Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Σπουδαῖες σκέ­ψεις σὲ λίγες λέ­ξεις!



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Σπουδαῖες σκέ­ψεις σὲ λίγες λέ­ξεις!

(Great Thoughts, Few Words!)


Μιὰ συνέντευξη τοὺ Τὶμ Τόμλινσον στὸν Βασίλη Μανουσάκη

γιὰ τὸ ἱστολόγιον Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάϊ

 

Τί εἶ­ναι δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πή;


«Ἀστρα­πὴ» εἶ­ναι ἕνας ἐπι­νο­η­μέ­νος ὅρος γιὰ μιὰ νε­φε­λώ­δη μορ­φή. Ἄν θυ­μᾶ­μαι κα­λά, «ξαφ­νι­κὸ δι­ή­γη­μα» ἦταν ὁ ὅρος ποὺ χρη­σι­μο­ποιοῦν­ταν, ὅταν πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε ἡ ἀνάγ­κη γιὰ κα­τη­γο­ριο­ποί­η­ση τῆς νέ­ας φόρ­μας. Ἀλ­λὰ φυ­σι­κὰ τὸ «δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πή» —μὲ ἄλ­λα ὀνό­μα­τα, ἢ κα­νέ­να ὄνο­μα— ἀνά­γε­ται στὴ Γερ­τρού­δη Στάϊν καὶ τὸν Κάφ­κα, τὸν Μπον­τλέρ, τὸν Πόε καὶ ἀκό­μα πιὸ πί­σω.

       Σή­με­ρα, εἶ­ναι ὁ ὅρος ποὺ χρη­σι­μο­ποιοῦ­με γιὰ πρό­ζα ὁρι­σμέ­νης ἔκτα­σης. Κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀπὸ τρια­κό­σιες λέ­ξεις, ἢ καὶ πεν­τα­κό­σιες – τὸ ὅριο λέ­ξε­ων δια­φέ­ρει ἀπὸ χῶ­ρο δη­μο­σί­ευ­σης σὲ χῶ­ρο δη­μο­σί­ευ­σης, καὶ κά­τω ἀπὸ χί­λιες λέ­ξεις ἢ χί­λιες πεν­τα­κό­σιες, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πο­τὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἀπὸ δύο χι­λιά­δες λέ­ξεις, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι ἐξαρ­τᾷ­ται ἀπὸ τὸν χῶ­ρο δη­μο­σί­ευ­σης. Με­ρι­κὲς ἱστο­ρί­ες στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ τῆς Λὶν Σά­ρον Σουάρτζ, Ἔκ­φρα­ση Ἀλή­θειας (Truthtelling), εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ με­γα­λύ­τε­ρες ἀπὸ δύο χι­λιά­δες λέ­ξεις, ἀλ­λὰ ἡ ἴδια ἡ συλ­λο­γὴ θε­ω­ρεῖ­ται κα­τὰ κά­ποιον τρό­πο δια­φο­ρε­τι­κὴ ἀπὸ μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ συμ­βα­τι­κὴ ἔκτα­ση.


Ποιό εἶ­ναι τὸ μέ­γε­θος ἑνὸς δι­η­γή­μα­τος-ἀστρα­πὴ ποὺ θὰ πρό­τει­νες σὲ κά­ποιον ποὺ θὰ ἤθε­λε νὰ ξε­κι­νή­σει νὰ γρά­φει;


Δὲν ξέ­ρω ἂν θὰ πρό­τει­να μέ­γε­θος. Ἴσως πρό­τει­να συγ­γρα­φεῖς —Ρό­μπερτ Γουόλ­σερ, Λίν­τια Ντέϊ­βις, Κέϊτ Ζαμ­πρί­νο—, καὶ θὰ πρό­τει­να καὶ τὴν ἐξά­σκη­ση τῆς συγ­γρα­φῆς. Γιὰ νὰ δοῦν τί θὰ προ­κύ­ψει. Καὶ φυ­σι­κὰ νὰ προ­σέ­χουν τίς ὁδη­γί­ες ποὺ δί­νουν οἱ χῶ­ροι δη­μο­σί­ευ­σης. Ὅπως εἶ­πα, οἱ ὁρι­σμοὶ ποι­κίλ­λουν καὶ δὲν θέ­λεις νὰ στεί­λεις μιὰ ἱστο­ρία χι­λί­ων πεν­τα­κο­σί­ων λέ­ξε­ων κά­που, ὅπου δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ ὁρί­ζε­ται αὐ­τὸ ποὺ ἔχει ὅριο λέ­ξε­ων κά­τω ἀπὸ ὀχτα­κό­σιες.


Για­τί «δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πή»;


Στὴν ποί­η­ση, ὁ φί­λος μας Ρά­βι Σαν­κὰρ μι­λά­ει γιὰ τὴν ἀπε­λευ­θε­ρω­τι­κὴ ἐπί­δρα­ση τῶν πε­ριο­ρι­σμῶν. Τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ εἶ­ναι ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ ἀπὸ αὐ­τὴν τὴν ἄπο­ψη. Ἀπαι­τεῖ ἀνε­λέη­τη οἰ­κο­νο­μία ἔκ­φρα­σης. Μπο­ρεῖς νὰ μά­θεις πολ­λὰ γιὰ μιὰ πρό­τα­ση, ὅταν ἀναγ­κα­στεῖς νὰ κό­ψεις, νὰ κό­ψεις, νὰ κό­ψεις.


Πῶς μπο­ρεῖ κά­ποιος νὰ μι­λά­ει γιὰ με­γα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα σὲ λι­γό­τε­ρες λέ­ξεις;


Μὲ μο­να­δι­κὴ ἀκρί­βεια, ὅπως βρί­σκου­με στὴ διά­ση­μη ἱστο­ρία ἕξι λέ­ξε­ων τοῦ Χέ­μιν­γουεϊ – ἡ ὁποία μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πιὸ εὐ­φυ­ὴς ἀπὸ ὅ,τι συγ­κι­νη­τι­κή. Ἀλ­λὰ μέ­νον­τας σὲ αὐ­τὸν γιὰ μιὰ στιγ­μή, ἱστο­ρί­ες ὅπως τὸ «A Clean Well-Lighted Place» ἢ τὸ «Hills Like White Elephants» εἶ­ναι ἐξαι­ρε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῆς δι­κῆς του θε­ω­ρί­ας τοῦ πα­γό­βου­νου ὅσον ἀφο­ρᾷ τὴν ἀφή­γη­ση ἱστο­ριῶν – ἐλά­χι­στες κο­ρυ­φές, ποὺ στη­ρί­ζον­ται πά­νω σὲ τε­ρά­στιες κα­τα­σκευὲς τίς ὁποῖ­ες ὁ ἀνα­γνώ­στης δὲν βλέ­πει πο­τέ. Ἄν οἱ κο­ρυ­φὲς εἶ­ναι κα­λὰ κα­τα­σκευα­σμέ­νες, θὰ ὑπο­δη­λώ­σουν με­γα­λύ­τε­ρα πράγ­μα­τα.

 

Στὴν Ἑλ­λά­δα, καὶ στὸ πε­ριο­δι­κὸ ὅπου θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ αὐ­τὴ ἡ συ­νέν­τευ­ξη, ὀνο­μά­σα­με τὰ δι­η­γή­μα­τα-ἀστρα­πή, Ἱστο­ρί­ες Μπον­ζάϊ. Μπο­ρεῖ κά­ποιος νὰ πε­ριο­ρί­σει τὴ συγ­γρα­φή τους καὶ πα­ράλ­λη­λα νὰ δη­μιουρ­γή­σει κά­τι ποὺ λει­τουρ­γεῖ ὡς ὅλον;


Ἄν κα­τα­νοῶ σω­στὰ τὴν ἐρώ­τη­ση, ναί. Σκέ­φτο­μαι πρό­σφα­τα βι­βλία τῆς Τζέ­νι Ὄφιλ ἢ τῆς Σά­ρα Μαν­γκοῦ­σο. Τὰ ἀπο­σπά­σμα­τα εἶ­ναι γιὰ τὰ βι­βλία ὅ,τι τὰ ἀστέ­ρια γιὰ τοὺς ἀστε­ρι­σμούς.


Εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ πο­λι­τι­σμι­κὴ ἀνάγ­κη;


Εἶ­ναι στὴ Νέα Ὑόρ­κη, καὶ ἴσως σὲ κά­θε πό­λη. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δι­κά μου, «Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις», ἕνας ἀγ­χω­μέ­νος ἀφη­γη­τὴς στὸ με­τρὸ ἔχει ἀνάγ­κη νὰ χω­ρέ­σει μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία στὸν χρό­νο ποὺ χρειά­ζε­ται νὰ φτά­σει ἀπὸ τὴ μία στά­ση στὴν ἄλ­λη. Τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει ἄνε­τα σὲ αὐ­τὰ τὰ χρο­νι­κὰ δια­στή­μα­τα (ἀκό­μα καὶ ἂν δὲν γί­νε­ται στὴ δι­κή μου ἱστο­ρία).


Μοι­ρά­σου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, μιὰ στιγ­μὴ ἢ στιγ­μὲς ἔμ­πνευ­σης.


Τὸ «Eerie Moan» τοῦ Ντιοὺκ Ἔλιν­γκτον μὲ μά­γε­ψε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω τί­πο­τε ἂν δὲν τὸ ἄκου­γα στὸ κε­φά­λι μου. Σκέ­φτη­κα πὼς ὁ μό­νος τρό­πος νὰ τὸ ξε­φορ­τω­θῶ ἦταν νὰ τὸ γρά­ψω. Τὸ ἀπο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι μία μο­να­δι­κὴ πρό­τα­ση 712 λέ­ξε­ων ποὺ ἀπο­τε­λεῖ τὸ δι­ή­γη­μα-ἀστρα­πὴ μὲ τὸν (πο­λὺ πρω­τό­τυ­πο) τί­τλο «Eerie Moan». Δὲν εἶ­χε τὸ προσ­δο­κώ­με­νο ἀπο­τέ­λε­σμα —ἀκό­μα ἀκούω το τρα­γού­δι στὸ κε­φά­λι μου— ἀλ­λὰ χαί­ρο­μαι γιὰ τὴν ἱστο­ρία.


Πε­ρί­γρα­ψε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, τὴν τε­χνι­κή σου ὅσον ἀφο­ρᾷ τίς μι­κρὲς αὐ­τὲς ἱστο­ρί­ες.


Πο­λὺ συ­χνά, ξε­κι­νᾶ­νε μὲ μία πρό­τα­ση. Ἔχω τὸ ὑλι­κὸ στὸ κε­φά­λι μου —τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες, τὸ σκη­νι­κό, ἴσως καὶ κά­να-δυὸ πε­ρι­στα­τι­κά— με­ρι­κὲς φο­ρὲς γιὰ ἑβδο­μά­δες, μῆ­νες ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ξε­κι­νᾶ­νε ὅταν, γιὰ ὁποιον­δή­πο­τε λό­γο, ἡ πρώ­τη πρό­τα­ση ξε­πη­δά­ει ἀπὸ τὸ κε­φά­λι μου. Συ­χνά, αὐ­τὲς οἱ πρῶ­τες προ­τά­σεις πη­γά­ζουν ἀπὸ κά­τι ποὺ δια­βά­ζω. Ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὁπου­δή­πο­τε καὶ μὲ ὁποιον­δή­πο­τε τρό­πο. Στὸ ντούς, στὸ στρω­μα­τά­κι τῆς γιόγ­κα, στὸ λε­ω­φο­ρεῖο. Ἔχω στι­λὸ καὶ μι­κρὰ ση­μειω­μα­τά­ρια μα­ζί μου παν­τοῦ.


Μιὰ ση­μεί­ω­ση γιὰ τοὺς μελ­λον­τι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς δι­η­γη­μά­των-ἀστρα­πή.


Σπουδαῖες σκέ­ψεις σὲ λίγες λέ­ξεις. Εἶ­ναι κα­λὴ ἐπο­χὴ γιὰ μι­κρὰ δείγ­μα­τα δου­λειᾶς – πολ­λοὶ χῶ­ροι δη­μο­σί­ευ­σης τὰ ἀνα­ζη­τοῦν.


Μιὰ ση­μεί­ω­ση γιὰ τοὺς ἀνα­γνῶ­στες τοῦ Πλα­νό­διου.


Χαί­ρο­μαι πο­λὺ ποὺ μα­θαί­νω ὅτι ἀνα­γνῶ­στες στὴν Ἀθή­να θὰ δια­βά­σουν τίς ἱστο­ρί­ες μου ἀπὸ τὴ Νέα Ὑόρ­κη. Ἐλ­πί­ζω μιὰ μέ­ρα νὰ μπο­ρέ­σω νὰ τίς δια­βά­σω ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐκεῖ.


(Μάϊος 2021)


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.

