Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


		
Διαφημίσεις

Βασίλης Μανουσάκης: Ὄχι τυχαῖα


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Ὄ­χι τυ­χαῖ­α


Η ΒΡΗΚΕ νὰ κά­θε­ται στὶς 28 τοῦ λει­ψοῦ μή­να στὸ κα­φὲ ποὺ τὴ φαν­τα­ζό­ταν πάν­τα. Δὲν ἔ­μοια­ζε νὰ ζη­τά­ει κά­τι. Ἀ­τά­ρα­χη. Κοι­τοῦ­σε τὸ κι­νη­τό της καὶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ ἕ­να τη­λέ­φω­νο. Δὲν τὸν πρό­σε­ξε.

        Κά­θι­σε στὸν ἀ­πέ­ναν­τι πάγ­κο καὶ πα­ρήγ­γει­λε τὸν κα­φέ του. Ἡ σερ­βι­τό­ρα τὸν προ­σπέ­ρα­σε μὲ τὸν κα­φέ της. «Ἄ­σε, τὸν πά­ω ἐ­γώ», τῆς εἶ­πε πι­ά­νον­τάς της ἐ­λα­φρά τὸ μπρά­τσο. «Μά…», τὸν εἶ­δε ὅ­μως νὰ ἐ­πι­μέ­νει μὲ τὸ βλέμ­μα καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σε.

        «Τὸν κα­φέ σου», τῆς εἶ­πε. «Εὐ­χα­ρι­στῶ», δί­χως νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι.

        «Δὲν ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔρ­χε­σαι ἐ­δῶ… Μᾶλ­λον τὸ ἤ­ξε­ρα, ἀλ­λὰ δὲν τὸ πε­ρί­με­να», τῆς εἶ­πε ἀ­κα­τά­λη­πτα.

       Ἐ­κεί­νη, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νη μᾶλ­λον ἀ­πὸ τὶς ἀ­συ­ναρ­τη­σί­ες του, σή­κω­σε αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὸ κε­φά­λι. Τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ στὰ μά­τια καὶ τοῦ ἔ­γνε­ψε νὰ κα­θί­σει. «Ὄ­χι ἀ­πέ­ναν­τι. Ἐ­δῶ. Δί­πλα.»

        Ὁ ἥ­λιος κρύ­φτη­κε μέ­σα στὰ σύν­νε­φα καὶ σκο­τεί­νια­σε γιὰ δύ­ο ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὲς πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους. Τὴ μί­α κοι­τά­χτη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὴν ψυ­χὴ καὶ τὴν ἄλ­λη φι­λή­θη­καν. Τὴν τρί­τη στιγ­μὴ ποὺ ὁ ἥ­λιος χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι εἶ­χαν ἑ­νω­θεῖ ἤ­δη.

        «Σὲ πε­ρί­με­να», τοῦ εἶ­πε. «Τὸ ἤ­ξε­ρα…»

        «Κι ἐ­γώ», τὴν ἔ­κο­ψε. «Δὲν θὰ φύ­γω». Καὶ ἔ­σκυ­ψε καὶ τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να ἀ­κό­μα φι­λὶ στὸ ἑ­πό­με­νο σύν­νε­φο.

       Στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται. Στὴ ζω­ὴ της εἶ­χε μά­θει νὰ ἀ­κού­ει. Ἦ­ταν ἡ ἀ­κο­ή τους ποὺ τοὺς ἔ­φε­ρε κον­τά, μιὰ καὶ βα­θιὰ μέ­σα στοὺς φώ­να­ζαν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἐ­αυ­τοί τους. Οὔρ­λια­ζαν οἱ λύ­κοι μέ­σα τους καὶ ἔ­ψα­χναν τὴ σε­λή­νη τους.

        Ἄλ­λη μιὰ στιγ­μὴ μα­ζὶ καὶ χω­ρί­στη­καν ἀ­μί­λη­τοι. Ὁ κα­θέ­νας ἄλ­λο δρό­μο. Μὰ οἱ μέ­ρες τους πλέ­ον ἦ­ταν πλεγ­μέ­νες μα­ζί. Πά­νω ἀ­πὸ τὰ κε­φά­λια τους ὁ χει­με­ρι­νὸς ἥ­λιος εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δί­νει τὴ θέ­ση τους στὴ σε­λή­νη ποὺ θὰ τοὺς ἕ­νω­νε πιά. Ὄ­χι τυ­χαῖα.

        «Θὰ σὲ βρῶ», εἶ­παν ταυ­τό­χρο­να. Καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους γρά­φε­ται.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη: 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[Κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ἀρ­χὲς Σε­πτεμ­βρί­ου 2017 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη ὁ τό­μος 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν (σελ. 288, μὲ ἐξώφυλλο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου), μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴν δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α ἀ­πὸ τὴν τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ παγ­κό­σμια δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α γιὰ τὸ γε­γο­νός, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τὴν μη­νια­ία ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση γιὰ τὸ βι­βλί­ο The BooksJournal. Τὸν τό­μο μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖα κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῶν ἐκ­δό­σε­ων Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη (Ἀν­δρέ­α Με­τα­ξᾶ 28 & Θε­μι­στο­κλέ­ους, Ἐ­ξάρ­χεια) (δεῖ­τε καὶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φὴ 27-11-2017, ὅπου καὶ κατάλογος ἀνθολογουμένων). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη


83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν


[«…Ὁ βομ­βι­στὴς γί­νε­ται κομ­μά­τια, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α κομ­μα­τά­κια, καὶ θραύ­σμα­τα τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν του ἐ­κτο­ξεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­α δύ­να­μη καὶ τα­χύ­τη­τα ποὺ σφη­νώ­νον­ται, πα­γι­δεύ­ον­ται στὸ σῶ­μα ὅ­ποι­ου βρί­σκε­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς… Αὐ­τὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα.»]

