Μιχαὴλ Βέσιμ (Михаил Вешим): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


besimmichail-iepochitoutherismou-eikona-01


Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим)


Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[2004]


[Ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας θὰ κα­τα­νο­ή­σει κα­λύ­τε­ρα τὸ μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἂν δι­α­βά­σει προ­η­γου­μέ­νως τὸ πα­σί­γνω­στο στὴν Βουλ­γα­ρί­α ὁ­μώ­νυ­μο πε­ζὸ (1904) τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­σα­με χθές. Γραμ­μέ­νο ἑ­κα­τὸ χρό­νια με­τὰ (2004) ἀ­πὸ τὸ πε­ζὸ τοῦ δι­ά­ση­μου συμ­πα­τρι­ώ­τη του, καὶ πά­νω στὸ χνά­ρι του, «Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ» τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ ἔρ­χε­ται νὰ σα­τυ­ρί­σει τὰ ἤ­θη μιᾶς με­ρί­δας τῆς νε­ο­λαί­ας, δι­α­βρω­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν μου­σι­κὴ ὑ­πο­κου­λτού­ρα τῆς Δύ­σης καὶ τὰ ναρ­κω­τι­κά, στὴν με­τα“κομ­μου­νι­στι­κὴ” κα­πι­τα­λι­στι­κὴ πιὰ Βουλ­γα­ρί­α. Σ.Τ.Ε.]


d-delta-somataΥΝΑΤΟ ΘΕΡΙΣΜΑ πέ­φτει μέ­σα στὰ κλὰμπ τοῦ φαρ­δύ­καμ­που τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κου­νι­οῦν­ται χρυ­σὰ στά­χια κά­να­βης καὶ κου­ρα­σμέ­νοι ἐρ­γά­τες δι­α­κρί­νον­ται ἐ­κεῖ στὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­να φο­βε­ρὸ καύ­σω­να στὸ sound. Τὰ φω­τει­νὰ ἐ­φὲ λάμ­πουν ἄ­γρια καὶ ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές τους ἀ­κτί­νες δὲν δι­ώ­χνουν ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια τοῦ κλὰμπ τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς νέ­ους. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν ἐ­κεῖ καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν χρυ­σὰ δε­μά­τια ἰν­δι­κῆς κά­να­βης. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ μέ­τω­πά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Πε­ρι­μέ­νει ἡ ὥ­ρι­μη κά­να­βη.

       Καὶ νά σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χή, κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τῶν προ­βο­λέ­ων ἠ­χοῦν οἱ ρυθ­μοὶ τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος «Με­τρό­πο­λη» καὶ ρέ­ουν σὲ techno-κύ­μα­τα μέ­χρι τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Ση­κώ­νον­ται κά­που ἀ­πὸ τὴν γω­νί­α δυ­να­τοὶ κρό­τοι καὶ ντε­σιμ­πὲλ καὶ δυ­να­μω­μέ­νο μέ­σα ἀ­πὸ χι­λιά­δες βάτ, ὑ­ψώ­νε­ται ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ ἀ­φή­νει τὸ βα­ρὺ δε­μά­τι κά­να­βης καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν θέ­ση του. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα νὰ κου­νι­οῦν­ται μό­νες στὴν πί­στα. Ἡ ἀ­δελ­φή του κα­τα­πί­νει ἕ­να χά­πι ἔκ­στα­ση καὶ χα­ρού­με­να τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τὲς ἐ­δῶ τὶς τε­χνο­λο­γί­ες, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­τη… Ὅ­ταν μι­ξα­ρι­στεῖ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἠ­χεῖα­, ἡ vocal χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔ­ϊ, καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τοὺς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν vocal τῆς Πέν­κα μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­τιρ­ντί, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ση­κώ­νε­ται ὄρ­θια ἡ γριά του μη­τέ­ρα, πί­νει τὸ λε­ξο­τα­νίλ της, τοῦ χα­μο­γε­λᾶ μὲ ἀ­γά­πη, κα­θὼς κου­νι­έ­ται στοὺς ξέ­φρε­νους ρυθ­μοὺς τῆς μου­σι­κῆς:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τραγουδοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα. Ἀλ­λὰ μὲ τὸ “Με­τρό­πο­λη”… ἀ­κό­μη κι ἕ­νας ἔμ­πει­ρος Ντὶ Τζέ­ι σὰν κι ἐ­μέ­να δυ­σκο­λεύ­ε­ται.»

       Ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νο σε­πα­ρὲ ἄ­ξαφ­να κα­τα­φτά­νει ἕ­να “φτι­αγ­μέ­νο” ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοι­νώ­νει, ὅ­τι ἡ Πέν­κα ἔ­χει λι­πο­θυ­μή­σει ἀ­πὸ ὑ­περ­βο­λι­κὴ δό­ση.

       Ἡ ἄ­σχη­μη εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο τοῦ κλάμπ. Ἔ­τρε­ξε ὁ Ντὶ Τζέ­ι Νι­κό­λα Ἔϊ τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀ­πόγνω­ση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο καὶ ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, techno-χα­ρά μου, τρα­γού­δι μου techno!», πνί­γε­ται ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς, ἐ­πί­σης σὲ στὺλ techno.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο βρά­δυ τὰ φῶ­τα συ­νέ­χι­σαν νὰ καῖ­νε ἀ­νε­λέ­η­τα καὶ τὰ ὄρ­γα­να τοῦ «Με­τρό­πο­λη» κρο­τοῦ­σαν ξα­νὰ μέ­χρι τὸν Θε­ό. Ἀλ­λὰ μέ­σα στὰ χω­ρά­φια τοῦ κλάμπ, γε­μά­τα κά­να­βη, δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν καὶ ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος μὲ τὴν ἰν­δι­κὴ κά­να­βη γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα, τὸ μα­νε­κέν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στο­σε­λί­δα http://www.litclub.bg/library/nbpr/veshim/po_zhutva.html.

mihail-veshim-02

Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ (Михаил Вешим) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Μιχαὴλ Γκε­όρ­γκι­εφ Μί­σεβ [Ми­ха­ил Ге­ор­ги­ев Ми­шев]) (Σό­φια Βουλ­γα­ρί­ας, 1960). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος, γιὸς τοῦ συγ­γρα­φέα Γκε­όρ­γκι Μί­σεβ. Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­χι­συν­τά­κτης τῆς σα­τι­ρι­κῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Στάρ­σελ. Ὁ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ συμ­με­τέ­χει μὲ δι­κά του χι­ου­μο­ρι­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα στὴν Ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὸ παγ­κό­σμιο χι­οῦ­μορ, δί­πλα στὸν Μὰρκ Του­έ­ιν καὶ τὸν Γούν­τι Ἄλ­λεν. Τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Ἄγ­γλος γεί­το­νας γνω­ρί­ζει με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἀ­να­μέ­νε­ται ἡ ἔκ­δο­σή του καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκιόλα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.

Εἰ­κό­να: φω­το­γρα­φί­α τοῦ Μι­χα­ὴλ Βέ­σιμ – εἰ­ρω­νι­κή, γιὰ μᾶς, τοῦ ‘με­γα­λο­ϊ­δε­α­τι­σμοῦ’ τοῦ Τύ­που ὡς τέ­ταρ­της ἐ­ξου­σί­ας.


 

Ἐλὶν Πελίν (Елин Пелин): Ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ


pelinelin-iepochitoutherismou-eikona-03


Ἐ­λὶν Πε­λίν (Елин Пелин)

Ἡ ἐ­πο­χὴ τοῦ θε­ρι­σμοῦ

(По жътва)

[1904]


03-SigmaΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ του ἔ­χει φτά­σει ὁ ἐ­ξαν­τλη­τι­κὸς θε­ρι­σμὸς τῶν σι­τη­ρῶν στὸν φαρ­δύ­καμ­πο τῆς Σό­φιας. Ἀ­πὸ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη, μέ­χρι ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι ἀν­θρώ­που, κυ­μα­τί­ζουν χρυ­σὰ στα­ρέ­νια στά­χια καὶ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νοι ἐρ­γά­τες φαί­νον­ται ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὰ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα. Ἔ­δω­σε ὁ Θε­ὸς αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες ἕ­ναν φο­βε­ρὸ καύ­σω­να. Ἕ­νας γα­λά­ζιος οὐ­ρα­νὸς ἔ­χει συρ­ρι­κνω­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τὴν γῆ καὶ ρί­χνει φω­τιὰ καὶ λαύ­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὸν κάμ­πο τρέ­μει μιὰ ὁ­μί­χλη, σκέ­τη κό­λα­ση. Ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να δά­ση κου­ρα­σμέ­να μπλα­βί­ζουν, σὰν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πό­τε ὁ κάμ­πος θὰ φουν­τώ­σει στὶς φλό­γες. Τὰ που­λιὰ ἔ­χουν ἀ­πο­δρά­σει μα­κριά, πέ­ρα στὰ ἀ­νή­λια­στα λαγ­κά­δια καὶ οὔ­τε οἱ φω­νές τους ἀ­κού­γον­ται. Μο­νά­χα κά­που-κά­που ἄ­κου­γε­ται τὸ γουρ­γού­ρι­σμα ἀ­γρι­ο­πε­ρί­στε­ρου στὰ φύλ­λα δρο­σε­ρῆς ἀ­γρι­α­χλα­διᾶς. Ἡ ζέ­στη δυ­σβά­στα­κτη καὶ ἀ­πο­πνι­κτι­κή.

       Πά­νω στὸν οὐ­ρά­νιο θό­λο ὁ ἥ­λιος ἔ­χει στα­μα­τή­σει φλε­γό­με­νος καὶ ἀ­νε­λέ­η­τος, ἀλ­λὰ οἱ καυ­τές του ἀ­κτί­νες δὲν πτο­οῦν τοὺς ἐρ­γα­τι­κοὺς χω­ρι­κούς. Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­κού­ρα­στα θε­ρί­ζουν καὶ συγ­κεν­τρώ­νουν τὰ χρυ­σὰ δε­μά­τια. Ἱ­δρώ­τας τρέ­χει ἀ­πὸ τὰ κού­τε­λά τους, ἡ ψυ­χὴ μέ­νει χω­ρὶς δύ­να­μη, μὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­παυ­λα. Τὸ ὥ­ρι­μο σι­τά­ρι δὲν πε­ρι­μέ­νει.

       Φέ­τος ὁ Κύ­ριος εὐ­λό­γη­σε τὰ χω­ρά­φια καὶ δὲν ἔ­στει­λε οὔ­τε χα­λά­ζια, οὔ­τε ἀ­κρί­δες στοὺς ἁ­μαρ­τω­λούς, βα­σα­νι­σμέ­νους χω­ρι­κούς. Τοὺς ἔ­δω­σε εὐ­ερ­γε­τι­κὲς βρο­χὲς τὸν Μά­ϊ­ο καὶ δὲν θέ­λη­σε νὰ τοὺς στε­ρή­σει τὴν ὀ­νει­ρε­μέ­νη ἐλ­πί­δα γιὰ πλού­σια σο­δειά. Τί λό­για ἁ­γνά, τί προ­σευ­χὲς ἀ­πο­σπά­στη­καν ἀ­πὸ τὶς ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­μέ­νες ψυ­χὲς τῶν χω­ρι­κῶν:

       «Ὁ Κύ­ριος μᾶς βο­η­θά­ει! Ἂς δου­λέ­ψου­με, ἂς δου­λέ­ψου­με!»

       Καὶ νά, σ’ αὐ­τὴν τὴν σκλη­ρὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὴν καυ­τὴ κό­λα­ση τοῦ ἥ­λιου, πά­νω ἀ­πὸ τὸν φαρ­δύ­καμ­πο ἠ­χοῦν τρα­γού­δια καὶ ρέ­ουν πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν προ­σευ­χὴ εὐ­χα­ρι­στί­ας. Φω­νὲς κο­ρι­τσι­ῶν ὑ­ψώ­νουν ἕ­να τρα­γού­δι νέ­ο, ἀ­νέ­με­λο, φαρ­δὺ-πλα­τὺ σὰν τὸν κάμ­πο, ἱ­ε­ρὸ σὰν τὸν ἔ­ρω­τα.

       Ὁ λε­βέν­της Νι­κό­λας συ­χνὰ-πυ­κνὰ ἀ­φή­νει κά­τω το βα­ρὺ δε­μά­τι καὶ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Ὕ­στε­ρα χα­μο­γε­λα­στὸς πα­ρα­τη­ρεῖ τὴν γριά του μη­τέ­ρα καὶ τὴν μι­κρή του ἀ­δελ­φού­λα πῶς θε­ρί­ζουν τὰ στά­χια μό­νες. Ἡ ἀ­δελ­φή του γυ­ρί­ζει πρὸς τὴν με­ριά του καὶ πο­νη­ρὰ τὸν πει­ρά­ζει:

       «Ἀ­δελ­φέ, δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα!»

       Καὶ τὸ ἡ­λι­ο­κα­μέ­νο της προ­σω­πά­κι λάμ­πει ἀ­πὸ τὸ χα­μό­γε­λο.

       «Τὴν πιά­νω, ἀλ­λὰ ἀ­δύ­να­μη… ἀ­να­μι­γνύ­ε­ται μὲ τὶς ἄλ­λες καὶ χά­νε­ται!», ἀ­παν­τᾶ ὁ Νι­κό­λας καὶ συμ­πλη­ρώ­νει:

       «Μη­τέ­ρα, γιὰ κά­τσε νὰ ξε­κου­ρα­στεῖς καὶ νὰ τὶς ἀ­κού­σεις! Ἂν πιά­σεις τὴν φω­νὴ τῆς Πέν­κα, νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι πράγ­μα­τι θὰ γί­νει νύ­φη σου!»

       Ἰσιώνει τὴν πλά­τη ἡ γριά του μη­τέ­ρα, τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ ἀ­γά­πη καὶ σκύ­βον­τας μὲ τὸ δρε­πά­νι, τοῦ λέ­ει:

       «Ἂν ἐ­σὺ δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζεις τὴν φω­νή της, ἐ­γὼ θὰ τὴν κα­τα­λά­βω;»

       «Ἂν τρα­γου­δοῦσε μό­νη της, πέ­ρα ἀ­πὸ θά­λασ­σες, θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζα!»

       Ἄ­ξαφ­να τὸ τρα­γού­δι τῶν κο­ρι­τσι­ῶν σώ­πα­σε καὶ ὁ κάμ­πος ἡ­σύ­χα­σε. Καὶ νά, ἀ­πὸ κά­που μα­κριὰ ὑ­ψώ­θη­κε μιὰ μο­να­χι­κὴ φω­νή, ψη­λὴ καὶ κου­δου­νι­στή. Στὴν ἀρ­χὴ τρε­μά­με­νη καὶ ἀ­νά­λα­φρη, ἀλ­λὰ σι­γὰ-σι­γὰ δυ­νά­μω­σε καὶ ἁ­πλώ­θη­κε δρι­μύ­τε­ρη πά­νω ἀ­πὸ τὸν κάμ­πο. Ὁ Νι­κό­λας ἀ­μό­λη­σε τὸ δε­μά­τι καὶ χτύ­πη­σε τὶς πα­λά­μες του.

       «Ὁ­ρί­στε, εἶ­ναι ἐ­κεί­νη!»

       Κι ἔ­μει­νε νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

       Τὸ τρα­γού­δι πλάταινε, νέ­ο καὶ ἀ­νέ­με­λο, κα­θα­ρὸ σὰν πη­γή, γε­μά­το ἐ­πι­θυ­μί­ες καὶ ἐλ­πί­δα. Ἐ­κεῖ­νο ἔ­φτια­χνε μπου­κέ­τα ἀ­πὸ γλυ­κό­λο­γα καὶ τὰ ἔ­στελ­νε μὲ ἀ­γά­πη σὲ κά­ποι­ον κά­που. Τὴν μιὰ τα­ραγ­μέ­να χα­νό­ταν, τὴν ἄλ­λη ὑ­ψω­νό­ταν θαρ­ρα­λέ­α, σὰν νὰ πά­λευ­ε μὲ κά­ποι­ο με­γά­λο κα­η­μό, μὲ κά­ποι­α μο­χθη­ρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α, μὰ ὕ­στε­ρα νι­κη­φό­ρα ἀ­πο­κο­ρυ­φω­νό­ταν, ρέ­ον­τας ὁρ­μη­τι­κὰ καὶ ὑ­πε­ρή­φα­να.

       Δὲν κρα­τή­θη­κε ὁ Νι­κό­λας, στά­θη­κε στὴν μέ­ση του χω­ρα­φιοῦ καὶ ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Ἔ­ε­ε-ἔ­εχ!»

       Ἠ­χη­ρά, ἀ­να­ζω­ο­γο­νη­τι­κὰ γέ­λια τοῦ ἀ­πάν­τη­σαν ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ χω­ρά­φια.

       Τὰ χρυ­σὰ στά­χια τα­ρά­χτη­καν ἐ­λα­φριὰ καὶ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν χα­ρού­με­να.

       Τὸν ἄ­κου­σε ἡ Πέν­κα ἀ­πὸ μα­κριὰ ποὺ ἦ­ταν καὶ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να τρα­γού­δι ἐ­ρω­τι­κό, ὅ­λο νο­ή­μα­τα.

       Πά­νω ἀ­πὸ τὸν φαρ­δύ­καμ­πο, λὲς καὶ μ’ ἕ­ναν σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι, ἄ­νοι­ξε τὰ φτε­ρά της ἡ ἐλ­πί­δα, ἀ­κο­λου­θού­με­νη ἀ­πὸ τὴν χα­ρά.

       Πῆ­ραν τὰ πά­νω τους οἱ κου­ρα­σμέ­νες ψυ­χὲς καὶ ὁ κάμ­πος σεί­σθη­κε ἀ­πὸ τρα­γού­δια καὶ γέ­λια.

       Ἀλ­λὰ ἄ­ξαφ­να, ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ χω­ρά­φι κα­τέ­φτα­σε ἕ­να ξυ­πό­λυ­το πι­τσι­ρί­κι καὶ φο­βι­σμέ­νο ἀ­να­κοί­νω­σε, ὅ­τι ἡ Πέν­κα εἶχε λι­πο­θυ­μή­σει.

       Ἡ ἄ­σχη­μη αὐ­τὴ εἴ­δη­ση με­τα­δό­θη­κε στό­μα μὲ στό­μα σ’ ὅ­λο τὸν κάμ­πο.

       «Ἡ Πέν­κα κα­τέρ­ρευ­σε ἀ­πὸ τὴν ζέ­στη!»

       «Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε!»

       «Καὶ ἄλ­λο θύ­μα!»

