Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα

[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#2]

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ:

­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν ­μη­ρο

καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α

ἕ­ως σή­με­ρα

 

Δι­ε­θνὴς ἐ­πι­σκό­πη­ση – Μὲ τὸ πε­ρι­σκό­πιο


ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΟΦΩΝΗ βι­βλι­ο­γρα­φί­α ἡ πιὸ ἐμ­πε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ἐ­κλε­κτι­κὴ συγ­γέ­νεια τοῦ μύ­θου μὲ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τοῦ Βρε­τα­νοῦ Lee Rourke, μὲ τί­τλο A brief history of fables: From Aesop to flash fiction(1), (Μί­α σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α τῶν μύ­θων: Ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α). Στὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς με­λέ­της πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ δι­α­χρο­νι­κό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ δεύ­τε­ρο ἀ­νι­χνεύ­ε­ται ἡ πο­λι­τι­κή, φι­λο­σο­φι­κή, πνευ­μα­τι­κὴ καὶ σα­τυ­ρι­κὴ δι­ά­στα­ση ποὺ ἀ­πο­κτᾶ τὸ ἔρ­γο τῶν Marie de France, Rumi, William Caxton καὶ Jean de la Fontaine ὅ­ταν εἰ­δω­θεῖ σὲ δι­α­λε­κτι­κὴ σχέ­ση μὲ τοὺς μύ­θους τοῦ Αἰ­σώ­που. Στὸ τρί­το μέ­ρος ἡ ἔ­ρευ­να ἐμ­βα­θύ­νει στὶς ρή­ξεις τῆς ἀ­φή­γη­σης τοῦ Μον­τερ­νι­σμοῦ τοῦ δυ­τι­κοῦ κα­νό­να. Φω­τί­ζει τὸ ἔρ­γο τῶν Robert Walzer, Franz Kafka, James Joyce, Jorge Luis Borges καὶ Thomas Bernhard, ὑ­πὸ τὸ πρί­σμα τῆς λει­τουρ­γί­ας τοῦ μύ­θου καὶ πῶς ἀ­να­νε­ώ­θη­κε ἡ μορ­φὴ καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ὅ­ταν συν­δυ­ά­στη­κε μὲ τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὴ συν­το­μί­α.

       Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος τὴν πόρ­τα πρὸς τὸ μέλ­λον τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­νοί­γει ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ρεῖ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του μύ­θου, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ ὕ­λη κα­τα­λαμ­βά­νει συγ­κρι­τι­κὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρη κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση, μὲ τὸ νό­η­μα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται κυ­ρί­ως ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τή. Τὸ ἔρ­γο τῶν Blake Butler, HP Tinker, Joseph Young, Shane Jones καὶ Tania Hershman, φω­τί­ζει τοὺς δυ­νη­τι­κοὺς συν­δυα­σμοὺς εἰ­δο­λο­γι­κῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη λό­γου, μὲ τὸν μύ­θο, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ κύ­ριο δο­μι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὴ σύν­θε­ση τῶν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (microfiction, flash fiction, minificción).


&&&


ΣΕ ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΠΕΔΟ τὴν ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση με­τα­ξὺ μύ­θου καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἀ­ρι­στο­τε­λι­κῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας(2), ἔ­χει ἀ­να­δεί­ξει κυ­ρί­ως ἡ ἰ­δέ­α τοῦ Jorge Luis Borges ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ τὸν μύ­θο. Πρό­κει­ται γιὰ ρυθ­μι­στι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας σύμ­φω­να μὲ τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τα τοῦ 7ου Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὸ 2012 στὸ Βε­ρο­λί­νο, ὅ­που ἐ­ξε­τά­στη­καν πε­ραι­τέ­ρω οἱ ἐ­κλε­κτι­κὲς συγ­γέ­νει­ες μὲ τὸν ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὸ μύ­θο καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ μυ­θο­λο­γί­α. Δι­α­φω­τι­στι­κὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­να­κοί­νω­ση τοῦ Antonio Serrano Cueto, La tradición clásica en el microrrelato: la órbita homérica y otras estelas ( κλα­σι­κὴ πα­ρά­δο­ση στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ­μη­ρι­κὴ τρο­χιὰ καὶ ἄλ­λα ­χνη). Μί­α ἐ­ξέ­χου­σα ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ με­λέ­τη ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Miguel Herrero De Jáuregui μὲ τί­τλο Micronarrativa en la literatura griega antigua: fragmentos, allusions, epigramas(3) (Μι­κρο­α­φή­γη­ση στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α: ­πο­σπά­σμα­τα, ­παι­νιγ­μοί, ­πι­γράμ­μα­τα).


&&&


ΤΟ 2011 ΚΥΚΛΟΦΡΗΣΕ νέ­α συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, συγ­γρα­φέ­α καὶ δι­πλω­μά­τη Jorge Carrera Andrade (Ἐ­κουα­δόρ, 1903 – 1978) μὲ τί­τλο Micrograms(4). Οἱ ἔμ­με­τρες, πε­ζο­γρα­φι­κὲς ἢ δο­κι­μια­κὲς μι­κρο­α­φη­γή­σεις του δυ­σκο­λεύ­ουν ἀ­κό­μα τὴν κα­τη­γο­ρι­ο­ποί­η­σή του, ὡ­στό­σο τὸ ἔρ­γο του ἐ­πα­νε­ξε­τά­ζε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ὁ Andrade κι­νεῖ­ται μὲ εὐ­ε­λι­ξί­α ἀ­νά­με­σά σε δι­ά­φο­ρα εἴ­δη, μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ δι­έ­κρι­νε ἀρ­χι­κά το ἐ­πί­γραμ­μα καὶ τὸν ἀ­φο­ρι­σμὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ λα­τι­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας καὶ ἀρ­γό­τε­ρα καλ­λι­ερ­γή­θη­κε στὴν ἱ­σπα­νό­φω­νη γραμ­μα­τεί­α καὶ τέ­χνη. Αὐ­τὰ τὰ στοι­χεῖ­α συ­νυ­φαί­νει μὲ τὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ τὸ ἱ­σπα­νι­κὸ μου­σι­κὸ εἶ­δος saeta ποὺ προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τοὺς με­σαι­ω­νι­κοὺς ψαλ­μούς. Ο Andrade θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πέν­τε ση­μαν­τι­κό­τε­ρους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς ποι­η­τὲς τοῦ 20οῦ αἰ. μα­ζὶ μὲ τοὺς Jorge Luis Borges, Pablo Neruda, Octavio Paz καὶ Cesar Vallejo.


&&&


ΤΟΝ ΜΑΪΟ τοῦ 2018 δη­μο­σι­εύ­θη­κε ἡ δι­ε­θνὴς ἔ­ρευ­να τοῦ BBC, στὴν ὁ­ποί­α συμ­με­τεῖ­χαν 108 δι­α­κε­κρι­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς, πα­νε­πι­στη­μια­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, κρι­τι­κοὶ καὶ με­τα­φρα­στὲς ἀ­πὸ 35 χῶ­ρες, γιὰ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν 100 ἔρ­γων ποὺ δι­α­μόρ­φω­σαν τὸν κό­σμο(5). Στὴν πρώ­τη δε­κά­δα βρί­σκον­ται ἡ Ὀ­δύσ­σεια (Νo1) καὶ ἡ Ἰ­λιά­δα (Νο­10).

       Τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2017 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ Ὀ­δύσ­σεια(6), σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Βρε­τα­νί­δας Emily Wilson, κα­θη­γή­τριας κλα­σι­κῶν σπου­δῶν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια, στὶς ΗΠΑ. Ἡ δι­ε­θνὴς κρι­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­να­νε­ω­τι­κὴ μα­τιά της στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴν ἐ­πι­λο­γή της νὰ ἀ­πο­δώ­σει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ λέ­ξη «πο­λυ­τρό­πος» τοῦ πρω­το­τύ­που μὲ τὴν ἀγ­γλι­κὴ complicated (πο­λύ­πλο­κος), ἀν­τὶ τῆς λέ­ξης cunning (ἔ­ξυ­πνος, πο­νη­ρός, πα­νοῦρ­γος) ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ού­ταν ἕ­ως τώ­ρα. Ἡ ἀ­νά­δει­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τῆς ἔν­νοι­ας τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας στὸ ὁ­μη­ρι­κὸ ἔ­πος συ­νέ­βα­λε στὴν ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­σή του, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς ὅ­τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­γρα­φεῖ καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ­ται ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας(7).


&&&


ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΟΦΩΝΗ κρι­τι­κὴ τὸ πρῶ­το δεῖγ­μα γρα­φῆς ποὺ ἔ­χει γί­νει κοι­νῶς ἀ­πο­δε­κτὸ ὡς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι τὸ κεί­με­νο τοῦ Με­ξι­κα­νοῦ Julio Torri (1889 -1970) μὲ τί­τλο A Circe (Στὴν Κίρ­κη(8)). Πρό­κει­ται γιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ πε­ρά­σμα­τος τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τός του ἀ­πὸ τὶς Σει­ρῆ­νες (ρα­ψω­δί­α μ’) καὶ πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Ensayos y poemas (Δο­κί­μια καὶ ποι­ή­μα­τα), 1917. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο αἰ­ώ­να ἡ πρόσ­λη­ψη τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μύ­θου ὡς οἰ­κου­με­νι­κοῦ καὶ δι­α­χρο­νι­κοῦ, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται στὴ σύ­στα­ση τοῦ κλά­δου τῆς σει­ρη­νο­λο­γί­ας (sirenología) ὡς δι­α­κρι­τοῦ πε­δί­ου φι­λο­λο­γι­κῶν με­λε­τῶν πλή­θους ὑ­περ­μι­κρῶν ἀ­φη­γή­σε­ων αὐ­τῆς τῆς θε­μα­το­λο­γί­ας.

       Δύ­ο ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ Javier Perucho, κα­θη­γη­τῆ φι­λο­λο­γί­ας στὸ Ἐ­θνι­κὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM), ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς μέ­χρι στιγ­μῆς στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φία. Ἡ πρώ­τη, εἶ­ναι ἡ αἱ­ρε­τι­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α Yo no canto, Ulises, cuento (Ἐ­γὼ δὲν τρα­γου­δῶ, Ὀ­δυσ­σέ­α, ἀ­φη­γοῦ­μαι), Fósforo, 2008. Ἡ δεύ­τε­ρη, μὲ τί­τλο La musica de las sirenas (Ἡ μου­σι­κὴ τῶν σει­ρή­νων), FOEM, 2013, εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ σπου­δαί­ου Ἀρ­γεν­τι­νοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ David Lagmanovich (1927-2010), ὁ ὁ­ποῖ­ος με­λέ­τη­σε ἐν­δε­λε­χῶς τὴν ἰ­σπα­νό­φω­νη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α μὲ 60 μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Rubén Darío, Jorge Luis Borges, Gabriel García Márquez, Eduardo Galeano, Nana Rodríguez, Ramón Gómez de la Serna, κ.ἄ. Αὐ­τὴ ἡ με­λέ­τη – ἀν­θο­λο­γί­α προ­έ­κυ­ψε ἀ­πὸ τὸ 6ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὴν Μπογ­κο­τὰ (Κο­λομ­βί­α) τὸ 2010 ποὺ ἑ­στί­α­σε σὲ δύ­ο θε­μα­τι­κές, τὴ nanoliteratura (να­νο­λο­γο­τε­χνί­α) καὶ τὴ sirenologia.


&&&


ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1978 δη­μο­σι­εύ­θη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα The New Yorker ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α μὲ τί­τλο Girl(9) (Κο­ρί­τσι) τῆς Jamaica Kincaid (Νῆ­σος Ἀν­τίγ­κου­α, Κα­ρα­ϊ­βι­κή, 1949), μί­ας ἀ­πὸ τὶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νες ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ εἴ­δους(10). Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴ μέ­θο­δο δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης τῆς νε­α­ρῆς κό­ρης ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζει ἡ μη­τέ­ρα της. Οἱ δύ­ο ἡ­ρω­ί­δες εἶ­ναι ἀ­νώ­νυ­μες, ἡ ἀ­φή­γη­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη, μὲ ρυθ­μό, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ προ­φο­ρι­κό­τη­τας καὶ ἀ­νοί­κεια προ­σέγ­γι­ση τοῦ θέ­μα­τος. Τὸ κεί­με­νο θυ­μί­ζει ψαλ­μό, ἀλ­λὰ καὶ τυ­πι­κὴ πλύ­ση ἐγ­κε­φά­λου. Σὲ 686 λέ­ξεις ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ (κά­θε) Κο­ρι­τσιοῦ ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν κα­τά­στι­κτη ψυ­χο­στα­σί­α καὶ νο­ο­τρο­πί­α μη­τέ­ρας καὶ κό­ρης ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὰ στε­ρε­ό­τυ­πα, ἀ­πὸ τὴ σύγ­κρου­ση πο­λι­τι­σμι­κῶν πε­δί­ων καὶ γε­νε­ῶν καὶ τὴν ἀ­γρι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­ας.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α συ­χνὰ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὑ­φο­λο­γι­κὰ ἀν­τλεῖ στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τρα­γού­δι τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ μου­σι­κοῦ καὶ χο­ρευ­τι­κοῦ εἴ­δους κα­λύ­ψο (calypso songs), δο­μι­κοῦ στοι­χεί­ου τῆς κουλ­τού­ρας τῶν λα­ῶν τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς. Τὸ Κο­ρί­τσι βε­βαι­ώ­νει τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­τι τὸ ἔ­χει ἀ­παρ­νη­θεῖ, σβή­νον­τας συμ­βο­λι­κὰ τὴν ταυ­τό­τη­τά της καὶ προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό της γιὰ νέ­ες, ἔ­ξω­θεν ἐγ­γρα­φές.

       Οἱ ἀ­μέ­τρη­τες ἀ­να­λύ­σεις καὶ ἀ­να­φο­ρὲς στὸ Κο­ρί­τσι στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τα­γρα­φοῦν ἐ­δῶ, ὅ­πως καὶ τὰ δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ δι­α­πραγ­μα­τεύ­ον­ται τὸ θέ­μα τῆς δι­α­παι­δα­γώ­γη­σης με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, μί­α δι­ά­στα­ση ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­χαρ­το­γρά­φη­τη εἶ­ναι ὁ συ­σχε­τι­σμὸς τοῦ ὅ­ρου κα­λύ­ψο γι’ αὐ­τὸ τὸ μου­σι­κὸ καὶ χο­ρευ­τι­κὸ εἶ­δος μὲ τὴν Κα­λυ­ψὼ ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ ὁ ὅ­ρος προ­έρ­χε­ται πι­θα­νῶς ἀ­πὸ τὴν ἀ­φρι­κα­νι­κὴ λέ­ξη kaiso (ἐ­πι­φώ­νη­μα ἐν­θάρ­ρυν­σης), τὸ εἶ­δος κα­λύ­ψο ἔ­χει συμ­βά­λει στὴ δι­α­μόρ­φω­ση εἰ­δῶν ὅ­πως ἡ σάμ­πα καὶ ἡ ρέγ­κε κι ἔ­χει κα­τα­βο­λὲς ἀ­κό­μα καὶ στὸν κλα­σι­κὸ ἰν­δι­κὸ χο­ρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πί­σης δι­α­χω­ρί­ζε­ται σὲ τμή­μα­τα κα­θα­ροῦ χο­ροῦ κι ἐ­ξι­στό­ρη­σης, ὅ­πως τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ δρά­μα. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πα­ναν­θρώ­πι­νη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σε στὸ ἄ­νυ­σμα τοῦ χρό­νου καὶ τὴν ὀ­δύσ­σεια ἑ­νὸς ὅ­ρου ἡ ἑ­κά­στο­τε χρή­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, ἰ­δί­ως σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὅ­πως τὸ Κο­ρί­τσι, με­τα­τρέ­πει τὸ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ κεί­με­νο σὲ δι­α­κεί­με­νο μὲ συμ­βο­λι­κὲς δι­α­κτι­νώ­σεις σὲ πο­λι­τι­σμι­κοὺς κώ­δι­κες ἔ­ξω ἀ­πὸ αὐ­τό. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ ὅ­ρος κα­λύ­ψο πα­ρα­πέμ­πει συ­νειρ­μι­κὰ στὸ μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α καὶ στὸν ἀρ­χε­τυ­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς Κα­λυ­ψοῦς κι ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ ἕ­να πα­λίμ­ψη­στο ἐν­νοι­ῶν μὲ με­τα­βαλ­λό­με­νο ση­μα­σι­ο­λο­γι­κὸ φορ­τί­ο, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ὅ­πως τὸ κάλ­λος, ἡ σα­γή­νη, ἡ ἀ­πο­πλά­νη­ση, ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ ὁρ­μή, ὁ ἵ­με­ρος, οἱ κοι­νω­νι­κοὶ καὶ ἠ­θι­κοὶ κώ­δι­κες, ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ σχέ­ση καὶ οἱ ρό­λοι ἐ­ξου­σί­ας ἀ­νά­με­σα στοὺς ἐ­ρω­τι­κοὺς συν­τρό­φους.


 

Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις – Μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ μύ­θος(11)


Ο ΜΥΘΟΣ εἶ­ναι ἡ πρώ­τη ἀ­πάν­τη­ση ποὺ ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ δώ­σουν οἱ ἀρ­χαῖ­οι ἰν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κοὶ πο­λι­τι­σμοὶ γιὰ τὴν κα­τα­γω­γὴ τοῦ σύμ­παν­τος. Γιὰ τοὺς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὁ μύ­θος σή­μαι­νε τὸν λό­γο ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν γιὰ νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὸ ἀρ­χι­κὸ Χά­ος καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴν πρώ­τη μορ­φὴ συμ­βο­λί­ζει τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ ὤ­θη­ση στὸ σύμ­παν. Ὁ μύ­θος, ὅ­μως, σὲ ὅ­λες τὶς κουλ­τοῦ­ρες, ἁ­πλὸς ἢ πε­πλεγ­μέ­νος, ἀ­πο­τε­λεῖ δι­α­χρο­νι­κὰ μιὰ δι­α­νο­η­τι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξη­γη­θεῖ ἡ φύ­ση, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου εἴ­δους, νὰ δι­α­σω­θοῦν ἢ νὰ ἀλ­λά­ξουν πα­ρα­δο­σια­κὰ ἔ­θι­μα καὶ πο­λι­τι­κὲς καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες.

       Ὁ μύ­θος, χω­ρὶς νὰ ἀ­πω­λέ­σει τὴν κα­τα­στα­τι­κὴ ἀρ­χὴ τῆς κύ­ριας ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς ὕ­λης κά­θε ἐκ­φω­νή­μα­τος, δι­α­τη­ρεῖ στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δω­σε ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης με­λε­τών­τας τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ τρα­γω­δί­α: «εἶ­ναι τὸ πρω­ταρ­χι­κὸ στοι­χεῖ­ο καὶ τὸ πρώ­τι­στο συ­στα­τι­κὸ μιᾶς ἀ­φή­γη­σης. Αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ἀ­φή­γη­ση χω­ρὶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ ἕ­να μύ­θο, δη­λα­δὴ μιὰ ἱ­στο­ρί­α, πραγ­μα­τι­κὴ ἢ φαν­τα­στι­κὴ»(12).

       Ὁ E. Μ. Forster, στὴν προ­σπά­θειά του νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ μύ­θου προ­βαί­νει στὴ δι­ά­κρι­ση ἱ­στο­ρί­ας καὶ πλο­κῆς, τὶς ὁ­ποῖ­ες θε­ω­ρεῖ ὡς τοὺς δύ­ο βα­σι­κοὺς τύ­πους ἀ­φή­γη­σης(13):

       (α) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των ὀρ­γα­νω­μέ­νων σὲ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μὲ ἔμ­φα­ση στὴν ἱ­στο­ρί­α, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε.

       (β) ἀ­φή­γη­ση γε­γο­νό­των μὲ ἔμ­φα­ση στὴν αἰ­τι­ό­τη­τα, ποὺ συ­νι­στᾶ τὴν πλο­κή, π.χ. Ὁ βα­σι­λιὰς πέ­θα­νε καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα πέ­θα­νε ἀ­πὸ θλί­ψη.

