Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Τελώνια



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τε­λώ­νια


Ὁ Ἀν­τρέ­ας Ἀ­δελ­φου­λᾶ­κος (1941-2016), ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γιὸς τοῦ κα­πε­τὰν-Νί­κου Ἀ­δελ­φου­λά­κου τοῦ Κα­ρα­πέ­τση, ἦ­ταν ναυ­τι­κὸς (μη­χα­νι­κὸς μὲ ἄ­ρι­στες γνώ­σεις ναυ­σι­πλο­ΐ­ας) ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἕ­να βρά­δυ, στὶς 13 Μαρ­τί­ου 1991, ἀ­φη­γή­θη­κε στὴν πα­ρέ­α μας, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ 6-7 Πυ­θα­γο­ρί­τες —ἤ­μα­στε μα­ζε­μέ­νοι σὲ μιὰ τα­βέρ­να στὴ γει­το­νιά του, τὴν Καλ­λί­πο­λη τοῦ Πει­ραι­ὰ— τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ὅ­πως τὰ λέ­ει. Δὲν εἶ­χα μα­ζί μου μα­γνη­τό­φω­νο, ἀλ­λὰ μό­λις γύ­ρι­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη, ὅ­που ἔ­με­να ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γιὰ κά­ποι­ες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὲς σπου­δές, κά­θι­σα καὶ ἔ­γρα­ψα τὴ μι­κρὴ πα­ρά­ξε­νη ἱ­στο­ρί­α. Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι ὅ­σοι τὴν ἀ­κού­σα­με νι­ώ­σα­με ἀ­μη­χα­νί­α, ἴ­σως καὶ δυ­σπι­στί­α. Τὴν πα­ρα­θέ­τω σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό­δο­ση στὴ μνή­μη του κα­θὼς καὶ στὴ μνή­μη τῶν πρό­ω­ρα χα­μέ­νων ἀ­δερ­φῶν του Γιά­ννη καὶ Σταύ­ρου.
Β. Δημ.

ΑΞΙΔΕΥΑΝ μὲ τὸ «Κων­σταν­τῖ­νος». Εἴ­χα­νε κα­βα­τζά­ρει τὸν Κα­βο-Πά­πα καὶ περ­νοῦ­σαν τὸν Τσι­κνιὰ ἀ­φή­νον­τας πί­σω τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τῆς Ἰ­κα­ρί­ας νὰ μι­κραί­νει καὶ νὰ θο­λώ­νει σὰ σύν­νε­φο ἀ­π’ τοὺς ἀ­γέ­ρη­δες ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τὰ βου­νά της μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα.

       Εἶ­χε μπό­λι­κη λοι­πὸν θα­λασ­σί­τσα ἀλ­λὰ συ­νη­θι­σμέ­να πρά­μα­τα γιὰ τὸ μι­κρὸ φορ­τη­γό, ποὺ μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα ἐ­κτε­λοῦ­σε με­τα­φο­ρὲς ἐμ­πο­ρευ­μά­των ἀ­πὸ τὴ Σά­μο στὸν Πει­ραι­ὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα.