       Οὔ­τε θε­ο­μη­νί­α δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ χτυ­πή­σει τό­σο βα­ριὰ τὶς ψυ­χὲς τῶν χω­ρι­κῶν.

       Πέ­τα­ξαν οἱ ἄν­θρω­ποι τὰ κο­φτε­ρὰ δρε­πά­νια καὶ κυ­ρι­ευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τρό­μο καὶ θλί­ψη, ἔ­τρε­χαν πρὸς τὸ χω­ρά­φι τῆς Πέν­κα.

       «Ἂς εἶ­ναι ψέ­μα, Κύ­ρι­ε!»

       Καὶ γυ­ναῖ­κες, καὶ κο­ρί­τσια, καὶ ἄν­δρες, καὶ μη­τέ­ρες συγ­κεν­τρώ­θη­καν ἔν­τρο­μοι στὸ χω­ρά­φι της.

       Δί­πλα σ΄ ἕ­να χρυ­σα­φέ­νιο δε­μά­τι εἶ­χε πέ­σει ἀ­νά­σκε­λα, σὰν πυ­ρο­βο­λη­μέ­νη, ἡ Πέν­κα – τὸ κα­μά­ρι τοῦ χω­ριοῦ. Τὸ λευ­κό της μαν­τί­λι σκέ­πα­ζε τὰ μά­τια της, γιὰ νὰ σκιά­σει τὸ ὡ­ραῖ­ο της πρό­σω­πο. Τὰ πυ­κνά της μα­τό­κλα­δα – κλει­σμέ­να γιὰ πάν­τα. Ἀ­πὸ τὰ μι­σά­νοι­χτά της χεί­λη εἶ­χε τρέ­ξει μιὰ ἄ­λι­κη στά­λα αἵ­μα­τος, χρω­μα­τί­ζον­τας τὸν λευ­κό της λαι­μό. Τὸ ἕ­να της χέ­ρι ἀ­κό­μη κρα­τοῦ­σε τὸ κο­φτε­ρὸ δρε­πά­νι, ἐ­νῶ στὸ ἄλ­λο βα­στοῦ­σε τὰ κομ­μέ­να στά­χια.

       Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε πά­θει θερ­μο­πλη­ξί­α.

       Ἔ­τρε­ξε ὁ Νι­κό­λας τρε­λα­μέ­νος, σὲ ἀπόγνωση, μέ­ρια­ζε τὸν κό­σμο κι ἔ­πε­σε δί­πλα ἀ­πὸ τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα τῆς κο­πέ­λας.

       «Πέν­κα, χα­ρά μου, Πέν­κα, τρα­γού­δι μου!», πνί­γη­κε ἡ φω­νή του μέ­σα σὲ λυγ­μούς.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὁ ἥ­λιος καὶ πά­λι ἔ­και­γε ἀ­νε­λέ­η­τα, ἀλ­λὰ στὰ χω­ρά­φια δὲν ὑ­πῆρ­χαν ἐρ­γά­τες. Τὰ στά­χια καί­γον­ταν κι ἔ­πε­φταν μο­να­χι­κά.

       Ὁ κάμ­πος γι­όρ­τα­ζε βα­ριὰ γι­ορ­τή.

       Κή­δευ­αν τὴν Πέν­κα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος: Виртуална библиотека за българска литература – Словото (Βουλ­γα­ρι­κὴ εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»:

http://www.slovo.bg/showbio.php3?ID=85)

καὶ

https://chitanka.info/text/5293  .

pelin_elin

­λὶν Πε­λίν (Елин Пелин) (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Ντη­μή­ταρ Ἰ­βά­νωφ Στο­γιά­νωφ [Димитър Иванов Стоянов]) (Μπάϊλοβο, 1877 – Σόφια, 1949). Βούλ­γα­ρος συγ­γρα­φέ­ας, “ζω­γρά­φος” καὶ ὑ­μνη­τὴς τοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ χω­ριοῦ, κο­σμα­γά­πη­τος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μὲ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης τὴ ζω­ὴ τῶν συγ­χω­ρια­νῶν του ἀ­πὸ τὸ Μπά­ϊ­λο­βο τῆς Βουλ­γα­ρί­ας. Ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα τοῦ συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Γῆ καὶ γε­νιὰ τῶν Γε­ρα­κά­δων. Ἔρ­γα τοῦ Ἐ­λὶν Πε­λὶν εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να σὲ 40 ξέ­νες γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα (Ντού­πνι­τσα, Βουλ­γα­ρί­α, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κά, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το ξέ­νων γλωσ­σῶν τῆς Σό­φιας καὶ ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντουμ­πά­ρο­βα. Γιὰ τὸ ἱστολόγιό μας ἔχει μεταφράσει πεζὰ τοῦ Νικόλα Ράντεφ καὶ τοῦ Βέσελ Τσάνκοφ.


Γιορντὰν Γιόφκωφ (Йордан Йовков): Τὸ ἄσπρο χελιδόνι


Giofkof,Giorntan-ToAsproChelidoni-LeykoChelidoni-03


Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков)


Τὸ ἄσπρο χελιδόνι

(Бялата Лястовица)


02-OmikronΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΝΙΝ, κα­θὼς μαύ­λι­ζε τὰ σκυ­λιά του, κα­τά­λα­βε πὼς ὁ ἄ­γνω­στος χω­ρι­κὸς δὲν ἐρ­χό­ταν ἔ­τσι δί­χως λό­γο κα­τὰ τὴ με­ριά του, μὰ πὼς κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια τὸν ἔ­φερ­νε. Τά ’­βα­ζε μὲ τὰ σκυ­λιά του ποὺ γά­βγι­ζαν κι ὕ­στε­ρα κοί­τα­ξε ξα­νὰ τὸ χω­ρι­κό. Ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο γι­λέ­κι του, τό ’­βλε­πες πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τοῦ Ντε­λῆ-Ὁρ­μάν. Με­γα­λό­σω­μος καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος — ὡ­στό­σο ξε­σποῦ­σε ἀ­μέ­σως στὸ μά­τι σου πὼς ἦ­ταν φτω­χὸς κι ἀ­πὸ φτω­χι­κιὰ φα­μί­λια. Τὸ που­κά­μι­σό του ἦ­ταν γι­ο­μά­το χον­τρομ­πα­λώ­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ ζώ­νη του. Ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Ἀ­πὸ πρώ­τη μα­τιὰ φαι­νό­τα­νε ἀ­σί­κης, λε­βέν­της, μὰ ὁ Μο­κά­νιν εἶ­δε πὼς ἔ­χει νὰ κά­μει μ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀν­θρώ­πους πού, ὅ­πως λέ­νε, πα­ρα­με­ρί­ζου­νε μπρο­στὰ καὶ σ’ ἕ­να μερ­μήγ­κι.

       Ὁ χω­ρι­κὸς χαι­ρέ­τη­σε, κά­τι μουρ­μού­ρι­σε, κά­τι σάν: «πῶς τὰ πο­ρεύ­ε­τε δῶ;», μὰ ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἀλ­λοῦ γύ­ρι­ζε τὸ μυα­λό του, πὼς με­γά­λες ἔ­γνοι­ες τὸν βα­σά­νι­ζαν.

       Κοί­τα­ξε ἴ­σα μπρο­στὰ καί, κου­νών­τας ἔ­τσι τὰ χέ­ρια, ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χει πο­λὺ δρό­μο ἀ­κό­μα ὣς τὸ χω­ριὸ Μαν­τζι­λά­ρι. Ὁ Μο­κά­νιν, κα­θὼς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, εἶ­δε κά­του στὸ δρό­μο ἕ­να κά­ρο ζε­μέ­νο σ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Τὸ δί­χως ἄλ­λο θά ’­ταν του­του­νοῦ τοῦ χω­ρι­κοῦ καὶ θὰ τό ’­χε ἀ­φή­σει ἐ­κεῖ γιὰ νά ’ρ­θει νὰ ρω­τή­σει. Μέ­σα στὸ κά­ρο κα­θό­ταν μιὰ γυ­ναί­κα, δι­πλω­μέ­νη στὰ δυ­ό, μὲ τὰ χέ­ρια της κρυμ­μέ­να κά­του ἀ­π’ τὸ ζα­κέ­το της, καὶ μὲ λυ­τὸ τὸ τσεμ­πέ­ρι της ποὺ οἱ δυ­ὸ ἄ­κρες του πέ­φταν στοὺς ὤ­μους της. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, μὰ ὁ Μο­κά­νιν ἤ­ξε­ρε πὼς οἱ γυ­ναῖ­κες λύ­νουν ἔ­τσι τὸ τσεμ­πέ­ρι τους σὰν εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νες ὄ­χι τό­σο ἀ­π’ τὴ ζέ­στη, μὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α βα­ριὰ ἔ­γνοι­α. Στὸ βά­θος τοῦ ἁ­μα­ξιοῦ ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ ἀ­χα­μνή — μιὰ νέ­α κο­πέ­λα φαι­νό­τα­νε, ξα­πλω­μέ­νη καὶ τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, μὲ τὸ κε­φά­λι της χω­μέ­νο σὲ κά­τι χω­ρι­ά­τι­κα σκου­ρό­χρω­μα μα­ξι­λά­ρια. Κοί­τα­ζε πλά­ι, καὶ δὲ φαι­νό­τα­νε τὸ πρό­σω­πό της.

       — Ἔ­χεις κά­ναν ἄρ­ρω­στο; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ναί. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη.

       Ὁ χω­ρι­κὸς ἔ­ρι­ξε τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα ποὺ στά­λια­ζαν γιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι στὸ ξέ­φω­το, μὰ δὲν τά ’­βλε­πε — τὰ μά­τια του ἔ­δει­χναν μο­νά­χα τὴ στε­νο­χώ­ρια του.

       — Ἄν σοῦ ’­λε­γα τὰ βά­σα­νά μας, εἶ­πε, μὰ κάλ­λιο μὴ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τά.

       — Δὲν εἶ­σαι ἀ­π’ τὰ μέ­ρη μας· ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ἀ­π’ τὸ Κι­τσοὺκ-Ἀκ­μέντ — τὸ λέ­νε Ναν­τέζ­ντα τώ­ρα, ἐ­κεῖ σι­μὰ στὸ Ρόκ. Πέ­ρα­σα κι­ό­λας ἀ­πὸ κεῖ. Πα­γαί­νω ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριὸ που­λών­τας ἀρ­γι­λό­χω­μα γιὰ λεύ­κα­σμα. Πολ­λοὶ δῶ πέ­ρα, καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­γο­ρά­ζουν. Σὰν φτά­νω ὣς κά­του στὴ θά­λασ­σα ἀ­γο­ρά­ζω τί­πο­τα ψά­ρια, τί­πο­τα στα­φύ­λια — ὅ,τι βρε­θεῖ. Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, κου­τσὰ στρα­βὰ τὰ βο­λεύ­ου­με. Ἂν δὲ μᾶς εἶ­χε βρεῖ τοῦ­το τὸ κα­κό…

       Κά­θι­σε κα­τα­γῆς, ἔ­βγα­λε τὴν πέ­τσι­νη κα­πνο­σα­κού­λα του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρί­βει τσι­γά­ρο. Ὁ Μο­κά­νιν κά­θι­σε δί­πλα του καὶ πρό­σε­ξε ποὺ τὰ χον­τρά, ρο­ζι­α­σμέ­να του δά­χτυ­λα τρέ­μα­νε.

       — Δὲν εἴ­χα­με τύ­χη μὲ τὰ παι­διά μας, ἄρ­χι­σε. Τὰ τρί­α πε­θά­να­νε μι­κρὰ μι­κρά. Δὲ μᾶς ἔ­μει­νε πά­ρεξ ἐ­τού­τη. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ κά­ρο. Τῆ­νε κοι­τά­ζα­με σὰν τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ μας. Ἔ­βγα­ζα τὴ μπου­κιά μου ἀ­π’ τὸ στό­μα, μὴ καὶ τῆς λεί­ψει τὸ κα­λὸ φου­στά­νι καὶ δεῖ τὶς ἄλ­λες ὀ­μορ­φον­τυ­μέ­νες καὶ μοῦ κα­κο­καρ­δι­στεῖ. Ὁ Θε­ὸς βο­ή­θη­σε καὶ τὴ φυ­λά­ξα­με ὣς τὰ τώ­ρα. Μὰ δῶ καὶ λί­γον και­ρὸ ἄρ­χι­σε νὰ μα­ρα­ζώ­νει. Ἀρ­ρώ­στια δὲν ἔ­χει τί­πο­τες, κι ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα σβή­νει. Ἄ­κου­σα πού ’­λε­γε στὴ μά­να της, οἱ ἄλ­λες, λέ­ει, οἱ φι­λε­νά­δες της παν­τρευ­τή­κα­νε κι αὐ­τὴ δὲν παν­τρεύ­τη­κε γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι πι­κρα­μέ­νη.

       — Ἔ, τῆς λέ­ω, τί σκᾶς μω­ρὲ παι­δί μου, θά ’ρ­θει κι ἡ ἀ­ρά­δα σου. Τὶς ἄλ­λες τη­ρᾶς; Ἐ­λό­γου τους εἶ­ναι πλού­σι­ες. Τὰ πα­λι­κά­ρια σή­με­ρις κοι­τᾶ­νε τὸν πα­ρά. Ἔ­γνοι­α σου, θὰ παν­τρευ­τεῖς κι ἐ­σύ, μὴ χο­λο­σκᾶς, δὲ σὲ πή­ρα­νε δὰ τὰ χρό­νια. Κα­λὴ καρ­διά.

       — Πό­σω χρο­νῶ εἶ­ναι;

       — Κον­τεύ­ει τὰ εἴ­κο­σι. Τῆς Πα­να­γί­ας θὰ τὰ κλεί­σει.

       — Ἄ­μ’ τό­τες εἶ­ναι νιά.

       — Ἔ­τσι λέ­ω καὶ λό­ου μου — νιά.

       Ὁ χω­ρι­κὸς σώ­πα­σε κι ἔ­ρι­ξε πά­λι τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα χω­ρὶς νὰ τὰ δεῖ. Κεῖ πλά­ι, στὸν πυ­ρω­μέ­νο ἀ­έ­ρα, ὑ­ψώ­θη­κε ἡ στριγ­γιὰ κραυ­γὴ τοῦ τζί­τζι­κα.

       — Τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι μ’ ἄρ­χε­ψε στὰ πα­ρα­κά­λια νὰν τὴν ἀ­φή­κω νὰ θε­ρί­σει μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες. Τί νὰ κά­νω; Φτω­χοὶ ἀν­θρῶ­ποι εἴ­μα­στε, ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τί­πο­τις πα­ρά­δες ἔ­χου­με, μὰ ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔ­γλε­πα ἀ­χα­μνή, σὰν ἀρ­ρω­στε­μέ­νη, δὲ μοῦ ’­κα­νε καρ­διὰ νὰ τὴν ἀ­φή­κω. Πα­ρα­κά­λια πά­λι: «ἄ­σε με, πα­τέ­ρα, ἄ­σε με νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἄλ­λες». Τί νά ’­κα­να; Κα­λά, μιὰ καὶ τὸ θές, πά­γαι­νε. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­τρε­ξε — δὲν ἤ­μα­στε κεῖ νὰ δῶ. Πλα­γι­ά­ζα­νε, λέ­ει, στὰ χω­ρά­φια. Δὲν ξέ­ρω πῶς μοῦ τά ’­πε. Μιὰ φο­ρά, λέ­ει, εἴ­χα­νε ὁ­λη­με­ρὶς θε­ρί­σει, τὸ βρα­δά­κι δει­πνή­σα­νε, τρα­γου­δή­σα­νε, γλεν­τή­σα­νε κι ἀ­πὲ πλα­γι­ά­σα­νε. Ἡ Νόν­κα, ἔ­τσι τὴ λέ­νε τὴ θυ­γα­τέ­ρα μου, πλά­για­σε κι αὐ­τὴ ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λες. «Εἶ­χα πλα­γιά­σει, πα­τέ­ρα», μοῦ ’­πε, «ἀ­νά­με­σα στὰ δε­μά­τια, πί­σω ἀ­πὸ μιὰ θη­μω­νιά, εἶ­χα κου­κου­λω­θεῖ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξάφ­νου, κά­τι ἔ­νι­ω­σα στὸ στῆ­θος μου, κά­τι βα­ρὺ καὶ κρύ­ο. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου. Ἕ­να φί­δι».

       — Λοι­πόν;

       — Ναί, ἕ­να φί­δι. Πλα­γι­α­σμέ­νο στὸν κόρ­φο της, κου­λού­ρα. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου φώ­να­ξε καὶ μ’ ὅ­λο της τὸν τρό­μο, ἅρ­πα­ξε τὸ φί­δι καὶ τὸ πέ­τα­ξε μα­κριά.

       — Τὸ πέ­τα­ξε, λοι­πόν; Κά­τι τέ­τοι­α λα­χαί­νουν τὸ θέ­ρο. Ἔ­χω ἀ­κου­στὰ ποὺ μιὰ βο­λὰ ἕ­να φί­δι μπῆ­κε στὸ στό­μα μιᾶς γυ­ναί­κας. Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε ὅ­μως; Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε, ἔ;

       — Ὄ­χι. Ἦ­ταν στὸν κόρ­φο της. Τ’ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ πέ­τα­ξε. Αὐ­τὸ μοῦ ’­πε. Ἀ­λή­θεια ἔ­γι­νε, τί­πο­τες ὄ­νει­ρο ἦ­ταν; δὲν ξέ­ρω. Μὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὅ­λο καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἡ κό­ρη μου ξε­ραί­νε­ται σὰν τὸ κλα­δί. Πο­νά­ει στὸ στῆ­θος. Ἔ­χω πό­νο, λέ­ει, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε πλα­γιά­σει τὸ φί­δι.

       — Ἄ­κου πρά­μα­τα, εἶ­πε ὁ Μο­κά­νιν σα­στι­σμέ­νος. Καὶ ποῦ τὴν πη­γαί­νεις τώ­ρα; Σὲ κά­να για­τρό;

       — Ἄ, οἱ για­τροί… Τὴν εἴ­δα­νε τό­σοι καὶ τό­σοι! Τώ­ρα τὴν πα­γαί­νω… πῶς νὰ στὸ πῶ… Ἂν ἤ­τα­νε μο­νά­χα στὸ χέ­ρι μου… ἐ­λό­ου μου δὲν τὰ πι­στεύ­ω αὐ­τά… μά, ξέ­ρεις, σὰν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ γυ­ναῖ­κες… Κι ὕ­στε­ρις, εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη, κι εἶ­ναι παι­δί μου…

       Ἡ φω­νή του τρε­μού­λια­σε. Σώ­πα­σε. Ἔ­ρι­ξε πά­λι γύ­ρω μιὰ μα­τιά, κι ὕ­στε­ρα τρά­βη­ξε μιὰ το ’­να μιὰ τ’ ἄλ­λο μου­στά­κι του, καὶ τὰ ψα­ρά, σκλη­ρά, κα­κο­ξυ­ρι­σμέ­να γέ­νια του. Ὁ Μο­κά­νιν κα­τα­λά­βαι­νε κα­λὰ πὼς ὅ­λες τοῦ­τες οἱ ἄ­σπρες τρί­χες ἦ­ταν ἀπ’ τὶς πολ­λὲς ἔ­γνοι­ες.

