Βολφντίτριχ Σνοῦρε (Wolfdietrich Schnurre): Φυγή

 

 

Βολφντίτριχ Σνοῦρε (Wolfdietrich Schnurre)

 

Φυ­γή

(Auf der Flucht)

 

Α ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΑ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει κι εἶ­χε γε­ρά­σει. Τῆς γυ­ναί­κας τῆς ἔ­πε­φτε πιὰ με­γά­λος. Κι ἦ­ταν καὶ τὸ παι­δὶ μα­ζί τους, νε­ο­γέν­νη­το. Πει­νοῦ­σε κι ἔ­κλαι­γε δια­ρκῶς. Κι ἡ γυ­ναί­κα πει­νοῦ­σε. Πα­ρέ­με­νε, ὅ­μως, ἤ­ρε­μη κι ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος τὴν κοι­τοῦ­σε, χα­μο­γε­λοῦ­σε, ἢ τοὐ­λά­χι­στον προ­σπα­θοῦ­σε νὰ χα­μο­γε­λά­σει.

       Κι ὁ ἄν­τρας πει­νοῦ­σε. Δὲν ἤ­ξε­ραν ποῦ πή­γαι­ναν. Ἤ­ξε­ραν μό­νο ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν στὴν πα­τρί­δα, εἶ­χε κα­τα­στρα­φεῖ.  Ἔ­τρε­χαν μέ­σα στὸ δά­σος, ἀ­νά­με­σα στὰ πεῦ­κα. Καὶ τ’ ἄ­κου­γαν νὰ θρο­ΐ­ζουν. Κα­τὰ τὰ ἄλ­λα ἡ­συ­χί­α. Βα­τό­μου­ρα ἢ μα­νι­τά­ρια δὲν ὑ­πῆρ­χαν. Τὰ εἶ­χε κά­ψει ὁ ἥ­λιος. Οἱ ἡ­λι­α­χτί­δες τρε­μό­παι­ζαν πά­νω ἀ­π’ τὰ μο­νο­πά­τια.  Μό­λις ποὺ φυ­σοῦ­σε ἕ­να ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι. Ὅ,τι πρέ­πει γιὰ τὰ γε­ρά­κια. Ζαρ­κά­δια καὶ λα­γοὶ κεί­τον­ταν μέ­σα στὴ φτέ­ρη, ξέ­πνο­α.

      «Ἀν­τέ­χεις;» ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας.

      Ἡ γυ­ναί­κα δὲν σά­λε­ψε κα­θό­λου. «Ὄ­χι» εἶ­πε.

      Κά­θι­σαν. Τὰ πεῦ­κα εἶ­χαν κα­λυ­φθεῖ ἀ­πὸ κάμ­πι­ες ποὺ σέρ­νον­ταν ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ στοὺς κορ­μούς τους. Ὅ­ταν δὲν φυ­σοῦ­σε μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει τὸν ἐ­λα­φρὸ ψί­θυ­ρο ἀ­π’ τὶς  πευ­κο­βε­λό­νες. Φύλ­λα θρό­ϊ­ζαν κι ἔ­πε­φταν μα­ζὶ μὲ κο­πριὰ σὰν βρο­χή.

      «Μαυ­ρο­πού­λια», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, «ρη­μά­ζουν τὸ δά­σος».

      «Ποῦ εἶ­ναι τὰ ἄλ­λα που­λιά;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

      «Δὲν ξέ­ρω», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, «νο­μί­ζω ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ που­λιά».

      Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­βα­λε τὸ παι­δὶ νὰ βυ­ζά­ξει. Ἀλ­λὰ τὸ στῆ­θος δὲν εἶ­χε γά­λα. Καὶ τὸ παι­δὶ ξα­νάρ­χι­σε νὰ κλαί­ει. Ὁ ἄν­τρας ξε­ρο­κα­τά­πι­ε. Καὶ κα­θὼς τὸ παι­δὶ κόν­τευ­ε νὰ σκά­σει ἀ­π’ τὸ κλά­μα, ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος.

      «Ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­με νὰ συ­νε­χί­σου­με» εἶ­πε.

      «Ὄ­χι» ἀ­πο­κρί­θη­κε ἐ­κεί­νη. Προ­σπά­θη­σε νὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­σει, ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τά­φε­ρε.

      «Πά­ω νὰ φέ­ρω κά­τι νὰ φᾶ­με» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

      «Ἀ­πὸ ποῦ;» ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

      «Ἄ­σ’ το σὲ μέ­να» τῆς εἶ­πε.

      Κι ἔ­φυ­γε. Περ­πά­τη­σε μέ­σα στὸ δά­σος ποὺ ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε.  Χά­ρα­ζε ση­μά­δια στὰ δέν­τρα. Ἔ­φτα­σε σ’ ἕ­να ἀμ­μῶ­δες αὐ­λά­κι. Κά­πο­τε ἦ­ταν ρυά­κι. Κι ἔ­τρε­χε σ’ ἕ­να μαῦ­ρο το­πί­ο, γε­μά­το σκό­νη. Κά­πο­τε ἦ­ταν λι­βά­δι. Δυ­ὸ ὧ­ρες ἔ­τρε­χε. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­ζε ἕ­νας χερ­σό­το­πος, σὰν ἔ­ρη­μος. Πά­νω σ’ ἕ­να βρά­χο κεί­τον­ταν ξε­ρα­μέ­νη μιὰ ὀ­χιά.  Ἀ­νά­με­σα στὰ σκο­νι­σμέ­να χορ­τά­ρια τοῦ κάμ­που. Ἔ­πει­τα βρέ­θη­κε, ἀ­να­πάν­τε­χα, σ’ ἕ­ναν ἀ­γρό. Κι ἀ­πὸ ’­κεῖ σ’ ἕ­να χω­ριό, πε­θα­μέ­νο.

      Κά­θι­σε πά­νω σ’ ἕ­να σί­δε­ρο, ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ δέ­νουν τὰ κά­ρα. Τὸν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος. Ἐ­νῶ κοι­μό­ταν ἔ­πε­σε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, δι­ψοῦ­σε. Ὁ οὐ­ρα­νί­σκος του ἔ­και­γε. Ση­κώ­θη­κε, μπῆ­κε τρι­κλί­ζον­τας σ’ ἕ­να σπί­τι. Μὲς στὸ σπί­τι ἐ­ρη­μιά. Κά­ποι­ος εἶ­χε βγά­λει ἔ­ξω τὸ συρ­τά­ρι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ καὶ τώ­ρα ἔ­χα­σκε στὸ δά­πε­δο. Οἱ κα­τσα­ρό­λες ρη­μα­διό. Τὸ ἴ­διο καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Πά­νω στὸν πάγ­κο ἕ­να μαν­τί­λι. Μὲς στὸ μαν­τί­λι δε­μέ­νη μι­σὴ φραν­τζό­λα ψω­μί. Ξε­ρό.

      Ὁ ἄν­τρας τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε. Στὰ ἄλ­λα σπί­τια δὲν βρῆ­κε τί­πο­τα. Οὔ­τε κἂν νε­ρό. Στὸ πη­γά­δι ψο­φί­μι. Δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ κό­ψει οὔ­τε ἕ­να κομ­μα­τά­κι ἀ­πὸ τὸ ψω­μί. Ἤ­θε­λε νὰ τὸ κρα­τή­σει γιὰ τὴ γυ­ναί­κα. Ἴ­χνη ἀ­πὸ σο­δειὰ δὲν ἔ­βρι­σκε. Οὔ­τε ζῶ­α ὑ­πῆρ­χαν πιά. Μό­νο με­ρι­κὲς ψό­φι­ες γά­τες καὶ χῆ­νες. Ἁ­πλῶς ὑ­πῆρ­χαν.

      Μιὰ κα­ται­γί­δα πλα­νι­ό­ταν στὸν ἀ­έ­ρα.Στὸ χω­ρά­φι πά­τη­σε μιὰ σαύ­ρα ποὺ σά­πι­ζε μὲς στὴ σκό­νη. Βρον­τοῦ­σε. Μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ δά­σος εἶ­χαν στα­θεῖ νέ­φη ἄν­θρα­κα. Προ­χώ­ρη­σε μὲ τὸ κε­φά­λι κα­τε­βα­σμέ­νο. Κρα­τοῦ­σε τὸ ψω­μὶ κά­τω ἀ­πὸ τὴ μα­σχά­λη. Τὰ γέ­νια του ἔ­στα­ζαν ἱ­δρώ­τα. Τὰ πέλ­μα­τα τῶν πο­δι­ῶν του ἔ­και­γαν.  Τά­χυ­νε τὸ βῆ­μα του. Μι­σό­κλει­σε τὰ μά­τια.  Κοί­τα­ξε πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ οὐ­ρα­νὸς πνι­γη­ρὸς ἀ­πὸ τὶς θει­ώ­δεις ἀ­να­θυ­μιά­σεις. Ἄ­στρα­φτε. Μαῦ­ρα σύν­νε­φα πλη­σί­α­ζαν. Ὁ ἥ­λιος ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν σι­γὰ σι­γά.

      Ὁ ἄν­τρας τά­χυ­νε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ βῆ­μα του. Ἔ­χω­σε τὸ ψω­μὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὸ για­κὰ τοῦ που­κα­μί­σου στὸν κόρ­φο του, συγ­κρα­τών­τας το μὲ τοὺς ἀγ­κῶ­νες. Ἦρ­θε ἕ­νας δυ­να­τὸς ἀ­έ­ρας.  Πέ­φταν στα­γό­νες. Χο­ρο­πη­δοῦ­σαν σὰν μπι­ζέ­λια πά­νω στὸ ξε­ρὸ ἔ­δα­φος. Ὁ ἄν­τρας ἔ­τρε­χε. Τὸ ψω­μί, σκε­φτό­ταν, τὸ ψω­μί. Ἀλ­λὰ ἡ βρο­χὴ ἦ­ταν πιὸ γρή­γο­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν.  Ἦ­ταν ἀ­κό­μα μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ δά­σος, ὡ­στό­σο τὸν πλη­σί­α­ζε.

      Ἀ­στρα­πὲς ἔ­σκι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ψι­χά­λι­ζε. Ὁ ἄν­τρας ἔ­σφι­ξε μὲ τὰ χέ­ρια τὸ ψω­μὶ πά­νω στὸ στῆ­θος του. Κολ­λοῦ­σε. Ἔ­τρε­χε σὰν κυ­νη­γη­μέ­νος. Ἀλ­λὰ ἡ βρο­χὴ δυ­νά­μω­νε. Τὸ δά­σος μπρο­στὰ καὶ τὸ χω­ριὸ πί­σω, ἄ­φαν­τα. Οἱ ἀ­να­θυ­μιά­σεις ἀ­νέ­μι­ζαν σὰν ση­μαῖ­ες πά­νω ἀ­πὸ τὸ χέρ­σο κάμ­πο. Τὰ ρυά­κια αὐ­λά­κω­ναν τὴν ἄμ­μο. Ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος. Λα­χα­νι­α­σμέ­νος. Ἔ­γει­ρε τὸ σῶ­μα του πρὸς τὰ μπρός. Τὸ ψω­μὶ κρε­μό­ταν μέ­σα στὸ που­κά­μι­σό του, κά­τω ἀ­π’ τὸ στῆ­θος του. Δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὸ ἀγ­γί­ξει. Ἦ­ταν μα­λα­κό, θρυμ­μα­τι­ζό­ταν καὶ τὰ ψί­χου­λα ἔ­πε­φταν στὸ χῶ­μα. Σκε­φτό­ταν τὴ γυ­ναί­κα, τὸ παι­δί. Ἔ­σφι­ξε τὰ δόν­τια. Λύ­γι­σε τὰ χέ­ρια. Κόλ­λη­σε τοὺς βρα­χί­ο­νες μὲ δύ­να­μη πά­νω στὸ σῶ­μα. Ἔ­τσι σκέ­φτη­κε ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ προ­στα­τεύ­σει κα­λύ­τε­ρα τὸ ψω­μί.

      «Νὰ γεί­ρω ἀ­πὸ πά­νω του» σκέ­φτη­κε. «Νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω κά­τι σὰν στέ­γα­στρο μὲ τὸ στῆ­θος μου. Δὲν πρέ­πει νὰ μοῦ τὸ δι­α­λύ­σει ἡ βρο­χή. Δὲν πρέ­πει.» Τὰ γό­να­τά του λύ­γι­σαν. Ἔ­γει­ρε τὸ κορ­μὶ πά­νω στὰ γό­να­τα.

      Ἡ βρο­χὴ βού­ι­ζε γύ­ρω του. Οὔ­τε στὰ δέ­κα βή­μα­τα δὲν μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ δι­α­κρί­νει μπρο­στά του. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του πί­σω στὴν πλά­τη. Με­τὰ ἔ­γει­ρε τὸ μέ­τω­πο πρὸς τὴν ἄμ­μο. Ἔ­βλε­πε τὸν κόρ­φο του μέ­σα ἀ­πὸ τὸ για­κά. Ἔ­βλε­πε τὸ ψω­μί, ἦ­ταν λε­κι­α­σμέ­νο, δι­α­λυ­ό­ταν. Ἔ­μοια­ζε σὰν σφουγ­γά­ρι.

      «Θὰ πε­ρι­μέ­νω» σκέ­φτη­κε ὁ ἄν­τρας.   «Θὰ πε­ρι­μέ­νω μέ­χρι νὰ πε­ρά­σει ἡ κα­ται­γί­δα.» Τὸ ἤ­ξε­ρε. Ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, οὔ­τε πέν­τε λε­πτὰ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ ψω­μὶ ἀ­κέ­ραι­ο. Ἔ­πει­τα θὰ δι­α­λυ­ό­ταν, θὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια του. Ἔ­βλε­πε τὴ βρο­χὴ νὰ πε­τα­ρί­ζει γύ­ρω του. Ἀ­κό­μα καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὶς μα­σχά­λες εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ τρυ­πώ­σει. Ἕ­νας χεί­μαρ­ρος ἀ­πὸ στα­γό­νες μού­σκε­ψε τὸ ψω­μί, γλί­στρη­σε μέ­σα του, τὸ ρο­κά­νι­σε. Οἱ στα­γό­νες ποὺ ἔ­πε­φταν κά­τω ἦ­ταν θο­λές ἀ­πὸ τὰ ψί­χου­λα. Τὸ ψω­μί, ποὺ πρὶν ἀ­πὸ λί­γο εἶ­χε φου­σκώ­σει, τώ­ρα ὁ­λο­έ­να καὶ λι­γό­στευ­ε. Κομ­μά­τι κομ­μά­τι δι­α­λυ­ό­ταν.

