Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.


		
Advertisements

Κέϊτ Σοπέν (Kate Chopin): Ὁ τυφλός

chopinkate-otyflos-eikona-01


Κέ­ϊτ Σο­πέν (Kate Chopin)


τυ­φλός

(The blind man)


04-omikron ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟ κόκ­κι­νο κου­τὶ στὸ χέ­ρι κα­τη­φό­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸν δρό­μο. Τὸ πα­λιὸ ψά­θι­νο κα­πέ­λο του καὶ τὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­να ροῦ­χα του ἔ­μοια­ζαν μου­σκε­μέ­να ἀ­π’ τὴ βρο­χὴ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες φο­ρὲς καὶ στε­γνω­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο ἄλ­λες τό­σες. Δὲν ἦ­ταν γέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­δει­χνε ἀ­δύ­να­μος· καὶ περ­πα­τοῦ­σε μὲς στὸν ἥ­λιο, πά­νω στὸ ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νο πε­ζο­δρό­μιο ποὺ τσου­ρού­φλι­ζε τὰ πό­δια του. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦ­σαν τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου, κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σαν εὐ­χά­ρι­στα κά­τω ἀ­π’ τὸν πλού­σιο ἴ­σκιο τῶν δέν­τρων ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε για­τί ἦ­ταν τυ­φλός, καὶ ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­νό­η­τος.

           Τὸ κόκ­κι­νο κου­τὶ πε­ρι­εῖ­χε μο­λύ­βια ποὺ πά­σχι­ζε νὰ που­λή­σει. Δὲν κρα­τοῦ­σε μπα­στού­νι, ἀλ­λὰ κα­θο­δη­γοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του σέρ­νον­τας πό­τε τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πέ­τρι­νες πλά­κες καὶ πό­τε τὸ χέ­ρι του πά­νω στὶς σι­δε­ρέ­νι­ες μπά­ρες. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ σκόν­τα­φτε στὰ σκα­λο­πά­τια κά­ποι­ου σπι­τιοῦ, τὰ ἀ­νέ­βαι­νε. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­φοῦ κα­τόρ­θω­νε νὰ φτά­σει στὴν πόρ­τα μὲ με­γά­λη δυ­σκο­λί­α, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι καὶ τό­τε κα­τέ­βαι­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ καὶ τρα­βοῦ­σε τὸν δρό­μο του. Κά­ποι­ες σι­δε­ρέ­νι­ες ἐ­ξώ­πορ­τες ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νες, ἀ­φοῦ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τῶν σπι­τι­ῶν ἔ­λει­παν σὲ δι­α­κο­πές, καὶ κεῖ­νος ξό­δευ­ε πολ­λὴ ὥ­ρα πα­λεύ­ον­τας νὰ τὶς ἀ­νοί­ξει, κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, κα­θὼς εἶ­χε ὅ­λο τὸν χρό­νο στὴ δι­ά­θε­σή του.

           Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ κα­τόρ­θω­νε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι, ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος τύ­χαι­νε νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει —ἄν­τρας ἢ γυ­ναί­κα— δὲν χρει­α­ζό­ταν μο­λύ­βια, οὔ­τε καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ τοὺς πα­ρα­κι­νή­σει ὥ­στε νὰ ἐ­νο­χλή­σουν τὴν κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ γιὰ κά­τι τό­σο ἀ­σή­μαν­το.

           Ὁ ἄν­τρας περ­πα­τοῦ­σε πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ εἶ­χε φτά­σει πο­λὺ μα­κριὰ δί­χως νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ που­λή­σει τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ κά­ποι­ος ποὺ ἐ­πι­τέ­λους εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ τὸν βλέ­πει νὰ τρι­γυ­ρί­ζει ἄ­σκο­πα τὸν ἐ­φο­δί­α­σε μ’ αὐ­τὸ τὸ κου­τὶ μὲ τὰ μο­λύ­βια καὶ τὸν ἔ­στει­λε νὰ βγά­λει τὸ ψω­μί του. Τὸν βα­σά­νι­ζε ἡ πεί­να, ποὺ τοῦ τρυ­ποῦ­σε τὸ στο­μά­χι μὲ τὰ σου­βλε­ρὰ δόν­τια της, καὶ ἡ δί­ψα ποὺ τοῦ ξέ­ραι­νε τὸ στό­μα. Ὁ ἥ­λιος τὸν ἔ­ψη­νε. Φο­ροῦ­σε πά­ρα πολ­λὰ ροῦ­χα, γι­λέ­κο καὶ παλ­τὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ που­κά­μι­σο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ εἶ­χε βγά­λει καὶ νὰ τὰ κου­βα­λά­ει στὸ χέ­ρι ἢ νὰ τὰ πε­τά­ξει· ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν ποὺ τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ κά­τι τέ­τοι­ο. Μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν εἶ­δε ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο κά­που ψη­λὰ τὸν λυ­πή­θη­κε κι εὐ­χή­θη­κε μέ­σα της νὰ δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο γιὰ νὰ πά­ει στὴ σκιά.

           Ὁ ἄν­τρας χώ­θη­κε σ’ ἕ­να στε­νὸ ὅ­που ἔ­παι­ζε μιὰ πα­ρέ­α ἐν­θου­σι­α­σμέ­νων παι­δι­ῶν κά­νον­τας φα­σα­ρί­α. Τὸ χρῶ­μα τοῦ κου­τιοῦ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή τους καὶ θέ­λη­σαν νὰ δοῦν τί πε­ρι­εῖ­χε. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε νὰ τοῦ τ’ ἁρ­πά­ξει. Αὐ­τός, ὅ­μως, προ­σπα­θών­τας ἐν­στι­κτω­δῶς νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του καὶ συ­νά­μα τὸ μο­να­δι­κὸ μέ­σο συν­τή­ρη­σής του, ἀν­τι­στά­θη­κε, ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς καὶ τὰ ἔ­βρι­σε. Κά­ποι­ος πε­ρα­στι­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, βλέ­πον­τας πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­να­τα­ρα­χῆς, τὸν τρά­βη­ξε ἀ­π’ τὸ κο­λά­ρο βί­αι­α· μό­λις, ὅ­μως, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν τυ­φλός, σκέ­φτη­κε μὲ σύ­νε­ση κι ἀ­πέ­φυ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τάς τον. Ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲς στὸν ἥ­λιο.

           Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἄ­σκο­πης πε­ρι­πλά­νη­σής του ἔ­στρι­ψε σ’ ἕ­ναν δρό­μο ὅ­που κι­νοῦν­ταν πά­νω κά­τω τε­ρα­τώ­δη τρὰμ μ’ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο, κου­δου­νί­ζον­τας τὰ καμ­πα­νά­κια τους καὶ κά­νον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸ ἔ­δα­φος νὰ τρέ­μει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τρο­με­ρῆς ὁρ­μῆς τους. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο.

           Τό­τε συ­νέ­βη κά­τι – κά­τι τρο­με­ρὸ ποὺ ἔ­κα­νε τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ λι­πο­θυ­μοῦν καὶ τοὺς πιὸ δυ­να­τοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἄν­τρες ποὺ τὸ εἶ­δαν νὰ λι­πο­ψυ­χοῦν καὶ νὰ ζα­λί­ζον­ται. Τὰ χεί­λη τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν γκρί­ζα ὅ­πως καὶ τὸ πρό­σω­πό του, γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια στα­χτογ­κρί­ζα κι αὐ­τὸς τραν­τα­ζό­ταν κι ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια ποὺ εἶ­χε κα­τα­βά­λει νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἄ­ρα­γε πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ τὰ πλή­θη τό­σο ξαφ­νι­κά, ἂν ὄ­χι διὰ μα­γεί­ας; Ἀ­γό­ρια ποὺ ἔ­τρε­χαν, γυ­ναῖ­κες καὶ ἄν­τρες συν­τε­τριμ­μέ­νοι πά­νω στὸ τι­μό­νι τους κοι­τοῦ­σαν τὴν ἀ­πο­τρό­παι­α θέ­α: για­τροὶ ποὺ ἔ­σπευ­δαν μὲ τ’ ἁ­μα­ξά­κια κα­θο­δη­γη­μέ­νοι, λές, ἀ­πὸ τὴ Θεί­α Πρό­νοι­α.