Ντὸν Ντε­Λίλ­λο, Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση (μτφ. Ἔ­φη Φρυ­δᾶ)


Οἱ «83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δὲν» εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀν­θο­λο­γί­α λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ θέ­μα ἢ ἀ­φορ­μὴ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων ἀ­πὸ τὴν μοι­ραί­α 11/09/2001 καὶ τὴν πτώ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Οἱ ἐ­πι­πτώ­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πί­θε­σης ξε­τυ­λί­γον­ται ἀ­κό­μα ἀλ­λά­ζον­τας τὸν τρό­πο ποὺ βλέ­που­με καὶ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τὰ πράγ­μα­τα, δί­νον­τας νέ­ες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες στὸν κό­σμο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἀ­σφα­λοῦς καὶ ἄ­τρω­του δυ­τι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ ἀμ­φι­σβη­τή­θη­κε, ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α τρύ­πω­σε γιὰ τὰ κα­λά, δί­νον­τας τὸν τό­νο της, στὶς σκέ­ψεις καὶ στὰ συ­ναι­σθή­μα­τα πολ­λῶν.

       Ὁ ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸς αὐ­τὸς τό­μος, προ­ϊ­ὸν συ­νερ­γα­σί­ας τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης γιὰ τὸ βι­βλί­ο Books’ Journal, πε­ρι­λαμ­βά­νει, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς με­τα­φρά­σεις ξέ­νων δι­η­γη­μά­των, συ­νερ­γα­σί­ες γνω­στῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ κλή­θη­καν νὰ λά­βουν μέ­ρος στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα, ἀλ­λὰ καὶ συμ­με­το­χὲς νέ­ων συγ­γρα­φέ­ων καὶ φί­λων ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου καὶ τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης, ποὺ κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης ὑ­πέ­βα­λαν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά τους καὶ ἐ­πι­λέ­χθη­καν ἀ­πὸ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πή. Ἡ κρι­τι­κὴ ἐ­πι­τρο­πὴ συγ­κρο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη, τὴν Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ τὴν Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη. Τὸ σύ­νο­λο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ τό­μου εἶ­ναι πε­νήν­τα ἕ­ξι.

       Τὸ ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἕ­ξι χρό­νια ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Μέ­νον­τας, λοι­πόν, πι­στοὶ στὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φόρ­μα ποὺ ἀ­ξί­ζει τὸν κό­πο νὰ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται, ζη­τή­σα­με ἀ­πὸ τοὺς ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες καὶ συμ­με­το­χὲς μὲ ἀ­νώ­τα­το ὅ­ριο τὶς τρι­α­κό­σι­ες λέ­ξεις. Αὐ­τὸ φυ­σι­κὰ δὲν γι­νό­ταν νὰ ἰ­σχύ­σει γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἐ­πι­λέ­ξα­με νὰ με­τα­φρά­σου­με ἀ­πὸ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

       Στό­χος μας εἶ­ναι νὰ πα­ρου­σι­ά­σου­με ἕ­να κα­λὸ δεῖγ­μα καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­ε­θνῆ μυ­θο­πλα­στι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μὲ ἀ­φορ­μὴ ἢ θέ­μα ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου, γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­λέ­ξα­με καὶ συμ­πε­ρι­λά­βα­με δι­η­γή­μα­τα, ποὺ με­τέ­φρα­σαν εἰ­δι­κὰ γιὰ τὸν ἀ­φι­ε­ρω­μα­τι­κὸ αὐ­τὸ τό­μο συ­νερ­γά­τες με­τα­φρα­στές, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἡ πη­γὴ ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­τλή­σα­με τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ κεί­με­να —με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ σκη­νο­θέ­τη Ντά­ρεν Ἀ­ρα­νόφ­σκι, τοῦ Πί­τερ Κά­ρεϋ, τῆς Τζό­ις Κά­ρολ Ὄ­ουτς— εἶ­ναι ἡ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α μὲ τί­τλο 110 Stories. New York Writes after September 11 μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Urlich Baer, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2002 ἀ­πὸ τὸ New York University Press. Ἐ­πί­σης ἔ­χου­με συμ­πε­ρι­λά­βει κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ εἶ­χε δη­μο­σι­εύ­σει ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα Guardian στὰ δε­κά­χρο­να τῆς ἐ­πί­θε­σης, τὸ 2011. Ἡ με­τα­φρα­στι­κὴ πα­λέ­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος πέ­ραν τῆς ἀγ­γλι­κῆς γλώσ­σας εἶ­ναι ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μὲ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς δι­ή­γη­μα τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ Ρώ­σου συγ­γρα­φέ­α Βλαν­τι­μὶρ Βλαν­τμέ­λι, μὲ ἕ­να του γνω­στοῦ πο­λυ­με­τα­φρα­σμέ­νου σύγ­χρο­νου Βούλ­γα­ρου συγ­γρα­φέ­α Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νωφ, με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν συ­νερ­γά­τη μας Σπύ­ρο Παπ­πᾶ —ποὺ εἶ­χε καὶ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ σχε­τι­κὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα—, κα­θὼς καὶ μὲ ἕ­ξι ἰ­σπα­νό­φω­να δι­η­γή­μα­τα (ἀ­πὸ Ἰσπα­νί­α, Μα­ρό­κο, Ἀρ­γεν­τι­νή, Με­ξι­κὸ καὶ Που­έρ­το Ρί­κο), ποὺ κά­νουν τὴν πρώ­τη τους ἐμ­φά­νι­ση στὸν ἔν­τυ­πο κό­σμο μὲ τὸν τό­μο αὐ­τό.