       Κα­πε­τά­νιος στὸ «Κων­σταν­τῖ­νος» ἦ­ταν ὁ συ­χω­ρε­μέ­νος Ἄγ­γε­λος Μάρ­κου. Πλή­ρω­μα, τὸ Κολ­λη­μέ­νο, ὁ Μα­νό­λης ἡ Κα­βα­λί­να, ὁ Μα­νό­λης ὁ Κου­τσλί­της καὶ δυ­ὸ τρεῖς ἄλ­λοι, ὅ­λοι πα­λι­κα­ρό­που­λα ἀ­πὸ τὸ Τη­γά­νι τῆς Σά­μου. Ὁ Ἀν­τρέ­ας ὁ Κα­ρα­πέ­τσης, μου­τζού­ρης μέ­χρι χτὲς στὸ μη­χα­νο­στά­σιο τῆς Μπουν­τού­ραι­νας, μιᾶς χα­μη­λο­κώ­λας ἀ­νε­μό­τρα­τας τοῦ χω­ριοῦ, ἤ­τα­νε πρω­τόμ­παρ­κος μη­χα­νι­κός. Ἐ­ρω­τευ­μέ­νος στὸ φοὺλ μὲ μιὰ μι­κρὴ τῆς γει­το­νιᾶς του, μπαι­νό­βγαι­νε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο, ἀ­νέ­βαι­νε στὸ χει­ρι­στή­ριο, κου­βέν­τια­ζε μὲ τὸ πλή­ρω­μα, ἦ­ταν ὅ­λο νεῦ­ρα καὶ τσα­τί­λα. Μὰ ὅ­πως καὶ νά ’­χε τὸ πρά­μα, τί νὰ κά­μεις ἅ­μα τα­ξι­δεύ­εις φορ­τω­μέ­νος μέ­χρι τὰ μπού­νια λά­δι καὶ χα­μά­δα καὶ ἀρ­με­νί­ζεις βί­α ἑ­φτὰ μί­λια τὴν ὥ­ρα δευ­τε­ρό­πρι­μα τὸν Τσι­κνιά…

       Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦ­ταν νὰ γί­νει ὅ,τι ἔ­γι­νε, ὁ Ἀν­τρέ­ας μί­λα­γε μὲ τὸν κα­πε­τά­νιο βα­ρι­ε­στι­σμέ­να. Τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἡ μι­κρὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἀ­πὸ τὴ λο­ξὴ πο­ρεί­α ποὺ χά­ρα­ζαν, γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν τὴ ρε­μα­τί­σια θά­λασ­σα. Βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε κα­νέ­να σο­βα­ρὸ λό­γο ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Στὸν Πει­ραι­ὰ πή­γαι­ναν, δὲν γύ­ρι­ζαν στὸ νη­σί. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ σκο­τοῦ­ρες μπρο­στά τους.

       Ἀ­μή­χα­νος μπῆ­κε στὴν καμ­πί­να τῆς γέ­φυ­ρας, ἄ­νοι­ξε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ πα­σπά­τευ­ε τὰ κουμ­πιά του. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ ἔ­βγαι­νε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο πα­ρά­σι­το. Ὁ μη­χα­νι­κὸς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς γυρ­νών­τας στὸν κα­πε­τά­νιο. «Πά­λι κα­νέ­νας σκα­τομ­πά­σταρ­δος θά ’­βα­λε τὸ χέ­ρι του.» Κι ὕ­στε­ρα, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ λι­α­ζό­ταν τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ στὴν πλω­ριὰ κου­βέρ­τα πά­νω σε κά­τι ντα­νι­α­σμέ­νους μου­σα­μά­δες, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα του: «Ρὲ πού­στη­δες, ρὲ κω­λο­γα­μη­μέ­νοι, ποιός ἦρ­θε καὶ πα­σπά­τε­ψε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ τοῦ ’­βγα­λε τὰ μά­τια;»

       Τὸ πλή­ρω­μα δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Χω­ρια­νοὶ ὅ­λοι, ξέ­ρα­νε τὸν Κα­ρα­πέ­τση σὰν κάλ­πι­κη μο­νέ­δα, γε­λού­σα­νε.

       Στὸ με­τα­ξὺ ὁ κα­πε­τά­νιος εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­μα­ρί­νι του καὶ κοί­τα­ζε τὴν κε­ραί­α τοῦ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νου. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξε τὸ μη­χα­νι­κό. «Ἀν­τρέ­α, κοί­τα τὴν κε­ραία. Τε­λώ­νια. Ἄν­τε, φέ­ρε γρή­γο­ρα ἕ­ναν τε­νε­κέ.»