       — Τ’ ἄλ­λο βρά­δυ, ξα­νάρ­χι­σε ὁ χω­ρι­κός, εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὰ καρ­νά­για κά­τι ντό­πιοι ποὺ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ. Εἶ­παν τό ’­να, εἴ­πα­νε τ’ ἄλ­λο, ξέ­ρω κι ἐ­γώ… Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χου­νε σκο­τοῦ­ρες. Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρά­τευ­αν κι­ό­λας. Καὶ νά, ποὺ κα­τα­φτά­νει σπί­τι μας ἡ Στο­γι­έ­νι­τσα, ἡ πο­λυ­λο­γού, ποὺ δὲν εἶ­ναι πρά­μα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει.

       — Γκοῦν­τσο, φώ­να­ξε ἀ­π’ τὸ κα­τώ­φλι, εἶ­σαι τυ­χε­ρός. Κι ἐ­σύ, Νόν­κα — ἄ­νοι­ξε ἡ τύ­χη σου. Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

       — Μὰ τί τρέ­χει; λέ­ω. Τὸ καί τό. Ὁ Νι­κό­λας κι ὁ Πέ­νυ Σιν­τε­βό­ρι γυ­ρί­σα­νε ἀ­πὸ τὰ καρ­νά­για. Λέ­νε τὸ λοι­πὸν πὼς στὸ Μαν­τζι­λά­ρι ἔ­χει φα­νεῖ… λέ­ει, ἔ­χει φα­νεῖ ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι. Ὁ­λό­α­σπρο σὰν τὸ χι­ό­νι. — Ἔ, καί; — Μὰ δὲν ξέ­ρεις, λοι­πόν, ποὺ ἅ­μα ἕ­νας ἄρ­ρω­στος τὸ δεῖ γι­α­τρεύ­ε­ται με­μιᾶς ὅ,τι ἀρ­ρώ­στια νά ’­χει; Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μιὰ φο­ρὰ στὰ ’­κα­τό χρό­νια φαί­νε­ται. Ξέ­ρεις, Γκοῦν­τσο, λέ­ει, δὲν πρέ­πει ν’ ἀρ­γο­πο­ρᾶς! Πά­γαι­νε τὴ Νόν­κα κεῖ κά­του! Δὲν μπό­ρα­γα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς, ἡ μι­κρὴ ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ μά­να της καὶ νά μᾶς.

       — Μὰ νά ’­ναι ἀ­λή­θεια, τά­χα; Καὶ ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τὸ τὸ χε­λι­δό­νι;

       — Σοῦ τό ’­πα, φά­νη­κε στὸ Μαν­τζι­λά­ρι.

       — Ἄ­σπρο εἶ­πες;

       — Ὁ­λό­α­σπρο.

       Ὁ Μο­κά­νιν, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ κα­τὰ τὸ δρό­μο. Αὐ­τός, κά­θε μέ­ρα, στα­μά­τα­γε σὲ τοῦ­το τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ πρό­βα­τά του, μὰ τοῦ φαί­νε­ται πο­τὲ δὲν εἶ­χε δεῖ τό­σα χε­λι­δό­νια, ὅ­σα σή­με­ρα, πά­νω στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα. Καὶ τί τὸ πα­ρά­ξε­νο, μα­θές; Κον­το­ζύ­γω­νε τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καὶ σὲ τού­τη­να τὴν ἐ­πο­χὴ τὰ χε­λι­δό­νια καὶ τὰ λε­λέ­κια μα­ζεύ­ον­ται γιὰ νὰ ξα­να­γυ­ρί­σουν στὶς ζε­στὲς χῶ­ρες. Ἦ­ταν τό­σα χε­λι­δό­νια κολ­λη­τὰ κολ­λη­τά, ποὺ τὸ σύρ­μα λύ­γι­ζε ἀ­π’ τὸ βά­ρος του κι ἔ­μοια­ζε σὰν κομ­πο­λό­ι. Μι­λι­ού­νια χε­λι­δό­νια, μὰ ὅ­λα μαῦ­ρα.

       — Νὰ για­τὶ βρέ­θη­κα στὰ μέ­ρη σας, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κός, τού­τη τὴ φο­ρὰ ξε­θαρ­ρε­μέ­νος καὶ ξα­λα­φρω­μέ­νος. Καὶ σὰν εἶ­δα τοῦ λό­γου σου, συλ­λο­γί­στη­κα: δὲν πα­γαί­νω νὰν τό­νε ρω­τή­σω, μπο­ρεῖ καὶ νά ’­δε τ’ ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μπο­ρεῖ νά ’­χει ἀ­κού­σει νὰ λέ­νε…

       — Ὄ­χι, ἀ­δερ­φέ μου. Ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Μή­τε εἶ­δα, μή­τε ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε.

       Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε πὼς θ’ ἀ­πόλ­πι­ζε ὁ­λό­τε­λα τού­τους τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ξα­νά­πε:

       — Μὰ μπο­ρεῖ μιὰ χα­ρὰ νὰ ὑ­πάρ­χει. Ναί, καὶ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ. Για­τί ὄ­χι; Ὑ­πάρ­χου­νε ἄ­σπρα βου­βά­λια, ἄ­σπρα πον­τί­κια, ἄ­σπρες κου­ροῦ­νες. Για­τί τό­τε­νες νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει κι ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τό, στὰ σί­γου­ρα θὰ ὑ­πάρ­χει…

       — Ποι­ός ξέ­ρει; ἔ­κα­νε ὁ χω­ρι­κὸς μ’ ἕ­να στε­ναγ­μό. Ἐ­γὼ δὲν τὰ πι­στεύ­ω, μὰ οἱ γυ­ναῖ­κες, ξέ­ρεις…

       Ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει. Συγ­κι­νη­μέ­νος ὁ Μο­κά­νιν ση­κώ­θη­κε κι αὐ­τὸς νὰ τὸν ξε­βγά­λει καὶ γιὰ νὰ δεῖ τὴ νέ­α. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­σαν στὸ δρό­μο, ἡ μά­να, μιὰ γυ­ναί­κα χλω­μή, σκε­λε­τω­μέ­νη ἀ­π’ τὸ μό­χτο καὶ τὰ βά­σα­να, ξε­ψά­χνι­σε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἀ­κό­μα τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἄν­τρα της, πα­σκί­ζον­τας νὰ μαν­τέ­ψει τί μαν­τά­τα ἔ­φερ­νε. Ἡ κο­πέ­λα, ἔ­με­νε πάν­τα γυ­ρι­σμέ­νη στὸ πλά­ι καὶ κοί­τα­ζε τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ εἶ­χαν κουρ­νιά­σει στὸ τη­λε­γρα­φι­κὸ σύρ­μα.

       Ἡ κο­πέ­λα, ἀ­κού­γον­τας τὴ φω­νή του, γύ­ρι­σε. Ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη. Τὸ κορ­μί της κα­τα­φα­γω­μέ­νο ἀ­π’ τὴν ἀρ­ρώ­στια ὅ,τι ποὺ σχε­δι­ά­ζον­ταν κά­τω ἀ­π’ τὴν κου­βέρ­τα. Στὸ κέ­ρι­νο πρό­σω­πό της μο­νά­χα τὰ μά­τια ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη μὲ τὴν ἀ­στρα­πὴ τῆς νι­ό­της. Κοί­τα­ζε πό­τε τὸν πα­τέ­ρα της, πό­τε τὸν Μο­κά­νιν.

       — Νόν­κα, αὐ­τὸς ἐ­δῶ, τό ’­χει δεῖ κι­ό­λας τὸ χε­λι­δό­νι, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κὸς βά­ζον­τας μάρ­τυ­ρα τὸν Μο­κά­νιν. Εἶ­ναι κεῖ κά­τω, στὸ χω­ριό. Φτά­νει μο­νά­χα νὰ τὸ δοῦ­με κι ἐ­μεῖς.

       Ὁ Μο­κά­νιν ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βά­ρος, ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ λαι­μό, τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν.

       — Θὰ τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς, παι­δί μου, εἶ­πε δυ­να­μώ­νον­τας τὴ φω­νή του. Μιὰ καὶ τό ‘δὰ ἐ­γώ, για­τί τά­χα νὰ μὴν τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς; Τό ’­δα μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια, ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, κά­τα­σπρο. Θὰ τὸ δεῖς κι ἐ­σύ. Ὁ Θε­ὸς θὰ σοῦ κά­νει τού­τη τὴ χά­ρη, θὰ τὸ δεῖς, παι­δί μου, καὶ θὰ γιά­νεις… εἶ­σαι τό­σο νέ­α! Στὸ λέ­ω, θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ γιά­νεις, μὴ φο­βᾶ­σαι τί­πο­τις…

       Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­κρυ­ψε τὰ μά­τια της στὰ χέ­ρια της καὶ ξέ­σπα­σε σ’ ἀ­να­φι­λη­τά. Ὁ με­γα­λό­σω­μος γε­ρο­δε­μέ­νος ἄν­τρας σι­γό­βη­ξε, ἅρ­πα­ξε τὰ γκέ­μια τοῦ ἀ­λό­γου καὶ ξε­κί­νη­σε.

       — Ἄν­τε τέ, στὸ κα­λό, κα­λὴ τύ­χη! φώ­να­ξε ὁ Μο­κά­νιν. Τὸ χω­ριὸ δὲν εἶ­ναι μα­κριά. Θὰ τρα­βή­ξε­τε ἴ­σα ὅ­πως πᾶ­νε τὰ σύρ­μα­τα τοῦ τη­λέ­γρα­φου!

       Ἔ­μει­νε κάμ­πο­σο στὸ δρό­μο κοι­τά­ζον­τας τὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε. Μιὰ κοί­τα­ζε τὴ μά­να μὲ τὸ μαῦ­ρο τσεμ­πέ­ρι, μιὰ τὴν κο­πέ­λα πλα­γι­α­σμέ­νη στὸ πλευ­ρό της, μιὰ τὸν ψη­λό­κορ­μο χω­ρι­κὸ ποὺ πή­γαι­νε σκυ­φτὸς τρα­βών­τας τ’ ἄ­λο­γο ἀ­π’ τὰ γκέ­μια, καὶ τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν πά­νω τους, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νοι περ­νοῦ­σαν, κι ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ξα­να­γύ­ρι­ζαν νὰ κά­τσουν στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα.

       Ὁ Μο­κά­νιν ξα­να­γύ­ρι­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος στὸ κο­πά­δι του καὶ ξα­νάρ­χι­σε τὴ δου­λειά του — ἔ­κο­βε ἀ­πὸ πε­τσὶ ἀ­λό­γου τσα­ρού­χια. Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε. Καὶ μή­πως εἶ­ναι αὐ­τὸ μο­νά­χα;

       Ἔ­νι­ω­θε με­γά­λο βά­ρος στὸ στῆ­θος, κά­τι τὸν τυ­ρα­γνοῦ­σε. Ὕ­στε­ρα, πα­ρα­τών­τας τὸ σου­βλί του ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, σή­κω­σε τὰ μά­τια στὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­πε:

       — Κύ­ρι­ε Με­γα­λεύ­σπλα­χνε, τί βά­σα­να σὲ τού­τη τὴ γῆς!

       Κι ἔ­ρι­ξε ξα­νὰ τὴ μα­τιά του στὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε πέ­ρα στὸ δρό­μο.


μαυ­λί­ζω: φω­νά­ζω κά­ποι­ο ζῶ­ο ἢ που­λὶ μι­μού­με­νος τὴ φω­νή του.

ἀ­σί­κης: πα­λι­κα­ράς, λε­βέν­της.

στα­λιά­ζω: ξε­κου­ρά­ζο­μαι στὴ σκιά.

λεύ­κα­σμα: ἄ­σπρι­σμα, ἀ­σβέ­στω­μα.

καρ­νά­γιο: σκά­ρα ὅ­που πλα­γιά­ζουν τὰ πλοῖ­α γιὰ κα­θα­ρι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 Πη­γή:

http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4445,19947/index_b_08.html

Giofkof,Giorntan-Eikona-01Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков) (Ζέραβ­να, 1880 – Πλόβ­ντιβ, 1937). Βούλ­γα­ρος πε­ζο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δὲν μπό­ρε­σε νὰ τε­λει­ώ­σει τὰ Νο­μι­κὰ καὶ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀρ­χι­κά, ὡς δά­σκα­λος. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς πρε­σβευ­τὴς στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης καὶ χῶ­ρος δρά­σης τῶν ἔρ­γων τοῦ εἶ­ναι τὰ Βαλ­κά­νια. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα (Θρύ­λοι τοῦ βου­νοῦ Στά­ρα Πλά­νι­να, 1927), μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (Τὸ τσι­φλί­κι κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα, 1934) καὶ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα (Βρα­δι­ὲς στὸ παν­δο­χεῖ­ο τοῦ Ἀν­τί­μο­βο, 1928· Ὁ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, 1930· Ἡ καρ­διὰ μιᾶς γυ­ναί­κας, 1935).

Με­τά­φρα­ση (ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά):

Γιά­ννης Ρί­τσος (Μο­νεμ­βα­σιά, 1 Μα­ΐ­ου 1909 – Ἀ­θή­να, 11 Νο­εμ­βρί­ου 1990). Ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, με­τά­φρα­ση, με­λέ­τη. Πολ­λὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Δη­μο­σί­ευ­σε πά­νω ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ συν­θέ­σεις, ἐν­νέ­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρα θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ με­λέ­τες.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου:

Ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ φί­λος καὶ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας μας, με­τα­φρα­στὴς ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς, στὶς 12 Ἰ­ου­λί­ου 2010 ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να σπά­νιο ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι στὴν πό­λη Ταρ­γκό­βι­στε τῆς Βουλ­γα­ρί­ας! Ἐ­δῶ βλέ­που­με τὸ σχε­τι­κὸ βίν­τε­ο:




		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Κόρη


06-Gkospontinof,Gk.-Kori-Eikona-01


Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов)


Κόρη

(Дъщеря)

06-sΤΟ ΤΡΕΝΟ μπῆ­κε ἕ­νας ἄν­τρας μέ­σης ἡ­λι­κί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος κου­βα­λοῦ­σε στὰ χέ­ρια, ὅ­πως κου­βα­λοῦν παι­δί, μιὰ με­γά­λη πά­νι­νη κού­κλα, ντυ­μέ­νη μὲ παι­δι­κὸ μπου­φάν.

       — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, δύ­ο ἐ­λεύ­θε­ρες θέ­σεις;

       Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἐ­πι­βά­τες στὸ κου­πὲ κοι­τά­χτη­καν καὶ δὲν ἀ­πο­κρί­θη­καν.

       — Ο­ρί­στε – εἶ­πα, καὶ τοῦ ὑ­πέ­δει­ξα τὴ θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί μου. — Ὅ­μως, εἶ­ναι μο­νή.

       — Δὲν πει­ρά­ζει, αὐ­τὴ θὰ κα­θή­σει σὲ μέ­να.

       Τῆς ἔ­βγα­λε τὸ μπου­φάν, τῆς ἔ­φτια­ξε τὰ μαλ­λιά, τὴν βό­λε­ψε στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­θί­σμα­τος καὶ κά­θη­σε δί­πλα της. Ἔ­πει­τα τὴν πῆ­ρε στὰ γό­να­τά του. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι στὸ κου­πέ, ξε­γλί­στρη­σαν γιὰ νὰ ψά­ξου­νε θέ­σεις ἀλ­λοῦ. Ἀ­πο­μεί­να­με μό­νον οἱ δύ­ο μας, δη­λα­δὴ οἱ τρεῖς μας.

       — Πῶς τὴ λέ­νε; – ρώ­τη­σα.

       — Ἄν­τε, πὲς στὸν θεῖ­ο πῶς λέ­γε­σαι. Ἔ;

       Ἡ κού­κλα σι­ω­ποῦ­σε.

       — Πές, Μα­α-ρί­ι… Μα­ρί­α λέ­γε­ται. Εἶ­ναι ντρο­πα­λή.

       Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἡ­λι­κί­α ἔ­τσι εἶ­ναι τὰ πα­ιδιά.

       — Γειά σου, Μα­ρί­α. Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι;

       — Στὰ 5 —ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­τέ­ρας.— Μό­νο ποὺ δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει νὰ μι­λά­ει καὶ πο­λύ. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – χα­μο­γέ­λα­σε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν πει­ρά­ζει στὴ μύ­τη. Ἡ μύ­τη της ἦ­ταν ἕ­να φα­γω­μέ­νο ρὸζ κουμ­πί. — Θέ­λεις νὰ κα­θή­σου­με δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο; Ἄν­τε, ἀ­γα­πού­λα μου. Ἔ­λα νὰ δοῦ­με τώ­ρα τί ἔ­χει ἐ­κεῖ ἔ­ξω; Ὤ­ω­ω, δὲς αὐ­τὴ τὴν ἀ­γε­λά­δα πό­σο σο­βα­ρὴ μᾶς κοι­τά­ζει, καὶ τὸ γα­ϊ­δού­ρι ἐ­κεῖ, τὸ βλέ­πεις; Ὄ­χι, ὄ­χι, πιὸ πέ­ρα, δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο.

       Καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν πό­σες ἀ­γε­λά­δες, γα­ϊ­δού­ρια, κό­τες, ἄ­λο­γα καὶ πρό­βα­τα θὰ ἔ­βλε­παν ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἡ τύ­χη τοὺς χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­δαν πε­λαρ­γούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κό­μα πε­ρι­φέ­ρον­ταν στὰ κα­ψα­λι­σμέ­να χω­ρά­φια τοῦ προ­χω­ρη­μέ­νου Αὐ­γού­στου. Αὐ­τὸς τῆς ἀ­φη­γεῖ­το μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸν πε­λαρ­γὸ καὶ τὴν ἀ­λε­ποῦ. Πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σουν τέ­τοι­ες ἱ­στο­ρί­ες, μοῦ ἔ­κλει­σε τὸ μά­τι συ­νω­μο­τι­κά. Καὶ γε­νι­κῶς ὁ­τι­δή­πο­τε ἱ­στο­ρί­ες. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­α θεί­τσα μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζα στὸ κου­πὲ χω­ρὶς νὰ χαι­ρε­τή­σει, ἄ­φη­σε τὴ βα­λί­τσα της, ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὸν ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε στὴν κού­κλα, ἅρ­πα­ξε πά­λι τὴ βα­λί­τσα, ἄ­νοι­ξε πά­λι τὴν πόρ­τα, πέ­τα­ξε ἕ­να ἀ­νω­μα­λά­ρες καὶ βγῆ­κε μὲ κρό­το. Ὁ ἄν­τρας ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες του στ’ ἀ­φτιὰ τοῦ παι­διοῦ, τὸ ἀγ­κά­λια­σε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­μή­χα­να. (Τὰ ἀ­φτιά της ἦ­ταν δύ­ο μα­κριὰ σεν­τε­φέ­νια μύ­δια).

       — Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν τί λέ­νε μπρο­στὰ στὰ παι­διά. – Ἔ­μει­ναν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, αὐ­τὴ ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νη ἐ­πά­νω του.

       — Νυ­στά­ζει. Κοι­μή­σου, ἀ­γα­πού­λα μου, κοι­μή­σου.

       Τὴν με­τα­κί­νη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ κά­θι­σμα καὶ ἔ­βα­λε τὸ μπου­φὰν ἀ­πὸ πά­νω της.

       Φαι­νό­ταν, ὅ­τι ὁ ἄν­τρας εἶ­χε κά­τι νὰ μοῦ πεῖ, ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ἀρ­χί­σει. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ ἐ­λεγ­κτής, ἔ­κα­νε νό­η­μα, ἔ­ρι­ξε ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο βλέμ­μα πρὸς τὸ κοι­μι­σμέ­νο —κά­τω ἀ­π’ τὸ μπου­φάν— παι­δί, τσέ­κα­ρε τὰ εἰ­σι­τή­ρια καὶ βγῆ­κε. Δὲν κα­τά­λα­βε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, πῆ­ρα ἀ­νά­σα. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα κα­θό­μουν σ’ ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να μὴν τύ­χει καὶ γί­νει φα­σα­ρί­α, νὰ βγά­λει τὸ μπου­φάν, νὰ δεῖ ποι­ός κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τό, ν’­ ἀρ­χί­σει τὸ βρι­σί­δι καὶ νὰ φω­νά­ξει ἀ­στυ­νο­μί­α στὸ τρέ­νο. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι ὁ φό­βος μου ἦ­ταν κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ… παι­διοῦ, δηλ. τῆς κού­κλας. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ τῆς προ­κα­λέ­σουν κά­ποι­ο κα­κό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖο, ται­ριά­ζει νὰ πῶ, ὅ­τι εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ὁ­μα­λός, ἐ­φό­σον γρά­φω καὶ δι­η­γή­μα­τα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸ ἐ­πι­βα­ρύ­νει τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ κα­τὰ τὰ λοι­πά, εἶ­μαι σὲ ὅ­λα μου ἐν­τά­ξει.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ὁ ἄν­τρας τόλ­μη­σε τε­λο­σπάν­των νὰ ξε­κι­νή­σει. Κοί­τα­ξε πρὸς τὸ παι­δὶ καὶ εἶ­πε εὐ­θέ­ως ὅ­τι ἔ­χει νὰ μοῦ ζη­τή­σει μιὰ χά­ρη, ὅ­μως θὰ δεί­ξει κα­τα­νό­η­ση, ἂν τοῦ ἀρ­νη­θῶ. Τὸν ἐν­θάρ­ρυ­να νὰ συ­νε­χί­σει. Μι­λού­σα­με ψι­θυ­ρι­στὰ γιὰ νὰ μὴν τὴν ξυ­πνή­σου­με.

       — Μπαί­νω στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο —εἶ­πε— αὐ­τὴ ἀ­κό­μα δὲν ξέ­ρει. Ἔ­χω κά­τι ὄγ­κους ἐ­δῶ, οἱ για­τροὶ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­χου­με σφα­γεῖ­ο, με­τὰ ἕ­να μή­να καὶ κά­τι, θε­ρα­πεί­α, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σο. Ἅ­μα δὲν ἦ­ταν αὐ­τή, θὰ τὰ εἶ­χα πα­ρα­τή­σει ὅ­λα, ὅ­μως…

       Ὁ ἄν­τρας ἔ­φτια­ξε ὄ­μορ­φά το μπου­φὰν ἐ­πά­νω της, κά­λυ­ψε τοὺς ὤ­μους της.

       — Δὲν θέ­λω νὰ μπεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μα­ζί μου. Δὲν θὰ ἀν­τέ­ξει, δὲν εἶ­ναι γι’ αὐ­τήν. Καὶ πά­λι, μό­νη της δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει ὁ­λωσ­δι­ό­λου, βλέ­πε­τε πῶς εἶ­ναι.

       — Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος….

       — Δεν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­φυ­γε… Μεί­να­με μό­νο οἱ δυ­ό μας.

       Δὲν κα­τά­λα­βα ἂν πέ­θα­νε, ἢ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Δὲν ρώ­τη­σα.

       — Θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως, σὲ κά­ποι­ο ἵ­δρυ­μα, προ­σω­ρι­νά – εἶ­πα ἐ­γώ, συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ἀ­κα­ρια­ῖα ὅ­λη τὴ μα­ται­ό­τη­τα τῆς πρό­τα­σής μου.

       — Πῆ­γα, ρώ­τη­σα σὲ δι­ά­φο­ρα… μὲ κα­τα­λα­βαί­νε­τε… Δὲν θέ­λουν οὔ­τε ν’ ἀ­κού­σουν, σὲ κα­νέ­να μέ­ρος. Λέ­νε πὼς εἶ­μαι τρε­λός, πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε τέ­τοι­ο παι­δὶ στὸ μη­τρῶ­ο. Ἐ­νῶ σὲ ἕ­να μέ­ρος, ἀ­κό­μα καὶ σκυ­λιὰ μᾶς ἀ­μό­λη­σαν. Ἡ Μα­ρί­α, ἡ κα­η­με­νού­λα, πο­λὺ τρό­μα­ξε.

       Σω­πά­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, νύ­χτω­νε.

       — Κοι­τάξ­τε —εἶ­πε αὐ­τός— ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ μό­νος ποὺ τῆς μί­λη­σε. Γί­νε­ται νὰ σᾶς τὴν ἀ­φή­σω… προ­σω­ρι­νά;

       Ἡ ἐ­ρώ­τη­ση εἶ­ναι δι­α­τυ­πω­μέ­νη μὲ ὅ­λη τὴν εὐ­θύ­τη­τα ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο.

       — Γί­νε­ται… γιὰ ἕ­ναν-δύ­ο μῆ­νες… Αὐ­τὴ δὲν δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα, οὔ­τε κὰν τρώ­ει… Ἐ­γὼ θὰ σᾶς ἀ­φή­σω χρή­μα­τα, ἐν­νο­εῖ­ται… Τῆς ἀρ­κεῖ νὰ ξέ­ρει, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι μό­νη. Μπο­ρεῖ­τε νὰ τῆς λέ­τε κά­τι, νὰ τῆς δι­α­βά­ζε­τε πα­ρα­μύ­θια, αὐ­τὴ κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πάν­τα… Ἔ;

       Κα­θή­σα­με ἀρ­κε­τὰ λε­πτὰ ἔ­τσι. Στὸ κου­πὲ σκο­τεί­νια­ζε, δὲν ἀ­νά­ψα­με τὴ λάμ­πα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­πρε­πε νὰ κα­τε­βεῖ στὸν ἑ­πό­με­νο σταθ­μό, στὴν πό­λη, ἐ­κεῖ ὅ­που θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζαν.

       Σί­γου­ρα εἶ­πα ναί. Ὁ ἄν­τρας ἔ­γρα­ψε σὲ ἕ­να χαρ­τά­κι τὸ ὄ­νο­μά του, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, τὸ τμῆ­μα καὶ τὸν για­τρὸ ποὺ θὰ τὸν ἐγ­χεί­ρι­ζε. Τοῦ ἔ­δω­σα τὸ τη­λέ­φω­νό μου, ὑ­πο­σχέ­θη­κα νὰ τοῦ τη­λε­φω­νή­σω με­τὰ τὴν ἐ­πέμ­βα­ση καὶ νὰ ἔρ­θου­με στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Τοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ βγῶ νὰ κα­πνί­σω ἕ­να τσι­γά­ρο. Τοὺς ἄ­φη­σα νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν. Αὐ­τὸς δὲν τὴν ξύ­πνη­σε, πα­ρὰ μό­νο ἔ­φτια­ξε τὸ μπου­φὰν ἐ­πά­νω της. Τὸ τρέ­νο στα­μά­τη­σε. Ση­κώ­θη­κε, ντύ­θη­κε, δὲν ξε­κολ­λοῦ­σε τὸ βλέμ­μα του ἀ­π’ αὐ­τή, τὸν βο­ή­θη­σα νὰ κα­τε­βά­σει τὴ βα­λί­τσα του καὶ τό­τε πα­ρα­τή­ρη­σα πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν. Κα­τά­φε­ρε νὰ κα­τε­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ κου­πέ. Με­τα­κι­νή­θη­κα πρὸς τὸ δι­κό του μέ­ρος, δί­πλα στὸ παι­δί, καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψα μὲ τὸ χέ­ρι. Σή­κω­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρα, ὅ­τι ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά, τὸ τρέ­νο ἀ­πο­τρα­βή­χτη­κε καὶ ὁ ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸ σκο­τά­δι.

       Ὅ­ταν φτά­σα­με στὴ Σό­φια, ἀ­να­σή­κω­σα προ­σε­κτι­κά το κο­ρι­τσά­κι, ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νο καὶ μό­νο χα­λά­ρω­νε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου. Πῆ­ρα τὶς δύ­ο τσάν­τες στὸ ἄλ­λο χέ­ρι μου καὶ βγῆ­κα.


Πέ­ρα­σαν δύ­ο χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε. Ὁ πα­τέ­ρας, πέ­θα­νε μιὰ ἡ­μέ­ρα με­τὰ τὴν ἐγ­χεί­ρι­ση. Ἡ Μα­ρί­α εἶ­ναι πλέ­ον στὰ 7 καὶ ἐ­νό­σω ἐ­γὼ τε­λει­ώ­νω αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, παί­ζει στὸ πά­τω­μα δί­πλα μου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Георги Господинов, И всичко стана луна, Жанет 45, Σόφια, 2013, σ. 89-93.

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Παιώνιες καὶ Μὴ μὲ λησμόνει


05-Gkospontinof,Gk.-PaioniesKaiMiMeLismonei-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Παι­ώ­νι­ες καὶ Μὴ μὲ λη­σμό­νει

(Божури и незабравки)


01-GammaΝΩΡΙΖΟΝΤΑΝ μό­λις με­ρι­κὲς ὧ­ρες. Αὐ­τὸς – λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τὰ τριά­ντα, αὐ­τὴ λί­γο πιὸ κά­τω. Αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δώ­σει μέ­σῳ αὐ­τῆς ἕ­να πα­κέ­το γιὰ κά­ποι­ον γνω­στό του στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Αὐ­τὴ ἁ­πλῶς με­σο­λα­βοῦ­σε. Δου­λειὰ πέν­τε λε­πτῶν, ὅ­μως πιά, δύ­ο ἀ­πὸ τὶς συ­νο­λι­κὰ τρεῖς ὧ­ρες ποὺ ἀ­πέ­με­ναν ἕ­ως τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ βροῦν καμ­μί­α εὔ­λο­γη αἰ­τί­α γιὰ νὰ χω­ρι­στοῦν. Τώ­ρα, ἀ­κρι­βῶς ἑ­ξήν­τα λε­πτὰ πρὶν ἀ­πὸ τὴν πτή­ση, κά­θον­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς κα­φε­τέ­ριας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀ­να­χω­ρή­σε­ων, ἔ­πι­ναν τὸν τρί­το κα­φὲ καὶ σι­ω­ποῦ­σαν. Εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα θέ­μα­τα, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ συν­τη­ρή­σουν τὴ συ­ζή­τη­ση ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἀ­γνώ­στους. Καὶ ἡ σι­ω­πὴ πλέ­ον ἄρ­χι­ζε νὰ μὴν ἔ­χει ὅ­μοι­ό της. Τὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι ἀ­νά­με­σά τους ἦ­ταν γε­μι­σμέ­νο μὲ ἄ­δεια πλα­στι­κὰ κυ­πελ­λά­κια, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει τὰ πιὸ ἀ­πρό­σμε­να σχή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πο­λὺ στρί­ψι­μο στὰ χέ­ρια τους. Οἱ ἀ­να­δευ­τῆ­ρες τοῦ κα­φέ, ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα σπα­σμέ­νοι στὰ μι­κρό­τε­ρα πι­θα­νὰ κομ­μα­τά­κια, τὰ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης μα­στο­ρε­μέ­να σὲ χω­νά­κια καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὰ κα­ρα­βά­κια.

       Τοῦ ἦρ­θε ἰ­δέ­α, ὅ­τι ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ τρα­πέ­ζι γί­νε­ται κα­λὸ ready-made object ἤ, νὰ τὸ ποῦ­με, ἐγ­κα­τά­στα­ση, ἡ ὁ­ποί­α θὰ βα­πτι­ζό­ταν «Ἀ­πο­λο­γί­α τῆς ἀ­νη­συ­χί­ας» (πλα­στι­κὰ κυ­πελ­λά­κια τοῦ κα­φέ, ἀ­να­δευ­τῆ­ρες, ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης, ἄ­σπρο τρα­πε­ζά­κι). Με­τὰ τοῦ φά­νη­κε χα­ζὸ καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σι­ω­πή­σει. «Αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­σι­ω­πᾶ­ται, με­τα­μορ­φώ­νε­ται σὲ σπα­σμέ­νους ἀ­να­δευ­τῆ­ρες καὶ τσα­λα­κω­μέ­να κυ­πελ­λά­κια», εἶ­πε ξαφ­νι­κὰ αὐ­τή. Αὐ­τός, σκέ­φτη­κε ὅ­τι πο­τὲ πιὰ δὲν θὰ συ­ναν­τοῦ­σε ἄλ­λη τέ­τοι­α γυ­ναί­κα, ποὺ νὰ δι­α­βά­ζει τὶς σκέ­ψεις του καὶ μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει, ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του, σὲ τού­τη τὴν κα­φε­τέ­ρια. Ξαφ­νι­ά­στη­κε, ποὺ με­τα­χει­ρί­στη­κε, ἔ­στω καὶ νο­ε­ρά, φρά­ση ὅ­πως «ἕ­ως τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του».


       — Ἄν­τε, νὰ μι­λή­σου­με – εἶ­πε αὐ­τή, ἂν καὶ δύ­ο ὧ­ρες τώ­ρα δὲν τὸ εἶ­χαν βου­λώ­σει.


Ἡ μί­α ὥ­ρα ποὺ ἀ­πέ­με­νε ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ λί­γος χρό­νος, γιὰ νὰ σπα­τα­λη­θεῖ σὲ πε­ρι­στρο­φὲς καὶ κα­ρα­βά­κια. Ὅ­μως, ἔ­τσι ὅ­πως αὐ­τὸς δὲν ξε­κι­νοῦ­σε, αὐ­τὴ ἁ­πλὰ εἶ­πε:


       — Πρέ­πει νὰ δε­χτοῦ­με, ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἄν­θρω­ποι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ προ­σπερ­νοῦν­ται.

       — Ἡ εἰ­ρω­νεί­α εἶ­ναι, ὅ­τι τὸ κα­τα­λα­βαί­νουν μό­νο ὅ­ταν συ­ναν­τη­θοῦν – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Σί­γου­ρα ὑ­πῆρ­χε τρό­πος νὰ ἰ­δω­θοῦ­με καὶ πιὸ πρίν. Ζού­σα­με τό­σο και­ρὸ στὴν ἴ­δια πό­λη. Δὲν γί­νε­ται νὰ μὴν εἴ­χα­με προ­σπε­ρα­στεῖ σὲ κά­ποι­ο φα­νά­ρι.

       — Θὰ σὲ εἶ­χα προ­σέ­ξει – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Τὴν ἀ­γα­πᾶς; – ρώ­τη­σε αὐ­τή.

       — Τὸν ἀ­γα­πᾶς; – ρώ­τη­σε αὐ­τός.


Γρή­γο­ρα συμ­φώ­νη­σαν ὅ­τι δὲν ἔ­χει καμ­μί­α ση­μα­σί­α καὶ ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν τοὺς φταί­ει.


Ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τί­νος ἦρ­θε πρώ­του ἐ­τού­τη ἡ σω­τή­ρια (ὅ­πως νό­μι­ζε τό­τε) ἰ­δέ­α νὰ ἐ­φεύ­ρουν κοι­νὲς ἀ­να­μνή­σεις, νὰ συν­θέ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή τους προ­τοῦ νὰ γνω­ρι­στοῦν καὶ με­τά. Ἄ­τολ­μη προ­σπά­θεια νὰ ἐκ­δι­κη­θοῦν τὴν πε­ρί­στα­ση ποὺ ἔ­τσι ἀ­νε­λέ­η­τα τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τὰ γιὰ λί­γο, μό­νο γιὰ νὰ τοὺς προ­σπε­ρά­σει. Εἶ­χαν δι­α­θέ­σι­μα 50 λε­πτά.


       — Θυ­μᾶ­σαι —ἄρ­χι­σε αὐ­τός— ὅ­ταν ἤ­μα­σταν συμ­μα­θη­τές, ζού­σα­με ἀ­κρι­βῶς στὸν ἴ­διο δρό­μο. Σοῦ ἔ­ρι­χνα κρυ­φὰ στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο κά­θε ἑ­βδο­μά­δα κι ἀ­πὸ ἕ­να δα­χτυ­λί­δι φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το ποὺ εἶ­χαν τὰ σο­κο­λα­τά­κια «Λά­κτα».

       — Ἀ­χὰ —εἶ­πε αὐ­τὴ— ὥ­στε ἐ­σὺ ἤ­σουν. Ὁ πα­τέ­ρας μου πάν­το­τε τὰ ἔ­βρι­σκε πρῶ­τος καὶ ὑ­πο­ψι­α­ζό­ταν ὅ­τι κά­ποι­ος τρε­λα­μέ­νος θαυ­μα­στὴς ἀ­πὸ τὴ γει­το­νιὰ στέλ­νει δα­χτυ­λί­δια ἀρ­ρε­βώ­νων στὴ μη­τέ­ρα μου. Ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ μέ­να.

       — Γιὰ σέ­να ἦ­ταν – εἶ­πε αὐ­τός.