Κατηγορίες: Tomlinson Tim, Μανουσάκης Βασίλης, Ἀναφορές, Γιὰ τὸ Διήγημα.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἡ Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ἕ­να Κα­τού­ρη­μα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Πά­τι Σμὶθ Ρί­χνει ­να Κα­τού­ρη­μα

(Patti Smith Takes A Piss)


ΙΝΑΙ μιὰ κο­λα­σμέ­να ζε­στὴ νύ­χτα στὸ Σέν­τραλ Πὰρκ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Εἶ­σαι στρι­μωγ­μέ­νος σὲ ἕ­ναν συ­ναυ­λια­κὸ χῶ­ρο, ὁ ἥ­λιος δύ­ει, τὸ κοι­νὸ ἱ­δρώ­νει, τὸ ἄλ­μπουμ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, τὸ Some Girls τῶν Rolling Stones (ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού, ντοὺ-ντοὺ-ντοὺ-ντού, ντοὺ-ντὶ-ντού) παί­ζει δυ­να­τὰ στὰ με­γά­φω­να. Σὲ κά­θε κομ­μά­τι, ἐ­σὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι πό­τε στὸν δι­ά­ο­λο θὰ βγεῖ ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ ξε­κι­νή­σει τὴ συ­ναυ­λία, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να σκέ­φτε­σαι πὼς αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συ­ναυ­λί­α. Οἱ Stones δὲν εἶ­χαν ξα­να­κου­στεῖ πο­τὲ ἔ­τσι. Τό­σο δυ­να­τά. Τό­σο ση­μαν­τι­κοί. Ἀ­γά­πη κι ἐλ­πί­δα καὶ σὲξ κι ὄ­νει­ρα, τρα­γου­δά­ει ὁ Μὶκ Τζάγ­κερ, ἔ­χουν ση­μα­σί­α; Καὶ νά τη, βγαί­νει χο­ρο­πη­δών­τας στὴ σκη­νή. Μαῦ­ρες μπό­τες, μαῦ­ρο παν­τε­λό­νι, μαῦ­ρο μπου­φάν, μα­νί­κια ση­κω­μέ­να, τὰ χέ­ρια πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι, χο­ρο­πη­δά­ει καὶ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Γυ­ρί­ζει γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της στὸ κέν­τρο τῆς σκη­νῆς, ἁρ­πά­ζει τὸ μι­κρό­φω­νο – «αὐ­τὴ ἡ πό­λη», φω­νά­ζει, «εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τρά­ει μό­νο». Καὶ τὸ κοι­νὸ βρυ­χᾶ­ται. Ἐ­κεί­νη ξε­κι­νά­ει τὴ συ­ναυ­λία: «δὲν τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ πα­ρελ­θόν», γρυλ­λί­ζει, «ἀλ­λὰ τὰ βά­ζω πο­λὺ μὲ τὸ μέλ­λον». Ἕ­να κλα­ρι­νέ­το εἶ­ναι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στοὺς ἐ­νι­σχυ­τὲς καὶ στὴ μέ­ση της συ­ναυ­λί­ας τὸ παίρ­νει καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­σά­ει. Μό­νο ἦ­χο – στριγ­κλί­ζει, τρί­ζει, γρυλ­λί­ζει, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τί κά­νει τὸ συγ­κρό­τη­μα, κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴν ἁρ­μο­νί­α, τὴ με­λω­δί­α, τὸν ρυθ­μὸ καὶ εἶ­ναι ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη σὰν ἕ­να παι­δὶ μπρο­στά σε ἕ­να φά­σμα. Φυ­σά­ει, στριγ­κλί­ζει, κλαγ­γά­ζει. Στὴ δε­ξιὰ ἄ­κρη τῆς σκη­νῆς, ἕ­νας τε­χνι­κὸς ση­κώ­νει ἕ­να φύλ­λο ἀ­δι­ά­φα­νου πλα­στι­κοῦ καὶ τὸ κρα­τά­ει στὸ ὕ­ψος τοῦ λαι­μοῦ του. Τοῦ δί­νει τὸ κλα­ρι­νέ­το, μπαί­νει πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κὸ καί, γιὰ ὅ­σο χρό­νο χρει­ά­ζε­ται κα­νεὶς γιὰ ἕ­να κα­λὸ κα­τού­ρη­μα, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι μιὰ σκο­τει­νὴ καὶ θο­λὴ φι­γού­ρα κα­θι­σμέ­νη στὰ γό­να­τα, σὰν νὰ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό. Ση­κώ­νε­ται, κουμ­πώ­νει τὴ ζώ­νη της καὶ ὁ τε­χνι­κὸς κα­τε­βά­ζει τὸ πλα­στι­κό. Ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, κα­τού­ρη­σε μό­λις στὴ γα­μη­μέ­νη τὴ σκη­νή; Κα­τού­ρη­σε δη­μό­σια; Κα­τού­ρη­σε στὸν ἱ­ε­ρὸ χῶ­ρο; Σκέ­φτε­σαι «Ἐρ­γο­στά­σιο Κά­του­ρου», ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ρό­δα καὶ ἀμ­μω­νί­α. Τί ἔ­λε­γε, ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι. Θὰ ὑ­πῆρ­χε σί­γου­ρα μιὰ με­τα­φο­ρά, ἕ­να μή­νυ­μα. Κά­του­ρο. Πα­ρά­στα­ση. Δι­α­στρο­φή. Ἀ­να­τρο­πή.

       Ἡ κο­πέ­λα σου λέ­ει, «Δὲν ξέ­ρεις κὰν ἂν κα­τού­ρη­σε στ’ ἀ­λή­θεια. Ἴ­σως μᾶς δου­λεύ­ει».

       «Τί ἄλ­λο νὰ ἔ­κα­νε πί­σω ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κό;»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο στὸν κό­σμο, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­του­ρά­ει;»

       Ἐ­σύ, ὅ­μως, δὲν μα­σᾶς, ἐ­πι­μέ­νεις ὅ­τι κα­τού­ρη­σε, ὅ­τι εἴ­δα­τε ὅ­λοι τὴν Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει.

       «Τέ­λος πάν­των», λέ­ει ἡ κο­πέ­λα σου, «ἀλ­λὰ δὲν θὰ μά­θεις πο­τὲ σί­γου­ρα, ἐ­κτὸς ἂν τὴ ρω­τή­σεις καὶ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε…»


* * *


Νι­ώ­θεις ὑ­πό­χρε­ος στὴν Πά­τι Σμίθ. Ἕ­ναν χρό­νο μό­λις πρὶν ἤ­σουν δευ­τε­ρο­ε­τὴς στὸ κο­λέ­γιο, χω­ρὶς προ­σα­να­το­λι­σμό, βε­τε­ρά­νος πολ­λῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων καὶ ἄ­σχη­μων λα­θῶν. Πα­ρα­κάμ­ψεις καὶ ἀ­πο­το­ξι­νώ­σεις. Θὰ εἶ­χες κα­του­ρή­σει σὲ σκη­νές, σὲ κα­θε­μί­α, χω­ρὶς τὴν κά­λυ­ψη τῆς πλα­στι­κῆς κουρ­τί­νας. Εἶ­χες ἀρ­χί­σει νὰ βλέ­πεις μιὰ δι­έ­ξο­δο στὸν κα­νο­νι­κὸ κό­σμο, ἕ­ναν τρό­πο νὰ γί­νεις πο­λί­της, νὰ συμ­με­τέ­χεις, νὰ συ­νει­σφέ­ρεις, νὰ φο­ρᾶς κου­στού­μια μὲ λε­πτὲς ρί­γες καὶ νὰ κρα­τᾶς χαρ­το­φύ­λα­κα. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κες τοὺς δι­κούς σου, εἶ­πες στὴ μη­τέ­ρα σου πὼς θὰ πή­γαι­νες μᾶλ­λον στὴ Νο­μι­κὴ καὶ με­τὰ θὰ ἀ­σχο­λι­ό­σουν μὲ τὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­να­κου­φί­στη­κε τό­σο πο­λύ, χά­ρη­κε τό­σο, ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει, σοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να εἰ­κο­σο­δό­λα­ρο γιὰ νὰ πᾶς νὰ πι­εῖς μιὰ μπί­ρα στὴν πό­λη. Σοῦ ἔ­δω­σε καὶ τὰ κλει­διὰ τοῦ Βόλ­βο της. Ἐ­σὺ βγῆ­κες στὸν δρό­μο, ἔ­βα­λες καὶ ρα­δι­ό­φω­νο. Ἀ­πὸ τὴν πά­νω τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου σου, ψά­ρε­ψες αὐ­τὸ ποὺ θὰ ὁρ­κι­ζό­σουν ὅ­τι ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σου τσι­γα­ρι­λί­κι, χα­βα­νέ­ζι­κη ἁ­μαρ­τί­α, ὄ­χι σπό­ρους, μό­νο φούν­τα. Τ’ ἀ­νά­βεις καὶ σα­νι­δώ­νεις τὸ γκά­ζι καὶ τρέ­χεις στὴ λε­ω­φό­ρο Σά­ουντ. Ἤ­ξε­ρες τυ­φλὰ τὶς στρο­φές, τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ κα­τη­φό­ρες της καὶ τρέ­χεις πά­νω της στὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το, κρα­τών­τας με­γά­λες τζοῦ­ρες στὸ στό­μα καὶ φι­λών­τας τὶς ἐκ­πνο­ές. Στὸ ρα­δι­ό­φω­νο, μιὰ ἐκ­πομ­πὴ παί­ζει τὸν και­νού­ριο ἦ­χο τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: Ramones, the Dolls, Dead Boys, the Contortions. Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῆς μου­σι­κῆς δί­νης ἀ­κού­γε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ δι­α­σκευά­ζει τὸ «My Generation» τῶν The Who. Δὲν τὶς θέ­λω αὐ­τὲς τὶς μα­λα­κί­ες, οὐρ­λιά­ζει, κα­θὼς οἱ τρί­χες στὸν σβέρ­κο σου καὶ τὰ χέ­ρια σου πε­τά­γον­ται στὸν ἀ­έ­ρα. Φαν­τα­σι­ώ­νε­σαι τὸ πτυ­χί­ο τῆς Νο­μι­κῆς νὰ καί­γε­ται καὶ νὰ στέ­κε­ται ἀ­πὸ πά­νω του ἡ Πά­τι Σμὶθ νὰ κα­του­ρά­ει γκα­ζο­λί­νη.


* * *


Τὸ ἀ­πό­γευ­μα με­τὰ τὴ συ­ναυ­λί­α μὲ τὸ κλα­ρι­νέ­το, σὲ βρί­σκει στὸ κα­φὲ Ντάν­τε, ὅ­που κά­θε­ται ἡ Πά­τι Σμὶθ στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ σκα­λί­ζει φι­γοῦ­ρες σὲ ἕ­να ση­μει­ω­μα­τά­ριο χω­ρὶς γραμ­μές.

       Φο­ρά­ει ἕ­να μπλου­ζά­κι μὲ τὸν Κὶθ Ρί­τσαρ­ντς καὶ ἕ­να ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο κα­πέ­λο χω­μέ­νο στὸ κε­φά­λι της. Ἀ­πὸ τὰ με­γά­φω­να ἀ­κού­γε­ται ὄ­πε­ρα, ὁ Εὐ­γέ­νιος Ὀ­νιέγ­κιν τοῦ Τσα­ϊ­κόφ­σκι. Στὴν ἄ­ρια τοῦ τε­νό­ρου, τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πί­σω, σὰν νὰ τῆς ἔ­κα­ναν μό­λις ἔ­νε­ση. Τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Καὶ στὸ πρό­σω­πό της, τρο­με­ρὸς πό­νος. Μορ­φά­ζει ἀ­πὸ τὸ με­γα­λεῖ­ο, τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ αἰ­σθη­τι­κὴ ὀ­μορ­φιά, κι ἐ­σὺ σκέ­φτε­σαι, αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πρὶν ἀ­πὸ δε­κά­ξι ὧ­ρες χο­ρο­πη­δοῦ­σε σὰν τρε­λὴ σὲ ἄ­συ­λο μὲ ἕ­να κλα­ρι­νέ­το στὸ χέ­ρι, κι ἐ­σὺ καὶ πέν­τε χι­λιά­δες ἄλ­λοι χο­ρο­πη­δού­σα­τε σὰν αὐ­τή, ἐ­νῶ τὰ κα­νά­λια στὰ αὐ­τιά σας βί­ω­ναν συλ­λο­γι­κοὺς πα­ρο­ξυ­σμούς. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νει ἡ ἄ­ρια καὶ σω­παί­νει ἡ ὀρ­χή­στρα, ση­κώ­νε­σαι καὶ μα­ζεύ­εις τὸ κα­πέ­λο τῆς Πά­τι Σμίθ. Τὰ μά­τια της πα­ρα­μέ­νουν κλει­στά, χα­μέ­νη στὴ μου­σι­κή. Τὰ μά­τια της, βαμ­μέ­να μὲ μο­λύ­βι, ἡ μύ­τη της λί­γο με­γά­λη γιὰ τὸ στε­νό της πρό­σω­πο, τέ­λεια το­ξω­τὰ χεί­λια. Τὰ μά­τια ἀ­νοί­γουν ἀρ­γὰ καὶ σὲ ἐν­το­πί­ζουν νὰ στέ­κε­σαι δί­πλα της.

       «Ναί, μι­κρέ», λέ­ει, «τί;».


Τῆς λὲς ὅ­τι ἔ­ρι­ξε κά­τω τὸ κα­πέ­λο καὶ τῆς τὸ δί­νεις.

       Λέ­ει, «Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα, φί­λε. Δὲν τὸ ἔ­ρι­ξα. Ἔ­πε­σε. Δὲν ἔ­βλε­πες; Δὲν ἄ­κου­γες; Δὲν ἄ­κου­σες αὐ­τὴ τὴν ὀ­μορ­φιά, ρὲ γα­μῶ­το;».