       Ὁ μη­χα­νι­κὸς γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν κε­ραί­α πρὶν κά­νει αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ’­λέ­γε ὁ κα­πε­τά­νιος. Πά­νω σ’ ὅ­λο το μῆ­κος της εἶ­χε κα­θί­σει ἕ­να πρά­μα, σὰν κόλ­λα, σὰ μύ­ξα. Ἔ­μοια­ζε μὲ δε­μά­τι ἀ­πὸ ξό­βερ­γες. Πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ τύ­χαι­νε, ἀλ­λὰ εἶ­χε ξα­να­κού­σει γιὰ τε­λώ­νια. Μό­νο ποὺ δὲν τὰ πί­στευ­ε, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ νέ­οι της ἡ­λι­κί­ας του.

       Κα­τέ­βη­κε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Πί­στευ­ε καὶ δὲν πί­στευ­ε αὐ­τὰ ποὺ γί­νον­ταν στὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ στὴν κε­ραί­α του.

       Σὲ λί­γο ἀ­νέ­βη­κε στὸ κα­τά­στρω­μα μὲ ἕ­ναν ἄ­δει­ο λα­δο­τε­νε­κὲ στὰ χέ­ρια καὶ βρέ­θη­κε μπρο­στά σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο θέ­α­μα, ποὺ τε­λι­κὰ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ βά­λει τὰ γέ­λια. Ὁ κα­πε­τά­νιος, μαλ­λια­ρὸς καὶ χον­τρός, εἶ­χε κα­τε­βά­σει τὰ βρα­κιά του καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸν κῶ­λο του μὲ τὶς πα­λά­μες του. Σὲ κά­θε χτύ­πη­μα τὰ ξίγ­κια καὶ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­παυ­τά του κου­νι­οῦν­ταν πά­νω-κά­τω καὶ μπρὸς-πί­σω σὰν τὸ καμ­πα­νά­κι τῆς πλώ­ρης. Πιὸ πέ­ρα ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ πλη­ρώ­μα­τος μι­μοῦν­ταν στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὶς κι­νή­σεις του.

       Ὁ κα­πε­τά­νιος ἔ­δει­ξε νὰ πει­ρά­χτη­κε ἀ­πὸ τὰ χά­χα­να τοῦ μη­χα­νι­κοῦ.

       «Σκά­σε καὶ χτύ­πα τὸν τε­νε­κέ», τοῦ ’­βα­λε τὶς φω­νές. Τί νὰ κά­νει, χτύ­πα­γε ὁ Ἀν­τρέ­ας τὸ τούμ­πα­νο, χτυ­ποῦ­σαν οἱ λοι­ποὶ τοὺς κώ­λους τους, ὅ­λοι συγ­χρο­νι­σμέ­νοι στὸ ρυθ­μὸ τοῦ κα­πε­τὰν-Ἄγ­γε­λου, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ βλέ­πουν τὴν πα­ρά­ξε­νη μά­ζα νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κέν­τρο τῆς κε­ραί­ας, σὰν σμά­ρι ἀ­πὸ με­λίσ­σια καὶ νὰ φεύ­γει στὸν οὐ­ρα­νό.

       «Μπρά­βο παι­διά», λέ­ει ὁ κα­πε­τά­νιος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ κοι­τοῦ­σε μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. «Τά ’­δες, βρὲ βλά­κα; Εἶ­σαι καὶ με­γα­λύ­τε­ρος…», ἀ­πο­σώ­νει στὸ μη­χα­νι­κὸ σο­βα­ρὰ-σο­βα­ρά, τρα­βά­ει τὰ βρα­κιά του καὶ μπαί­νει στὴν καμ­πί­να του σὰ νὰ μὴ συ­νέ­βη­κε τί­πο­τα…



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ περ. Τὸ Τηγάνι, ἀρ. 25 (Σεπτέμ­βριος-Δεκέμ­βριος 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Ἀπὸ δεξιά: Δημήτρης Βασιλειάδης, Ἀνδρέας Ἀδελφουλᾶκος, Τοῦρκος ὑπήκοος καὶ Νίκος Μανιάτης στὸ Κουσάντασι τὸ 1968.