           Καὶ ὁ τρό­μος κο­ρυ­φώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ κό­σμος ἀ­να­γνώ­ρι­σε στὴ νε­κρὴ κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νη φι­γού­ρα ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλου­σι­ό­τε­ρους, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρους καὶ πιὸ χρή­σι­μους γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α ἄν­τρες τῆς πό­λης,  ἄν­τρα ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴ σύ­νε­ση καὶ τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του. Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξει ἡ μοί­ρα ἕ­να τό­σο φρι­κτὸ τέ­λος. Ἔ­φευ­γε βι­α­στι­κὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ται­ρί­α του, μιὰ καὶ εἶ­χε ἀρ­γή­σει, γιὰ νὰ βρε­θεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ ξε­κι­νή­σει σὲ μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες γιὰ τὸ ἐ­ξο­χι­κό τους στὴν ἀ­κτὴ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Στὴ βι­α­σύ­νη του δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση κι ἐ­πα­να­λή­φθη­κε τὸ σύ­νη­θες καὶ σπα­ρα­ξι­κάρ­διο συμ­βάν. Ὁ τυ­φλὸς δὲν ἤ­ξε­ρε τὴν αἰ­τί­α ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἀ­να­στά­τω­σης. Εἶ­χε δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο καὶ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, σκον­τά­φτον­τας μὲς στὸν ἥ­λιο, σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πλά­κες τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue στὶς 13 Μα­ΐ­ου 1897. Βλ. Ka­te Chopin, A Vo­ca­tion and a Voi­ce, Sto­ries (Pen­guin Clas­sics, 1991)

καὶ

http://www.flashfictiononline.com/fpublic0028-blind-man-kate-chopin.html

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin, (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Katherine O’ Flaherty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20ου αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Λεονάρντο Σάσα (Leonardo Sciascia): Τὸ μακρὺ ταξίδι

Sciascia,Leonardo-ToMakryTaksidi-Eikona-02


Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia)


Τὸ μακρὺ ταξίδι

(Il lungo viaggio)


07-Htta-Haakon_den_godes_saga_-_initial_-_G__Munthe ΝΥΧΤΑ ΕΜΟΙΑΖΕ ἰ­δα­νι­κὴ γι’ αὐ­τό, πυ­κνὸ σκο­τά­δι ποὺ ἀρ­κοῦ­σε ἡ πα­ρα­μι­κρή σου κί­νη­ση γιὰ νὰ νι­ώ­σεις τὸ βά­ρος της. Καὶ σὲ τρό­μα­ζε ἡ ἀ­νά­σα τοῦ κό­σμου – αὐ­τοῦ τοῦ θη­ρί­ου, ὁ ἦ­χος τῆς θά­λασ­σας: ἀ­νά­σα ποὺ ἔ­σβη­νε στὰ πό­δια τους.

        Μὲ τὶς χαρ­το­νέ­νι­ες βα­λί­τσες καὶ τὰ φαγ­κό­τα τους στέ­κον­ταν σὲ μιὰ πε­τρώ­δη πα­ρα­λί­α, προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ λό­φους με­τα­ξὺ Τζέ­λα καὶ Λι­κά­τα· εἶ­χαν φτά­σει τὸ σού­ρου­πο ἐ­κεῖ ξε­κι­νών­τας χα­ρά­μα­τα ἀ­π’ τὰ χω­ριά τους, κά­τι χω­ριὰ στὴν καρ­διὰ τῆς χώ­ρας, μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, μα­ζε­μέ­να στὴν ἄ­νυ­δρη ἔ­κτα­ση τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἔ­βλε­πε τὴ θά­λασ­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ καὶ τρό­μα­ζε στὴ σκέ­ψη πὼς θά ’­πρε­πε νὰ τὴ δι­α­σχί­σει ὅ­λη μὲς στὴ νύ­χτα, ἀ­πὸ κεί­νη τὴν ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Σι­κε­λί­ας μέ­χρι τὴν ἄλ­λη ἔ­ρη­μη πα­ρα­λί­α τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, καὶ πά­λι μὲς στὴ νύ­χτα. Για­τί τέ­τοι­α ἦ­ταν ἡ συμ­φω­νί­α: «Ἐ­γὼ νύ­χτα θὰ σᾶς μπαρ­κά­ρω, καὶ νύ­χτα θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω», εἶ­χε πεῖ ὁ ἄν­τρας —ἕ­νας τύ­πος πλα­σι­ὲ ἂν κρί­νω ἀ­π’ τὴν πο­λυ­λο­γί­α του, μὰ σο­βα­ρὸς καὶ ἔν­τι­μος στὴν ὄ­ψη— «στὴν πα­ρα­λί­α τοῦ Νιοὺ Τζέρ­σι θὰ σᾶς ξεμ­παρ­κά­ρω· δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­π’ τὸ Νιοὺ Γιόρκ… Κι ὅ­ποι­ος ἔ­χει συγ­γε­νεῖς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, μπο­ρεῖ νὰ τοὺς γρά­ψει νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νουν στὸν σταθ­μὸ τοῦ Τρέν­τον, δώ­δε­κα μέ­ρες με­τὰ τὸ μπαρ­κά­ρι­σμα… Λο­γα­ριά­στε μό­νοι σας… Βέ­βαι­α, γιὰ τὴν ἀ­κρι­βὴ μέ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐγ­γυ­η­θῶ: κά­τι ἡ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα, κά­τι ἡ ἀ­κτο­φυ­λα­κὴ ποὺ πα­ρα­φυ­λά­ει… Μιὰ μέ­ρα πρὶν μιὰ μέ­ρα με­τά, τί σᾶς κό­φτει; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ ξεμ­παρ­κά­ρε­τε στὴν Ἀ­με­ρι­κή.»

        Ὅν­τως τὸ θέ­μα ἦ­ταν νὰ ξεμ­παρ­κά­ρουν στὴν Ἀ­με­ρι­κή· τὸ πῶς καὶ τὸ πό­τε δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α. Κι ὅ­ταν θὰ ἔ­φτα­ναν τὰ γράμ­μα­τα στοὺς συγ­γε­νεῖς τους, καὶ κεῖ­νοι θὰ κα­τόρ­θω­ναν νὰ βγά­λουν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὶς γραμ­μέ­νες μὲ κά­τι ὀρ­νι­θο­σκα­λί­σμα­τα δι­ευ­θύν­σεις, τό­τε θὰ ἔρ­χον­ταν κι αὐ­τοί· «Ρω­τών­τας πᾶς στὴν Πό­λη», κα­θὼς λέ­ει κι ἡ πα­ροι­μί­α. Καὶ θὰ δι­έ­σχι­ζαν τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πέ­ραν­τη σκο­τει­νὴ θά­λασ­σα· καὶ θὰ προ­σέγ­γι­ζαν τὶς φάρ­μες καὶ τὶς φάμ­πρι­κες τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς, στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῶν ἀ­δελ­φῶν θεί­ων ἀ­νι­ψι­ῶν ξα­δέλ­φων, στὰ ζε­στά, γε­μά­τα ἀ­γα­θὰ πλου­σι­ό­σπι­τα, στὰ με­γά­λα σὰν σπί­τια αὐ­το­κί­νη­τα.

        Δι­α­κό­σι­ες πε­νήν­τα χι­λιά­δες λί­ρες: μι­σὰ στὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, μι­σὰ στὴν ἄ­φι­ξη. Τὶς φύ­λα­γαν κα­τά­σαρ­κα, κρε­μα­σμέ­νες ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ σὰν ἅ­γι­ες εἰ­κο­νί­τσες. Εἶ­χαν που­λή­σει ὅ,τι εἶ­χαν καὶ δὲν εἶ­χαν γιὰ νὰ τὶς μα­ζέ­ψουν: τὸ φτω­χό­σπι­το, τὸ μου­λά­ρι, τὸ γα­ϊ­δού­ρι, τὶς προ­μή­θει­ες τῆς χρο­νιᾶς, τὴ συρ­τα­ρι­έ­ρα, τὰ πα­πλώ­μα­τα. Οἱ πιὸ πο­νη­ροὶ εἶ­χαν ἀ­πευ­θυν­θεῖ στοὺς το­κο­γλύ­φους, μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ τοὺς ἐ­ξα­πα­τή­σουν· μιὰ φο­ρὰ του­λά­χι­στον, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια ποὺ θὰ εἶ­χαν ὑ­πο­στεῖ αὐ­τὴ τὴν κα­τα­πί­ε­ση, κι ὅ­ταν θὰ σκέ­φτον­ταν τί μοῦ­τρα θὰ ἔ­κα­ναν ἐ­κεῖ­νοι ὅ­ταν τὸ ἔ­παιρ­ναν χαμ­πά­ρι, θὰ ἔ­νι­ω­θαν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι. «Ἄν­τε, κό­πια­σε νὰ μὲ ψά­ξεις στὴν Ἀ­με­ρι­κή, βδέ­λα: ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­φέ­ρεις νὰ μὲ βρεῖς, θὰ σοῦ δώ­σω πί­σω τα λε­φτά σου, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τό­κο.» Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ δο­λά­ρια· ὄ­χι πιὰ τὰ λε­φτὰ τὰ φυ­λαγ­μέ­να στὸ κου­ρε­λι­α­σμέ­νο πορ­το­φό­λι ἢ τὰ κρυμ­μέ­να κα­τά­σαρ­κα, ἀλ­λὰ τὰ χω­μέ­να ἀ­ψή­φι­στα στὸ παν­τε­λό­νι, λε­φτὰ γερ­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες σὲ χοῦ­φτες: λὲς κι ἤ­θε­λαν νὰ τὰ δεί­ξουν στοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ εἶ­χαν πε­θά­νει ἀ­πὸ πεί­να, ξε­ρα­κια­νοὶ καὶ ψη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο· καὶ θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι ἢ τριά­ντα χρό­νια, μὰ γιὰ σύν­το­μες δι­α­κο­πές, μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το καὶ ρο­δα­λὸ ποὺ θὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραί­α ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ λευ­κὰ μαλ­λιά.

        Εἶ­χε ἤ­δη πά­ει ἕν­τε­κα. Ἕ­νας ἄ­να­ψε τὸν φα­κό: ση­μά­δι πὼς μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔρ­θουν γιὰ νὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν στὸ βα­πό­ρι. Ὅ­ταν τὸν ἔ­σβη­σε, τὸ σκο­τά­δι φά­νη­κε ἀ­κό­μα πιὸ πυ­κνὸ καὶ τρο­μα­κτι­κό. Ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γα λε­πτά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­νά­σα τῆς θά­λασ­σας ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἀ­κό­μα πιὸ ἀν­θρώ­πι­νος, οἰ­κεῖ­ος ἦ­χος τοῦ νε­ροῦ: λὲς καὶ γέ­μι­ζαν καὶ ἄ­δεια­ζαν κά­δοι μὲ ρυθ­μό. Κι ἔ­πει­τα κά­τι σὰν βου­η­τό, σὰν χα­μη­λό­φω­νο μουρ­μου­ρη­τό. Βρέ­θη­καν μπρο­στὰ στὸν κυρ-Μέλ­φα, ὄ­νο­μα μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο γνώ­ρι­ζαν τὸν ὀρ­γα­νω­τὴ τῆς πε­ρι­πέ­τειάς τους, πρὶν κα­λὰ κα­λὰ κα­τα­λά­βουν πὼς ἡ βάρ­κα εἶ­χε ἀγ­γί­ξει τὴ στε­ριά.