       — Ἄ, ἐ­σὺ θυ­μᾶ­σαι —ξε­κί­νη­σε αὐ­τὴ— ὅ­ταν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μά­θη­μα τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου φύ­γα­με μό­νο οἱ δυ­ό μας γιὰ ’­κεῖ­νο τὸ μο­να­στή­ρι. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πή­γα­με κά­που μό­νοι. Στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο δὲν εἶ­χε ἐ­λεύ­θε­ρα δω­μά­τια καὶ μᾶς ἔ­βα­λαν νὰ κοι­μη­θοῦ­με σὲ ἕ­να ἀ­π’ τὰ κε­λιὰ τῶν μο­να­χῶν. Ἤ­τα­νε πο­λὺ κρύ­ο καὶ τὸ κρε­βά­τι – σκλη­ρό. Μὲ ἔ­πια­σε λί­γο φό­βος. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε φο­ρὰ σταυ­ρο­κο­πι­ό­μουν κρυ­φὰ ἀ­πὸ σέ­να. Πέν­τε φο­ρὲς ἔ­κα­να τὸν σταυ­ρό μου ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα.

       — Ἕ­ξι, εἶ­πε αὐ­τός. Καὶ μέ­να μὲ ἔ­πια­σε φό­βος. Ἄ, θυ­μᾶ­σαι, ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θες νὰ μέ­νεις μα­ζί μου. Ἡ μη­τέ­ρα σου, εἶ­πε, ὅ­τι θὰ σὲ ἀ­πο­κη­ρύ­ξει ἐ­πι­σή­μως ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει ἐ­ξώ­γα­μα ἐγ­γό­νια.

       — Θυ­μᾶ­μαι – εἶ­πε αὐ­τή. — Καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τοῦ δὲν γι­νό­ταν νὰ κά­νω παι­διά.


Σὲ τοῦ­το τὸ ση­μεῖ­ο σώ­πα­σε. Αὐ­τὸς ἔ­πια­σε τὸ χέ­ρι της γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γνω­ρί­στη­καν. Ἐν­τε­λῶς ἐ­λα­φρά, πα­ρη­γο­ρη­τι­κά.


       — Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς – εἶ­πε αὐ­τός. — Ἄ, θυ­μᾶ­σαι, τό­τε ποὺ ἔ­σπα­σα τὸ πό­δι; Ἤ­μουν ἤ­δη στὰ 48, δού­λευ­α σὰν τρε­λὸς καὶ ’­κεῖ­νος ὁ μή­νας στὸ σπί­τι μοῦ φά­νη­κε ἀ­λη­θι­νὸς πα­ρά­δει­σος. Πῆ­ρες κι ἐ­σὺ ἄ­δεια, σχε­δὸν τοὺς ἀ­πεί­λη­σες ὅ­τι θὰ σπά­σεις τὸ χέ­ρι σου, ἐ­ὰν δὲ σὲ ἀ­φή­σουν. Καὶ ὁ­λό­κλη­ρο μή­να δὲν ξε­μυ­τί­σα­με ἀ­πὸ μέ­σα.

       — Ἄ, ὅ­ταν τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιὰ μοῦ βρῆ­καν ἐ­κεῖ­νο τὸν ὄγ­κο… Ἐ­σὺ δι­ά­βα­σες κά­που, ὅ­τι ἡ γε­λω­το­θε­ρα­πεί­α γι­α­τρεύ­ει ἀ­πὸ τὸν καρ­κί­νο καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀ­στα­μά­τη­τα μοῦ ἔ­λε­γες ἀ­νέκ­δο­τα, γιὰ νὰ γε­λά­ω. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἀ­πο­ρῶ ποὺ τὰ ἔ­βρι­σκες. Ἤ­σουν τό­σο φο­βι­σμέ­νος καὶ τρυ­φε­ρός. Μᾶλ­λον τό­τε ἀ­σπρί­σαν ἐν­τε­λῶς τὰ μαλ­λιά σου. Καὶ κά­θε μέ­ρα μου ἔ­φερ­νες παι­ώ­νι­ες καὶ μὴ μὲ λη­σμό­νει.

       — Δό­ξα τῷ Θε­ῶ, ποὺ ἔ­γι­νες κα­λά. Τί θὰ γι­νό­μουν χω­ρὶς ἐ­σέ­να.


Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­λε­σαν ὅ­λους τους ἐ­πι­βά­τες γιὰ Νέ­α Ὑ­όρ­κη νὰ κα­τευ­θυν­θοῦν πρὸς τὸν τερ­μα­τι­κὸ σταθ­μὸ ἀ­να­χώ­ρη­σης. Σώ­πα­σαν ὄ­χι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ λε­πτό. Με­τὰ αὐ­τὴ ση­κώ­θη­κε καὶ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νὰ φύ­γει. Αὐ­τὸς πῆ­ρε τὴ βα­λί­τσα της καὶ ἔ­φυ­γαν μα­ζί. Πρὶν νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο δι­α­βα­τη­ρί­ων, αὐ­τὴ γύ­ρι­σε καὶ τὸν φί­λη­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὡ­σὰν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, σκέ­φτη­κε αὐ­τός, ἂν καὶ πο­τὲ πρὶν ἀ­πὸ τοῦ­το δὲν ὑ­πῆρ­ξε πρώ­τη φο­ρά.


Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα αὐ­τὸς γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη κι ἔ­φυ­γε. Ἔ­νι­ω­θε τρο­με­ρὰ γε­ρα­σμέ­νος, μὲ κό­πο κι­νοῦ­σε τὰ πό­δια του. Ἐ­πί­τη­δες ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μὲ τὸ κα­θρε­φτέ­νιο τζά­μι στὴν εἴ­σο­δο, γιὰ νὰ μὴ δεῖ στὴν ἀν­τα­νά­κλα­ση τὰ μαλ­λιά του ποὺ ἄ­σπρι­σαν ξαφ­νι­κὰ καὶ τοὺς σκυ­φτούς, γε­ρον­τι­κούς του ὤ­μους. Μὲ κά­θε βῆ­μα κα­τα­λά­βαι­νε ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ κα­θα­ρά, ὅ­τι δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ σπί­τι καὶ στὴν ἀ­πρό­σι­τα νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα του. Καὶ ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τῆς ἐ­ξη­γή­σει, τί ἔ­κα­νε ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια ποὺ ἔ­λει­πε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Τὰ Ἄσπρα Σώβρακα τῆς Ἱστορίας


04-Gkospontinof,Gk.-TaAspraSobrakaTisIstorias-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὰ Ἄ­σπρα Σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας

 

(Белите Гащи на Историята)

 

14-Alpha-Century_Mag_Illuminated_A_CuypΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ ἕ­να τί­πο­τα καὶ χω­ρὶς κα­μί­α μπου­γά­δα. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­που στὰ τέ­λη τοῦ ’70 ἐ­πει­δὴ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἤ­μουν πιὰ 9-10 χρο­νῶν καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, ζού­σα­με σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ αὐ­λή, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες πό­λεις τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ βρί­σκε­ται στὴ σκιὰ τοῦ πιὸ μι­κροῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ βου­νοῦ, τοῦ Σα­κάρ. Κά­πο­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη ἦ­ταν ξα­κου­στή, δι­ό­τι σὲ αὐ­τὴν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­τρε­φαν κα­μῆ­λες ἀν­τὶ γιὰ γα­ϊ­δού­ρια ἢ ἄλ­λα ὑ­πο­ζύ­για, ὅ­μως ἡ τε­λευ­ταί­α κα­μή­λα θὰ πρέ­πει νὰ πέ­θα­νε ἐ­κεῖ γύ­ρω στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ζού­σα­με σὲ τού­τη τὴ μι­κρὴ πό­λη δί­πλα στὸ πιὸ μι­κρὸ βου­νὸ (μι­κρό, ἀλ­λὰ βου­νό, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος) σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ δῶ­μα καὶ προ­θά­λα­μο καὶ αὐ­λί­τσα μὲ βρα­γι­ὲς ντο­μά­τες, δύ­ο κε­ρα­σι­ὲς δί­πλα στὸν φρά­χτη, ἀ­νά­με­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κρε­μό­ταν τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὸ ἅ­πλω­μα τῆς μπου­γά­δας, καὶ ἕ­ναν κου­βὰ μὲ ὀλ­λαν­δι­κὰ λου­λού­δια (τὸ κα­μά­ρι τῆς μά­νας μου, μὼβ πρὸς ἴν­τιγ­κο).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν στὴν πε­ρί­φρα­ξη πλη­σί­α­σε ὁ δι­πλα­νός μας, ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Δι­πλα­νός, δὲν εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ ται­ριά­ζει γιὰ τὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ἑ­βδο­μην­τά­ρης, γεν­νη­μέ­νος ἀ­ρι­στο­κρά­της, ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­κη­γό­ρος στὴ μι­κρὴ πό­λη. Φο­ροῦ­σε μιὰ θρυ­λι­κὴ ρόμ­πα καὶ εἶ­χε τὸ πα­ρω­νύ­μιο Μπαλ­ζάκ. Τὸ πα­ρω­νύ­μιο ὀ­φει­λό­ταν ἐν μέ­ρει στὸ ὅ­τι ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν γνώ­ρι­ζε τέ­λεια γαλ­λι­κὰ καὶ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸ πρω­τό­τυ­πο ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε γρά­ψει ὁ Μπαλ­ζάκ. Γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔμ­παι­νε πά­ραυ­τα στὴν το­πι­κὴ βί­βλο τῶν κα­τορ­θω­μά­των καὶ πο­λὺ δύ­σκο­λα κά­ποι­ος, κά­πο­τε, θὰ τὸν με­τα­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Καὶ τί ξέ­ρα­με τό­τε γιὰ τὸν Μπαλ­ζάκ; Ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος ἐ­ρα­στὴς καὶ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φὲ ἐ­νῶ ἔ­γρα­φε. Ἢ ὅ­τι ἔ­γρα­φε πο­λὺ ἐ­νῶ ἔ­πι­νε κα­φέ. Ὅ­πως καὶ νά ’χει, στὸ κε­φά­λι μου ἔ­μει­νε ἀ­πὸ τό­τε ὁ ἀ­ριθ­μὸς 42. Τώ­ρα, αὐ­τὸ ἦ­ταν 42 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ 42 κα­φέ­δες τὴν ἡ­μέ­ρα, δὲ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις τὰ νού­με­ρα προ­κα­λοῦ­σαν τὸν σε­βα­σμό. Καὶ αὐ­τὸς ὁ σε­βα­σμὸς με­τα­φε­ρό­ταν στὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Πα­ρα­τη­ρῆ­στε, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μπάρ­μπα-Κώ­στα, ἢ ἀ­κό­μα πιὸ χυ­δαῖα μπάρ­μπα-Κῶ­τσο. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ πα­ρέ­μει­νε ὣς τὸ τέ­λος ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν ὁ Μπαλ­ζάκ. Τὸ νὰ φο­ρᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ρόμ­πα, τό­τε ποὺ εἶ­χαν σὲ ἐ­κτί­μη­ση τὸ ἀ­δι­ά­βρο­χο, τὸ γού­νι­νο παλ­τὸ καὶ τὸ που­λό­βερ, ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας. Καὶ ἕ­ως σή­με­ρα τὴ θυ­μᾶ­μαι – μα­κριὰ κα­φε­τιὰ ρόμ­πα μὲ ἔν­το­νη γκρί­ζα μπορ­ντού­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πέ­τα, μὲ τρί­α με­γά­λα σεν­τε­φέ­νια κουμ­πιὰ καὶ ζω­νού­λα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­γε σὲ φοῦν­τες ποὺ θύ­μι­ζαν τὸ τε­λεί­ω­μα τῆς οὐ­ρᾶς τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ.

       Αὐ­τὴ ἡ ρόμ­πα τὸν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται ὕ­πο­πτος μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοῦ γεί­το­να ἐ­ξ’ ἀ­ρι­στε­ρῶν μας – ἑ­νὸς πο­λι­το­φύ­λα­κα ποὺ ἔ­φτα­σε λο­χί­ας, τὸν ὁ­ποῖ­ο φώ­να­ζαν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­λο­δι­κή του ἐ­πί­μο­νη θέ­λη­ση) καὶ γιὰ συν­το­μί­α Τσε­κα­τζή[1], ἐ­νῶ, ὅ­ταν δὲν ἤ­τα­νε κον­τά, Κα­ρα­βα­νά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πο­λι­το­φύ­λα­κες, τοὺς ὁ­ποί­ους πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­βλε­πες δί­χως στο­λή, καὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου βά­ζα­με κρυ­φὰ στοί­χη­μα ὅ­τι ἔ­χει στο­λὴ πι­τζά­μα μὲ ἐ­πω­μί­δες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη γιὰ πι­στο­λά­κι νυ­κτός. Ὁ ἀ­δελ­φός μου ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἐ­πί­σης, ὅ­τι σί­γου­ρα κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ πη­λί­κιο, κα­θώς, ὅ­ταν τὸ βρά­δυ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ον ὑ­πο­λο­χα­γὸ (καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἕ­νας λο­χί­ας) εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν κα­νο­νι­σμὸ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σει, καὶ ἡ ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς χω­ρὶς τὸ πη­λί­κιο εἶ­ναι ἀ­πρέ­πεια, αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ τὸ ἤ­ξε­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους, εἶ­χε βά­λει νὰ τοῦ γρά­ψουν μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «ὁ Τσε­κα­τζὴς πρέ­πει νὰ ἔ­χει ψυ­χρὴ λο­γι­κή, φλο­γε­ρὴ καρ­διὰ καὶ κα­θα­ρὰ χέ­ρια» καὶ ἀ­πὸ κά­τω – Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι. Ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ κά­ποι­ος ἔ­σβη­σε τὸ «ψὺ» ἀ­πὸ τὸ «ψυ­χρὴ» καὶ τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸ «αἴσ» καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­γι­νε ἄ­κρως κα­χύ­πο­πτος μὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τοὺς γεί­το­νές του. Λε­γό­ταν, ὅ­τι ὅ­λο το φθι­νό­πω­ρο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε στὴν αὐ­λὴ καὶ ἕ­ως ὅ­του πέ­σει τὸ πρῶ­το χι­ό­νι κοι­μό­ταν ἔ­ξω, μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα, ἐ­πει­δὴ στὸ ἐγ­χει­ρί­διο ἐγ­κλη­μα­το­λο­γί­ας, ἔ­γρα­φε, ὅ­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας ἐ­πι­στρέ­φει πάν­τα στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α.

       Καὶ ἔ­τσι, τὸ σπί­τι μας βρι­σκό­ταν στὴ νε­κρὴ ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸ σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν τοῦ Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Καὶ τὰ τρί­α σπί­τια, στὸ κέν­τρο ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ ἠ­χη­ρὸ ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο. Καὶ ἐ­νῶ γιὰ τὸν Μπαλ­ζὰκ γνω­ρί­ζα­με τί καὶ πῶς, γιὰ τὸ Σερ­γκί­εν­κο ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα δὲν ἔ­χω τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α, καὶ συ­νε­πῶς, πα­ρα­κα­λῶ ἐν­τε­λῶς σο­βα­ρά, ἂν κά­ποι­ος ξέ­ρει κά­τι γι’ αὐ­τό, ἂς ἐ­νη­με­ρώ­σει, θὰ χα­ρῶ νὰ τὸ μά­θω. Δι­ό­τι εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος, ὅ­τι κα­νέ­να ὄ­νο­μα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, εἰ­δι­κά το ὄ­νο­μα τοῦ δρό­μου ὅ­που με­γά­λω­σες – εἴ­τε εἶ­ναι Σερ­γκί­εν­κο, Μα­κά­ρεν­κο ἢ Κρι­βο­λάκ, ἔ­χει τὴ ση­μα­σί­α του στὴ δι­ά­πλα­ση τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας.


 

       Ὁ­ρί­στε, μνη­μο­νεύ­εις τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπαλ­ζὰκ καὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.

 


       Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν ὁ Μπαλ­ζὰκ πλη­σί­α­σε στὴν πε­ρί­φρα­ξη. Στά­θη­κε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά της, μέ­σα στὴ σε­βά­σμια ρόμ­πα του καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­νι­ω­σε ἄ­βο­λα ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν μὲ τὴ λε­κά­νη, φο­ρών­τας φα­νέ­λα καὶ μὲ ἕ­να κορ­δό­νι μὲ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νο στὸν ὦ­μο. Τό­τε ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν σι­γά, ἀλ­λὰ αὐ­στη­ρά, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ με­γά­λος ἄν­τρας καὶ λε­βέν­της νὰ ντρο­πι­ά­ζε­ται μὲ τὴ λε­κά­νη καὶ νὰ βά­ζει μαν­τα­λά­κια, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, σὰν κά­ποι­α κο­πε­λού­δα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴ νύ­χτα. Ἔ­πρε­πε, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὴ Σκύλ­λα τοῦ μπάρ­μπα-Κων­σταν­τὶν καὶ τὴ Χά­ρυ­βδη τῆς μά­νας μου.

       Τὸν σκέ­φτο­μαι, νὰ κρα­τᾶ τὸν φα­κὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια, ἀ­λη­θι­νὸ φό­βη­τρο γιὰ τὶς γά­τες καὶ νὰ ξε­γλι­στρά­ει μὲ τὴ με­γά­λη τσίγ­κι­νη λε­κά­νη πρὸς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸν φρά­χτη τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει γιὰ πό­σο και­ρὸ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν αὐ­τό, ἂν ἕ­να βρά­δυ ὁ ξά­γρυ­πνος Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς δὲν δι­έ­κρι­νε τὸν ὕ­πο­πτο φω­τι­σμό. Αὐ­τός, σὰν ἔμ­πει­ρος Τσε­κα­τζὴς δὲν ρί­χτη­κε κα­τα­πά­νω του ἀ­μέ­σως, πα­ρὰ μό­νο ἔ­τρι­ψε τὰ κα­θα­ρά του χέ­ρια, λέ­γον­τας: ἔ, Μπαλ­ζά­κο, τώ­ρα θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις μα­ζὶ μὲ ὅ­λο σου τὸ σό­ι. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ γε­ρὸ-μπουρ­ζου­άς, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ἔ­λε­γε, σκά­λι­ζε τὴ νύ­χτα στὴν αὐ­λὴ σὰν πον­τι­κός, γιὰ νὰ κρύ­ψει πό­τε κά­ποι­ον πο­λυ­γρα­φά­κο, πό­τε πε­ρί­στρο­φα, ἀ­κό­μη ἴ­σως καὶ λα­θραῖ­ο λά­δι· ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ζό­ρι μὲ τὸ λά­δι. (Ἐ­τοῦ­τες οἱ ρόμ­πες πῶς ἀ­γο­ρά­ζον­ται, ἐ;). Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα, μιὰ βι­α­στι­κὰ σχη­μα­τι­σμέ­νη ὁ­μά­δα κρού­σης, ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες (τό­σους δι­έ­θε­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη) ὑ­πὸ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ἴ­διου του Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­λα­βε θέ­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια μας. Ὅ­μως, ὅ­λη νύ­χτα δὲν φά­νη­κε κα­νεὶς (ἡ μά­να μου δὲν ἐ­πλέ­νε κά­θε μέ­ρα) καὶ ἔ­τσι τὸ χά­ρα­μα, ἡ ὁ­μά­δα πά­λι συ­νω­μο­τι­κά, σκορ­πί­στη­κε. Αὐ­τὸ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε καὶ τὴ δεύ­τε­ρη βρα­διά. Ἐ­νῶ γιὰ τὴν τρί­τη, ὁ Τσε­κα­τζὴς κου­βά­λη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἔλ­χο­βο πραγ­μα­τι­κὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ σκύ­λο. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα, ὁ πα­τέ­ρας μου βγῆ­κε μὲ τὴ λε­κά­νη, ξε­γλί­στρη­σε ὣς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἄ­να­ψε τὸν μι­κρὸ φα­κὸ καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ σκύ­λος γά­βγι­σε, οἱ προ­βο­λεῖς ἄ­να­ψαν καὶ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς, τὸν πε­ρι­κύ­κλω­σαν.