       Τῆς ἀ­παν­τᾶς κα­τα­φα­τι­κά.

       «Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς τὰ κα­πέ­λα τῶν ἀν­θρώ­πων, φί­λε. Ὄ­χι, ἂν πα­ρα­κο­λου­θεῖς κα­πέ­λα. Ἴ­σως καὶ νὰ τὸ ἤ­θε­λα στὸ πά­τω­μα, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν ἄ­ρια, καὶ τώ­ρα ἐ­σὺ τὰ γά­μη­σες ὅ­λα.»

       Ἀ­πὸ τὸ στό­μα σου βγαί­νει σὰν φτυ­σιὰ μιὰ προ­σπά­θεια συγ­γνώ­μης.

       «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω κὰν τί λές, φί­λε. Δῶ­σε μου τὸ γα­μη­μέ­νο τὸ κα­πέ­λο.»


Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ Πά­τι Σμὶθ πλη­σιά­ζει τὸ τρα­πέ­ζι σου. «Γειά σου.»

       «Κυ­ρί­α Σμίθ.»

       «Ἄ, ἄ­ρα ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι. Γί­νε­ται συ­νή­θεια τε­λευ­ταῖ­α. Ἄ­κου, θέ­λω νὰ σὲ ρω­τή­σω κά­τι.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ; Τί εἶ­σαι; Ἀ­πὸ τὸ BBC; Πα­ρα­κα­λῶ;»

       Ἐ­σὺ κοκ­κι­νί­ζεις.

       «Μπά, ἄ­κου, πρὶν λί­γο, ἁ­πλῶς σὲ πεί­ρα­ζα, φί­λε.»

       «Κα­νέ­να πρό­βλη­μα.»

       «Φί­λε, ἄ­κου, ἐν­τά­ξει, ἄ­σε με νὰ τε­λει­ώ­σω.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ.»

       «Νά ‘το πά­λι τὸ πα­ρα­κα­λῶ. Ἄ­κου, νι­ώ­θω ἄ­σχη­μα ἂν σου ἔ­δω­σα τὴ λά­θος ἐν­τύ­πω­ση. Βλέ­πεις, ἁ­πλῶς…»

       Λὲς ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­τά­ξει.

       «Ἐν­τά­ξει γιὰ σέ­να», λέ­ει. «Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ προ­σπα­θῶ νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει» —καὶ σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο γί­νε­ται σὰν κα­νά­τα, τεν­τώ­νον­τας τὸ δε­ξί της χέ­ρι πί­σω της, καὶ στὴ συ­νέ­χεια γέρ­νει μπρο­στὰ σὰν νὰ πρό­κει­ται νὰ ρί­ξει μπα­λιὰ στὸ μπέ­ιζ­μπολ, ἀλ­λὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ ἄ­φη­νε τὸ μπα­λά­κι, γυ­ρί­ζει ἀ­νά­πο­δα τὸ χέ­ρι της καὶ ὑ­ψώ­νει ἕ­να δά­χτυ­λο στὸν ἑ­αυ­τό της— «μ’ ἐ­μέ­να, μὲ πιά­νεις;»

       Γε­λᾶς. Τῆς λὲς πὼς τὴν πιά­νεις.

       Λέ­ει, «Τί, εἶ­πα κά­τι ἀ­στεῖ­ο; Τώ­ρα σὲ κά­νω νὰ γε­λᾶς, εἶ­μαι ἀ­στεί­α;»

       Λές, «Λά­τρε­ψα τὴ συ­ναυ­λί­α σας χθὲς τὸ βρά­δυ».

       Αὐ­τὸ στα­μα­τά­ει τὸ κω­μι­κὸ νού­με­ρο.

       «Ἤ­σουν ἐ­κεῖ; Ὡ­ραί­α. Ποι­ό κομ­μά­τι ἦ­ταν τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο σου καὶ μὴ μοῦ πεῖς τὸ “Because the night”, γα­μῶ­το μου, ξέ­ρω πὼς εἶ­σαι πιὸ κοὺλ ἀ­π’ αὐ­τό.»

       «Μοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σό­λο κλα­ρι­νέ­το.»

       Σκά­ει ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο. «Με­γά­λε.»

       Γέρ­νει μπρο­στὰ γιὰ χει­ρα­ψί­α σὲ δε­κά­ξι μέ­ρη.

       «Πῶς θὰ πε­ρι­έ­γρα­φες τὸ παί­ξι­μό μου;»

       Σκέ­φτε­σαι γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ με­τὰ λές, «Ἐ­κτὸς φι­λαρ­μο­νι­κῆς κρυ­πτὸ-ἀ­βὰντ νταν­τὰ ἐ­ναλ­λα­κτι­κό».

       Κοι­τά­ζει πί­σω της. «Εἴ­μα­στε στὸ γα­μη­μέ­νο κάν­τιντ κά­με­ρα, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πιὸ τέ­λει­ο – ἄ­κου, πῶς σὲ λέ­νε;»

       Τῆς λές.

       «Κλί­φορντ Φούτ», ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει.

       «Μὲ ‘ι’ στὸ τέ­λος», τῆς λές.

       «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’, φί­λε», λέ­ει. «Φυ­σι­κὰ μὲ ‘ι’. Ἀλ­λι­ῶς εἶ­ναι σκέ­το γα­μη­μέ­νο φούτ. Καὶ τί κά­νεις Κλί­φορντ Φοὺτ μὲ ‘ι’; Θὰ εἶ­σαι σί­γου­ρα ποι­η­τὴς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Σπου­δὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου.»

       «Δὲν τὸ εἶ­πα, ρὲ γα­μῶ­το; Ποι­ὸς εἶ­ναι, λοι­πόν, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος σου; Ὁ Με­λι­έ; Ὁ Κο­κτώ;»

       «Ὁ Κα­σα­βέ­της.»

       Λέ­ει, «Στά­σου μιὰ στιγ­μή».

       Πά­ει στὸ τρα­πέ­ζι της, γρά­φει κά­τι γρή­γο­ρα στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της καὶ σκί­ζει τὴ σε­λί­δα.

       «Ὁ­ρί­στε», λέ­ει.

       Γρά­φει

       Κλί­φορντ Φού­τΙ

       Δω­ρε­ὰν Εἴ­σο­δος γιὰ Πάν­τα, φί­λε


       «Στά­σου», λέ­ει, «πρέ­πει νὰ τὸ ὑ­πο­γρά­ψω».

       Τὸ γυρ­νᾶς ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη στὸ τρα­πέ­ζι καὶ σκα­λί­ζει κά­τι ποὺ εἶ­ναι ἰ­σο­δύ­να­μο τοῦ τρό­που ποὺ παί­ζει κλα­ρι­νέ­το σὲ γρα­φή.

       «Γιὰ πάν­τα», λέ­ει, «ὅ­που κι ἂν παί­ζω, μὲ πιά­νεις;».

       Πρὶν τὴ ρω­τή­σεις γιὰ τὸ κα­τού­ρη­μα στὴ σκη­νή, πά­ει στὸ πι­κάπ, ἐ­πι­λέ­γει τὸ «Lakme» τοῦ Delibes, κι ἐ­πι­στρέ­φει στὴ θέ­ση της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Στὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­βά­στα­χτο «Ντου­έ­το Λου­λου­δι­ῶν», κλεί­νει σφι­χτὰ τὰ μά­τια της, ὁ λαι­μός της χα­λα­ρώ­νει, τὸ κα­πέ­λο πέ­φτει στὸ πά­τω­μα. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, τὸ ἀ­φή­νεις ἐ­κεῖ.


* * *


Ἡ ἑ­πό­με­νη συ­ναυ­λί­α της εἶ­ναι στὰ βό­ρεια στὸ Χου­ρά. Δεί­χνεις στὸ μέ­λος τῆς ἀ­σφά­λειας τὸ ἰ­σό­βιο πά­σο σου. Ἐ­κεῖ­νος, με­γα­λό­σω­μος καὶ κα­ρα­φλὸς μὲ τα­του­ὰζ στὰ μπρά­τσα ποὺ εἶ­ναι ὅ­σο τὰ πό­δια σου, σοῦ γε­λά­ει κα­τά­μου­τρα.

       Ἔ­πει­τα, ἡ Πά­τι Σμὶθ με­τα­κο­μί­ζει στὸ Ντι­τρό­ιτ, ἡ ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή σου συμ­βαί­νει, καὶ ἡ κο­πέ­λα σου φαί­νε­ται πὼς εἶ­χε δί­κιο σὲ ἕ­να του­λά­χι­στον πράγ­μα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Litro magazine:

https://www.litromagazine.com/usa/2021/04/patti-smith-takes-a-piss/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.


Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις

(A Lydia Davis Story)


ΙΜΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ καὶ πη­γαί­νω δυ­τι­κὰ στὴ γραμ­μὴ R, σὲ ἑπτὰ στά­σεις φτά­νω στὸ Film Center, μὲ τὸ iPhone στὸ χέ­ρι καὶ δια­βά­ζω μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Ἔχουν πε­ρά­σει δύο ἢ τρεῖς στά­σεις καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ἀγ­χώ­νο­μαι. Δὲν αἰ­σθά­νο­μαι τὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας νὰ ἔρ­χε­ται σύν­το­μα. Σκρο­λά­ρω πρὸς τὰ κά­τω, μία ὀθό­νη, δύο, τί­πο­τα – ἁπλῶς τὴ μία πα­ρά­γρα­φο με­τὰ τὴν ἄλ­λη, μοιά­ζει μὲ γα­μη­μέ­νο Τό­μας Μπέρν­χαρντ κι ἀνα­ρω­τιέ­μαι, μπο­ρῶ νὰ τε­λειώ­σω τὴν ἱστο­ρία, μπο­ρῶ νὰ ἔχω μιὰ ὁλο­κλη­ρω­μέ­νη αἰ­σθη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία, προ­τοῦ φτά­σω στὴ στά­ση μου; Στὴν ἱστο­ρία, δὲν ἔχουν συμ­βεῖ πολ­λά – στὶς ἱστο­ρί­ες τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν συμ­βαί­νουν καὶ πο­τὲ πολ­λά. Ἴσως μιὰ κάλ­τσα ἀνα­κα­λύ­πτε­ται κά­τω ἀπὸ ἕνα μα­ξι­λά­ρι, ἕνα τη­λέ­φω­νο χτυ­πά­ει καὶ δὲν εἶ­ναι κα­νεὶς ἐκεῖ, κά­ποιος σὲ μιὰ οὐ­ρὰ ἔξω ἀπὸ ἕνα ΑΤΜ μοιά­ζει μὲ κά­ποιον ἀπὸ ἄλ­λη οὐ­ρὰ σὲ ΑΤΜ καὶ με­τὰ ἡ Ντέϊ­βις ἀρ­χί­ζει νὰ σκά­βει. Ἢ νὰ ἐξο­ρύσ­σει. Κά­τι μπαί­νει βα­θιὰ μέ­σα, χτυ­πά­ει σὲ βρά­χο, ἀνα­πη­δά­ει στὸ πλάϊ, με­τὰ προ­χω­ρά­ει ὁρι­ζόν­τια ἢ μὲ κά­ποια ἄλ­λη ἐσω­τε­ρι­κὴ γω­νία, ὥσπου βρί­σκει ἀδιέ­ξο­δο μι­σὸ μί­λι πέ­ρα ἀπὸ τὸ ση­μεῖο εἰ­σό­δου καὶ σὲ ἀφή­νει ἐκεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀνα­ρω­τιέ­σαι πῶς τὸ τέ­λος συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν ἀρ­χή. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ξέ­ρεις, ἢ νο­μί­ζεις πὼς ξέ­ρεις. Κά­ποιες φο­ρές, σκρο­λά­ρεις ὣς τὴν ἑπό­με­νη ἀρ­χή. Καὶ ἄλ­λες, ἀνα­κα­λύ­πτεις πὼς ἤδη ἔχεις σκρο­λά­ρει πέ­ρα ἀπὸ τὸ τέ­λος σὲ μιὰ και­νού­ρια ἀρ­χή, μιὰ ἐν­τε­λῶς και­νού­ρια ἱστο­ρία, ἡ ὁποία εἶ­ναι σὰν ἐκεί­νη ποὺ νό­μι­ζες πὼς διά­βα­ζες λί­γες στιγ­μὲς πρίν. Τὸ κά­νεις κά­να δυὸ φο­ρές, ἢ τρεῖς, ἢ μι­σὴ ντου­ζί­να, καὶ νιώ­θεις ἐξαν­τλη­μέ­νος, ἕνας ἀρου­ραῖ­ος σὲ λα­βύ­ριν­θο χω­ρὶς ἔξο­δο στὶς γω­νί­ες, οὔ­τε ἀν­τα­μοι­βὴ στὸ κέν­τρο του. Αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις ξε­κι­νά­ει μὲ μιὰ ἡλι­κιω­μέ­νη γυ­ναῖ­κα, ἔπει­τα ἕνα κου­τὶ σο­κο­λά­τες, με­ρι­κοὺς πρώ­ην μα­θη­τές, τί­πο­τα δὲν συν­δέ­ε­ται, καὶ ἔχουν ἀπο­μεί­νει μό­νο τρεῖς στά­σεις. Ἡ ἀπό­στα­ση ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη στά­ση καὶ τὴ δι­κή μου, κον­τὰ στὸ Film Center – εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Σκέ­φτο­μαι πώς, ὅσο με­γά­λη κι ἂν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία —καὶ κα­μιὰ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις δὲν εἶ­ναι με­γά­λη, ἀνε­ξάρ­τη­τα ἀπό το πό­σες ὀθό­νες περ­νᾶ­νε— σί­γου­ρα θὰ μπο­ρέ­σω νὰ τὴν τε­λειώ­σω στὸ με­γά­λο διά­στη­μα ἀνά­με­σα στὴν ἕκτη καὶ τὴν ἕβδο­μη στά­ση. Τὸ πρό­βλη­μα ὅμως, ὅπως προ­βλέ­πω, εἶ­ναι ὅτι συ­νή­θως χρη­σι­μο­ποιῶ αὐ­τὸ τὸ κε­νὸ γιὰ νὰ ἀνα­συν­τα­χθῶ, νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου, νὰ κλεί­σω συ­σκευές, νὰ πε­ρά­σω τὴν τσάν­τα στὸν ὦμο μου, νὰ βά­λω τὸ iPhone στὴν τσέ­πη, καὶ ἴσως νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ πε­ρι­μέ­νω δί­πλα στὴν πόρ­τα. Ἄν αὐ­τὴ ἡ ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις συ­νε­χι­στεῖ πέ­ρα ἀπὸ τὸ φυ­σιο­λο­γι­κὸ μέ­γε­θος —καὶ ἤδη ἔχει ξε­πε­ρά­σει τὸ μέ­γε­θος τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἱστο­ριῶν τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, ὄχι ὅτι ἔχω ψά­ξει τὸν ἀριθ­μὸ λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ κα­τὰ μέ­σο ὅρο, ἀλ­λὰ στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς κά­ποιος τὸ ἔχει κά­νει, στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς ὑπάρ­χουν στα­τι­στι­κές— μπο­ρεῖ νὰ βια­στῶ κα­θὼς τὸ τρέ­νο φτά­νει στὸν σταθ­μὸ καὶ δὲν μοῦ ἀρέ­σει κα­θό­λου νὰ ἀναγ­κά­ζο­μαι νὰ βια­στῶ. Ἔτσι χά­νεις πράγ­μα­τα. Κα­θὼς φαν­τά­ζο­μαι τὴν πι­θα­νό­τη­τα, νιώ­θω νὰ μπαί­νω σὲ κα­τά­στα­ση ὑπο­θε­τι­κοῦ ἄγ­χους. Τί θὰ ἔκα­να, ἀνα­ρω­τιέ­μαι, ἂν στὴ μι­κρὴ ἀπό­στα­ση ὡς τὸ Film Center, ἀνα­κα­λύ­ψω πὼς ἄφη­σα τὸ κι­νη­τό μου πί­σω… κά­που, στὸ κά­θι­σμα ἴσως, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἔπε­σε ἀπὸ τὴν τσέ­πη μου, κα­θὼς ἀνέ­βαι­να τὰ σκα­λιὰ ἀπὸ τὸ με­τρό, ἢ μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴν τὸ ἔβα­λα ἀρ­κε­τὰ βα­θιὰ στὴν τσέ­πη μου, ἀφή­νον­τάς το ἀρ­κε­τὰ ἐκτε­θει­μέ­νο, ὥστε ἀκό­μα καὶ ἕνας ἐρα­σι­τέ­χνης πορ­το­φο­λὰς νὰ κα­τα­φέ­ρει μιὰ εὔ­κο­λη λεία. Φαν­τά­ζο­μαι τὴ συ­ζή­τη­ση ποὺ θὰ κά­νω στὸ τα­μεῖο, προ­σπα­θῶν­τας νὰ ἀπο­δεί­ξω ὅτι εἶ­χα ἀγο­ρά­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ τὸ barcode ποὺ τὸ ἀπο­δει­κνύ­ει ἦταν στὸ iPhone ποὺ ἔχα­σα, λό­γῳ τῆς ἀσυ­νή­θι­στα με­γά­λης ἱστο­ρί­ας τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Θὰ γνώ­ρι­ζε ὁ τα­μί­ας τὴ δου­λειά της; Θὰ ἔδει­χνε κα­τα­νόη­ση γιὰ τὸ δί­λημ­μά μου καὶ τὴν με­τέ­πει­τα ἀτυ­χία μου; Τὸ προ­σω­πι­κὸ στὸ Film Center, με­ρι­κοὶ τοὐ­λά­χι­στον, μοιά­ζουν νὰ ξέ­ρουν ἀπὸ λο­γο­τε­χνία. Ἔχω δεῖ ἕναν νὰ φο­ρά­ει μπλου­ζά­κι Μπον­τλέρ. Ἕναν ἄλ­λον νὰ δια­βά­ζει Μάγ­κι Νέλ­σον – τὸ Bluets, νο­μί­ζω. Ἀνα­ρω­τιέ­μαι ἄν, ἐνῶ ἐξη­γῶ τὴν κα­τά­στα­σή μου σὲ ἕναν τα­μία ποὺ δεί­χνει κα­τα­νόη­ση καὶ εἶ­ναι γνώ­στης τῆς κουλ­τού­ρας, ἡ οὐ­ρὰ πί­σω μου θὰ με­γά­λω­νε καὶ μα­ζὶ μὲ αὐ­τήν, μιὰ αἴ­σθη­ση ἀνυ­πο­μο­νη­σί­ας, τό­σο σὲ ὅσους στέ­κον­ται στὴν οὐ­ρά, ὅσο καὶ στὸν τα­μία. Κα­μία ἀπὸ αὐ­τὲς τίς ὑπο­θέ­σεις δὲν μὲ πά­ει πα­ρα­πέ­ρα στὴν ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις. Σκέ­φτο­μαι: ἴσως ἔχω κα­λύ­τε­ρη τύ­χη νὰ φτά­σω στὸ τέ­λος τῆς ἱστο­ρί­ας, ἂν βά­λω στὴν τσέ­πη μου τὸ iPhone τώ­ρα, ψά­ξω στὴν τσάν­τα μου καὶ βγά­λω τὸ iPad-Mini, μιὰ συ­σκευὴ ὄχι καὶ πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρη ἀπὸ τὸ iPhone, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πιὸ γεν­ναιό­δω­ρη στὴν ἀνά­γνω­ση κει­μέ­νων κι ἑπο­μέ­νως πα­ρέ­χει μιὰ λι­γό­τε­ρο ἀγ­χω­τι­κὴ ἐμ­πει­ρία τῆς ἱστο­ρί­ας, τὴν καμ­πή της, τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ τέ­λους ποὺ πλη­σιά­ζει. Για­τί ἂν ἔχω ἄγ­χος ὅταν δια­βά­ζω, βρί­σκω πὼς ἡ ἀνά­γνω­σή μου εἴ­τε ἐπι­βρα­δύ­νε­ται εἴ­τε οἱ γραμ­μὲς θο­λώ­νουν ὥστε τε­λι­κὰ νὰ μὴ βγαί­νει νόη­μα κι ἔτσι πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σω πί­σω καὶ νὰ τίς ξα­να­δια­βά­σω, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες πα­ρα­γρά­φους, ὁλό­κλη­ρες ὀθό­νες, ἀκό­μα καὶ ὁλό­κλη­ρες ἱστο­ρί­ες (τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις), κι ἂν αὐ­τὸ συμ­βεῖ τώ­ρα μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐξαι­ρε­τι­κὰ με­γά­λη ἱστο­ρία τῆς Λίν­τια Ντέϊ­βις, θὰ εἶ­μαι σὰν τρέ­νο κολ­λη­μέ­νο σὲ μιὰ σή­ραγ­γα, σκο­τει­νὴ μπρο­στὰ καὶ σκο­τει­νὴ πί­σω, χω­ρὶς κα­νέ­να ἴχνος ἀπο­βά­θρας.



Πηγή: Ἀπὸ τὸ Quarterly Li­te­ra­ry Re­view Sin­ga­po­re:

http://www.qlrs.com/story.asp?id=1607

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ

(Winona Ryder)


ΠΑΡΧΟΥΝ γυ­ναῖ­κες στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ μοιά­ζουν ἀ­κρι­βῶς μὲ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις στὶς ται­νί­ες. Ὄ­μορ­φες, αἰ­θέ­ρι­ες, φι­λή­δο­νες, ἐκ­φρα­στι­κές. Τὶς βλέ­πω ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Μι­λᾶ­νε στὰ τη­λέ­φω­νά τους ἢ σέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ χε­ρού­λι μι­κρὲς βα­λί­τσες πί­σω τους ἢ ψά­χνουν μὲ τὰ μά­τια τους στὴ λε­ω­φό­ρο μή­πως δοῦν τὸ τα­ξὶ Uber ποὺ ἔρ­χε­ται νὰ τὶς πά­ρει μα­κριά. Τὶς βλέ­πω καὶ κα­τα­λα­βαί­νω για­τὶ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν νὰ ζή­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, οἱ ἄν­τρες του­λά­χι­στον. Ἔρ­χον­ται γιὰ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες, τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ μοιά­ζουν μὲ ἐ­κεῖ­νες τὶς ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες. Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τές, εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα οἱ ὄ­μορ­φες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­ρω­τεύ­τη­καν στὶς ται­νί­ες.

       Κά­πο­τε, σὲ ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν, ἄλ­λα­ξα τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα καὶ ἔ­βα­λα ἕ­να σόρ­τς στὰ ἴ­δια ἀ­πο­δυ­τή­ρια μὲ τὴν Γκου­ί­νεθ Πάλ­τρο­ου. Συ­νέ­βη πρὶν ἐ­κεί­νη κερ­δί­σει τὸ Ὄ­σκαρ, πρὶν τὴ σει­ρὰ Goop Lab, προ­τοῦ γί­νει ἡ χα­ζο­βιό­λα ποὺ ζεῖ προ­στα­τευ­μέ­νη μέ­σα στὴ φού­σκα της, αὐ­τὴ ποὺ ὅ­λοι λα­τρεύ­ουν νὰ μι­σοῦν μὲ τὸ παι­δὶ ποὺ ἔ­χει ὀ­νο­μά­σει Ἄ­πλ. Τὸ νὰ βρί­σκο­μαι σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν χῶ­ρο μα­ζί της, νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ, ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ μὴν τὸ κά­νω, τὸν ἀ­πο­λύ­τως φυ­σι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­βγα­ζε τὸ φα­νε­λά­κι της πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι της… θέ­λω νὰ πῶ, μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς. Κι ἂν εἶ­χε συμ­βεῖ τὸν και­ρὸ τῶν iPhone, δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ φαν­τα­στεῖς, θὰ κοι­τοῦ­σες τώ­ρα μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Μέ­σα στὸ μυα­λό μου, κι ἐ­γὼ κοι­τά­ζω μιὰ φω­το­γρα­φί­α – τὸ ἁ­πα­λὸ ψη­λό­λι­γνο χρυ­σα­φέ­νιο ἄ­ψο­γο σῶ­μα της μὲ τὰ συ­νε­σταλ­μέ­να στή­θη (ποὺ νο­μί­ζω πὼς τὰ ρου­φοῦ­σε ὁ Μπὲν Ἄ­φλεκ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό), χα­ραγ­μέ­νο, ὅ­πως ἦ­ταν τό­τε, στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ τοῦ μυα­λοῦ μου. Ἡ γι­όγ­κα ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς τό­τε θὰ κα­τεύ­να­ζε τὶς λά­γνες μα­τι­ές μου. Ἦ­ταν χρό­νια πρὶν ξε­σπά­σουν τὰ σκάν­δα­λα μὲ τὸν Τζὸν Φρέντ, τὸν Παν­τάμ­πι Τζό­ις καὶ τὸν Μπί­κραμ Τσουν­τού­ρι, ποὺ τί­να­ζαν τὰ που­λιά τους σὲ δι­ά­φο­ρες κοι­λό­τη­τες, στὴ διά­ρκεια τῆς οὐ­τα­να­σά­να.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­δα τὴν Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Στράντ, κά­να-δυ­ὸ χρό­νια με­τὰ τὴν κα­τα­δί­κη της γιὰ κλο­πὴ ἀ­πὸ κα­τά­στη­μα. Δὲν τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἐ­πὶ τού­του, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σα νὰ δῶ ποι­ά βι­βλί­α τῆς τρα­βοῦ­σαν τὴν προ­σο­χὴ (δύ­ο θυ­μᾶ­μαι, Τὸ Κο­ρί­τσι ποὺ Ἔ­παι­ζε μὲ τὴ Φω­τιά καὶ τὸ Κα­τάρ­ρευ­ση). Μὲ κα­τά­λα­βε ποὺ τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ εἶ­πε, «Εἶ­σαι στὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἢ κά­ποι­ος τυ­χαῖ­ος ἀ­νώ­μα­λος;». Αὐ­τὸ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ἄ­σχη­μα γιὰ τὴ Γου­α­ϊ­νό­να Ρά­ιν­τερ. Χρι­στέ μου, τί συ­νέ­βη στὴ συ­νεί­δη­σή της καὶ ἔ­γι­νε τό­σο πα­ρα­νο­ϊ­κή, τό­σο ἐ­πι­θε­τι­κή;

       Αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, δὲν ξέ­ρω κὰν ποι­ός εἶ­ναι δι­ά­ση­μος. Πη­γαί­νω στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ εὔ­χο­μαι νὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

 

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Ἕ­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


­νας ψυ­χί­α­τρος στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν

(A Psychiatrist in Lower Manhattan)


ΞΕΡΑ ἕ­ναν ψυ­χί­α­τρο ποὺ ζοῦ­σε στὸ κά­τω Μαν­χά­ταν. Τὸ γρα­φεῖ­ο του ἦ­ταν στὸ σπί­τι καὶ τὸ σπί­τι του δὲν εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα. Βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να τε­ρά­στιο κτί­ριο χω­ρὶς χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ ἡ βά­ση του ἔ­μοια­ζε τό­σο πλα­τιὰ καὶ τό­σο τε­τρά­γω­νη ὅ­σο τὰ τέσ­σε­ρα τε­τρά­γω­να ποὺ τὸ πε­ρι­έ­κλειαν. Τὰ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά του ἦ­ταν ἐ­πί­σης τε­ρά­στια, ἀλ­λὰ ὅ­λος αὐ­τὸς ὁ χῶ­ρος εἶ­χε τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα τῆς ἔλ­λει­ψης φυ­σι­κοῦ φω­τός. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, μὲ μιὰ σει­ρὰ παγ­κά­κια ποὺ ἔ­βλε­παν πρὸς τὶς λε­ω­φό­ρους, βρι­σκό­ταν τὸ J&R Music World. Ἂν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­λε­γε ὁ ψυ­χί­α­τρος, θὰ ἀ­νέ­βα­ζε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ καὶ θὰ χτυ­ποῦ­σε τὸ J&R μὲ ἕ­να χάρ­τι­νο ἀ­ε­ρο­πλα­νά­κι. Τό­σο κον­τὰ ἦ­ταν. Πή­γαι­νε ἐ­κεῖ σχε­δὸν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τμῆ­μα κλα­σι­κῆς μου­σι­κῆς καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἔ­φευ­γε μὲ ἀρ­κε­τὲς και­νού­ρι­ες ἀ­γο­ρές. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν ὄ­πε­ρα, τὴν ὀρ­χη­στρι­κὴ μου­σι­κή, τὴ φω­νη­τι­κή, τὴν πρώ­ι­μη, τὰ πλῆ­κτρα, τὴ σύγ­χρο­νη κλα­σι­κὴ – ὅ­λα αὐ­τά, ὥ­στε νὰ πεί­θε­ται πάν­τα ἀ­πὸ τοὺς ὑ­παλ­λή­λους ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἠ­χο­γρά­φη­ση ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ ἔ­χει. Τὶς κα­λὲς μέ­ρες κα­θό­ταν μὲ τὶς ἀ­γο­ρές του σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παγ­κά­κια στὴ στε­νὴ λω­ρί­δα πάρ­κου, ἔ­σκι­ζε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἀ­πὸ τοὺς δί­σκους ἢ τὸ κου­τὶ καὶ με­λε­τοῦ­σε τὶς ση­μει­ώ­σεις ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε εἶ­χε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό. Ὁ ψυ­χί­α­τρος μι­λοῦ­σε Ἰ­τα­λι­κὰ καὶ Γερ­μα­νι­κά, λί­γα Γαλ­λι­κὰ καὶ λί­γα Ρω­σι­κά. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὶς με­τα­φρά­σεις τῶν δι­σκο­γρα­φι­κῶν. Τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ βλέ­πει πό­σο κον­τὰ ἦ­ταν οἱ με­τα­φρά­σεις τους σὲ αὐ­τὲς ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­κα­νε ἂν ἦ­ταν με­τα­φρα­στής. Ἤ­ξε­ρε τὶς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὄ­πε­ρες καὶ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ λιμ­πρέ­τα τους ἀρ­κε­τὰ κα­λὰ ὥ­στε νὰ τὰ με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­τό­τυ­πο στὰ Ἀγ­γλι­κὰ καὶ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κὰ (ὅ­πως τὸ Ὄ­νει­ρο Θε­ρι­νῆς Νυ­κτός τοῦ Μπρί­τεν) στὰ Ἰ­τα­λι­κὰ ἢ τὰ Γερ­μα­νι­κά.

       Ὁ ψυ­χί­α­τρος μοι­ρα­ζό­ταν τὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα σπί­τι του μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, μιὰ εἰ­κα­στι­κό. Ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε ἐγ­κα­τα­στά­σεις. Στοί­βα­ζε κα­μιὰ φο­ρὰ κά­τι σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ πά­τω­μα μιᾶς γκα­λε­ρί, ὅ­πως ἄ­πλυ­τα ροῦ­χα ἢ σκου­πί­δια (τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ ἔ­χουν βρε­θεῖ») καὶ αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή της. Ἔ­φτια­χνε κι ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να, ἀ­πὸ πη­λὸ ἢ νῆ­μα ἢ καμ­βά. Με­ρι­κὰ τὰ κάρ­φω­νε σὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ τὰ κρε­μοῦ­σε στὰ δω­μά­τια δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στο, του­λά­χι­στον ὄ­χι μὲ τὴν ἔν­νοι­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Ἴ­σως ἦ­ταν αἰ­σθη­τι­κὰ εὐ­χά­ρι­στα ἀ­πὸ τὴν ἄ­πο­ψη τῆς ἰ­δέ­ας. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δω­μά­τια στὸ δί­χως πα­ρά­θυ­ρα δι­α­μέ­ρι­σμα ἦ­ταν τὸ στούν­τιό της. Κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἔ­μοια­ζε μὲ παι­δι­κὸ δω­μά­τιο, τὸ δω­μά­τιο ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ δὲν μα­ζεύ­ει τὰ πράγ­μα­τά του. Ἔ­λε­γε ὅ­τι μᾶλ­λον θὰ ζω­γρά­φι­ζε, μᾶλ­λον θὰ ἦ­ταν ζω­γρά­φος, ἂν τὸ στούν­τιο εἶ­χε πα­ρά­θυ­ρα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει φῶς, του­λά­χι­στον ὄ­χι φῶς ποὺ ἀ­ξί­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σεις. Κι ἂν μὴ τί ἄλ­λο, ἔ­λε­γε, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ φῶς. Τὸ ἴ­διο κι ἡ ψυ­χα­νά­λυ­ση, ἔ­λε­γε ὁ σύ­ζυ­γός της, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δι­α­φω­νοῦ­σε. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι θὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ κά­τι ἄλ­λο, για­τὶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἐ­ξα­σκοῦ­σε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ψυ­χα­νά­λυ­ση, πα­ρὰ τὴν ἀ­που­σί­α φω­τὸς στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       Στὸ δω­μά­τιο ποὺ ὁ ψυ­χί­α­τρος χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ λη­μέ­ρι του, μι­σὸ τε­τρά­γω­νο πε­ρί­που ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, εἶ­χε ἕ­να στε­ρε­ο­φω­νι­κὸ ὑ­ψη­λῆς τε­χνο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴν Αὐ­στρί­α καὶ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Τὰ ἠ­χεῖ­α του —ἕ­να ζευ­γά­ρι— εἶ­χαν τὸ μέ­γε­θος ψυ­γεί­ου. Ὁ ἐ­νι­σχυ­τὴς καὶ ὁ προ­ε­νι­σχυ­τής του τοὺς ἔ­δι­νε τό­ση ἐ­νέρ­γεια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ ἀ­κού­γον­ταν ὣς τὸ Κό­νι Ἄι­λαντ, ὅ­που εἶ­χε γεν­νη­θεῖ καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­δρά­σει. Κά­πο­τε ἔ­βα­λε νὰ παί­ξει τὴν «Κά­στα Ντί­βα» τῆς Μα­ρί­ας Κά­λας γιὰ μέ­να – καὶ ἔ­κα­νε τὸ μπου­φάν μου νὰ φαί­νε­ται σὰν νὰ περ­πα­τοῦ­σα ἐ­νάν­τια σὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἄ­νε­μο. Ἡ βλε­φα­ρί­δα στὰ αὐ­τιά μου πα­ρέ­μει­νε πε­σμέ­νη γιὰ μέ­ρες. Στὴ ρὸκ μου­σι­κή, ὑ­πέ­θε­τε, μό­νο οἱ The Who μπο­ροῦ­σαν νὰ παί­ξουν δυ­να­τό­τε­ρα. Ἤ­μουν εὐ­γνώ­μων ποὺ δὲν εἶ­χε δί­σκο τῶν The Who, ἢ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ρόκ, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι. Ὅ­λα ἦ­ταν κλα­σι­κὴ γιὰ τὸν ψυ­χί­α­τρο.

       Συ­χνὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν γιὰ τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῆς ζω­ῆς δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν ἀλ­λὰ ἤ­μουν σχε­δὸν σί­γου­ρος πὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση θὰ ἦ­ταν ἀρ­νη­τι­κή. Πί­στευ­α πὼς σί­γου­ρα ἦ­ταν ἔ­τσι γιὰ τὰ παι­διὰ τοῦ ψυ­χιά­τρου, ἕ­να ἀ­γό­ρι τρι­ῶν ἐ­τῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὸ στὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ στὸ γά­λα τῆς μη­τέ­ρας του, καὶ ἕ­να κο­ρί­τσι ἕ­ξι ἐ­τῶν, ποὺ κά­ποι­ες φο­ρὲς ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο μὲ μιὰ πέ­τρα καὶ σοῦ τὴν ἔ­δι­νε λέ­γον­τας «ὁ­ρί­στε, σοῦ ἔ­φε­ρα αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο», κι ἐ­σὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­παν­τή­σεις «πω­πῶ, εὐ­χα­ρι­στῶ» καὶ νὰ τὴ βά­λεις στὴν τσέ­πη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρά­θυ­ρα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν πε­τά­ξεις ἔ­ξω.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Τὸ Βι­βλί­ο ποὺ Δι­ά­βα­σα

(The Book I Read)


ΟΥΣΑ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τοῦ κα­θη­γη­τῆ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τῆς ζω­γρά­φου συ­ζύ­γου του. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε γρά­ψει πολ­λὰ δι­ά­ση­μα βι­βλί­α, ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἐκ­θέ­σει τοὺς πί­να­κές της σὲ ἀ­ξι­ο­σέ­βα­στες γκα­λε­ρί. Φαν­τα­ζό­μουν τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά τους νὰ ἔ­χει βι­βλί­α ἀ­πὸ τοῖ­χο σὲ τοῖ­χο, κι ἀ­νά­με­σά τους αὐ­θεν­τι­κοὺς πί­να­κες. Ἦ­ταν ὁ τύ­πος τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος ποὺ φαν­τα­ζό­μουν πὼς θὰ κα­τοι­κοῦ­σα μιὰ μέ­ρα, ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ ἡ μέ­ρα φαι­νό­ταν πο­λὺ μα­κριὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς θὰ ἔ­φτα­να σ’ αὐ­τή. Ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας εἶ­χε μιὰ κό­ρη ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νο γά­μο. Εἶ­χε κον­τὰ μαλ­λιὰ καὶ φο­ροῦ­σε κον­τὲς φοῦ­στες καὶ ἔ­μοια­ζε μὲ τὴν Τζὶν Σίμ­περγκ στὸ Μὲ Κομ­μέ­νη τὴν Ἀ­νά­σα. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­νέ­βαι­νε ἀγ­κα­ζὲ τὸν λό­φο πρὸς τὸ Μπρόν­τγου­ε­ϊ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας, μὲ βι­βλί­α πι­ε­σμέ­να στὸ στῆ­θος τους ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο. Γε­λοῦ­σαν μὲ τὸ πό­σο δύ­σκο­λο τὸ ἔ­κα­νε ὁ ἄ­νε­μος νὰ φτά­σουν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ λό­φου. Σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ κό­ρη σὰν αὐ­τὴ – κά­ποι­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ γε­λού­σα­με μὲ τὰ χα­ζὰ πράγ­μα­τα. Καὶ σκε­φτό­μουν πὼς θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω ἕ­ναν πα­τέ­ρα σὰν τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας – κά­ποι­ον μὲ με­γά­λες ἰ­δέ­ες, ποὺ ὅ­μως ἔ­βρι­σκε ἀ­κό­μα εὐ­χα­ρί­στη­ση στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς προ­κλή­σεις. Στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, εἶ­χα δεῖ γκρα­φί­τι στοὺς τοί­χους στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες γιὰ τὸν κα­θη­γη­τὴ φι­λο­σο­φί­ας καὶ τὴν κό­ρη του καὶ τὸ τί ἔ­κα­ναν με­τα­ξύ τους. Μοῦ φαί­νον­ταν σκλη­ρὰ καὶ ἄ­δι­κα.