        «Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Ἄ­να­ψε τὸν φα­κό, ἔ­κα­νε τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ἔ­λει­παν δύ­ο. «Ἴ­σως τὸ με­τά­νι­ω­σαν, ἴ­σως θά ’ρ­θουν ἀρ­γό­τε­ρα… Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γι’ αὐ­τούς. Μὲ τὸν κίν­δυ­νο ποὺ δι­α­τρέ­χου­με, γί­νε­ται νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νου­με;»

        Ὅ­λοι εἶ­παν πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νουν. «Ἂν κά­ποι­ος ἀ­πὸ σᾶς δὲν ἔ­χει ἕ­τοι­μα τὰ με­τρη­τά», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ κυρ-Μέλ­φα, «κα­λὰ θὰ κά­νει νὰ ξα­να­πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς· κι ἄν μοῦ φυ­λά­ει τὴν ἔκ­πλη­ξη γιὰ τὸ πλοῖ­ο, εἶ­ναι βα­θιὰ γε­λα­σμέ­νος: θὰ σᾶς ξα­να­φέ­ρω πί­σω, μάρ­τυς μου ὁ Θε­ός, ὅ­σοι κι ἂν εἶ­στε. Δὲν εἶ­ναι σω­στὸ νὰ πλη­ρώ­νουν ὅ­λοι γιὰ τὸν ἕ­να: γι’ αὐ­τὸ λοι­πὸν ὅ­ποι­ος φταί­ει θὰ τὸ πλη­ρω­θεῖ ἀ­πὸ μέ­να τὸν ἴ­διο κι ἀ­π’ τοὺς συν­τρό­φους του, ἕ­να μπερ­ντά­χι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σει ὅ­σο ζεῖ· ἂν τὴ γλυ­τώ­σει…

        Τὸν βε­βαί­ω­ναν ὅ­λοι τους καὶ ὁρ­κί­ζον­ταν πὼς εἶ­χαν τὰ λε­φτὰ μέ­χρι δε­κά­ρας.

        «Στὴ βάρ­κα», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα. Καὶ με­μιᾶς ἔ­γι­ναν ὅ­λοι ἄ­μορ­φη μά­ζα, ἕ­νας ἀ­να­κα­τε­μέ­νος σω­ρὸς ἀ­πὸ μπαγ­κά­ζια.

        «Χρι­στέ μου! Μὰ κου­βα­λή­σα­τε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι σας;» ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ει βλα­στή­μι­ες καὶ στα­μά­τη­σε μό­νο ὅ­ταν ὅ­λο το φορ­τί­ο στοι­βά­χτη­κε στὴ βάρ­κα, ἄν­θρω­ποι καὶ μπαγ­κά­ζια, μὲ κίν­δυ­νο νὰ κρε­μα­στεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴ – εἴ­τε ἄν­θρω­πος εἴ­τε φαγ­κό­το. Καὶ ἡ δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα στὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸ φαγ­κό­το γιὰ τὸν κυρ-Μέλ­φα βα­σι­ζό­ταν στὸ γε­γο­νὸς πὼς ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν αὐ­τὸς ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τὶς 250.000 λί­ρες ἐ­πά­νω του, ραμ­μέ­νες στὸ σα­κά­κι ἢ ἀ­νά­με­σα στὸ που­κά­μι­σο καὶ στὸ πε­τσί του. Τοὺς ἤ­ξε­ρε δὰ αὐ­τός, τοὺς ἤ­ξε­ρε κα­λά: κά­τι χω­ριά­τες ἀ­γροῖ­κοι, κά­τι ἄ­ξε­στοι.

        Τὸ τα­ξί­δι δι­ήρ­κε­σε λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ προ­βλε­πό­με­νο: ἕν­τε­κα νύ­χτες, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης καὶ τῆς νύ­χτας τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Καὶ με­τρά­γαν τὶς νύ­χτες ἀν­τὶ γιὰ τὶς μέ­ρες, για­τί οἱ νύ­χτες ἦ­ταν πνι­γε­ρὲς κα­θὼς τὶς περ­νοῦ­σαν ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο. Ἔ­νι­ω­θαν λὲς καὶ βυ­θί­ζον­ταν στὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ ψα­ριοῦ, τῆς νά­φθας καὶ τοῦ ἐ­με­τοῦ ὅ­πως μὲς στὴν ὑ­γρὴ ζε­στὴ πίσ­σα. Τὸ χά­ρα­μα ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νον­ταν, κα­θὼς κα­τά­κο­ποι ἀ­να­ση­κώ­νον­ταν γιὰ νὰ λου­στοῦν στὸ φῶς καὶ στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀλ­λὰ ἐ­νῶ ἡ ἰ­δέ­α τῆς θά­λασ­σας ἦ­ταν γι’ αὐ­τοὺς κά­τι σὰν τὴ χλο­ε­ρὴ πε­διά­δα τοῦ στα­ριοῦ ὅ­ταν τὸ φυ­σά­ει ὁ ἄ­νε­μος, ἡ ἀ­λη­θι­νὴ θά­λασ­σα τοὺς τρό­μα­ζε: τοὺς σφίγ­γον­ταν τὰ σω­θι­κά, τὰ μά­τια τους μυρ­μήγ­κια­ζαν μὲ πό­νο σὰν τοὺς τύ­φλω­νε τὸ φῶς μό­λις ἀρ­γοῦ­σαν νὰ κοι­τά­ξουν.

        Τὴν ἑν­δέ­κα­τη ὅ­μως νύ­χτα ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς φώ­να­ξε στὴν κου­βέρ­τα: καὶ στὴν ἀρ­χὴ πί­στε­ψαν ὅ­τι εἶ­χαν πέ­σει στὴ θά­λασ­σα ἀ­να­ρίθ­μη­τοι ἀ­στε­ρι­σμοὶ σὰν κο­πά­δια· ἀν­τὶ γι’ αὐ­τὸ ὅ­μως ἦ­ταν χω­ριά, χω­ριὰ τῆς πλού­σιας Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ ἔ­λαμ­παν μέ­σα στὴ νύ­χτα σὰν στο­λί­δια. Ἀλ­λὰ κι ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μα­γι­κή: ἤ­ρε­μη καὶ γλυ­κιά, μι­σο­φέγ­γα­ρο ποὺ περ­νοῦ­σε μέ­σα ἀ­πὸ φευ­γα­λέ­α σύν­νε­φα δι­α­φό­ρων σχη­μά­των, αὔ­ρα ποὺ ἄ­νοι­γε δι­ά­πλα­τα τὰ πνευ­μό­νια.

        «Νὰ ‘τη ἡ Ἀ­με­ρι­κή», ἔ­κα­νε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        «Δὲν ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση νὰ εἶ­ναι κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος;» ρώ­τη­σε κά­ποι­ος, για­τί σὲ ὅ­λο τὸ τα­ξί­δι σκε­φτό­ταν ὅ­τι στὴ θά­λασ­σα δὲν ὑ­πάρ­χουν μῆτε δρό­μοι μῆ­τε μου­λα­ρό­δρο­μοι, κι ἔ­πρε­πε νά ’­σαι πο­λὺ κα­πά­τσος γιὰ νὰ βρεῖς τὸν σω­στὸ δρό­μο δί­χως νὰ λα­θέ­ψεις, ὁ­δη­γών­τας ἕ­να κα­ρά­βι ἀ­νά­με­σα οὐ­ρα­νὸ καὶ θά­λασ­σα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα κοι­τών­τας τον μὲ συμ­πό­νια τοὺς ρώ­τη­σε ὅ­λους: «Μὴ μοῦ πεῖ­τε πὼς ἔ­χε­τε δεῖ πο­τὲ στὰ μέ­ρη σας τέ­τοι­ον ὁ­ρί­ζον­τα; Δὲν τὸ νι­ώ­θε­τε πὼς ὁ ἀ­έ­ρας εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κός; Δὲν βλέ­πε­τε πῶς λάμ­πουν αὐ­τὰ τὰ χω­ριά;» Τὸ πα­ρα­δέ­χτη­καν ὅ­λοι καὶ κοί­τα­ξαν μὲ συμ­πό­νια καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση τὸν σύν­τρο­φό τους ποὺ εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ ξε­στο­μί­σει κά­τι τό­σο βλα­κῶ­δες.

        «Ὥ­ρα νὰ ξο­φλή­σε­τε τὸν λο­γα­ρια­σμό», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα.

        Ψα­χού­λε­ψαν τὰ ροῦ­χα τους, ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω τὰ λε­φτά.

        «Ἑ­τοι­μά­στε τὰ πράγ­μα­τά σας», εἶ­πε ὁ κυρ-Μέλ­φα ἀ­φοῦ εἰ­σέ­πρα­ξε τὰ χρή­μα­τα.

