τὰ κε­λά­ρια, οἱ σα­θρὲς προ­σό­ψεις κα­τέ­πε­σαν ἐ­ρεί­πια σω­ρός. Τὰ κε­ρα­μί­δια τι­νά­χτη­καν κομ­μά­τια κι ὅ τι ἀ­πέ­μει­νε, ἦ­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φι­γοῦ­ρες νὰ προ­ε­ξέ­χει μο­να­χι­κή, οἱ μαυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴ φω­τιὰ ὦ­μοι φορ­τώ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ μ’ ἕ­να βά­ρος ποὺ δὲν εἶ­χε κα­νέ­να ἄλ­λο στή­ριγ­μα πα­ρὰ μο­νά­χα αὐ­τούς. Κι ἔ­τσι, ἀ­πὸ μιὰ ὕ­παρ­ξη δι­α­κο­σμη­τι­κὴ ἔ­φθα­σαν ἀ­νέλ­πι­στα στὴν παμ­πά­λαι­η ἐν­το­λή: Νὰ ση­κώ­σουν τὸν οὐ­ρα­νό.

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰκόνα: Βιέννη, Κοινοβούλιο. Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto, 2004.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Günter Kunert: Βίβλος

 

 

Γκύν­τερ Κοῦ­νερτ (G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt)

 

Βί­βλος

(B­i­b­el)

 

ΟΛΙΣ ΠΟΥ Ο ΑΔΑΜ ΚΑΙ Η ΕΥΑ εἶ­χαν δο­κι­μά­σει ἀ­πὸ τὸ Δέν­δρο τῆς Γνώ­σε­ως καὶ κα­τά­λα­βαν ἀ­μέ­σως σὲ τὶ θέ­ση εἶ­χαν βρε­θεῖ. Κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τρό­μο καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἔ­σπευ­σαν δρο­μαί­ως πρὸς τὴν Πύ­λη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ βα­στοῦ­σε σκο­πιά, ἔ­τσι ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν, Ἀρ­χάγ­γε­λος Φύ­λαξ Κυ­ρί­ου μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν πύ­ρι­νη ρομ­φαί­α. Μέ­χρι τό­τε τὸ ζεῦ­γος δὲν εἶ­χε γνω­ρί­σει τὸν θά­να­το, τώ­ρα τὸν ἔ­νι­ω­σε. Ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή, τό­σο προ­βλέ­ψι­μη πλέ­ον, δὲν ἄ­φη­νε ἄλ­λο πε­ρι­θώ­ριο στὰ παι­διά τους ἀ­π’ τὸ νὰ ὑ­πο­κύ­ψουν και­ρο­σκο­πι­κὰ ἢ πα­ρα­στρα­τών­τας νὰ ἐ­πα­να­στα­τή­σουν, νὰ γί­νουν Ἄ­βελ καὶ Κά­ιν ζῶν­τες ἐ­σα­εὶ ἐν τῷ ἱ­δρῶ­τι τοῦ προ­σώ­που των, καὶ πα­ρ’ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ πα­ρα­στα­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἔ­ζη­σε ἀρ­γό­τε­ρα μα­ζι­κὲς ἐ­πα­νεκ­δό­σεις καὶ ἔ­τυ­χε πλει­ό­νων, ἀ­π’ ὅ τι ἄλ­λα βι­βλί­α, ἀ­να­γνω­στῶν, δὲν ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε ἐν­τού­τοις τί­πο­τε οὐ­σι­α­στι­κὸ πα­ρὰ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ πί­να­κες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ κα­θ’ ἑ­αυ­τὸ ἐ­ξέ­θε­σαν τὴν νί­κη τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­πά­νω στὴν ἀ­λή­θεια, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν νὰ ἀ­να­μέ­νει ὅ­πως πάν­το­τε τὴν λύ­τρω­ση.

 

 

 

Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

 

G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εικόνα: Tamara de Lempicka (1932)

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ, Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 21-06-2010, Ἑ­βδο­μά­δα Gün­ter Ku­nert).