       Μιὰ μέ­ρα, ἡ κό­ρη μοῦ χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Ἐ­γὼ ἄ­κου­γα τὸ «The Book I Read» τῶν Talking Heads κι ἐ­κεί­νη ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σου­με γι’ αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Τὸ ἴ­διο κι ἐ­γώ. Κά­να­με μιὰ με­γά­λη καὶ γε­μά­τη νό­η­μα συ­ζή­τη­ση ποὺ κρά­τη­σε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα ἕ­ως νω­ρὶς τὸ βρά­δυ. Ἀγ­γί­ξα­με πολ­λὰ ση­μαν­τι­κὰ ση­μεῖ­α. Ἐ­γὼ τό­νι­σα πό­σο ὡ­ραῖ­ο θὰ ἦ­ταν ἂν ὁ πα­τέ­ρας της, ὁ κα­θη­γη­τὴς φι­λο­σο­φί­ας, ἦ­ταν μα­ζί μας. Θὰ εἶ­χε ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες φι­λο­σο­φί­ες νὰ μοι­ρα­στεῖ. Ἀ­νέ­φε­ρα τὰ σκλη­ρὰ γκρα­φί­τι ποὺ εἶ­χα δεῖ στὶς ἀν­τρι­κὲς του­α­λέ­τες στὸ πα­νε­πι­στή­μιο καὶ πό­σο ἄ­δι­κα τὰ θε­ω­ροῦ­σα. Ἐ­κεί­νη σή­κω­σε ἀ­δι­ά­φο­ρά τους ὤ­μους. Τὰ εἶ­χαν δεῖ κι ἐ­κεῖ­νοι. Δὲν τοὺς ἐ­νο­χλοῦ­σε, μοῦ εἶ­πε. Ἔ­δει­ξε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Πά­νω του ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου μέ­λος τῶν Rolling Stones, τοῦ Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς (ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει), νὰ χα­μο­γε­λά­ει στὴν κά­με­ρα. «Θέ­λεις νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με;» εἶ­πε, κρα­τών­τας τὸ στρί­φω­μα τῆς δι­κῆς της μπλού­ζας. Ἐ­πά­νω της εἶ­χε τυ­πω­μέ­νο τὸ πορ­τρέ­το τῆς Πά­τι Σμίθ, φω­το­γρα­φι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸν Μέ­ι­πλθορπ, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ Horses. Δὲν φο­ροῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πὸ κά­τω. Ἦ­ταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη, μὲ μι­κρὰ στή­θη, ἀλ­λὰ ὄ­χι σὰν ἀ­γό­ρι. Δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ φύ­λο της. Αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὴν κου­ζί­να μου. Εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει ἀρ­κε­τὰ καὶ δὲν εἶ­χα ἀ­νά­ψει φῶ­τα. Ὅ­μως, ζοῦ­σα στὸ ἰ­σό­γει­ο. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ σκε­φτό­ταν κά­ποι­ος ποὺ θὰ ἀ­νέ­βαι­νε τὸν λό­φο, ἂν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔ­λε­γα πὼς θὰ σκε­φτό­ταν: πῶς αὐ­τὸς ὁ πα­λιά­τσος στά­θη­κε τό­σο τυ­χε­ρός; Ἤλ­πι­ζα νὰ κοι­τά­ξουν καὶ νὰ τὸ σκε­φτοῦν ὄν­τως αὐ­τό. Ἐ­κεί­νη δὲν φαι­νό­ταν νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι. Μοῦ ἔ­δω­σε τὸ μπλου­ζά­κι της, ὅ­πως θὰ ἔ­δι­νε στὸ τα­μεῖ­ο ἑ­νὸς βι­βλι­ο­πω­λεί­ου ἕ­να βι­βλί­ο, τῆς ἔ­δω­σα κι ἐ­γὼ τὸ δι­κό μου κι ἔ­πει­τα πῆ­γε πά­νω. Γιὰ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μί­α ὥ­ρα ἢ κά­τι πα­ρα­πά­νω, τὴν ἄ­κου­γα νὰ βη­μα­τί­ζει στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ πά­νω μου. Ἐ­γὼ εἶ­χα στυ­λώ­σει τὰ μά­τια στὸ τα­βά­νι, προ­σπα­θών­τας νὰ φαν­τα­στῶ ποῦ βρι­σκό­ταν, τὰ βι­βλί­α γύ­ρω της, τοὺς πί­να­κες.

       Τὴν ξα­νά­δα κά­να-δυ­ὸ φο­ρὲς με­τὰ ἀ­πὸ τό­τε, νὰ ἀ­νε­βαί­νει μὲ τὸν πα­τέ­ρα της τὸν ἀ­νε­μο­δαρ­μέ­νο λό­φο, κου­βα­λών­τας πάν­τα βι­βλί­α μα­ζί τους. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τα­κό­μι­σε στὸ Βε­ρο­λί­νο καὶ ἔ­βγα­λε δι­κό της βι­βλί­ο – ἕ­να χρο­νι­κὸ μὲ θέ­μα τὸ με­γά­λω­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ ἕ­ναν φι­λό­σο­φο πα­τέ­ρα. Γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ μπῆ­κε στὸ βι­βλί­ο, πό­ζα­ρε μπρο­στά σε γκρα­φί­τι στὸ τεῖ­χος τοῦ Βε­ρο­λί­νου. Μοῦ φά­νη­καν κα­κο­φτι­αγ­μέ­να, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­βά­σω τί ἔ­λε­γαν. Εἶ­χα τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς ἐ­κεί­νη μπο­ροῦ­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ξε­κούμ­πω­το σα­κά­κι της, φο­ροῦ­σε τὸ μπλου­ζά­κι μου μὲ τὸν Μπρά­ι­αν Τζό­ουνς. Μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ἔ­γι­να ἀ­θά­να­τος.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Another Chicago Magazine:

https://anotherchicagomagazine.net/2021/04/14/parentheticals-by-tim-tomlinson/

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson): Οἱ Παρενθετικοί



Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson)


Οἱ Παρενθετικοί

(Parentheticals)


ΧΕΤΕ ΑΚΟΥΣΕΙ τὰ ἕ­ξι στά­δια κοι­νω­νι­κοῦ δια­χω­­ρι­σμοῦ, τὴν ἰ­δέ­α πὼς ὅ­λοι οἱ ἐν ζω­ῇ ἄν­θρω­ποι βρί­σκον­ται μό­νο ἕ­ξι βή­μα­τα —ἕ­ξι χει­ρα­ψί­ες— μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ νὰ συ­ναν­τή­σουν ἢ γνω­ρί­σουν ὅ­λους τους ἄλ­λους. Τὸ 1993, γύ­ρι­σαν μιὰ ται­νί­α γι’ αὐ­τό. Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Τὴν πό­λη μου. Ἐ­στι­ά­ζον­τας στὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, ἐ­ξέ­τα­σε τὴν ἐγ­γύ­τη­τα τῶν προ­νο­μί­ων καὶ τῆς ἔν­δειας, τῆς δι­α­ση­μό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­νω­νυ­μί­ας. Ὑ­πάρ­χει μιὰ σκά­λα ἀ­νά­με­σα, ὑ­παι­νί­χθη­κε ἡ ται­νί­α, καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ εἶ­ναι δι­πλῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας.

       Στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη ποὺ ἐ­γὼ περ­πά­τη­σα, τὰ ἕ­ξι στά­δια φαί­νον­ταν σὰν ὑ­περ­βο­λή. Γιὰ νὰ εἶ­σαι ἕ­ξι στά­δια μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ φή­μη καὶ τὸ χρῆ­μα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς κά­που, ὅ­πως τὸ Κάν­σας, για­τὶ ὅ­που καὶ νὰ κοι­τοῦ­σες, ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νες στὸ δι­κό μου Μαν­χά­ταν, τὰ ἄ­κρα συ­νυ­πῆρ­χαν καὶ οἱ δι­α­ση­μό­τη­τες ἔ­τρω­γαν σα­λά­τα στὸ δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι. Ἴ­σως σὲ αὐ­τὸ νὰ ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ παι­χνι­διοῦ Ἕ­ξι Στά­δια μὲ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον.


Ἡ θε­ω­ρί­α ἔ­λε­γε πὼς ὁ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ὸς ποὺ ἡ με­γά­λη του ἐ­πι­τυ­χί­α ἦρ­θε μὲ τὸ Footloose, εἶ­χε ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ τό­σες πολ­λὲς ται­νί­ες ποὺ μό­νο ἕ­ξι στά­δια τὸν χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λο ἠ­θο­ποι­ὸ ἐν ζω­ῇ. Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς, λέ­ω, ὅ­μως: ἔ­ζη­σα τρί­α τε­τρά­γω­να μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Κέ­βιν Μπέ­ι­κον. Τὸν ἔ­βλε­πα ὅ­λη τὴν ὥ­ρα νὰ κα­λεῖ τα­ξὶ στὸν δρό­μο, νὰ μπαί­νει στὸν ὑ­πό­γει­ο, νὰ φέρ­νει πε­ζὸς ἕ­να παι­δὶ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς προ­σπερ­νοῦ­σε, βυ­θι­σμέ­νος στὸν Μπε­ϊ­κο­νι­κὸ ἑ­αυ­τό του. Κά­να δυ­ὸ φο­ρὲς μοῦ ἔ­γνε­ψε ἕ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Ἡ σύ­ζυ­γός του, Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, δὲν μοῦ ἔ­γνε­ψε πο­τὲ καὶ ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ τὴν κα­τη­γο­ρή­σει; Μὲ μαλ­λιὰ σὰν χαί­τη λι­ον­τα­ριοῦ καὶ φι­γού­ρα μπα­λα­ρί­νας, προ­σέλ­κυ­ε τὴν προ­σο­χὴ ποὺ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες γυ­ναῖ­κες προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­γνο­ή­σουν. Μιὰ φο­ρά, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ γυ­μνα­στή­ριό μου, φο­ρών­τας ἕ­να λευ­κὸ ὁ­λό­σω­μο κορ­μά­κι ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ ἔ­χει ζω­γρα­φι­στεῖ μὲ σπρέ­ι στὴν ψη­λό­λι­γνη, εὐ­λύ­γι­στη φι­γού­ρα της. Δὲν εἶ­χε οὔ­τε γραμ­μά­ριο λί­πους πά­νω της. Ὁ ἀ­δερ­φός της γυ­μνα­ζό­ταν στὸ ἴ­διο γυ­μνα­στή­ριο. Ἦ­ταν ψη­λό­τε­ρος καὶ εἶ­χε πα­ρό­μοι­α κορ­μο­στα­σιά. Μυ­ώ­δης, ἰ­σχνός, σμι­λε­μέ­νος. Προ­πο­νοῦν­ταν στὴν πυγ­μα­χί­α – χτυ­ποῦ­σε μὲ δύ­να­μη τὸν σά­κο, ἔ­δι­νε κο­φτὲς γρο­θι­ὲς στὸν προ­πο­νη­τι­κὸ μι­κρὸ σά­κο, γρον­θο­κο­ποῦ­σε τὸν ἀ­έ­ρα μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὲ γύ­ρους τῶν τρι­ῶν λε­πτῶν. Μιὰ μέ­ρα, μπῆ­κε μέ­σα μὲ μαυ­ρι­σμέ­νο μά­τι. Τὸν χτύ­πη­σε ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στος σὲ μιὰ μπον­τέγ­κα στὴν Ἄμ­στερ­νταμ Ἄ­βε­νιου. «Χρι­στέ μου» εἶ­πα κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξε­τα­στι­κὰ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ πό­σο μὸβ ἦ­ταν, «τί ἔ­κα­νες;». Ἔ­σκυ­ψε τὸ σῶ­μα του σὰν πυγ­μά­χος, ἔ­κα­νε προ­σποι­ή­σεις μὲ τοὺς ὤ­μους καὶ ἔ­ρι­ξε με­ρι­κὲς ἀ­στρα­πια­ῖες γρο­θι­ές. «Ἄρ­χι­σα νὰ χο­ρεύ­ω», εἶ­πε. «Ἔ­πρε­πε νὰ δεῖς τὸ δι­κό του πρό­σω­πο.» Κά­να-δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα, ὅ­που πή­γαι­να κι ἐ­γώ. Τὸ ἴ­διο σῶ­μα πυγ­μά­χου, ἐκ­πλη­κτι­κὰ γυ­μνα­σμέ­νος. Στὴ γι­όγ­κα, ὅ­μως, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ προ­χω­ρή­σει πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χι­κὲς στά­σεις. Ἄν­τε­ξε εἴ­κο­σι λε­πτά, ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πά­τω­μα κόν­τρα στὸν τοῖ­χο, βρῆ­κε τὴν ἀ­νά­σα του κι ἔ­φυ­γε.