        Χρει­ά­στη­καν με­ρι­κὰ λε­πτά: ἔ­χον­τας σχε­δὸν κα­τα­να­λώ­σει τὶς προ­μή­θει­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ ποὺ ἡ συμ­φω­νί­α ἀ­παι­τοῦ­σε νὰ ἔ­χουν μα­ζί τους, δὲν τοὺς εἶ­χαν μεί­νει πα­ρὰ λί­γα ἀ­σπρό­ρου­χα καὶ τὰ δῶ­ρα γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς: κά­τι κε­φά­λια πε­κο­ρί­νο κά­τι μπου­κά­λια πα­λιὸ κρα­σὶ κά­τι κεν­τή­μα­τα γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι ἢ γιὰ τὴν πλά­τη τοῦ κα­να­πέ. Μπῆ­καν στὴ βάρ­κα πα­νά­λα­φροι, γε­λών­τας καὶ τρα­γου­δών­τας· καὶ μὲ τὸ ποὺ κου­νή­θη­κε ἡ βάρ­κα ἕ­νας βάλ­θη­κε νὰ τρα­γου­δᾶ ξε­φω­νί­ζον­τας.

        «Μπὰς καὶ δὲν κα­τα­λά­βα­τε τί­πο­τα;» ἐ­ξορ­γί­στη­κε ὁ κυρ-Μέλ­φα. «Ἔ λοι­πὸν θέ­λε­τε νὰ μὲ πά­ρε­τε στὸν λαι­μό σας;… Μό­λις θὰ σᾶς ἀ­φή­σω στὴ στε­ριὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ πᾶ­τε στὸν πρῶ­το μπά­τσο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σε­τε, κι αὐ­τὸς θὰ σᾶς ἀ­ναγ­κά­σει νὰ γυ­ρί­σε­τε πί­σω τρέ­χον­τας: δε­κά­ρα δὲν δί­νω, εἶ­στε ἐ­λεύ­θε­ροι ν’ αὐ­το­κτο­νή­σε­τε μὲ ὅ­ποι­ον τρό­πο θέ­λε­τε… Κι ἔ­πει­τα ἐ­γὼ σε­βά­στη­κα τὴ συμ­φω­νί­α: ὁ­ρί­στε ἡ Ἀ­με­ρι­κή, τὸ κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ ἐκ­πλή­ρω­σα… Δῶ­στε μου, ὅ­μως, τὸν χρό­νο νὰ γυ­ρί­σω στὸ πλοῖ­ο, γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ!» Τοῦ ἔ­δω­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο νὰ γυ­ρί­σει στὸ πλοῖο, τό­σο ποὺ ἔ­μει­ναν πά­νω στὴ δρο­σε­ρὴ ἄμ­μο ἀ­να­πο­φά­σι­στοι, δί­χως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, κι ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ εὐ­λο­γοῦ­σαν τὴ νύ­χτα κι ἄλ­λες ποὺ τὴν κα­τα­ρι­όν­ταν· μιὰ νύ­χτα πού, ἂν ἔ­με­ναν ἀ­κί­νη­τοι στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ τοὺς ἀγ­κά­λια­ζε μὲ τὴν προ­στα­σί­α της, ἐ­νῶ ἂν τολ­μοῦ­σαν ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦν ἀ­π’ αὐ­τήν, θὰ μπο­ροῦ­σε ἡ νύ­χτα νὰ γί­νει τρο­με­ρὴ ἐ­νέ­δρα.

        Ὁ κυρ-Μέλ­φα τοὺς εἶ­χε συ­στή­σει νὰ σκορ­πι­στοῦν, ἀλ­λὰ κα­νείς τους δὲν αἰ­σθα­νό­ταν ἱ­κα­νὸς ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ τὸ Τρέν­τον ποιός ξέ­ρει πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν, ποι­ός ξέ­ρει πό­ση ὥ­ρα χρει­ά­ζον­ταν γιὰ νὰ πᾶ­νε ἐ­κεῖ.

        Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σαν ἕ­να τρα­γού­δι μα­κρι­νό, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κό. «Σὰν νά ’­ναι κά­ποι­ος δι­κός μας», σκέ­φτη­καν: για­τὶ μιᾶς κι ὁ κό­σμος εἶ­ναι παν­τοῦ ἴ­διος, ἔ­τσι παν­τοῦ κι ὁ ἄν­θρω­πος ἐκ­φρά­ζει τὴ με­λαγ­χο­λί­α του, τὰ βά­σα­νά του μὲ τὸ τρα­γού­δι. Βρί­σκον­ταν ὅ­μως στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οἱ πό­λεις ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, πί­σω ἀ­πὸ πα­ρα­λί­ες γε­μά­τες ἄμ­μο καὶ δέν­τρα, ἦ­ταν πό­λεις τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς.

        Δυ­ὸ ἀ­π’ αὐ­τοὺς ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν τὸ το­πί­ο. Περ­πά­τη­σαν μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ φῶς ποὺ ἀν­τι­φέγ­γι­ζε στὸν οὐ­ρα­νὸ τὸ πιὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Βρῆ­καν τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο σχε­δὸν ἀ­μέ­σως: «Ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νος, κα­λο­συν­τη­ρη­μέ­νος· ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι σὰν τὰ μέ­ρη μας», ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τὸν πε­ρί­με­ναν πιὸ φαρ­δύ, πιὸ ἴ­σιο. Στά­θη­καν στὴν ἄ­κρη γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν συ­ναν­τή­σεις: ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὸν δρό­μο περ­πα­τών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

        Πέ­ρα­σε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το: «Μοιά­ζει μὲ σε­ϊ­τσέν­το» κι ἔ­πει­τα ἕ­να ἄλ­λο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ μι­λε­τσέν­το, κι ἔ­πει­τα ἕ­να τρί­το: «Τ’ αὐ­το­κί­νη­τά τὰ ἔ­χουν γιὰ κα­πρί­τσιο, τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν στὰ παι­διά τους ὅ­πως ἐ­μεῖς τὰ πο­δή­λα­τα.» Ἔ­πει­τα πέ­ρα­σαν δυ­ὸ μο­το­σι­κλέ­τες, ἡ μιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, κά­νον­τας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο. Ἦ­ταν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α: κα­λύ­τε­ρα ποὺ στέ­κον­ταν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν δρό­μο.

        Καὶ νὰ ποὺ τε­λι­κὰ ὑ­πῆρ­χαν πι­να­κί­δες. Κοί­τα­ξαν μπρο­στὰ καὶ πί­σω, μπῆ­καν στὸν δρό­μο, πλη­σί­α­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­βά­ζουν: Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να-Σκό­λι­τι.

        «Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να: σὰν κά­τι νὰ μοῦ θυ­μί­ζει αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

        «Καὶ μέ­να· καὶ τὸ Σκό­λι­τι δὲν μοῦ φαί­νε­ται ἄ­γνω­στο.»

        «Ἴ­σως νὰ κα­τοι­κοῦ­σε κά­ποι­ος ἀ­π’ τοὺς συγ­γε­νεῖς μας ἐ­δῶ, ἴ­σως ὁ θεῖ­ος μου προ­τοῦ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια: για­τὶ κι ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι πὼς ἦ­ταν σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη προ­τοῦ νὰ πά­ει στὴ Φι­λα­δέλ­φεια.»

        «Κι ὁ ἀ­δελ­φός μου ἦ­ταν σὲ ἄλ­λο μέ­ρος προ­τοῦ νὰ πά­ει στὸ Μπρού­κλιν… Ἀλ­λὰ πῶς τὸ λέ­γα­νε, δὲν θυ­μᾶ­μαι: κι ἔ­πει­τα, ἐ­μεῖς τὸ δι­α­βά­ζου­με Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, δι­α­βά­ζου­με Σκό­λι­τι· ἀλ­λὰ πῶς τὸ δι­α­βά­ζουν αὐ­τοὶ δὲν ξέ­ρου­με, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι δὲν τὸ γρά­φουν ὅ­πως τὸ δι­α­βά­ζουν.»

        «Ναί, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὡ­ραῖ­ο μὲ τὰ ἰ­τα­λι­κά: τὸ δι­α­βά­ζεις ὅ­πως τὸ γρά­φεις… Ἀλ­λὰ δὲν γί­νε­ται νὰ βγά­λου­με ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα, πρέ­πει νὰ κά­νου­με κου­ρά­γιο… Ἐ­γὼ τὸ πρῶ­το ἁ­μά­ξι ποὺ θὰ πε­ρά­σει, θὰ τὸ στα­μα­τή­σω καὶ θὰ ρω­τή­σω μό­νο: “Τὸ Τρέν­τον;”… Ἐ­δῶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι πιὸ μορ­φω­μέ­νοι. Ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν κα­τα­λα­βαί­νουν αὐ­τὸ ποὺ τοὺς λές, θὰ κά­νουν ἕ­να νεῦ­μα, ἕ­να σι­νιά­λο: καὶ του­λά­χι­στον θὰ κα­τα­λά­βου­με πρὸς τὰ ποῦ εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο τὸ Τρέν­τον.»

        Ἀ­πὸ τὴ στρο­φή, στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα, πε­τά­χτη­κε ἕ­να τσιν­κου­ε­τσέν­το: ὁ ὁ­δη­γὸς τοὺς εἶ­δε νὰ πε­τά­γον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά του μὲ ση­κω­μέ­να τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸν στα­μα­τή­σουν. Φρέ­να­ρε βλα­στη­μών­τας: δὲν σκέ­φτη­κε τὴν ἀ­πα­γω­γή, για­τί ἡ πε­ρι­ο­χὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἥ­συ­χες· πί­στε­ψε πὼς ἤ­θε­λαν νὰ δι­α­σχί­σουν τὸν δρό­μο, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο.