 

Martin Walser: Τὰ παράπονα γιὰ τὶς μεθόδους μου συσσωρεύονται

 

 

Μάρ­τιν Βάλ­ζερ (Martin Walser)

 

Τὰ πα­ρά­πο­να γιὰ τὶς με­θό­δους μου συσ­σω­ρεύ­ον­ται

(Die Klagen über meine Methoden häufen sich)

 

Ο ΘΑΡΡΟΣ ποὺ χρει­ά­ζε­ται κα­νείς. Γιὰ νὰ γί­νει κα­νεὶς λη­στὴς τρα­πε­ζῶν, νὰ εἰ­σβά­λει στὸ κα­θα­ρὸ πά­τω­μα τῆς ὁ­λό­φω­της αἴ­θου­σας τῶν τα­μεί­ων, τὸ θάρ­ρος αὐ­τὸ μοῦ ἔ­λει­πε, σὰν βάλ­θη­καν οἱ παι­δα­γω­γοί μου νὰ μὲ πι­έ­ζουν νὰ δι­α­λέ­ξω σώ­νει καὶ κα­λὰ κά­ποι­ο ἐ­πάγ­γελ­μα. Εὐ­χα­ρί­στως θὰ γι­νό­μουν δα­σο­φύ­λα­κας, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς –ἔ­τσι του­λά­χι­στόν μοῦ φαι­νό­ταν– τὸ θάρ­ρος ἑ­νὸς λη­στῆ τρα­πε­ζῶν. Ἂν τὸ ἐ­ξε­τά­σει κα­νεὶς προ­σε­κτι­κά, πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι γιὰ σχε­δὸν ὅ­λα τὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το τὸ θάρ­ρος ἑνὸς ἀν­θρώ­που ποὺ εἰ­σβάλ­λει στὸ χῶ­ρο τῶν τα­μεί­ων, τρο­μά­ζει τοὺς πάν­τες ἀ­πει­λών­τας τους μὲ ἕ­να γε­μά­το ἢ πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ἄ­δει­ο πε­ρί­στρο­φο μέ­χρι ν’ ἀ­πο­κτή­σει αὐ­τὸ ποὺ ἐ­πι­θυ­μεῖ, γιὰ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ τέ­λος πι­σω­πα­τών­τας, μὲ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι στὸ πρό­σω­πο.

         Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ γί­νω θυ­ρω­ρός. Καὶ μά­λι­στα θυ­ρω­ρὸς σὲ ἕ­να ἐρ­γο­στά­σιο κα­τα­σκευ­ῆς παι­χνι­δι­ῶν. Μπο­ρῶ νὰ φαν­τα­στῶ ὅ­τι πολ­λοὺς ἀπ’­ τοὺς συ­να­δέλ­φους μου ἡ δου­λειὰ αὐ­τὴ τοὺς κά­νει ὑ­πε­ρό­πτες, ὥ­στε φεύ­γον­τας τὸ βρά­δυ ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ νὰ πε­ρι­φέ­ρον­ται μὲ τὸ ἀ­τσά­λι­νο ὕ­φος τους, σκορ­πών­τας τρι­γύ­ρω τὶς πε­ρι­φρο­νη­τι­κὲς χει­ρο­νο­μί­ες τους. Προ­σω­πι­κὰ δὲν ἔ­φτα­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο, ἂν καὶ κα­τα­βάλ­λω με­γά­λη προ­σπά­θεια νὰ ἐ­κτε­λῶ κα­θη­με­ρι­νὰ τὰ κα­θή­κον­τά μου κα­τὰ τρό­πο ἀ­νη­λε­ῆ. Στὸ γυ­ά­λι­νο θό­λο μου μέ­σα, αἰ­σθάν­θη­κα ἀ­π’ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ σὰν στὸ σπί­τι μου. Τὰ κουμ­πιά, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρῶ ν’ ἀ­νοί­γω τὶς πλέ­ον γνώ­ρι­μες πόρ­τες, χρει­ά­στη­κε νὰ μοῦ τὰ δεί­ξουν μί­α μό­νο φο­ρά. Τά ‘πια­σα ὅ­λα μὲ τὴν πρώ­τη. Τὴ δὲ λί­στα τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν τη­λε­φω­νι­κῶν γραμ­μῶν τὴν ἤ­ξε­ρα ἀπ’ ἔ­ξω ἤ­δη με­τὰ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὴ δι­ά­βα­σα. Μὲ τοὺς πρώ­τους ἐ­πι­σκέ­πτες ὑ­πῆρ­ξα –τὸ ὁ­μο­λο­γῶ– λι­γά­κι ντρο­πα­λός. Φο­βό­μουν τὶς ἐ­ρω­τή­σεις, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἴ­σως δὲ θὰ εἶ­χα ἀ­πάν­τη­ση, καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος γιὰ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τῶν ἐκ­φρά­σε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ προ­σφέ­ρον­τας πλη­ρο­φο­ρί­ες, ὅ­πως ὀρ­θῶς θ’ ἀ­νέ­με­νε ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης ἀ­πέ­ναν­τί μου. Πό­σο εὔ­κο­λο εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­τύ­χει ἕ­νας δύ­σμοι­ρος θυ­ρω­ρὸς στὰ κα­θή­κον­τά του! Νὰ ἔρ­χον­ται στὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἄν­θρω­ποι τῆς κα­λύ­τε­ρης πά­στας, κι ὅ­μως ὁ κα­η­μέ­νος ὁ θυ­ρω­ρὸς ν’ ἀ­γνο­εῖ ἂν ὁ προ­ϊ­στά­με­νός του ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ δε­χτεῖ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο τὴ δε­δο­μέ­νη στιγ­μή. Ἄλ­λο πά­λι ποὺ κα­θέ­νας στὸ ἐρ­γο­στά­σιο θε­ω­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τὸ του προ­ϊ­στά­με­νο τοῦ θυ­ρω­ροῦ. Ὁ θυ­ρω­ρὸς στε­ρεῖ­ται συ­νερ­γα­τῶν, δι­α­θέ­τει ὅ­μως πλῆ­θος προ­ϊ­στα­μέ­νων. Κι ἐ­πι­πλέ­ον, πρέ­πει νὰ τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ ὅ­λους. Τώ­ρα θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι δου­λειὰ τοῦ θυ­ρω­ροῦ εἶ­ναι ἁ­πλῶς νὰ πιά­νει τὸ ἀ­κου­στι­κό, νὰ κα­λεῖ τὸ ἀ­νά­λο­γο γρα­φεῖ­ο καὶ νὰ ρω­τᾶ ἂν τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο ἐμ­πρὸς του εἶ­ναι εὐ­πρόσ­δε­κτο ἢ ὄ­χι. Ὡ­στό­σο, οἱ κύ­ριοι στὰ γρα­φεῖ­α εἶ­ναι τό­σο εὐ­αί­σθη­τοι, ὥ­στε νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται πο­λὺ γιὰ νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σει ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­θῶ­ο ἐ­ρώ­τη­μα σὲ μιὰ φο­βε­ρὴ ἔ­κρη­ξη θυ­μοῦ. Καὶ τό­τε κραυ­γά­ζουν στὸ ἀ­κου­στι­κὸ στ’ ἀ­φτὶ τοῦ θυ­ρω­ροῦ κι ἐ­κεῖ­νος με­τὰ κό­που κα­τα­φέρ­νει νὰ συγ­κρα­τη­θεῖ καὶ νὰ μὴν ξε­σπά­σει σὲ κλά­μα­τα. Κά­τι τέ­τοι­ο θὰ ἦ­ταν δὲ ἀ­πα­ρά­δε­κτο νὰ συμ­βεῖ μπρο­στὰ στὸν ἐ­πι­σκέ­πτη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει κολ­λη­μέ­νο τὸ κε­φά­λι πά­νω στὸ τζά­μι κι ὅ­λη τὴν προ­σο­χὴ του πά­νω στὸ θυ­ρω­ρό, πε­ρι­μέ­νον­τας μιὰν ἀ­πάν­τη­σή του. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση μά­λι­στα τοῦ θυ­ρω­ροῦ δὲν πρέ­πει σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση νὰ μαρ­τυ­ρεῖ τὶς κραυ­γὲς ποὺ ὁ ἑ­κά­στο­τε εὐ­έ­ξα­πτος καὶ ὑ­ψη­λὰ ἀ­μοι­βό­με­νος ὑ­πάλ­λη­λος τοῦ γρα­φεί­ου κα­τευ­θύ­νει στὸ ἀ­φτὶ τοῦ θυ­ρω­ροῦ. Ὄ­χι. Δου­λειὰ τοῦ θυ­ρω­ροῦ εἶ­ναι ἀν­τι­θέ­τως νὰ με­τα­φρά­ζει αὐ­τὲς τὶς κραυ­γὲς σ’ ἕ­να πι­κρα­μέ­νο χα­μό­γε­λο καὶ μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ πα­ρη­γο­ροῦν τό­σο τὸν ἐ­πι­σκέ­πτη, ὥ­στε βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου νὰ ξε­χνᾶ ὅ­τι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ τὴν ἔ­κλει­σαν στὰ μοῦ­τρα. Καὶ τέ­τοι­ου εἴ­δους δι­ερ­μη­νεί­α πρέ­πει κα­νεὶς πρῶ­τα νὰ τὴ μά­θει, πι­στέψ­τε με. Καὶ σὰ νὰ μὴ φτά­νει αὐ­τό, πολ­λὲς φο­ρὲς χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ καὶ ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὴν ἠ­χο­μο­νω­τι­κὴ φό­δρα τοῦ παλ­τό μου ποὺ κρέ­με­ται πί­σω μου, ὥ­στε νὰ κρύ­ψω ἀ­π’ τὰ ἀ­φτιὰ τοῦ ἐ­πι­σκέ­πτη τὴν ἔ­ξαλ­λη φω­νὴ τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Κι αὐ­τὸ για­τί ὑ­πάρ­χει μιὰ ὁ­δη­γί­α τῆς δι­εύ­θυν­σης, δη­λα­δὴ τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ με­τα­χει­ρί­ζε­ται κα­νεὶς κα­νέ­ναν ἐ­πι­σκέ­πτη –ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ‘ναι αὐ­τός– κα­τὰ τρό­πο ἀ­νάρ­μο­στο. Πα­ρό­λο ποὺ ἡ ὁ­δη­γί­α αὐ­τὴ ἀ­φο­ρᾶ ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου, ὁ θυ­ρω­ρὸς εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ στὴν πρά­ξη ἀ­να­λαμ­βά­νει νὰ τὴ φέ­ρει εἰς πέ­ρας. Κι ἐ­γὼ ἐκ­πλή­ρω­να πάν­τα μ’ εὐ­χα­ρί­στη­ση αὐ­τό μου τὸ κα­θῆ­κον, κα­θὼς σε­βό­μουν τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ὁ­δη­γί­α πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἄλ­λο κα­νο­νι­σμὸ τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου.