       Στὰ κο­ρυ­φαῖ­α δείγ­μα­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὰ ὁ­ποῖ­α συ­νή­θως δὲν ξε­περ­νοῦν τὶς 700 λέ­ξεις μα­ζὶ μὲ τὸν τί­τλο, ἐν­το­πί­ζον­ται αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο τύ­ποι ἀ­φή­γη­σης, με­μο­νω­μέ­να ἢ συν­δυ­α­στι­κά. Ἡ εἰ­δο­ποι­ὸς δι­α­φο­ρὰ ποὺ συ­νι­στᾶ καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ εἴ­δους, ἔγ­κει­ται στὸν τρό­πο χρή­σης τοῦ πρώ­του τύ­που ὅ­που συ­χνά, εἴ­τε δὲν τη­ρεῖ­ται ἡ ἀ­κο­λου­θί­α «ἀρ­χὴ – μέ­ση – τέ­λος», ἢ κά­ποι­ο μέ­ρος ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Ἐξ οὗ καὶ τὰ δείγ­μα­τα αὐ­τὰ δί­νουν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α με­γα­λύ­τε­ρη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α (back story) ἀ­πὸ αὐ­τὴ ποὺ κα­τα­γρά­φε­ται σὲ λί­γες γραμ­μές, ἡ ὁ­ποί­α προ­κει­μέ­νου νὰ γί­νει πλή­ρως ἀν­τι­λη­πτὴ ἐν τῇ πρω­το­φα­νῇ συν­το­μί­α της συ­νή­θως ἀ­πο­φεύ­γε­ται τὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ φλὰς μπὰκ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ­ται ἡ μέ­θο­δος τοῦ πα­γό­βου­νου ποὺ ἀ­νέ­δει­ξε ὁ Ernest Hemingway – ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στοὺς κύ­ριους προ­δρό­μους τοῦ εἴ­δους. Ἐ­πί­σης, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὁ δεύ­τε­ρος τύ­πος, συ­χνὰ ἡ πλο­κὴ ὑ­πο­νο­εῖ­ται. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς συγ­γρα­φὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ἔγ­κει­ται στὴ στε­νὴ συ­νερ­γα­σί­α συγ­γρα­φέ­α – ἀ­να­γνώ­στη: ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας καὶ ὄ­χι ὡς δι­α­κο­σμη­τὴς ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ χώ­ρου, ὅ­πως δι­α­τει­νό­ταν ὁ Hemingway, ὀ­φεί­λει νὰ εἶ­ναι σα­φής, ἱ­κα­νὸς δι­α­χει­ρι­στὴς τοῦ ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὑ­λι­κοῦ του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ τὸ συλ­λά­βει στὴ δι­ά­στα­σή του.

       Αὐ­τὴ ἡ συν­θή­κη, ἑρ­μη­νεύ­ει τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ ἀ­πο­τί­μη­ση καὶ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐμ­πει­ρί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τουν πολ­λὲς ἀ­να­γνώ­σεις. Ο Joseph Young ἀ­να­φέ­ρει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὅ­τι τὸ κα­λὸ χα­ϊ­κοὺ καὶ ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀν­θί­ζουν στὸ μυα­λό. Ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἡ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ κα­τα­νό­η­ση ἁ­πλώ­νε­ται στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἀ­νά­με­σα στὰ κε­νά των συ­νά­ψε­ων. Ἰ­δέ­α, βέ­βαι­α, ποὺ ἀ­νι­χνεύ­ε­ται καὶ στὴ μυ­θι­κὴ μέ­θο­δο(14) τοῦ T. S. Eliot γιὰ τὴν ποί­η­ση: ὁ ποι­η­τὴς δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ μυ­θο­λο­γί­α του καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ.

       Ὅ­μως ποί­η­ση καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι δι­α­κρι­τὰ εἴ­δη. Ἡ τε­λευ­ταί­α πα­ρα­μέ­νει ἐ­πί­σης πι­στὴ στὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἐ­φό­σον στὴν τέ­χνη βά­ζου­με ὅ­ρια καὶ ἡ κει­με­νι­κὴ ἔ­κτα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας εἶ­ναι a priori ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη. H ρή­ξη μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔ­χει προ­κα­λέ­σει ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται συγ­κι­νεῖ καὶ τέρ­πει μέ­σῳ μιᾶς τό­σο συμ­βα­τι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς ὅ­πως ἡ γλώσ­σα, ἐ­νῶ ἀ­να­πτύσ­σε­ται ἐν­τὸς μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ κερ­δί­ζει τὸ χρό­νο, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νά­γνω­ση δια­ρκεῖ ἐ­λά­χι­στα, ἀλ­λὰ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται ἔ­χει βά­θος κι ἐ­κλύ­ει δυ­σα­νά­λο­γη ἐ­νέρ­γεια ποὺ χα­ράσ­σει τὴ μνή­μη. Ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ τὸ μέ­γα ζη­τού­με­νο στὴν τέ­χνη τοῦ λό­γου: τὸν «δό­λο τῆς ἀ­φή­γη­σης» κα­τὰ τὸν Gerard Genette καὶ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ «πλά­νη» ποὺ κι­νεῖ ὅ­λο το μη­χα­νι­σμὸ τῆς ἀ­φή­γη­σης κα­τὰ τὸν Roland Barthes κι ἔ­χει ἐ­γεί­ρει πλῆ­θος ἐ­ρευ­νη­τι­κῶν ἐ­ρω­τη­μά­των στοὺς κόλ­πους τῆς σύγ­χρο­νης θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸν εἰ­δο­λο­γι­κὸ προσ­δι­ο­ρι­σμό της καὶ τὸν ἀ­να­νε­ω­τι­κό της ρό­λο. Ὅ­μως, ἡ ἀ­να­νέ­ω­ση τῶν μορ­φῶν εἶ­ναι πά­γιο ζη­τού­με­νο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Θα­νά­ση Βαλ­τι­νό, ἀλ­λὰ καὶ κα­τὰ τὸν Juan Rulfo, ἡ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ προ­χω­ρά­ει εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νοί­γει δρό­μους.

       Στὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­που τα πάν­τα εἶ­ναι μιὰ (σύν­το­μη) ἱ­στο­ρί­α, δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὑ­πεύ­θυ­νο γιὰ τὴ δη­μο­φι­λί­α καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς κι ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς σκέ­ψης στὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, τὰ προ­γράμ­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς ποὺ καλ­λι­ερ­γοῦν τὸ εἶ­δος συ­στη­μα­τι­κὰ (ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’20 στὶς ΗΠΑ), οἱ ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους, τὸ σύγ­χρο­νο ρα­δι­ό­φω­νο(15), ἡ ἀ­να­βί­ω­ση τοῦ μι­κρο­θε­ά­τρου(16) καὶ οἱ πο­λυ­ά­ριθ­μοι καὶ νέ­οι δη­μι­ουρ­γοὶ καὶ ἀ­να­γνῶ­στες δι­ε­θνῶς ποὺ γο­η­τεύ­ον­ται ἀ­πὸ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἡ ὑ­περ­μι­κρὴ ἀλ­λὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἀ­φή­γη­ση δύ­να­ται πλέ­ον νὰ τέρ­ψει εὐ­ρὺ καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ δι­ε­θνῶς, νὰ με­τα­δώ­σει μη­νύ­μα­τα, νὰ θε­μα­το­ποι­ή­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση, ἀ­κό­μα καὶ νὰ με­τα­στοι­χει­ώ­σει τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση μὲ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ λό­γο σὲ κλί­μα­κα ψη­φί­δας. Ἡ νέ­α αὐ­τὴ δυ­να­τό­τη­τα σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια δη­μο­σι­ο­ποί­η­σης καὶ κυ­κλο­φο­ρί­ας της μὲ τὰ Νέ­α Μέ­σα συ­νά­δει μὲ τὴ νευ­τώ­νεια, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν κβαν­τι­κὴ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου μας, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ χά­ος ἔ­χει δο­μὴ καὶ δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὴν τυ­χαι­ό­τη­τα κι ἔ­τσι δι­α­τη­ρεῖ­ται ἡ σχε­σια­κὴ ὕ­φαν­ση τοῦ κό­σμου.


μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα


ΣΥΜΦΩΝΑ μὲ τὸν William Nelles(17), ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα ὡς λει­τουρ­γί­α δι­α­κρί­νει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἐ­πει­δὴ ὑ­πο­στη­ρί­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἔλ­λει­ψη καὶ τὴν πο­λυ­ε­πί­πε­δη ἑρ­μη­νεί­α. Ἂν κι ἐν­το­πί­ζε­ται καὶ σὲ ἄλ­λα εἴ­δη, ἡ χρή­ση χα­ρα­κτή­ρων ἀ­πὸ ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κά, θρη­σκευ­τι­κά, ἱ­στο­ρι­κὰ κεί­με­να, ἢ ἡ ἀ­να­φο­ρὰ σὲ περ­σό­νες τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ κό­σμου ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ στὸ ἔ­πα­κρο τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ κύ­ριο ζη­τού­με­νο γι’ αὐ­τὸν τὸν τύ­πο κει­μέ­νων. Ὁ Nelles κα­τα­γρά­φει ὡς συ­νη­θέ­στε­ρη τὴ χρή­ση τέ­τοι­ων χα­ρα­κτή­ρων, ἀ­κό­μα καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν φρά­σε­ων καὶ ἀ­πο­φθεγ­μά­των κυ­ρί­ως στοὺς τί­τλους, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν ὀρ­γα­νι­κὸ τμῆ­μα κά­θε μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ συμ­βάλ­λουν στὴν πύ­κνω­ση καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ νο­ή­μα­τος. Πα­ρα­δείγ­μα­τα μὲ πο­λὺ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης εἶ­ναι ἡ φρά­ση ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Ἰ­ού­λιο Καί­σα­ρα, Veni, vidi, vici, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ E. Hemingway Πρὸς πώ­λη­ση: Βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια. Ἀ­φό­ρε­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δη­μή­τρη Κα­λο­κύ­ρη, Vita brevis: ὅν, off(18), ἢ τῆς Margaret Atwood, Longed for him. Got him. Shit. (19)

       Εὔ­στο­χα ὁ Lauro Zavala συν­δέ­ει τὴν πο­λυ­πλο­κό­τη­τα μὲ τὴ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα: «Ἡ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα καὶ ὁ πλοῦ­τος τῶν κει­μέ­νων μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ὀ­φεί­λε­ται σὲ αὐ­τὸ ποὺ δὲ λέ­νε, δη­λα­δὴ στὴ συ­νεκ­δο­χι­κή τους δει­νό­τη­τα καὶ στὴν ἀλ­λη­γο­ρι­κὴ φύ­ση τους. Καὶ ἡ δι­α­κει­με­νι­κὴ δι­ά­στα­σή τους εἶ­ναι ἐ­νί­ο­τε ἡ πιὸ πε­ρί­πλο­κη, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πιὸ κα­τα­νο­η­τὴ ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνι­κὴ θε­ω­ρί­α».(20)

       Πράγ­μα­τι, κά­θε μυ­θο­πλα­στι­κὸς λό­γος ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­να συγ­κε­ρα­σμὸ στοι­χεί­ων, ἀ­πὸ προ­η­γού­με­νες ἐγ­γρα­φὲς ποὺ συ­νω­θοῦν­ται μέ­σα στὸ νέ­ο κεί­με­νο. Αὐ­τὸ ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐν­νοι­ο­λο­γι­κῶν συ­σχε­τί­σε­ων, ἐκ­φρα­στι­κῶν μι­μή­σε­ων καὶ λε­κτι­κῶν ἀ­να­φο­ρῶν, γε­γο­νὸς ποὺ ξε­περ­νά­ει τὴν ἔν­νοι­α τῆς ἁ­πλῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς, ἢ τοῦ pastiche. Σύμ­φω­να μὲ τὴν Julia Kristeva, ποὺ εἰ­σή­γα­γε τὴν ἔν­νοι­α τῆς δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τας στὴ με­λέ­τη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τoν Μikhail Bakhtin, ση­μαί­νει τὴ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο στὸ δι­α­κεί­με­νο. Ἡ Kristeva, προ­τεί­νει τὴ «θε­ω­ρί­α τῆς κει­με­νι­κῆς δι­α­λε­κτι­κό­τη­τας» γιὰ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ «σὲ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ θέ­τουν ἕ­να κεί­με­νο σὲ σχέ­ση, εἴ­τε πρό­δη­λη, ἢ κρυ­φή, μὲ ἄλ­λα κεί­με­να». H δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα γί­νε­ται ἀ­δι­α­χώ­ρι­στη ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ στὸ πλαί­σιο τῶν νέ­ων τε­χνο­λο­γι­ῶν ποὺ ἐ­ξε­λίσ­σουν τὴ δι­α­δρά­ση, ἀ­πὸ τὸ δι­α­κεί­με­νο ὁ­δεύ­ου­με στὸ ὑ­περ-κεί­με­νο μὲ ὁ­δη­γοὺς-ἀ­φη­γη­τὲς «κυ­βερ­νι­κὰ συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νους δη­μι­ουρ­γοὺς» (21).


Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ σὲ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ποὺ πα­ραλ­λά­σουν τὸν μύ­θο τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α τῶν Carlos Fuentes, Augusto Monterroso, Ana Maria Shua, ἀλ­λὰ καὶ τὴν πο­λυ­συ­ζη­τη­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ, πε­ζο­γρά­φου καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Rafael Pérez Estrada (1934 -2000), Sirena negra (Μαύ­ρη σει­ρή­να), μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­δῶ.


&&&


Η ΣΥΛΛΟΓΗ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τοῦ Κώ­στα Ἀ­κρί­βου μὲ τί­τλο Τε­λευ­ταῖ­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη(22), μὲ εἴ­κο­σι ἕ­ξι «μυ­θι­στο­ρί­ες», ὅ­πως τὶς ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐμ­πνευ­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν ε’ ρα­ψω­δί­α τῆς Ὀ­δύσ­σειας. Ἂν καὶ δὲν πρό­κει­ται γιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἡ ἀ­νά­γλυ­φη μορ­φο­λο­γι­κὴ καὶ ὑ­φο­λο­γι­κὴ αἰ­ώ­ρη­ση ἀ­νά­με­σα στὴ σύν­το­μη πε­ζο­γρα­φι­κὴ φόρ­μα καὶ τὴν ποί­η­ση μὲ ὁ­δη­γὸ τὸν ἐλ­λει­πτι­κὸ λό­γο ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Στὰ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δα δι­η­γή­μα­τα τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται στὸ ἔ­πα­κρο ἡ δι­α­κει­με­νι­κό­τη­τα καὶ λει­τουρ­γεῖ ὅ­πως στὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.


&&&


ΔΥΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ ποὺ τεκ­μη­ρι­ώ­νουν τὴν πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κὴ δι­ά­στα­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τὴ δυ­να­μι­κή της ἑλ­λη­νι­κῆς πε­ρί­πτω­σης εἶ­ναι οἱ Flash fiction forward(23) (2006) καὶ Flash fiction international(24) (2015). Στὴν πρώ­τη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πρώ­τη συμ­με­το­χὴ σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ἱ­στο­ρί­α μὲ τί­τλο Ὁ κ. Νί­κος Νί­κου(25) (Mr. Nikos Nikou), τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Στρα­τῆ Χα­βια­ρᾶ καὶ στὴ δεύ­τε­ρη ἡ ἱ­στο­ρί­α Ἀ­στεῖ­ο(26) (Joke), τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Karen Van Dyck.

       Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι καὶ ἡ δι­ά­κρι­ση τοῦ Σώ­του Οἰ­κο­νο­μί­δη στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ (4ου στὴ σει­ρά, μὲ 35.609 συμ­με­το­χὲς ἀ­πὸ 149 χῶ­ρες) ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε τὸ Fundacion César Egido Serrano τὸ 2014, μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Alan (Ἄ­λαν), τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ (σελ. 228).


&&&


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ θὰ δι­ε­ξα­χθεῖ στὸ Bristol τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας στὶς 20-22 Ἰ­ου­λί­ου 2018, σὲ συ­νέ­χεια τῆς Δι­ε­θνοῦς Ἡ­μέ­ρας Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (National Flash Fiction Day [NFFD]) ποὺ γι­ορ­τά­ζε­ται στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α ἀ­πὸ τὸ 2012 καὶ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε φέ­τος στὶς 16 Ἰ­ου­νί­ου(27) καὶ τῆς National Writing Day ποὺ δι­ε­ξή­χθη καὶ φέ­τος μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α σὲ ὅ­λη τὴν βρε­τα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια στὶς 27 Ἰ­ου­νί­ου(28).


&&&


Η ΜΙΚΡΟΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ σταθ­μὸς ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κύ­ριου προ­δρό­μου τοῦ εἴ­δους, τοῦ Julio Cortázar, μὲ τί­τλο Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1964), ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ ἐ­ρευ­νη­τι­κὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἑ­κα­τον­τά­δων με­λε­τῶν σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο γιὰ τὸ βαθ­μὸ πύ­κνω­σης καὶ ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ποὺ ἐμ­φα­νί­ζει σὲ 545 λέ­ξεις στὸ πρω­τό­τυ­πο (ἐ­δῶ στὰ ἱ­σπα­νι­κά) καὶ σὲ 636 λέ­ξεις στὴν ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση ἐ­δῶ. Τὸ κείμενο μεταφράστηκε καὶ στὰ ἑλληνικὰ ἀπὸ τὸν Δη­μή­τρη Κα­λο­κύρη τὸ 1984 καὶ μπορεῖτε νὰ τὸ δια­βά­σε­τε στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­διον – Ἱ­στορίες Μπονζάι, κα­θὼς καὶ νὰ δεῖ­τε τὴν ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους Ἀλ­λη­λου­χί­α τῶν κή­πων (1999), ποὺ βα­σί­ζε­ται στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α τοῦ Cortázar, σὲ σκη­νο­θε­σί­α τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α Κυ­ρι­α­κί­δη (μὲ τοὺς Νό­τα Τσερ­νιά­φσκι καὶ Βαγ­γέ­λη Μου­ρί­κη (διά­ρκειας 6 λε­πτῶν).


Ἰ­ού­λιος, 2018

Ση­μει­ώ­σεις

       (1) Rourke Lee, A brief history of fables, From Aesop to Flash fiction, Hesperus Press Limited, London, 2011.

       (2) Τὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Ἑ­λέ­νης Κε­φά­λα, Borges and narrative economy (Ὁ Μπόρ­χες καὶ ἡ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μία) στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

       (3) στὰ ἱ­σπα­νι­κά, ἐ­δῶ.

       (4) Andrade, Jorge Carrera, Micrograms, translated by Alejandro de Acosta and Joshua Beckman, Wave Books, Seattle, USA, 2011.

       (5) http://www.bbc.com/culture/story/20180521-the-100-stories-that-shaped-the-world

καὶ http://www.kathimerini.gr/967506/article/epikairothta/kosmos/bbc-ta-deka-erga-poy-diamorfwsan-ton-kosmo—sthn-koryfh-h-odysseia

       6) http://books.wwnorton.com/books/detail.aspx?ID=4294996788 καὶ

https://www.theguardian.com/books/2017/dec/08/the-odyssey-translated-emily-wilson-review

       (7) Γε­ωρ­γο­πού­λου Πα­να­γι­ώ­τα, Ἡ στρο­φὴ τῆς κοι­νω­νι­κῆς σκέ­ψης στὶς ἐ­πι­στῆ­μες τῆς πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, Κρι­τι­κή, Ἀ­θή­να, 2010.

          (8) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α ἐ­δῶ Χού­λιο Τό­ρι (Julio Torri): Στὴν Κίρκη.

          (9) Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

        (10) Στὸ ἄρ­θρο τῆς πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ Maria Alejandra Olivares μὲ τί­τλο Microfiction as cognitive map: a reading of the Caribbean (Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία ὡς γνω­στι­κὸς χάρ­της: μί­α ἀ­νά­γνω­ση τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ σύ­νο­ψη τῆς σχε­τι­κῆς δι­α­τρι­βῆς της, πα­ρου­σι­ά­ζε­ται τὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κὸ ἔρ­γο τῆς Jamaica Kincaid. Μπο­ρεῖ­τε νὰ δι­α­βά­σε­τε τὸ ἄρ­θρο στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἐ­δῶ.

          (11) Χρι­στο­δού­λου, Δή­μη­τρα Ι., Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς κι ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου. Με­τα­πτυ­χια­κὴ ἐρ­γα­σί­α, Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου, σ.σ. 56-58.

           (12) Πα­ρί­σης Ι. & Πα­ρί­σης Ν., Λε­ξι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κῶν ὅ­ρων, ΟΕΒΔ, ἔκδ. Δ’, 2003, σελ. 125.

           (13) Rimmon-Kenan Shlomith, Narrative Fiction, Contemporary Poetics, 2nd edit., New York, Routledge, 2002, σελ. 18

           (14) http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/586/526

           (15) https://storycorps.org

          (16) Μὲ τὸ μι­κρο­θέ­α­τρο πει­ρα­μα­τί­στη­καν πολ­λοὶ δρα­μα­τουρ­γοὶ τὸν 20ο αἰ., ὅ­πως ὁ Ρῶ­σος Andrei Platonov (1899-1951), ὁ Jose Ignacio (Βε­νε­ζου­έ­λα, 1937-1995), ὁ Βρα­ζι­λιά­νος Roberto Athayde (1949), τὸ ἔρ­γο τῶν ὁ­ποί­ων με­τα­φρά­ζε­ται καὶ δι­α­δί­δε­ται ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νε­ό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς ἔ­χουν ἀρ­χί­σει νὰ τὸ ἀ­να­νε­ώ­νουν, ὅ­πως ὁ Miguel Alcantud, ἱ­δρυ­τὴς καὶ καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Microteatro, ἑ­νὸς ὑ­περ­δρα­στή­ριου ὀρ­γα­νι­σμοῦ μὲ ἕ­δρα σὲ 14 πό­λεις τοῦ κό­σμου (ΗΠΑ, Ἱ­σπα­νί­α, Με­ξι­κό, κ.α.), ὁ Γάλ­λος Joël Pommerat ἢ ὁ Ἰ­σπα­νὸς Santiago Molero. Στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’70 Τὰ Τα­χυ­δρά­μα­τα, Μι­κρὲς σκη­νὲς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς, τοῦ Γι­ώρ­γου Μα­νι­ώ­τη (Ἀ­θή­να, 1951) ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γι’ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ποὺ βρί­σκει με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση δι­ε­θνῶς τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια. Σχε­τι­κὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες μπο­ρεῖ­τε νὰ βρεῖ­τε ἐ­δῶ, ἐδῶ καὶ ἐδῶ.