		
Διαφημίσεις

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο


TAN HMOYN μι­κρός, μέ­να­με μὲ τὴ μά­να σ’ ἕ­να σπί­τι ἐ­ξο­χι­κό. Σή­με­ρα θά ‘λε­γα σ’ ἕ­να σπί­τι πα­λαιϊκό. Ἦ­ταν χτι­σμέ­νο μὲ ξύ­λα, πέ­τρα καὶ κόκ­κι­νη λά­σπη. Τὸ μι­σὸ ἤ­τα­νε ἀ­πο­θή­κη γιὰ τὰ ζων­τα­νά. Τὸ ἄλ­λο μι­σὸ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο μὲ τὰ οὗ­λα του. Μέ­χρι κου­νου­πι­έ­ρα εἴ­χα­με στὸ κρε­βά­τι μας. Τὸ σπί­τι βρι­σκό­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης. Πί­σω του ὁ κῆ­πος καὶ πιὸ πί­σω ὁ ξε­ρο­πό­τα­μος – ἔ­σερ­νε τὴν κοί­τη του δι­α­κό­σια μέ­τρα ἀ­πὸ μᾶς μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἡ κοί­τη ἀ­νη­φό­ρι­ζε πα­ρέ­α μὲ κα­να­πί­τσες, κα­λά­μια καὶ ἀ­νά­ρια πλα­τά­νια. Ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­κο­λού­θα­γε τὰ ἴ­χνη τοῦ πο­τα­μοῦ καὶ χα­νό­ταν στὸν αὐ­χέ­να δυ­ὸ λό­φων.

       Πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω ἐ­κεί­νους τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ἡ μά­να δὲ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὸ κά­νω, μέ­χρι ν’ ἀ­πο­κτή­σω μὲ τὴν ἀ­ξί­α μου τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἔ­τσι ὀ­νει­ρευ­ό­μουν ὅ­τι δρα­πέ­τευ­α στὴν κοί­τη τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀ­νη­φό­ρι­ζα στοὺς λό­φους καὶ τὰ λοι­πά. Ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Κά­πο­τε θὰ στὴ γρά­ψω, μὴ λά­χει καὶ πα­λα­βώ­σω καὶ σβή­σει ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου.

       Μπρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι περ­νοῦ­σε ὁ δη­μό­σιος δρό­μος. Χῶ­μα καὶ σκό­νη τὰ κα­λο­καί­ρια, λά­σπη καὶ μπαν­τί­κι* τὶς βρο­χε­ρὲς μέ­ρες, δη­λα­δὴ σχε­δὸν τὸ χει­μώ­να ὁ­λό­κλη­ρο. Ὅ­ταν τὰ με­ση­μέ­ρια περ­νοῦ­σαν τὰ κά­ρα καὶ τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α τῆς γραμ­μῆς γιὰ τὰ χω­ριὰ τοῦ κάμ­που, στε­κό­μουν στὴν κλει­δω­μέ­νη αὐ­λό­πορ­τα καὶ τὰ χά­ζευ­α. Ἡ σκό­νη ἢ τὸ πι­τσί­λι­σμα τῶν λα­σπό­νε­ρων, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ἦ­ταν ἀ­πό­λαυ­ση. Κι ἂς ἔ­σκου­ζε ἡ μά­να, θὰ σὲ σα­πί­σω στὸ ξύ­λο, ἔμ­πα στὸ σπί­τι. Ἤ­ξε­ρε πὼς δὲν κιν­δυ­νεύ­ω κι ἔ­με­νε στὶς φω­νές. Κα­μιὰ φο­ρὰ μοῦ τὶς ἔ­βρε­χε στὸν πι­σι­νό, μᾶλ­λον χα­ϊ­δευ­τι­κά, μὲ τὴ σκού­πα ἢ τὸ φα­ρά­σι. Ψι­λὰ πρά­μα­τα. Μὲ ἀ­γά­πα­ε. Τὶς νύ­χτες κοι­μό­μα­σταν ἀγ­κα­λιὰ στὸ κρε­βά­τι μας.

       Σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν κῆ­πο, μέ­χρι τὸ ἁ­γιά­ρι* ποὺ μᾶς χώ­ρι­ζε ἀ­π’ τὸ ρέ­μα, εἶ­χα στή­σει τὸ παι­δι­κό μου βα­σί­λει­ο. Ἐ­κεῖ πέρ­να­γα τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες καὶ σπού­δα­ζα τὰ ἐ­ξω­σχο­λι­κά μου μα­θή­μα­τα. Συν­τρο­φιά μου ὁ σκύ­λος, κάμ­πο­σες γά­τες θε­ό­μορ­φες —θη­λυ­κὲς ὅ­λες κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο— καὶ οἱ κό­τες. Μὲ τὶς κό­τες πά­ρε-δῶ­σε δὲν εἶ­χα. Πιὸ ἀ­τί­θα­σες, μὲ ἀ­πό­φευ­γαν. Πή­γαι­ναν καὶ βό­σκα­νε μα­κριά, τὶς ἔ­χα­να ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Ἐρ­χό­ντα­νε μέ­ρες ποὺ χά­νον­ταν ἐν­τε­λῶς γιὰ βδο­μά­δες, ὥ­σπου ξε­φύ­τρω­ναν ἀ­π’ τὸ ρέ­μα μὲ κα­μιὰ ντου­ζί­να κλω­σό­που­λα ἡ κα­θε­μιὰ συ­νο­δεί­α. Ὁ σκύ­λος κι οἱ γά­τες μὲ εἶ­χαν ἀ­πὸ κον­τά, παί­ζα­με μὲ τὶς ὧ­ρες σὰν πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νέ­νας πὼς ἡ παι­δι­κή μου ζω­ὴ ἦ­ταν πα­ρα­δει­σέ­νια. Κι ἔ­τσι θὰ ἦ­ταν, ἂν δὲ βά­λεις στὸ μέ­τρη­μα τὸν κα­η­μό μου νὰ κα­τε­βῶ στὸ ξε­ρό­ρε­μα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω τοὺς λό­φους. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τη, ἔ­χει νάρ­κες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο στὸ γε­φυ­ρά­κι, θὰ σκο­τω­θεῖς, νὰ μὴν πᾶς που­θε­νά. Εὐ­τυ­χῶς, τὰ πρά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν μέ­χρι νὰ κα­βα­τζά­ρω πά­νω-κά­τω τὰ δέ­κα. Ἄ­κου πῶς ἔ­γι­νε:

       Εἶ­πα πὼς εἴ­χα­με κάμ­πο­σες γά­τες. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ Ἀ­πρί­λη οἱ γά­τες γεν­νο­βο­λοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν ἀ­πο­θή­κη. Σὰν κου­νέ­λες οἱ ἄ­τι­μες. Ἡ μά­να πα­ρα­φύ­λα­γε, τὶς ξε­γέ­λα­γε μὲ κά­να κομ­μά­τι ψω­μὶ βου­τηγ­μέ­νο στὸ γά­λα καὶ μά­ζευ­ε τὰ τυ­φλὰ γα­τό­που­λα σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Τὴ γλί­τω­ναν μό­νο τα θη­λυ­κὰ κι αὐ­τὰ ὄ­χι ὅ­λα. Ἄ­φη­νε ζων­τα­νὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε ὄ­μορ­φα χρώ­μα­τα. Ὕ­στε­ρα μ’ ἔ­πι­α­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ τὸ τσου­βά­λι στὴν πλά­τη μὲ πή­γαι­νε βόλ­τα μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ κα­τέ­λη­γε ἡ κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου καὶ φύ­τρω­ναν πυ­κνὲς κα­λα­μι­ές. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­με σπί­τι, τὸ τσου­βά­λι μὲ τὰ γα­τό­που­λα ἤ­τα­νε ἄ­δει­ο.