       Φαν­τα­στεῖ­τε τώ­ρα ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μνη­μει­ώ­δη καὶ ζω­η­ρὴ εἰ­κό­να. Ὁ σκύ­λος μὲ τὸ στό­μα ποὺ ἔ­χα­σκε, τό­νι­ζε τὴν πε­ρί­στα­ση. Τέσ­σε­ρις φι­γοῦ­ρες πο­λι­το­φυ­λά­κων μὲ στραμ­μέ­νους προ­βο­λεῖς. Λί­γο πιὸ μπρο­στὰ ἀ­π’ αὐ­τούς, ἡ ὁρ­μη­τι­κὴ φι­γού­ρα τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς κά­πως γερ­τὴ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ πι­στό­λι στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ ἄλ­λο τεν­τω­μέ­νο ἀ­φύ­σι­κα πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἄν­θρω­πος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρί­ξει χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν χτύ­πη­σε ὀ­βί­δα. Καὶ τέ­λος ὁ πα­τέ­ρας μου, μὲ πε­σμέ­νη λε­κά­νη, φο­ρών­τας ἄ­σπρα σώ­βρα­κα καὶ τὴ φυ­σιγ­γι­ο­θή­κη ἀ­πὸ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο. Μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ βολ­τά­ρω ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς τὶς φι­γοῦ­ρες καὶ νὰ τὶς τσιγ­κλί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Φω­τί­στη­καν τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν γει­το­νι­κῶν σπι­τι­ῶν, ἐ­μεῖς, μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου καὶ τὴ μά­να μου πη­δή­ξα­με στὸ κα­τώ­φλι. Τὸ ἑ­πό­με­νο δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­ταν οἱ φι­γοῦ­ρες ζων­τά­νε­ψαν καὶ ἡ εἰ­κό­να δι­α­λύ­θη­κε, ὁ Φέ­λιξ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι σὰν συγ­γνώ­μη, ὁ πα­τέ­ρας μου σύρ­θη­κε χω­ρὶς λε­κά­νη στὸ σπί­τι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ κλει­δώ­σα­με τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα ὁ πα­τέ­ρας μου μά­ζε­ψε κου­ρά­γιο καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στὴ μά­να μου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πλώ­σει καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς φορ­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως μὲ με­ρι­κὰ και­νούρ­για πα­ρα­τσού­κλια. Ἐ­νῶ ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α, ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α…


 

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ποι­ὰ ἄλ­λη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φοῦ συ­νέ­βη στὰ τέ­λη τοῦ ’70 σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, δί­πλα σε ἕ­να μι­κρό (το πιὸ μι­κρὸ) βου­νό, σὲ ἕ­να μι­κρὸ δρό­μο μὲ τὸ πομ­πῶ­δες ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο, στὴν οὐ­δέ­τε­ρη ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸν Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Μό­νο σὲ τέ­τοι­α μέ­ρη καὶ σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μές, με­τα­ξὺ στο­λῆς πο­λι­το­φύ­λα­κα καὶ μπουρ­ζου­α­ζι­κὴς ρόμ­πας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με γιὰ λί­γο το ἀ­λη­θι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Μᾶλ­λον, ὄ­χι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ κα­τ’ εὐ­θεί­αν τα ἄ­σπρα σώ­βρα­κά της. Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ροῦ­με νὰ θέ­λου­με.

 

1996

 


[1] ΣτΜ. — Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι (Фе́ликс Эдму́ндович Дзер­жи́н­ский, 1877-1926) ἦ­ταν ἡ­γε­τι­κὸ στέ­λε­χος τοῦ πο­λω­νι­κοῦ καὶ τοῦ ρω­σι­κοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος. Τὸ ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μυ­στι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τῶν μπολ­σε­βί­κων, στὶς 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν τά­ξη καὶ τὰ κε­κτη­μέ­να τῆς Ὀ­κτω­βρια­νῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀν­τε­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ δο­λι­ο­φθο­ρὲς ἐ­νάν­τια στὸ Σο­βι­ε­τι­κὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸ κρά­τος. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­δί­στα­κτη μυ­στι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α ποὺ εἶ­χε τὴ δο­μὴ πο­λι­το­φυ­λα­κῆς, ὀ­νο­μα­ζό­ταν «Τσε­κᾶ» (ЧК) ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χι­κά των λέ­ξε­ων «Чрезвычайная Комиссия» καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­να ἀ­νε­λέ­η­το κυ­νή­γι τῶν ἀν­τι­φρο­νούν­των καὶ τῶν λοι­πῶν «ἐ­χθρῶν του Λα­οῦ» ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των συ­νό­ρων.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Φαντάσματα


03-Gkospontinof,Gkeorgki-Fantasmata-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Φαν­τά­σμα­τα

(Призраци)


16-AlphaΜΕΣΩΣ ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ φω­νή του ὅ­ταν μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Δὲν εἴ­χα­με ἀ­κού­σει ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὴ Βουλ­γα­ρί­α, δη­λα­δή, ἀ­κρι­βῶς 14 χρό­νια. Σί­γου­ρα ἔ­χου­με ξε­χω­ρι­στὸ κέν­τρο μνή­μης γιὰ τὶς φω­νὲς τῶν φί­λων μας. Κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ στὸ ἴ­διο θρα­νί­ο, αὐ­τὸς ἦ­ταν βα­σι­λιὰς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ μη­δε­νι­κὸ στὰ λο­γο­τε­χνι­κά, ἐ­γὼ – τὸ ἀν­τί­θε­το. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­κά­λυ­ψε τοὺς ὑ­πο­λο­γι­στὲς «Πρά­βετς», ἐ­γὼ – τὶς γρα­φο­μη­χα­νὲς «Μα­ρί­τσα». Λί­γο πιὸ με­τά, γύ­ρω στὰ 1992, εἶ­πε ὅ­τι πο­τὲ δὲν θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σὲ τού­τη τὴ χώ­ρα – καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ Κα­να­δά. Ἀ­πὸ ὅ­σο γνώ­ρι­ζα, ἀ­πὸ κά­ποι­α γράμ­μα­τα ποὺ εἴ­χα­με ἀν­ταλ­λά­ξει, ἦ­ταν πλέ­ον ἐ­πι­κε­φα­λῆς προ­γραμ­μα­τι­στὴς λο­γι­σμι­κοῦ σὲ με­γά­λο γερ­μα­νι­κὸ ἵ­δρυ­μα. Ἔ­τσι συ­νέ­βη τό­τε, οἱ ἄ­ρι­στοι στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ἔ­φυ­γαν, ἐ­νῶ οἱ ἄ­ρι­στοι στὴ λο­γο­τε­χνί­α ἔ­μει­ναν ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς δι­ε­θνοῦς ἀ­γο­ρᾶς.

       Αὐ­τός, λοι­πόν, ὁ φί­λος μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος πραγ­μα­τι­κὰ δὲν εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει ἕ­ως τώ­ρα, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Εἶ­πε, ὅ­τι βρί­σκε­ται στὴ Σό­φια γιὰ με­ρι­κὲς ὧ­ρες καὶ σὰν μα­νια­κοὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ συ­νεν­νο­ού­μα­στε γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης. Κι­νη­μα­το­γρά­φος «Ὀν­τε­όν» δὲν τοῦ ἔ­λε­γε τί­πο­τα (ἀλ­λὰ ναί, σί­γου­ρα τὸν θυ­μό­ταν ὡς «Ντρούζ­μπα»), ἔ­νι­ω­σα ὅ­τι ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­ταν γιὰ δύ­ο-τρί­α ἀ­κό­μα μέ­ρη τὰ ὁ­ποῖ­α τοῦ πρό­τει­να, καὶ ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους, αὐ­τὸς εἶ­πε νὰ βρε­θοῦ­με στὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο[1], ἐ­γὼ αὐ­το­μά­τως δέ­χτη­κα. Σὰν οἰ­κο­δε­σπό­της, τὸ ποῦ θὰ βρε­θοῦ­με, ἦ­ταν γιὰ μέ­να τὸ ἴ­διο ἀρ­κεῖ νὰ βό­λευ­ε τὸν ἐ­πι­σκέ­πτη. Τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή, πρὶν κλεί­σω, σκέ­φτη­κα καὶ σχε­δὸν φώ­να­ξα στὸ ἀ­κου­στι­κό:

       — Ἀλ­λὰ τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο δὲν ὑ­πάρ­χει πιά, θὰ τό ’­μα­θες…

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ἤ­δη κλεί­σει. Τὸν φαν­τά­στη­κα νὰ φτά­νει πρῶ­τος στὸ ραν­τε­βού, νὰ κοι­τά­ζει ἀ­νή­συ­χος, ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται μὴν τυ­χὸν καὶ μπέρ­δε­ψε τὴν πλα­τεί­α ἢ τὴν πό­λη. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴ δι­α­κρί­νεις ὁ­λά­κε­ρο μαυ­σω­λεῖ­ο; Τὸν φαν­τά­στη­κα ἀ­κό­μα, πῶς σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, πῆ­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ στα­μα­τή­σει κά­ποι­ον πε­ρα­στι­κό. Ἐ­πί­τη­δες δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν, κά­πως πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο, ποὺ νὰ θυ­μᾶ­ται…

       «Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, μή­πως ξέ­ρε­τε ποῦ βρί­σκε­ται τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο; Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἐ­δῶ…». Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν κοι­τᾶ κα­χύ­πο­τα — ἐ­τοῦ­τος ’­δῶ τρε­λὸς εἶ­ναι; ξέ­νος εἶ­ναι; ἢ μή­πως εἶ­ναι πά­λι κα­μιὰ κρυ­φὴ κά­με­ρα; προ­σπερ­νών­τας ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος.

       Γιὰ νὰ τὸν γλι­τώ­σω ἀ­πὸ πα­ρό­μοι­α κα­τά­στα­ση, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βια­στῶ, πραγ­μα­τι­κὰ ἔ­τρε­ξα, καὶ ἔ­φτα­σα πρῶ­τος στὸ ση­μεῖ­ο τῆς συ­νάν­τη­σης. Ἐ­νῶ πε­ρί­με­να, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι πο­τέ μου δὲν εἶ­χα στα­θεῖ ἐ­δῶ πέ­ρα. Ἔ­νοι­ω­σα πα­ρά­ξε­να, σάν σέ… νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Πάν­το­τε ἀ­γα­ποῦ­σα νὰ βολ­τά­ρω στὰ νε­κρο­τα­φεῖ­α, εἰ­δι­κὰ ὅ­ταν εἶ­ναι πα­λιὰ καὶ ὁ θά­να­τος ἔ­χει με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ φύ­ση, χορ­τά­ρια, δέν­τρα. Ὅ­μως ἡ αἴ­σθη­σή μου γιὰ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος —πά­λι θὰ πή­γαι­να νὰ πῶ νε­κρο­τα­φεῖ­ο— ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή. Νε­κρο­τα­φεῖ­ο μό­νο γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο. Κα­τοι­κί­α τοῦ ἐ­πέ­κει­να, στὴν ὁ­ποί­α σί­γου­ρα ἔρ­χον­ται γιὰ ἐ­πί­ση­μες ἐ­πι­σκέ­ψεις ἀ­ό­ρα­τες ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες νε­κρῶν. Κα­τα­θέ­σεις στε­φά­νων μὲ πρω­τό­κολ­λο, ὑ­πο­γρα­φὲς γιὰ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­πω­φε­λεῖς συμ­φω­νί­ες, ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νες ἀγ­κα­λι­ὲς καὶ φι­λιά… «Οἱ δι­κές μας ἀ­δερ­φι­κὲς χῶ­ρες… Γιὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἰ­σχυ­ρὴ συ­νερ­γα­σί­α καὶ ἐ­νί­σχυ­ση τῆς…. ἀ­μοι­βαί­α βο­ή­θεια…. εἰ­ρή­νη στὸν κό­σμο… ἀν­τί­στα­ση στὶς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κὲς βλέ­ψεις…». Ἄ­ρα­γε, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­κεῖ, ἔ­τσι μι­λοῦν μὲ τὴν ἴ­δια ξύ­λι­νη γλώσ­σα; Ἄ­ρα­γε σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ὁ Ψυ­χρὸς Πό­λε­μος; Μή­πως ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη, ἐ­νῶ ὁ πα­ρά­δει­σος εἶ­ναι κά­τι σὰν κα­τά­στη­μα ἐ­πί­δει­ξης, σὰν αἰ­ώ­νιο ὑ­πό­δειγ­μα οἴ­κου[2]; Τὸ ἐ­πέ­κει­να πη­γαί­νει μὲ μιὰ γε­νιὰ πί­σω. Μά, τί ἄ­χα­ρη δου­λειά, σὰν πε­θά­νου­με ἐ­μεῖς, νὰ πρέ­πει καὶ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο πά­λι νὰ ἀλ­λά­ξου­με τὸ σύ­στη­μα.

       Τέ­τοι­α πράγ­μα­τα εἶ­δα, κα­θὼς ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ἀρ­γά, τρι­γύ­ρι­ζα στὰ μι­κρο­κα­μω­μέ­να μο­νο­πά­τια δί­πλα στὸ ἀ­δεια­νὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Μαυ­σω­λεί­ου, ἀ­νοί­γον­τας δρό­μο στὶς ἀν­τι­προ­σω­πεῖ­ες τῶν φαν­τα­σμά­των.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κά­ποι­ος μὲ χτύ­πη­σε στὸν ὦ­μο, γύ­ρι­σα, ὁ φί­λος μου μὲ κοι­τοῦ­σε χα­ρού­με­νος καὶ συγ­χι­σμέ­νος. «Εἶ­χα ξε­χά­σει ὅ­τι γκρε­μί­σα­τε τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο.» Μοῦ χρει­ά­στη­κε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ἀ­πὸ «ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο», θυ­μή­θη­κα, χά­ρη­κα, τὸν ἀγ­κά­λια­σα καὶ τοῦ εἶ­πα σι­γα­νά: «Μὰ τὸ γκρε­μί­σα­με, δὲν βλέ­πεις ὅ­τι εἶ­σαι ἐ­δῶ…».


[1] ΣτΜ. — Τὸ Μαυ­σω­λεῖ­ο τοῦ Γκε­όρ­γκι Ντι­μι­τρὸφ (1882-1949) πρώ­του κομ­μου­νι­στῆ ἡ­γέ­τη τῆς Βουλ­γα­ρί­ας κα­τα­σκευ­ά­στη­κε τὸ 1949, σὲ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα κεν­τρι­κὸ ση­μεῖ­ο τῆς Σό­φιας, μέ­σα σὲ μό­λις ἕ­ξι ἡ­μέ­ρες ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του μὲ σκο­πὸ νὰ δε­χτεῖ τὴν τα­ρι­χευ­μέ­νη σω­ρό του. Με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ, ἡ σω­ρὸς τοῦ Βούλ­γα­ρου ἡ­γέ­τη ἀ­πο­τε­φρώ­θη­κε καὶ ἐν­τα­φι­ά­στη­κε τὸ 1990 στὸ Κεν­τρι­κὸ Κοι­μη­τή­ριο τῆς Σό­φιας, ἐ­νῶ τὸ ἐ­πι­βλη­τι­κὸ καὶ συμ­πα­γὲς Μαυ­σω­λεῖ­ο, ἀ­να­τι­νά­χτη­κε τὸ 1999 (ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες) μὲ ἀ­πό­φα­ση τῆς τό­τε βουλ­γα­ρι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ἔ­τσι νὰ ἐ­ξα­λεί­ψει ἕ­να ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ οἰ­κο­δό­μη­μα τοῦ πα­λαι­οῦ κα­θε­στῶ­τος.

[2] ΣτΜ. — Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­δῶ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ δύ­ο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὺς ὅ­ρους ἀ­πὸ τὸ «κα­τα­να­λω­τι­κὸ» πα­ρελ­θὸν τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ ὅ­μως, χρει­ά­ζον­ται ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὸν ση­με­ρι­νὸ ἀ­να­γνώ­στη. Ἡ «ἔλ­λει­ψη» (дефицит, deficit) πε­ρι­γρά­φει ἀ­κρι­βῶς τὸ φαι­νό­με­νο τῆς ἔλ­λει­ψης ἀ­γα­θῶν (λ.χ. μπα­νά­νες, ἑ­σπε­ρι­δο­ει­δῆ), τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ Κρά­τος δι­έ­θε­τε σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες πο­σό­τη­τες —καὶ ὡς ἐκ τού­του πα­ρου­σί­α­ζαν ἀ­νε­πάρ­κεια— ὑ­πὸ εἰ­δι­κὲς πε­ρι­στά­σεις καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες ἡ­μέ­ρες τοῦ χρό­νου (λ.χ. Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­ορ­τα­σμὸς 9ης Σε­πτεμ­βρί­ου) μὲ τοὺς κοι­νοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ πε­ρι­μέ­νουν πολ­λὲς ὧ­ρες, στὶς οὐ­ρές, προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­κτή­σουν τὰ μό­λις δύ­ο κι­λὰ ποὺ ἀ­να­λο­γοῦ­σαν στὸν κα­θέ­να, ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­πό­θη­τα αὐ­τὰ προ­ϊ­όν­τα.