         (17) Πλανόδιον – Ἱστορίες μπονζάι καὶ Nelles Williams, Microfiction: what makes a very short story very short?, vol.20, n.1, The Ohio University Press, 2012.

           (18) Κα­λο­κύ­ρης Δη­μή­τρης, Τὸ μου­σεῖ­ο τῶν ­ριθ­μῶν, Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2001, σέλ. 149.

           (19) http://www.narrativemagazine.com/sixwords

           (20) Zavala Lauro, Breve y seductora: la minificcion en la ensenanza de teoria literaria.

         (21) Stam Robert, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ θε­ω­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, μτφ. Κ. Κα­κλα­μά­νη, Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004, σ.σ. 265, 270, 407.

         (22) Ἀ­κρί­βος Κώ­στας, Τε­λευ­ταί­α νέ­α ἀ­πὸ τὴν Ἰ­θά­κη, Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2016.

         (23) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-32802-8/

         (24) http://books.wwnorton.com/books/978-0-393-34607-7/

         (25) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Ἔρ­σης Σω­τη­ρο­πού­λου, Ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ φλί­περ, Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 1997.

         (26) Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Γιά­ννη Πα­λα­βοῦ, Ἀ­στεῖ­ο, Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2012.

         (27) https://www.flashfictionfestival.com καὶ http://nationalflashfictionday.co.uk

          (28) https://www.nationalwritingday.org.uk/

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menendez Pelayo, Santander. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο.

Advertisements

Γιάννης Πατίλης: 1994: Διηγήματα μὲ 300 λέξεις! Ἕνα πρόδρομο ἐγχείρημα στὸν χῶρο τοῦ μικροῦ διηγήματος

.

00-DiigimataMe300Lekseis-GiannisPatilis-EnaProdromoEgcheirima-00

.

Γιά­ννης Πα­τί­λης

 .

1994: Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις!

Ἕ­να πρό­δρο­μο ἐγ­χεί­ρη­μα

στὸν χῶ­ρο τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος

.

I.

 .

09-Htta-The_Author_of_'A_Visit_from_St__Nicholas'_-_Illuminated_HΙΣΤΟΡΙΑ τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὴν Ἑλ­λά­δα πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς εἴ­δους ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἀν­θο­φο­ρί­α του κα­τὰ τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να – μιὰ ἄν­θι­ση ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἄ­με­ση σύν­δε­ση μὲ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς λα­ο­γρα­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ πρῶ­το νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ σχε­τι­κῶς πρό­σφα­τα δυ­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ καὶ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ στὴν πε­ζο­γρα­φί­α.

       Πλά­ι στὰ ἐ­κτε­νῆ δι­η­γή­μα­τα ποὺ δη­μο­σι­εύ­ον­ταν σὲ συ­νέ­χει­ες στὰ ἑ­βδο­μα­διαῖα φι­λο­λο­γι­κὰ φύλ­λα, ὅ­πως ἦ­ταν ὁ Λου­κῆς Λά­ρας τοῦ Βι­κέ­λα στὴν Ἑ­στί­α τοῦ 1879, ἄρ­χι­σε καὶ ἡ δη­μο­σί­ευ­ση σύν­το­μων αὐ­το­τε­λῶν ἱ­στο­ρι­ῶν στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ἡ χρο­νι­κῶς βρα­χεί­α ἀ­νὰ τεῦ­χος πε­ρι­ο­δι­κό­τη­τα τῶν ἐν­τύ­πων αὐ­τῶν (ἑ­βδο­μα­δια­ία ἢ δε­κα­πεν­θή­με­ρη, συ­νή­θως) ὅ­σο καὶ ὁ λι­γο­στὸς ἀ­ριθ­μὸς τῶν σε­λί­δων τους, εὐ­νο­οῦ­σε ὄ­χι μό­νο τὸ ἐ­κτε­τα­μέ­νο ἀ­φή­γη­μα σὲ συ­νέ­χει­ες ἀλ­λὰ καὶ τὸ ἐ­φά­παξ μι­κρό. Ἡ πλα­τειὰ κυ­κλο­φο­ρί­α στὸ ἐγ­γράμ­μα­το κοι­νό ἐν­τύ­πων τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ροῦ­σαν κά­πο­τε νὰ πλη­ρώ­νουν καὶ μιὰ μι­κρὴ ἀ­μοι­βὴ στοὺς συ­νερ­γά­τες τους, μα­ζὶ μὲ τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το ἀρ­κε­τῶν συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς, βο­ή­θη­σε στὴν ἀ­νά­δει­ξη, τὸ γό­η­τρο καί, τε­λι­κῶς, τὴν αὐ­το­νο­μί­α τοῦ νέ­ου εἴ­δους, ὥ­στε ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ και­ροῦ —ὅ­πως ὁ Καρ­κα­βί­τσας, ὁ Κον­δυ­λά­κης, ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της, ὁ Μω­ρα­ϊ­τί­δης, ὁ Μη­τσά­κης κ.ἄ.— νὰ ἐ­κτι­μῶν­ται ἤ­δη ἀ­πὸ τοὺς συγ­χρό­νους τους πρω­τί­στως ὡς δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι.

       Δὲν ἔ­λει­ψε, λοι­πόν, ἀ­πὸ τὴν νε­ώ­τε­ρη ἑλ­λη­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ μι­κρὸ σὲ ἔ­κτα­ση δι­ή­γη­μα, ἀ­φή­νον­τας ἀ­πὸ τὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880 καὶ με­τὰ πλού­σια πα­ρα­κα­τα­θή­κη καὶ σὲ πο­σό­τη­τα καὶ σὲ ποι­ό­τη­τα. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ὅ­πως τὸ «Πί­στο­μα!» (647 λέ­ξεις, περ. Τέ­χνη 1898) τοῦ Κων­σταν­τί­νου Θε­ο­τό­κη, «Ὁ φυ­γό­δι­κος» (655 λέ­ξεις, 1929) τῆς Γα­λά­τειας Κα­ζαν­τζά­κη ἢ τὸ «Οἰ­δί­πο­δας» (662 λέ­ξεις, 1930) τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη πα­ρα­μέ­νουν κο­ρυ­φαῖα δείγ­μα­τα τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας ἀλ­λὰ καὶ μι­κρὰ γλωσ­σι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, τεκ­μή­ριο τῶν σπου­δαί­ων συγ­γρα­φι­κῶν ἀ­ρε­τῶν τῶν λο­γο­τε­χνῶν τοῦ πα­ρελ­θόν­τος…

       Τὸ κρί­σι­μο ὡ­στό­σο ἐ­ρώ­τη­μα εἶ­ναι κα­τὰ πό­σο αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ μπο­ρού­σα­με —καὶ σὲ ποι­ό βαθ­μό— νὰ τὸ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με συ­σχε­τί­ζο­ντάς το μὲ τὸ νέ­ο πρω­τε­ϊ­κὸ δι­ε­θνὲς εἶ­δος μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν ἐ­κρη­κτι­κή, παγ­κο­σμί­ων δι­α­στά­σε­ων, ἐ­πέ­κτα­ση δι­α­πι­στώ­νου­με τὴν τε­λευ­ταί­α τρι­α­κον­τα­ε­τί­α…

       Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δυ­σκο­λί­α μας νὰ συν­δέ­σου­με τὸ πα­ρα­δο­σια­κὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δι­ή­γη­μα μὲ τὶς ἐ­ξε­λί­ξεις αὐ­τὲς εἶ­ναι ἡ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ γε­νε­τι­κή του, θὰ λέ­γα­με, ἐμ­μέ­νεια στὸν ρε­α­λι­σμὸ καὶ ἐν μέ­ρει τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α – μιὰ τά­ση ποὺ ἐ­νι­σχύ­θη­κε με­τὰ τὸν πό­λε­μο, μὲ τὴν ἐ­πι­δί­ω­ξη μιᾶς ἀ­κό­μη λι­τό­τε­ρης φόρ­μας, στὴν λο­γο­τε­χνί­α τῶν Γι­ώρ­γου Ἰ­ω­άν­νου, Ντί­νου Χρι­στι­α­νό­που­λου, Ἠ.Χ. Πα­πα­δη­μη­τρα­κό­που­λου, Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ καὶ ἄλ­λων, ποὺ στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α ὁ­δή­γη­σε στὴν δη­μι­ουρ­γί­α ὁ­λό­κλη­ρης πο­λυ­πλη­θοῦς σχο­λῆς…

       Ὡ­στό­σο, ἤ­δη ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ώ­να, ἄλ­λα λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, ὅ­πως ὁ συμ­βο­λι­σμὸς καὶ ὁ αἰ­σθη­τι­σμὸς, σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­πως αὐ­τὲς τοῦ Νι­κό­λα­ου Ἐ­πι­σκο­πό­που­λου ἢ τοῦ Κων­σταν­τί­νου Χα­τζό­που­λου, ἡ ἀ­στι­κὴ ψυ­χο­γρα­φι­κὴ ἠ­θο­γρα­φί­α τῆς Ἀ­λε­ξάν­δρας Πα­πα­δο­πού­λου, δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ τύ­που μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κὸς μο­νό­λο­γος. Ἐ­ξί­σου ἀ­πο­μα­κρύ­νο­ν­ταν ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο ρε­α­λι­στι­κὸ κορ­μὸ τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ὁ ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κός, σαρ­κα­στι­κὸς καὶ κοι­νω­νι­κὰ κρι­τι­κὸς τό­νος τῶν μι­κρῶν πε­ζῶν τοῦ Κώστα Κα­ρυ­ω­τά­κη, ὅ­σο καὶ ἡ γλωσ­σι­κὰ καὶ ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὰ ἐ­ξό­χως ἰ­δι­όρ­ρυθ­μη καὶ προ­σω­πο­πα­γὴς πε­ζο­γρα­φί­α τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα καὶ τοῦ Νί­κου-Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κη.

.

       Ἡ συ­στη­μα­τι­κὴ ἀ­να­δρο­μι­κὴ ἀ­να­ζή­τη­ση στὴν λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ κοι­νό­τη­τα προ­δρο­μι­κῶν μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μη ἀρ­χί­σει, καὶ τὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἐξ ὅ­σων γνω­ρί­ζω, γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὑ­πο­εῖ­δος, μὲ ἐ­λά­χι­στες ἐ­ξαι­ρέ­σεις(1), εἶ­ναι ἀ­κό­μη πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­ο­ρι­σμέ­νο. Δὲν θὰ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε, ὡ­στό­σο, ἐ­ὰν μιὰ τέ­τοι­α ἀ­να­δί­φη­ση ἰ­χνη­λα­τοῦ­σε πε­ρι­πτώ­σεις σὰν αὐ­τὴ τοῦ Φαί­δρου Μπαρ­λᾶ, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ μι­κρὸ πε­ζὸ «Ἡ σκού­να» ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Στά­χυς τοῦ 1951, ὄ­χι μό­νο δι­α­στελ­λό­ταν ἐν­τό­νως ἀ­πὸ τὴν τρέ­χου­σα μυ­θο­πλα­σία, ἀλ­λὰ στὶς 76 λέ­ξεις του μὲ τὴν φαν­τα­στι­κὴ ὅ­σο καὶ ὑ­παι­νι­κτι­κὴ σκη­νο­θε­σί­α του, τὴν εἰ­ρω­νι­κή του μα­τιὰ καὶ τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το τέ­λος του ἔ­μοια­ζε νὰ προ­οι­ω­νί­ζε­ται τὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μὲς τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας!

   .

II.

.

Μιὰ ἄλ­λη ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα προ­δρο­μι­κὴ στιγ­μὴ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὴν ἐ­πι­σή­μαν­ση τῆς ὁ­ποί­ας ὀ­φεί­λου­με στὸν φί­λο ποι­η­τὴ Ἀν­τώ­νη Ψάλ­τη, εἶ­ναι ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καμ­πά­νια με­γά­λης κα­θη­με­ρι­νῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, εἴ­κο­σι χρό­νια πρίν, τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1994. Ὅ­σο καὶ νὰ φαί­νε­ται ἀ­πί­θα­νο, πρὶν ἀ­πὸ τὴν δι­ά­δο­ση τοῦ Δι­α­δι­κτύ­ου καὶ σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἔν­νοι­α τοῦ πο­λὺ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ἑ­νὸς πε­ρί­που ξε­χω­ρι­στοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἐμ­πε­δω­θεῖ δι­ε­θνῶς —ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ἡ πρω­το­πο­ρια­κὴ ἀν­θο­λο­γί­α τῶν Τό­μας καὶ Χα­ζού­κα Flash Fiction κυ­κλο­φό­ρη­σε μό­λις τὸ 1992—, ἡ δη­μο­σι­ο­γρά­φος Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη ἐγ­και­νιά­ζει στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα της Τὰ Νέ­α μιὰ σε­λί­δα σὲ συ­νέ­χει­ες μὲ τὸν τί­τλο «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις». T­ό ’­χει φαί­νε­ται ὁ μή­νας Αὔ­γου­στος (ποὺ —ὑ­πο­τί­θε­ται— μέ­νει δί­χως εἰ­δή­σεις [καὶ φυ­σι­κὰ ὁ τύ­πος χω­ρὶς ἀ­να­γνῶ­στες]) νὰ ἀ­νοί­γουν οἱ με­γά­λες ἐ­φη­με­ρί­δες τὶς στῆ­λες τους στὴν λο­γο­τε­χνί­α!… Ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη, ὡ­στό­σο, ἐ­πι­λο­γὴ προ­σέ­δω­σε στὸ ἐγ­χεί­ρη­μα ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο —ἔ­στω καὶ ἀ­να­δρο­μι­κῶς, ἐ­ὰν τὸ ἐ­ξε­τά­σει κα­νείς— ἐν­δι­α­φέ­ρον… Ἡ σει­ρὰ κρά­τη­σε ἕ­ξι Σάβ­βα­τα, ἀ­πὸ τὶς 6 Αὐ­γού­στου ἕ­ως τὶς 24 Σε­πτεμ­βρί­ου 1994, καὶ φι­λο­ξε­νή­θη­καν σ’ αὐ­τὴ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις συγ­γρα­φεῖς —ὄ­χι μό­νον δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι, ἀλ­λὰ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς παι­δι­κῶν βι­βλί­ων ὅ­σο καὶ ποι­η­τές—, οἱ ἑ­ξῆς, κα­τὰ τὴν σει­ρὰ τῆς πα­ρου­σι­ά­σε­ώς τους: Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Ἰ­ά­κω­βος Καμ­πα­νέλ­λης, Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Γι­ώρ­γης Γι­α­τρο­μα­νω­λά­κης, Φί­λιπ­πος Δρα­κον­τα­ει­δῆς, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Μά­νος Ἐ­λευ­θε­ρί­ου, Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός, Εὐ­γέ­νιος Τρι­βι­ζᾶς, Θό­δω­ρος Γρη­γο­ριά­δης, Μι­χά­λης Φα­κί­νος, Τά­κης Θε­ο­δω­ρό­που­λος, Ἠ­λί­ας Κου­τσοῦ­κος, Παυ­λί­να Παμ­πού­δη, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Ἄλ­κη Ζέ­η, Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης, Μα­νό­λης Ξε­ξά­κης, Τά­σος Ροῦσ­σος, Φαί­δων Θε­ο­φί­λου, Πά­νος Κου­τρουμ­πού­σης, Πρό­δρο­μος Μάρ­κο­γλου, Μῆ­τσος Κα­σό­λας.

       Ἡ συν­τά­κτρια, Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη, δὲν μοιά­ζει νὰ συν­δέ­ει τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά της μὲ ἀ­νά­λο­γα ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἢ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο εἶ­δος τοῦ δι­η­γή­μα­τος στὸν δι­ε­θνῆ χῶ­ρο. Συλ­λαμ­βά­νει, ὡ­στό­σο, σω­στά, στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο, ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες καὶ δυ­να­τό­τη­τες αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς φόρ­μας:

«Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ἱ­στο­ρί­α σὲ ἕ­να μό­νο δα­κτυ­λό­γρα­φο;(2) Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ στοί­χη­μα ποὺ ἔ­βα­λαν τὰ “Νέ­α” μὲ 24 συγ­γρα­φεῖς. […] Ἀ­κό­μα καὶ γιὰ τοὺς τε­χνί­τες τοῦ λό­γου, τὸ σύν­το­μο κεί­με­νο εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο ἀ­πὸ τὸ μα­κρο­σκε­λές. Καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἦ­σαν ἐ­κεῖ­νοι ποὺ ξε­κι­νών­τας αὐ­τὴν τὴν προ­σπά­θεια, κα­τέ­λη­ξαν νὰ γρά­ψουν με­ρι­κὰ δι­η­γή­μα­τα πρὶν φτά­σουν στὸ ζη­τού­με­νο. Στὴ μι­νι­α­τού­ρα. Στὴ νύ­ξη ποὺ γεν­νᾶ εἰ­κό­νες, ἐ­ξά­πτει τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὑ­παι­νίσ­σε­ται κό­σμους ὁ­λό­κλη­ρους, χα­ρα­κτῆ­ρες σύν­θε­τους, κα­τα­στά­σεις πε­ρί­πλο­κες.Ἴ­σως κά­ποι­οι νὰ τὰ κα­τά­φε­ραν πιὸ κα­λά. Ὅ­μως ὅ­λοι, μὲ τὰ “δι­η­γή­μα­τα τῶν 300 λέ­ξε­ων” ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ἂν μὴ τὶ ἄλ­λο ὅ­τι ἡ λο­γο­τε­χνί­α μπο­ρεῖ, ἂν τὸ θε­λή­σει, νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει “σπο­τά­κια” – κα­τὰ τὴν προ­σφι­λῆ γλώσ­σα καὶ τὴ λο­γι­κὴ τῆς κυ­ρί­αρ­χης εἰ­κό­νας. Μπο­ρεῖ νὰ συν­το­νι­στεῖ μὲ τὸν ρυθ­μό, τὴν τα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἀ­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς ἐ­πο­χῆς […]»

     Ἀ­πο­τι­μών­τας τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα στὸ φύλ­λο τῶν Νέ­ων στὶς 24-09-1994, ἡ ὑ­πεύ­θυ­νη τῆς σε­λί­δας ση­μει­ώ­νει ὡς πρὸς τὴν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἀ­πή­χη­σή του: «Τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ουν τό­σο οἱ ἐν­θαρ­ρυν­τι­κὲς ἐ­πι­στο­λές, τὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα καὶ οἱ προ­τά­σεις δι­η­γη­μά­των ποὺ λά­βα­με ὅ­σο καὶ τὰ ἴ­δια τὰ δείγ­μα­τα γρα­φῆς ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­καν […].»

      Γιὰ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις λο­γο­τέ­χνες ποὺ λά­βα­νε μέ­ρος στὸ πρόγραμμα «Δι­η­γή­μα­τα μὲ 300 λέ­ξεις» τὸ πεί­ρα­μα δὲν εἶ­χε συ­νέ­χεια. Ὅ­μως γιὰ τέσ­σε­ρις του­λά­χι­στον, τρεῖς ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ ποι­η­τές, τοὺς Θό­δω­ρο Γρη­γο­ριά­δη, Ἠ­λί­α Κου­τσοῦ­κο, Πρό­δρο­μο Μάρ­κο­γλου καὶ Μα­νό­λη Ξε­ξά­κη, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα ὑ­πῆρ­ξε γνώ­ρι­μη καὶ ἀ­γα­πη­τὴ καὶ ἐ­κτὸς τῆς πρω­το­βου­λί­ας τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας…

      Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ 1994, δι­α­λέ­ξα­με σή­με­ρα —εἴ­κο­σι χρό­νια με­τά— νὰ ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­σου­με μὲ ἀν­θο­λο­γι­κὰ κριτήρια τὰ πέν­τε παρακάτω στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας: «Σχε­δὸν τέ­λει­ο» τοῦ Ἰ­ά­κω­βου Καμ­πα­νέλ­λη, «Τὸ πεῖ­σμα» τοῦ Πέ­τρου Τα­τσό­που­λου, «Τὸ χα­μο­μή­λι τῶν Ἀ­βδή­ρων» τοῦ Θό­δω­ρου Γρη­γο­ριά­δη, «Ὑ­πὲρ πα­τρί­δος» τοῦ Ἠ­λί­α Κου­τσού­κου καὶ «Λό­λα» τοῦ Ἀν­τώ­νη Σου­ρού­νη.

 .

       Παρόλη τὴν προ­σο­χή μας στὶς πλέ­ον σύγ­χρο­νες ἐ­ξε­λί­ξεις στὸν χῶ­ρο τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μας γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­το. Ἡ σύν­δε­ση τῆς μι­κρῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς φόρ­μας μὲ προ­ϋ­πάρ­χου­σες συ­να­φεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς μορ­φὲς καὶ ἡ συ­νε­ξέ­τα­σή της μὲ τὶς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἐ­ξε­λί­ξεις στὸ εὐ­ρύ­τα­το πλαί­σιο τῶν πο­λι­τι­σμῶν, μᾶς βο­η­θά­ει σὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη κα­θὸ ἱ­στο­ρι­κό­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση τοῦ πα­ρόν­τος.