       Αὐ­τὴ ἡ συ­να­γω­γὴ δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς χῶ­ρες καὶ γλῶσ­σες μᾶς δί­νει ἀρ­κε­τὰ πλού­σια εἰ­κό­να γιὰ τὸν ἀν­τί­κτυ­πο ποὺ εἶ­χε δι­ε­θνῶς τὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ γε­γο­νὸς τῆς 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου. Ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα, σὲ κά­θε θε­μα­τι­κὴ συ­νά­θροι­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων πάν­τα ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον ἡ ποι­κι­λί­α τῶν προ­σεγ­γί­σε­ων κα­θὼς καὶ οἱ συγ­κλί­σεις/συμ­πτώ­σεις ὅ­που καὶ ἂν ὑ­πάρ­χουν. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, στὸν πα­ρόν­τα τό­μο ἀν­θο­λο­γοῦν­ται δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν ἔν­νοι­ες καὶ ὅ­ρους τοῦ σκα­κιοῦ: ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης μὲ τὸ «Ρο­κέ» του – εἰ­δι­κὴ κί­νη­ση στὸ σκά­κι ὅ­που συμ­με­τέ­χουν ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο πύρ­γους, ἡ Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου μὲ τὸ «Σάχ», ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της μὲ τὸν ὅ­ρο «Γκαμ­πί» – θυ­σιά­ζεις κά­τι ση­μαν­τι­κὸ γιὰ νὰ πε­τύ­χεις μα­κρο­πρό­θε­σμα «Μάτ»· ἢ ἀλ­λοῦ, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Γιά­ννη Εὐ­στα­θιά­δη καὶ τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς Στρα­τη­γο­πού­λου ὅ­που ἡ ἔν­νοι­α τῆς πτώ­σης στὸ κε­νὸ προ­σεγ­γί­ζε­ται μὲ μου­σι­κοὺς ὅ­ρους. Ὁ Βα­σί­λης Κα­ρα­γιά­ννης καὶ ὁ Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, πά­λι, ἐ­πι­ση­μαί­νουν τὴν εἰ­ρω­νι­κὴ σύμ­πτω­ση τοῦ ἑ­ορ­τα­σμοῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Δι­δύ­μου τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πτώ­σης τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων! Ἐ­νῶ τὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς Μα­ρί­ας Κου­γι­ουμ­τζῆ, τῆς Ἰ­ω­άν­νας Ἀμ­πα­τζῆ, καὶ τοῦ Γι­ώρ­γου Λυ­κο­τρα­φί­τη πι­ά­νον­τας τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ νή­μα­τος καὶ δί­νον­τας φω­νὴ στὸν τρο­μο­κρά­τη, φω­τί­ζουν τὴν ἀ­πέν­ταν­τι πλευ­ρά. Ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει, στὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Νί­κου Κα­τσα­λί­δα καὶ τοῦ Νί­κου Νι­κο­λά­ου-Χα­τζη­μι­χα­ήλ, ὡς συμ­βο­λι­κὸς τό­πος καὶ τὸ γρα­φι­κὸ ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, ποὺ βρι­σκό­ταν στὴ βά­ση τῶν Πύρ­γων καὶ κα­τα­στρά­φη­κε ὁ­λο­σχε­ρῶς. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ Σι­δη­ρᾶ, ἡ Χρυ­σο­ξέ­νη Προ­κο­πά­κη καὶ ὁ Δη­μή­τρης Τού­λιος λει­τουρ­γών­τας ἀν­τι­στι­κτι­κὰ συν­δέ­ουν ὑ­παρ­ξια­κὰ τὴν πτώ­ση τῶν Δι­δύ­μων μὲ τὸν το­κε­τὸ καὶ νέ­α ζω­ή. Τέ­λος, ὁ Δη­μή­τρης Φύσ­σας πα­ρα­θέ­τει τὶς δύ­ο ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες ἐκ­δο­χὲς τοῦ ἴ­διου γε­γο­νό­τος ταυ­τό­χρο­να, ἐ­πι­λέ­γον­τας νὰ φα­νεῖ αὐ­τὸ καὶ ὡς εἰ­κό­να μέ­σῳ τῆς δι­α­μόρ­φω­σης τοῦ κει­μέ­νου του σὲ ὁ­ρι­ζόν­τια δι­ά­τα­ξη καὶ χω­ρί­ζον­τάς το στὸ πρῶ­το μέ­ρος στὴ μέ­ση.