        «Τὸ Τρέν­τον;» ρώ­τη­σε ὁ ἕ­νας.

        «Τί;» ἔ­κα­νε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Τὸ Τρέν­τον;»

        «Ποι­ό Τρέν­τον τὴν Πα­να­γί­α σας», βλα­στή­μη­σε ὁ ὁ­δη­γός.

        «Μι­λά­ει ἰ­τα­λι­κά», εἴ­πα­νε κι οἱ δυ­ὸ κοι­τών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο μὲ ἀ­πο­ρί­α, ἀ­φοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρί­πτω­ση ν’ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους κά­τι τέ­τοι­ο.

        Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κλει­σε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ξα­νά­βα­λε μπρός. Τὸ αὐ­το­κί­νη­το τι­νά­χτη­κε πρὸς τὰ μπρο­στὰ καὶ μό­νο τό­τε φώ­να­ξε στοὺς δυ­ό τους ποὺ πα­ρέ­με­ναν στὸν δρό­μο σὰν ἀ­γάλ­μα­τα: «Με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες με­θύ­στα­κες, κε­ρα­τά­δες καὶ πούτ…» τὴν ὑ­πό­λοι­πη φρά­ση τὴν πῆ­ρε ὁ ἄ­νε­μος.

        Ἁ­πλώ­θη­κε σι­ω­πή.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό, ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ εἶ­χε φα­νεῖ γνω­στὸ τὸ Σάν­τα Κρό­τσε εἶ­πε: «Θυ­μᾶ­μαι τὸ Σάν­τα Κρό­τσε Κα­με­ρί­να, μιὰ χρο­νιὰ ποὺ δὲν πῆ­γε κα­λὰ στὰ μέ­ρη μας ὁ πα­τέ­ρας μου μᾶς πῆ­γε ἐ­κεῖ γιὰ τὸν θε­ρι­σμό.»

        Ρί­χτη­καν τό­τε μὲ σπα­ραγ­μὸ στὸ χαν­τά­κι τοῦ δρό­μου, κα­θὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε βι­α­σύ­νη νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ νέ­ο, τὸ νέ­ο πὼς εἶ­χαν ξεμ­παρ­κά­ρει στὴ Σι­κε­λί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Il mare colore del vino [Θά­λασ­σα στὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­σιοῦ] (Adelphi Edizioni, Milano, 1996).



Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα (Leonardo Sciascia) (Ρα­καλ­μοῦ­το τῆς Σι­κε­λί­ας, 1921 – Πα­λέρ­μο, 1989). Ὑ­πῆρ­ξε πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας. Ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα του συγ­κα­τα­λέ­γον­ται μυ­θι­στο­ρή­μα­τα —κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀ­στυ­νο­μι­κά—, δι­η­γή­μα­τα, ἄρ­θρα, δο­κί­μια, ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Κά­ποι­α βι­βλί­α του με­τα­φέρ­θη­καν καὶ στὴ με­γά­λη ὀ­θό­νη. Στὰ ἔρ­γα του θί­γει τὰ κα­κῶς κεί­με­να τῆς χώ­ρας του, ὅ­πως τὸ κυ­ρί­αρ­χο πρό­βλη­μα τῆς Μα­φί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆ­ς δι­α­φθο­ρᾶς, καὶ γι’ αὐ­τὸ δι­καί­ως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σαν «ἐ­ξε­ρευ­νη­τὴ­  τῆς ἰ­τα­λι­κῆς συ­νεί­δη­σης». Στὰ κρι­τι­κά του κεί­με­να ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὴ Σι­κε­λί­α, τὸν Πι­ραν­τέ­λο, τὴν πο­λι­τι­κή – ὅ­πως μὲ τὴν ὑ­πό­θε­ση τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Ἄλ­ντο Μό­ρο ἀ­πὸ τὶς Ἐ­ρυ­θρὲς Τα­ξι­αρ­χί­ες. Ἐρ­γά­στη­κε καὶ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φο­ς  καὶ με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν: Γου­ί­τμαν, Λόρ­κα, Ἀ­να­τὸλ Φράνς κ.ἄ. Ἐ­ξε­λέ­γη βου­λευ­τὴς στὸ ἰ­τα­λι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ στὸ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ κοι­νο­βού­λιο, ἀλ­λὰ κρά­τη­σε τὴ θε­σμι­κὴ θέ­ση στὴν ἰ­τα­λι­κὴ βου­λή, ὅ­που ἀ­σχο­λή­θη­κε σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴν ἔ­ρευ­να στὸ πλαί­σιο τῆς Εἰ­δι­κῆς Κοι­νο­βου­λευ­τι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς. Ἔρ­γα του: μέ­ρα τῆς κου­κου­βά­γιας (1961), Τὸ πρω­το­κό­λο τῆς Αἰ­γύ­πτου (1963), Στὸν κα­θέ­να αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ­ξί­ζει (1966), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Πι­ραν­τε­λι­σμός (1953), Πι­ραν­τέ­λο καὶ Σι­κε­λί­α (1961), ­πό­θε­ση Μό­ρο (1978) κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

 

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Τὸ διπλὸ φεγγάρι

.

05-Malerba,Luigi-ToDiploFeggari-Eikona-03

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Τὸ διπλὸ φεγγάρι

(La luna doppia)

 

02-OmikronΡΙ­ΚΟ΄ εἶ­χε ἐ­λατ­τω­μα­τι­κὰ μά­τια, τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα θο­λά, κά­ποι­ες φο­ρὲς μά­λι­στα τὰ ἔ­βλε­πε δι­πλά, κά­θε τό­σο χτύ­πα­γε πά­νω στὸν τοῖ­χο καὶ πό­τε σκόν­τα­φτε πά­νω σε κα­νέ­να ἄν­τρα καὶ πό­τε πά­νω σε κα­μιὰ γυ­ναί­κα. Ὁ για­τρὸς τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι εἶ­χε μυ­ω­πί­α, πρε­σβυ­ω­πί­α καὶ ἀ­στιγ­μα­τι­σμό, ἐν ὀ­λί­γοις εἶ­χε ὅ­λα τα πι­θα­νὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς ὅ­ρα­σης. Εἶ­χε ἐ­πί­σης ἐ­λα­φρὺ στρα­βι­σμό.

       «Κα­λὰ θὰ κά­νεις νὰ βά­λεις γυα­λιὰ» τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ φί­λοι.

      Ὁ Ρι­κὸ δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ τ’ ἀ­κού­ει. Ὅ­ταν κοι­τοῦ­σε τὴ νύ­χτα τ’ ἀ­στέ­ρια δὲν ἔ­βλε­πε τὶς λαμ­πε­ρὲς κουκ­κί­δες ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι, ἀλ­λὰ κά­τι φω­τά­κια μ’ ἕ­να στε­φά­νι ὁ­λό­γυ­ρα ἀ­πὸ μι­κρὲς ἀ­κτί­νες ποὺ τρε­μό­παι­ζαν.

      «Ἐ­γὼ τ’ ἀ­στέ­ρια τὰ βλέ­πω πο­λὺ πιὸ ὄ­μορ­φα ἀ­π’ ὅ­τι ἐ­σεῖς» ἔ­λε­γε ὁ Ρι­κὸ σὲ ὅ­σους τὸν συμ­βού­λευ­αν νὰ βά­λει γυα­λιά.

      Ὅ­ταν πά­λι τὸ βρά­δυ κοι­τοῦ­σε τὰ φῶ­τα τοῦ χω­ριοῦ, συ­νέ­βαι­νε τὸ ἴ­διο: δὲν ἦ­ταν ἁ­πλοὶ ἀ­ναμ­μέ­νοι λαμ­πτῆ­ρες, ἀλ­λὰ φῶ­τα μὲ πολ­λὲς λαμ­πε­ρὲς ἀ­κτί­νες, σὰν καὶ κεῖ­νες ποὺ ζω­γρα­φί­ζουν οἱ ζω­γρά­φοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τῆς Πα­να­γί­ας ἢ τῶν Ἁ­γί­ων. Τὰ πιὸ με­γά­λα φῶ­τα τοῦ φαί­νον­ταν λαμ­πε­ροὶ δί­σκοι ρο­λο­γι­ῶν κι ὁ Ρι­κὸ ἔ­λε­γε πὼς μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα καὶ νὰ δεῖ τὴν ὥ­ρα. Ἂν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­βλε­πε σ’ αὐ­τοὺς τοὺς ψεύ­τι­κους δί­σκους δὲν ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν στὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­κεῖ­νον δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε κα­θό­λου, ἔ­βλε­πε τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸν βό­λευ­ε κι αὐ­τὸ τοῦ ἀρ­κοῦ­σε. Τὸ ἴ­διο κι ὅ­ταν ἀ­γό­ρα­ζε ἐ­φη­με­ρί­δα. Ὁ Ρι­κὸ δι­ά­βα­ζε τὰ νέ­α καὶ κα­θὼς ἡ ὅ­ρα­σή του θό­λω­νε τὶς λέ­ξεις, αὐ­τὸς μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς ἀλ­λά­ζει κα­τὰ πὼς τοῦ ἄ­ρε­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο κι ἔ­τσι δὲν δι­ά­βα­ζε πο­τὲ τὰ ἄ­σχη­μα νέ­α ποὺ δι­ά­βα­ζαν οἱ ἄλ­λοι καὶ ζοῦ­σε πο­λὺ πιὸ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος.