 .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

       (1) Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δι­πλω­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­φτα­σε φέ­τος στὰ χέ­ρια μας: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (microfiction, flash fiction, minificción) ὡς πο­λι­τι­σμι­κὸ φαι­νό­με­νο: με­λέ­τη γιὰ ἕ­να νέ­ο δι­ε­θνὲς καὶ ἐ­θνι­κὸ εἶ­δος λό­γου τῆς Δή­μη­τρας Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (πα­λιᾶς γνω­ρί­μου τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας), ποὺ ὑ­πο­βλή­θη­κε τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2013 στὸ Τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, Μέ­σων καὶ Πο­λι­τι­σμοῦ στὸ Πάν­τει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο.

       (2) Ὁ Με­ξι­κα­νὸς θε­ω­ρη­τι­κὸς Λά­ου­ρο Ζα­βά­λα τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2000, στὸ πρῶ­το τεῦ­χος τοῦ El cuento en red, τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ ἔ­ρευ­νας καὶ θε­ω­ρί­ας τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ποὺ ἐ­πι­με­λεῖ­ται, ση­μει­ώ­νει πὼς τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα (minificción) εἶ­ναι ἡ «narrativa que cabe en el espacio de una página» («ἡ ἀ­φή­γη­ση ποὺ χω­ρά­ει σὲ μί­α σε­λί­δα»), βλ. Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου, Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α…, ὅπ.π., σελ. 13.

.  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ὣς τὸ 2012 ἐ­ξέ­δι­δε καὶ δι­ηύ­θυ­νε τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει μέ­χρι σή­με­ρα τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ὀ­κτὼ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2012). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000). Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2014 ἀ­πὸ τὴν σει­ρὰ «Σύρ­τις» τῶν ἐκ­δό­σε­ων τοῦ Πλα­νό­διου κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ δο­κί­μιό του Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ Ἱ­στο­ρι­κὴ Ὀρ­θο­γρα­φί­α στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Ἐ­πο­χή μὲ ἐ­πι­μέ­λεια τοῦ Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου.

 .

Σκὸτ Μπράντφιλντ (Scott Bradfield): Ὁ συγγραφέας τοῦ Φέισμπουκ

.

01-Bradfield,Scott-SyggrafeasTouFaceBook-Eikona-01

.

Σκὸτ Μπράν­τφιλντ (S­c­o­tt B­r­a­d­f­i­e­ld)

.

Ὁ συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Φέ­ισ­μπουκ

[Λοὺ Μπὶτς / L­ou B­e­a­ch]

(T­he F­a­c­e­b­o­ok A­u­t­e­ur)

 .

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ εἶ­ναι ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἀν­θε­κτι­κὰ καὶ προ­σαρ­μο­στι­κὰ ὄν­τα – ὅ­πως τὰ βα­κτή­ρια ποὺ συ­νε­χῶς ἀ­να­κα­λύ­πτουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες στὰ ἔγ­κα­τα τῶν ἡ­φαι­στεί­ων ἢ τὰ βά­θη τῶν ὠ­κε­α­νῶν. Θάψ­τε τα στὶς ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νες καὶ ἀ­φι­λό­ξε­νες γιὰ τὴ ζω­ὴ σε­λί­δες τῶν φοι­τη­τι­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, κι αὐ­τὰ θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θή­σουν νὰ εὐ­δο­κι­μοῦν. Ἢ γε­μί­στε τα μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νους βγαλ­μέ­νους ἀ­πὸ φτη­νὲς ται­νί­ες καὶ μὲ τσου­λά­κια ποὺ ὁ­πλο­φο­ροῦν, κι αὐ­τὰ εὐ­χα­ρί­στως θὰ τρα­βή­ξουν τὸ δρό­μο τους, ἐ­πι­βι­ώ­νον­τας γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­π’ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες νι­κη­τὲς τῶν βρα­βεί­ων Πού­λι­τζερ, οἱ ὁ­ποῖ­οι κά­πο­τε τὰ κοι­τοῦ­σαν μὲ μι­σὸ μά­τι (γιὰ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θοῦ­με στὶς πε­ρι­σπού­δα­στες κρι­τι­κές τους ἐ­πι­τρο­πές). Κι αὐ­τὸ συμ­βαί­νει δι­ό­τι τὰ δι­η­γή­μα­τα δὲ χρει­ά­ζον­ται πολ­λὰ γιὰ νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σουν – μό­νο ἕ­να στό­χο ἄ­ξιο νὰ τὸν κυ­νη­γή­σει κα­νείς, ἕ­ναν ἥ­ρωα ἄ­ξιο νὰ κυ­νη­γή­σει τὸ στό­χο καὶ τρί­α μα­γι­κὰ ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὰ συ­στα­τι­κά: ἀρ­χή, μέ­ση καὶ τέ­λος. Ξαφ­νι­κὰ ἔ­χε­τε στὰ χέ­ρια σας ἕ­να τέ­λεια σχη­μα­τι­σμέ­νο καὶ αὐ­τό­βου­λο τε­ρα­τά­κι. Ἀ­να­πνέ­ει. Ἀ­να­πα­ρά­γε­ται.

       Ἂν ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ τοῦ Λοὺ Μπὶτς μὲ τί­τλο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ βγά­λου­με ὁ­ρι­σμέ­να συμ­πε­ρά­σμα­τα, τό­τε δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται τὰ δι­η­γή­μα­τα νὰ εἶ­ναι ὄν­τα ἀρ­κε­τὰ με­θο­δι­κὰ καὶ προ­σαρ­μο­στι­κά, ὥ­στε νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σουν ἀ­κό­μα καὶ στὸ Φέ­ισ­μπουκ – ἤ, ἀ­κρι­βέ­στε­ρα, στὸ πε­δί­ο τοῦ Φέ­ισ­μπουκ ὅ­που δη­μο­σι­εύ­ει κα­νεὶς τὴν «κα­τά­στα­σή» του καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μέ­χρι πρό­τι­νος δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸ νὰ ὑ­περ­βαί­νει τοὺς 420 χα­ρα­κτῆ­ρες· ἐ­κεῖ πρω­το­εμ­φα­νί­στη­καν αὐ­τὲς οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Ὅ­μως οἱ ἱ­στο­ρί­ες εἶ­ναι μι­νι­μα­λι­στι­κὲς μό­νον ὡς πρὸς τὴν ἔ­κτα­ση, μιᾶς καὶ ἡ φαν­τα­σί­α τοῦ Μπὶτς εἶ­ναι τό­σο με­γά­λη ὅ­σο ἡ γκά­μα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν του. Πάρ­τε, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὸν Ζού­μα Πέν­τλε­ϊ, πρώ­ην κά­τοι­κο τοῦ Λάμ­ποκ στὸ Τέ­ξας, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἦρ­θε στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες τὸ ’­02 μὲ τὴν κι­θά­ρα του, με­ρι­κὰ τρα­γού­δια κι ἕ­να ἄ­σχη­μο σκυ­λί». Ἢ τὴ Βέ­ρα (Μαλ­λια­ρὴ) Λάμπ, ἡ ὁ­ποί­α «ντυ­νό­ταν ἄν­δρας καὶ ξε­περ­νοῦ­σε στὶς βρι­σι­ές, στὸ πι­στό­λι καὶ τὸ πο­τὸ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε φο­ροῦ­σε παν­τε­λό­νια, στὸ Λὶ­τλ Ρὸκ τὸ 1922». Ἀ­κό­μα, ὑ­πάρ­χουν ἀρ­κε­τοὶ μο­να­χι­κοὶ ποὺ συ­χνά­ζουν σὲ μπὰρ καὶ στρι­πτι­τζά­δι­κα ἢ ὁ τύ­πος ποὺ «ἀ­νέ­λα­βε ὑ­περ­γο­λα­βί­α νὰ βά­ψει μιὰ κρε­μα­στὴ γέ­φυ­ρα πά­νω ἀ­π’ τὸν πο­τα­μὸ Μπό­ζο στὸ Κογ­κὸ» ἢ ὁ τυ­χο­δι­ώ­κτης ποὺ μπαί­νει σ’ ἕ­να δι­α­στη­μό­πλοι­ο καὶ πά­ει πρὸς τὴ Βα­θιὰ Ἀ­ποι­κί­α 7, ὅ­που, ὅ­πως τοῦ εἶ­παν, «ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, εἶ­ναι κα­θα­ρὰ» καί, δό­ξᾳ τῷ Θεῷ, μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ κα­πνί­σει ἕ­να Μάρλ­μπο­ρο. Ἐ­πει­δὴ ἕ­να δι­ή­γη­μα εἶ­ναι σύν­το­μο ἢ ἔ­στω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μο, δὲ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­έ­χει πλή­θη (ἢ νὰ τὰ στέλ­νει σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες).

       Τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Μπὶτς μοιά­ζουν μὲ τὸ φλοι­ὸ ἑ­νὸς δέν­τρου, ἔ­χουν τὴν ἴ­δια τρα­χύ­τη­τα καὶ σκλη­ρό­τη­τα ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν εἶ­ναι γραμ­μέ­να κα­τὰ τὰ πρό­τυ­πα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων. Βρί­σκει κα­νεὶς ἱ­στο­ρί­ες στὸ ὕ­φος τοῦ Ἔλ­μορ Λέ­ο­ναρντ καὶ τοῦ Τζὶμ Τόμ­σον, στὶς ὁ­ποῖ­ες ἴ­σως συ­ναν­τή­σε­τε κά­ποι­ον ἀ­νώ­νυ­μο μπρά­βο ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ μή­πως κόλ­λη­σε σπα­νά­κι ἀ­πὸ τὰ κα­νε­λό­νια στὰ δόν­τια του, ἐ­νῶ πα­σχί­ζει νὰ μὴν κοι­τά­ξει τὸ πτῶ­μα ποὺ κά­ποιος ἄ­φη­σε στὸ πί­σω κά­θι­σμα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του του. Ἢ βρί­σκει κα­νεὶς ἱ­στο­ρί­ες στὸ ὕ­φος τοῦ Τέ­ρι Γκί­λιαμ, τοῦ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μου καλ­λι­τέ­χνη τοῦ κο­λὰζ (πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, τὰ κο­λὰζ τοῦ ἴ­διου τοῦ Μπὶτς κο­σμοῦν μου­σεῖ­α, ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων καὶ πολ­λὲς σε­λί­δες αὐ­τοῦ του βι­βλί­ου, ποὺ ἀν­τλεῖ ἀ­πὸ τὴν τε­χνι­κὴ τοῦ κο­λάζ), στὶς ὁ­ποῖ­ες ἕ­να φορ­τη­γὸ πλοῖ­ο κα­τα­πλέ­ει σὲ μιὰ ὡ­ραί­α ἀ­στι­κὴ γει­το­νιὰ καὶ γί­νε­ται κα­τά­στη­μα τῆς Ι­ΚΕ­Α, ἢ ἕ­νας ἄν­δρας κρύ­βει κά­τω ἀ­π’ τὸ κα­πέ­λο του ἕ­να σπί­νο ποὺ κα­θα­ρί­ζει μὲ τὸ ράμ­φος του τὸ φτέ­ρω­μά του. Ὅ­μως τὰ κα­λύ­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Μπὶτς συ­ναν­τῶν­ται στὴν ἀ­κό­μα πιὸ σκο­τει­νή, ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­στεί­α καὶ πο­λὺ πιὸ σου­ρε­α­λι­στι­κὴ ζώ­νη ποὺ χω­ρί­ζει τοὺς ἄν­δρες ἀ­π’ τὶς γυ­ναῖ­κες – κά­τι σὰν Λά­ρι Μπρά­ουν μὲ πά­γο κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ἕ­να σφη­νά­κι, γιὰ τὴ γεύ­ση, ἀ­πὸ Ρί­τσαρντ Φόρντ. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­π’ αὐ­τὰ εἶ­ναι σχε­δὸν πλή­ρως ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες πά­νω στὸ τί συμ­βαί­νει ὅ­ταν οἱ ἄν­δρες βι­ώ­νουν τὴν ἀ­νοί­κεια καὶ συγ­κε­χυ­μέ­νη αἴ­σθη­ση ἑ­νὸς τέ­λους κι εἶ­ναι πιὰ ἀρ­γὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν:

       «Ἀ­φό­του ἔ­φυ­γε ἡ γυ­ναί­κα του, ἔ­γι­νε ὁ ἴ­διος ἡ σύ­ζυ­γός του: σι­δέ­ρω­νε τὰ ἐ­σώ­ρου­χά του, ξε­σκό­νι­ζε τὰ ρά­φια, ἔ­βγα­ζε τὰ μπιμ­πε­λὸ ἀ­πὸ τὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κι ἔ­πει­τα τὰ ξα­νά­βα­ζε προ­σε­κτι­κὰ στὴ θέ­ση τους, ὅ­ταν εἶ­χε πιὰ πε­ρά­σει τὰ ἔ­πι­πλα μὲ κε­ρί. Φο­ροῦ­σε τὴν πο­διά της καὶ συ­χνὰ μα­γεί­ρευ­ε φα­γη­τὰ κα­τσα­ρό­λας. Κά­ποι­ες φο­ρὲς ἔμ­παι­νε στὴν ντου­λά­πα της, κα­θό­ταν στὸ πά­τω­μα κι ἔ­χω­νε τὸ πρό­σω­πό του στὰ φο­ρέ­μα­τά της, ἀ­π’ τὴ μιὰν ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη, σὰν σκυ­λὶ ποὺ ψά­χνει μέ­σα στὰ χόρ­τα τοῦ χω­ρα­φιοῦ.»

       Οἱ 420 χα­ρα­κτῆ­ρες εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πο­λαυ­στι­κό, δι­α­σκε­δα­στι­κὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­α­βά­ζε­ται σὲ μί­α ἢ δύ­ο κα­θι­σι­ές, ὅ­μως οἱ ἱ­στο­ρί­ες στὸ σύ­νο­λό τους ἀ­φή­νουν μιὰ ἐ­πί­γευ­ση σπου­δαι­ό­τη­τας καὶ χιοῦ­μορ, καὶ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μ’ ἕ­να συγ­γρα­φέ­α μὲ συγ­κρο­τη­μέ­νη ἄ­πο­ψη. Αὐ­τὸς ὁ ἑ­τε­ρο­γε­νὴς κό­σμος τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν δι­η­γη­μά­των εἶ­ναι ἕ­νας κό­σμος εὐ­ρύς, εἶ­ναι μιὰ κα­λο­σχε­δι­α­σμέ­νη ἀλ­λη­λου­χί­α πει­ρα­μά­των πά­νω στὴ σμί­κρυν­ση. Ὁ­ρι­σμέ­να πει­ρά­μα­τα δί­νουν πρω­τό­τυ­πα καὶ γο­η­τευ­τι­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα (ὅ­πως τὸ ἀ­νω­τέ­ρω δι­ή­γη­μα, ποὺ πα­ρα­τέ­θη­κε στὸ σύ­νο­λό του), ἐ­νῶ ἀ­πὸ ἄλ­λα προ­κύ­πτουν πα­ρά­δο­ξα καὶ μπερ­δε­μέ­να τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα, ποὺ θυ­μί­ζουν τὴ θλι­βε­ρὴ κα­τά­λη­ξη τοῦ Ἀν­τρὲ Ντε­λὰμ­πρ στὴν ται­νί­α Ἡ μύ­γα τοῦ 1958. Στὸ τέ­λος, ὡ­στό­σο, ἀ­π’ τὶς σε­λί­δες αὐ­τὲς βγαί­νει θρι­αμ­βευ­τὴς ὄ­χι μό­νον ὁ Μπὶτς ἀλ­λὰ τὸ ἴ­διο το δι­ή­γη­μα. Δι­ό­τι ἂς τὸ πα­ρα­δε­χτοῦ­με, ἁ­πλού­στα­τα δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κά­νου­με τί­πο­τα σ’ αὐ­τὸν τὸ δι­α­βο­λά­κο – κόψ­τε τον, συμ­πι­έ­στε τὸν, ψη­φι­ο­ποι­ῆ­στε τον, Ὀ­στε­ρο­ποι­ῆ­στε τον, Οὐ­λι­πο­ποι­ῆ­στε τον, ἀ­κό­μα ἀ­κό­μα Μαρ­τι­νο­ποι­ῆ­στε τον ἢ κοι­νω­νι­κο-δι­κτυ­ο­ποι­ῆ­στε τον: πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νός!

.

Ση­μει­ώ­σεις:

Ἔλ­μορ Λέ­ο­ναρντ: ὁ Ἔλ­μορ Λέ­ο­ναρντ (E­l­m­o­re L­e­o­n­a­rd, 1925) εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας εὐ­πώ­λη­των ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των.

Τζὶμ Τόμ­σον: ὁ Τζὶμ Τόμ­σον (J­im T­h­o­m­p­s­on, 1906-1977) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ὅ­πως κι ὁ Ἔλ­μορ Λέ­ο­ναρντ, ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ εὐ­πώ­λη­τα ἀ­στυ­νο­μι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ὡ­στό­σο τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἡ κρι­τι­κὴ ἀ­να­γνώ­ρι­σε κι ἄλ­λες ἀ­ρε­τὲς στὸ ἔρ­γο του, ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τάς τον στα­δια­κὰ ἀ­πὸ τὸ στίγ­μα τοῦ «συγ­γρα­φέ­α λα­ϊ­κῆς κα­τα­νά­λω­σης».

Τέ­ρι Γκί­λιαμ: ὁ Τέ­ρι Γκί­λιαμ (T­e­r­ry G­i­l­l­i­am, 1940) εἶ­ναι Βρε­τα­νὸς —γεν­νη­μέ­νος στὶς Η­ΠΑ— σκη­νο­θέ­της τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ δη­μι­ουρ­γὸς κο­λὰζ καὶ κι­νου­μέ­νων σχε­δί­ων, μέ­λος τῆς θρυ­λι­κῆς ὁ­μά­δας Βρε­τα­νῶν κω­μι­κῶν «Μόν­τι Πά­ι­θον» (M­o­n­ty P­y­t­h­on).

Λά­ρι Μπρά­ουν μὲ πά­γο κι ἀ­μέ­σως με­τὰ ἕ­να σφη­νά­κι, γιὰ τὴ γεύ­ση, ἀ­πὸ Ρί­τσαρντ Φόρντ: ὁ Λά­ρι Μπρά­ουν (L­a­r­ry B­r­o­wn, 1951-2004) ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νὸς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Ὁ Ρί­τσαρντ Φὸρντ (R­i­c­h­a­rd F­o­rd, 1944) εἶ­ναι ἐ­πί­σης Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος. Ἀμ­φό­τε­ροι το­πο­θε­τοῦν­ται ἀ­πὸ τὴν κρι­τι­κὴ στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα τοῦ λε­γό­με­νου Βρό­μι­κου ρε­α­λι­σμοῦ (D­i­r­ty r­e­a­l­i­sm), ποὺ ξε­κί­νη­σε στὶς Η­ΠΑ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­70. Συ­χνὸ θέ­μα στὰ κεί­με­να τῶν πε­ζο­γρά­φων τοῦ ρεύ­μα­τος αὐ­τοῦ εἶ­ναι ὁ βί­ος μο­να­χι­κῶν ἀν­δρῶν, κυ­ρί­ως τῆς ἐρ­γα­τι­κῆς τά­ξης.

Ἀν­τρὲ Ντε­λάμ­πρ: στὴν ται­νί­α τοῦ Κὲρτ Νό­ι­μαν (K­u­rt N­e­u­m­a­nn, 1908-1958) Ἡ μύ­γα (1958) ὁ πρω­τα­γω­νι­στής, ποὺ ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἀν­τρὲ Ντε­λάμ­πρ, χά­νει τὴ ζω­ὴ του, ὅ­ταν μιὰ ὑ­δραυ­λι­κὴ πρέ­σα τοῦ λι­ώ­νει τὸ κε­φά­λι.

Ὀ­στε­ρο­ποι­ῆ­στε: ἀ­να­φο­ρὰ στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ πε­ζο­γρά­φο καὶ ποι­η­τὴ Πὸλ Ὄ­στερ (P­a­ul A­u­s­t­er, 1947).

Οὐ­λι­πο­ποι­ῆ­στε: ἀ­να­φο­ρὰ στὴν πε­ρί­φη­μη λο­γο­τε­χνι­κὴ ὁ­μά­δα «Οὐ­λι­πό» (O­u­l­i­po) ἢ «Ἐρ­γα­στή­ριο δυ­νη­τι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας», ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’­60. Στὴν ὁ­μά­δα «Οὐ­λι­πό» συμ­με­τεῖ­χαν με­τα­ξὺ ἄλ­λων οἱ Ρε­ϊ­μὸν Κε­νὸ (R­a­y­m­o­nd Q­u­e­n­e­au, 1923-1976), Ζὸρζ Πε­ρὲκ (G­e­o­r­g­es P­e­r­ec, 1936-1982) καὶ Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (I­t­a­lo C­a­l­v­i­no, 1923-1985).