Ὁ Ντὸν Ντε­Λίλ­λο στὸ βι­βλί­ο του Ἄν­θρω­πος σὲ πτώ­ση —ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2010 ἀ­πὸ τὸ Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἔ­φης Φρυ­δᾶ—, καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πλέ­ον συ­ζη­τη­μέ­νη μέ­χρι στιγ­μῆς σχε­τι­κὴ συγ­γρα­φι­κὴ κα­τά­θε­ση, προ­σεγ­γί­ζει τὸ θέ­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν δια­ρκῆ ὑ­παρ­ξια­κὸ καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἀ­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ τῶν ἡ­ρώ­ων του ποὺ μοιά­ζει νὰ ἔ­χουν χά­σει τὰ σα­φῆ γνω­στά τους πε­ρι­γράμ­μα­τα καὶ ἐ­πι­χει­ροῦν δια­ρκῶς νὰ ξα­να­ταυ­τι­στοῦν μὲ αὐ­τά. Ἐν­δι­α­μέ­σως ὅ­μως ἐ­ναλ­λάσ­σει τὶς ἐν­δό­μυ­χες σκέ­ψεις ἢ τοὺς δι­α­λό­γους τῶν χα­ρα­κτή­ρων πα­ρεμ­βάλ­λον­τας κά­θε τό­σο σπα­ρα­κτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ φι­λο­ξε­νοῦ­με ὡς ἐ­πι­γρα­φὴ στὴν ἀρ­χὴ τοῦ πα­ρόν­τος εἰ­σα­γω­γι­κοῦ ση­μει­ώ­μα­τος, ποὺ λει­τουρ­γοῦν σὰν ἐ­νι­σχυ­τὲς τῆς χα­μη­λό­φω­νης ἀ­φή­γη­σής του καὶ σὰν νέ­α φίλ­τρα ἀν­τί­λη­ψης καὶ θέ­α­σης τοῦ κό­σμου. Ἡ τρο­μα­κτι­κὴ δύ­να­μη τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης πε­ρι­γρα­φῆς εἶ­ναι τέ­τοι­ας ὑ­φῆς ποὺ τε­λι­κὰ με­τα­τρέ­πε­ται σὲ δύ­να­μη με­τα­μορ­φω­τι­κή των συ­νει­δή­σε­ων ποὺ τὴν δι­α­βά­ζουν.

       Μὲ πα­ρό­μοι­α πρό­θε­ση καὶ ἐλ­πί­δα ἐ­πι­χει­ρή­σα­με τὸ ἀ­νὰ χεί­ρας ἀ­φι­έ­ρω­μα ἐλ­πί­ζον­τας στὴ με­τα­μορ­φω­τι­κή του δρά­ση. Ὅ­πως τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ «ὀρ­γα­νι­κὰ θραύ­σμα­τα» τῆς σάρ­κας καὶ τῶν ὀ­στῶν τοῦ βομ­βι­στῆ κα­τὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις τῶν τρο­μο­κρα­τι­κῶν ἐ­πι­θέ­σε­ων σφη­νώ­νον­ται, κά­πο­τε γιὰ πάν­τα, στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων βρί­σκον­ται σὲ ἀ­κτί­να βο­λῆς, συγ­χω­νεύ­ον­τας δρά­στη καὶ θύ­μα σὲ μιὰ νέ­α ἔμ­βια μνή­μη τοῦ τρα­γι­κοῦ συμ­βάν­τος, ἔ­τσι καὶ τὰ μι­κρο­κεί­με­να τοῦ τό­μου κα­θὼς ἔρ­χον­ται νὰ ἐν­σφη­νω­θοῦν μὲ τὸν δρα­στι­κό τους τρό­πο καὶ λό­γο στὸ σῶ­μα τῆς ἴ­διας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­ναι­ρών­τας ἐ­ρέ­θι­σμα καὶ ἀ­πό­κρι­ση σὲ ἕ­να, ἀ­ξι­ώ­νουν τὴν δι­κή τους νέ­α καὶ μο­να­δι­κὴ κά­θε φο­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τα­νό­η­ση καὶ μνή­μη τῆς με­γά­λης ἱ­στο­ρι­κῆς τρα­γω­δί­ας, ποὺ σκιά­ζει καὶ θὰ σκιά­ζει τὶς μέ­ρες μας.



Πη­γή: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης – Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου – Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (ἐ­πι­μέ­λεια), 83 Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν. Ἀν­θο­λο­γί­α (ἐκδ. Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να, 2017, σελ. 288), «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα», σσ. 11-16.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἀ­σφα­λὴς πό­λη (δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14, Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο στὰ ἑλ­λη­νι­κά, ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Ἐ­πί­σης δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Σταγ­κου­ρά­κη, Ἕ­λε­να (Χα­νιά, 1984). Με­τά­φρα­ση. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ καὶ πρὸς τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά, τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα ὡς ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν (MPI) στὴν Ἑλ­λά­δα, δι­ορ­γα­νώ­νον­τας τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὸ ἐ­τή­σιο δι­ε­θνὲς φε­στι­βὰλ «Κραυ­γὴ γυ­ναι­κῶν» («Grito de Mujer»). Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ Νέ­ου Πλα­νό­διου. Ἔ­χει ἀν­θο­λο­γή­σει καὶ με­τα­φρά­σει τὴν ποί­η­ση τῆς Οὐ­ρου­γουα­νῆς ποι­ή­τριας Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο στὸ βι­βλί­ο Τὸ ἄν­θος τῆς στά­χτης (Gutenberg, 2015).



		

	

Τζένιφερ Μπέρμαν (Jenifer Berman): Πρόλογος: Τὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο

fos1400104-960x671


Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman)


Πρό­λο­γος: Τὸ Κα­τὰ Ἰ­ω­άν­νην Εὐ­αγ­γέ­λιο


02-TaphΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ ΦΩΣ ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­θω­ριά­ζει καὶ ὅ­ταν ἐ­κεί­νη μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει ἔκ­πλη­ξη. Κα­θὼς τὸ δι­α­σχί­ζει περ­πα­τώντας στὸ πά­τω­μα μὲ τὶς πλα­τι­ὲς σα­νί­δες τὸν βλέ­πει νὰ κά­θε­ται στη­τὸς στὸ κρε­βά­τι. Τὸ ση­μά­δι ἀ­πὸ τὶς τρί­χες του ἔ­χει ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ πά­νω στὰ φρε­σκο­σι­δε­ρω­μέ­να σεν­τό­νια καὶ κα­θὼς ἐ­κεί­νη προ­χω­ρά­ει πρὸς τὸ μέ­ρος του τὰ βή­μα­τά της γί­νον­ται κο­φτὰ καὶ δι­στα­κτι­κά. Δὲν ἔ­χει ξα­να­δεῖ πο­τὲ κά­ποι­ον νε­κρό. Οὔ­τε νε­ο­γέν­νη­το ἔ­χει ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ στὸ στρε­βλὸ φῶς τοῦ λυ­κό­φω­τος αὐ­τὴ ἡ μά­ζα ἀ­πὸ μύ­ες, αἷ­μα καὶ κό­κα­λα μοιά­ζει μὲ που­λά­ρι ποὺ μό­λις ἔ­χει βγεῖ ἀ­πὸ τὸν ἀ­μνια­κὸ σά­κο τῆς μη­τέ­ρας του.