      Μιὰ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε χτυ­πή­σει τὸ κε­φά­λι του πά­νω σ’ ἕ­να στύ­λο τοῦ ἠ­λε­κτρι­κοῦ, ὁ Ρι­κὸ πῆ­γε στὴν ἀ­γο­ρὰ κι ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να ζευ­γά­ρι γυα­λιά. Τὰ ἔ­βα­λε μιὰ φο­ρὰ καὶ τοῦ κα­κο­φά­νη­κε. Τὰ φῶ­τα τοῦ χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν τί­πο­τ’ ἄλ­λο πα­ρὰ ἀ­ναμ­μέ­νοι λαμ­πτῆ­ρες, τ’ ἀ­στέ­ρια δὲν εἶ­χαν πιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ξαί­σιο φω­το­στέ­φα­νο ποὺ ἔ­βλε­πε χω­ρὶς γυα­λιὰ καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὰ νέ­α τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων ἄρ­χι­σαν νὰ τὸν ἀ­νη­συ­χοῦν.

      Κοί­τα­ξε τὸ φεγ­γά­ρι, ποὺ πρὶν τὸ ἔ­βλε­πε δι­πλὸ καὶ τὸ εἶ­δε μο­να­χό του στὴ μέ­ση τ’ οὐ­ρα­νοῦ. Μιὰ με­γά­λη θλί­ψη ἄρ­χι­σε νὰ τὸν κυ­ρι­εύ­ει κι ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πε­τά­ξει τὰ γυα­λιὰ στὸ βά­θος μιᾶς λί­μνης. Ἕ­να πο­λὺ σκο­τει­νὸ βρά­δυ πλη­σί­α­σε στὴν ὄ­χθη, ἀλ­λὰ πα­ρα­πά­τη­σε κι ἔ­πε­σε μέ­σα στὸ νε­ρό. Δὲν ἤ­ξε­ρε κο­λύμ­πι καὶ κα­τά­λα­βε πὼς θὰ πνι­γό­ταν, μὰ προ­τοῦ νὰ βου­λιά­ξει στὸ βυ­θό, κοί­τα­ξε τὸν οὐ­ρα­νὸ μὲ τὰ γε­μά­τα νε­ρὸ μά­τια του καὶ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ εἶ­δε δυ­ὸ φεγ­γά­ρια καὶ πολ­λὰ ἀ­στέ­ρια μὲ φω­το­στέ­φα­νο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Ἡ γουρούνα

.

04-Malerba,Luigi-IGourouna-Eikona-01

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Ἡ γουρούνα

(La m­a­i­a­la)

 

04-Omikron­ΤΑΝ ΤΑ ΠΑΙ­ΔΙΑ ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν τί­γρης ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη. Ὅ­ταν ἔ­λε­γαν πὼς ἦ­ταν ὀ­χιὰ τὸ ἴ­διο, κομ­μά­τι λι­γό­τε­ρο. Ὅ­ταν τὴν ἔ­λε­γαν γου­ρού­να, γι­νό­ταν ἔ­ξαλ­λη κι ἄρ­χι­ζαν νὰ πέ­φτουν τὰ τριά­ρια καὶ τὰ τεσ­σά­ρια βρο­χὴ στὸν κα­τά­λο­γο τῆς τά­ξης. Οἱ πιὸ κα­κό­βου­λοι ἔ­λε­γαν πὼς ἡ χει­ρό­τε­ρη προ­σβο­λὴ ἦ­ταν νὰ τὴν φω­νά­ζεις μὲ τ’ ὄ­νο­μά της: Μπου­τσί­κιο.

       Ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο δί­δα­σκε Ἰ­τα­λι­κά, Λα­τι­νι­κά, Ἑλ­λη­νι­κά, Ἱ­στο­ρί­α καὶ Γε­ω­γρα­φί­α, ἀλ­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­δα­σκα­λί­α στὸ σχο­λεῖ­ο πή­γαι­νε γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο ποὺ κά­θε κα­λο­καί­ρι τὴν κο­πά­να­γε μὲ τὴ γραμ­μα­τέ­α του, γιὰ τὴν κό­ρη ποὺ ἀ­πὸ τὰ δε­κά­ξι εἶ­χε φύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, για­τὶ δὲν τὴν ἄν­τε­χε πιά, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἔ­πρε­πε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ, για­τὶ εἶ­χε γεν­νη­θεῖ ἄ­σχη­μη καὶ κα­κιά, μὲ κά­τι χει­λά­ρες καὶ μιὰ μύ­τη σὰν πα­τά­τα.

      «Δὲν φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ εἶ­μαι κα­κιὰ» ἔ­λε­γε κά­θε φο­ρὰ ποὺ μο­νο­λο­γοῦ­σε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη.

      Κά­θε ἄλ­λο, αὐ­τὴ ἔ­φται­γε, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λοι, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων καὶ τῶν ἄλ­λων κα­θη­γη­τῶν. Τὴ λυ­πόν­του­σαν, για­τὶ στὸ βά­θος, μὰ πο­λὺ στὸ βά­θος, ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τη. Ὡ­στό­σο τὰ παι­διά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, τὴν φο­βόν­του­σαν καὶ τὴν φώ­να­ζαν τί­γρη, ὀ­χιὰ καὶ γου­ρού­να. Αὐ­τὴν δὲν τὴν δυ­σα­ρε­στοῦ­σε νὰ τὴν φο­βοῦν­ται, για­τὶ πί­στευ­ε πὼς ἕ­νας ἐκ­παι­δευ­τι­κός, γιὰ νὰ εἶ­ναι κα­λὸς μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης, ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι καὶ κα­κὸς μὲ ὅ­λη τὴ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν κα­κί­α αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς ὅ­λου του σχο­λεί­ου καὶ ἴ­σως ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Ρώ­μης.

      Πρὶν ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πὲς τῶν Χρι­στου­γέν­νων καὶ τοῦ Πά­σχα ἔ­δι­νε πάν­το­τε ἕ­να σω­ρὸ ἐρ­γα­σί­ες γιὰ τὸ σπί­τι, ἀ­πὸ φό­βο μπὰς καὶ τὰ παι­διὰ δι­α­σκέ­δα­ζαν. Καὶ στὸ τέ­λος τοῦ ἔ­τους σύ­στη­νε στοὺς μα­θη­τές της νὰ συγ­κεν­τρώ­σουν σ’ ἕ­να τε­τρά­διο ὅ,τι ἐ­κεί­νη ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «τὴ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν», μ’ ἄλ­λα λό­για ὅ,τι ὡ­ραῖ­ο ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σχη­μο εἴ­χα­νε κά­νει στὴ διάρ­κεια τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Εἶ­ναι ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἡ φρά­ση «ἡ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν» τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ, για­τί τὴν ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε ὅ­λα τα χρό­νια καὶ σ’ ὅ­λους τοὺς μα­θη­τές της. Ἀλ­λὰ πολ­λοὶ προ­τι­μοῦ­σαν νὰ κο­ποῦν κα­λύ­τε­ρα, πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ τὴν ξα­να­δοῦν τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά.

      Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ φου­κα­ριά­ρα πα­ρέ­με­νε στὴ Ρώ­μη, στὸ σπί­τι της στὰ πε­ρί­χω­ρα κι ἔ­πλητ­τε καὶ τὸν Ἰ­ού­λιο καὶ τὸν Αὔ­γου­στο. Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ Σε­πτέμ­βρη πή­γαι­νε μιὰ ἑ­βδο­μά­δα δι­α­κο­πὲς γιὰ νὰ θε­ρα­πεύ­σει τοὺς ρευ­μα­τι­σμούς, τὸ λουμ­πάγ­κο καὶ τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως γιὰ νὰ μαυ­ρί­σει λι­γου­λά­κι, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει πὼς εἶ­χε πά­ει κι αὐ­τὴ δι­α­κο­πές, ὅ­πως ὅ­λες οἱ ἄλ­λες κυ­ρί­ες. Κον­το­λο­γὶς ἔ­κα­νε μιὰ ζω­ὴ πο­λὺ θλι­βε­ρὴ καὶ πο­λὺ μί­ζε­ρη καὶ δὲν ἔ­βλε­πε τὴν ὥ­ρα νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ σχο­λεῖ­ο γιὰ νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ ὅ­λη τὴ μι­ζέ­ρια καὶ τὰ φαρ­μά­κια ποὺ εἶ­χε πιεῖ.

      Ἀ­νά­με­σα στοὺς μα­θη­τὲς τῆς κα­θη­γή­τριας Μπου­τσί­κιο ὑ­πῆρ­χε κι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λός, ὁ πιὸ ψη­λὸς τῆς τά­ξης κι ὁ πιὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νος, μὲ κά­τι με­γά­λα, τε­ρά­στια μά­τια κι ἕ­να χέ­ρι βα­ρύ­υ­υ­υ. Ὅ­ταν ἔ­γρα­φε τὶς ἀ­σκή­σεις στὴν τά­ξη, τρυ­ποῦ­σε πάν­τα τὰ φύλ­λα μὲ τὸ στυ­λὸ κι αὐ­τὸ τὴν ἐ­ξα­γρί­ω­νε σὰν τί­γρη, τὴν ἐ­ρέ­θι­ζε σὰν ὀ­χιά. Τὸν φώ­να­ζε στὴν ἕ­δρα καὶ τοῦ ἔ­κα­νε τὶς δυ­σκο­λο­τέ­ρες ἐ­ρω­τή­σεις γιὰ τὴν Ἰ­τα­λί­α, σὰν πραγ­μα­τι­κὴ γου­ρού­να.

      Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τὴν ἔ­φερ­νε κά­θε φο­ρὰ σὲ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, δὲν τὴν εἶ­χε πεῖ πο­τὲ γου­ρού­να οὔ­τε ὀ­χιὰ οὔ­τε καὶ τί­γρη. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸ μι­σοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λα ἢ ἴ­σως για­τὶ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ πὼς στὴ διά­ρκεια τῶν μα­θη­μά­των της, ποὺ ἦ­ταν σκέ­τη βα­ρε­μά­ρα, ὁ νοῦς του τα­ξί­δευ­ε μα­κριὰ σὲ τό­πους φαν­τα­στι­κοὺς ποὺ σ’ ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­ναν γιὰ πάν­τα ἄ­γνω­στοι. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἀ­ό­ρι­στο ἢ τὸν ὑ­περ­συν­τέ­λι­κο δὲν εἶ­χε φτά­σει πο­τὲ ἡ φαν­τα­σί­α τῆς Μπου­τσί­κιο.

      Με­τὰ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο ἐ­πέ­στρε­φε στὸ σχο­λεῖ­ο μι­σο­μαυ­ρι­σμέ­νη καὶ δι­πλὰ κα­κι­ω­μέ­νη. Ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­παιρ­νε τὶς ἀ­που­σί­ες φώ­να­ζε στὴν ἕ­δρα με­ρι­κοὺς μα­θη­τὲς γιὰ νὰ τῆς ποῦν πε­ρι­λη­πτι­κὰ γιὰ «τὴ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν». Τὰ παι­διὰ ἀ­φη­γοῦν­ταν γιὰ τὴ θά­λασ­σα, τὴν ἐ­ξο­χή, τὰ τα­ξί­δια, τὰ παι­γνί­δια, τὰ δι­α­βά­σμα­τα, τὰ θε­ά­μα­τα, τὶς συμ­πά­θει­ες, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη κι ἄρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας μέ­ρα νὰ μοι­ρά­ζει τὰ τριά­ρια καὶ τὰ τεσ­σά­ρια στὰ ἰ­τα­λι­κά.

      Μιὰ μέ­ρα φώ­να­ξε στὴν ἕ­δρα ἐ­κεῖ­νο τὸν πα­νύ­ψη­λο μα­θη­τή της. Τὸ παι­δὶ ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ θρα­νί­ο ἔ­χον­τας μα­ζί του ἕ­να με­γά­λο κογ­χύ­λι ἀν­τὶ γιὰ τὸ τε­τρά­διο μὲ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο. Εἶ­πε πὼς «ἡ φω­νὴ τῶν δι­α­κο­πῶν» ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὴν εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ οἱ συμ­μα­θη­τές του καὶ οἱ συμ­μα­θή­τρι­ές του. Ἕ­νας-ἕ­νας εἶ­χαν ἀ­κού­σει τὸν ἦ­χο τῆς θά­λασ­σας στὴν ἀ­κρο­για­λιά, τὸν ἦ­χο τῶν κυ­μά­των ποὺ σπᾶ­νε πά­νω στὶς ξέ­ρες, τὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ ἀ­νέ­μου ἀ­νά­με­σα στὰ πεῦ­κα τῆς πα­ρα­λί­ας καὶ ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἀ­κό­μα καὶ τὴ φω­νὴ τῶν γλά­ρων τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα.

      Ἡ κα­θη­γή­τρια τὸν κοί­τα­ξε ἔκ­πλη­κτη καὶ συ­νά­μα ἐ­νο­χλη­μέ­νη, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σε σχε­δὸν τα­πει­νω­μέ­νη ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φη­ρη­μέ­νο καὶ συμ­πα­θη­τι­κὸ παι­δί. Τὸ παι­δὶ ἐ­πω­φε­λή­θη­κε ἀπ’ αὐ­τὸ τὸ στιγ­μια­ῖο σά­στι­σμα γιὰ νὰ τὴν προ­σκα­λέ­σει ν’ ἀ­κού­σει κι αὐ­τὴ τὴ φω­νὴ τῆς θά­λασ­σας καὶ τοῦ ἀ­νέ­μου καὶ τῶν γλά­ρων μέ­σα στὸ κογ­χύ­λι.

      Ἐ­πει­δὴ ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο δὲν πε­ρί­με­νε κά­τι τέ­τοιο, δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, ἀλ­λὰ ντρε­πό­ταν νὰ πεῖ ὄ­χι σὲ μιὰ τό­σο ἀ­θώ­α πρό­σκλη­ση. Τε­λι­κὰ πῆ­ρε τὸ κογ­χύ­λι καὶ τὸ πλη­σί­α­σε στ’ αὐ­τί της. Πράγ­μα­τι κά­τι ἀ­κου­γό­ταν, σὰν μα­κρι­νοὶ ἦ­χοι, σὰν ἕ­να πα­ρά­ξε­νο βου­η­τό. Συ­νέ­χι­σε ν’ ἀ­κού­ει. Τῆς φά­νη­κε πὼς ἄ­κου­σε ἕ­να βη­χα­λά­κι, ἔ­πει­τα μιὰ εὐ­γε­νι­κὴ φω­νή, σὰν τὴ φω­νὴ τοῦ μα­θη­τῆ της ποὺ στε­κό­ταν ὄρ­θιος μπρο­στά της καὶ τὴν κοι­τοῦ­σε μὲ τὰ με­γά­λα, σα­στι­σμέ­να μά­τια του. Ἐν­τέ­λει ἡ κα­θη­γή­τρια Μπου­τσί­κιο ἄ­κου­σε νὰ ἔρ­χε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κογ­χύ­λι κα­θα­ρά, πεν­τα­κά­θα­ρα μιὰ φω­νὴ ποὺ ἔ­λε­γε: «γου­ρού­να!»

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Ἡ τρύπα στὴ στέγη

.

03-Malerba,Luigi-ITrypaStiStegi-Eikona-02

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Ἡ τρύπα στὴ στέγη

(Il buco nel tetto)

 

02-Epsilon­ΝΑ ΦΤΩ­ΧΟΣ ΓΕ­ΡΟΣ ἦ­ταν κα­θη­λω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι τῆς πα­ράγ­κας του, για­τὶ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ γέ­ρος ἦ­ταν κι ἄρ­ρω­στος. Κά­θε τό­σο, οἱ γεί­το­νες τοῦ ἔ­φερ­ναν κά­τι νὰ φά­ει καὶ πή­γαι­ναν νὰ τοῦ κρα­τή­σουν συν­τρο­φιά, ὡ­στό­σο κα­νέ­νας δὲν εἶ­χε πο­λὺ χρό­νο κι ἔ­τσι ὁ γέ­ρος ἔ­με­νε μό­νος πολ­λὲς ὧ­ρες τὴ μέ­ρα. Ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι κοι­τοῦ­σε τὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς πα­ράγ­κας, ἀλ­λὰ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἤ­δη ἤ­ξε­ρε ἀπ’ ἔ­ξω ὅ­λα τα ση­μά­δια τῆς ὑ­γρα­σί­ας, τὶς τρύ­πες ἀ­πὸ τὸ σα­ρά­κι στὰ δο­κά­ρια, τὰ ξε­φλου­δί­σμα­τα τοῦ σο­βᾶ.

       Μιὰ μέ­ρα ὁ γέ­ρος ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ μὲ πολ­λὴ προ­σπά­θεια κα­τά­φε­ρε νὰ κά­νει μιὰ τρύ­πα στὴν ὀ­ρο­φή, οὕ­τως ὥ­στε νὰ βλέ­πει ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι ἕ­να κομ­μα­τά­κι οὐ­ρα­νοῦ. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν τρύ­πα, μὲ λί­γη τύ­χη τὴ μέ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ βλέ­πει ἀ­ε­ρο­πλά­να ἢ που­λιά. Μιὰ μέ­ρα μά­λι­στα εἶ­δε ἕ­ναν με­γα­λο­σχή­μο­να τῶν Μ.Μ.Ε. καὶ χά­ρη­κε γι’ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὶς νύ­χτες τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας του αὐ­τὴ ἡ τρύ­πα τὸν δι­ευ­κό­λυ­νε, για­τὶ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ βλέ­πει τ’ ἀ­στέ­ρια.

      Μιὰ μέ­ρα μιὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ πεῖ κα­μιὰ κου­βέν­τα μὲ τὸν γέ­ρο, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι τὸ κομ­μα­τά­κι τ’ οὐ­ρα­νοῦ, ποὺ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα, ἦ­ταν κα­θα­ρὸ καὶ ξά­στε­ρο ἀ­κό­μα κι’ ὅ­ταν ἔ­ξω ὁ οὐ­ρα­νὸς ἦ­ταν συν­νε­φι­α­σμέ­νος καὶ μαῦ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­ται­γί­δα. Δὲν τὸ εἶ­πε σὲ κα­νέ­ναν, ἀ­πὸ φό­βο μπὰς καὶ τοὺς πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ πὼς ὁ γέ­ρος ἦ­ταν ἅ­γιος. Ἐ­κεῖ­νος θί­χτη­κε καὶ γιὰ νὰ τὴν πι­κά­ρει ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει θαύ­μα­τα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba): Ἡ σκιὰ μὲ μορφὴ ἀλόγου

.

FRANCE-CULTURE-LIGHTS-FESTIVAL-LYON

.