Μαρ­τι­νο­ποι­ῆ­στε: ἀ­να­φο­ρὰ στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Τζὸρτζ Ρ.Ρ. Μάρ­τιν (G­e­o­r­ge R.R. M­a­r­t­in, 1948). Ὁ Μάρ­τιν εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἔρ­γων τρό­μου καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας. Εἶ­ναι γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὴ σει­ρὰ μυ­θι­στο­ρη­μά­των φαν­τα­σί­ας Ἕ­να τρα­γού­δι τοῦ πά­γου καὶ τῆς φω­τιᾶς (A s­o­ng of i­ce a­nd f­i­re), ἡ ὁ­ποί­α δι­α­σκευ­ά­στη­κε γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση μὲ τί­τλο G­a­me of thro­­n­es.

Κοι­νω­νι­κο-δι­κτυ­ο­ποι­ῆ­στε: ἀ­να­φο­ρὰ στὰ λε­γό­με­να «μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης» (Φέ­ισ­μπουκ, Του­ί­τερ κ.ἄ.)

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 .

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: S­c­o­tt B­r­a­d­f­i­e­ld, «T­he F­a­c­e­b­o­ok A­u­t­e­ur», T­he N­ew Y­o­rk Ti­mes, 30 Δε­κεμ­βρί­ου 2011. Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μο στὴ δι­εύ­θυν­ση:

http://www.nytimes.com/2012/01/01/books/review/420-characters-stories-written-and-illustrated-by-lou-beach-book-review.html?_r=2&nl=books&emc=booksupdateema3

Σκὸτ Μπράν­τφιλντ (Scott Bradfield) (1955) Ἀ­με­ρι­κα­νὸς δο­κι­μι­ο­γρά­φος, κρι­τι­κὸς καὶ δι­η­γη­μα­το­γρά­φος. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς κρι­τι­κὸς μὲ τὸ T­i­m­es L­i­t­e­r­a­ry S­u­p­p­l­e­m­e­nt, τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες O­b­server, I­n­d­e­p­e­n­d­e­nt κ.ἄ., καὶ δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο K­i­n­g­s­t­on τοῦ Λον­δί­νου.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα (Manuel Espada): Μιὰ συνέντευξη στὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον Ἱστορίες Μπονζάι»

.

07-Espada,Manuel-SynenteyksiStinDanaiTachtara-Eikona-01

.

Μανουὲλ Ἐσπάδα (ManuelEspada)

 .

Μιὰ συ­νέν­τευ­ξη στὴ Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ

γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο «Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»

 .

Δ.Τ.: Εἶ­χες ἐκ­δώ­σει ἤ­δη δύ­ο βι­βλί­α μὲ δι­η­γή­μα­τα ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ Ζούμ, τὸ πρῶ­το σου βι­βλί­ο μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Σὲ τί ὀ­φεί­λε­ται αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γή, πῶς αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος κέρ­δι­σε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον σου;

M.O.: Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα πρὶν ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ πρῶ­τα ἐ­ξέ­δω­σα τὰ δεύ­τε­ρα, ἐ­πει­δὴ κέρ­δι­σα σὲ ἕ­να δι­α­γω­νι­σμὸ ποὺ εἶ­χε ὡς ἔ­πα­θλο τὴν ἔκ­δο­ση ἑ­νὸς βι­βλί­ου μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε τὸ πρῶ­το μου βι­βλί­ο «El desguace». Ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀρ­κε­τὰ νω­ρί­τε­ρα, πρὶν δε­κα­τέσ­σε­ρα χρό­νια πε­ρί­που, στὸ πλαί­σιο ἑ­νὸς ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νου προ­γράμ­μα­τος τῆς Ἰ­σπα­νι­κῆς Ἐ­θνι­κῆς Ρα­δι­ο­φω­νί­ας [Radio Nacional de Espana], στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐρ­γά­στη­κα ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Ὀ­νο­μα­ζό­ταν «El ojo de Yahve» καὶ μὲ τὰ χρό­νια με­τα­τρά­πη­κε σὲ πρό­γραμ­μα ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ τὸ ἀ­νε­ξάρ­τη­το ρα­δι­ό­φω­νο στὴν Ἱ­σπα­νί­α. Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα προ­σαρ­μό­ζε­ται τέ­λεια στὸ ρα­δι­ό­φω­νο κα­θὼς ἔ­χει τὸ κα­τάλ­λη­λο μέ­γε­θος γιὰ νὰ μὴν κου­ρά­σει τὸν ἀ­κρο­α­τὴ ποὺ δὲν εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νος στὶς μα­κρο­σκε­λεῖς σα­που­νό­πε­ρες ποὺ ἄ­κου­γαν οἱ πρό­γο­νοί μας, ὅ­ταν δὲν ὑ­πῆρ­χε ἡ τη­λε­ό­ρα­ση.

.

Δ.Τ.: Ὁ ὑ­πό­τι­τλος τοῦ βι­βλί­ου εἶ­ναι «Ἑ­κα­τὸν καὶ κά­τι δι­η­γή­μα­τα ὑ­πὸ κλί­μα­κα». Πρό­κει­ται γιὰ δι­η­γή­μα­τα «ὑ­πὸ κλί­μα­κα» ἢ γιὰ ἕ­να και­νού­ριο εἶ­δος; Ποι­ὰ εἶ­ναι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του;

M.O.: Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ὑ­πάρ­χει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­φευ­ρέ­θη­κε ἡ γρα­φή. Στὴ Βί­βλο ὑ­πάρ­χουν τό­σα πολ­λὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ θὰ λέ­γα­με ὅ­τι τὸ βι­βλί­ο ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ τὶς θε­ω­ρή­σου­με μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ θρη­σκευ­τι­κό τους στοι­χεῖ­ο. Ὁ Δὸν Κι­χώ­της εἶ­ναι γε­μά­τος ἀ­πὸ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ θε­ω­ρη­θοῦν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἂν τὶς ἀ­πο­μο­νώ­σου­με ἀ­πὸ τὸ σύ­νο­λο. Ἀλ­λὰ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ εἴ­δους, ὡς ἔ­χει, εἶ­ναι πο­λὺ νέ­ο. Πα­λι­ό­τε­ρα ἔ­παιρ­νε δι­ά­φο­ρα ὀ­νό­μα­τα Μί­νι Μυ­θο­πλα­σί­α [Minificcion], Ὑ­περ­σύν­το­μο [Hiperbreve] κλπ., ἀλ­λὰ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Μι­κρο­δι­ή­γη­μα [Microrrelato] ξε­κί­νη­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἐ­δῶ καὶ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, στὴν ἀκ­μὴ τῶν blog στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εἶ­ναι τὰ ἴ­δια μὲ τοῦ δι­η­γή­μα­τος, δη­λα­δὴ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ἀ­φη­γη­μα­τι­κό­τη­τα, νὰ ἀ­φη­γεῖ­ται μιὰ ἱ­στο­ρί­α μέ­σῳ ἡ­ρώ­ων, δὲν πρέ­πει νὰ εἶ­ναι μιὰ πα­ρά­θε­ση, ἕ­νας ἀ­φο­ρι­σμός, οὔ­τε ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, ἂν καὶ δὲν πρέ­πει νὰ λεί­πει τὸ χιοῦ­μορ. Θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει μιὰ σύγ­κρου­ση καὶ μιὰ ἀλ­λα­γὴ στὸ πρό­σω­πο. Τὰ σκη­νι­κὰ εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­να, ἕ­να ἢ δύ­ο, καὶ ἡ δρά­ση ἐ­πί­σης. Οἱ πε­ρι­γρα­φὲς τῶν ἡ­ρώ­ων, ποὺ κι αὐ­τοὶ πρέ­πει νὰ εἶ­ναι λί­γοι, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σύν­το­μες. Δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να σχη­μα­τι­κὸ εἶ­δος, οὔ­τε κα­τὰ δι­ά­νοι­α, ἀλ­λὰ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται πο­λὺ τὸ πο­λι­τι­σμι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ κεί­με­να ποὺ δὲν γί­νον­ται κα­τα­νο­η­τά, ἂν τὸ ἄ­το­μο ποὺ τὰ δι­α­βά­ζει δὲν ἔ­χει κά­ποι­ο ἀ­να­γνω­στι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­να κεί­με­νο τοῦ Juan Pedro Aparicio μὲ τί­τλο «Luis XIV» [«Λου­δο­βί­κος 14ος»] μὲ μο­να­δι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τὴ λέ­ξη «Yo» [«Ἐ­γὼ»] δὲν γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό, ἂν ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν γνω­ρί­ζει ὅ­τι ὁ Λου­δο­βί­κος ὁ 14ος ἦ­ταν «Ὁ Βα­σι­λιὰς Ἥ­λιος», ἕ­νας ἀ­πό­λυ­τος μο­νάρ­χης ποὺ ἔ­λε­γε «Τὸ Κρά­τος εἶ­μαι ἐ­γώ». Ἐν κα­τα­κλεί­δι, ἔ­χου­με μπρο­στά μας ἕ­να εἶ­δος στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἀ­να­γνώ­στης πρέ­πει νὰ συμ­με­τά­σχει, ἕ­να εἶ­δος δι­α­δρα­στι­κῆς ἀ­νά­γνω­σης.

 .

Δ.Τ.: Γιὰ ποι­ό λό­γο πι­στεύ­εις, τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό, τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα εἶ­χε τό­ση ἀ­πή­χη­ση στὸ κοι­νό;

M.O.: Πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ἀ­πή­χη­ση ποὺ ἔ­χει σή­με­ρα τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ὀ­φεί­λε­ται, χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α, στὴν ἀκ­μὴ τῶν blog, κα­θὼς ἔ­χουν τὸ τέ­λει­ο μέ­γε­θος γιὰ τὴν ἐ­ξά­σκη­σή του, τό­σο ὡς πρὸς τὴν ἀ­νά­γνω­ση, ὅ­σο καὶ ὡς πρὸς τὴ συγ­γρα­φή. Ἕ­να μα­κρο­σκε­λὲς δι­ή­γη­μα κου­ρά­ζει στὴν ὀ­θό­νη τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ, ἀλ­λὰ ἕ­να κεί­με­νο τό­σο σύν­το­μο εἶ­ναι εὐ­χά­ρι­στο στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ στὴν ἀ­νά­γνω­ση. Ἐ­πι­πλέ­ον, γιὰ τοὺς συγ­γρα­φεῖς προ­σφέ­ρει ἄ­με­ση ἀν­τα­μοι­βὴ μέ­σῳ τῶν blog τους μὲ τὰ σχό­λια καὶ τὴν δι­α­δρά­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους συγ­γρα­φεῖς.

 .

Δ.Τ.: Τὸ βι­βλί­ο σου τι­τλο­φο­ρεῖ­ται Ζούμ, ὅ­πως ἕ­να ἀ­πὸ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα. Πι­στεύ­εις ὅ­τι ἡ φω­το­γρα­φί­α καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα φέ­ρουν ὁ­μοι­ό­τη­τες, ἴ­σως ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὲς μο­νά­δες;

M.O.: Πράγ­μα­τι, πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ φω­το­γρα­φί­α εἶ­ναι κα­θα­ρὴ ἀ­φή­γη­ση. Καὶ ἡ φω­το­γρα­φί­α λει­τουρ­γεῖ ἀ­κρι­βῶς μὲ τοὺς ἴ­διους μη­χα­νι­σμοὺς ὅ­πως καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μὲ τὴν ἔλ­λει­ψη. Ὅ­ταν ἕ­νας φω­το­γρά­φος κα­δρά­ρει σὲ ἕ­να μέ­ρος τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ ὄ­χι σὲ ἄλ­λο ἀ­φη­γεῖ­ται, δι­ό­τι ἂν γυρ­νοῦ­σε με­ρι­κὲς μοῖ­ρες τὸ σκό­πευ­τρό του, θὰ ἀ­γνο­οῦ­σε ἄλ­λο κομ­μά­τι τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ ἡ φω­το­γρα­φί­α θὰ ἦ­ταν ἄλ­λη, τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κή. Ξε­κί­νη­σα νὰ ἐρ­γά­ζο­μαι πρὶν χρό­νια ὡς φω­το­γρά­φος, καὶ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἂν τρα­βοῦ­σα τὴ φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς ἀ­τό­μου καὶ ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὰ χέ­ρια του, ἦ­ταν τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ ἂν τρα­βοῦ­σα τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἴ­διου ἀ­τό­μου, ἀλ­λὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σῶ­μα. Στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα συμ­βαί­νει τὸ ἴ­διο, ἐ­σύ, ὡς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πο­φα­σί­ζεις τί θέ­λεις νὰ ἀ­πει­κο­νί­σεις καὶ τί θέ­λεις νὰ ἀ­πο­κρύ­ψεις ἤ, ἔ­στω, νὰ ὑ­πο­νο­ή­σεις, ὅ­πως στὴν ἔλ­λει­ψη, τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ σχῆ­μα, χω­ρὶς τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε τὸ εἶ­δος. Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἀν­τι­στοι­χεῖ στὴ φω­το­γρα­φί­α μά­κρο (macro), καὶ κα­τὰ ἕ­να πα­ρά­δο­ξο τρό­πο, ἡ φω­το­γρα­φί­α μά­κρο εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ τρα­βι­έ­ται ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά, ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πὸ τὴ φω­το­γρα­φί­α μὲ εὐ­ρυ­γώ­νιο φα­κό, ὅ­που βγαί­νουν ὅ­λα. Ἡ φω­το­γρα­φί­α μὲ εὐ­ρυ­γώ­νιο φα­κὸ θὰ ἦ­ταν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, καὶ ἡ μά­κρο τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα.

 .

Δ.Τ.: Τὸ Ζούμ γεν­νή­θη­κε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ blog σου La espada oxidada. Τί ἐ­πί­δρα­ση ἔ­χει στὴ γρα­φή σου ἡ ψη­φια­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α (ἀ­νά­γνω­ση καὶ συγ­γρα­φή); Εἶ­ναι εὔ­κο­λο γιὰ ἕ­να νέ­ο συγ­γρα­φέ­α νὰ πε­ρά­σει στὸ χαρ­τί, νὰ μπεῖ στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ κό­σμο;

M.O.: Ἡ ψη­φια­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὑ­πῆρ­ξε θε­με­λι­ώ­δης γιὰ μέ­να. Μπό­ρε­σα νὰ ἔρ­θω σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ ἄ­το­μα τῆς γε­νιᾶς μου, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀν­τάλ­λα­ξα ἐν­τυ­πώ­σεις γιὰ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ποὺ ἀ­κό­μη θέ­τει τὶς βά­σεις του. Ἀ­κό­μα, λει­τούρ­γη­σε ὡς πλατ­φόρ­μα δι­ά­δο­σης τῶν κει­μέ­νων μου, ἀ­πὸ τὴ μί­α, καὶ ὡς μέ­σο πει­θαρ­χί­ας, για­τί ἕ­να blog χρει­ά­ζε­ται τρο­φὴ σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νά. Ἰ­σχυ­ρί­ζο­μαι πάν­τα ὅ­τι τὸ blog εἶ­ναι χρο­νο­βό­ρο, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τα­μεί­βει κα­θὼς σοῦ ἐ­πι­βάλ­λει αὐ­τὴ τὴν δη­μι­ουρ­γι­κὴ πει­θαρ­χί­α. Σὲ κα­λεῖ, ἀ­παι­τεῖ ἀ­πὸ σέ­να, σοῦ ζη­τά­ει κεί­με­να γιὰ κα­τα­νά­λω­ση.

 .

Δ.Τ.: Ποιές εἶ­ναι οἱ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­να­φο­ρές σου, οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι σου συγ­γρα­φεῖς;

M.O.: Ἂν ἀ­να­φερ­θοῦ­με στὸ μα­κρο­σκε­λὲς δι­ή­γη­μα, ὁ Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας Quim Monzo. Χά­ριν τῆς ἀ­νά­γνω­σης τῶν κει­μέ­νων του ξε­κί­νη­σα νὰ γρά­φω καὶ νὰ πα­θι­ά­ζο­μαι μὲ τὴ δι­ή­γη­ση. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα μοῦ ἀ­ρέ­σουν τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Javier Tomeo, σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ λιμ­πρέ­του. Ἐ­πί­σης θαυ­μά­ζω τοὺς Raúl Brasca, Ana María Shúa, Borges, Cortázar, Bioy Casares, Horacio Quiroga, Juan José Arreola,  καὶ πολ­λοὺς ἄλ­λους, ἡ λί­στα εἶ­ναι ἀ­τε­λεί­ω­τη.

 .

Δ.Τ.: Ποι­ά ἡ γνώ­μη σου γιὰ τὸ σύγ­χρο­νο λο­γο­τε­χνι­κὸ πα­νό­ρα­μα;

M.O.: Ἂν πε­ρι­ο­ρι­στοῦ­με στὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα, πι­στεύ­ω ὅ­τι ἀ­κό­μη ἔ­χου­με πο­λὺ δρό­μο νὰ δι­α­νύ­σου­με, δι­ό­τι, μιᾶς καὶ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος τό­σο νέ­ο (ἂν καὶ κα­τὰ βά­θος τό­σο πα­λιό), ἀ­κό­μα ἔ­χει νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὴ φά­ση τῆς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σης ἀ­πὸ τὰ κόμ­πλεξ, νὰ κερ­δί­σει τὸ σε­βα­σμὸ τῆς κρι­τι­κῆς, νὰ ἀρ­χί­σει νὰ δι­δά­σκε­ται στὰ πα­νε­πι­στή­μια ὡς ἀ­νε­ξάρ­τη­το εἶ­δος, νὰ ἀ­να­ζη­τη­θοῦν νέ­οι ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὶ τρό­ποι, νὰ πει­ρα­μα­τι­στοῦ­με μὲ αὐ­τό, νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με σο­βα­ρά, ἐν κα­τα­κλεί­δι, νὰ τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­σου­με ὡς ἕ­να ρεῦ­μα καὶ ὄ­χι σὰν μί­α μό­δα.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­ὲλ Ἐ­σπά­δα (ManuelEspada) (Σα­λα­μάν­κα, 1974). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (El desguace, 2007 καὶ Fuera de temario, 2010). Τὸ Zoom (Ἐκ­δό­σεις Parentesis, 2011) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο του μὲ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸ εἶ­δος ἤ­δη δε­κα­τρί­α χρό­νια πρὶν στὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Radio 3, «El ojo de ya ve», κι ἔ­χει κερ­δί­σει πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος γιὰ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ γρά­φει τὸ blog La espada oxidada

(www.manuespada.-blogspot.com). Βλ. περισσότερα ἐδῶ.

Ἐρωτήσεις καὶ μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ e-poema.

.

 * * *

.

07-Espada,Manuel-SynenteyksiStinDanaiTachtara-Eikona-02

.

MANUEL ESPADA – DANAI TACHTARA * ENTREVISTA

.

Danai Tachtara: Habías publicado ya dos libros de relatos cuando apareció Zoom, tu primer libro de microrrelatos. ¿A qué se debe ese giro, qué te llevó a interesarte por ese género?

Manuel Espada: En realidad empecé a escribir microrrelatos antes que relatos, pero primero publiqué los cuentos largos porque gané un concurso cuya publicación era un libro de relatos, y de esta manera vio la luz mi primer libro, titulado “El desguace”. Comencé a escribir microrrelatos bastante antes, hace unos catorce años, en un programa especializado en el que trabajé de guionista, en Radio Nacional de España, un espacio llamado “El ojo de Yahvé” que con los años se convertiría en toda una referencia de la radio independiente en España. El microrrelato es un formato que se adapta a la perfección a la radio porque tiene la distancia justa para no cansar a un oyente que no está acostumbrado a los largos culebrones que escuchaban nuestros antepasados, cuando no existía la televisión.

Danai Tachtara: El subtítulo del libro es «Ciento y pico novelas a escala». ¿Es una cuestión de «escala» o se trata de un nuevo género? ¿Cuáles son sus características específicas?

Manuel Espada: En realidad el microrrelato existe desde que se inventó la escritura. En la Biblia hay tal cantidad de microrrelatos que podríamos decir que el libro se compone de pequeñas historias que podríamos considerar como tales más allá del componente religioso. El Quijote está lleno de historias mínimas que pueden considerarse microrrelatos si los aislamos del conjunto. Pero el nombre del género, como tal, en realidad sí es muy joven. Antes recibía muchos nombres, como Minificción, Hiperbreve, etc., pero el bautismo como Microrrelato comenzó a utilizarse hace menos de diez años, con el auge de los blogs en Internet. Sus características son las mismas que las de un relato, es decir, debe tener narratividad, contar una historia a través de personajes, no debe ser una cita, ni un aforismo, ni un chiste, aunque no debe prescindir del humor. Debe haber un conflicto y un cambio en el personaje. Los escenarios son limitados, uno o dos, y las acciones también son escasas. Las descripciones de los personajes, que también tienen que ser poco numerosos, tienen que ser muy sucintas. No quiere decir que se trata de un género esquemático, ni mucho menos, sino que confía mucho en el bagaje cultural del lector. Hay muchos textos que no se entenderían si la persona que los lee no tiene muchas lecturas a sus espaldas. Por ejemplo, hay un texto de Juan Pedro Aparicio titulado Luis XIV cuyo único texto es “Yo” que no se entendería si el lector no sabe que Luis XIV fue “El Rey Sol”, un monarca absoluto que decía “El Estado soy yo”. En definitiva, estamos ante un género en el que el lector debe poner de su parte, una especie de lectura interactiva.