       Ἔ, λοι­πὸν τί νὰ σοῦ πῶ. Μέ­χρι νὰ βγά­λω τὸ δη­μο­τι­κὸ εἶ­χα γί­νει ἐξ­πὲρ στὸν ἀ­φα­νι­σμό. Δὲν προ­λά­βαι­ναν νὰ γεν­νή­σουν οἱ γά­τες, καὶ τὰ γα­τό­που­λα ἦ­ταν πνιγ­μέ­να στὴ θά­λασ­σα. Μό­νος μου πή­γαι­να. Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ μά­να. Ἤ­μουν κα­λὸς μα­θη­τής της. Σὲ πολ­λὰ τὴν ξε­πέ­ρα­σα. Τά ’­πνι­γα χω­ρὶς ν’ ἀ­κου­στεῖ κίχ. Ἔ­τσι ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ σερ­γι­α­νά­ω στὴν κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου μέ­χρι τοὺς λό­φους. Ὁ­λο­μό­να­χος πάν­τα, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ δὲ μὲ κά­να­νε γοῦ­στο, για­τὶ ὅ­ταν μὲ τσά­τι­ζαν, θύ­μω­να καὶ τὰ πλά­κω­να στὶς μπου­νι­ές. Ὧ­ρες-ὧ­ρες ἤ­θε­λα νὰ τὰ κλεί­σω ζων­τα­νὰ στὸ τσου­βά­λι καὶ νὰ τὰ πνί­ξω στὴ θά­λασ­σα σὰ γα­τιά.

       Τὰ σκέ­φτο­μαι καὶ λι­γώ­νει ἡ ψυ­χή μου ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα. Για­τὶ γιὰ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο ἔ­κα­μα ὅ,τι ἔ­κα­μα ἀλ­λὰ ἡ δου­λειὰ στρά­βω­σε καὶ μπῆ­κα στὰ κάγ­κε­λα. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ στὴ γρά­ψω ἄλ­λη φο­ρά… Μὲ τρώ­ει ἡ ἔ­γνοι­α ἀ­πό­ψε ποι­ός θὰ ξα­λα­φρώ­νει τὴν ἀ­πο­θή­κη ἀ­π’ τὰ γα­τιὰ τώ­ρα ποὺ ἡ μά­να κα­τά­πε­σε.


* μπαντίκι· κόλλημα στὴ λάσπη.
* ἁ­γιά­ρι· μικρὸς γκρεμός, χαντάκι.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Μά­να καὶ γιός



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Μά­να καὶ γιός


ΓΟΡΙ ἢ ἄν­δρας περ­πα­τά­ει στὸν δρό­μο. Ψά­χνει τὴ μά­να του ἢ τὴν σκέ­φτε­ται. Ἡ μά­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι. Δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται σι­ω­πη­λά, περ­νά­ει ἀ­πὸ μέ­σα του, δὲν τὴν γνω­ρί­ζει. Ἐ­κεί­νη τὸν νι­ώ­θει καὶ τὸν φι­λᾶ. Κά­τι ἁ­πα­λὸ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ μνή­μη, αὔ­ρα δρο­σί­ζει τὸ μνῆ­μα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ἡ ὀδοντοστοιχία