Λουίτζι Μαλέρμπα (Luigi Malerba)

 

Ἡ σκιὰ μὲ μορφὴ ἀλόγου

(L’ ombra a forma di cavallo)

 

02-OmikronΠΡΟ­ΣΠΕ­ΡΟ­ΝΕ δού­λευ­ε ὡς ἀ­να­βά­της στὶς ἱπ­πο­δρο­μί­ες. Μιὰ μέ­ρα ἔ­σπα­σε τὸ ἕ­να του πό­δι καὶ τὸν ἀ­πέ­λυ­σαν. Δὲν εἶ­χε χρή­μα­τα γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἄ­λο­γο κι ἔ­τσι τρι­γυρ­νοῦ­σε μὲ τὰ πό­δια καὶ κού­τσαι­νε.

       Ὁ Προ­σπε­ρό­νε κα­τοι­κοῦ­σε σ’ ἕ­να σπι­τά­κι στὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς Ρώ­μης κι εἶ­χε κι ἕ­ναν μπα­ξὲ ὅ­που καλ­λι­ερ­γοῦ­σε βρώ­μη καὶ γλυ­κὰ ρα­πά­νια γιὰ τ’ ἄ­λο­γα. Μ’ ἄλ­λα λό­για ὁ πρώ­ην ἀ­να­βά­της συ­νέ­χι­ζε νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται τὴν ἀ­πό­κτη­ση ἀ­λό­γου, για­τὶ βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε καὶ σύ­ζυ­γο. Κι ἔ­τσι, κα­θὼς ἦ­ταν κου­τσός, τὰ κο­ρί­τσια δὲν ἤ­θε­λαν νὰ βγαί­νουν μα­ζί του, πό­σο μᾶλ­λον νὰ τὸν παν­τρευ­τοῦν. Ὁ φου­κα­ρὰς ὁ Προ­σπε­ρό­νε ἦ­ταν πο­λὺ δυ­στυ­χι­σμέ­νος .

      Μιὰ μέ­ρα ποὺ περ­πα­τοῦ­σε στὸν ἥ­λιο, ἀν­τι­λή­φθη­κε πὼς ἡ σκιά του εἶ­χε τὴ μορ­φὴ ἀ­λό­γου. Ὁ Προ­σπε­ρό­νε τρο­μο­κρα­τή­θη­κε. Φο­βή­θη­κε πὼς εἶ­χε πά­θει ἡ­λί­α­ση καὶ εἶ­χε τρε­λα­θεῖ. Συμ­βαί­νει συ­χνὰ καὶ τὸ δι­α­βά­ζου­με καὶ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες πώς, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἡ­λί­α­σης, μπο­ρεῖ νὰ τρε­λα­θεῖ κα­νεὶς καὶ νὰ βλέ­πει ὁ­ρά­μα­τα ἢ νὰ βγά­λει ὅ­λα του τὰ ροῦ­χα καὶ νὰ τρι­γυρ­νά­ει γυ­μνὸς ἕ­ως ὅ­του ἀ­ρι­βά­ρει ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α καὶ τὸν πά­ει στὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο. Ὡ­στό­σο ἡ πε­ρί­πτω­σή του ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κὴ καὶ οὔ­τε κὰν τοῦ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀπ’ τὸ μυα­λὸ νὰ βγά­λει τὰ ροῦ­χα του, πα­ρό­λο ποὺ ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη. Κοί­τα­ξε γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὴ σκιά του καὶ εἶ­δε πὼς εἶ­χε πάν­τα τὴ μορ­φὴ ἀ­λό­γου, μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πό­δια, τὸ μα­κρὺ κε­φά­λι καὶ τὸ τορ­νευ­τὸ σῶ­μα. Γιὰ νὰ ποῦ­με τὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λό­κο­το πράγ­μα. Δο­κί­μα­σε νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει τὸ βῆ­μα καὶ ἡ σκιὰ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­το­τε, δη­λα­δὴ βρι­σκό­ταν πάν­τα στὸ πλά­ι του. Κι ἐ­νῶ αὐ­τὸς κού­τσαι­νε, ἡ σκιὰ μὲ τὴ μορ­φὴ ἀ­λό­γου περ­πα­τοῦ­σε ἄ­ψο­γα καὶ μὲ τὰ τέσ­σε­ρα πό­δια κι ἄ­κου­γες τὸν ἦ­χο πο­δο­βο­λη­τοῦ.

      Γιὰ λί­γο ὁ Προ­σπε­ρό­νε ἔ­κα­νε τὴν πά­πια. Πή­γαι­νε κά­θε μέ­ρα νὰ κά­νει τὴ βόλ­τα του στὸν ἥ­λιο, ἔ­ρι­χνε ποῦ καὶ ποῦ κα­μιὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νη μα­τιὰ στὴν ἀ­λο­γί­σια σκιά του καὶ προ­χω­ροῦ­σε σὰν νὰ μὴν ἔ­τρε­χε τί­πο­τα. Ὁ κό­σμος περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ δὲν ἔ­παιρ­νε χαμ­πά­ρι αὐ­τὸ τὸ ἀλ­λό­κο­το φαι­νό­με­νο. Κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι, σκε­φτό­ταν ὁ Προ­σπε­ρό­νε ποὺ συ­νή­θι­ζε ἤ­δη τὴ σκιά του καὶ ἄρ­χι­ζε νὰ δέ­νε­ται μα­ζί της, ὅ­πως μ’ ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ἄ­λο­γο ρά­τσας. Τῆς ἔ­δω­σε μά­λι­στα καὶ ὄ­νο­μα, τὴν ὀ­νό­μα­σε Ἥ­λιο, ὅ­πως ἕ­να ἄ­λο­γο χά­ρις στὸ ὁ­ποῖ­ο κά­πο­τε εἶ­χε κερ­δί­σει τὸ πρῶ­το βρα­βεῖ­ο στὶς ἱπ­πο­δρο­μί­ες, στὰ Κα­λυ­βά­κια. Τὸν ἔ­πι­α­σαν τὰ γέ­λια μό­λις σκέ­φτη­κε πὼς εἶ­χε δώ­σει τ’ ὄ­νο­μα Ἥ­λιος σὲ μιὰ σκιά.

      Ἕ­να πρω­ὶ νω­ρὶς-νω­ρὶς ὁ Προ­σπε­ρό­νε, ὡς συ­νή­θως, πῆ­γε νὰ κά­νει μιὰ βόλ­τα στὰ λι­βά­δια. Οἱ δρο­σο­στα­λί­δες ἔ­κα­ναν τὸ χορ­τά­ρι ν’ ἀ­στρά­φτει, κα­νέ­να σύν­νε­φο δὲν ἔ­κρυ­βε τὸν ἥ­λιο, ἀ­κό­μα κι ὁ ἀ­έ­ρας ἦ­ταν δρο­σε­ρός. Τοῦ φά­νη­κε πὼς ἡ σκιὰ ἔ­σκυ­βε γιὰ νὰ βο­σκή­σει τὸ χορ­τά­ρι κι ἀ­κό­μα τοῦ φά­νη­κε πὼς ἔ­δει­χνε κά­ποι­α ση­μά­δια ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­ας, για­τί κά­θε τό­σο σὰν νὰ τρό­χα­ζε. Ὁ Προ­σπε­ρό­νε, πα­ρὰ τὸ κου­τσό του πό­δι, σὰν ν’ ἄρ­χι­σε κι αὐ­τὸς νὰ βη­μα­τί­ζει πιὸ σβέλ­τα καὶ εἶ­δε πὼς ἡ σκιὰ βάλ­θη­κε ἀ­μέ­σως νὰ τρο­χά­ζει. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ πρώ­ην ἀ­να­βά­της δὲν μπό­ρε­σε πιὰ ν’ ἀν­τι­στα­θεῖ: κα­βα­λί­κε­ψε τὰ κα­πού­λια τῆς σκιᾶς του κι ἄρ­χι­σε νὰ ἱπ­πεύ­ει στὸ λι­βά­δι, πῆ­ρε τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ τὸν ὁ­δη­γοῦ­σε μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ Ρώ­μη, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ σπι­τά­κι του στὰ πε­ρί­χω­ρα.

      Κά­ποι­ος ἀ­φη­γή­θη­κε πὼς εἶ­δε ἕ­ναν ἔ­φιπ­πο ἄν­τρα νὰ περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν λό­φο, καλ­πά­ζον­τας. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, ὁ Προ­σπε­ρό­νε δὲν ἐ­πέ­στρε­ψε πιὰ στὸ σπί­τι καὶ κα­νεὶς ἀ­π’ ὅ­σους τὸν ἤ­ξε­ραν δὲν τὸν ξα­νά­δε.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba, S­t­o­r­i­e­t­te e S­t­o­r­i­e­t­te t­a­s­c­a­b­i­li, M­UP (M­o­n­te U­n­i­v­e­r­s­i­ta P­a­rma E­di­to­re) 2004.

 

Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα (L­u­i­gi M­a­l­e­r­ba) (B­e­r­c­e­to τῆς Πάρ­μας, 1927 – Ρώ­μη, 2008). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀλ­φα­βή­του (La s­c­o­p­e­r­ta d­e­l­l’ a­l­f­a­b­e­to, 1963). Ἄλ­λα γνω­στά του βι­βλί­α: S­a­l­to m­o­r­t­a­le, 1968 (βρα­βεῖ­ο M­e­d­i­c­is 1970), Le p­a­r­o­le a­b­b­a­n­d­o­n­a­te, 1977, Il f­u­o­co g­r­e­co, 1990 (με­τα­φρα­σμέ­νο στὰ Ἑλ­λη­νι­κά: Τὸ ὑ­γρὸ πῦρ­), C­he ve­r­g­o­g­na s­c­r­i­v­e­re, 1996. Βλ. πε­ρισ­ό­τε­ρα ἐ­δῶ: Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου «Λου­ί­τζι Μα­λέρ­μπα. (Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του)».

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.