Danai Tachtara:¿Por qué crees que, de un tiempo a esta parte, el microrrelato ha tenido tanto impacto en el público lector?

Manuel Espada: Creo que el impacto del microrrelato en la actualidad se debe, sin duda, al auge de los blogs, ya que es el formato perfecto para su práctica, tanto para la lectura como para la escritura. Un relato largo en la pantalla de un ordenador cansa, pero un texto tan corto es gratificante tanto de leer como de escribir. Además, para los escritores tiene una recompensa inmediata en sus blogs a través de los comentarios y la interactividad con el resto de autores.

Danai Tachtara: Tu libro se titula Zoom, como uno de los microrrelatos. ¿Crees que la fotografía y el microrrelato guardan alguna semejanza, quizás como unidades narrativas?

Manuel Espada: En efecto, creo que la fotografía es pura narrativa. Y la fotografía funciona exactamente con los mismos mecanismos que un microrrelato, con la elipsis. Cuando un fotógrafo encuadra una parte de la realidad y no otra está narrando, porque si girase tan solo unos grados su visor, ignoraría otra parte de la realidad y la fotografía sería otra absolutamente diferente. Yo comencé a trabajar hace años como fotógrafo, y sabía que si hacía la foto de una persona y me centraba en sus manos, no tenía mana que ver si hacía la foto de la misma persona pero de cuerpo entero. En el microrrelato pasa lo mismo, tú como autor decides qué decides encuadrar y mostrar y qué quieres ocultar o al menos insinuar, como la elipsis, una figura literaria sin la que se entendería el género. El microrrelato es el equivalente al macro en fotografía, y paradójicamente, el macro es la foto que se hace muy de cerca, todo lo contrario al gran angular, donde sale todo. El gran angular sería novela, y el macro, el microrrelato.

Danai Tachtara: Zoom nació por tu blog La espada oxidada. ¿De qué manera influye en tu escritura la experiencia literaria digital (lectura y escritura)? ¿Es fácil para un joven escritor pasar al papel, acceder al mundo editorial?

Manuel Espada: La experiencia digital ha sido fundamental para mí. He podido entrar en contacto con gente de mi generación con la que he intercambiado impresiones sobre un género joven que aún está sentando las bases y además me ha servido como plataforma de difusión, por un lado, y como disciplina, porque un blog te pide de comer prácticamente a diario. Siempre digo que el blog es cronófago, se come tu tiempo, pero compensa porque te impone esa disciplina creativa. Te llama, te exige, te pide textos que llevarse a la boca.

Danai Tachtara:¿Cuáles son tus referentes literarios, tus autores preferidos?

Manuel Espada: Si hablamos de relato largo, me quedo con el autor catalán Quim Monzó. Gracias a la lectura de sus textos comencé a escribir y a apasionarme por los cuentos. En cuanto a microrrelato me gusta el microteatro de Javier Tomeo, microrrelatos con formato de libreto teatral. También admiro a Raúl Brasca, Ana María Shúa, Borges, Cortázar, Bioy Casares, Horacio Quiroga, Juan José Arreola, y muchos otros, la lista sería interminable.

Danai Tachtara:¿Cómo ves el panorama literario actual?

Manuel Espada: Si nos ceñimos al microrrelato, creo que aún queda mucho por hacer, porque al ser un género tan joven (aunque en el fondo sea tan antiguo) todavía tiene que pasar por las fases de la liberación de los complejos, afianzar el género entre la crítica, que comience a estudiarse en las universidades como un género independiente, que se busquen nuevas fórmulas narrativas, que se experimente, que se tome en serio el género, en definitiva, como una corriente y no como una moda.

.

Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νὰρ καὶ τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του

.

Nar,Almpertos

.

Περικλῆς Σφυρίδης

 .

Στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νὰρ καὶ τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΤΑΝ ΤΟ 1994 βγῆ­κα στὴ σύν­τα­ξη ἦ­ταν σὰ νὰ πῆ­ρα δι­α­ζύ­γιο ἀ­πὸ τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἔ­χω πεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς πὼς εἶ­χα δι­πλὴ ζω­ή. Παν­τρεύ­τη­κα τὴν ἰ­α­τρι­κὴ ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα δι­α­τη­ροῦ­σα μα­κρο­χρό­νιο δε­σμὸ μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη μου λο­γο­τε­χνί­α. Τὸ 1994, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ χρο­νιὰ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὸ συ­ζυ­γι­κὸ ρε­τι­ρὲ καὶ με­τα­κό­μι­σα στὴν γκαρ­σο­νι­έ­ρα τῆς ἐ­ρω­μέ­νης μου, χω­ρὶς βέ­βαι­α νὰ δι­α­κό­ψω ἀ­πό­το­μα καὶ ὁ­ρι­στι­κά τους δε­σμούς μου μὲ τὴ σύ­ζυ­γο. Στὸ κά­τω κά­τω της γρα­φῆς καὶ πο­λι­τι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἴ­μα­στε κι οὔ­τε σφα­χτή­κα­με γιὰ τὴ γκό­με­να. Ὑ­πῆρ­χαν ἄλ­λω­στε καὶ οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις. Μι­σὸ καὶ πα­ρα­πά­νω χρό­νο ποὺ δι­α­μέ­νω στὸ νη­σὶ ποὺ δὲν δι­α­θέ­τει καρ­δι­ο­λό­γο εἶ­ναι δυ­να­τόν, ὅ­ταν μὲ κα­λοῦν σὲ κά­ποι­ο σο­βα­ρὸ καρ­δι­ο­λο­γι­κὸ πε­ρι­στα­τι­κό, νὰ ἐ­πι­κα­λε­σθῶ τὸ δι­α­ζύ­γιο; Βέ­βαι­α οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις μου στὴν συ­ζυ­γι­κὴ ἑ­στί­α ἀ­ραί­ω­σαν μὲ τὰ χρό­νια —δὲν πα­ρα­κο­λου­θῶ πιὰ οὔ­τε ἰ­α­τρι­κὰ συ­νέ­δρια κι οὔ­τε δι­α­βά­ζω ἰ­α­τρι­κὰ συγ­γράμ­μα­τα— ἀλ­λὰ κά­τι συ­νά­δελ­φοι ἐ­ξα­κο­λου­θοῦν νὰ μὲ θυ­μοῦν­ται καὶ νὰ μοῦ στέλ­νουν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Ἰ­α­τρι­κὰ θέ­μα­τα» τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου ποὺ κά­πο­τε εἶ­χα δι­α­τε­λέ­σει πρό­ε­δρος. Τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ αὐ­τὸ —ὅ­πως κι ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α— δὲν τὸ δι­α­βά­ζω· ἁ­πλῶς τὸ ξε­φυλ­λί­ζω ξα­πλω­μέ­νος συ­νή­θως στὸ κρε­βά­τι μου λί­γο πρὶν μὲ πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μά­λι­στα τεῦ­χος του, Σε­πτέμ­βρης τοῦ 2005, ἀ­νά­με­σά σε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες καὶ συν­δι­κα­λι­στι­κὰ αἰ­τή­μα­τα, εἶ­δα νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται τὸ δι­ή­γη­μα «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός» τοῦ φί­λου μου Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, ποὺ λί­γους μῆ­νες πρὶν ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη. Ἤ­μουν στὸ νη­σὶ ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα τὴν ἀ­πο­δη­μί­α ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­να­λύ­θη­κα σὲ λυγ­μοὺς για­τὶ δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ, δὲν μπό­ρε­σα οὔ­τε μ’ ἕ­να λου­λού­δι καὶ λί­γο χῶ­μα νὰ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω, μό­νο ἀρ­γό­τε­ρα τη­λε­φώ­νη­σα στὴ σύ­ζυ­γό του Ἐλ­βί­ρα καὶ τὴ συλ­λυ­πή­θη­κα. Ὅ­πως δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω τὸν ἄλ­λον Ἀλ­μπέρ­το πα­ρὰ ἔ­μα­θα καὶ τὴ δι­κή του ἀ­να­χώ­ρη­ση ἀ­πὸ τὸ γε­νέ­θλιο τό­πο του, μιὰ κω­μό­πο­λη τῆς κεν­τρι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, μὲ ἕ­να σύν­το­μο σὰν τη­λε­γρά­φη­μα γράμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του Μά­γδας. Ψυ­χρὸ πράγ­μα καὶ τὸ γυα­λὶ καὶ τὸ χαρ­τί, σκέ­φτη­κα, ὅ­ταν γνω­στο­ποι­οῦν τὴν ἀ­πο­δη­μί­α προ­σφι­λῶν προ­σώ­πων.

       Τὴ συγ­κί­νη­ση δι­α­δέ­χτη­κε ἡ ἔκ­πλη­ξη κα­θὼς δὲν εἶ­χα πο­τὲ δι­α­βά­σει δι­ή­γη­μα σὲ ἰ­α­τρι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κό, κι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος τὴ μό­νη σχέ­ση ποὺ εἶ­χε μὲ τὴν ἰ­α­τρι­κὴ ἦ­ταν πὼς ὑ­πῆρ­ξε συ­χνὰ ἀ­σθε­νής της. Τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­ται νέ­ος ἀ­κό­μα ἀ­πὸ σάκ­χα­ρο καὶ βου­λω­μέ­νες ἀρ­τη­ρί­ες κι ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ πέ­τρες στὴ χο­λὴ κι ὅ­πο­τε τὸν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα σὲ κλι­νι­κὲς καὶ νο­σο­κο­μεῖ­α δὲν ἄ­κου­σα πο­τὲ πα­ρά­πο­να γιὰ ὅ­σα τὸν εἶ­χαν βρεῖ κι ὑ­πέ­φε­ρε. Εἶ­χε ἀκ­μαῖ­ο ἠ­θι­κὸ καὶ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ ἀ­κό­μα καὶ στὴ τε­λευ­ταί­α πε­ρι­πέ­τεια τῆς ὑ­γεί­ας του, μιὰ μορ­φὴ καρ­κί­νου τοῦ αἵ­μα­τος. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τή του ἡ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α ἦ­ταν ἕ­νας τοῖ­χος πί­σω ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει τὸ πρό­σω­πό του, ἂν κρί­νω ἀ­πὸ τὸ δι­ή­γη­μά του «Κα­λὴ ἀ­νάρ­ρω­ση», ποὺ ἀ­φο­ρᾶ μιὰ μό­νο ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς ποὺ ἔ­ζη­σε. Ση­κώ­θη­κα κι ἀ­να­ζή­τη­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δι­ή­γη­μα κι ἄρ­χι­σα νὰ τὸ δι­α­βά­ζω ξα­νὰ ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας μὲ φω­σφο­ροῦ­χο μαρ­κα­δό­ρο τὸ τέ­λος του.

 .

       Ντύ­νο­μαι κα τ μα­ζεύ­ω. Ρί­χνω μι τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ μή­πως κα ξέ­χα­σα τί­πο­τα. Τε­λι­κὰ δν ἦ­ταν κα τό­σο τρα­γι­κό. Ἀ­πὸ τ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο πα­ρα­τη­ρῶ τν πό­λη μας πο ἀ­να­δύ­ε­ται σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας τ γκρί­ζο τῆς ὁ­μί­χλης. Μᾶλ­λον θ μα­ται­ω­θοῦν σή­με­ρα ο πτή­σεις. Αὔ­ριο με­θαύ­ριο, ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο μ θέ­α τν κεν­τρι­κὴ λε­ω­φό­ρο θ πα­ρα­κο­λου­θῶ ξα­νὰ τ μπο­τι­λι­α­ρί­σμα­τα, τς πα­ρε­λά­σεις, τς δι­α­δη­λώ­σεις. Θ ἀ­ξι­ο­λο­γῶ τ δια­ρκῆ φθο­ρά μου, θ συ­νε­χί­ζω ν πε­ρι­φέ­ρω τν κα­τὰ τ ἄλ­λα ἀ­νώ­δυ­νη πα­ρου­σί­α μου, θ ὑ­πο­χω­ρῶ προ­θυ­μό­τα­τα στ κε­λεύ­σμα­τα, θ ἀ­να­γνω­ρί­ζω αὐ­θεν­τί­ες, θ πα­ρα­μέ­νω ἀ­κί­νη­τος στό­χος. Κα γέ­ρας γι τς ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε ἐ­πι­δό­σεις μου μό­νο το ξε­ζού­μι­σμα.

       Τ ἐ­ξι­τή­ριο εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κα μπο­ρῶ ν πά­ω στ κα­λό. Μο εὔ­χον­ται κα­λὴ ἀ­νάρ­ρω­ση. Κι ἐ­γὼ τος εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ καρ­διᾶς κα προ­ε­τοι­μά­ζο­μαι. Ν ἀ­ναρ­ρώ­σω βέ­βαι­α, ὅ­μως ἀ­πὸ τί κα ἀ­πὸ ποι­όν;

 .

       Τὰ ἴ­δια μου εἶ­χε πεῖ καὶ ὁ ἄλ­λος Ἀλ­μπέρ­τος ὅ­ταν, ὡς για­τρός, τὸν συμ­βού­λε­ψα νὰ κό­ψει τὸ πι­ο­τό, ποὺ τοῦ κα­τέ­τρω­γε τὸ συ­κώ­τι γιὰ νὰ ἀ­ναρ­ρώ­σει. «Ἀ­πὸ τί καὶ γιὰ ποι­όν;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­κεῖ­νο τοῦ 1964 στὸ τα­βερ­νά­κι τῆς Νέ­ας Φώ­κιας στὴ Χαλ­κι­δι­κή, ὅ­που τὸν φι­λο­ξέ­νη­σα γιὰ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Τὸν θυ­μᾶ­μαι νὰ ση­κώ­νε­ται κά­θε μέ­ρα πρω­ί, νὰ κά­νει τὸ μπά­νιο του στὴ θά­λασ­σα κι ὕ­στε­ρα νὰ τὴν ἀ­ρά­ζει στὸ κα­φε­νεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ, πα­ρέ­α μὲ κά­τι ψα­ρά­δες ποὺ δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τὴ γλώσ­σα τους καὶ νὰ πί­νει συ­νε­χῶς οὖ­ζο μὲ ἐ­λά­χι­στους με­ζέ­δες —σχε­δὸν ξε­ρο­σφύ­ρι— κι ἀρ­γὰ τὸ σού­ρου­πο νὰ ἐ­πι­στρέ­φει τρε­κλί­ζον­τας στὸ σπί­τι, νὰ τρώ­ει κά­τι ἀ­νό­ρε­χτα κι ὕ­στε­ρα νὰ συ­ζη­τά­ει μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου —λί­γα γερ­μα­νι­κὰ ὁ γέ­ρος μου, λί­γα ἑλ­λη­νι­κὰ ὁ Ἀλ­μπέρ­τος— γιὰ τὰ πε­ρα­σμέ­να, τὴν Κα­το­χή, θαρ­ρεῖς μυ­στι­κὰ δι­κά τους πράγ­μα­τα, ποὺ οἱ ἄλ­λοι δὲν ἔ­πρε­πε νὰ μά­θουν. Γιὰ σκο­τω­μοὺς δι­κῶν του στὸ μέ­τω­πο ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ εἶ­δε νὰ δι­α­πράτ­τουν ἐ­δῶ οἱ φα­να­τι­κοὶ τῶν Ἒς Ἒς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, κι ἀ­κό­μα γιὰ βα­σα­νι­στή­ρια ποὺ σα­κά­τε­ψαν τὸ σῶ­μα του —πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ψυ­χὴ του— ὅ­ταν πο­λε­μών­τας μὲ τὸν Ρό­μελ στὴν Ἀ­φρι­κὴ πι­ά­στη­κε αἰχ­μά­λω­τος. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κι οἱ λί­γοι Ἑ­βραῖ­οι ποὺ ἐ­πι­βί­ω­σαν ἀ­πὸ τὰ κο­λα­στή­ρια τοῦ Ἄ­ου­σβιτς-Μπιρ­γκε­νά­ου καὶ Μπέρ­γκεν Μπέλ­σεν καὶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἕ­νας ἕ­νας, ἐ­ρεί­πια ὅ­λοι, μὲ πρῶ­το με­τὰ τὴν ἐ­πά­νο­δό τους ἐν­δι­αί­τη­μα τὸ πα­λιὸ καὶ μι­σο­ρη­μαγ­μέ­νο τρε­λο­κο­μεῖ­ο τῆς Κοι­νό­τη­τας, κον­τὰ στὸ σταθ­μό, καὶ δὲ μι­λοῦ­σαν σὲ κα­νέ­να γιὰ τὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε συμ­βεῖ καὶ ὑ­πέ­φε­ραν για­τὶ κα­νεὶς δὲν θὰ τοὺς πί­στευ­ε. Καὶ θυ­μή­θη­κα πά­λι τὰ ὅ­σα μοῦ εἶ­χε πεῖ καὶ γρά­ψει ὁ Ἀλ­μπέρ­τος γιὰ «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο»:

 .

       Κι ἔ­τσι ἄρ­χι­σαν ν κα­τα­φεύ­γουν ἐ­κεῖ ο λί­γοι πο σώ­θη­καν, σν ἀ­πὸ θαῦ­μα, κα γυ­ρί­ζον­τας πί­σω δν εἴ­χα­νε πι πο τν κε­φα­λὴν κλῖ­ναι. Κα κα­θὼς νέ­α ἄ­νοι­ξη φάν­τα­ζε ν τος προ­κα­λεῖ, βι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι τους ν ξα­να­κερ­δί­σουν τ σπα­σμέ­να μις νι­ό­της σπα­τα­λη­μέ­νης τό­σο ἄ­δι­κα […]

       Κι ἔ­τρε­ξαν ν γι­ου­χά­ρου­νε κά­τι δι­κούς τους προ­δό­τες, πο τος δι­κά­ζα­νε τό­τε, μέ­χρι πο τν ἅρ­πα­ξε ὁ πρό­ε­δρος κα βρόν­τη­ξε τν κου­δού­να κα φο­βέ­ρι­σε πς θ προ­στά­ξει ν’ ἀ­δειά­σουν τν αἴ­θου­σα. Κα στή­σα­νε κα τος πρώ­τους ψι­λο­καυ­γά­δες καί, τ κυ­ρι­ό­τε­ρο, μπλέ­χτη­καν κα τ πρῶ­τα εἰ­δύλ­λια. Ἔ­τσι, κά­ποι­α Κυ­ρια­κὴ ρα­βί­νος εὐ­λό­γη­σε μο­νο­μιᾶς δε­κά­ξι και­νούρ­για ζευ­γά­ρια κι ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νη­γύ­ρι τρι­κού­βερ­το! Μέ­χρι πο βά­λα­νε στοί­χη­μα ποι­οὶ θ πρω­το­πι­ά­σου­νε παι­δί! Ὅ­μως τ στοί­χη­μα κα­νεὶς δν τ κέρ­δι­σε, μι κα τ πρῶ­τα γεν­νη­τού­ρια τ γι­όρ­τα­σαν ὄ­χι ο νι­ό­παν­τροι ἀλ­λὰ ο ἄλ­λοι, τ ζευ­γά­ρι τ μο­να­δι­κὸ πο γλί­τω­σε, ἄν­τρας μα­ζὶ κα γυ­ναί­κα. Κι εἶ­παν πς ἤ­τα­νε θέ­λη­μα Θε­οῦ ν καρ­πί­σει πρώ­τη μή­τρα ἐ­κεί­νης πού, κα­θὼς ὅ­λοι τους ξέ­ρα­νε, ο τρι­σκα­τά­ρα­τοι τ με­τα­χει­ρί­στη­καν γι πει­ρα­μα­τό­ζω­ο κι ἤ­τα­νε σί­γου­ρο πι πς ἀ­πό­μει­νε στεί­ρα.

 .

       Ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ ψι­θυ­ρί­ζω καὶ ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ ἔ­τος 1947 τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κε ὁ Ἀλ­μπέρ­τος κι δι­κοί του μὲ τὸν ἐρ­χο­μὸ τοῦ πο­λυ­πό­θη­του γιοῦ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ μα­ζέ­ψουν τὰ κομ­μά­τια τους καὶ νὰ στή­σουν ξα­νὰ σπι­τι­κὸ μὲ στε­ρή­σεις καὶ νέ­α βά­σα­να, ἐ­νῶ οἱ δι­κοί μας, πρὶν ἀ­κό­μα ἀ­να­σά­νουν καὶ χορ­τά­σουν ἀ­πὸ τὴν πεί­να τῆς Κα­το­χῆς, ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ τσα­κώ­νον­ται καὶ νὰ σκο­τώ­νον­ται ποι­οὶ θὰ κου­μαν­τά­ρου­νε τὸν τό­πο, ἢ γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, ποι­ῶν ξέ­νων τα συμ­φέ­ρον­τα θὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν. Ἦ­ταν θέ­λη­μα Θε­οῦ νὰ γεν­νη­θεῖ ὁ Ἀλ­μπέρ­τος μὲ τὶς περ­γα­μη­νές του, γιὰ νὰ «ἀ­να­βι­ώ­σει» χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν ἱ­στο­ρί­α αἰ­ώ­νων τῶν Ἑ­βραί­ων τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ποὺ κυ­νη­γη­μέ­νοι ἀ­πὸ παν­τοῦ ἔ­φτα­σαν στὴν πό­λη αὐ­τὴ γιὰ νὰ χτί­σουν πά­λι συ­να­γω­γὲς μὲ ὀ­νό­μα­τα ποὺ τοὺς θύ­μι­ζαν τὶς ἄλ­λο­τε πα­τρί­δες τους, πρὶν ὁ πα­ρα­λο­γι­σμός, ἡ ὑ­πέρ­τα­τη «Ὕ­βρις» σκορ­πί­σει ἀ­κό­μα κι ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μί­σει τὴν πα­ρου­σί­α τους.