        Ὅ­ταν φτά­νει στὸ κρε­βά­τι, τὸν σκουν­τά­ει ἐ­λα­φρά. Μα­ζεύ­ει τὸ δά­χτυ­λό της, κα­θὼς τὴ φό­βι­σε τὸ δέρ­μα του, ἐ­νῶ τῆς φαί­νε­ται πὼς εἶ­ναι νε­κρὸς ἐ­δῶ καὶ ἀρ­κε­τὸ και­ρό. Τὰ μά­τια του εἶ­ναι ἄ­ψυ­χα καὶ γκρί­ζα. Ἔ­χουν τὸ χρῶ­μα μιᾶς χι­ο­νο­θύ­ελ­λας καὶ κοι­τά­ζουν τὸ τα­βά­νι, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α ἔ­χει προ­κα­λέ­σει τὸ ξε­φλού­δι­σμα τῆς μπο­γιᾶς. Ἀ­κο­λου­θεῖ τὴ μα­τιά του. Ψη­λὰ μέ­σα στὰ σύν­νε­φα ὅ­που γεν­νι­έ­ται μιὰ κα­ται­γί­δα, ἐ­νῶ τὸ στό­μα του ἔ­χει ἀ­νοί­ξει λὲς καὶ πρό­κει­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει μιὰ πο­λὺ σύν­το­μη ἐ­ρώ­τη­ση. Ἡ ἀ­νά­σα του μυ­ρί­ζει μέν­τα. Εἶ­ναι μιὰ κα­θα­ρή, κα­θη­συ­χα­στι­κὴ μυ­ρω­διά, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἀ­πό­ψεις ὁ θά­να­τος τὸν ἔ­χει κά­νει νὰ μοιά­ζει μὲ ἄ­γνω­στο: τὰ πα­χιά του μά­γου­λα καὶ τὰ μυ­τε­ρὰ αὐ­τιά του, τὰ πλα­τιὰ δά­χτυ­λά του, σχε­δὸν σὰν τῆς πά­πιας, τὰ νύ­χια του με­λα­νι­α­σμέ­να στὸ χρῶ­μα τοῦ δα­μά­σκη­νου.

        Τὸ στο­μά­χι της γουρ­γου­ρί­ζει δυ­να­τά. Πλη­σιά­ζει ἡ κα­ται­γί­δα. Τὴ βλέ­πει στὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὰ ἄ­μορ­φα σύν­νε­φά της καὶ τὴ δυ­σοί­ω­νη ἀ­νη­συ­χί­α τῆς βα­θιᾶς ἀ­νά­σας της. Ὁ οὐ­ρα­νὸς βα­στά­ει τὰ βά­σα­να ὅ­λου τοῦ κό­σμου, ὅ­λο το χυ­μέ­νο αἷ­μα καὶ τὴν πλη­γω­μέ­νη κού­ρα­σή του. Καὶ βλέ­πει τοὺς στρα­τι­ῶ­τες νὰ κρα­τᾶ­νε σφι­χτὰ στὰ χέ­ρια τους τὶς ψυ­χές τους, νὰ σκί­ζουν τὰ δι­α­κρι­τι­κά τους καὶ νὰ βογ­γᾶ­νε μπρο­στὰ στὶς νο­σο­κό­μες τους ζη­τών­τας λί­γη ἀ­να­κού­φι­ση. Καὶ ἀ­κού­ει καὶ αὐ­τές, τὶς νο­σο­κό­μες, μὲ τὶς λε­πτὲς καὶ ψυ­χρὲς φω­νές τους, κα­θὼς χτυ­πᾶ­νε τὸ κρύ­ο δέρ­μα γιὰ νὰ βροῦν μιὰ φλέ­βα. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας οὐ­ρα­νὸς ποὺ βα­στά­ει ὅ­λη τὴν κού­ρα­ση τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι μου­δι­α­σμέ­νος καὶ κε­νός. Σὲ δι­α­περ­νά­ει σὰν ἠ­χώ.