      Τό­τε συ­νέ­λα­βε τὴν ἰ­δέ­α: Τό ‘φε­ρε ἀ­πὸ ‘δῶ, τό ‘φε­ρε ἀ­πὸ ‘κεῖ,  ἦ­ταν τώ­ρα στὸ χέ­ρι του νὰ ἐ­πι­λέ­ξει. Ἢ νὰ τὸ ἀ­φή­σει νὰ δι­α­λυ­θεῖ ἢ νὰ τὸ φά­ει ὁ ἴ­διος: Σκέ­φτη­κε: «Ἂν δὲν τὸ φά­ω, θὰ δι­α­λυ­θεῖ, θὰ πα­ρα­μεί­νω ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος καὶ θὰ γί­νου­με κι οἱ τρεῖς τρο­φὴ γιὰ τὰ σκυ­λιά. Ἂν πά­λι τὸ φά­ω, θὰ μπο­ρέ­σω τοὐ­λά­χι­στον ἐ­γὼ νὰ κρα­τή­σω κά­ποι­ες δυ­νά­μεις.»

      Τὸ εἶ­πε φω­να­χτά, ἔ­πρε­πε νὰ τὸ πεῖ φω­να­χτά. Ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἄλ­λων φω­νῶν ποὺ ἀ­κού­γον­ταν μέ­σα του, τῶν σι­γα­νῶν. Δὲν κοί­τα­ζε τὸν οὐ­ρα­νό, ποὺ ξά­νοι­γε στὰ δυ­τι­κά. Δὲν ἔ­δι­νε ση­μα­σί­α στὴ βρο­χή, ποὺ κό­πα­ζε. Κοί­τα­ζε τὸ ψω­μί. Πεί­να, σκε­φτό­ταν, πεί­να. Πεί­να. Καί: Ψω­μί, σκε­φτό­ταν, ψω­μί.  Καὶ τό­τε τὸ ἔ­κα­νε. Τὸ ἔ­πια­σε μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια. Τὸ ἔ­σφι­ξε σὰν μπά­λα. Τὸ ζού­λη­ξε γιὰ νὰ βγεῖ τὸ νε­ρό. Τὸ δάγ­κω­σε βα­θιά, τὸ κα­τά­πι­ε, τὸ κα­τα­βρό­χθι­σε.  Πέ­φτον­τας στὰ γό­να­τα, ἀ­δρά­χνον­τάς το, σὰν ἕ­να κτῆ­νος. Ὥ­σπου τὸ ἀ­πο­τε­λεί­ω­σε.

      Ἔμ­πη­γε τὰ δά­χτυ­λά του στὴ χέρ­σα γῆ, στὴ μου­σκε­μέ­νη ἄμ­μο. Κρα­τοῦ­σε τὰ μά­τια του κλει­στά. Τό­τε λι­πο­θύ­μη­σε. Οἱ ὦ­μοι του κύρ­τω­σαν. Ὅ­ταν συ­νῆλ­θε, ση­κώ­θη­κε τρι­κλί­ζον­τας, μὲ τὴν αἴ­σθη­ση τῆς ἄμ­μου ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια του.

      Σκού­πι­σε τὰ μά­τια του. Τὰ ἀ­νοι­γό­κλει­σε. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό. Μιὰ ἀ­χτί­δα φω­τὸς δι­α­πέ­ρα­σε τὸ γκρί­ζο. Οἱ βρό­χι­νες ση­μαῖ­ες εἶ­χαν δι­α­λυ­θεῖ στὸν ἀ­έ­ρα. Λί­γες στα­γό­νες ἀ­κό­μη, κι ἡ κα­ται­γί­δα εἶ­χε πιὰ πε­ρά­σει.

      Φω­τει­νὸ γα­λά­ζιο. Ἡ ὑ­γρα­σί­α ἐ­ξα­τμι­ζό­ταν. Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε τὸ δρό­μο του πα­ρα­πα­τών­τας. Οἱ καρ­ποὶ τῶν χε­ρι­ῶν του αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω στοὺς γο­φούς του. Τὸ πη­γού­νι του εἶ­χε βυ­θι­στεῖ στὸ στῆ­θος. Στὸ τέρ­μα τοῦ δά­σους ἔ­γει­ρε πά­νω σ’ ἕ­να πεῦ­κο. Ἀ­πὸ μα­κριὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς ν’ ἀ­κού­σει τὸ τι­τί­βι­σμα τοῦ σπί­νου κα­θὼς κα­λοῦ­σε τὴ βρο­χή. Καὶ τοὺς κο­φτοὺς κρωγ­μοὺς τοῦ κού­κου.  Ὁ ἄν­τρας ἀ­να­ζή­τη­σε τὰ ση­μά­δια πά­νω στὰ δέν­τρα. Ψη­λα­φών­τας τα πῆ­ρε τὸ δρό­μο τοῦ γυ­ρι­σμοῦ. Πά­νω στὶς φτέ­ρες καὶ στὰ βά­τα λαμ­πύ­ρι­ζαν οἱ στα­γό­νες. Ἡ ὑ­γρα­σί­α καὶ οἱ ἀ­να­θυ­μιά­σεις ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα ἀ­πο­πνι­κτι­κή.

      Μό­νο τὰ μαυ­ρο­πού­λια εἶ­χαν ὠ­φε­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­ται­γί­δα. Πε­ρι­πλα­νῶν­ταν πιὸ γρή­γο­ρα ἀ­νά­με­σα στοὺς κορ­μούς. Ὁ ἄν­τρας στα­μα­τοῦ­σε κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα. Ἔ­νι­ω­θε πιὸ ἀ­δύ­να­τος ἀ­π’ ὅ,τι στὸν πη­γαι­μό. Ἡ καρ­διά του, τὰ πνευ­μό­νια του τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σαν. Κι οἱ φω­νές. Αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα.

      Ἔ­τρε­ξε ἀ­κό­μη τρεῖς ὧ­ρες, μα­ζὶ μὲ τὶς στά­σεις ποὺ ἔ­κα­νε γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. Καὶ τό­τε τὴν εἶ­δε νὰ κά­θε­ται. Εἶ­χε γεί­ρει τὸ κορ­μί της σ’ ἕ­να πεῦ­κο, τὸ παι­δὶ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νο στὴν πο­διά της. Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε.

      «Ἐ­πι­τέ­λους ἦρ­θες.»

      «Δὲν βρῆ­κα τί­πο­τα» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Κά­θι­σε.

      «Δὲν πει­ρά­ζει»  ἀ­πο­κρί­θη­κε ἐ­κεί­νη. Γύ­ρι­σε τὸ πρό­σω­πό της ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

      «Πό­σο γκρί­ζα­ρε ξαφ­νι­κά» σκέ­φτη­κε ὁ ἄν­τρας.

      «Χά­λια φαί­νε­σαι» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. «Προ­σπά­θη­σε νὰ κοι­μη­θεῖς λι­γά­κι.» Ξά­πλω­σε.

      «Τί ἔ­πα­θε τὸ παι­δί, για­τί εἶ­ναι τό­σο ἥ­συ­χο;­»

      «Εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νο» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

      Ὁ ἄν­τρας ἀ­νέ­πνε­ε πά­λι κα­νο­νι­κά.

      «Κοι­μᾶ­σαι;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

      Ὁ ἄν­τρας σώ­παι­νε. Τώ­ρα μό­νο τὰ μαυ­ρο­πού­λια φτε­ρού­γι­ζαν τρι­γύ­ρω.

      Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, εἶ­χε κι ἐ­κεί­νη ξα­πλώ­σει καὶ κοί­τα­ζε τὸν οὐ­ρα­νό. Τὸ παι­δὶ κεί­τον­ταν δί­πλα της, τὸ εἶ­χε τυ­λί­ξει μέ­σα στὴν μπλού­ζα της.

      «Τί συμ­βαί­νει;» ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας

      Ἡ γυ­ναί­κα δὲν σά­λε­ψε. «Πέ­θα­νε» εἶ­πε.

      Ὁ ἄν­τρας πε­τά­χτη­κε πά­νω.

      «Πέ­θα­νε;­», φώ­να­ξε,  «πέ­θα­νε;»

      «Πέ­θα­νε ἐ­νῶ κοι­μό­σουν» ἀ­πο­κρί­θη­κε ἡ γυ­ναί­κα.

      «Για­τί δὲν μὲ ξύ­πνη­σες;»

      «Για­τί νὰ σὲ ξυ­πνή­σω;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

 

 

 Πη­γή: T­e­x­te u­nd M­a­t­e­r­i­a­l­i­en f­ür d­en U­n­t­e­r­r­i­c­ht. D­e­u­t­s­c­he K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­t­en 

 

 Βολφντίτριχ Σνοῦρε (Wolfdietrich Schnurre) (22 Αὐ­γού­στου 1920, Φραγκ­φούρ­τη ἂμ Μά­ιν-9 Ἰ­ου­νί­ου 1989, Κί­ε­λο). Ὁ Σνοῦ­ρε ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κὸς λο­γο­τέ­χνης τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Δυ­τι­κῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­γά­λω­σε στὴ Φραγκ­φούρ­τη καὶ τὸ 1928 με­τα­κό­μι­σε μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα του στὸ Βε­ρο­λί­νο, ὅ­που φοί­τη­σε ἀρ­χι­κὰ σὲ ἕ­να σο­σι­α­λι­στι­κὸ σχο­λεῖ­ο καὶ ἐν συ­νε­χεί­α στὸ γυ­μνά­σιο. Στὴ διά­ρκεια τοῦ Β’ Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου κα­τε­τά­γη ὡς ἐ­θε­λον­τὴς στὸ στρα­τό. Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1945 κα­τέ­φυ­γε στὴ Βε­στφα­λί­α καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Βε­ρο­λί­νο με­τὰ τὸ τέ­λος τοῦ πο­λέ­μου. Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­ζη­σε στὸ Ἀ­να­το­λι­κὸ Βε­ρο­λί­νο, ἀλ­λὰ τὸ 1946 με­τα­κό­μι­σε στὸ Δυ­τι­κό. Τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ὑ­πῆρ­ξε ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ Φι­λο­λο­γι­κοῦ Συλ­λό­γου G­r­u­p­pe 47. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης μέ­λος τῆς ἕ­νω­σης λο­γο­τε­χνῶν P­EN στὴ Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­χώ­ρη­σε τὸ 1961. Τὸ 1959 ὁ Σνοῦ­ρε ἔ­γι­νε μέ­λος τῆς Γερ­μα­νι­κῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Γλώσ­σας καὶ Ποί­η­σης στὸ Ντάρ­μστατ. Τὸ 1964 προ­σβλή­θη­κε ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ μορ­φὴ πο­λυ­νευ­ρί­τι­δας. Τὸ 1965 ἡ πρώ­τη του σύ­ζυ­γος, Εὔ­α, αὐ­το­κτό­νη­σε. Τὸ 1996 παν­τρεύ­τη­κε τὴ γρα­φί­στρια Μα­ρί­να, μα­ζὶ μὲ τὴν ὁ­ποί­α υἱ­ο­θέ­τη­σαν ἕ­να γιό. Πέ­θα­νε στὸ Κί­ε­λο σὲ ἡ­λι­κί­α 68 ἐ­τῶν. Ὁ Σνοῦ­ρε τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ας Γε­νιᾶς, τὸ Βρα­βεῖ­ο F­o­n­t­a­ne τῆς πό­λης τοῦ Βε­ρο­λί­νου (1958), τὸ Βρα­βεῖ­ο I­m­mer­mann (1959), τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας G­e­o­rg M­a­r­c­k­e­n­s­en (1962), τὸν Ὁ­μο­σπον­δια­κὸ Σταυ­ρὸ τῆς Ἀ­ξί­ας (1981), τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Κο­λω­νί­ας (1982), τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1983) καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς πό­λης τοῦ Κι­έ­λου (1989). Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ πολ­λὲς μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ ἔρ­γα γιὰ ρα­δι­ό­φω­νο κα­θὼς καὶ παι­δι­κὰ βι­βλί­α.

 

Εὐ­αγ­γε­λί­α Δάλ­κου (Τρί­πο­λη, 1979). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ τὸ 2007 ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο, μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ Ι­ΚΥ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­ορ­θώ­τρια-ἐ­πι­με­λή­τρια.

 

Διαφημίσεις

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Κάτι θὰ γίνει: Μιὰ ὑπερδραστήρια ἱστορία

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Κά­τι θὰ γί­νει: Μιὰ ὑ­περ­δρα­στή­ρια ἱ­στο­ρί­α

(Es wird etwas geschehen: Eine handlungsstarke Geschichte)

 

ΤΙΣ ΠΙΟ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ πε­ρι­ό­δους τῆς ζω­ῆς μου θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ κα­τα­τά­ξει ἐ­κεί­νη, ὅ­ταν ἐρ­γα­ζό­μουν στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Ἄλ­ρεντ Βούν­ζην­τελ. Ἐκ φύ­σε­ως τεί­νω μᾶλ­λον πρὸς τὴν πε­ρί­σκε­ψη καὶ τὴν ἀ­πρα­γί­α πα­ρὰ πρὸς τὴν δου­λειά, ἀλ­λὰ ὅ­λο κι ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι λό­γῳ δια­ρκοῦς οἰ­κο­νο­μι­κῆς δυ­σπρα­γί­ας —ἡ πε­ρί­σκε­ψη ἐ­ξάλ­λου ἀ­πο­φέ­ρει τό­σα ἀ­κρι­βῶς ὅ­σα καὶ ἡ ἀ­πρα­γί­α— ν’ ἀ­πο­δέ­χο­μαι μιὰ, ὡς εἴ­θι­σται ν’ ἀ­πο­κα­λεῖ­ται, θέ­ση ἐρ­γα­σί­ας. Ἔ­χον­τας φτά­σει λοι­πὸν γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ σὲ τέ­τοι­ο ση­μεῖ­ο πα­ρακ­μῆς, ἐμ­πι­στεύ­τη­κα τὴν τύ­χη μου στὰ χέ­ρια τοῦ γρα­φεί­ου εὑ­ρέ­σε­ως ἐρ­γα­σί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο μ’ ἔ­στει­λε μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἑ­πτὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Βούν­ζην­τελ, ὅ­που θὰ ὑ­πο­βαλ­λό­μα­σταν καὶ σὲ ἐ­ξε­τά­σεις κα­ταλ­λη­λό­τη­τος… Ἡ ἴ­δια ἡ ὄ­ψη τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου ξύ­πνη­σε τὴ δυ­σπι­στί­α μέ­σα μου: τὸ ἐρ­γο­στά­σιο ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου ἀ­πὸ γυ­ά­λι­να τοῦ­βλα, καὶ ἡ ἀ­πέ­χθειά μου γιὰ τ’ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα κτί­ρια καὶ τοὺς φω­τει­νοὺς χώ­ρους εἶ­ναι τό­σο με­γά­λη ὅ­σο αὐ­τὴ γιὰ τὴ δου­λειά. Ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σπι­στος ἔ­γι­να σάν μᾶς σέρ­βι­ραν (στὸ φω­τει­νὸ καὶ ἀ­νοι­χτό­χρω­μο κυ­λι­κεῖ­ο) καὶ πρω­ι­νό. Ὄ­μορ­φες σερ­βι­τό­ρες μᾶς ἔ­φε­ραν αὐ­γά, κα­φὲ καὶ τό­στ, γου­στό­ζι­κες κα­νά­τες πε­ρι­εῖ­χαν χυ­μὸ πορ­το­κά­λι καὶ τὰ χρυ­σό­ψα­ρα πλη­σί­α­ζαν στὸ τζά­μι τοῦ ἐ­νυ­δρεί­ου ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τὰ σὰν σὲ λή­θαρ­γο ἀ­δι­ά­φο­ρα μά­τια τους. Οἱ δὲ σερ­βι­τό­ρες τό­σο εὔ­θυ­μες, ποὺ κόν­τευ­αν, θαρ­ρεῖς, νὰ σκά­σουν ἀ­πὸ τὴν τό­ση εὐ­φο­ρί­α. Μό­νο μὲ τὴν κα­τα­βο­λὴ ὑ­περ­βο­λι­κῆς προ­σπά­θειας καὶ τὴν ἐ­πί­δει­ξη ἐκ­πλη­κτι­κῆς ἐγ­κρά­τειας —αὐ­τὴν τὴν ἐν­τύ­πω­ση εἶ­χα του­λά­χι­στον— κα­τά­φερ­ναν νὰ μὴν ξε­σπά­σουν σὲ κε­λα­ϊ­δη­τὸ δι­αρ­κεί­ας. Τό­σο γε­μά­τες ἔ­μοια­ζαν ἀ­πὸ τρα­γού­δια μὴ τρα­γου­δι­σμέ­να, ὅ­σο καὶ κό­τες ἀ­πὸ κυ­ο­φο­ρού­με­να ἀ­κό­μα αὐ­γά.