 .

       παπ­πούς μου λοι­πὸν ἦ­ταν ψα­ράς, πα­τέ­ρας μου μα­ραγ­κὸς κι μά­να μου κα­πνερ­γά­τισ­σα. Αὐ­τοὶ ο τί­τλοι μου, αὐ­τὲς ο περ­γα­μη­νές μου κα δν μπο­ρῶ ν στα­θῶ που­θε­νὰ χω­ρὶς ν τς μνη­μο­νεύ­σω. Μό­νο πο δν εἶ­μαι βέ­βαι­ος ν τς μνη­μο­νεύ­ω σω­στά, μι ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ή, ση­μει­ώ­νον­τας τ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τά μου πρῶ­τα στν πλά­κα μ τ κον­τύ­λι, ὕ­στε­ρα στ χαρ­τί, μ μο­λύ­βι μαῦ­ρο κα ξυ­λομ­πο­γι­ές, κα πι ὕ­στε­ρα μ ἀ­κρι­βὸ στυ­λὸ δι­αρ­κεί­ας, ἐ­γὼ πο τς συ­νε­χί­ζω, ἐ­γώ, τέ­κνο το 115210 κα τς 40041, ἐ­γὼ πο προ­σπα­θῶ ν ἀρ­θρώ­σω τν ὅ­ποι­ο λό­γο μου ἀ­να­ζη­τών­τας, μά­ται­α ἴ­σως, τ ἀ­νά­λο­γο ὕ­φος κι ἀ­κό­μα τώ­ρα, πο χα­ρά­ζω αὐ­τὲς τς γραμ­μές, δν ξέ­ρω ἀ­λή­θεια ἂν τ κα­τά­φε­ρα κι οὔ­τε ξέ­ρω ν θ τ κα­τα­φέ­ρω ἐ­πι­τέ­λους πο­τέ.

 .

       Τὸν ἀ­κού­ω νὰ μοῦ μι­λά­ει ξα­νὰ γιὰ τὰ δι­α­πι­στευ­τή­ριά του κι οὔ­τε κα­τά­λα­βα πὼς βρέ­θη­κε νὰ κά­θε­ται στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου. Ἀ­να­ση­κώ­νο­μαι, τὸν ἀγ­κα­λιά­ζω καὶ ξε­σπῶ σὲ δά­κρυ­α, «ἀ­δελ­φέ μου Ἀλ­μπέρ­το», τοῦ λέ­ω, «ξέ­ρω ὅ­τι ἐ­σὺ πο­τὲ δὲν ἔ­φυ­γες για­τί εἶ­σαι “Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, ποὺ στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ πά­ει νὰ πεῖ ἄν­τρας ρω­μα­λέ­ος κι εὔ­στρο­φος”, ὅ­πως μου εἶ­χες δώ­σει τὴν ἐ­ξή­γη­ση. Ἐ­σὺ πο­τὲ δὲν θ’ ἄ­φη­νες “τὴν πό­λη σου, τὶς ρί­ζες σου”. Ἀλ­λὰ τί κα­μώ­μα­τα εἶ­ναι τώ­ρα αὐ­τὰ νά ’­χεις ἀμ­φι­βο­λί­ες γιὰ τὸ ἔρ­γο σου, τὴν ἀ­πο­στο­λή σου; Πές μου δὲν ἐ­μνη­μό­νευ­σες σω­στὰ ὅ­λους τοὺς ἀ­νώ­νυ­μους δι­κούς σου; Τὸν πα­τέ­ρα σου Λε­ὸν τὸ μα­ραγ­κὸ καὶ τὸ φί­λο του Δα­βί­κο τὸ ρά­πτη, ποὺ μέ­σα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­να­βί­ω­σες καὶ δι­α­φύ­λα­ξες τὴ ζω­ή τους ὅ­λη καὶ τὰ πά­θη τους στὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του; Τὸ ἴ­διο δὲν ἔ­κα­νες καὶ γιὰ τὴ μά­να σου; Δὲν μοῦ εἶ­πες ὅ­τι τὴ γνώ­ρι­σε ὁ πα­τέ­ρας σου σὲ μιὰ δί­κη γιὰ νὰ πι­στο­ποι­η­θεῖ ὁ θά­να­τος στὰ κρε­μα­τό­ρια μιᾶς ἄλ­λης ἑ­βραί­ας παν­τρε­μέ­νης; Θυ­μᾶ­σαι πῶς σοῦ τὴν πε­ρι­έ­γρα­ψε ὁ Δα­βί­κος; “Ξε­κλη­ρι­σμέ­νη κι αὐ­τὴ ὅ­πως ὅ­λοι μας. Καὶ σι­νά­φι, φτω­χο­λο­γιά, κα­πνερ­γά­τισ­σα. Ἀ­πὸ μι­κρὴ στοῦ “Σπί­ρερ”, στὴν “Αὐ­στρο-Ἑλ­λη­νι­κή”… Καὶ πεν­τά­μορ­φη κού­κλα…­”. Ἀλ­λὰ καὶ τοὺς ἄλ­λους τοὺς πα­λιούς, τὸν μα­κρι­νὸ ἐ­κεῖ­νο παπ­πού σου ποῦ πε­τσό­κο­ψε ἕ­ναν ἕ­ναν τους σα­ράν­τα γε­νί­τσα­ρους γιὰ νὰ σώ­σει τὴ γει­το­νο­πού­λα του Ἐ­στρέ­α, ἐ­κεί­νη τὴ μα­κρι­νὴ για­γιά σου ποὺ τὴν παν­τρεύ­τη­κε, ἐ­σὺ δὲν τοὺς ἀ­νά­στη­σες μέ­σα στὰ βι­βλί­α σου; Γιὰ τοὺς ἀ­νώ­νυ­μους μι­λῶ, για­τὶ τοὺς ἄλ­λους, τοὺς ἐ­πώ­νυ­μους, τὸν ἀρ­χι­ρα­βί­νο Κό­ρετς καὶ τὴν πα­ρέ­α του, θὰ τοὺς πα­ρα­λά­βει νὰ τοὺς δι­κά­σει ἡ ἱ­στο­ρί­α. Τί ἤ­ξε­ρα ἐ­γὼ μω­ρὲ γιὰ τὶς συ­να­γω­γές σας, τὰ τρα­γού­δια καὶ τὶς πα­ροι­μί­ες σας πρὶν σὲ γνω­ρί­σω; Πά­ψε λοι­πὸν νὰ ἀμ­φι­βά­λεις. Ἐ­πι­τέ­λε­σες στὸ ἀ­κέ­ραι­ο το κα­θῆ­κον σου μὲ μιὰ μνή­μη καυ­τή, βα­σα­νι­στι­κή, ποὺ ζη­τοῦ­σε τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σή της, γιὰ νὰ μὴν γί­νουν τὰ πε­ρα­σμέ­να ξε­χα­σμέ­να. Αὐ­τὴ τὴ μνή­μη ποὺ ἐ­γὼ ἀ­πο­κα­λῶ στὰ δι­κά μου γρα­φτὰ ”πα­λίν­δρο­μο” καὶ κα­νεὶς δὲν μὲ κα­τα­λα­βαί­νει. Ἀλ­λὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ ποι­οὶ καὶ για­τί ἔ­σπει­ραν μέ­σα σου τὸ κου­κού­τσι τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας. Σὲ θυ­μᾶ­μαι στὴν αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων τῆς Δη­μο­τι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Συ­κε­ῶν, τό­τε ποὺ ὁ δή­μαρ­χος σὲ τί­μη­σε μὲ πλα­κέ­τα —μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους Σα­λο­νι­κιοὺς πε­ζο­γρά­φους— γιὰ τὴ συ­νει­σφο­ρά σου στὰ γράμ­μα­τα τῆς πό­λης μας, νὰ δα­κρύ­ζεις καὶ νὰ λὲς πὼς τέ­τοι­α τι­μὴ δὲν ἀ­ξι­ώ­θη­κες πο­τὲ ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς σου. Εἶ­ναι ἀν­θρώ­πι­νο Ἀλ­μπέρ­το, ὅ­ταν πε­ρά­σει ἡ λαί­λα­πα καὶ ξε­χα­στεῖ, νὰ μᾶς μα­ραγ­κιά­ζουν οἱ μι­κρό­τη­τες μιᾶς ἀ­σή­μαν­της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.»

       Κα­θὼς μι­λῶ καὶ ἀγ­κα­λιά­ζω τὸν Ἀλ­μπέρ­το βλέ­πω ξαφ­νι­κὰ τὸν ἄλ­λο Ἀλ­μπέρ­το νὰ κά­θε­ται κι αὐ­τός, σκυ­φτὸς καὶ πάν­τα θλιμ­μέ­νος, στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ μου καὶ νὰ πί­νει γου­λιὰ γου­λιὰ οὖ­ζο ἀ­πὸ ἕ­να μπου­κα­λά­κι ποὺ τὸ εἶ­χε πάν­τα μα­ζί του, ὅ­πως τό­τε στὴ Χαλ­κι­δι­κὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὴν πα­τρί­δα του ποὺ πῆ­γα, τὸν βρῆ­κα καὶ μὲ φι­λο­ξέ­νη­σε, νὰ κά­θε­ται σκυ­φτός, πρό­σω­πο σπα­σμέ­νο —σχε­δὸν γέ­ρος— μὲ κεῖ­να τὰ γα­λά­ζια μά­τια του, τὰ μό­να ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­ναλ­λοί­ω­τα ἀ­πὸ τὶς κα­κου­χί­ες καὶ τὸ χρό­νο, νὰ στά­ζουν πα­ρά­πο­νο. Ἀ­φή­νω τὸν ἕ­ναν Ἀλ­μπέρ­το κι ἀγ­κα­λιά­ζω τὸν ἄλ­λο, «ἀ­δελ­φέ μου», τοῦ λέ­ω, «τί σύμ­πτω­ση, πῶς ἀ­πὸ δῶ κι ἐ­σύ, τέ­τοια ὥ­ρα, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­χτα; Ποι­ὸς ἄ­νε­μος σ’ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὴ Γερ­μα­νί­α ἐ­δῶ;» Δί­στα­σε λί­γο ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ἀ­πο­φά­σι­σε —ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια— νὰ μι­λή­σει. «Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἡ­συ­χά­σω», μοῦ εἶ­πε, «καὶ πε­ρι­φέ­ρο­μαι ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ κου­βα­λών­τας τὸ κρί­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της “Ὕ­βρε­ως” ἐ­νῶ εἶ­μαι κι ἐ­γὼ θύ­μα της. Τὸ Μάρ­τη τοῦ 1943 ὅ­ταν ἀ­πὸ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη ἀ­να­χω­ροῦ­σαν οἱ πρῶ­τοι συρ­μοὶ γιὰ τὸ Ἄ­ου­σβιτς, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ἀ­να­χω­ροῦ­σαν μὲ προ­ο­ρι­σμοὺς τὸν καύ­σω­να τῆς Λι­βύ­ης ἢ τὸν πα­γε­τώ­να τοῦ ρω­σι­κοῦ χει­μώ­να. Δὲν τὰ ἔ­γρα­ψες αὐ­τά, δὲν τὰ μνη­μό­νευ­σες; Ἦρ­θα λοι­πόν, μι­κρὲ ἀ­δελ­φέ μου, νὰ τὰ πεῖς ξα­νά, νὰ τὰ “ἀ­να­βι­ώ­σεις”, τώ­ρα ποὺ τὸ γρα­φτό σου αὐ­τὸ θὰ δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὴ Γερ­μα­νί­α, μπὰς καὶ ξα­πο­στά­σω λί­γο ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση.»

       Πε­τά­χτη­κα ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι κι ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τὸ βι­βλί­ο μου Ψυ­χὴ μπλ κα κόκ­κι­νη, ὅ­που μνη­μο­νεύ­ω κι ἐ­γὼ τὴ ζω­ὴ καὶ τὰ πά­θη τῶν δι­κῶν μου προ­σφι­λῶν κε­κοι­μη­μέ­νων.

 .

       μη­τέ­ρα μου ση­κώ­θη­κε ­πως πάν­τα νω­ρίς, ­να­ψε φω­τιὰ στ φου­φοὺ μ πε­λε­κού­δια πο μα­ζεύ­α­με ­πὸ τ πα­ρα­πλεύ­ρως ξυ­λουρ­γεῖ­ο κι ­βα­λε τ μπρί­κι το κα­φὲκα­φὲ τς Κα­το­χῆς, πι πο­λὺ ρε­βί­θι κα­βουρ­ντι­σμέ­νο. Μπαί­νει στν κου­ζί­να Ἀλ­μπέρ­τος, πρω­ι­νός, φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος κι ἀ­ρω­μα­τι­σμέ­νος, «Γκοτ μόρ­γκεν», χαι­ρε­τά­ει, «Μόρ­γκεν», λέ­ει κι μά­να μου κα τν κα­λη­με­ρί­ζει. «Κα­φέ;» ρω­τά­ει Ἀλ­μπέρ­τος κα μυ­ρί­ζει τν ἀ­τμό­σφαι­ρα σν σκύ­λος, «Για­βόλ», ἀ­παν­τά­ει ἡ μά­να μου, πο εἶ­χε ἀρ­χί­σει ν μα­θαί­νει κά­ποι­ες λέ­ξεις γερ­μα­νι­κές, «Θέ­λεις;» Ἀλ­μπέρ­τος κά­θε­ται στ τρα­πέ­ζι, μά­να το σερ­βί­ρει, ρου­φά­ει ἀ­π’ τ φλι­τζά­νι, κα­φὲς ζε­στὸς ἀλ­λὰ ἄ­νο­στος, ξι­νί­ζει ἀ­νε­παί­σθη­τα τὰ μοῦ­τρα του, ὅ­μως ἀ­δειά­ζει τ φλι­τζά­νι ἀ­πὸ εὐ­γέ­νεια. Τν ἄλ­λη μέ­ρα φέρ­νει δῶ­ρο ἕ­να σα­κου­λά­κι κα­νο­νι­κὸ κα­φέ. Ἐ­γώ, πι­τσι­ρι­κὰς ἐν­νέ­α χρό­νων, ἀ­δύ­να­το κα μαυ­ρι­δε­ρὸ ἀ­γό­ρι πο ἔ­δει­χνα κα­τὰ πο­λὺ μι­κρό­τε­ρος, ἔ­κο­βα συ­χνὰ κί­νη­ση, ν δ τί γί­νε­ται, τί ὑ­πάρ­χει μέ­σα στ δω­μά­τιο τν δύ­ο Γερ­μα­νῶν. Μι μέ­ρα μ φω­νά­ζει Ἀλ­μπέρ­τος, «Κόμ, κόμ», μπαί­νω στ δω­μά­τιο, πλη­σιά­ζω, μ βά­ζει ν κα­θί­σω πά­νω στ κρε­βά­τι κι ἀρ­χί­ζει ν μο δεί­χνει φω­το­γρα­φί­ες, τ μά­να του, τν πα­τέ­ρα του, τ σπί­τι τους στ Γερ­μα­νί­α. Μο βά­ζει κο­λό­νια στ μαλ­λιὰ κα μ μα­θαί­νει ν με­τρῶ γερ­μα­νι­κὰ ἀ­πὸ τ ἕ­να ἕ­ως τ δέ­κα. Τ ἴ­διο βρά­δυ φέρ­νει στ μά­να δυ­ὸ βα­ζά­κια, ἕ­να μ μέ­λι κι ἕ­να μ βού­τυ­ρο, κρυ­φά, τυ­λιγ­μέ­να ἐ­πι­με­λῶς σ μι ἐ­φη­με­ρί­δα. «Μποῦ­τερ οντ χό­νιγκ φρ Πε­ρι­κλῆς», λέ­ει. Μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα κά­θι­σε ν φά­ει μα­ζί μας με­λι­τζά­νες για­χνὶ ἦ­ταν κα­λο­καί­ρι κι πα­τέ­ρας ὅ­λο κι ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σε ζαρ­ζα­βα­τι­κά κα μ πῆ­ρε στ γό­να­τά του λέ­γον­τας στος γο­νεῖς μου «Πε­ρι­κλῆς ἲ­στ μά­ιν κλά­ι­νερ μπροῦν­τερ», ὅ­τι δη­λα­δὴ ἤ­μουν ὁ μι­κρὸς ἀ­δελ­φός, κα πρέ­πει ν ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι σν τέ­τοι­ο μ φρόν­τι­ζε. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἔ­τρω­γε μα­ζί μας ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, θε­ω­ρών­τας τ μά­να μου ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ μα­γεί­ρισ­σα. Στ σπί­τι ἔ­φερ­νε πάν­τα μι­σὴ ὁ­λό­κλη­ρη κου­ρα­μά­να κι ,τι ἄλ­λο κα­τόρ­θω­νε ν ἐ­ξοι­κο­νο­μή­σει ἀ­πὸ τν καν­τί­να τους, πάν­τα κρυ­φὰ κα μ προ­σο­χή, για­τί νο­μί­ζω ὅ­τι τος ἀ­πα­γό­ρευ­αν ν δη­μι­ουρ­γοῦν φι­λι­κὲς σχέ­σεις μ τς ἑλ­λη­νι­κὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ζοῦ­σαν κά­τω ἀ­πὸ τν ἴ­δια στέ­γη. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς στν κοι­νή μας τρα­πε­ζα­ρί­α ἐρ­χό­ταν κι Ὄ­σβαλτ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν τύ­πος βα­ρύς, σχε­δὸν ἀ­γέ­λα­στος, κα δ θυ­μᾶ­μαι ν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης ὅ­πως ὁ Ἀλ­μπέρ­τος. Περ­νοῦν ο μῆ­νες, Ἀλ­μπέρ­τος νι­ώ­θει σν στ σπί­τι του, ἀ­πο­κα­λεῖ «μα­μὰ» τ μά­να μου, ἔ­μα­θε λί­γα ἑλ­λη­νι­κά, ἐ­μεῖς λί­γα γερ­μα­νι­κά, βο­η­θοῦ­σαν κα ο χει­ρο­νο­μί­ες, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, γι ν κα­τα­λα­βαί­νου­με ἐ­μεῖς τος οἰ­κό­σι­τους Γερ­μα­νοὺς κι ἐ­κεῖ­νοι τος ὑ­πο­τε­λεῖς τους σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη­δες. Ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως κρυ­φά, μέ­σα πάν­τα στ σπί­τι, πο­τὲ ἔ­ξω στ φα­νε­ρά, οὔ­τε βόλ­τα μα­ζί τους μα­ζί μας. Μι μέ­ρα μπαί­νω στ σά­λα, ὅ­που ἡ μο­να­δι­κὴ σόμ­πα πο ἔ­και­γε πρι­ο­νί­δι, μά­να δί­πλα της στέ­γνω­νε κά­τι ροῦ­χα, πα­τέ­ρας μ τν Ἀλ­μπέρ­το μι­λοῦ­σαν του­λά­χι­στον προ­σπα­θοῦ­σαν ν συ­νο­μι­λή­σουν πι πέ­ρα, πά­νω στ σόμ­πα λί­γες φέ­τες κου­ρα­μά­νας γί­νον­ταν φρυ­γα­νι­ές, πο μ τ λά­δι τς Σκύ­ρου τέ­λει­ω­νε ἤ­δη ἦ­ταν τ συ­νη­θι­σμέ­νο βρα­δι­νό μας γεῦ­μα. Μπαί­νω λοι­πὸν στ σά­λα, στέ­κο­μαι προ­σο­χή, χτυ­πά­ω τ πό­δια μου ὅ­πως ο Γερ­μα­νοὶ στρα­τι­ῶ­τες, τεν­τώ­νω τ δε­ξί μου χέ­ρι κα φω­νά­ζω: «Χά­ι Χί­τλερ!» Βλέ­πω τν πα­τέ­ρα μου ν κε­ρώ­νει, τ μά­να ν ξαφ­νι­ά­ζε­ται, Ἀλ­μπέρ­τος ἀν­τὶ ν χα­ρεῖ γι’ αὐ­τὸν ἐ­ξάλ­λου τ ἔ­κα­να ἐκ­δη­λώ­νει φα­νε­ρὰ τ δυ­σφο­ρί­α του. Ξα­να­ση­κώ­νω τ χέ­ρι κα πά­λι χαι­ρε­τῶ, «Χά­ι Χί­τλερ», κα τό­τε Ἀλ­μπέρ­τος κά­νει μι χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας, «Σά­ι­ζερ», λέ­ει, σκα­τὰ δη­λα­δή. Κι ἤ­ξε­ρε τί ἔ­λε­γε, για­τὶ σ λί­γο τοῦ ἦρ­θε με­τά­θε­ση γι τ Ἄ­φρι­κα Κρπ το Ρό­μελ, ἀλ­λὰ χει­ρό­τε­ρη ἀ­κό­μα ἡ με­τά­θε­ση το Ὄ­σβαλτ γι τ ἀ­να­το­λι­κὸ μέ­τω­πο. ἕ­νας θ πο­λε­μοῦ­σε τος Ἄγ­γλους στν καύ­σω­να τς Λι­βύ­ης κι ἄλ­λος τος Ρώ­σους στν πα­γε­τώ­να το σο­βι­ε­τι­κοῦ χει­μώ­να. Ἔ­πε­σαν στν ἀγ­κα­λιὰ τς μά­νας μου κι ἔ­κλαι­γαν σν παι­διά της. Κα κα­λά, ἀ­πὸ τν Ἀλ­μπέρ­το τ πε­ρι­μέ­να­με, ὄ­χι ὅ­μως κι ἀ­πὸ τν Ὄ­σβαλτ, πο ἦ­ταν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος κι ἔ­λε­γε συ­νέ­χεια «Μα­μά, Ὄ­σβαλτ Ρού­σια κα­ποὺτ» κα μ τ χέ­ρι ἔ­δει­χνε ὅ­τι θ το ἔ­κο­βαν τ λαι­μό. Ὅ­ταν φι­λη­θή­κα­με κι ἔ­φυ­γαν μ τος γυ­λιοὺς κα τ ὅ­πλα τους κι ἄ­δεια­σε τ δω­μά­τιο, νι­ώ­σα­με ν’ ἀ­δειά­ζει κά­πως ψυ­χή μας. Πι­στεύ­α­με ὅ­τι δ θ τος ξα­να­βλέ­πα­με πο­τέ, τ ἴ­διο κι ἐ­κεῖ­νοι, ὅ­πως μ δι­α­βε­βαί­ω­σε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια κι Ἀλ­μπέρ­τος. Στ με­τα­ξὺ ἕ­σφι­ξε τ κρύ­ο, τέ­λει­ω­σε τ ζω­ο­γό­νο σκυ­ρια­νὸ λα­δά­κι, ἔ­λει­ψαν κα ο γερ­μα­νι­κὲς κου­ρα­μά­νες. μά­να μ κρύ­α καρ­διὰ μ πῆ­ρε ἀ­πὸ τ χέ­ρι κα μ’ ἔ­γρα­ψε στ συσ­σί­τιο το Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ροῦ.