        Γι’ αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ ἔ­μα­θα νὰ κα­τα­φεύ­γω στὸ τη­λέ­φω­νο ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν σπα­νι­ό­τε­ρα γί­νε­ται. Ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος ἐ­ξε­τά­ζω τὸν ἐ­πι­σκέ­πτη κι ἀ­πο­φα­σί­ζω ἂν δι­καί­ως ἀ­παι­τεῖ νὰ μι­λή­σει μὲ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ ἐ­φο­δια­σμοῦ, τὸ λο­γι­στή, τὸ δι­ευ­θυν­τὴ σχε­δια­σμοῦ, τὴ νοι­κά­ρισ­σα τοῦ κυ­λι­κεί­ου ἢ ἀ­κό­μα καὶ τὸ δι­οι­κη­τὴ ἢ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ προ­σω­πι­κοῦ.

        Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι στὴν ἀρ­χὴ ἔ­δι­ω­χνα κά­ποι­ους πο­λὺ γρή­γο­ρα. Στα­δια­κὰ ὅ­μως ἀ­πέ­κτη­σα τὴ δε­ξι­ό­τη­τα ἐ­κεί­νη πού μοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ ρω­τά­ω κά­ποι­ον σχο­λα­στι­κὰ καὶ μὲ τὴν πλέ­ον με­γά­λη φυ­σι­κό­τη­τα, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση σὰν ἀ­να­κρι­τὴς ἢ ἰ­δι­ω­τι­κὸς πρά­κτο­ρας, σχε­δὸν τυ­χαῖα θὰ ἔ­λε­γα, στὰ πλαί­σια μιᾶς καὶ γιὰ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρὲς ἀ­πο­λαυ­στι­κῆς συ­ζή­τη­σης, ὡ­στό­σο μὲ τὴν κα­θ’ ὅ­λα χρή­σι­μη ἐμ­βρί­θεια. Ἔ­τσι, στὸ τέ­λος τῆς συ­ζή­τη­σης αὐ­τῆς εἶ­μαι πλή­ρως ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος ὡς πρὸς τὸ βαθ­μὸ σπου­δαι­ό­τη­τας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐ­πί­σκε­ψης, ὥ­στε νὰ μπο­ρῶ ν’ ἀ­πο­φα­σί­σω ἐ­γώ, μὲ τὴ συ­νεί­δη­σή μου ἥ­συ­χη, ἂν πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τρέ­ψω στὸν ἐ­πι­σκέ­πτη τὴν εἴ­σο­δο ἢ ὄ­χι. Ὅ­ταν δὲ ἀ­πο­πέμ­πω κά­ποι­ον, πράγ­μα ποὺ συμ­βαί­νει μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους, ἔ­χω τὸν τρό­πο νὰ τὸν πεί­σω κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς συ­ζή­τη­σής μας, γιὰ ποι­ὸ λό­γο θὰ ἦ­ταν ἄ­σκο­πο νὰ μι­λή­σει προ­σω­πι­κὰ μὲ τὸν ὑ­πάλ­λη­λο τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου, τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ συ­ναν­τή­σει. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­χω ἀ­πο­κτή­σει τό­σες γνώ­σεις, σὲ ὅ­λες τὶς εἰ­δι­κό­τη­τες τὶς σχε­τι­κὲς μὲ τὸ ἐρ­γο­στά­σιο, ποὺ εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­παν­τή­σω σὲ ἕ­ναν ἀν­τι­πρό­σω­πο ποὺ ἔρ­χε­ται στὸ ἐρ­γο­στά­σιο γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸ δι­ευ­θυν­τὴ ἐ­φο­δια­σμοῦ ἐν ὄ­ψει πα­ρά­δο­σης λευ­κο­σι­δή­ρου, ἂν οἱ προ­τά­σεις του ἔ­χουν προ­ο­πτι­κὴ ἐ­πι­τυ­χί­ας ἢ ὄ­χι. Ἐ­ξί­σου ἔ­χω μά­θει νὰ πα­ρη­γο­ρῶ ἐμ­πό­ρους λι­α­νι­κῆς ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ συ­ναν­τή­σουν τὸ δι­ευ­θυν­τὴ πω­λή­σε­ων ἢ ἀ­γρό­τες ποὺ θέ­λουν νὰ ἐ­φο­διά­ζουν τὸ κυ­λι­κεῖ­ο μας ἢ ἀ­ναι­μι­κοὺς ἐ­φευ­ρέ­τες ποὺ κα­τα­φθά­νουν σὲ ἀ­γέ­λες τῶν τρι­ῶν ἢ τεσ­σά­ρων ἀ­τό­μων ἐ­πι­θυ­μών­τας νὰ μι­λή­σουν μὲ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ σχε­δια­σμοῦ, προ­κει­μέ­νου νὰ τὸν πεί­σουν γιὰ τὴ μο­να­δι­κό­τη­τα τῶν ἀ­νε­κτί­μη­των ἐ­φευ­ρέ­σε­ών τους. Ἀ­κό­μα κι ἀ­πο­φα­σι­στι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς μὲ πει­σμω­μέ­νο βλέμ­μα καὶ ζω­γρά­φους πρέ­πει ν’ ἀ­πο­θαρ­ρύ­νω ποὺ ἔρ­χον­ται γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θοῦν τὸ δι­ευ­θυν­τὴ μάρ­κε­τιγκ ἐ­πει­δὴ ἀ­πέρ­ρι­ψε τὶς δου­λει­ές τους. Καὶ ἰ­δί­ως οἱ συγ­γρα­φεῖς καὶ οἱ ζω­γρά­φοι –καὶ τὸ λέ­ω αὐ­τὸ πρὸς τι­μὴν τῶν ἀ­γρο­τῶν καὶ τῶν ἀν­τι­προ­σώ­πων– εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι τοὺς ὁ­ποί­ους πεί­θει κα­νεὶς δυ­σκο­λό­τε­ρα χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τὸν ὀρ­θὸ λό­γο καὶ τὰ λό­για τὰ συ­νε­τά. Ἔ­τσι λοι­πὸν ἐκ­προ­σω­πῶ ἐ­γὼ ἀπ΄ τὸ θυ­ρω­ρεῖ­ο μου –για­τί αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια– ὅ­λα τὰ δι­ευ­θυν­τι­κὰ στε­λέ­χη τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου. Κι ἂν τὰ κέρ­δη τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης αὐ­ξά­νον­ται, αὐ­τὸ δὲν παύ­ει νὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι προ­στα­τεύ­ω τοὺς δι­ευ­θυν­τὲς τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης –για­τί πρό­κει­ται γιὰ εὔ­θραυ­στες προ­σω­πι­κό­τη­τες– ἀ­πὸ ἀ­νε­πι­θύ­μη­τες ἐ­πι­σκέ­ψεις. Δυ­στυ­χῶς, αὐ­τή μου ἡ προ­σφο­ρὰ περ­νᾶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τη ἄπ΄τοὺς ἴ­διους αὐ­τοὺς τοὺς κυ­ρί­ους τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, οἱ κύ­ριοι αὐ­τοὶ δὲν ἐν­νο­οῦν νὰ κα­τα­λά­βουν ὅ­τι χρει­ά­ζο­μαι χρό­νο προ­κει­μέ­νου νὰ πεί­σω κά­θε ἐ­πι­σκέ­πτη χω­ρι­στά, χω­ρὶς νὰ τὸν χει­ρι­στῶ ἀ­νάρ­μο­στα, γιὰ τὸ μά­ται­ον τῆς ἐ­πί­σκε­ψής του. Οἱ μα­κρό­πνο­ες συ­ζη­τή­σεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες πρέ­πει νὰ πραγ­μα­το­ποι­ῶ στὸ θυ­ρω­ρεῖ­ο μου μ’ ἕ­να σω­ρὸ ἐ­πι­σκέ­πτες, ἔ­χουν ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται κά­θε πρω­ί, μι­σὴ ὤ­ρα με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου, μιὰ ἀ­πὸ λε­πτὸ σὲ λε­πτὸ μα­κρύ­τε­ρη οὐ­ρὰ ἐμ­πρὸς στὸ γκι­σέ μου. Θέ­λεις, τώ­ρα, νὰ ὑ­πῆρ­ξε κά­ποι­ος ἀρ­κε­τὰ ἀ­νά­γω­γος ποὺ ἐ­κμε­ταλ­λεύ­τη­κε τὸ χά­ος τοῦ συγ­κεν­τρω­μέ­νου πλή­θους, ὥ­στε νὰ ξε­γλι­στρή­σει καὶ νὰ μπεῖ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο χω­ρὶς ἀ­ναγ­γε­λί­α; Θέ­λεις νὰ βι­α­ζό­ταν κά­ποι­α φο­ρὰ κά­ποι­ο δι­ευ­θυν­τι­κὸ στέ­λε­χος νὰ φύ­γει ἀ­π’ τὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ νὰ ‘χά­σε ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο λε­πτὸ περ­νών­τας ἀ­π’ τὴν οὐ­ρὰ τῶν συγ­κεν­τρω­μέ­νων; Πάν­τως, συσ­σω­ρεύ­ον­ται στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τὰ πα­ρά­πο­να γιὰ τὶς με­θό­δους μου, ὡς πρὸς τὸν τρό­πο ποὺ με­τα­χει­ρί­ζο­μαι τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες. Δου­λεύ­ω, λέ­ει, ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀρ­γά, χω­ρὶς κα­μί­α ἀ­πο­λύ­τως δι­ά­θε­ση καὶ μὲ ἐ­λά­χι­στη πρα­κτι­κό­τη­τα… Αὐ­τὰ πρέ­πει ν’ ἀ­κού­ω κι ἀ­πὸ πά­νω! Τό­σο κον­τό­φθαλ­μες εἶ­ναι αὐ­τὲς οἱ κα­τη­γο­ρί­ες καὶ τὰ πα­ρά­πο­να, τό­σο λί­γη γνώ­ση ἐ­πι­δει­κνύ­ουν τῆς δου­λειᾶς μου, ποὺ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οὔ­τε κὰν μπο­ρῶ νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Θά ‘θε­λα νὰ δῶ τί θὰ γι­νό­ταν, ἂν ξέ­κα­να τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες μιὰ κι ἔ­ξω! Τό­τε, θὰ ἦ­ταν μὲν ἡ εἴ­σο­δος πάν­τα ἄ­δεια, ἀλ­λὰ τὰ τη­λέ­φω­να μὲ τὰ πα­ρά­πο­να στὴ δι­εύ­θυν­ση δὲ θά ‘χαν στα­μα­τη­μό, ἡ φή­μη τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης θὰ δε­χό­ταν με­γά­λο πλῆγ­μα καὶ ὁ τζί­ρος θὰ πή­γαι­νε πε­ρί­πα­το. Δὲν εἶ­ναι δὰ τυ­χαί­α ἡ ὁ­δη­γί­α ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει στοὺς ὑ­παλ­λή­λους νὰ πιά­νουν τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες ἀ­π’ τὰ μοῦ­τρα. Καὶ φυ­σι­κά, δὲν μπο­ρῶ νὰ τρέ­ξω στὸ δι­οι­κη­τὴ καὶ νὰ τοῦ ζη­τή­σω νὰ κλεί­σει τὸ στό­μα ὅ­σων πα­ρα­πο­νι­οῦν­ται καὶ βάλ­λουν ἐ­ναν­τί­ον μου. Θὰ μοῦ ἔ­λε­γε τό­τε ἐ­κεῖ­νος καὶ τοῦ­το ποι­είν, κα­κεῖ­νο μὴ ἀ­φι­έ­ναι. Πῶς γί­νε­ται ὅ­μως νὰ πεί­σω εὐ­γε­νι­κὰ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τοὶ στὴν ἐ­πι­χει­ρή­ση, ὅ­ταν πρέ­πει νὰ τοὺς ξε­κά­νω στὰ γρή­γο­ρα ταυ­το­χρό­νως; Τὸ νὰ πεί­σεις κά­ποι­ον ὅ­τι κέρ­δι­σες τὸ λα­χεῖ­ο δὲν εἶ­ναι δύ­σκο­λο, δὲ χρει­ά­ζε­ται πα­ρὰ μί­α καὶ μό­νο πρό­τα­ση. Τὸ νὰ ἐ­ξη­γή­σεις ὅ­μως πραγ­μα­τι­κὰ σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι ἡ ἐ­φεύ­ρε­σή του, τὸ δι­α­φη­μι­στι­κό του κεί­με­νο, ὁ λευ­κο­σί­δη­ρός του ἢ τὰ λα­χα­νι­κά του δὲν ἐν­δεί­κνυν­ται γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση, καὶ μά­λι­στα μὲ τρό­πο ποὺ ἀ­φή­νον­τας πί­σω του τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση νὰ τὴν ἐ­ξυ­μνεῖ κι­ό­λας, ἔ, αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ μοῦ τὸ δεί­ξει κά­ποι­ος νὰ γί­νε­ται μέ­σα σὲ δυ­ὸ λε­πτά! Τί νὰ κά­νω ὅ­μως; Ἡ οὐ­ρὰ μπρο­στὰ στὸ θυ­ρω­ρεῖ­ο μου γί­νε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη. Κα­θὼς μά­λι­στα γνω­ρί­ζω πλέ­ον τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ ἐλ­λο­χεύ­ουν, ἡ οὐ­ρὰ αὐ­τὴ μὲ φέρ­νει σὲ ἀ­μη­χα­νί­α, μὲ κά­νει ἀ­βέ­βαι­ο, τὰ λό­για μου δὲ ρέ­ουν πιὰ ὅ­πως πρῶ­τα, ἱ­δρώ­νω, τραυ­λί­ζω, κα­θυ­στε­ρῶ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ δὲ φτά­νω πο­τὲ πιὰ τὸ βαθ­μὸ πα­ρη­γό­ρη­σης ποὺ ἔ­φτα­να πρω­τύ­τε­ρα. Ἤ­δη ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ κά­ποι­οι μοῦ πε­τοῦν κα­τά­μου­τρα μιὰ βρι­σιά, μοῦ κλεί­νουν ὁ­μοί­ως τὴν πόρ­τα καὶ ξε­χύ­νον­ται στὸ δρό­μο ἔ­ξαλ­λοι. Τί νὰ κά­νω; Τί­πο­τα δὲν μπο­ρῶ πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξω. Ἐ­πι­τέ­λους, πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω τὸ λό­γο ποὺ πε­ρι­γρά­φω μὲ τό­ση λε­πτο­μέ­ρεια τὴν πο­ρεί­α μου στὸ ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ δι­ά­λε­ξα. Ὁ λό­γος δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος, ἀ­πὸ τὴν προ­σπά­θεια ὑ­πε­ρά­σπι­σής μου καὶ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση κα­τα­νό­η­σης κά­που ἐ­κεῖ ἔ­ξω για­τί αὔ­ριο μὲ πε­ρι­μέ­νει ὁ δι­ευ­θυν­τὴς προ­σω­πι­κοῦ στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἀρ­χι­κὰ σκέ­φτη­κα ὅ­τι ἴ­σως πρό­κει­ται γιὰ μί­α ἁ­πλὴ πα­ρα­τή­ρη­ση, μιὰ προ­ει­δο­ποί­η­ση. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω πιά. Στὴ χθε­σι­νὴ οὐ­ρὰ μπρο­στὰ στὸ θυ­ρω­ρεῖ­ο μου πε­ρί­με­νε ἕ­νας, χον­τράν­θρω­πος, μ’ ἕ­να στό­μα δί­χως χεί­λη καὶ μοῦ ζή­τη­σε νὰ τὸν ἀ­ναγ­γεί­λω στὸ δι­ευ­θυν­τὴ προ­σω­πι­κοῦ ποὺ τὸν εἶ­χε, λέ­ει, ζη­τή­σει. Ἐ­πι­λέ­γον­τας ἤ­δη μὲ τὸ δά­χτυ­λο τὸν ἀ­ριθ­μὸ στὸ καν­τράν, τὸν ρώ­τη­σα πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται. Εἶ­χε ἔρ­θει, λέ­ει, γιὰ συ­νέν­τευ­ξη γιὰ τὴν κε­νὴ θέ­ση θυ­ρω­ροῦ.