       Τὰ «κα­τα­στή­μα­τα ἐ­πί­δει­ξης» (показни магазини, exhibition shops), πα­ρὰ τὴν, φαι­νο­με­νι­κῶς, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τη ὀ­νο­μα­σί­α τους, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να χρή­σι­μο «μον­τέ­λο» καὶ ἐρ­γα­λεῖ­ο προ­πα­γάν­δας, κα­θὼς προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ «ἐ­πι­δεί­ξουν» τὴν δυ­να­μι­κὴ τῆς χώ­ρας ὡς πρὸς τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα «πα­ρα­γω­γῆς καὶ δι­ά­θε­σης» προ­ϊ­όν­των ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου, δί­νον­τας ἔ­τσι τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι «τὸ σύ­στη­μα δὲν ἀρ­κεῖ­ται στὴν κά­λυ­ψη τῶν ἁ­πλῶν κα­θη­με­ρι­νῶν ἀ­ναγ­κῶν ἀλ­λὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τὸ εὖ ζῆν». Τὰ συγ­κε­κρι­μέ­να κα­τα­στή­μα­τα λει­τουρ­γοῦ­σαν ὅ­λο τὸν χρό­νο καὶ «πα­ρου­σί­α­ζαν» τὰ προ­ϊ­όν­τα σὲ τι­μὲς ἀρ­κε­τὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες (λ.χ. τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­κεῖ πω­λοῦ­σαν κα­ρό­τα ἢ πα­τά­τες ποὺ εἶ­χαν ἀ­παλ­λα­γεῖ προ­η­γου­μέ­νως ἀ­πὸ τὸ χῶ­μα, κα­θι­στοῦ­σε τὰ προ­ϊ­όν­τα αὐ­το­μά­τως “ἐ­κλε­κτὰ” ὥ­στε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται ἡ ὑ­ψη­λό­τε­ρη τι­μή τους) καὶ ἔ­δι­ναν τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τοῦ ποι­ο­τι­κοῦ ἀν­τι­σταθ­μί­σμα­τος, τὴν αἴ­σθη­ση τῆς «ποι­κι­λί­ας» καί, ἐν τέ­λει, τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τῶν «ἐ­πι­λο­γῶν». Οὐ­σι­α­στι­κά, τὰ «κα­τα­στή­μα­τα ἐ­πί­δει­ξης» λει­τουρ­γοῦ­σαν ὡς «[…] βι­τρί­να τοῦ σο­σι­α­λι­στι­κοῦ Κρά­τους, τὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­σῳ αὐ­τῶν, ἀ­φ’ ἑ­νὸς ἀ­πο­δεί­κνυ­ε ὅ­τι τὰ προ­ϊ­όν­τα τῆς Βουλ­γα­ρί­ας εἶ­ναι ὄν­τως τὰ πλέ­ον ποι­ο­τι­κά, ἐ­νῶ ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου “ἐ­πι­δεί­κνυ­ε” ἕ­να δυ­νη­τι­κὸ μέλ­λον τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­με­νό­ταν νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ […]» (βλ. Пламена Фотева, Показен Магазин или за мавзолеите на социа­листи­ческо­то потребление, курсова работа, Софийски Университет “Св. Климент Охри­дски”, Катедра История и теория на култура,, Σό­φια, Φε­βρουά­ριος 2010, σ. 20). Στὸ ἴ­διο «εὐ­δαι­μο­νι­κὸ» μῆ­κος κύ­μα­τος, λει­τουρ­γοῦ­σαν —γιὰ τοὺς ὀ­λί­γους— στὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ τὰ κα­τα­στή­μα­τα «Кореком» —συν­το­μο­γρα­φί­α τῶν λέ­ξε­ων: Co(mptoir de) Re(presentation et de) Comm(erce)— τὰ ὁ­ποῖ­α δέ­χον­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ξέ­νο συ­νάλ­λαγ­μα (κα­τὰ προ­τί­μη­ση δολ­λά­ρια καὶ μάρ­κα) πω­λοῦ­σαν ἀ­φο­ρο­λό­γη­τα τὰ «ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να» δυ­τι­κὰ προ­ϊ­όν­τα (λ.χ. παν­τε­λό­νια jeans, σκω­τσέ­ζι­κο οὐ­ί­σκι, τσι­γά­ρα Marlboro, ἠ­λε­κτρι­κὰ εἴ­δη κλπ.) καὶ ἀ­πευ­θύ­νον­ταν κυ­ρί­ως στὴν κομ­μα­τι­κὴ νο­μεν­κλα­τού­ρα, στοὺς ξέ­νους ἐ­πι­σκέ­πτες καὶ σὲ ἐ­λά­χι­στα πρό­σω­πα τὰ ὁ­ποῖ­α λό­γῳ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος (π.χ. ναυ­τι­κοί, ὁ­δη­γοὶ φορ­τη­γῶν) εἶ­χαν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ καὶ νὰ δι­α­θέ­τουν συ­νάλ­λαγ­μα. Τὰ κα­τα­στή­μα­τα αὐ­τά, πα­ρό­τι ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὰ γιὰ ὅ­λο τὸν κό­σμο, δὲν ἐ­πέ­τρε­παν τὴν ἀ­γο­ρὰ σὲ ἄ­το­μα ποὺ —ἔ­στω καὶ ἂν δι­έ­θε­ταν, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο, τὸ ἀ­παι­τού­με­νο συ­νάλ­λαγ­μα— δὲν ἀ­νῆ­καν στὶς προ­α­να­φε­ρό­με­νες κα­τη­γο­ρί­ες τῶν προ­νο­μι­ού­χων, θέ­τον­τας πά­ραυ­τα τοὺς «πα­ρά­τολ­μους» ὑ­πο­ψή­φιους ἀ­γο­ρα­στὲς στὸ στό­χα­στρο τῶν ἀρ­χῶν.

      Ὁ Γκο­σπον­τί­νοφ, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται εὔ­στο­χα, ἐ­ὰν στὴ με­τὰ θά­να­το ζω­ή, ὁ πα­ρά­δει­σος μοιά­ζει μὲ «κα­τά­στη­μα ἐ­πί­δει­ξης» ὅ­που ὅ­λα εἶ­ναι τα­κτο­ποι­η­μέ­να καὶ ἐ­ξι­δα­νι­κευ­μέ­να —ὑ­πο­νο­ών­τας ὅ­τι οἱ προ­νο­μι­οῦ­χοι θὰ τυγ­χά­νουν καὶ ἐ­κεῖ εἰ­δι­κῆς με­τα­χεί­ρι­σης— ἐ­νῶ γιὰ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους νε­κροὺς ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει «ἔλ­λει­ψη» ἄ­ρα καὶ δι­α­φο­ρὰ στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση, κα­τα­λύ­ον­τας ἔ­τσι σαρ­κα­στι­κά, τὴν πα­ρα­δε­δεγ­μέ­νη ἰ­σό­τη­τα ὅ­λων μπρο­στὰ στὸ «δη­μο­κρα­τι­κὸ» γε­γο­νὸς τοῦ θα­νά­του.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Факел

http://www.fakel.bg/index.php?t=2982

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Ὁ Γέρος καὶ ἡ Θάλασσα

02-Gkospontinof,Gkeorgki-OGerosKaiIThalassa-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ὁ Γέρος καὶ ἡ Θάλασσα

(Старецът и морето)


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΙΜΑΙ ΥΠΟΧΕΩΜΕΝΟΣ, ἀ­μέ­σως μὲ τὸ ξε­κί­νη­μα αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας νὰ πῶ ὅ­τι σὲ τού­τη δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται οὔ­τε κά­ποια θά­λασ­σα, οὔ­τε ψά­ρι δε­κα­ο­χτὼ πό­δια μα­κρύ. Καὶ ἐ­πι­πλέ­ον πο­τὲ δὲν συμ­πά­θη­σα, ποιός ξέ­ρει πό­σο, τὸν Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Ὅ­μως τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α θὰ ταί­ρια­ζε νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­φη­γη­θεῖ αὐ­τός, οὔ­τε κὰν μπο­ρῶ νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ για­τί. Μέ­νει νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­σω, ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἀ­λη­θι­νὴ καὶ μά­λι­στα φρέ­σκια, ἂν καὶ ὅ­λοι οἱ πω­λη­τὲς ἱ­στο­ρι­ῶν, ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἀ­πα­τε­ῶ­νες με­τα­πρά­τες, θὰ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν τὸ ἴ­διο γιὰ τὴ δι­κή τους πρα­μά­τεια. Ἀρ­χί­ζου­με.

       Αὐ­τός, ἦ­ταν ἕ­νας γέ­ρος ποὺ ζοῦ­σε μό­νος στὸ σπί­τι του στὸ χω­ριό, καὶ ὁ­ρί­στε, ὀ­γδόν­τα τέσ­σε­ρις μέ­ρες τώ­ρα, εἶ­χε πει­σμώ­σει ὅ­τι δὲν θὰ που­λή­σει ἐ­τοῦ­το τὸ σπί­τι ὅ­σο εἶ­ναι ζων­τα­νός. Ἡ κό­ρη του, ἡ ὁ­ποί­α ζοῦ­σε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, εἶ­χε βρεῖ ἑ­ται­ρεί­α, ἡ ἑ­ται­ρεί­α εἶ­χε βρεῖ ἀ­γο­ρα­στές, οἱ ἀ­γο­ρα­στὲς ἦ­ταν Ἄγ­γλοι, τὰ χρή­μα­τα ἦ­ταν κα­λά, γυ­ρό­φερ­ναν καὶ ἄλ­λοι ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νοι. Τὸ σπί­τι ἦ­ταν σὲ κα­λὴ το­πο­θε­σί­α, σὲ ὕ­ψω­μα, μὲ θέ­α πρὸς τὸ βου­νὸ καὶ με­γά­λη εὐ­ά­ε­ρη αὐ­λή. Ἡ ἴ­δια ἡ κα­τα­σκευ­ή, ὅ­μως, ἄρ­χι­ζε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ πνέ­ει τὰ λο­ί­σθια, εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­να γε­ρὸ μά­ζε­μα, μιὰ ἀ­να­δι­ά­τα­ξη τῆς σκε­πῆς, κά­ποι­α δο­κά­ρια νὰ ἀλ­λα­χτοῦν. Ὁ γέ­ρος δὲν εἶ­χε πλέ­ον δυ­νά­μεις νὰ τὸ κά­νει μό­νος του, οὔ­τε χρή­μα­τα γιὰ νὰ φω­νά­ξει ἄλ­λον. Τὸ φθι­νό­πω­ρο πλη­σί­α­ζε καὶ μὲ τὴν πρώ­τη βρο­χή, σὲ μί­α ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες, ἡ ὑ­γρα­σί­α ἄρ­χι­ζε νὰ σέρ­νε­ται.

       Δὲν θὰ σὲ δώ­σω, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος. Θὰ που­λή­σω κά­ποι­α πράγ­μα­τα, θὰ συγ­κεν­τρώ­σω ζε­στὸ πα­ρα­δά­κι καὶ θὰ σὲ συμ­μα­ζέ­ψω. Ξα­πό­στελ­νε τὸν δή­μαρ­χο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα τὸν πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει ἂν τὸ πεῖ­σμα του ἐ­λύ­γι­σε. Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς ὁ δή­μαρ­χος κου­βά­λη­σε καὶ τοὺς ἴ­διους τοὺς Ἄγ­γλους, ὅ­μως ὁ γέ­ρος δὲν φο­βή­θη­κε καὶ εὐ­γε­νι­κὰ τοὺς ἀ­πο­μά­κρυ­νε. Φέ­ρε καὶ ξέ­να στρα­τεύ­μα­τα, Πε­τρά­κη (ἔ­τσι ἔ­λε­γαν τὸν δή­μαρ­χο), ὅ­μως ἐ­μέ­να δὲν θὰ μὲ τρο­μά­ξε­τε. Πὲς σὲ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους νὰ ψά­ξου­νε ἀλ­λοῦ γιὰ σπί­τι, ἐ­δῶ δὲν ἔ­χουν τί νὰ κά­νου­νε.

       Ὁ δή­μαρ­χος ἔ­λε­γε, ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι δί­νου­νε κα­λὰ λε­φτὰ καὶ ψι­θύ­ρι­σε τὸ πο­σό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ γέ­ρος οὔ­τε ποὺ εἶ­χε ἀν­τι­κρί­σει πο­τὲ στὴ ζω­ή του. Τὸ μέ­ρος τοὺς ἄ­ρε­σε, ἔ­λε­γε ὁ δή­μαρ­χος, σκο­τί­στη­καν γιὰ τὸ σπί­τι, θὰ τὸ γκρε­μί­σουν, αὐ­τὸ καὶ ἀ­πὸ μό­νο του θὰ πέ­σει, ὁ­πό­τε πά­ρε τὰ λε­φτὰ καὶ πή­γαι­νε στὴν κό­ρη σου ὅ­σο ἀ­κό­μα σὲ θέ­λει.

       Τὸ σπί­τι δὲν εἶ­ναι δι­κό μου, τὸ ἔ­χτι­σε ὁ πα­τέ­ρας μου καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει πιὰ τρό­πος, νὰ τὸν ρω­τή­σω ἂν τὸ δί­νει ἢ ἂν δὲν τὸ δί­νει, ἔ­λε­γε ὁ γέ­ρος, γυρ­νοῦ­σε τὴν πλά­τη καὶ ’­ξα­φα­νι­ζό­ταν μέ­σα στὰ ψη­λὰ χορ­τά­ρια τῆς αὐ­λῆς.

       Δὲν θὰ σὲ δώ­σω, ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε καὶ ἀ­πο­ροῦ­σε μὲ τὰ μυα­λὰ τῶν Ἄγ­γλων ποὺ πα­ρα­τᾶ­νε τὰ πα­τρι­κά τους σπί­τια «κα­τα­λαμ­βά­νον­τας» τὰ ξέ­να. Δι­ό­τι σὲ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ζοῦ­σαν ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, βρέ. Καὶ ἄν­τε τοὺς ζων­τα­νοὺς θὰ τοὺς δι­ώ­ξεις, θὰ τοὺς πλη­ρώ­σεις, ὁ ζων­τα­νὸς ἄν­θρω­πος εὔ­κο­λα ξε­γε­λι­έ­ται, μὰ τοὺς πε­θα­μέ­νους πῶς θὰ τοὺς δι­ώ­ξεις ἀ­πὸ ’­κεῖ μέ­σα, ἀ­πο­ροῦ­σε ὁ γέ­ρος.

       Οἱ βρο­χὲς ὅ­μως ἔ­γι­ναν ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνές, ἡ ὑ­γρα­σί­α πλέ­ον ἔ­πι­α­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ γω­νί­α καὶ τὸν βό­ρει­ο τοῖ­χο, τὰ χρή­μα­τα ἐ­ξα­νε­μί­στη­καν. Καὶ τό­τε, τὴν ὀ­γδο­η­κο­στὴ πέμ­πτη μέ­ρα, ὁ γέ­ρος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ που­λή­σει ὁ­τι­δή­πο­τε μπο­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του γιὰ νὰ σώ­σει τὸ σπί­τι. Βρῆ­κε κά­που ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι χαρ­τό­νι, τὸ ἔ­δε­σε μὲ σπάγ­γο στὴν πορ­τού­λα καὶ ἔ­γρα­ψε μὲ με­γά­λα γράμ­μα­τα «Πω­λεῖ­ται» καὶ πιὸ κά­τω μὲ μι­κρό­τε­ρα: «τη­λε­ό­ρα­ση».

       Μα­ζεύ­τη­κε στὸ σπί­τι καὶ ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σω χω­ρὶς αὐ­τήν, σκέ­φτη­κε. Ὅ­μως κα­νεὶς δὲν ζή­τη­σε νὰ ἀ­γο­ρά­σει τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε τὴν ἑ­πό­με­νη, οὔ­τε τὴ με­θε­πό­με­νη μέ­ρα. Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, καὶ κοί­τα­ξε τὸ δω­μά­τιο, θὰ πρέ­πει νὰ που­λή­σω καὶ κά­τι ἄλ­λο. Στά­θη­κε στὸ τρα­πέ­ζι. Γιὰ μο­να­χὸ ἄν­θρω­πο αὐ­τὸ ἦ­ταν πε­ριτ­τὴ πο­λυ­τέ­λεια. Πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ χαρ­τό­νι «καὶ γε­ρὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι μὲ δύ­ο κα­ρέ­κλες».

       Ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στὸ σπί­τι καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἔ­πα­ψε νὰ τρώ­ει στὸ τρα­πέ­ζι. Τὸ εἶ­χε πιὰ ἀ­ναγ­γεί­λει, ἔ­πρε­πε νὰ συ­νη­θί­σει. Κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι καὶ ἔ­τρω­γε στὰ γό­να­τα, βι­α­στι­κὰ ὅ,τι εἶ­χε. Καὶ χω­ρὶς τρα­πέ­ζι γι­νό­ταν. Κα­νεὶς δὲν τὸ ἀ­γό­ρα­σε μέ­σα στὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν τρα­πέ­ζια. Τό­τε ἦρ­θε ἡ σει­ρὰ γιὰ τὸ κρε­βά­τι. Ἦ­ταν πα­λιό, σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ πολ­λὴ γε­ρὴ σού­στα καὶ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια. Ὁ γέ­ρος εἶ­πε, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας θὰ ἤ­θε­λε ἕ­να τέ­τοι­ο κρε­βά­τι. Πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ κομ­μά­τι χαρ­τό­νι «καὶ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια μὲ κύ­κνους».

       Ἔ­γρα­ψε αὐ­τὸ καὶ μό­λις μπῆ­κε στὸ δω­μά­τιο, τὸ κρε­βά­τι πλέ­ον δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­πως καὶ τὸ τρα­πέ­ζι, οἱ δύ­ο κα­ρέ­κλες καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση. Θὰ συ­νη­θί­σω, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς κοι­μᾶ­μαι ὅ­σο ἕ­να σπουρ­γι­τά­κι. Ἔ­βγα­λε τὸ στρῶ­μα στὸ πά­τω­μα, σκε­πά­στη­κε μὲ τὴ βε­λέν­τζα καὶ ἔ­τσι ξά­πλω­σε μέ­νον­τας ἄ­γρυ­πνος ὅ­λη νύ­χτα. Κα­νεὶς δὲν ἀ­γό­ρα­σε τὸ κρε­βά­τι μὲ τοὺς κύ­κνους.