         Ἀ­μέ­σως δι­έ­βλε­ψα αὐ­τὸ ποὺ οἱ ἄλ­λοι ὑ­πο­ψή­φιοι φαί­νε­ται πὼς ἀ­γνο­οῦ­σαν: ὅ­τι δη­λα­δὴ τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε μέ­ρος τῆς ἐ­ξέ­τα­σής μας. Ἔ­τσι, μα­σοῦ­σα λοι­πὸν κι ἐ­γὼ στω­ι­κά, μὲ ὕ­φος ἀν­θρώ­που ποὺ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι εἰ­σφέ­ρει στὸ σῶ­μα του τρο­φὲς ἀ­νε­κτί­μη­της ἀ­ξί­ας. Μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σα νὰ κά­νω καὶ αὐ­τό, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­κι­νή­σει κα­μί­α δύ­να­μη —γνω­στὴ καὶ ἄ­γνω­στη— αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου: μὲ ἄ­δει­ο στο­μά­χι, ἤ­πια τὸ χυ­μό, δὲν ἄγ­γι­ξα κὰν τὸν κα­φὲ καὶ τ’ αὐ­γά, ἐ­νῶ ἄ­φη­σα στὸ πιά­το τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ τό­στ. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κα κι ἄρ­χι­σα νὰ βα­δί­ζω πά­νω κά­τω στὸ κυ­λι­κεῖ­ο, μὲ τὸν ἀ­έ­ρα ἀν­θρώ­που ποὺ κα­τα­στρώ­νει στὸ μυα­λό του σχέ­διο δρά­σης γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χει νὰ κά­νει.

        Ἔ­τσι, ὁ­δη­γή­θη­κα πρῶ­τος στὴν αἴ­θου­σα τῆς ἐ­ξέ­τα­σης, ὅ­που ἤ­δη μᾶς πε­ρί­με­ναν πά­νω σὲ φί­να τρα­πέ­ζια τὰ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­για. Οἱ τοῖ­χοι δὲ βαμ­μέ­νοι σὲ τέ­τοι­ο τό­νο τοῦ πρά­σι­νου, ποὺ θὰ ἔ­κα­νε κά­θε φα­να­τι­κὸ τῆς δι­α­κό­σμη­σης ν’ ἀ­να­φω­νή­σει μὲ δέ­ος «θαῦ­μα!». Κα­νεὶς δὲ φαι­νό­ταν τρι­γύ­ρω, ὡ­στό­σο ἤ­μουν τό­σο σί­γου­ρος ὅ­τι μὲ πα­ρα­κο­λου­θοῦν, ποὺ συμ­πε­ρι­φε­ρό­μουν ὅ­πως ἕ­νας πο­λυ­πράγ­μων ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­γνο­εῖ ὅ­τι τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦν: ἀ­νυ­πό­μο­να ἔ­βγα­λα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη τὴν πέ­να μου, ἀ­φαί­ρε­σα τὸ κα­πά­κι, κά­θη­σα στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο τρα­πέ­ζι καὶ τρά­βη­ξα πρὸς τὸ μέ­ρος μου τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο, ὅ­πως τρα­βᾶ τὸ λο­γα­ρια­σμὸ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ὁ ἰ­δι­ό­τρο­πος. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Θε­ω­ρεῖ­τε σω­στὸ ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δι­α­θέ­τει μό­νο δύο χέ­ρια, δύο πό­δια, δύο μά­τια καὶ δύο ἀ­φτιά; Ἐ­πι­τέ­λους, νὰ μιὰ φο­ρὰ ποὺ χρει­ά­στη­κε ν’ ἀ­δρά­ξω τοὺς καρ­ποὺς τῆς κο­πι­ώ­δους πε­ρί­σκε­ψής μου, γρά­φον­τας χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό: «Ἀ­κό­μα καὶ τέσ­σε­ρα χέ­ρια, πό­δια, μά­τια κι ἀ­φτιὰ νὰ εἶ­χε ὁ ἄν­θρω­πος, ἐ­μέ­να δὲ θὰ μοῦ ἔ­φτα­ναν. Τό­ση ἡ πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη μου, ἀλ­λὰ τί νὰ κά­νω; Ἐλ­λι­πὴς ὁ ἐ­ξο­πλι­σμὸς τοῦ ἀν­θρώ­που.» Ἐ­ρώ­τη­ση δεύ­τε­ρη: «Πό­σα τη­λε­φω­νή­μα­τα εἶ­στε σὲ θέ­ση ν’ ἀ­παν­τή­σε­τε ταυ­το­χρό­νως;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ αὐ­τῆς τῆς ἐ­ρώ­τη­σης ἦ­ταν τό­σο εὔ­κο­λη, ὅ­σο μιὰ ἐ­ξί­σω­ση πρώ­του βαθ­μοῦ. «Μὲ ἑ­φτὰ μό­νο τη­λε­φω­νή­μα­τα», ἔ­γρα­ψα, «εἶ­μαι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Μό­νο ὅ­ταν γί­νουν ἐν­νιά, αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι ἀγ­γί­ζω τὴ μέ­γι­στη ἀ­πό­δο­ση.» Ἐ­ρώ­τη­ση τρί­τη: «Τί κά­νε­τε με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα;» Ἡ ἀ­πάν­τη­σή μου: «Δὲν ξέ­ρω πιὰ τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη ‘σχό­λα­σμα’. Τὴ δι­έ­γρα­ψα ἀ­π’ τὸ λε­ξι­λό­γιό μου στὰ δέ­κα­τα πέμ­πτα γε­νέ­θλιά μου για­τί ἐν ἀρ­χῇ ἦν ἡ πρά­ξις.» Ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν δι­κή μου. Πραγ­μα­τι­κά, οὔ­τε καὶ μὲ τὰ ἐν­νιὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα αἰ­σθα­νό­μουν ὅ­τι προ­σέγ­γι­ζα τὴ μέ­γι­στη ἀ­πό­δο­ση. Φώ­να­ζα μὲς στὸ ἀ­κου­στι­κό: «Ἀ­να­λά­βα­τε ἀ­μέ­σως δρά­ση!» ἢ «Κά­νε­τε κά­τι!» ἢ «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει! Κά­τι θὰ γί­νει! Κά­τι ἔ­γι­νε! Κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει!». Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς ὅ­μως (κα­θὼς αὐ­τὸ φαι­νό­ταν ν’ ἁρ­μό­ζει στὴ γε­νι­κό­τε­ρη ἀ­τμό­σφαι­ρα) χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν προ­στα­κτι­κή. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον πα­ρου­σί­α­ζαν τὰ δι­α­λείμ­μα­τα γιὰ τὸ με­ση­με­ρια­νὸ φα­γη­τό, ὁ­πό­τε ὅ­λοι στὸ κυ­λι­κεῖ­ο, πε­ρι­βαλ­λό­με­νοι ἀ­πὸ ἄ­φω­νη εὐ­φο­ρί­α, κα­τα­να­λώ­να­με πλού­σι­ες σὲ βι­τα­μί­νες τρο­φές. Τὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Βούν­ζην­τελ ἔ­βρι­θε ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­κα­ναν σὰν πα­λα­βοὶ γιὰ νὰ δι­η­γη­θοῦν στὸν ἄλ­λο τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς τους, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἁρ­μό­ζει σὲ πο­λυ­πράγ­μο­νες ἀν­θρώ­πους. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ζω­ῆς τους εἶ­ναι γιὰ κεί­νους ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἀ­πὸ τὴ ζω­ή τους τὴν ἴ­δια. Δὲν ἔ­χει πα­ρὰ νὰ πι­έ­σει κα­νεὶς ἕ­να κουμ­πὶ καὶ νά σου, ξε­χύ­νε­ται σὰν χεί­μαρ­ρος ὁ δρό­μος τους, γε­μά­τος δάφ­νες καὶ τι­μές.

        Ὁ ἀν­τι­κα­τα­στά­της τοῦ Βούν­ζην­τελ ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­δρας ὀ­νό­μα­τι Μπρό­σεκ, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει φή­μη σε­βα­στή, κα­θώς, ὄν­τας φοι­τη­τής, δού­λευ­ε νύ­χτα γιὰ νὰ θρέ­ψει τὰ ἑ­φτὰ παι­διὰ καὶ τὴν πα­ρά­λυ­τη γυ­ναί­κα του, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­χε δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει ἐ­πι­τυ­χῶς τέσ­σε­ρις ἐμ­πο­ρι­κὲς ἀ­πο­στο­λὲς καὶ μέ­σα σ’ ὅ­λα αὐ­τά, εἶ­χε πε­ρά­σει ἐ­πι­τυ­χῶς δύο φο­ρὲς μέ­σα σὲ δύο χρό­νια τὶς κρα­τι­κὲς ἐ­ξε­τά­σεις καὶ μά­λι­στα μὲ ἔ­παι­νο. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ἀ­πὸ δη­μο­σι­ο­γρά­φους «Καὶ πό­τε κοι­μᾶ­στε, κύ­ρι­ε Μπρό­σεκ;» ἐ­κεῖ­νος ἀ­πάν­τη­σε: «Ὕ­πνος ἴ­σον ἁ­μαρ­τί­α!» Ἡ δὲ γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Βούν­ζην­τελ ἔ­τρε­φε τὸν πα­ρά­λυ­το σύ­ζυ­γό της καὶ τὰ τέσ­σε­ρά τους παι­διὰ ζω­γρα­φί­ζον­τας, εἶ­χε ἐκ­πο­νή­σει δι­α­τρι­βὴ πα­ράλ­λη­λα στὴν ψυ­χο­λο­γί­α καὶ τὴν ἐ­θνο­γρα­φί­α, ἐ­ξέ­τρε­φε λυ­κό­σκυ­λα καί, δου­λεύ­ον­τας ὡς τρα­γου­δί­στρια σὲ μπάρ, εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ μὲ τὸ ὄ­νο­μα «Βὰμπ 7». Ἀλ­λὰ κι ὁ ἴ­διος ὁ Βούν­ζην­τελ ἀ­νῆ­κε σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ πρω­ὶ-πρω­ί, πρὶν κὰν ξυ­πνή­σουν γιὰ τὰ κά­λα, εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι γιὰ δρά­ση. «Πρέ­πει νὰ δρά­σω», σκέ­φτον­ται, τὴ στιγ­μὴ ποὺ σφίγ­γουν στὴ μέ­ση τους τὴ ζώ­νη τοῦ μπουρ­νου­ζιοῦ τους. «Πρέ­πει νὰ δρά­σω», σκέ­φτον­ται, ἐ­νῶ ξυ­ρί­ζον­ται, κοι­τά­ζον­τας θρι­αμ­βευ­τι­κὰ τὶς τρί­χες ποὺ ξε­πλέ­νει τὸ νε­ρὸ ἀ­π’ τὴν ξυ­ρι­στι­κὴ μη­χα­νὴ μα­ζὶ μὲ τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος. Αὐ­τὲς οἱ τρί­χες εἶ­ναι τὰ πρῶ­τα θύ­μα­τα τῆς ὁρ­μῆς τους γιὰ δρά­ση. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ πιὸ ἰ­δι­ω­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες προ­κα­λοῦν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση στοὺς ἀν­θρώ­πους αὐ­τούς. Τὸ νε­ρὸ τρέ­χει ἀ­π’ τὸ κα­ζα­νά­κι, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται χαρ­τί. Κά­τι γί­νε­ται. Ἐ­κεῖ­νοι τρῶ­νε ψω­μί, κα­θα­ρί­ζουν τὸ αὐ­γό. Ἡ πα­ρα­μι­κρὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα συ­νι­στοῦ­σε γιὰ τὸν Βούν­ζην­τελ δρά­ση. Τὸ πῶς ἔ­βα­ζε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ πῶς —σφύ­ζον­τας ἀ­πὸ ἐ­νέρ­γεια— κούμ­πω­νε τὸ παλ­τό του, τὸ πῶς φι­λοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα του φεύ­γον­τας, ὅ­λα γιὰ τὸν Βούν­ζην­τελ ἦ­ταν δρά­ση.

        Μπαί­νον­τας στὸ γρα­φεῖ­ο του, χαι­ρε­τοῦ­σε τὴ γραμ­μα­τέ­α του λέ­γον­τάς της: «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει!» Κι ἐ­κεί­νη ἀ­παν­τοῦ­σε εὔ­θυ­μη: «Κά­τι θὰ γί­νει!» Πή­γαι­νε τό­τε ὁ Βούν­ζην­τελ ἀ­πὸ τὸ ἕ­να τμῆ­μα τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου στὸ ἄλ­λο φω­νά­ζον­τας μὲ εὐ­φο­ρί­α: «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει!» Κι ὅ­λοι ἀ­παν­τοῦ­σαν: «Κά­τι θὰ γί­νει!» Ἀ­κό­μα κι ἐ­γὼ τοῦ φώ­να­ζα λάμ­πον­τας, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἐρ­χό­ταν καὶ στὸ δι­κό μου γρα­φεῖ­ο: «Κά­τι θὰ γί­νει!»