 

Ἀ­να­φέ­ρω τὸν ἀ­δερ­φὸ τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν σχε­δὸν δι­ά­ση­μος. Ἀ­πεῖ­χε ἕ­να στά­διο ἀ­πὸ τὴν ἀ­δερ­φή του, ποὺ ἦ­ταν δι­ά­ση­μη. Ἔ­τρω­γε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της. Ἦ­ταν ὁ θεῖ­ος τῶν παι­δι­ῶν τοῦ Κέ­βιν Μπέ­ι­κον (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι τώ­ρα δι­ά­ση­μο). Ποῦ εἶ­ναι ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ; Στὸ μυα­λό μου, τὸν βλέ­πω νὰ κά­θε­ται ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν τοῖ­χο τοῦ στούν­τιο γι­όγ­κα μὲ τὸ μαῦ­ρο σόρ­τς του καὶ τὸ λευ­κὸ φα­νε­λά­κι, γε­μά­τος ἱ­δρώ­τα, μὲ τὸ στῆ­θος του νὰ ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει, προ­σπα­θών­τας νὰ βρεῖ τὴν ἀ­νά­σα του, ἐ­νῶ κοι­τοῦ­σε μὲ δυ­σπι­στί­α, σὰν νὰ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, αὐ­τό; Αὐ­τὸ μὲ ἔ­βγα­λε νὸκ ἄ­ουτ;


Εἶ­ναι πα­ρεν­θε­τι­κός. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸν βγά­λεις ἀ­πὸ τὴν πρό­τα­ση τῆς ἀ­φή­γη­σης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ πρό­τα­ση θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ εἶ­ναι σω­στή. Κά­πως ἔ­τσι: «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που κά­πο­τε ἔ­ζη­σε ὁ ἀ­δερ­φὸς τῆς Κί­ρα Σέν­τγου­ικ, εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροὶ ἔρ­χον­ται νὰ παί­ξουν» καὶ ἡ πρό­τα­ση γί­νε­ται «Ἡ Νέ­α Ὑ­όρ­κη εἶ­ναι τὸ μέ­ρος ὅ­που οἱ χα­ρι­σμα­τι­κοὶ καὶ οἱ τυ­χε­ροί…» Ὑ­πάρ­χουν ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Τὸ ξέ­ρω: ἐ­γὼ εἶ­μαι ἕ­νας. Εἶ­μαι κι ἐ­γὼ πα­ρεν­θε­τι­κός. Ὅ­μως, ἤ­μουν ἐ­κεῖ, κα­θι­σμέ­νος σὲ πα­τώ­μα­τα μὲ τὴν πλά­τη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σὲ δι­ά­φο­ρους τοί­χους, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τοὺς χα­ρι­σμα­τι­κοὺς καὶ τοὺς τυ­χε­ροὺς νὰ περ­νᾶ­νε καὶ νὰ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται, γα­μῶ­το, φί­λε, τί συ­νέ­βη;


Τὸ Πα­ρεν­θε­τι­κοί εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο (ἐν ἐ­ξε­λί­ξει) ποὺ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα, ἐ­κεί­νους τοὺς ἀν­θρώ­πους, καὶ αὐ­τὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα Μπον­ζά­ι ἢ με­γα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πὸ δευ­τε­ρεύ­ου­σες προ­τά­σεις ποὺ σβή­νον­ται, ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­φή­νον­ται στὸ πε­ρι­θώ­ριο, ἐ­νῶ οἱ ὄ­μορ­φοι παί­ζουν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Τὸ πα­ρα­πά­νω κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­νέκ­δο­το καὶ τὸ πα­ρα­χώ­ρη­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας στὸν με­τα­φρα­στή του καὶ τα­κτι­κὸ συ­νερ­γά­τη μας Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη γιὰ νὰ χρη­σι­μεύ­σει ὡς εἰ­σα­γω­γὴ στὸ τρέ­χον μι­κρὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τῶν Ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ϊ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α του. Συγ­γρα­φέ­α καὶ με­τα­φρα­στὴ τὸ ἱ­στο­λόγιό μας τοὺς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τή.

Τὶμ Τόμ­λιν­σον (Tim Tomlinson) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1955). Ἔ­χει γρά­ψει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Requiem for the Tree Fort I Set on Fire καὶ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των This Is Not Happening to You. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ New York Writers Workshop. Ἐ­πι­σκε­φτεῖ­τε τον στὸ timtomlinson.org

Μετάφραση ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ δακτυλόγραφο:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Ρόμπερτ Μανς (Robert Mans): Μαθήματα πιάνου


Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans)


Μα­θή­μα­τα Πιά­νου

(Piano Lessons)

 

ΟΙΠΟΝ, ποῦ χά­θη­κες;, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέ­ϊ, κα­θι­σμέ­νος δέ­κα χρό­νια με­τὰ στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει, ἀ­γα­πή­σει, χο­ρέ­ψει καὶ χά­σει τὴν Πι­λάρ. Ἦ­ταν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ό τους μὲ τὴν Κά­θριν, ὅ­ταν καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, ποὺ δὲν ἦ­ταν πιὰ τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, καὶ εἶ­χε δεί­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα στὴ σύ­ζυ­γό του ποῦ σύ­χνα­ζε κά­πο­τε. Ὁ πορ­τι­έ­ρης μὲ τὸ μαῦ­ρο κου­στού­μι καὶ τὸ πα­πι­γιὸν εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὴν πόρ­τα γιὰ τὸ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», τὸ νέ­ο πιά­νο μπὰρ ποὺ ἐκ­θεί­α­ζαν πιὰ ὅ­λα τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τὰ σάϊτ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ὁ­λό­λευ­κο καὶ ἀρ­κε­τὰ φω­τει­νό, μὲ τρα­πέ­ζια πα­ρα­ταγ­μέ­να μὲ τά­ξη γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να πιά­νο μὲ οὐ­ρά, ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ τὸν φι­λό­ξε­νο χῶ­ρο γιὰ ἄ­το­μα τῆς ἡ­λι­κί­ας του καὶ τοῦ σι­να­φιοῦ του. Ὅ­λοι μὲ τὰ ὄ­μορ­φα ροῦ­χα τους, κα­λο­στη­μέ­νοι καὶ λαμ­πε­ροί, γι­όρ­τα­ζαν τὶς ἐ­πε­τεί­ους, τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες, τὴ γέν­νη­ση κά­ποι­ας ἐλ­πί­δας, μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ Μά­ϊκ στὸ πιά­νο. Ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε σμό­κιν, ὅ­πως ταί­ρια­ζε στὴ θέ­ση του, καὶ τοὺς ἔ­παι­ζε δι­κές του πει­ραγ­μέ­νες με­λω­δί­ες ἢ τζὰζ δι­α­σκευ­ὲς γνω­στῶν τρα­γου­δι­ῶν.

        Τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ Ρέ­ϊ καὶ τῆς Κά­θριν ἔ­βλε­πε τὰ πλῆ­κτρα καὶ τὰ χέ­ρια τοῦ πι­α­νί­στα καὶ ὁ Ρέϊ χά­ζευ­ε τὸ πιά­νο ὅ­λο το βρά­δυ. Ὡ­ραῖ­ο το φα­γη­τό, ὡ­ραῖ­ο καὶ τὸ κρα­σί, ὡ­ραί­α καὶ ἡ Κά­θριν. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ σχε­δὸν κα­τα­γώ­γιο μὲ τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα καὶ τὰ μουγ­κρη­τὰ τῶν ξέμ­παρ­κων μέ­θυ­σων. Τί­πο­τα δὲν θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του τό­τε. Λί­γο μό­νο ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη πί­στα τοῦ πιά­νου, ποὺ κα­τὰ σύμ­πτω­ση εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο ποὺ τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια του προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν μα­ζὶ μὲ τὴν Πι­λάρ.

        Τε­λεί­ω­σε τὸ μπου­κά­λι μὲ τὸ κρα­σὶ καὶ ὁ Ρέϊ ἤ­θε­λε κι ἄλ­λο. Ἡ Κά­θριν ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­να πο­τη­ρά­κι. Περ­νοῦ­σε κα­λὰ μα­ζί του. Ση­κώ­νον­τας δει­λά το χέ­ρι, ὅ­πως ὅ­ρι­ζαν πιὰ οἱ κα­λοί του τρό­ποι, γιὰ νὰ φω­νά­ξει τὸν σερ­βι­τό­ρο μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο καὶ τὸ μαῦ­ρο πα­πι­γιόν, ὁ Ρέϊ τὸν ἐν­τό­πι­σε κον­τὰ στὸ δι­α­κρι­τι­κὸ καὶ προ­σεγ­μέ­νο μπὰρ νὰ παίρ­νει μιὰ ἄλ­λη πα­ραγ­γε­λί­α. Μό­λις ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ μπρο­στὰ μὲ τὸν δί­σκο, ὁ Ρέϊ δι­ά­βα­σε στὴν κά­νου­λα La Rubia. Κόλ­λη­σε τὸ βλέμ­μα του ἐ­κεῖ σε βαθ­μὸ ποὺ ἀ­νη­σύ­χη­σε τὴν Κά­θριν ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν ρω­τά­ει τί εἶ­χε πά­θει καὶ ἂν εἶ­χε δεῖ κά­τι ποὺ τὸν τρό­μα­ξε. Μὰ πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν, σκε­φτό­ταν ὁ Ρέϊ. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἡ ἴ­δια μπί­ρα. Σὰν κά­του­ρο ἦ­ταν τό­τε. Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χουν αὐ­τὴ τὴν μπί­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα; Καὶ δί­χως νὰ ξε­κολ­λή­σει τὸ βλέμ­μα του ἀ­πὸ τὸ μπάρ, πα­ρήγ­γει­λε ἐ­σπευ­σμέ­να στὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε ἕ­να πο­τή­ρι κρα­σὶ ἀ­κό­μα γιὰ τὴ γυ­ναί­κα του καὶ μιὰ ξαν­θιὰ Rubia γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Γεύ­τη­κε τὴν κά­θε της γου­λιά, ἀλ­λὰ ἦ­ταν φα­νε­ρὰ πιὰ ἀ­νή­συ­χος. Ἡ Πι­λὰρ ἄρ­χι­σε νὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται νὰ χο­ρεύ­ει στὴν πί­στα. Τὰ γλυ­κό­λο­γα ποὺ πῆ­γε κά­πο­τε νὰ ξε­στο­μί­σει ἔρ­χον­ταν στὸ στό­μα του, ἀλ­λὰ τὰ ξέ­πλε­νε μὲ τὴν μπί­ρα καὶ τὸ σα­κά­κι του τὸν ἔ­σκα­γε. Ση­κώ­θη­κε στὴ μι­σὴ μπί­ρα νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα. Ἡ Κά­θριν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λά, ἀλ­λὰ δὲν τοῦ μί­λη­σε. Ἤ­ξε­ρε αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα νὰ ἀ­φή­νει χῶ­ρο στὸν ἄλ­λο καὶ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σε αὐ­τὸ σ’ ἐ­κεί­νη.

        Οἱ του­α­λέ­τες κι αὐ­τὲς στὰ ἱ­σπα­νι­κά. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, δι­πλα­νὲς πόρ­τες καὶ ἡ δι­κή του κα­τει­λημ­μέ­νη ἀ­πὸ ἄλ­λον. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πε­ρί­με­νε στὸν προ­θά­λα­μο. Βυ­θι­σμέ­νος στὴ μου­σι­κὴ τοῦ πιά­νου ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀλ­λο­τι­νὴ πί­στα, ἄ­κου­σε τὴν πόρ­τα νὰ ἀ­νοί­γει καὶ τὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ στὸν νι­πτή­ρα. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα νὰ μπεῖ μέ­σα, ὅ­μως συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς δὲν ἦ­ταν ἡ ἀν­τρι­κὴ ποὺ ἄ­νοι­ξε, ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ τύ­πος θὰ χέ­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα τό­ση ὥ­ρα, σκέ­φτη­κε. Ἀ­κό­μα πα­ρα­συρ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ πι­α­νί­στα, κοί­τα­ξε ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὴ γυ­ναι­κεί­α. Ὁ κα­θρέ­φτης φω­το­γρά­φι­ζε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λε­πτὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κα­στα­νο­κόκ­κι­να μαλ­λιὰ πι­α­σμέ­να σὲ κό­τσο γιὰ νὰ πλύ­νει τὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ ξα­να­βα­φτεῖ, καὶ μαύ­ρη στε­νὴ φού­στα. Ὁ Ρέϊ κοκ­κά­λω­σε. Ὁ κα­θρέ­φτης τὸν ξε­γε­λοῦ­σε. Δὲν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­ζέ το μπορ­ντὸ κρα­γιόν της. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν αὐ­τή. Τὸ κλὶκ στὴν πόρ­τα τῆς ἀν­τρι­κῆς του­α­λέ­τας τοῦ τά­ρα­ξε τὶς ἀ­να­μνή­σεις. Ὁ τύ­πος ποὺ ἔ­χε­ζε βγῆ­κε καὶ ἔ­ζω­νε τὸ που­κά­μι­σο μέ­σα στὸ κου­στού­μι του. Ὁ Ρέ­ϊ μπῆ­κε μέ­σα στὴ βρο­με­ρὴ του­α­λέ­τα καὶ κρα­τών­τας τὴ μύ­τη καὶ τὴ ζω­ή του σὲ ἀ­να­μο­νή, κα­τού­ρη­σε τὴ μι­σὴ μπί­ρα καὶ τὸ μι­σὸ μπου­κά­λι κρα­σί. Δὲν γί­νε­ται, σκε­φτό­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα. Τρα­βών­τας τὸ κα­ζα­νά­κι, ἄ­κου­σε «Mi amor» μέ­σα στὸν ἦ­χο τοῦ νε­ροῦ, ἀλ­λὰ ὅ­ταν βγῆ­κε ἔ­ξω ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε πιὰ τε­λει­ώ­σει καὶ φύ­γει.