        Για­τί αὐ­τό, πι­στεύ­ει ἐ­κεί­νη, πὼς εἶ­ναι αὐ­τὸς τώ­ρα. Μιὰ ἄ­δεια ἀν­τή­χη­ση, ἕ­να σύ­νο­λο μο­ρί­ων μό­νο, ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται μέ­σα στὸν χρό­νο. Κά­πο­τε ἦ­ταν ἄν­τρας καὶ τώ­ρα εἶ­ναι ἕ­να ποί­μνιο ποὺ ἔ­χει χά­σει τοὺς πι­στούς του. Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἀν­τι­κεί­με­να, φυ­σι­κά: μιὰ βέ­ρα, ἕ­να ρο­λό­ι τσέ­πης, ἕ­να ἐ­πι­με­λῶς φρον­τι­σμέ­νο σὲτ βουρ­τσί­σμα­τος δον­τι­ῶν. Ὅ­μως, μέ­σα στὴν ἀ­χνὴ πά­χνη, αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἔ­χουν ἐ­λά­χι­στη ση­μα­σί­α. Κά­πο­τε ἴ­σως κα­θό­ρι­ζαν τὴ ζω­ὴ κά­ποι­ου, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἁ­πλῶς αἰ­ω­ροῦν­ται δί­χως νό­η­μα. Χω­ρὶς τὸ ὑ­πό­βα­θρο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, χω­ρὶς κά­ποι­α ἀ­φή­γη­ση, μιὰ ἱ­στο­ρί­α, αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να πε­ρί­γραμ­μα μό­νο. Ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τὴ ξε­χνά­ει καὶ χω­ρὶς τὰ κα­τάλ­λη­λα ἔγ­γρα­φα εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ γί­νει ἕ­να παι­δι­κὸ παι­χνί­δι τη­λε­φώ­νου, ἕ­να μέ­σο δι­α­σκέ­δα­σης σὲ πάρ­τι γε­νε­θλί­ων, ποὺ χω­ρὶς τὴν πα­ρου­σί­α κά­ποι­ου γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει δὲν ἔ­χει κα­νέ­να νό­η­μα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Α­πό τον τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).

Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.

 

Τζέ­νι­φερ Μπέρ­μαν (Jenifer Berman). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἑρ­μη­νεύ­τρια νο­η­μα­τι­κῆς γλώσ­σας. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

Μύριελ Ρουκάιζερ (Muriel Rukeyser): Μύθος


Rukeyser,Muriel-Myth-Eikona-01


Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser)


Μύ­θος

(Myth)


02-PiΟΛΥ ΚΑΙΡΟ με­τά, ὁ Οἰ­δί­πο­δας, γέ­ρος καὶ τυ­φλός, περ­πα­τοῦ­σε στοὺς δρό­μους. Κι ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κεί­α μυ­ρω­διά. Ἦ­ταν ἡ Σφίγ­γα.

       «Θέ­λω νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Για­τί δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ μη­τέ­ρα μου;» εἶ­πε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ἔ­δω­σες λά­θος ἀ­πάν­τη­ση», εἶ­πε ἡ Σφίγ­γα.

        «Μὰ αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα ἐ­φι­κτά», ἀν­τα­πάν­τη­σε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­ταν ρώ­τη­σα: Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ περ­πα­τά­ει στὰ τέσ­σε­ρα τὸ πρω­ί, στὰ δύ­ο τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ στὰ τρί­α το βρά­δυ, ἐ­σὺ ἀ­πάν­τη­σες: ὁ Ἄν­θρω­πος. Δὲν εἶ­πες τί­πο­τα γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες.»

       «Ὅ­ταν λὲς ὁ Ἄν­θρω­πος», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Οἰ­δί­πο­δας, «συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νεις καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­λοι τὸ γνω­ρί­ζουν αὐ­τό.»

       Κι ἐ­κεί­νη εἶ­πε, «Ἔ­τσι νο­μί­ζεις ἐ­σύ».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Breaking Open (Random House, USA, 1973).

Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser ) (15 Δε­κεμ­βρί­ου 1913–12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1980). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια καὶ πο­λι­τι­κὴ ἀ­κτι­βί­στρια, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὴ γιὰ τὰ ποι­ή­μα­τά της μὲ θέ­μα τὴν ἰ­σό­τη­τα, τὸν φε­μι­νι­σμό, τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὸν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό. Ἔ­χει γρά­ψει πολ­λὲς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, κα­θὼς καὶ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἡ πιὸ γνω­στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της τι­τλο­φο­ρεῖ­ται Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Νε­κρῶν (1938) καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἐρ­γα­τι­κὴ τρα­γω­δί­α, ὅ­που ἑ­κα­τον­τά­δες ἐρ­γά­τες ὀ­ρυ­χεί­ων πέ­θα­ναν ἀ­πὸ σι­λί­κω­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Με­τά­φρα­ση στὴν Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νο­ς (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Εὔθραστο ὅριο (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2014), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­τω­ν Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (ἐκ­δ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

Εἰκόνα: Antoni Stanislaw Brodowski, Oedipus and Antigone, 1828.



		

	

Andreas Karkavitsas: The Gorgon

.

KarkabitsasAndreas-IGorgona-Eikona-01

.

Andreas Karkavitsas

 

The Gorgon

 

02-Iota WAS SAILING amidst sea with the brig of captain Farasis that night. What an exquisite night! The first and last, I think, in my life. What did we have loaded in the hold? What else but wheat. Where were we going? Where else but the port of Piraeus. These two things, I had already done at least twenty times. That very night, though, I was feeling such a burden on my soul, that I thought I was going to faint. I didn’t know what was wrong with me; perhaps it was the serene seas, perhaps the unclouded sky, perhaps the biting sun; I could not tell. But my soul was so heavy and I found life so pointless, that if someone grabbed me and threw me in the water, I wouldn’t say no.

      The sun had already set now. The gold and crimson little clouds, accompanying the sunset, were stopped on their tracks and turned black, like the big black-rust. The evening star looked as shiny as the crystal snow in the dark. The constellations appeared high up in the sky one by one. The waters had acquired that dark white colour, the cold but desirable of the steel. The young sailor turned the lanterns on; the captain went downstairs to sleep; Bulberis sat on the wheel. Brahamis, our dog, crawled up at the base of capstan to get some sleep.