        Τὴν πρώ­τη κι­ό­λας ἑ­βδο­μά­δα ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν τη­λε­φω­νη­μά­των ποὺ ἀ­παν­τοῦ­σα ἔ­φτα­σε τὰ ἕν­τε­κα καὶ τὴ δεύ­τε­ρη τὰ δε­κα­τρί­α. Εἶ­χε πλά­κα ν’ ἀ­να­κα­λύ­πτω κά­θε πρω­ὶ στὸ τρὰμ νέ­ες προ­στα­γὲς καὶ νὰ βρί­σκω νέ­ους τρό­πους νὰ παί­ζω μὲ τὸ ρῆ­μα «γί­νο­μαι», χρη­σι­μο­ποι­ών­τας το σὲ δι­ά­φο­ρους χρό­νους, πρό­σω­πα καὶ φω­νές. Δυὸ μέ­ρες συ­νε­χό­με­να ἔ­λε­γα μί­α καὶ μό­νο φρά­ση για­τὶ μοῦ ἄ­ρε­σε πά­ρα πο­λύ: «Κά­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει γί­νει.» Δυὸ ἄλ­λες μέ­ρες ἔ­λε­γα: «Αὐ­τὸ δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἔ­χει γί­νει.» Ἔ­τσι, ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι φτά­νω πραγ­μα­τι­κὰ τὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ ἀ­πό­δο­σης, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ κά­τι ἔ­γι­νε στ’ ἀ­λή­θεια. Μιὰ Τρί­τη πρω­ί, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ ἀρ­χί­σω τὴ δου­λειά, μπῆ­κε σὰν σί­φου­νας ὁ Βούν­ζην­τελ στὸ γρα­φεῖ­ο μου μὲ τὸ οἰ­κεῖ­ο του «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει!». Κι ὅ­μως, κά­τι ἀ­νε­ξή­γη­το στὸ πρό­σω­πό του μ’ ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σω καὶ νὰ μὴν ἀ­παν­τή­σω μ’ εὐ­χά­ρι­στο καὶ ζων­τα­νὸ ὕ­φος, ὅ­πως προ­βλε­πό­ταν, μὲ τὴ φρά­ση «Κά­τι θὰ γί­νει!». Κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ὁ δι­σταγ­μός μου αὐ­τὸς δι­ήρ­κε­σε πο­λύ, κα­θὼς ὁ Βούν­ζην­τελ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πὸ κα­νο­νι­κὲς συν­θῆ­κες σπα­νί­ως σή­κω­νε τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς του, μοῦ φώ­να­ξε ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος: «Ἀ­παν­τῆ­στε! Ἀ­παν­τῆ­στε τώ­ρα, ὅ­πως προ­βλέ­πε­ται κι ἁρ­μό­ζει!» Κι ἐ­γὼ ἀ­πάν­τη­σα χα­μη­λό­φω­να, ἀν­τι­δρα­στι­κός, σὰν παι­δὶ ποὺ τὸ βά­ζουν νὰ πεῖ «Εἶ­μαι κα­κὸ παι­δί.» Κα­τό­πιν με­γά­λης προ­σπά­θειας κα­τά­φε­ραν νὰ προ­φέ­ρουν τὰ χεί­λη μου τὴ μα­γι­κὴ φρά­ση «Κά­τι θὰ γί­νει!» Δὲν πρό­λα­βα νὰ τε­λει­ώ­σω τὴ φρά­ση κι ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω ἔ­γι­νε πραγ­μα­τι­κὰ κά­τι. Σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα ὁ Βούν­ζην­τελ, κύ­λη­σε πέ­φτον­τας στὸ πά­τω­μα καὶ στα­μά­τη­σε μπρο­στὰ ἀ­κρι­βῶς στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, φρά­ζον­τάς την. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βα αὐ­τὸ ποὺ σὲ λί­γο δι­α­πί­στω­σα μὲ βε­βαι­ό­τη­τα σὰν τὸν πλη­σί­α­σα, βγαί­νον­τας ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο μου: ἦ­ταν νε­κρός.

        Κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι πέ­ρα­σα ἀ­πὸ πά­νω του κι ἀ­φοῦ δι­έ­σχι­σα τὸ δι­ά­δρο­μο, ἔ­φτα­σα στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ Μπρό­σεκ, ὅ­που μπῆ­κα χω­ρὶς νὰ χτυ­πή­σω στὴν πόρ­τα. Ὁ Μπρό­σεκ κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο του, σὲ κά­θε χέ­ρι κι ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­κου­στι­κὸ καὶ στὸ στό­μα ἕ­να στυ­λό, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κρα­τοῦ­σε ση­μει­ώ­σεις σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο. Μὲ γυ­μνὰ τὰ πό­δια χει­ρι­ζό­ταν μί­α πλε­κτο­μη­χα­νὴ το­πο­θε­τη­μέ­νη κά­τω ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο, κα­θὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ τρό­πος του νὰ συμ­βάλ­λει στὴν ἔν­δυ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. «Κά­τι ἔ­γι­νε» τοῦ εἶ­πα σι­γά. Ὁ Μπρό­σεκ ἔ­φτυ­σε τὸ στυ­λὸ ἀ­π’ τὸ στό­μα, ἔ­κλει­σε καὶ τὰ δυ­ὸ τη­λέ­φω­να, τρά­βη­ξε δι­στα­κτι­κὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του ἀ­π’ τὴν πλε­κτο­μη­χα­νὴ καὶ ρώ­τη­σε: «Τί ἔ­γι­νε;» «Ὁ κύ­ριος Βούν­ζην­τελ εἶ­ναι νε­κρός» ἀ­πάν­τη­σα. «Ἀ­πο­κλεί­ε­ται» ἀν­τέ­δρα­σε ὁ Μπρό­σεκ. «Κι ὅ­μως» εἶ­πα «ἐ­λᾶ­τε μα­ζί μου». «Ὄ­χι, ἀ­δύ­να­τον», δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ὁ Μπρό­σεκ, ἀλ­λὰ φό­ρε­σε τὶς παν­τό­φλες του καὶ μ’ ἀ­κο­λού­θη­σε στὸ δι­ά­δρο­μο. «Ὄ­χι» ἀ­να­φώ­νη­σε φτά­νον­τας στὸ πτῶ­μα τοῦ Βούν­ζην­τελ, «ἀ­δύ­να­τον!» Δὲν ἀν­τέ­δρα­σα. Κύ­λη­σα ἀ­νά­σκε­λα τὸν Βούν­ζην­τελ μὲ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­κλει­σα τὰ μά­τια καὶ τὸν κοί­τα­ξα σκε­πτι­κός.

        Αἰ­σθα­νό­μουν σχε­δὸν τρυ­φε­ρό­τη­τα γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σα ὅ­τι πο­τέ μου δὲν τὸν εἶ­χα μι­σή­σει. Στὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν ἀ­πο­τυ­πω­μέ­νη ἡ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἀν­τι­κρί­ζει κα­νεὶς στὰ πρό­σω­πα μι­κρῶν παι­δι­ῶν ποὺ ἀρ­νοῦν­ται πει­σμα­τι­κὰ νὰ πα­ρα­τή­σουν τὴν πί­στη τους στὸν Ἅι-Βα­σί­λη, πα­ρὰ τὴν πει­στι­κό­τη­τα τῶν ἐ­πι­χει­ρη­μά­των τῶν φί­λων τους ποὺ τὰ πει­ρά­ζουν. «Ὄ­χι», ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Μπρό­σεκ, «ἀ­δύ­να­τον». «Κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει» εἶ­πα χα­μη­λό­φω­να. «Ναί», συμ­φώ­νη­σε ἐ­κεῖ­νος, «κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει». Κι ὄν­τως κά­τι ἔ­γι­νε: Ὁ Βούν­ζην­τελ κη­δεύ­τη­κε κι ἐ­πέ­λε­ξαν ἐ­μέ­να ἀ­π’ ὅ­λους νὰ κου­βα­λῶ ἕ­να στε­φά­νι ψεύ­τι­κα τρι­αν­τά­φυλ­λα πί­σω ἀ­π’ τὸ φέ­ρε­τρό του, κα­θὼς πέ­ρα ἀ­π’ τὴν τά­ση μου πρὸς πε­ρί­σκε­ψη κι ἀ­πρα­γία, δι­α­θέ­τω καὶ τὴν ἰ­δα­νι­κὴ κορ­μο­στα­σιὰ καὶ τὸ ἰ­δα­νι­κὸ πρό­σω­πο γιὰ τὰ μαῦ­ρα κου­στού­μια. Προ­φα­νῶς ἤ­μουν χάρ­μα ὀ­φθαλ­μῶν μὲ αὐ­τὸ τὸ στε­φά­νι ἀ­πὸ ψεύ­τι­κα τρι­αν­τά­φυλ­λα στὰ χέ­ρια, πί­σω ἀ­π’ τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ Βούν­ζην­τελ. Ἔ­τσι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο τε­λε­τῶν μοῦ πρό­τει­νε ἔμ­μι­σθη θέ­ση ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α πεν­θοῦν­τος. «Εἶ­στε γεν­νη­μέ­νος γι’ αὐ­τὴν τὴ θέ­ση», εἶ­πε ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ γρα­φεί­ου καὶ πρό­σθε­σε: «Τὰ ροῦ­χα τ’ ἀ­να­λαμ­βά­νου­με ἐ­μεῖς. Ἄχ τὸ πρό­σω­πό σας: ἁ­πλὰ ὑ­πέ­ρο­χο!»

        Ὑ­πέ­βα­λα στὸν Μπρό­σεκ τὴν πα­ραί­τη­σή μου μὲ τὴν αἰ­τι­ο­λο­γί­α ὅ­τι δὲ φτά­νω στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τὸν ὕ­ψι­στο βαθ­μὸ ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τάς μου κι ὅ­τι, πα­ρὰ τὰ δε­κα­τρί­α τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἕ­να μέ­ρος τῶν ἱ­κα­νο­τή­των μου πα­ρα­μέ­νει ἀ­νε­κμε­τάλ­λευ­το. Με­τὰ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας ἐμ­φά­νι­σή μου ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α πιὰ σὲ κη­δεί­α, εἶ­πα στὸν ἑ­αυ­τό μου: «Ἐ­δῶ ἀ­νή­κεις! Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμός σου.» Στέ­κο­μαι σκε­πτι­κὸς πί­σω ἀ­π’ τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ νε­κροῦ μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ κρα­τῶ μιὰ ἁ­πλὴ ἀν­θο­δέ­σμη ἐ­νῶ ἀ­κού­γε­ται τὸ «Λάρ­γο» τοῦ Χαῖν­τελ, ἕ­να ἔρ­γο πραγ­μα­τι­κὰ πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νο. Τὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου ἔ­χει γί­νει τὸ στέ­κι μου κι ἐ­κεῖ περ­νῶ τὸ χρό­νο μου ἀ­νά­με­σα στὶς δι­ά­φο­ρες ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές μου ἐμ­φα­νί­σεις. Ὡ­στό­σο, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐμ­φα­νί­ζο­μαι καὶ σὲ κη­δεῖ­ες ποὺ δὲ μ’ ἔ­χουν πα­ραγ­γεί­λει, ἀ­γο­ρά­ζω ἀ­π’ τὴ δι­κή μου τσέ­πη μιὰ ἁ­πλὴ ἀν­θο­δέ­σμη καὶ πλη­σιά­ζω τὸν ὑ­πάλ­λη­λο τῆς Πρό­νοι­ας ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ μό­νος τὸ φέ­ρε­τρο κά­ποιου ἀ­πά­τρι­δος. Συ­χνὰ πυ­κνὰ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι καὶ τὸν τά­φο τοῦ Βούν­ζην­τελ για­τί σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση χρω­στά­ω σ’ ἐ­κεῖ­νον τὴ νέ­α μου δου­λειά, ὅ­που ἡ πε­ρί­σκε­ψη εἶ­ναι ἐ­πι­θυ­μη­τή, ἡ δὲ ἀ­πρα­γί­α ὑ­πο­χρέ­ω­σή μου. Ἦ­ταν πιὰ πο­λὺ ἀρ­γὰ ὅ­ταν μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ ὅ­τι στὴν οὐ­σί­α δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­κα πο­τὲ γιὰ τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ποὺ πα­ρα­γό­ταν στὸ ἐρ­γο­στά­σιο τοῦ Βούν­ζην­τελ. Θὰ πρέ­πει νά ‘ταν μᾶλ­λον σα­πού­νι.

 

 

Πη­γή: Kurzgeschichten fur den Deutsch-Unterricht.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Βήχας σὲ συναυλία

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Βή­χας σὲ συ­ναυ­λί­α

(Husten im Konzert)

 

ΞΑΔΕΡΦΟΣ ΜΟΥ ὁ Μπέρ­τραμ ἀ­νή­κει σ’ αὐ­τὴν τὴν κα­τη­γο­ρί­α ἀν­θρώ­πων, πού, νευ­ρω­τι­κοὶ κα­θὼς εἶ­ναι, μὴ ὄν­τας κα­τὰ τὸ ἐ­λά­χι­στο κρυ­ω­μέ­νοι, αἴφ­νης ξε­σποῦν σὲ βή­χα ἐν μέ­σῳ συ­ναυ­λι­ῶν. Ὁ βή­χας ξε­κι­νᾶ ὕ­που­λα, σὰν ἁ­πα­λό, φι­λι­κὸ σχε­δόν, θρό­ι­σμα ποὺ σὲ τί­πο­τα —λές— δι­α­φέ­ρει ἀ­π’ τὸ ρύθ­μι­σμα μου­σι­κοῦ ὀρ­γά­νου. Στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως αὐ­ξά­νει στα­δια­κὰ γιὰ νὰ φτά­σει νὰ γί­νει —ὑ­πα­κού­ον­τας σὲ μιὰ νο­μο­τέ­λεια ἀ­δι­ό­ρα­τη— ἔ­κρη­ξη ἠ­χη­τι­κὴ ποὺ κά­νει τὰ μαλ­λιὰ τῆς μπρο­στι­νῆς κυ­ρί­ας νὰ λι­κνί­ζον­ται σὰν ἀ­νά­λα­φρα πα­νιὰ ἱ­στι­ο­φό­ρου.