        Ἐ­πέ­λε­ξα σω­στὰ καὶ μὲ τὴν πρώ­τη τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ προ­σω­πι­κοῦ κι ἀ­νήγ­γει­λα τὸν κύ­ριο, ὡ­στό­σο ὁ δεί­κτης μου, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα ἐ­πι­λέ­ξει τὸν ἀ­ριθ­μὸ στὸ καν­τράν, εἶ­χε κρυ­σταλ­λώ­σει. Ὁ ἄν­δρας εἰ­σῆλ­θε στὸ κτί­ριο καὶ μι­σὴ ὥ­ρα με­τὰ ἐ­ξῆλ­θε εὔ­θυ­μος. Μέ­χρι ποὺ σφύ­ρι­ζε κι­ό­λας. Ἔ­μει­να νὰ κοι­τά­ζω γε­μά­τος θαυ­μα­σμό. Αὐ­τὸ θὰ πεῖ θάρ­ρος, σκέ­φτη­κα. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ καὶ με­τὰ αἰ­σθα­νό­μουν κά­ποι­α ντρο­πὴ ποὺ εἶ­χα ἀ­φε­λῶς ἐ­πι­λέ­ξει νὰ γί­νω θυ­ρω­ρός. Μό­λις τώ­ρα δι­α­πί­στω­να ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς τὸ θάρ­ρος λη­στὴ τρα­πε­ζῶν. Ἐ­κεῖ­νο τὸ θάρ­ρος δη­λα­δὴ ποὺ μά­ται­α ἀ­κό­μα ψά­χνω μέ­σα μου νὰ βρῶ.

 

 

 

Πη­γή: Kurzgeschichten für den Deutsch-Unterricht.

 

Martin Walser (Βά­σερ­μπουρκ στὴ λί­μνη τῆς Κων­σταν­τί­ας, Γερ­μα­νί­α, 24 Μαρ­τί­ου 1927). Κα­τα­ξι­ω­μέ­νος Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δι­α­κρί­θη­κε γιὰ τὴν ἀ­πο­τύ­πω­ση τῶν ἐ­σω­τε­ρι­κῶν συγ­κρού­σε­ων τῶν «ἀν­τι­η­ρώ­ων» του.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.