        Γύ­ρι­σε στὸ τρα­πέ­ζι σὰν νὰ εἶ­χε μό­λις δεῖ φάν­τα­σμα. Ἡ Κά­θριν ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ κρα­σί της καὶ δὲν εἶ­δε τὰ ξαν­θά του δά­κρυ­α νὰ χά­νον­ται μέ­σα στὴν μπί­ρα, κα­θὼς ἐ­πί­τη­δες τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε στὰ μά­γου­λά του, γιὰ νὰ δρο­σι­στεῖ δῆ­θεν. Δὲν τῆς εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γιὰ τὴν Πι­λάρ, γιὰ τὸ ταν­γκό, γιὰ τὰ «Mi amor» ποὺ κά­θε βρά­δυ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ τῆς πεῖ καὶ δὲν τῆς ἔ­λε­γε τε­λι­κά, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀ­φή­σει σύ­ξυ­λο στὴν πί­στα καὶ χα­θεῖ γιὰ πάν­τα.

        Ὁ Μά­ϊκ χά­ι­δευ­ε τὰ πλῆ­κτρα μὲ τὰ τζὰζ χέ­ρια του καὶ πα­ρα­μόρ­φω­νε με­λω­δί­ες γνω­στῶν ρὸκ συγ­κρο­τη­μά­των ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὰ χω­νέ­ψουν οἱ θα­μῶ­νες τῆς ἀ­νώ­τε­ρης τά­ξης. «Without you, I’m nothing» ἔ­λε­γε τὸ πιά­νο καὶ ὁ Ρέ­ϊ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἐ­κεί­νη στὴν του­α­λέ­τα ἢ στὴν μπί­ρα ἢ στὴν πί­στα ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ.



 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hel­lenic A­me­ri­can U­niver­sity στὴν Ἀ­θή­να.


Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ ἀργεντινοῦ ζωγράφου Fabian Perez (1967).



		

	

Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Μαθήματα τανγκό


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Μαθήματα τανγκό

(Tango Lessons)


ΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ στὸ Μαν­χά­ταν, ὅ­που κά­πο­τε πη­γαῖ­ναν οἱ Λα­τί­νοι γιὰ χο­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ ἔ­χει μιὰ φτω­χὴ με­τα­νά­στρια ἀ­πὸ τὸ Που­έρ­το Ρί­κο ἢ τὸν Ἅ­γιο Δο­μί­νι­κο ἢ τὸ Με­ξι­κό, μπὰς καὶ βγά­λει κά­να φράγ­κο γιὰ τὴν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς της, ἀλ­λὰ ἔ­φτια­ξε ἕ­να τό­σο γα­μά­το μπάρ, ποὺ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τὸ ἐκ­θεί­α­σαν στὸν χρό­νο ποὺ κά­νει μιὰ σπί­θα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μὲ ὀ­χτὼ μπο­φὸρ καὶ ἔ­τσι τώ­ρα, στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες συ­χνά­ζει ὅ­λος ὁ κα­λὸς κό­σμος τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης. Ἀ­πὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες, ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ ἀ­φή­νουν τὴ βα­ρε­τὴ κα­φε­τέ­ρια τῆς ἑ­ται­ρεί­ας τους σὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νο­ξύ­στες γιὰ νὰ πιοῦν μιὰ μπί­ρα στῆς Ντο­λό­ρες, ἕ­ως φοι­τη­τὲς καὶ φοι­τή­τρι­ες, ὅ­λων τῶν ἐ­θνι­κο­τή­των, ποὺ θέ­λουν νὰ μά­θουν τὰ μυ­στι­κὰ τοῦ ταν­γκό, γιὰ νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν κά­ποι­α γκό­με­να ἢ γκό­με­νο στὴν πα­τρί­δα. Για­τί πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, στῆς Ντο­λό­ρες λει­τουρ­γεῖ μιὰ σχο­λὴ χο­ροῦ. Ὄ­χι σὰν τὶς ἄλ­λες, ὅ­που πᾶς καὶ φο­ρᾶς τὴ στο­λὴ καὶ τὰ εἰ­δι­κὰ πα­πού­τσια σου καὶ μα­θαί­νεις βῆ­μα-βῆ­μα ἐ­πὶ μῆ­νες ἕ­ναν ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο χο­ρὸ γιὰ νὰ κο­κο­ρευ­τεῖς σὲ κά­ποι­ο πάρ­τι ἀ­πο­φοί­των ἢ μιὰ βρα­διὰ τῆς τά­ξης σου ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν. Στῆς Ντο­λό­ρες μά­θαι­νες ἐ­κεῖ, στὴ σκη­νή, ἀ­νά­με­σα στὰ τρα­πέ­ζια, στὴ μυ­ρω­διὰ τῆς χυ­μέ­νης μπί­ρας, τοῦ κα­πνοῦ, τῆς τη­γα­νί­λας ἀ­πὸ τὴν κου­ζί­να καὶ στὰ μουγ­κρη­τὰ κά­ποι­ου τε­λει­ω­μέ­νου ποὺ ξέ­μει­νε ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς ποὺ δὲν πῆ­ρε πο­τέ. Στῆς Ντο­λό­ρες, ἔμ­παι­νες μέ­σα, ἔ­λε­γες τί μπί­ρα θέ­λεις, ἂν καὶ πάν­τα ἴ­δια γεύ­ση εἶ­χε, καὶ με­τὰ πή­γαι­νες καὶ δι­ά­λε­γες ἀ­πέ­ναν­τι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πε­λι­ὲς ποὺ θὰ ἦ­ταν ἡ δα­σκά­λα σου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἢ ὅ­ποι­ο βρά­δυ ἐρ­χό­σουν, ἂν ἄν­τε­χες ἢ ἂν δὲν ἦ­ταν πι­α­σμέ­νη. Τὴ σή­κω­νες πά­νω μὲ ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο κι ἐ­κεί­νη σὲ γρά­πω­νε σφι­χτὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὸν κῶ­λο, γιὰ νὰ σὲ πε­ρι­φέ­ρει μὲ μα­ε­στρί­α στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὴν Ἱ­σπα­νί­α ἢ ὅ­που ἀλ­λοῦ χο­ρεύ­ε­ται ταν­γκὸ καὶ νὰ σὲ κά­νει νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι ἤ­σουν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­τι πρὶν λί­γο ἤ­σουν χω­μέ­νος σὲ ἔγ­γρα­φα, σὲ ἐρ­γα­σί­ες φοι­τη­τῶν, σὲ μιὰ κου­ζί­να, σὲ ἕ­να αἰ­δοῖ­ο ἢ στὸν σκου­πι­δό­το­πο τοῦ μυα­λοῦ σου.

        Τὸ βρά­δυ ποὺ πῆ­γα συ­στη­μέ­νος στῆς Ντο­λό­ρες εἶ­χα πι­εῖ τρεῖς μπί­ρες τὸ με­ση­μέ­ρι μὲ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φο, εἶ­χα δι­ορ­θώ­σει λο­γο­κλεμ­μέ­νες ἐρ­γα­σί­ες, εἶ­χα γνω­ρί­σει τὴν και­νού­ρια μου συ­νερ­γά­τι­δα, εἶ­χα κολ­λή­σει στὴν κί­νη­ση καὶ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει τρεῖς φο­ρὲς νὰ γυ­ρί­σω πί­σω. Χαί­ρο­μαι ποὺ δὲν τὸ ἔ­κα­να. Χαί­ρο­μαι ποὺ γνώ­ρι­σα τὴν Πι­λάρ. Χαί­ρο­μαι ποὺ ἐ­ξέ­λι­ξα τὴ ζω­ή μου χο­ρεύ­ον­τας. Για­τί ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς μιὰ χο­ρεύ­τρια, ἦ­ταν τυ­φώ­νας… Σα­ρω­τι­κὴ καὶ πάν­τα φευ­γά­τη, σοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ χό­ρευ­ες καὶ σοῦ ἔ­παιρ­νε τὴν καρ­διὰ καὶ τὸ μυα­λό. Ἂν ἤ­σουν τυ­χε­ρὸς ἄ­κου­γες καὶ κά­να γλυ­κό­λο­γο, μὰ ἂν τολ­μοῦ­σες νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σεις, χα­νό­ταν λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Σὲ πα­ρα­τοῦ­σε στὴ σκη­νὴ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας τῆς Ντο­λό­ρες καὶ δὲν τὴν ξα­νά­βλε­πες ὅ­λο το βρά­δυ. Τὴ μό­νη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἔ­κα­να καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι χο­ρεύ­ει πο­λὺ ὡ­ραί­α, ἔ­μει­να νὰ κά­νω τὸ σκιά­χτρο μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να γιὰ νὰ φεύ­γουν τὰ κο­ρά­κια, ἡ κα­κο­τυ­χί­α καὶ οἱ ἀρ­νη­τι­κές μου σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί συ­νέ­βη. Εἶ­χα τό­σα πολ­λὰ νὰ πῶ στὴν Πι­λάρ, μὰ οἱ λέ­ξεις μου ἔ­με­ναν πάν­τα κρε­μα­σμέ­νες στὰ χεί­λη, ἀ­φοῦ κυ­ρί­ως δὲν ἤ­θε­λα νὰ χα­θεῖ. Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε νὰ μά­θω ταν­γκό. Τί νὰ τὸ κά­νω ἄλ­λω­στε στὴν τά­ξη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ ξυ­πνή­σω κά­να βα­ρι­ε­στη­μέ­νο φοι­τη­τή. Τί νὰ τὸ κά­νω; Εἶ­χε πε­ρά­σει ὁ και­ρὸς ποὺ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα μὲ τὸ σῶ­μα. Τώ­ρα τὸ μυα­λὸ κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε. Ὁ ἔ­ρω­τας ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ προ­έ­κτα­ση τῶν σκέ­ψε­ών σου. Ὅ­σο πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρες καὶ γο­η­τευ­τι­κές, τό­σο πιὸ πο­λὺ φλό­γα βγά­ζει τὸ σῶ­μα σου. Σὰν τὴν Πι­λάρ. Σὰν τὸν χο­ρό της. Σὰν ἐ­μέ­να ποὺ ἀ­φη­νό­μουν στὰ χέ­ρια της νὰ μὲ μά­θει ταν­γκό. Νὰ μὲ μά­θει νὰ ζῶ, τὸ ἔ­λε­γα στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ αὐ­το­κι­νή­του μου κα­θὼς ἔ­φευ­γα. Τέ­τοι­α θὰ τῆς ἔ­λε­γα, ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω, μὰ ἔ­τρε­μα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­κλει­να τὰ μά­τια καὶ μὲ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὰ κα­θί­σμα­τα καὶ τὰ ἁ­πλω­μέ­να πό­δια καὶ τὶς φω­νὲς ὅ­σων μᾶς κοι­τοῦ­σαν. Ἐ­κεί­νη πε­τοῦ­σε κι ἐ­γὼ ἔ­σερ­να τὰ ἀ­δέ­ξια πό­δια μου στὸ πά­τω­μα ἀ­πὸ κά­τω της. Ναί, ἡ Πι­λὰρ δὲν ἦ­ταν γιὰ λι­γό­ψυ­χους καὶ ρι­ψά­σπι­δες. Δὲν τὴν ἄγ­γι­ζα πιὰ στὸν ὦ­μο ὅ­ταν ἔμ­παι­να μέ­σα. Δὲν χρει­α­ζό­ταν. Ἡ Πι­λὰρ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν μπρο­στά μου σὰν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸς καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ μου­σι­κὴ χα­νό­ταν στὸ σκο­τά­δι λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, ἀ­φή­νον­τάς με ἔ­ρη­μο νὰ δι­ψά­ω γιὰ κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ νε­ρό, οὔ­τε γιὰ μπί­ρα.

        Ἤ­θε­λε κό­τσια νὰ ἀ­γα­πή­σεις τὴν Πι­λάρ. Ἤ­θε­λε καὶ πο­λὺ ἀλ­κο­όλ. Μά, κυ­ρί­ως κό­τσια. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ τὶς πραγ­μα­τι­κὲς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­πως χρει­ά­ζε­ται γιὰ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις. Δὲν κα­τα­λή­ξα­με πο­τὲ σὲ κά­ποι­ο κρε­βά­τι μὲ τὴν Πι­λάρ. Δὲν τῆς μί­λη­σα πο­τὲ ἄλ­λω­στε γιὰ νὰ τὸ προ­τεί­νω. Ἔ­πλε­κε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ δι­κά μου κι ἔ­παιρ­να αἷ­μα, καρ­διά, φω­νή, φῶς μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φλέ­βες της ποὺ δι­α­γρά­φον­ταν στὰ λευ­κά της χέ­ρια. Ἐ­κεῖ, γιὰ μιὰ ὥ­ρα κά­θε βρά­δυ ἐ­πὶ τρεῖς μῆ­νες. Στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες. Ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Κά­η­κε ἕ­να με­ση­μέ­ρι ἀ­πὸ φω­τιὰ στὴν κου­ζί­να.

        Πῆ­γα ἕ­να βρά­δυ τὴν Κά­θριν σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γει­το­νιὰ στὴ δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ό μας. Ἡ Πι­λὰρ μοῦ ἔ­μα­θε νὰ ἀ­γα­πά­ω καὶ νὰ εἶ­μαι σύν­τρο­φος, πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς;


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.