         Ὅ­πως ἁρ­μό­ζει στὴν εὐ­αι­σθη­σί­α του, ὁ Μπέρ­τραμ βή­χει δυ­να­τά, ὅ­ταν ἡ μου­σι­κὴ ἠ­χεῖ ἀ­πα­λά, καὶ ἠ­πι­ό­τε­ρα , ὅ­ταν ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Μὲ τὸ ἄ­χα­ρο φω­νη­τι­κό του ὄρ­γα­νο ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ ἄ­κρον ἄ­ω­τον τῆς δυ­σαρ­μο­νί­ας. Κα­θὼς μά­λι­στα δι­α­θέ­τει λαμ­πρὴ μνή­μη καὶ ξέ­ρει ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀ­να­κα­τω­τὰ τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες, παί­ζει γιὰ ’­μέ­να —τὸν ἀ­νί­δε­ο— τὸ ρό­λο τοῦ μέν­το­ρα. Σὰν ἀρ­χί­ζει νὰ ἱ­δρώ­νει καὶ τὰ ἀ­φτιά του κοκ­κι­νί­ζουν κι ἐ­κεῖ­νος συγ­κρα­τεῖ τὴν ἀ­να­πνο­ή του βγά­ζον­τας νευ­ρι­κὰ ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του τὶς κα­ρα­μέ­λες γιὰ τὸ βή­χα, ἐ­νῶ ἡ δι­εισ­δυ­τι­κὴ μυ­ρω­διὰ εὐ­κα­λύ­πτου δι­α­χέ­ε­ται στὸ χῶ­ρο τρι­γύ­ρω, ἔ, τό­τε ξέ­ρω πὼς ἡ μου­σι­κὴ περ­νᾶ σὲ δυ­να­τὸ ντι­μι­νου­έν­το. Κι ὄν­τως: τὸ δο­ξά­ρι τοῦ βι­ο­λι­στῆ μό­λις ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὶς χορ­δὲς κι ὁ πι­α­νί­στας δί­νει τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς μᾶλ­λον γη­τεύ­ει καὶ κα­θη­συ­χά­ζει τὸ πιά­νο του· μιά, ἂς ποῦ­με, ὁ­λό­τε­λα οἰ­κεί­α γερ­μα­νι­κὴ ἐ­σω­τε­ρι­κό­τη­τα δι­α­χέ­ε­ται τό­τε στὴν αἴ­θου­σα καὶ νὰ ποὺ ὁ Μπέρ­τραμ κά­θε­ται δί­πλα μὲ τὰ μά­γου­λα φου­σκω­μέ­να, ἕ­τοι­μα νὰ ἐ­κρα­γοῦν, στὰ μά­τια βα­ριὰ ἡ δυ­σθυ­μί­α καὶ ξαφ­νι­κά… ἡ ἔ­κρη­ξη!

        Κα­θὼς μό­νο ἄν­θρω­ποι ἀ­ρί­στου ἀ­γω­γῆς συ­χνά­ζουν σὲ συ­ναυ­λί­ες στὴν πό­λη μας, κα­νεὶς δὲ γυ­ρί­ζει βε­βαί­ως νὰ κοι­τά­ξει, οὔ­τε καὶ κά­νει ὑ­πο­δεί­ξεις καὶ μα­θή­μα­τα κα­λῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Ὡ­στό­σο, εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σαι πὼς τὸ κοι­νὸ βρί­σκε­ται ἕ­να μό­λις βῆ­μα πρὶν τὴν ἔ­κρη­ξη καὶ τὸ πα­ρα­κο­λου­θεῖς νὰ τι­νά­ζε­ται κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ Μπέρ­τραμ βή­χει ἐκ νέ­ου. Ἕ­να ἀ­δι­ά­κο­πο γά­βγι­σμα βγαί­νει θαρ­ρεῖς ἀ­π’ τὸ στό­μα του, γά­βγι­σμα ποὺ στα­δια­κὰ ἁ­πα­λύ­νε­ται, κα­θὼς τε­λει­ώ­νει ἐ­πι­τέ­λους τὸ ντι­μι­νου­έν­το. Τό­τε, ἐ­κεῖ­νος κα­τα­πί­νει μὲ μιᾶς τὸ χυ­μὸ εὐ­κα­λύ­πτου τῆς κα­ρα­μέ­λας, ἔ­τσι ποὺ τὸ μῆ­λο τοῦ Ἀ­δὰμ στὸ λαι­μό του μοιά­ζει μὲ σβέλ­το ἀ­νελ­κυ­στή­ρα.

        Τὸ φρι­κτὸ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Μπέρ­τραμ φαί­νε­ται νὰ δί­νει μὲ τὸ βή­χα του τὸ πα­ράγ­γελ­μα καὶ στοὺς ὑ­πό­λοι­πους νευ­ρω­τι­κούς, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως βαθ­μοῦ νεύ­ρω­σής τους. Σὰν σκύ­λοι ποὺ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­π’ τὸ γά­βγι­σμα, τοῦ ἀ­παν­τοῦν ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γω­νι­ὲς τῆς αἴ­θου­σας. Πα­ρά­ξε­νο, ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ ἀ­κό­μα, ποὺ ὑ­πὸ κα­νο­νι­κὲς συν­θῆ­κες οὔ­τε ἀρ­ρω­σταί­νω, οὔ­τε καὶ τὰ νεῦ­ρα μου πά­σχουν, ναί, ἀ­κό­μα κι ἐ­γὼ αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­σο προ­χω­ρᾶ ἡ συ­ναυ­λί­α, μιὰ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη τά­ση γιὰ βή­χα. Νι­ώ­θω τὰ χέ­ρια μου νὰ ἱ­δρώ­νουν καὶ ἐ­μέ­να τὸν ἴ­διο νὰ γί­νο­μαι θύ­μα μιᾶς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς πα­ρά­λυ­σης. Καὶ ξαφ­νι­κὰ κα­τα­λα­βαί­νω πὼς κά­θε προ­σπά­θεια εἶ­ναι μά­ται­η: θὰ βή­ξω. Αἰ­σθά­νο­μαι ἕ­να γαρ­γα­λη­τὸ στὸ λαι­μό, σχε­δὸν δὲν παίρ­νω ἀ­νά­σα πιά, τὸ σῶ­μα μου εἶ­ναι λου­σμέ­νο στὸν ἱ­δρώ­τα, τὸ πνεῦ­μα μου ἀ­πὸν καὶ ἡ ψυ­χή μου ὑ­πο­χεί­ρια μιᾶς ἀ­γω­νί­ας ὑ­παρ­ξια­κῆς. Στα­μα­τῶ ν’ ἀ­να­σαί­νω κα­νο­νι­κά, πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι νευ­ρι­κὰ τὸ μαν­τή­λι στὴν πα­λά­μη μου, ἕ­τοι­μος νὰ τὸ φέ­ρω μπρο­στὰ στὸ στό­μα μου ἂν χρεια­στεῖ κι ἔ­τσι, ἀν­τὶ ν’ ἀ­κού­ω τὴ μου­σι­κή, ἀ­φουγ­κρά­ζο­μαι τὸ νευ­ρω­τι­κὸ γά­βγι­σμα τῶν ὑ­πε­ρευ­αί­σθη­των συ­να­κρο­α­τῶν μου, ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦν μὲ μιᾶς τὸ πα­ράγ­γελ­μα τοῦ ἑ­νός.

        Λί­γο πρὶν τὸ δι­ά­λειμ­μα εἶ­μαι βέ­βαι­ος πιὰ γιὰ τὴ με­τά­δο­ση τῆς νεύ­ρω­σης: δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Ἀρ­χί­ζω νὰ σι­γον­τά­ρω τὸν Μπέρ­τραμ, βή­χον­τας σύγ­κορ­μος μέ­χρι νὰ φτά­σει τὸ δι­ά­λειμ­μα, ὁ­πό­τε μὲ τὸ πο­λυ­πό­θη­το χει­ρο­κρό­τη­μα τρέ­χω στὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Λου­σμέ­νος στὸν ἱ­δρώ­τα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι ὣς τὰ νύ­χια κι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος ἀ­π’ τοὺς σπα­σμοὺς τοῦ βή­χα, προ­σπερ­νῶ τὸν πορ­τι­έ­ρη καὶ βγαί­νω στὸν κα­θα­ρὸ ἀ­έ­ρα.

        Ἑ­πό­με­νο εἶ­ναι ποὺ ἄρ­χι­σα ν’ ἀρ­νοῦ­μαι, εὐ­γε­νι­κὰ μέν, πει­σμα­τι­κὰ δέ, τὶς προ­σκλή­σεις τοῦ Μπέρ­τραμ σὲ συ­ναυ­λί­ες. Μό­νο ἀ­ραι­ὰ καὶ ποὺ πιὰ τὸν συ­νο­δεύ­ω στὶς κο­ρυ­φαῖ­ες ἐκ­δη­λώ­σεις τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ μας. Ἀλ­λὰ καὶ τό­τε ἀ­κό­μα, μό­νο ὑ­πὸ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι οἱ τρομ­πέ­τες θὰ ὑ­περ­κα­λύ­πτουν κά­θε ἄλ­λο ἦ­χο ἢ ὅ­τι ἀν­τρι­κὴ χο­ρω­δί­α θὰ βά­ζει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ δυ­να­τά της σὲ κομ­μά­τια ὅ­πως «Κα­ται­γι­σμὸς βρον­τῶν» ἢ «Ἡ χι­ο­νο­στι­βά­δα». Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, σὲ ἔρ­γα ὅ­που εἶ­ναι δε­δο­μέ­να ἡ ὑ­ψη­λὴ ἠ­χη­τι­κὴ ἔν­τα­ση κι ἕ­να κά­ποι­ο φορ­τί­σι­μο. Μό­νο ποὺ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος μου­σι­κῆς δὲ μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει.

        Εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἄ­σκο­πο νὰ προ­σπα­θοῦν οἱ για­τροὶ ντὲ καὶ κα­λὰ νὰ μὲ πεί­σουν ὅ­τι ἔ­χουν πει­ρα­χτεῖ τὰ νεῦ­ρα μου κι ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἐ­λέγ­χω τὸν ἑ­αυ­τό μου. Χαί­ρω πο­λύ, ξέ­ρω ὅ­τι φταῖ­νε τὰ νεῦ­ρα μου. Ἔ­λα ὅ­μως ποὺ ἐ­κεῖ­να μ’ ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ὅ­ταν κά­θο­μαι δί­πλα στὸν Μπέρ­τραμ. Ὅ­σο γιὰ τὸν αὐ­το­έ­λεγ­χο, τζάμ­πα χά­νουν τὰ λό­για τους. Μοῦ εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἀ­δύ­να­το. Τί νὰ πῶ, ἴ­σως μω­ρὸ νὰ μὲ να­νού­ρι­ζαν λέ­γον­τάς μου ὅ­τι δὲ θὰ γί­νω πο­τὲ ἄν­θρω­πος μὲ αὐ­το­έ­λεγ­χο.

        Κα­τη­φὴς ξε­φυλ­λί­ζω πιὰ τὰ δι­α­φη­μι­στι­κὰ φυλ­λά­δια τῶν δι­α­φό­ρων συ­ναυ­λι­ῶν. Ἀ­δύ­να­το νὰ ἐν­δώ­σω στὸν πει­ρα­σμό τους, ἀ­φοῦ γνω­ρί­ζω ὅ­τι ὁ Μπέρ­τραμ θά ’­ναι ἐ­κεῖ καὶ θὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει. Καὶ μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­σω τὸν πρῶ­το του ψί­θυ­ρο, ὁ αὐ­το­έ­λεγ­χος πά­ει πε­ρί­πα­το.

 

 

Πηγή: „Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen“, Heinrich Böll, Deutscher Taschen­buch Verlag, München, 2004, S. 41-44.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Στὴ γέφυρα

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll) 

 

Στὴ γέφυρα

(An der Brücke)

 

ΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΡΑΜΜΑΤΑ στὰ πό­δια καὶ μοῦ ἔ­δω­σαν τέ­τοι­ο πό­στο ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ κά­θο­μαι. Τί πό­στο; Με­τρῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ περ­νοῦν ἀ­π’ τὴν και­νού­ρια γέ­φυ­ρα. Τὸ χαί­ρον­ται νὰ μπο­ροῦν ν’ ἀ­πο­δεί­ξουν τὴν ἀ­ξι­ο­σύ­νη τους μὲ νού­με­ρα, ξε­τρε­λαί­νον­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νού­σιο Τί­πο­τα, φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ με­ρι­κὰ ψη­φί­α, καὶ ὅ­λη μέ­ρα, ναί, ὅ­λη μέ­ρα πη­γαί­νει τὸ ἄ­λα­λο στό­μα μου σὰν μη­χα­νι­σμὸς ρο­λο­γιοῦ ποὺ κα­τα­γρά­φει τὸ ἕ­να ψη­φί­ο με­τὰ τὸ ἄλ­λο γιὰ νὰ τοὺς χα­ρί­σει κα­τὰ τὸ βρά­δυ τὸ θρί­αμ­βο ἑ­νὸς ἀ­ριθ­μοῦ.

         Τὰ πρό­σω­πά τους λάμ­πουν σὰν τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­νω τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­σο δὲ με­γα­λύ­τε­ρος ὁ ἀ­ριθ­μός, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο λάμ­πουν ἐ­κεῖ­νοι, ἔ­χον­τας πλέ­ον ἕ­να λό­γο νὰ ξα­πλώ­σουν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι στὸ κρε­βά­τι τους. Πῶς ἀλ­λι­ῶς, ἀ­φοῦ πολ­λὲς χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πων περ­νοῦν κα­θη­με­ρι­νῶς ἀ­πὸ τὴν και­νού­ρια τους γέ­φυ­ρα;

        Κι ὅ­μως, οἱ στα­τι­στι­κές τους δὲν εὐ­στα­θοῦν. Νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σουν, ἀλ­λὰ δὲν ἀ­λη­θεύ­ουν. Εἶ­μαι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος, ἂν καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ προ­κα­λῶ στοὺς ἄλ­λους τὴν ἐν­τύ­πω­ση τοῦ εὐ­συ­νεί­δη­του.