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ἡ ὀδοντοστοιχία


ΟΥ ΕΙΠΑΝ, τρεῖς μῆ­νες ἔ­χεις τὸ πο­λὺ ζω­ή. Σὰν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τὰ δόν­τια του ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φτιά­ξει. Δι­ό­τι μα­κρο­πρό­θε­σμα ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὴν κα­λή του ἐμ­φά­νι­ση κι ἂς εἶ­ναι σκε­λε­τός. Ἂν μά­λι­στα μελ­λον­τι­κὰ κά­ποι­ο ἐρ­γα­στή­ριο ζη­τή­σει τὰ ὀ­στά του γιὰ με­λέ­τη, θὰ ἤ­θε­λε πο­λὺ οἱ ἐ­ρευ­νή­τρι­ες νε­α­ρές το ὡ­ραῖ­ο του κρα­νί­ο νὰ κοι­τοῦν, τὴν ἄ­ψο­γη ὀ­δον­το­στοι­χί­α νὰ θαυ­μά­ζουν καὶ ἴ­σως νὰ σκέ­φτον­ται πό­σο ἄ­δι­κος ἦ­ταν ὁ θά­να­τός του, μὲ τέ­τοι­α δόν­τια ἄ­φθαρ­τα νὰ γεί­ρει στὴν ἀ­φά­νεια, θύ­μα τῆς λαί­μαρ­γης κα­τά­πο­σης τοῦ ἄ­σπλα­χνου νω­δοῦ ψυ­χο­συλ­λέ­κτη.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ὁ Θράσος



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ὁ Θράσος


ΙΚΡΟΣ ὁ Θρά­σος κυ­νη­γοῦ­σε τὰ σκου­λή­κια. Τά­ι­ζε τὶς κό­τες του γιὰ κα­νέ­να αὐ­γό. Τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τάν­τη­σε λια­νὸς κι ἁ­γνό­φα­ος. Ἔ­χει σι­τέ­ψει. Θυ­μᾶ­ται τὰ σκου­λή­κια καὶ τρο­μά­ζει. Πα­σχί­ζει νὰ μὴ μεί­νει ξίγ­κι πά­νω του. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν ἀ­γνάν­τευ­ες στὶς ξό­βερ­γες ἀ­πὸ ρά­χη σὲ κλα­δὶ κι ἀ­πὸ κλα­δὶ σὲ ρά­χη, σέρ­νε­ται σκα­λὶ-σκα­λὶ στὸ φτω­χι­κό του, ἀ­πὸ τὴν ξό­βερ­γα τοῦ χά­ρου νὰ γλι­τώ­σει.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δη: Τετριμμένο σενάριο διηγήματος



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τετριμμένο σενάριο διηγήματος


Ι ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ἔ­γι­ναν χά­πια. Οἱ βδο­μά­δες κου­τιὰ ἀ­πὸ χά­πια. Οἱ μῆ­νες συν­τα­γὲς μη­νια­ῖες γιὰ χά­πια καρ­διᾶς, πί­ε­σης, χά­πια κα­τὰ τοῦ ἀλ­τσχά­ι­μερ. Χά­πι τὸ πρω­ί, χά­πι τὸ με­ση­μέ­ρι, χά­πι τὸ βρά­δυ. Ἢ πρά­σι­νο χά­πι, κί­τρι­νο χά­πι, χά­πι κα­φέ. Ρο­λό­ι ἀ­κρι­βεί­ας τὸ χά­πι, ἀ­δειά­ζει τὶς ὧ­ρες σὲ ἄ­δει­ο κου­τί. Ὁ ἀ­νι­ψιὸς σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση ψύ­χραι­μος, ἐλ­πί­ζει πὼς κα­τα­φθά­νει τὸ unhappy end τῆς πλού­σιας θεί­ας. Φυ­σι­κά, γιὰ νὰ καρ­πω­θεῖ το δέ­ρας τῆς ὕ­παρ­ξης. Ὡ­στό­σο ἡ μοί­ρα τοῦ γρά­φει αἰφ­νί­διος θά­να­τος κτλ. (Στὸ ὕ­φος τὸ ἔκ­δη­λο χι­οῦ­μορ νὰ ἀ­πο­φευ­χθεῖ, ἂς ἐκ­βά­λει ἔγ­και­ρος γέ­λως ἀ­π’ τὸ προ­βλέ­ψι­μο happy end τῆς ὑ­πό­θε­σης, ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὴ θεί­α νὰ συ­νε­χί­σει τὰ χά­πια της καὶ με­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τῆς αὐ­λαί­ας.)



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).