      I couldn’t rest at all. Neither sleep nor stay awake. I tried to make small talk with the helmsman; but the talk was so tasteless, that it was extinguished like fire lit with green wood. I tried to play with Brahamis; but the dog stuck its muzzle between its feet even more and it growled as if it was bored, as if it was saying: Leave me alone! I don’t want your games! Then, bored as I was myself, I went and lay with my face down in the middle of the deck and covered my eyes with my hand. I wanted to see nothing, to lose the feeling of life. And gradually I succeeded. I felt a spark of life inside me, like a dim lampion and my body started becoming one and get embedded in the lifeless wooden boards of the deck.

     I do not know how long I stayed in this position. I cannot remember whether I had any thoughts. All of a sudden, though, I started shivering; as if some kind of magnet was stimulating my nerves, like the humidity which forces the birds into twittering. And immediately a crimson wave poured all over me. I thought I was drowning in blood. And as the sleeping man in a dark room immediately awakes in the bright light of day, I too opened my eyes. I opened or closed them, I can’t remember. I only remember that I stayed still. My first thought was that I had woken up in the belly of a fish, which swallowed our boat. But it wasn’t a fish. The sky was still above and the sea below. Everything, though, above and below were covered with a bright red wavy garment, painting with a pleasant light even the kelson of our boat. Somewhere at the edge of the world, a fire was exploding its heat high up in the sky and was spreading its horrible crying around. But, where was the crying and where was its smoke? Both were missing.

      In the depths of northern wind, an amaranthine cloud reached and covered the stars in light blue colour and hidden them inside its thick head cover. And an arch spread white and yellow and poured dark and green rivers amidst the sky, and also golden red and blue, as if it wanted to paint the firmament. The arch, moving like a windblown curtain, was blowing the fringes forward, spreading its gossamery lace and proceeding, just like the flood proceeds and covers a sandy beach with foam and tongues of water. The airy rivers were running fast, swelling and flowing always dark or green, golden red or blue, glowing like electricity in fat and unexpended rays. The sea was still, reflecting all those colours that looked surprised within the bright glow. But I myself was more surprised. I did not know what to do and what to think. It is the end of the world, I said to myself. Such an end, though, could satisfy everyone. The Earth is willing to die in the rosy waves!

      I was suddenly startled. Deep down, from within the violet-coloured cloud, I saw a gigantic shadow appearing. A big body and the towering head looked like the Holy Mountain. Its two eyes were throwing bright circles and gazed proudly at the World before they kick it into doom. There he is, I said, the God-sent angel, the destroyer and saviour! I was watching him and my soul was trembling. I was anticipating the terrible blow to fall like a hammer on the world. There goes the Earth with its fruit, there also goes the sea with its wood! No more songs, no more travels, no more kisses!

      But I did not hear the blow. The shadow was walking the waters with fiery leaps. And the faster it walked, the smaller its body got. And suddenly the terrible huge body was turned into a woman of immense beauty standing before me. She was wearing a diamond crown on her head and her lush hair was falling blue on her back and touching the waves. The wide forehead, the almond shaped eyes, the coral lips were sending forth an immortality glow and a regal pride. From her crystal neck a golden scaly armour was hung and in her left hand she was holding a shield and in her right, a Macedonian sarisa spear.

       I had not recovered from my scare and I heard a voice sweet, soft and calm asking:

       — Sailor, oh good sailor, is King Alexander alive?

      King Alexander! I whispered even more surprised. How is it possible for king Alexander to be alive? I didn’t know what kind of question it was and what to reply, when the voice asked again:

       — Sailor, oh good sailor, is King Alexander alive?

      — Now, my lady! I replied without even thinking. Now, King Alexander! Not even the soil that covered him is on this earth anymore.

        Alas! What disaster befell upon me!

       .

      The gorgeous woman turned immediately into an abomination. A cyclops emerged from the water showing its scaly half body. The silky hair turned into live snakes, which rose in the air, stuck out their tongues and their poisonous stings and started hissing terribly. The armoured chest and the virgin face changed right away and she looked like the One-breast monster woman from the fairy tale. Now I realized who was standing before me! It was the Great Ripper of the Earth, the destroyer and saviour angel. It was the Gorgon, Alexander’s sister, who stole the water of immortality and was scouring the seas alive and almighty. She was the Glory of the great conqueror and emperor, untouched by time and eternal in both land and sea. And only for her coming, did the Pole poured its glow, so as to fill her ether with colour purple. She wasn’t of course asking about the mortal body, but about the memory of her master. And now, in my uninformed reply she furiously darted a bushy and heavy hand on the railing, she waved her tail and showed the ocean.

      .

       — No, my lady, I lied! I cried with shaking knees.

       She gave me a stern look and she asked again with a shaky voice:

       — Sailor, oh good sailor, is King Alexander alive?

       — He lives, he is lord, and dominates the whole world.

.

       She heard my kind words. As if my voice became the water of immortality and poured through her veins, she was immediately transformed into a gorgeous virgin. She raised her lily white hand from the railing and smiled, spreading rose petals through her lips. And suddenly in the purple air a war song started booming, as if the Macedonian army was returning from the lands of the Ganges and the Euphrates river.

       I lifted my eyes and I saw the airy rivers, the dark and green, the golden red and blue, meet high up in the sky and form a gigantic crown. Was it a weather phenomenon or was it a reply to the question of the immortal? Who knows? But slowly the rays started dimming and fade away one after another, as if the Gorgon was taking their beauty into the abyss with her.

        Now, neither crown nor arch could be seen anywhere. Some scattered clouds only, ash grey and pale, and inside my soul, dim and faded, the blood red of my homeland.

       I was sailing amidst sea with the brig of captain Farasis that night.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Source: From the short story collection Words from the Bow, Nefeli editions, 1991. 1st edition: Athens, 1899.

Andreas Karkavitsas (Lechaina 1865-Marousi 1922). Fiction and travel writer. He studied in the Medical School of the university of Athens and served as a military doctor. He was one of the pioneers of ethography. His first book was titled Short Stories (Athens, 1892). Other works: The Lissom Girl (1896), The Beggar (1897), Old loves (1900), The Archaeologist (1904).

 

Translated from the greek by

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He holds a Ph.D. in Contemporary American Poetry. He currently teaches at the Hellenic American University in Athens.

 

E.H. Gonatas: The Cows

.

Gonatas,E.Ch.-OiAgelades-Eikona-01

.

E.H. Gonatas

 

The Cows

 

01-W-Century_Mag_Illuminated_W_BarbizonE ARE SITTING at an outdoors cafe: five or six chairs scattered on the bank of a small river and further down, under a plane tree, a cabin covered with vines, and a sign that reads “The educated Spider.” We are drinking our ouzo watching the trouts leap in pairs out of the water, which foams like a white garland around their shiny heads. We enjoy the serene beauty of the scenery without uttering a single word.

         Only a few minutes pass by and three loud explosions one after the other make the glasses on the tables shake and deafen me. I snap out of my reverie leaping from the chair. Far away, in a farm, the sound of glass windows breaking is heard; voices and swearing idealised by the distance disturb the silence for a while. Then silence again. The others around me – local men – remain calm, as if they heard nothing at all, and they continue to sip their ouzo, wiping the drops lingering on their mustaches with their hands. Above their hair fly big evening mosquitoes. I can’t sit quiet and turn to the one sitting next to me. He is wearing purple robes.

         “Father,” I ask, “what’s going on? Did you hear the cannon shots?”

         The priest was struggling to push a chicken, that kept popping its head out, up his wide sleeve with his fat fingers. Without looking at me, he says:

         “God, my son, is punishing the miser cowmen.”

         Then, seeing that the bird calmed down and stopped popping in and out of his sleeve, he stands up and beckons me to follow him. The others don’t even notice us. We go past the backyard of the cafe, through a fence covered with vegetable marrows full of orange flowers, in the size of big brass trumpets, and we enter a vast field with many basins. You can hear animals snorting. We go from basin to basin. They are all deep and waterless, and brown cows are gadding on their bottom. They stoop every once in a while above the manger and start masticating. Their bellies are enormous and they pop out of their bodies perfectly round and swollen.

         “Look carefully at those over there, now that they are fanning their tail to drive flies away,” my companion tells me.

         I look and see a big white bung shoved well inside their asses. Straps tied under their legs and bellies and tightened around their back, hold the bung in place, making it impossible for the animal to get rid of it.

         “Using this method,” he explains, “which prevents cows from discarding from their bodies the unwanted residues of food, the cowmen believe they will succeed in fattening them faster. They won’t leave a single barleycorn undigested. “It is also weighed on the merchant’s scales and we paid for it,” they say, “it wasn’t a gift!”

         “And the animals never relieve themselves?” I ask, looking at the cows with pity, while they are picking with their huge lips some long weeds growing in patches on the wall of the basin.

         “Why yes! Every twenty five days when they unstrap the belts. I have seen many of them lasting longer. But there are others that even on the fifth day they become seriously ill; their belly starts swelling, it balloons within a few minutes and if the cowmen do not haste, they burst suddenly and their pieces scatter into the air with terrible noise, like bombshells.”

         At that very moment, we heard footsteps. Two unshaved men with dirty short aprons hanging above their knees, are approaching the basin. They are cowmen.

         “We don’t want them to see us,” the priest whispers to me. “You are a stranger in these parts and they might think that I brought you here on purpose to steal their method.”

         We quickly hide behind the terrace. The cowmen climb down the steps and enter the basin. One of them, holding a measuring tape, goes from cow to cow and measures the perimeter of their belly. The other one, in the dim light of a lantern, scribbles the measurements in a notepad.

         “They are panicking,” the priest whispers again. “Including today’s three, the count of the lethal cases reached number eleven this month. There is a God above and He sees. They are very worried, so they became careful. They are now checking upon their herd more often to see if the belly of the cows has reached past endurance level.”

         When they finished measuring, the cowmen climbed up and headed to another basin. Then, we come out of our hiding place and return following the same road with our heads full of thoughts but remaining speechless.

         At the very edge of the field, there shines a windowless hut, made of tin cans. Instead of a door, there is a round opening. Two more cowmen, with the same unshaved faces, but wearing aprons that reach down their heels, bend over a long wooden bench, where pieces of bloody skin are spread. They clean them up with big knives.

         “More slowly,” the priest says. “They are the ones that lost three animals this afternoon. They are counting the damage and seething with anger. In a while, when the moon rises, they will take the remains of the animals outside the cabin and bury them. They don’t want anyone to see them. When they get angry, they can become really mean.”

         We tiptoe away like ghosts. Crossing the edge of the field, I am beginning to see the river again. Big leaves travel slowly on the water. In the engulfing silence, we hear only the mosquitoes’ wings and our steps that crack twigs and branches as we walk.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Source: From the short story collection The Cows, “Texts”. Athens 1980, 1st edition. Proti Ili editions, Athens, November 1963.

E.H. Gonatas (Athens 1924-2006). He studied Law and he is a poet and essay writer of the post war generation. He was mainly known as “a writer of the paradox.” He made his first appearance in Greek letters with the short story, titled “The traveller” (1945). His last book was the Three nickels (short stories, Stigmi editions, 2006). In 1994 he received the National Translation Prize.

Translated from the greek by

Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He studied English Language and Literature. He currently teaches at the University of Peloponnese in Kalamata.

.