        Κα­τὰ βά­θος μὲ χα­ρο­ποι­εῖ νὰ κα­τα­πί­νω ποῦ καὶ ποῦ κα­νέ­ναν πε­ρα­στι­κό, ἐ­νῶ ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι, αἰ­σθα­νό­με­νος συμ­πό­νια, τοὺς χα­ρί­ζω με­ρι­κούς. Κρα­τῶ τὴν τύ­χη τους στὰ χέ­ρια μου. Ὅ­ταν εἶ­μαι ὀρ­γι­σμέ­νος ἢ δὲν ἔ­χω νὰ κά­νω τσι­γά­ρο, τοὺς δί­νω μό­νο τὸ μέ­σο ὅ­ρο, ἴ­σως καὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ μέ­σο ὅ­ρο. Ὅ­ταν πά­λι ἡ καρ­διά μου ἀ­γαλ­λιᾶ καὶ εἶ­μαι χα­ρού­με­νος, ἐ­πι­τρέ­πω στὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α μου νὰ με­του­σι­ω­θεῖ σὲ ἀ­ριθ­μοὺς πεν­τα­ψή­φιους. Καὶ εἶ­ναι τό­τε τό­σο εὐ­τυ­χεῖς! Μοῦ ἁρ­πά­ζουν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια, μὲ χτυ­ποῦν ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ τὰ μά­τια τους λάμ­πουν. Δὲν ἔ­χουν ἰ­δέ­α! Καὶ με­τὰ ρί­χνον­ται στοὺς πολ­λα­πλα­σια­σμοὺς καὶ τὶς δι­αι­ρέ­σεις καὶ τὶς πο­σο­στο­ποι­ή­σεις καὶ ξέ­ρω ’­γὼ τί ἄλ­λο. Λο­γα­ριά­ζουν πό­σοι ἄν­θρω­ποι περ­νοῦν ἀ­π’ τὴ γέ­φυ­ρα κά­θε λε­πτὸ καὶ πό­σοι θὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει ἀ­π’ αὐ­τὴ σὲ δέ­κα χρό­νια. Ἀ­γα­ποῦν τὸ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα, λα­τρεύ­ουν τὸν συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα, εἰ­δι­κεύ­ον­ται στὸν συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα. Κι ὅ­μως, νὰ μὲ συγ­χω­ρή­σουν, ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἰ­σχύ­ουν…

        Σὰν περ­νᾶ ἀ­π’ τὴ γέ­φυ­ρα ἡ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη
—καὶ περ­νᾶ δυ­ὸ φο­ρὲς ἡ­με­ρη­σί­ως—, τό­τε ἡ καρ­διά μου στα­μα­τᾶ. Ὁ ἀ­κού­ρα­στος χτύ­πος τῆς καρ­διᾶς μου ἁ­πλῶς παύ­ει, ἕ­ως ὅ­του ἐ­κεί­νη στρί­ψει στὴν ἀ­λέ­α καὶ χα­θεῖ. Καὶ ὅ­λους, ὅ­σοι τυ­χαί­νει νὰ περ­νοῦν στὸ με­τα­ξύ, τοὺς ἀ­πο­σι­ω­πῶ. Αὐ­τὰ τὰ δύο λε­πτὰ ἀ­νή­κουν σ’ ἐ­μέ­να, εἶ­ναι δι­κά μου καὶ δὲν τοὺς ἐ­πι­τρέ­πω νὰ μοῦ τὰ πά­ρουν. Καὶ τὸ βρά­δυ πά­λι, κα­θὼς ἐ­κεί­νη ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­π’ τὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο, κα­θὼς ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου προ­σπερ­νᾶ τὸ στό­μα μου —αὐ­τὸ τὸ στό­μα ποὺ συ­νε­χῶς με­τρᾶ καὶ με­τρᾶ—, στα­μα­τᾶ καὶ πά­λι ἡ καρ­διά μου κι ἐ­γὼ ἀρ­χί­ζω ξα­νὰ νὰ με­τρῶ μο­νά­χα σὰν τὴ χά­σω ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Καὶ ὅ­λοι ὅ­σοι ἔ­χουν τὴν τύ­χη νὰ πε­ρά­σουν σὲ αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς τὰ λε­πτὰ ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὰ τυ­φλά μου μά­τια, δὲν περ­νοῦν στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῶν στα­τι­στι­κῶν. Ἄν­δρες-σκι­ές, γυ­ναῖ­κες-σκι­ές, ἀ­νύ­παρ­κτες ὀν­τό­τη­τες ποὺ δὲ θὰ βα­δί­σουν πο­τὲ στὸ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα τῶν στα­τι­στι­κῶν…

        Φῶς φα­νά­ρι πὼς τὴν ἀ­γα­πῶ. Ἐ­κεί­νη ὅ­μως δὲ γνω­ρί­ζει τί­πο­τα κι οὔ­τε θὰ ἤ­θε­λα νὰ τὸ μά­θει. Δὲν πρέ­πει κὰν νὰ δι­α­νο­η­θεῖ κα­τὰ τί ἀ­παί­σιο τρό­πο ἀλ­λοι­ώ­νει τοὺς ὑ­πο­λο­γι­σμούς· ἀν­τι­θέ­τως, πρέ­πει νὰ πα­ρα­μεί­νει ἀ­θώ­α κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη καὶ μὲ τὰ μα­κριὰ κα­στα­νά της μαλ­λιὰ καὶ τὰ ντε­λι­κά­τα πό­δια της νὰ συ­νε­χί­σει νὰ πη­γαί­νει στὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο καὶ νὰ παίρ­νει γε­ρὸ φι­λο­δώ­ρη­μα. Τὴν ἀ­γα­πῶ. Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο, τὴν ἀ­γα­πῶ.

        Πρό­σφα­τα μοῦ ἔ­κα­ναν ἔ­λεγ­χο. Τὸ παι­δὶ ποὺ κά­θε­ται ἀ­πέ­ναν­τι καὶ με­τρᾶ τ’ αὐ­το­κί­νη­τα μοῦ τὸ σφύ­ρι­ξε ἐγ­καί­ρως καὶ πρό­σε­χα ὅ­σο δὲν πά­ει ἄλ­λο. Με­τροῦ­σα μα­νι­ω­δῶς. Χι­λι­ο­με­τρη­τὴς δὲ θὰ με­τροῦ­σε κα­λύ­τε­ρα. Ὁ ἴ­διος ὁ προ­ϊ­στά­με­νος τῆς στα­τι­στι­κῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι, ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, καὶ συ­νέ­κρι­νε ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς δι­κῆς του κα­τα­μέ­τρη­σης γιὰ μί­α ὁ­ρι­σμέ­νη ὥ­ρα μὲ τὸ δι­κό μου ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Μοῦ ἔ­λει­πε μό­νον ἕ­νας. Πέ­ρα­σε ἡ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη καὶ πο­τὲ μὰ πο­τὲ δὲ θὰ ἐ­πέ­τρε­πα νὰ με­τα­φερ­θεῖ τὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ κο­ρί­τσι σὲ συν­τε­λε­σμέ­νο μέλ­λον­τα. Αὐ­τήν, τὴ μι­κρή μου ἀ­γα­πη­μέ­νη, δὲν τὴν πολ­λα­πλα­σιά­ζει, οὔ­τε τὴ δια­ιρεῖ κα­νείς, κα­νεὶς δὲν τὴν με­τα­τρέ­πει σὲ πο­σο­στια­ῖο Τί­πο­τα. Αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἡ καρ­διά μου ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω τὸ μέ­τρη­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν κοι­τά­ζω κα­θὼς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ καὶ στὸ παι­δὶ ἀ­πέ­ναν­τι ποὺ με­τρά­ει τ’ αὐ­το­κί­νη­τα εἶ­μαι εὐ­γνώ­μων. Ἦ­ταν γιὰ ‘μέ­να θέ­μα ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

        Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος μὲ χτύ­πη­σε ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ στὸν ὦ­μο καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­μαι κα­λός, πι­στὸς κι εὐ­συ­νεί­δη­τος. «Ἕ­νας λι­γό­τε­ρος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε» εἶ­πε. «Εἶ­ναι στὰ ὅ­ρια τοῦ στα­τι­στι­κοῦ σφάλ­μα­τος. Θὰ ζη­τή­σω νὰ με­τα­τε­θεῖ­τε στὶς ἅ­μα­ξες.»

        Ἅ­μα­ξες; Τώ­ρα ἔ­πια­σα τὴν κα­λή! Ἅ­μα­ξες ση­μαί­νει ἀ­ρα­λί­κι δί­χως προ­η­γού­με­νο. Περ­νοῦν τὸ πο­λὺ 25 ἅ­μα­ξες τὴ μέ­ρα καὶ δὲν εἶ­ναι δὰ καὶ δύ­σκο­λο νὰ περ­νᾶς στὸ ἑ­πό­με­νο νού­με­ρο κά­θε μι­σὴ ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λέ­ω: ἀ­ρα­λί­κι!

        Στὶς ἅ­μα­ξες θὰ ἦ­ταν ἐκ­πλη­κτι­κά. Με­τα­ξὺ τέσ­σε­ρις κι ὀ­χτὼ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α τους στὴ γέ­φυ­ρα καὶ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πη­γαί­νω γιὰ πε­ρί­πα­το ἢ στὸ πα­γω­το­πω­λεῖ­ο, νὰ τὴν κοι­τά­ζω μὲ τὶς ὧ­ρες ἢ ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ συ­νο­δεύ­ω στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἕ­ως ἑ­νὸς ση­μεί­ου, τὴ μι­κρή μου ἀ­κα­τα­μέ­τρη­τη ἀ­γα­πη­μέ­νη…

 

  

Πηγή: http://www.lehrerbarth.de/Deutsch/D10/Boell-An%20der%20Bruecke.pdf

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Ἀνταπόκριση ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)

 

Ἀνταπόκριση ἀπὸ Βηθλεέμ

(Die Kunde von Bethlehem)

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ γιὰ πόρ­τα δὲν ἦ­ταν πόρ­τα σω­στή: κάμ­πο­σες σα­νί­δες καρ­φω­μέ­νες ἀ­ραι­ὰ καὶ ἕ­να συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι, πι­α­σμέ­νο σὲ ἕ­να καρ­φί, νὰ κρα­τᾶ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὑ­πο­κα­τά­στα­το πόρ­τας κλει­στό. Ὁ ἄν­τρας κον­το­στά­θη­κε καὶ πε­ρί­με­νε: «Εἶ­ναι ντρο­πή», ἀ­να­λο­γί­στη­κε, «νὰ γεν­νά­ει γυ­ναί­κα σὲ τέ­τοι­ο μέ­ρος». Ξε­μάγ­κω­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι ἀ­π’ τὸ καρ­φί, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα κι ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­τος ἐμ­πρὸς στὸ θέ­α­μα ποὺ ἀν­τί­κρι­σε. Τὸ βρέ­φος ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ ἄ­χυ­ρο καὶ ἡ νε­ό­τα­τη μη­τέ­ρα, κου­λου­ρι­α­σμέ­νη δί­πλα του, νὰ τοῦ χα­μο­γε­λᾶ… Πί­σω, στὸν τοῖ­χο, στε­κό­ταν κά­ποι­ος, μὰ ὁ ἄν­τρας δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τὸν κοι­τά­ξει. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ οἱ βο­σκοὶ τοὺς περ­νοῦν γιὰ ἀγ­γέ­λους. Γερ­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, φο­ροῦ­σε ἕ­ναν γκρι­ζω­πὸ χι­τώ­να καὶ κρα­τοῦ­σε στὰ δυ­ό του χέ­ρια λου­λού­δια: κομ­ψά, κί­τρι­να κρί­να. Ὁ ἄν­τρας αἰ­σθάν­θη­κε τὸ φό­βο νὰ τὸν κυ­ρι­εύ­ει καὶ σκέ­φτη­κε: «Ἴ­σως ν’ ἀ­λη­θεύ­ουν τὰ ὅ­σα δι­α­δί­δουν οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη.»

         Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα της καὶ τοῦ ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ φι­λι­κὴ καὶ ὅ­λο ἀ­πο­ρί­α. Ὁ νέ­ος ἄν­τρας εἶ­πε τό­τε: «Ἐ­δῶ μέ­νει ὁ μα­ραγ­κός;»

        Ἡ νέ­α γυ­ναί­κα κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. «Δὲν εἶ­ναι μα­ραγ­κός. Ἐ­πι­πλο­ποι­ὸς εἶ­ναι.»

        «Δὲν πει­ρά­ζει», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας, «μιὰ πόρ­τα θὰ μπο­ρεῖ νὰ τὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει, ἂν ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α μα­ζί του».

        «Ἔ­χει ἐρ­γα­λεῖ­α», ἀ­πάν­τη­σε ἡ Μα­ρί­α, «καὶ ξέ­ρει νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νει καὶ πόρ­τες. Κι αὐ­τὸ τὸ ἔ­κα­νε στὴ Να­ζα­ρέτ».

        Ὥ­στε ἔρ­χον­ταν λοι­πὸν ὄν­τως ἀ­π’ τὴ Να­ζα­ρέτ.

        Ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια στὰ χέ­ρια κοί­τα­ξε τὸν ἄν­τρα κι εἶ­πε: «Μὴ φο­βᾶ­σαι.» Ἡ φω­νή του ἠ­χοῦ­σε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­να­τρί­χια­σε, τολ­μών­τας ὡ­στό­σο αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα. Ντυ­μέ­νος στὰ γκρί­ζα, εἶ­χε ὄ­ψη ἰ­δι­αί­τε­ρα φι­λι­κή, μὰ λυ­πη­μέ­νη.

        «Στὸν Ἰ­ω­σὴφ μί­λη­σε» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. «Θὰ τὸν ξυ­πνή­σω, κοι­μᾶ­ται. Νὰ τοῦ πῶ νὰ ἔρ­θει νὰ φτιά­ξει τὴν πόρ­τα;»

        «Ναί, στὸ παν­δο­χεῖ­ο ‘Στὸν κόκ­κι­νο κα­βα­λά­ρη‘. Ἡ πόρ­τα μαγ­κώ­νει καὶ πρέ­πει νὰ τρο­χί­σει τὴν κά­σα καὶ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν εἶ­ναι κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νη. Πε­ρι­μέ­νω ἔ­ξω μέ­χρι νὰ τὸν φω­νά­ξεις.»

        «Μπο­ρεῖς νὰ πε­ρι­μέ­νεις κι ἐ­δῶ» τοῦ εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

        «Ὄ­χι, κα­λύ­τε­ρα ἔ­ξω.» Κοί­τα­ξε φευ­γα­λέ­α Ἐ­κεῖ­νον στὰ γκρί­ζα ποὺ τοῦ ἔ­γνε­ψε μὲ τὴ σει­ρά του χα­μο­γε­λών­τας, βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο πι­σω­πα­τών­τας κι ἔ­κλει­σε προ­σε­κτι­κὰ τὴν πόρ­τα, στε­ρε­ώ­νον­τας καὶ πά­λι τὸ συρ­μά­τι­νο θη­λύ­κι στὸ καρ­φί. Ἄν­τρες μὲ λου­λού­δια τὸν πα­ρα­ξέ­νευ­αν πάν­τα, ἀλ­λὰ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος οὔ­τε ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­τρα ἀ­κρι­βῶς —οὔ­τε ὅ­μως καὶ μὲ γυ­ναί­κα— κι οὔ­τε τοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νος.

        Ὅ­ταν ξε­πρό­βα­λε ὁ Ἰ­ω­σὴφ μὲ τὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη στὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­πια­σε ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι εἶ­πε: «Ἔ­λα, ἀ­πὸ ’­δῶ ἀ­ρι­στε­ρά.» Προ­χώ­ρη­σαν στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μό­νο τό­τε βρῆ­κε ὁ ἄν­τρας ἐ­πι­τέ­λους τὸ θάρ­ρος νὰ πεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λε ἤ­δη νὰ πεῖ νω­ρί­τε­ρα στὴ νέ­α γυ­ναί­κα καὶ θὰ τὸ εἶ­χε κά­νει, ἂν δὲν τὸν φό­βι­ζε ἐ­κεῖ­νος μὲ τὰ λου­λού­δια. «Οἱ βο­σκοὶ στὴν πό­λη» ξε­κί­νη­σε, «λέ­νε δι­ά­φο­ρα γιὰ σᾶς». Ὁ Ἰ­ω­σὴφ ὅ­μως δὲν ἀ­πάν­τη­σε, εἶ­πε μό­νο: «Ἐλ­πί­ζω νὰ ἔ­χε­τε του­λά­χι­στον σκαρ­πέ­λο, για­τί ἡ λα­βὴ τοῦ δι­κοῦ μου ἔ­χει σπά­σει. Εἶ­ναι πολ­λὲς πόρ­τες;»

        «Μί­α» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἄν­τρας «κι ἔ­χου­με καὶ σκαρ­πέ­λο». «Ἡ ἐ­πι­σκευ­ὴ ἐ­πεί­γει. Ἔρ­χε­ται στρα­τός.»