       Κα­λά, εἶ­πε ὁ γέ­ρος, δὲ θέ­λε­τε τη­λε­ό­ρα­ση, δὲ θέ­λε­τε τρα­πέ­ζι, δὲ θέ­λε­τε κρε­βά­τι… Τί θέ­λε­τε… Καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στεῖ τὸν μπου­φέ. Ὁ μπου­φὲς ἦ­ταν τὸ πιὸ πο­λύ­τι­μο πράγ­μα σὲ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο ξύ­λο κα­ρυ­διᾶς, σκα­λι­στός, δῶ­ρο ἀ­πὸ τοὺς κουμ­πά­ρους γιὰ τὸν γά­μο του, στὴν κά­τω ἀ­ρι­στε­ρὴ γω­νί­α ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Εἰς ἀ­νά­μνη­σιν, 1937». Ὁ γέ­ρος ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα πράγ­μα­τα, στοι­βαγ­μέ­να μὲ τὰ χρό­νια, πε­τσέ­τες καὶ ροῦ­χα φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τοὺς σκώ­ρους, πιά­τα καὶ κου­τά­λια. Τὰ ἀ­πό­θε­σε σὲ μιὰ γω­νιά. Στὸ τέ­λος ἔ­βγα­λε μιὰ ἀλ­λα­ξιὰ ροῦ­χα – και­νούρ­γιο που­κά­μι­σο καὶ ζα­κέ­τα, ἑ­τοι­μα­σμέ­να ἐκ τῶν προ­τέ­ρων γιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του ντύ­σι­μο, ἔ­τσι ἔ­κα­ναν σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ μέ­ρη. Βγῆ­κε ἔ­ξω, φυ­σοῦ­σε γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα τὴ μύ­τη του σ’ ἕ­να μαν­τή­λι καὶ μό­νο οἱ ὦ­μοι του ποὺ ἔ­τρε­μαν μπο­ροῦ­σαν νὰ μαρ­τυ­ρή­σουν ὅ­τι κλαί­ει. Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τὸ στι­λὸ καὶ πρό­σθε­σε στὸ χαρ­τό­νι «καὶ μπου­φὲς ἀ­πὸ κα­ρυ­διά, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει».

       Κα­νέ­νας δὲν ἤ­θε­λε μπου­φὲ ἀ­πὸ κα­ρυ­διά. Με­ρι­κὲς μέ­ρες με­τά, ὁ γέ­ρος ἀ­πο­φά­σι­σε γιὰ τὴν τε­λευ­ταί­α ἀ­πελ­πι­σμέ­νη κί­νη­ση. Δὲν εἶ­χε ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ὅ­πως δὲν εἶ­χε καὶ τί ἄλ­λο νὰ δι­α­θέ­σει. Κα­θά­ρι­σε κα­λὰ τὴ σόμ­πα ἀ­πὸ τὴ στά­χτη, πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω μὲ μπροῦν­τζο τὴν ἐ­πι­φά­νεια καὶ τὰ μπου­ριά, πῆ­ρε τὸ στι­λό, βγῆ­κε ἔ­ξω καὶ στὸ στρι­μωγ­μέ­νο ἄ­δει­ο μέ­ρος τοῦ χαρ­το­νιοῦ ἔ­γρα­ψε «καὶ σόμ­πα μὲ 2 κυ­βι­κὰ ξύ­λα».

       Σκέ­φτη­κε λί­γο καὶ πρό­σθε­σε στὸ κα­τώ­τε­ρο ση­μεῖ­ο μὲ πο­λὺ κα­κὸ γρα­φι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα «ἄλ­λο δὲν ἔ­χω».

       Δὲν ἄ­να­ψε ξα­νὰ τὴ σόμ­πα. Ἔ­τρω­γε στὰ γό­να­τα, κα­θό­ταν στὸ πά­τω­μα, δὲν ἄ­νοι­γε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, δὲν κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸν μπου­φέ, ξά­πλω­νε τὸ βρά­δυ κα­τα­γῆς, ἐ­νῶ τὸ πρω­ὶ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα κι­νοῦ­σε τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του. Μιὰ μέ­ρα βγῆ­κε, ση­μεί­ω­σε κά­τι ἀ­κό­μα στὸ χαρ­τό­νι καὶ μα­ζεύ­τη­κε.

       Ὁ Χει­μώ­νας ἀ­πο­δεί­χτη­κε κρύ­ος, γύ­ρω στὸν Δε­κέμ­βρη οἱ ἀ­γο­ρα­στὲς γιὰ τὸ σπί­τι μει­ώ­θη­καν ἀ­πό­το­μα, οἱ Ἄγ­γλοι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὰ πα­λά­τια τους, ὁ δή­μαρ­χος κου­βα­λή­θη­κε στὸν γιό του στὴν πό­λη, ἐ­νῶ τὰ τσα­κά­λια ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στὶς ἔ­ρη­μες αὐ­λές. Ἐκεῖ κον­τά, ἀ­νή­με­ρα του Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου ἔ­πε­σε τὸ πρῶ­το χι­ό­νι καὶ ἀρ­γὰ κου­κού­λω­σε τὸ κομ­μά­τι χαρ­το­νιοῦ, ποὺ μι­σο­κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ πόρ­τα.


Πω­λεῖ­ται τη­λε­ό­ρα­ση,

καὶ γε­ρὸ ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι μὲ δύ­ο κα­ρέ­κλες,

καὶ σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι μὲ ζω­γρα­φι­στὰ πλαί­σια μὲ κύ­κνους,

καὶ μπου­φὲς ἀ­πὸ κα­ρυ­διά, ὁ Θε­ὸς νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει,

καὶ σόμ­πα μὲ 2 κυ­βι­κὰ ξύ­λα,

ἄλ­λο δὲν ἔ­χω.

Α.Τ. 1913-1996


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Кръстопът

http://crosspoint.mediabg.eu/?p=11717

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Μεγάλο ψυγεῖο

 

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев)

 

Μεγάλο ψυγεῖο

(Голям хладилник)

 

ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τους ἀ­πὸ τὸ Ἐλ­σίν­κι, ὁ τσούκ­τσα(1) καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­χουν ἀ­ρά­ξει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο «Ρω­σί­α», μό­νο δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Κεν­τρι­κὸ Κρα­τι­κὸ Πο­λυ­κα­τά­στη­μα, τὸ πρώ­ην ἀ­νά­κτο­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κρεμ­λί­νο.

       Ἔ­χον­τας γευ­θεῖ τὶς ἀ­νέ­σεις τῆς Εὐ­ρώ­πης, τὸ ζευ­γά­ρι ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ συν­δυά­σει τὸ τερ­πνὸν με­τὰ τοῦ ὠ­φε­λί­μου. Τὸ πο­λυ­κα­τά­στη­μα βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη τους καὶ οἱ δυ­ό τους ξε­κι­νᾶ­νε νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να ψυ­γεῖ­ο, ποὺ θὰ τὸ πά­ρουν μα­ζί τους, γιὰ νὰ τὸ πᾶ­νε στὴν τούν­δρα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα το ἀ­νε­βά­σουν σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τρέ­νο, σχε­δί­α καὶ ἕλ­κη­θρο.

       Πέ­ρα-δῶ­θε στοὺς δι­α­δρό­μους, πά­νω-κά­τω στοὺς ὀ­ρό­φους, γύ­ρω-γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σιν­τρι­βά­νια μὲ τοὺς μι­κροὺς μαρ­μά­ρι­νους Ἔ­ρω­τες, ἐ­πι­τέ­λους τὸ ζευ­γά­ρι φτά­νει στὰ ψυ­γεῖ­α. Ἀ­πὸ τὰ μι­κρὰ «Μο­ρόζ­κο» μέ­χρι τὰ με­γά­λα «Ζὶλ» καὶ «Νέ­βα» μὲ τοὺς δι­πλοὺς κα­τα­ψύ­κτες.

       Ὁ τσούκ­τσα τὰ κοι­τά­ζει, βά­ζει τὸ κε­φά­λι του μέ­σα στὰ ψυ­γεῖ­α, ὕ­στε­ρα χώ­νει κε­φά­λι καὶ ἡ γυ­ναί­κα του. Οἱ πω­λή­τρι­ες τοὺς τρι­γυρ­νᾶ­νε, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πιά­σουν κου­βέν­τα, ἀλ­λὰ ὁ τσούκ­τσα ξέ­ρει μο­νά­χα ἕ­να πράγ­μα:

      — «Με­γα­λύ­τε­ρο! Με­γα­λύ­τε­ρο!»

      Τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πο­ροῦν, κα­λοῦν τὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ἀ­πο­θή­κης.

       «Πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται;» – ρω­τᾶ αὐ­στη­ρὰ ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­χει δι­α­βά­σει τὸ Χάρ­τη τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, ἐ­πει­δὴ ἁ­πλού­στα­τα δὲν τὸν ἔ­χουν δη­μο­σι­εύ­σει στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ποι­ὰ δι­και­ώ­μα­τα θὰ τοῦ μι­λά­ει αὐ­τὸς ἐ­δῶ, ὁ χα­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα, ὅ­ταν ἤ­δη ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες τοὺς φαρ­μα­κώ­νει τὴν ζω­ὴ μὲ τὰ λό­για «με­γα­λύ­τε­ρο καὶ με­γα­λύ­τε­ρο!»

       Δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο! Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος κα­τευ­θεῖ­αν πο­δο­πα­τά­ει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που:

       «Ρέ, ἐ­σὺ ζεῖς στὴν ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, μέ­σα στὴν τούν­δρα. Τί στὸ κα­λὸ τὸ θέ­λεις τὸ ψυ­γεῖ­ο;»

       «Ἄ-α-α…» —κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι ὁ τσούκ­τσα—. «Οἱ θερ­μο­κρα­σί­ες ἔ­ξω εἶ­ναι μεῖ­ον 70, μέ­σα στὴν σκη­νὴ μεῖ­ον 30, καὶ στὸ ψυ­γεῖ­ο μεῖ­ον 4. Μπαί­νεις μέ­σα, ζε­σταί­νε­σαι.»

 

(1) Ὁ κά­τοικος τῆς Τσου­κότ­κα. Αὐτό­νο­μος θύ­λα­κας στὴν βο­ρειο­α­ντο­λικὴ ἐσχα­τιὰ τῆς Ρωσί­ας.

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Βέσελ Τσανκόφ (Весел Цанков): Βλέπω φάντασμα, γλιτώνω μὲ τρομάρα

 

 

Βέσελ Τσανκόφ (Весел Цанков)

 

Βλέπω φάντασμα, γλιτώνω μὲ τρομάρα

(Виждам призрак, отървавам се с уплаха)

 

ΑΦΝΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να. Καὶ νὰ πεῖς ὅ­τι κα­τοι­κῶ σὲ κά­ποι­ο παμ­πά­λαι­ο σπί­τι, κά­τι σὰν κά­στρο ἢ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο μο­να­στή­ρι. Ὄ­χι, μέ­νω σ’ ἕ­να ἁ­πλὸ λα­ϊ­κό, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα.

       Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἔ­τσι ξαφ­νι­κά. Ὅ­μως, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου ξαφ­νι­κά, ἁ­πλῶς ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα προ­σέ­ξει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τί γι­νό­ταν προ­σπερ­νών­τας ἀ­δι­ά­φο­ρα τὰ φαν­τά­σμα­τα, μὴ δί­νον­τας ση­μα­σί­α στοὺς πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους, στὰ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἴ­χνη καὶ τοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς τὴ νύ­χτα. Καὶ ἄ­ξαφ­να, ὄ­πα! Ὅ­πως πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο στὸ δω­μά­τιο, ἀ­πέ­ναν­τί μου πή­δη­ξε ἕ­να φάν­τα­σμα, μὲ χαι­ρέ­τη­σε νευ­ρι­κὰ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κοι­τᾶ στὰ μά­τια σὰν κα­λὸ παι­δὶ τὴ μα­μά του.

      Ἀ­πὸ ποῦ, ἄ­ρα­γε, μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ φάν­τα­σμα στὸν τό­πο μας; Κοί­τα, στὴν Εὐ­ρώ­πη τὰ φαν­τά­σμα­τα δὲν εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀρ­κεῖ μο­νά­χα νὰ θυ­μη­θοῦ­με: «Ἕ­να φάν­τα­σμα πλα­νι­έ­ται στὴν Εὐ­ρώ­πη – τὸ φάν­τα­σμα τοῦ Κο­μμου­νι­σμοῦ.»

       Ἔ, πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν, πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν… βρῆ­κε ἐ­πι­τέ­λους τὴ γα­λή­νη του. Πέ­τα­ξε ἐ­κεῖ, ὅ­που τὰ φαν­τά­σμα­τα βρί­σκουν τὴν ἡ­συ­χί­α τους καὶ πι­στεύ­ω πὼς ἔ­φυ­γε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς πα­ρα­μεί­να­με ἐ­δῶ. Πῶς σ’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες νὰ μὴν κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του τὸ ἑ­πό­με­νο φάν­τα­σμα, ὅ­ταν ἐ­δῶ τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι προ­ε­τοι­μα­σμέ­νο; Ἐ­ὰν εἶ­σαι φάν­τα­σμα, ξε­κί­να καὶ ἔ­λα νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­σαι ἐ­δῶ, στὰ ἕ­τοι­μα!

       Τώ­ρα οἱ ὑ­λι­στὲς θὰ μοῦ ποῦ­νε: «Ἄιν­τε, φτά­νει μὲ τὶς κου­τα­μά­ρες, πῶς καὶ ἀ­πὸ τὸ τί­πο­τα θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ κά­τι;» Καὶ θὰ σοῦ μι­λᾶ­νε πε­ρὶ ἐ­κτο­πλά­σμα­τος, πε­ρὶ δι­ά­θλα­σης τοῦ φω­τὸς καὶ τα­λαν­τώ­σε­ων τοῦ χω­ρο­χρό­νου.

       Μό­νο ποὺ οἱ ὑ­λι­στὲς πρέ­πει νὰ μεί­νουν ἥ­συ­χοι. Τὰ φαν­τά­σμα­τα στὸν τό­πο μας δὲν ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Γιὰ νὰ σκε­φτοῦ­με λι­γά­κι! Ὅ­λες οἱ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τες ὑ­πο­σχέ­σεις πλα­νι­οῦν­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πε­ρι­μέ­νουν τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­σή τους. Καὶ γιὰ πο­λὺ και­ρὸ ἀ­κό­μα θὰ πε­ρι­μέ­νουν, καὶ γιὰ πο­λὺ και­ρὸ ἀ­κό­μα θὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται πρὶν βροῦν τὴ γα­λή­νη τους, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νες δὲν εἶ­ναι τὸ φάν­τα­σμα τοῦ λόρ­δου Ἄρ­θουρ ποὺ πρέ­πει νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ τὴν τι­μὴ τῆς λαί­δη Τζέ­ϊν. Αὐ­τὸ εἶ­ναι παι­χνι­δά­κι μπρο­στὰ στὸ φάν­τα­σμα τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων, δο­σμέ­νων σὲ κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες προ­ε­κλο­γι­κές μας ἐκ­στρα­τεῖ­ες· δη­λα­δή, οἱ συν­τά­ξεις νὰ γί­νουν χί­λια δο­λά­ρια, οἱ μι­σθοὶ ὅ­σα γου­στά­ρου­με καὶ μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο νὰ λαμ­βά­νου­με δω­ρε­ὰν καὶ ἀ­πὸ μιὰ βαμ­βα­κε­ρὴ βρά­κα.

       Τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ στὸν τό­πο μας βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη καὶ στοὺς ψη­λό­τε­ρους κρα­τι­κοὺς ὀ­ρό­φους. Κά­θε μιὰ και­νούρ­για κυ­βέρ­νη­ση ἀ­να­κα­λύ­πτει καὶ ἀ­πὸ ἕ­να σκε­λε­τὸ στὴν ντου­λά­πα, πα­ρα­τη­μέ­νο ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη. Καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τε­λεῖ τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ τε­λε­τὴ «σκέ­πα­σε μὲ στά­χτη, ρί­ξε νε­ρό», τε­λε­τή, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὸ γρά­ψι­μο ἑ­νὸς λευ­κοῦ βι­βλί­ου γιὰ τὰ κα­τορ­θώ­μα­τα τῶν προ­η­γου­μέ­νων καὶ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς σαμ­πά­νιας γιὰ τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες τῶν νῦν.

       Καὶ ρω­τῶ: πῶς σ’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες νὰ μὴν ἐμ­φα­νι­στεῖ φάν­τα­σμα καὶ στὸ δι­κό μου τὸ σπί­τι;

       Ἀ­μέ­σως ἀν­τέ­δρα­σα:

       «Ὤ, πνεῦ­μα» —τοῦ λέ­ω— «γύρ­να στὸ σκο­τει­νό σου βα­σί­λει­ο!»

       Καὶ τὸ πνεῦ­μα γουρ­λώ­νει τὰ μά­τια καὶ τσι­ρί­ζει:

       «Ρέ, γεί­το­να, δὲν μὲ γνώ­ρι­σες;» – καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε κά­τι κλει­διά. — «Πάρ’ τα, τὰ εἶ­χες ξε­χά­σει ἀ­πέ­ξω, στὴν πόρ­τα.»

       Ρέ, τί μπέρ­δε­μα! Πράγ­μα­τι ἦ­ταν ὁ γεί­το­νας, ὅ­μως πῶς νὰ τὸν γνω­ρί­σει κα­νείς, ἀ­φοῦ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν ἔ­ρη­μη οἰ­κο­νο­μί­α ἔ­χω σβή­σει τὰ φῶ­τα παν­τοῦ. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἴ­διος ὁ γεί­το­νας, ἀ­φοῦ ζεῖ μὲ τὴν μι­κρή του σύν­τα­ξη, ἔ­χει γί­νει πε­τσὶ καὶ κό­κα­λο, ἔ­χει γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νος…

       Ἔ, λά­θος – συ­γνώ­μη. Ἀλ­λὰ ὅ­λα τα ὑ­πό­λοι­πα, ποὺ σᾶς εἶ­πα, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια.

 

 

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος: С­т­р­а­н­и­ц­а­та на х­у­м­о­р­и­с­та В­е­с­ел Ц­а­н­к­ов. (Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ χι­ου­μο­ρί­στα Βέ­σελ Τσαν­κόφ).

 

Βέ­σελ Τσαν­κόφ (В­е­с­ел Ц­а­н­к­ов) (Σό­φια, 27 Ἰ­ου­λί­ου 1963). Εἶ­ναι ρα­δι­ο­φω­νι­κὸς πα­ρα­γω­γός, σε­να­ρι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας θε­α­τρι­κῶν ἔρ­γων, φαν­τα­στι­κῶν καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ 2005 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, τὸ «Εἰ­κο­νο­κύτ­τα­ρο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκόνα: Ὁ συγγραφέας Βέσελ Τσανκόφ.