        «Στρα­τός; Αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα; Ἄ­σκη­ση θὰ κά­νουν;»

        «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι ἄ­σκη­ση, ἀλ­λὰ φτά­νει στὴ Βη­θλε­ὲμ ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος λό­χος.» «Καὶ σὲ μᾶς» πρό­σθε­σε πε­ρή­φα­να, «σὲ μᾶς θὰ μέ­νει ὁ λο­χα­γός.» «Οἱ βο­σκοί…», δὲν πρό­λα­βε ὅ­μως νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ φρά­ση του καὶ στα­μά­τη­σε. Τὸ ἴ­διο κι ὁ Ἰ­ω­σήφ. Στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου στε­κό­ταν Ἐ­κεῖ­νος στὰ γκρί­ζα, μὲ μιὰ ἀγ­κα­λιὰ λου­λού­δια, κρί­να λευ­κά, ποὺ τὰ μοί­ρα­ζε σὲ μι­κρὰ παι­διὰ ποὺ ἴ­σα ἴ­σα περ­πα­τοῦ­σαν. Ἔρ­χον­ταν μά­λι­στα ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα παι­διὰ καὶ μη­τέ­ρες μὲ μω­ρὰ ποὺ δὲν περ­πα­τοῦ­σαν ἀ­κό­μα. Ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ τρό­μα­ξε πο­λύ, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­κό­μα σὰν εἶ­δε Ἐ­κεῖ­νον νὰ κλαί­ει. Ἡ φω­νὴ καὶ τὰ μά­τια του τὸν εἶ­χαν ἤ­δη τρο­μά­ξει, ἀλ­λὰ τὰ δά­κρυ­ά του ἦ­ταν ἀ­κό­μα πιὸ τρο­μα­χτι­κά. Χά­ι­δευ­ε τὸ στό­μα τῶν παι­διῶν, τὸ μέ­τω­πό τους, φι­λοῦ­σε τὰ βρώ­μι­κά τους χε­ρά­κια κι ἔ­δι­νε στὸ κα­θέ­να ἀ­πὸ ἕ­να κρί­νο.

        «Σ’ ἔ­ψα­χνα», εἶ­πε ὁ Ἰ­ω­σὴφ σ’ Ἐ­κεῖ­νον μὲ τὰ γκρί­ζα, «τώ­ρα δά, κα­θὼς κοι­μό­μουν, ὀ­νει­ρεύ­τη­κα…»

        «Ξέ­ρω» ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος. «Πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.»

        Πε­ρί­με­νε μιὰ στιγ­μή, μέ­χρι νὰ πε­ρά­σει κι ἕ­να πο­λὺ μι­κρό, βρώ­μι­κο κο­ρι­τσά­κι.

        «Νὰ μὴ φτιά­ξω τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ λο­χα­γὸ ποὺ ἔρ­χε­ται;»

        «Ὄ­χι, πρέ­πει νὰ φύ­γου­με ἀ­μέ­σως.» Ἄ­φη­σε τό­τε τὰ παι­διά, ἔ­πια­σε τὸν Ἰ­ω­σὴφ ἀ­π’ τὸ βρα­χί­ο­να κι ὁ Ἰ­ω­σὴφ εἶ­πε στὸν ἄν­τρα ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὣς ἐ­κεῖ: «Λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲ γί­νε­ται».

        «Ἐν­τά­ξει, δὲν πει­ρά­ζει» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Κοί­τα­ζε τοὺς δυ­ὸ ν’ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ στά­βλο, καὶ με­τὰ στρά­φη­κε πρὸς τὸ δρό­μο ὅ­που τὰ παι­διὰ χα­ρού­με­να περ­πα­τοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μὲ τὰ με­γά­λα λευ­κά τους κρί­να. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε πί­σω του ὁ­μο­βρον­τί­α ἀ­πὸ ὁ­πλὲς ἀ­λό­γων, γύ­ρι­σε πρὸς τὰ κεῖ καὶ εἶ­δε τὸ λό­χο νὰ μπαί­νει στὴν πό­λη. «Πά­λι θὰ φά­ω βρί­σι­μο», σκέ­φτη­κε, «ἀ­φοῦ δὲν ἔ­φτια­ξα τὴν πόρ­τα».

        Τὰ παι­διὰ στέ­κον­ταν στὸ χεῖ­λος τοῦ δρό­μου κι ἔ­γνε­φαν στοὺς στρα­τι­ῶ­τες μὲ τὰ λου­λού­δια τους. Ἔ­τσι ἔ­φτα­σαν οἱ στρα­τι­ῶ­τες στὴν Βη­θλε­έμ, καλ­πά­ζον­τας σ’ ἕ­να δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ λευ­κὰ κρί­να κι ὁ ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε φω­νά­ξει τὸν Ἰ­ω­σὴφ σκέ­φτη­κε: «Νο­μί­ζω ὅ­τι δί­κιο ἔ­χουν οἱ βο­σκοὶ μὲ τὰ ὅ­σα λέ­νε…»

 

 

 

Πηγή: „Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen“, Heinrich Böll, Deutscher Taschenbuch Verlag, München, 2004, S. 41-44.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Περὶ τῆς πτώσεως τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἐργαζομένων

 

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll) 

 

Πε­ρὶ τῆς πτώ­σε­ως τοῦ ἠ­θι­κοῦ τῶν ἐρ­γα­ζο­μέ­νων

(Zur Senkung der Arbeitsmoral)

 

Ε ΕΝΑ ΛΙΜΑΝΙ κά­ποι­ας ἀ­κτῆς στὴ δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη βρί­σκε­ται ξα­πλω­μέ­νος μέ­σα στὴ βάρ­κα του καὶ χου­ζου­ρεύ­ει ἕ­νας φτω­χι­κὰ ντυ­μέ­νος ψα­ράς. Ἕ­νας κα­λον­τυ­μέ­νος του­ρί­στας ἀλ­λά­ζει τὸ φὶλμ στὴ φω­το­γρα­φι­κή του μη­χα­νὴ γιὰ νὰ ἀ­πα­θα­να­τί­σει αὐ­τὴν τὴν εἰ­δυλ­λια­κὴ εἰ­κό­να: γα­λα­νὸς ὁ οὐ­ρα­νός, πρά­σι­να τὰ νε­ρά, μὲ εἰ­ρη­νι­κά, χι­ο­νό­λευ­κα κύ­μα­τα, μαύ­ρη ἡ βάρ­κα, κόκ­κι­νος ὁ σκοῦ­φος τοῦ ψα­ρά. Κλίκ! Καὶ πά­λι: κλίκ! Φύ­λα­γε τὰ ροῦ­χα σου νὰ ἔ­χεις τὰ μι­σά, λέ­ει ὁ λα­ὸς καὶ προ­κει­μέ­νου νὰ σι­γου­ρέ­ψει ὁ του­ρί­στας τὸ στιγ­μι­ό­τυ­πο, τρα­βά­ει καὶ τρί­τη φω­το­γρα­φί­α. Κλίκ!

         Τρί­τη καὶ φαρ­μα­κε­ρή, λέ­ει ὅ­μως ἐ­ξί­σου ὁ λα­ὸς καὶ νά ποὺ ὁ ξαφ­νι­κὸς καὶ σχε­δὸν ἐ­χθρι­κὸς ἦ­χος ξυ­πνᾶ τὸν ψα­ρὰ ἀ­π’ τὸ χου­ζού­ρε­μά του. Νυ­σταγ­μέ­νος ἀ­να­κα­θί­ζει καὶ νυ­σταγ­μέ­νος ψη­λα­φί­ζει τρι­γύ­ρω νὰ βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα του. Πρὶν προ­λά­βει ὅ­μως νὰ βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, ἤ­δη τοῦ κρα­τᾶ μὲς στὴ μού­ρη ὁ ὑ­περ­δρα­στή­ριος του­ρί­στας ἕ­να ἄλ­λο πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Μό­νο στὸ στό­μα ποὺ δὲν τοῦ ἔ­βα­λε ὁ του­ρί­στας τὸ τσι­γά­ρο. Ἀρ­κέ­στη­κε στὸ νὰ τοῦ τὸ ἀ­φή­σει στὸ χέ­ρι, καὶ κλίκ! ἀ­κού­γε­ται αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὁ ἀ­να­πτή­ρας, ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­τας τὴν ὑ­πέρ­με­τρα ἴ­σως εὐ­γε­νι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α τοῦ του­ρί­στα. Αὐ­τὴ ἡ τό­ση δά, ἀ­νε­παί­σθη­τη ὑ­περ­βο­λὴ προ­κά­λε­σε ἕ­να ἀ­νά­μι­κτο αἴ­σθη­μα ἀ­μη­χα­νί­ας κι ἐ­κνευ­ρι­σμοῦ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ του­ρί­στας, ὁ­μι­λῶν τὴν ντό­πια γλώσ­σα, ἐ­πι­χει­ρεῖ τώ­ρα νὰ ξε­πε­ρά­σει μὲ τὴν ἔ­ναρ­ξη μιᾶς συ­ζή­τη­σης.

        «Κα­λὴ ψα­ριὰ θὰ κά­νε­τε σή­με­ρα.»

        Ἀρ­νη­τι­κὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του ὁ ψα­ράς.

        «Μὰ πῶς, ἀ­φοῦ, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, ὁ και­ρὸς θὰ εἶ­ναι εὐ­νο­ϊ­κός.» Κα­τα­φα­τι­κὰ κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του ὁ ψα­ράς.

        «Δη­λα­δὴ δὲ θὰ βγεῖ­τε γιὰ ψά­ρε­μα;» Ἀρ­νη­τι­κὰ κου­νά­ει καὶ πά­λι τὸ κε­φά­λι ὁ ψα­ράς, αὐ­ξά­νον­τας τὸν ἐ­κνευ­ρι­σμὸ τοῦ του­ρί­στα. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ του­ρί­στας φαί­νε­ται νὰ νοι­ά­ζε­ται εἰ­λι­κρι­νὰ γιὰ τὸ κα­λό τοῦ φτω­χον­τυ­μέ­νου ψα­ρᾶ καὶ τὸν λυ­πεῖ τὸ ἐν­δε­χό­με­νο μιᾶς χα­μέ­νης εὐ­και­ρί­ας.

        «Μή­πως, τό­τε, δὲν αἰ­σθά­νε­στε κα­λά;» Ὁ ψα­ρὰς ἀ­φή­νει ἐ­πι­τέ­λους κα­τὰ μέ­ρους τὴ νο­η­μα­τι­κὴ καὶ περ­νᾶ σὲ λό­γο ἀρ­θρω­μέ­νο: «Αἰ­σθά­νο­μαι ὑ­πέ­ρο­χα» ἀ­παν­τᾶ. «Πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κα­λύ­τε­ρα.» Ση­κώ­νε­ται καὶ τεν­τώ­νε­ται μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει πό­σο κα­λὰ γυ­μνα­σμέ­νος εἶ­ναι. «Αἰ­σθά­νο­μαι κα­τα­πλη­κτι­κά.»

        Ἡ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο τοῦ του­ρί­στα γί­νε­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ λυ­πη­μέ­νη καὶ ὁ ἴ­διος δὲν μπο­ρεῖ πιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ ἀ­πει­λεῖ νὰ τὸν κά­νει νὰ σκά­σει. Ρω­τά­ει λοι­πόν: «Μά, τό­τε, για­τί δὲ βγαί­νε­τε γιὰ ψά­ρε­μα;»

        Ἡ ἀ­πάν­τη­ση, ἁ­πλὴ καὶ σύν­το­μη: «Για­τί τὸ ἔ­κα­να ἤ­δη σή­με­ρα, νω­ρὶς τὸ πρω­ί.»

        «Ἦ­ταν κα­λὴ ἡ ψα­ριά;»

        «Ἦ­ταν τό­σο κα­λή, ὥ­στε νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­να­βγῶ σή­με­ρα. Ἔ­πια­σα τέσ­σε­ρεις ἀ­στα­κοὺς καὶ σχε­δὸν δυ­ὸ ντου­ζί­νες σκουμ­πριά.» Ὁ ψα­ράς, ξύ­πνιος πλέ­ον γιὰ τὰ κα­λά, παίρ­νει θάρ­ρος καὶ χτυ­πά­ει στὴν πλά­τη τὸν του­ρί­στα, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ φαί­νε­ται ἔν­δει­ξη ἀ­χρεί­α­στης μέν, συγ­κι­νη­τι­κῆς δὲ ἔ­γνοι­ας.

        «Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, αὐ­τὰ φτά­νουν καὶ γι’ αὔ­ριο καὶ γιὰ με­θαύ­ριο» λέ­ει ὁ ψα­ράς, γιὰ νὰ εὐ­θυ­μή­σει λι­γά­κι τὸν ξέ­νο. «Νὰ σᾶς κε­ρά­σω ἀ­π’ τὰ δι­κά μου;» «Ναί, θὰ κα­πνί­σω ἕ­να, εὐ­χα­ρι­στῶ», ἀ­παν­τᾶ ὁ του­ρί­στας.

        Τὰ τσι­γά­ρα βρί­σκον­ται στὰ στό­μα­τα, ἀ­κού­γε­ται ἕ­να πέμ­πτο κλὶκ καὶ ὁ του­ρί­στας κα­θί­ζει στὸ χεῖ­λος τῆς βάρ­κας κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι. Ὕ­στε­ρα ἀ­φή­νει τὴ μη­χα­νὴ στὴν ἄ­κρη, ὥ­στε νὰ ἔ­χει καὶ τὰ δυ­ό του χέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, πράγ­μα ἀ­πα­ραί­τη­το προ­κει­μέ­νου νὰ δώ­σει στὰ λε­γό­με­νά του με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα.

        «Δὲ θέ­λω ν’ ἀ­να­μει­χθῶ στὶς προ­σω­πι­κές σας ὑ­πο­θέ­σεις», ξε­κι­νᾶ, «ἀλ­λὰ φαν­τα­στεῖ­τε νὰ βγαί­να­τε γιὰ ψά­ρε­μα σή­με­ρα καὶ δυ­ὸ καὶ τρεῖς, ἴ­σως καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρές, πι­ά­νον­τας τρεῖς, τέσ­σε­ρις, πέν­τε, ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ δέ­κα ντου­ζί­νες σκουμ­πριά. Μό­νο αὐ­τὸ σᾶς λέ­ω, φαν­τα­στεῖ­τε το!» Ὁ ψα­ρὰς γνέ­φει μὲ τὸ κε­φά­λι.

         «Κι ὄ­χι μό­νο σή­με­ρα» συ­νε­χί­ζει ὁ του­ρί­στας, «ὄ­χι μό­νο σή­με­ρα, ἀλ­λὰ καὶ αὔ­ριο καὶ με­θαύ­ριο, ναί, κά­θε μέ­ρα, εὐ­νο­ϊ­κὴ γιὰ τὸ ψά­ρε­μα, θὰ πη­γαί­να­τε δυ­ό, τρεῖς ἴ­σως καὶ τέσ­σε­ρις φο­ρὲς γιὰ ψά­ρε­μα. Ξέ­ρε­τε τί θὰ γι­νό­ταν;» Ὁ ψα­ρὰς κου­νά­ει ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι.

        «Τὸ ἀρ­γό­τε­ρο σὲ ἕ­ναν χρό­νο θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε μη­χα­νὴ γιὰ τὴ βάρ­κα, σὲ δυ­ὸ χρό­νια μιὰ δεύ­τε­ρη βάρ­κα, σὲ τρί­α ἢ τέσ­σε­ρα χρό­νια θὰ μπο­ρού­σα­τε ἴ­σως ν’ ἀ­γο­ρά­σε­τε με­γα­λύ­τε­ρο κα­ΐ­κι, μὲ δυ­ὸ βάρ­κες ἢ ἕ­να κα­ΐ­κι θὰ εἴ­χα­τε φυ­σι­κὰ με­γα­λύ­τε­ρες ψα­ρι­ές, μιὰ μέ­ρα θὰ εἴ­χα­τε δυ­ὸ κα­ΐ­κια, θά…» Ἀ­πὸ τὸν τό­σο ἐν­θου­σια­σμὸ χά­θη­κε πρὸς στιγ­μὴν ἡ φω­νή του, ἀλ­λὰ τὸ ξε­πέ­ρα­σε καὶ συ­νέ­χι­σε: «Θὰ χτί­ζα­τε μί­α μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη μὲ δι­κά σας ψυ­γεῖ­α, ἴ­σως με­τὰ μιὰ βι­ο­τε­χνί­α γιὰ κα­πνι­στὰ ψά­ρια, ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ πα­στά, θὰ πε­τού­σα­τε τρι­γύ­ρω μὲ τὸ ἰ­δι­ω­τι­κό σας ἑ­λι­κό­πτε­ρο γιὰ νὰ ἐν­το­πί­σε­τε τὰ κο­πά­δια ψα­ρι­ῶν καὶ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σε­τε μὲ ἀ­σύρ­μα­το τὰ κα­ΐ­κια σας ποῦ νὰ τὰ βροῦν, θὰ μπο­ρού­σα­τε ν’ ἀ­πο­κτή­σε­τε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­και­ώ­μα­τα γιὰ τὸ σο­λο­μὸ καὶ ν’ ἀ­νοί­ξε­τε ἑ­στι­α­τό­ριο, νὰ ἐ­ξά­γε­τε ἀ­στα­κοὺς στὴ Γαλ­λί­α χω­ρὶς δι­α­με­σο­λα­βη­τὲς ἐμ­πό­ρους, με­τά…» καὶ πά­λι χά­θη­κε ἡ φω­νή του ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο του ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὴ φό­ρα ποὺ εἶ­χε πά­ρει.

        Κου­νών­τας τὸ κε­φά­λι, αἰ­σθα­νό­με­νος μιὰ θλί­ψη ὣς τὰ βά­θη τῆς ψυ­χῆς του καὶ τὴ χα­ρὰ τῶν δι­α­κο­πῶν του νὰ ἔ­χει πά­ει πε­ρί­πα­το, κοι­τά­ζον­τας νο­σταλ­γι­κὰ τὸ νε­ρὸ νὰ κυ­λά­ει εἰ­ρη­νι­κά, τὸ ἴ­διο νε­ρὸ ὅ­που χα­ρι­τω­μέ­να χο­ρο­πη­δοῦν τὰ ἐ­λεύ­θε­ρα ψά­ρια, προ­σπα­θεῖ νὰ συ­νε­χί­σει: «Καὶ τό­τε…» Ποῦ ν’ ἀρ­θρώ­σει ὅ­μως λέ­ξη πα­ρα­πέ­ρα, μὲς στὴν τό­ση συγ­κί­νη­ση.

        Ὁ ψα­ρὰς τὸν χτυ­πᾶ στὴν πλά­τη ὅ­πως χτυ­ποῦ­με τὰ παι­διὰ ὅ­ταν στρα­βο­κα­τα­πιοῦν.

        «Τό­τε τί;» ρω­τά­ει σι­γα­νά.

         «Τό­τε», λέ­ει ὁ του­ρί­στας μὲ ἀ­νεί­πω­το ἐν­θου­σια­σμό, «τό­τε θὰ μπο­ρού­σα­τε νὰ κά­θε­στε ἥ­συ­χος ἐ­δῶ στὸ λι­μά­νι, νὰ χου­ζου­ρεύ­ε­τε στὸν ἥ­λιο καὶ ν’ ἀ­γναν­τεύ­ε­τε τὴ θά­λασ­σα.»

        «Μὰ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς κά­νω καὶ τώ­ρα», ἀ­παν­τᾶ ὁ ψα­ράς, «κά­θο­μαι ἥ­συ­χος στὸ λι­μά­νι καὶ χου­ζου­ρεύ­ω. Τὸ ‘κλίκ’ σας μό­νο μ’ ἐ­νό­χλη­σε.»

 

        Ἔ­χον­τας πά­ρει πλέ­ον τὸ μά­θη­μά του, ὁ του­ρί­στας ἔ­φυ­γε σκε­πτι­κός. Βλέ­πε­τε, πρὶν πί­στευ­ε κι ὁ ἴ­διος ὅ­τι δού­λευ­ε, προ­κει­μέ­νου μιὰ μέ­ρα νὰ μπο­ρεῖ νὰ μὴ δου­λεύ­ει. Ἔ­τσι, δὲν ἔ­μει­νε μέ­σα του οὔ­τε ἴ­χνος συμ­πό­νιας γιὰ τὸ φτω­χον­τυ­μέ­νο ψα­ρά· μό­νο μιὰ μι­κρὴ δό­ση ζή­λειας.

 

 

 

Πηγή: http://www.uni-flensburg.de/asta/pol_kultur_anekdote.htm

 

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μία κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πηγή: http://www.perizitito.gr )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

Δραματοποίηση:

 

 

Συντελεστές: Ἠθοποιοί: Τό­μας Χάι­ντσε (Tho­mas Hein­ze, του­ρί­στας), Χέλ­μουτ Ρούλ (Hel­mut Rühl, ψα­ράς). Σκη­νο­θε­σία: Μπά­στιαν Μπρόκ­μαν (Ba­sti­an Brοck­mann), Γιού­λια Χίρς-Χόφ­μαν (Ju­lia Hirsch-Hoff­mann). Παραγωγή: Ἀν­νί­κα Γκόλμς (An­ni­ka Golms), Στέ­φαν Μάρ­τιν (Ste­fan Mar­tin). Δ/νση πα­ρα­γω­γῆς: Ἀν­νί­κα Γκόλμς (An­ni­ka Golms).

 

Κρίστα Ράινιγκ (Christa Reinig): Σκορπιός

 

 

Κρί­στα Ρά­ι­νιγκ (C­h­r­i­s­ta R­e­i­n­ig)

 

Σκορ­πιός

(S­k­o­r­p­i­on)

 

ΤΑΝ ΗΠΙΟΣ καὶ φι­λι­κός. Τὰ μά­τια του σμι­χτά. Ση­μά­δι πο­νη­ριᾶς. Τὰ φρύ­δια του πά­νω ἀ­π’ τὴ μύ­τη ἑ­νω­μέ­να. Ση­μά­δι ἐ­ρι­στι­κό­τη­τας. Ἡ μύ­τη του μα­κριὰ καὶ μυ­τε­ρή. Ση­μά­δι ἀ­στεί­ρευ­της πε­ρι­έρ­γειας. Οἱ λο­βοὶ τῶν ἀ­φτι­ῶν του τρι­χω­τοί. Ση­μά­δι ρο­πῆς πρὸς τὸ ἔγ­κλη­μα. «Για­τί δὲ βγαί­νεις ἔ­ξω, στοὺς ἀν­θρώ­πους;» Τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος. Ἐ­κεῖ­νος κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη καὶ πα­ρα­τή­ρη­σε μιὰ ἔκ­φρα­ση ἀ­πε­χθῆ γύ­ρω ἀπ’ τὸ στό­μα. «Δὲν εἶ­μαι κα­λὸς ἄν­θρω­πος» εἶ­πε. Βυ­θί­στη­κε στὰ βι­βλί­α του. Σὰν τὰ δι­ά­βα­σε ὅ­λα καὶ τέ­λει­ω­σαν τὰ ἀ­πο­θέ­μα­τά του, ἔ­πρε­πε ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ νὰ βγεῖ ἔ­ξω στοὺς ἀν­θρώ­πους, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να βι­βλί­ο και­νού­ριο. Ἂς ἐλ­πί­σου­με ὅ­τι δὲ θὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ κα­τα­στρο­φή, σκέ­φτη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στοὺς ἀν­θρώ­πους. Μιὰ γυ­ναί­κα τοῦ μί­λη­σε καὶ τοῦ ζή­τη­σε νὰ τῆς ἀλ­λά­ξει ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα. Κα­θὼς ἡ μυ­ω­πί­α της ἦ­ταν με­γά­λη, ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει καὶ νὰ δώ­σει νο­μί­σμα­τα κάμ­πο­σες φο­ρές. Ὁ σκορ­πιὸς σκέ­φτη­κε τὰ μά­τια του, τὰ σμι­χτά, κι ἀρ­νή­θη­κε ν’ αὐ­ξή­σει τὸ κέρ­δος του μὲ πο­νη­ριὰ. Στὸ τρὰμ μέ­σα, τὸν πά­τη­σε ἕ­νας ἄ­γνω­στος καὶ τὸν ἔ­βρι­σε σὲ μιὰ γλώσ­σα ξέ­νη. Ὁ σκορ­πιὸς σκέ­φτη­κε τὰ ἑ­νω­μέ­να φρύ­δια του καὶ προ­τί­μη­σε νὰ ἑρ­μη­νεύ­σει τὶς βρι­σιὲς —τὶς ὁ­ποῖ­ες οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δὲν κα­τα­λά­βαι­νε— ὡς πα­ρά­κλη­ση γιὰ συγ­χώ­ρε­ση. Ἀ­πο­βι­βά­στη­κε καὶ εἶ­δε μπρο­στὰ του στὸ πε­ζο­δρό­μιο ξε­χα­σμέ­νο ἕ­να χαρ­το­φύ­λα­κα. Ὁ σκορ­πιὸς σκέ­φτη­κε τὴ μύ­τη του καὶ δὲν ἔ­σκυ­ψε, οὔ­τε γύ­ρι­σε κὰν νὰ δεῖ. Στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο βρῆ­κε ἕ­να βι­βλί­ο. Πό­σο θὰ τὸ ἤ­θε­λε δι­κό του! Ἦ­ταν ὅ­μως πο­λὺ ἀ­κρι­βό. Θὰ χω­ροῦ­σε ἄ­νε­τα στὴν τσέ­πη τοῦ παλ­τοῦ του. Ὁ σκορ­πιὸς σκέ­φτη­κε τοὺς λο­βοὺς τῶν ἀ­φτι­ῶν του καὶ γύ­ρι­σε τὸ βι­βλί­ο στὴ θέ­ση του, στὸ ρά­φι. Δι­ά­λε­ξε κά­ποι­ο ἄλ­λο. Πε­ρι­μέ­νον­τας γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει, πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ἕ­νας βι­βλι­ό­φι­λος: «Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ βι­βλί­ο ποὺ ψά­χνω ἐ­δῶ καὶ χρό­νια. Καὶ τώ­ρα μοῦ τὸ παίρ­νει κά­ποι­ος ἄλ­λος.» Ὁ σκορ­πιὸς σκέ­φτη­κε τὴν ἔκ­φρα­ση τὴν ἀ­πε­χθῆ γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα του καὶ εἶ­πε: «Ὁ­ρί­στε, δι­κό σας τὸ βι­βλί­ο. Σᾶς τὸ πα­ρα­χω­ρῶ.» Ὁ βι­βλι­ό­φι­λος ἔ­βα­λε σχε­δὸν τὰ κλά­μα­τα. Ἔ­σφι­ξε μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ βι­βλί­ο πά­νω στὸ στῆ­θος του κι ἔ­φυ­γε. «Αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­λὸς πε­λά­της» εἶ­πε ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, «ἀλ­λὰ κά­τι θὰ κά­νου­με καὶ γιὰ ἐ­σᾶς». Τρά­βη­ξε ἀ­π’ τὸ ρά­φι τὸ βι­βλί­ο ποὺ ὁ σκορ­πιὸς ἤ­θε­λε τό­σο γιὰ δι­κό του. Ὁ σκορ­πιὸς τὸν ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε: «Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­κρι­βὸ γιὰ τὴν τσέ­πη μου.» «Μᾶλ­λον ὄ­χι καὶ τό­σο» ἀ­πάν­τη­σε ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης, «μιὰ τέ­τοι­α, ἀ­ξι­α­γά­πη­τη πρά­ξη ἀ­ξί­ζει ἀν­τα­πό­δο­ση. Δῶ­στε μου ὅ,τι νο­μί­ζε­τε ἐ­σεῖς.» Ὁ σκορ­πιὸς ἔ­βα­λε σχε­δὸν τὰ κλά­μα­τα. Ἔ­σφι­ξε μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὸ βι­βλί­ο πά­νω στὸ στῆ­θος του καί, κα­θὼς δὲν εἶ­χε κά­τι ἄλ­λο ἐ­λεύ­θε­ρο γιὰ ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει τὸ βι­βλι­ο­πώ­λη, πρό­τει­νε τὸ κεν­τρί του. Ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης ἕ­σφι­ξε τὸ κεν­τρὶ κι ἔ­πε­σε στὸ πά­τω­μα νε­κρός.

 

 

Πη­γή: K­u­r­z­g­e­s­c­h­i­c­h­t­en f­ür d­en D­e­u­t­s­ch-U­n­t­e­r­r­i­c­ht

 

C­h­r­i­s­ta R­e­i­n­ig (Βε­ρο­λί­νο, 6 Αὐ­γού­στου 1926 – Μό­να­χο, 30 Σε­πτεμ­βρί­ου 2008): Γερ­μα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­ή­τρια τῆς πρώ­ην ἀ­να­το­λι­κῆς Γερ­μα­νί­ας. Λό­γῳ τῆς ἀν­τι­συμ­βα­τι­κῆς της στά­σης, ὑ­πῆρ­ξε θύ­μα λο­γο­κρι­σί­ας. Τὸ ἔρ­γο της χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς φε­μι­νι­στι­κές της τά­σεις, τὴ σά­τι­ρα καὶ τὸ ὀ­ξυ­δερ­κὲς χι­οῦ­μορ της. Τῆς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.