 .

       Κα­θὼς τέ­λει­ω­σα ἐ­γὼ μὲ τὰ δι­κά μου, βλέ­πω τὸν Ἀλ­μπέρ­το Νὰρ νὰ ση­κώ­νε­ται καὶ ν’ ἀγ­κα­λιά­ζει τὸν ἄλ­λον Ἀλ­μπέρ­το ποὺ λέ­γε­ται στὸ ἐ­πώ­νυ­μο Στὸκ καὶ νὰ γί­νον­ται οἱ δυ­ό τους ἕ­να σύμ­πλεγ­μα κα­η­μοῦ καὶ πί­κρας. Ἀ­νοί­γω κι ἐ­γὼ τὰ χέ­ρια μου καὶ τοὺς πε­ρι­κλεί­ω ἐν­τός μου καὶ τοὺς ρω­τῶ, «Πέ­στε μου ἀ­δέλ­φια, για­τί δὲν θέ­λω νὰ φύ­γω κι ἐ­γὼ μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α, ἐ­σεῖς ποὺ τώ­ρα πε­τᾶ­τε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν, πα­ρόν, ἴ­σως καὶ μέλ­λον, κα­θὼς ἐ­πι­βι­ώ­νε­τε ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς, ποι­ὸς ὁ λό­γος, για­τί καὶ γιὰ ποι­οὺς ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ πό­λε­μος, αὐ­τὴ ἡ συμ­φο­ρά, τώ­ρα ποὺ τὸ Ντα­χά­ου, τὸ Ἄ­ου­σβιτς καὶ Μπέρ­γκεν Μπέλ­σεν ἔ­γι­ναν του­ρι­στι­κὰ ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα μιᾶς φρί­κης ἀ­νο­μο­λό­γη­της;» Δὲν ἀ­παν­τοῦν κι ἐ­γὼ πε­τι­έ­μαι κά­θι­δρος ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι· τὸ κε­φά­λι μου βα­ρὺ ἀλ­λὰ στὸ βίν­τε­ο τοῦ μυα­λοῦ μου χα­μο­γε­λᾶ­νε οἱ εἰ­κό­νες τους. Δί­πλα μου πε­τα­μέ­να στὸ πά­τω­μα τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου, τὰ βι­βλί­α τοῦ Νὰρ καὶ τὸ ἄλ­λο, τὸ δι­κό μου, ποὺ ἐ­σω­κλεί­ει τὰ οἰ­κο­γε­νεια­κά μου πά­θη τρι­ῶν γε­νι­ῶν. Τὰ παίρ­νω καὶ τὰ το­πο­θε­τῶ μ’ εὐ­λά­βεια στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κι ἀ­μέ­σως ἀ­νοί­γω συρ­τά­ρια καὶ βρί­σκω τὸ κου­τὶ μὲ τὶς πα­λι­ὲς κι ἐ­γὼ φω­το­γρα­φί­ες, ψά­χνον­τας γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α ἐ­κεί­νη τοῦ ἄλ­λου Ἀλ­μπέρ­του τῆς Κα­το­χῆς. Τὴ βρί­σκω καὶ τὴν το­πο­θε­τῶ κι αὐ­τὴ στὴ βι­βλι­ο­θή­κη κα­θὼς τὸν ἀ­να­βι­ώ­νω μέ­σα στὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ στο­λή του «λε­πτό, ξαν­θό, μὲ γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ καλ­λί­γραμ­μη μύ­τη, μά­τια γα­λά­ζια, πρό­τυ­πο ἰ­δα­νι­κό της ἀ­ρεί­ας φυ­λῆς». Πά­ω στὴν κου­ζί­να καὶ ψή­νω κα­φέ· κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι μὲ τὴ σκέ­ψη ὅ­τι τὰ ἀ­δέλ­φια μου θὰ ξα­νάρ­θουν, για­τί οἱ νε­κροὶ δὲν πε­θαί­νουν πο­τὲ ὅ­σο τοὺς ἀ­γα­ποῦ­με καὶ τοὺς μνη­μο­νεύ­ου­με.

.

       Θεσ­σα­λο­νί­κη, Γενάρης 2006.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: περ. Μπιλιέτο, 2006.

 .

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).

 .

Τάσος Καλούτσας: «Σὰρξ ἐκ σαρκὸς τῆς γε­νέ­θλι­ας πόλεως…»

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(StoBathosISynagogiMonastirioton)

.

Τάσος Καλούτσας

.

«Σὰρξ ἐκ σαρ­κὸς τῆς γενέθλιας πόλεως…»

(Ἀ. Νάρ, Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 85)

.

06-OmikronΑΛΜΠΕΡΤΟΣ ΝΑΡ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ὁ­μο­τέ­χνος καὶ συ­νο­δοι­πό­ρος ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον ἐ­κλε­κτοὺς καὶ ἀ­γα­πη­τούς. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πρω­το­δι­ά­βα­σα πε­ζο­γρα­φι­κὸ κεί­με­νό του, μὲ τὸν τί­τλο «Ἐ­πει­σό­διο», στὸ περ. Πα­ρα­φυά­δα, τὸ 1986. Ἀ­κο­λού­θη­σαν κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἡ συλ­λο­γὴ Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 1991, ἀ­πὸ τὰ Τρα­μά­κια. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως χά­ρη­κα ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της Γ. Δου­βί­τσας, ποὺ δι­έ­θε­τε ὀ­ξύ­τα­τη ὄ­σφρη­ση στὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη νέ­ων τα­λαν­τού­χων πε­ζο­γρά­φων, τὸν ὑ­πο­δέ­χτη­κε στὶς τά­ξεις τῆς Νε­φέ­λης, γιὰ νὰ τοῦ τυ­πώ­σει καὶ μιὰ και­νούρ­για συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός, τὸ 1999. Ἔ­τσι, μέ­σα στὴ δε­κα­ε­τί­α, σφρα­γί­στη­κε ἡ λο­γο­τε­χνί­α μας ἀ­πὸ τὴν ποι­ο­τι­κὴ γρα­φὴ αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων (συ­νο­λι­κὰ 29 καὶ στὰ δύ­ο βι­βλί­α), ποὺ κο­μί­ζουν μιὰ φρέ­σκια αἰ­σθαν­τι­κὴ αὔ­ρα στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α τῆς πό­λης μας, ἐ­νῶ συ­νά­μα ἐμ­πλου­τί­ζουν τὸ ἦ­θος καὶ τὴ θε­μα­το­γρα­φί­α της.

           «Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον» ἐν­τό­πι­σε ἡ κρι­τι­κὴ στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ κα­τά­θε­ση τοῦ Ἀ. Νὰρ τὸ 1997 (χρο­νιὰ τῆς ἐ­πα­νέκ­δο­σης τοῦ πρώ­του του βι­βλί­ου ἀ­πὸ τὴ Νε­φέ­λη): «Ὁ μο­να­δι­κὸς πε­ζο­γρά­φος μας, ἀ­π’ ὅ­σο γνω­ρί­ζου­με, ποὺ θε­μα­το­γρα­φι­κὰ κα­τα­γί­νε­ται μὲ τοὺς Ἑλ­λη­νο­ε­βραί­ους τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης… Μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­μέ­ρους συμ­βάν­τα, προ­σπα­θεῖ νὰ συλ­λά­βει τὸ συλ­λο­γι­κὸ πρό­σω­πο καὶ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη ψυ­χο­σύν­θε­ση τοῦ Θεσ­σα­λο­νι­κιοῦ Ἑ­βραί­ου, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους δί­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες καρ­πούς.»(1) Πράγ­μα­τι, ἡ δι­ά­θε­ση ψη­λά­φη­σης τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς δι­α­δρο­μῆς τῶν φυ­λε­τι­κὰ ὁ­μοί­ων του, ἡ ἐ­ξαρ­χῆς συ­ναί­σθη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ ὅ­τι εἶ­ναι «ὁ γό­νος ὁ στερ­νὸς μιᾶς προ­σφυ­γιᾶς ποὺ ἄ­ρα­ξε στὸν τό­πο αὐ­τό, μὲ τὴν ψυ­χὴ στὸ στό­μα» (Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 76), ἡ βού­λη­σή του νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν προ­σω­πι­κή του ταυ­τό­τη­τα στὸ τώ­ρα μὲ τὴ βο­ή­θεια μιᾶς μνή­μης ποὺ γρη­γο­ρεῖ, ἀ­να­κα­λών­τας σὲ μιὰ εὐ­ρύ­τε­ρη προ­ο­πτι­κὴ χρό­νου εὐ­τυ­χι­σμέ­να στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀλ­λὰ καὶ ὧ­ρες βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ μαύ­ρους και­ρούς, ἡ ἀ­γά­πη του τέ­λος στὰ ὅ­ρια τῆς λα­τρεί­ας γιὰ τὴν πό­λη του καὶ ἡ προ­σπά­θειά του νὰ προσ­δι­ο­ρί­σει τὴν «ἀ­πὸ αἰ­ώ­νων» σχέ­ση του μα­ζί της, ἀ­πο­τε­λοῦν ἐν σπέρ­μα­τι συγ­γρα­φι­κὰ ζη­τού­με­να, ἀ­πὸ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση ἤ­δη τοῦ πρώ­του ἀ­ξι­ό­λο­γου κει­μέ­νου του μὲ τί­τλο «Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου» (περ. Τὸ Δέν­τρο, Δεκ.1985-Ἰ­άν. 1986).

           Κα­τὰ βά­ση, λοι­πόν, ὁ Νὰρ ἀντλεῖ τὸ ὑ­λι­κό του ἀ­πὸ τὸ βι­ω­μα­τι­κό του ὑ­πό­στρω­μα καὶ συ­χνὰ δὲν δι­στά­ζει νὰ φα­νε­ρώ­σει ἄ­με­σα τὸν αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του πυ­ρή­να. Πα­ράλ­λη­λα, ὅ­μως, μὲ τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἱ­στο­ρί­α, ὑ­φαί­νε­ται στὸ φόν­το μὲ τρό­πο πει­στι­κό, ἄλ­λο­τε ὡς μύ­θος καὶ ἄλ­λο­τε ὡς δρα­μα­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς φυ­λε­τι­κῆς συλ­λο­γι­κό­τη­τας, για­τὶ τὸ ὕ­φος τῆς ἀ­φή­γη­σης —γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τό­σο τα­πει­νὰ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α του ὁ συγ­γρα­φέ­ας(2)— συν­δυά­ζει μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τό­σο τὴν ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὴ ρε­α­λι­στι­κὴ δι­α­πραγ­μά­τευ­ση ὅ­σο καὶ τὴν ποι­η­τι­κὴ-συ­νειρ­μι­κὴ δυ­να­μι­κὴ τῆς γρα­φῆς, ποὺ βο­η­θά­ει τὴ φαν­τα­σί­α του ν’ ἀ­πογει­ώ­νε­ται, ἀ­να­πλω­ρί­ζον­τας δρα­στι­κὰ μέ­σα στὸ χῶ­ρο καὶ τὸ χρό­νο.

           Γε­νι­κὰ ἡ σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος μὲ κεν­τρι­κὸ ἄ­ξο­να τὴν πό­λη καὶ τὸ ἔμ­ψυ­χο δυ­να­μι­κό της (ἂς ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με πὼς ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐκ­προ­σω­πεῖ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­πλη­θέ­στε­ρες καὶ ἀκ­μαι­ό­τε­ρες ὁ­μά­δες πλη­θυ­σμοῦ ποὺ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν καὶ ἀ­να­πτύ­χθη­καν ἐ­δῶ, πο­λι­τι­σμι­κὰ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κά, κυ­ρί­ως με­τὰ τὰ μέ­σα του 14ου αἰ.) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κό­τε­ρα θέ­μα­τα ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γί­σει ἀ­πὸ ποι­κί­λες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες. Θὰ ἔ­λε­γα μά­λι­στα πὼς ἡ στα­θε­ρὴ πα­ρου­σί­α τῆς πό­λης κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸν ἐμ­ψυ­χώ­νει στὸ ἔρ­γο του. Ὅ­πως γρά­φει κά­που «Μιὰ μέ­ρα… οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­φα­νί­στη­καν στὶς δί­νες, στὶς δια­ρκεῖς ἐ­ναλ­λα­γὲς τῶν και­ρῶν, δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν. Ἀ­νάλ­γη­τη ἡ λή­θη θὰ τοὺς ἰ­σο­πε­δώ­νει. Ὅ­μως ἡ πό­λη θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἐ­δῶ, μὲ τὶς ἀ­πύθ­με­νες μνῆ­μες της, προ­σφε­ρό­με­νη γιὰ δι­ο­λι­σθή­σεις στὸ χῶ­ρο καὶ στὸ χρό­νο»(3). Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ μοι­ραί­α δι­α­πί­στω­ση πὼς «ὅ­λα χλο­μιά­ζουν σι­γὰ σι­γὰ καὶ πᾶ­νε ὁ­ρι­στι­κὰ νὰ σβή­σουν», πέ­ρα ἀ­π’ τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἀ­κό­μα « καὶ οἱ σχέ­σεις καὶ οἱ δε­σμοὶ ἐκ­φυ­λί­ζον­ται» φαί­νε­ται πὼς «οἱ μνῆ­μες εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτα δε­μέ­νες μὲ τοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νους χώ­ρους» (τῆς πό­λης). Ὅ­σο ζεῖς καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖς ἐ­κεῖ τὶς συν­τη­ρεῖς. Ὅ­ταν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­σαι χά­νε­ται ἡ συγ­κί­νη­ση»(4). Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ χά­θη­καν δι­α­τη­ρεῖ μιὰ πί­στη μελ­λον­τι­κῆς ἀ­νά­στα­σής τους. Πι­θα­νό­τα­τα λό­γω καὶ τῆς ἐ­νο­ρα­τι­κῆς ἱ­κα­νό­τη­τάς του ὡς δη­μι­ουρ­γοῦ, μπο­ρεῖ κι­ό­λας νὰ τοὺς δι­α­κρί­νει μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἢ καὶ νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­νά­με­σά τους: «Τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά, τὰ με­λε­τῶ… Κι ἀ­κό­μα ξέ­ρω πὼς ὅ­λα ὅ­σα σή­με­ρα μὲ δυ­να­στεύ­ουν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἀ­μυ­χὲς στὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα τῆς μνή­μης…Γι’ αὐ­τὸ κά­θε φο­ρὰ ποὺ προ­σεγ­γί­ζω αὐ­τὴ τὴν πό­λη εἴ­τε μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­θνι­κὲς ὁ­δοὺς εἴ­τε ἀ­πὸ σταθ­μοὺς σι­δη­ρο­δρό­μων καὶ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ τῆς θά­λασ­σας νι­ώ­θω πὼς κά­ποι­ες σκι­ὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες μὲ ὑ­πο­δέ­χον­ται καὶ μὲ πα­ρα­στέ­κουν καὶ δὲν μὲ ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται. Καὶ τό­τε κλεί­νω τὰ μά­τια μου καὶ ἐκ τῆς τέ­φρας μου ἀ­να­γεν­νῶ­μαι, μέ­σα ἀ­πὸ νε­φέ­λες ἄλ­λων εὐ­τυ­χι­σμέ­νων και­ρῶν.»(5)

            Εὔ­κο­λα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται κα­νεὶς ὅ­τι ἡ με­γά­λη το­μή, τὸ ὅ­ριο ποὺ ση­μα­δεύ­ει τὸ ἔρ­γο τοῦ Νὰρ εἶ­ναι πρώ­τι­στa τὰ δει­νὰ ποὺ ὑ­πέ­στη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς φυ­λῆς του ἀ­πὸ τοὺς Να­ζὶ στὴ διάρκεια τοῦ Πο­λέ­μου. Εἶ­ναι γνω­στὲς ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες τοῦ 1941 οἱ ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, οἱ φυ­λα­κί­σεις, οἱ λε­η­λα­σί­ες καὶ οἱ κα­τα­σχέ­σεις, οἱ κα­τα­στρο­φὲς καὶ ἀ­πε­ρί­γρα­πτες τα­πει­νώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πο­βλή­θη­καν. Στὶς 15/03/1943 ἀ­να­χω­ρεῖ ὁ πρῶ­τος συρ­μὸς μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὰ στρα­τό­πε­δα τοῦ θα­νά­του Ἄ­ου­σβιτς-Μπι­ρ­κε­νά­ου. Μέ­χρι τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1943 θὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν ἄλ­λες 18 ἀ­πο­στο­λὲς ποὺ θὰ τοὺς με­τα­φέ­ρουν ὅ­λους σχε­δὸν στὸν τό­πο τῆς ἐ­ξόν­τω­σης. Αὐ­τοὶ εἶ­ναι «οἱ μαῦ­ροι και­ροὶ τῶν ἑρ­μη­τι­κῶν βα­γο­νι­ῶν καὶ τῶν κί­τρι­νων ἄ­στρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ Νάρ, ποὺ θὰ ὁ­δη­γή­σουν στὸν ἀ­φα­νι­σμὸ τοῦ 96% πε­ρί­που τῶν με­λῶν τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς κοι­νό­τη­τας τῆς πό­λης. Εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­κό­πη­κε ἡ ἤ­ρε­μη ρο­ὴ τῶν εὐ­τυ­χι­σμέ­νων γε­γο­νό­των κι ἐ­πῆλ­θε ἡ ρή­ξη στὸ χρό­νο· «συν­τε­λέ­στη­κε ἡ ὑ­πέρ­τα­τη Ὕ­βρις» γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ ἀ­φη­γη­τὴς δι­και­οῦ­ται ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ ἐ­φε­ξῆς ἐ­να­γώ­νια «τὸ ὅ­ρα­μα τῆς ὑ­πέρ­τα­της κά­θαρ­σης»(6).

            Ἀ­πὸ τὸν Μά­ι­ο τοῦ 1945 ἄρ­χι­σαν νὰ κα­τα­φθά­νουν στα­δια­κὰ οἱ δι­α­σω­θέν­τες ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­τό­ρια. Εἶ­ναι οἱ ἐ­πι­στρέ­ψαν­τες ἀ­πὸ τὴν «ἀ­νε­πα­νόρ­θω­τη κα­τα­στρο­φή». Γρά­φει ὁ Νάρ: «Ὅ­ταν φά­νη­κε ἐ­πι­τέ­λους ὁ πρῶ­τος ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ξε­ρι­ζω­μέ­νους φά­γα­νε τὸν κό­σμο νὰ τὸν πε­τύ­χου­νε κι ἔ­πε­σαν πά­νω του δι­ψών­τας νὰ μά­θουν. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­δει­χνε κου­ρα­σμέ­νος κι ἀ­πό­το­μος… (Λί­γο οὖ­ζο τοῦ λύ­νει τὴ γλώσ­σα). Κι ἀ­να­τρί­χια­σαν ὅ­λοι κα­θὼς τοὺς μί­λη­σε γιὰ τὸ φρι­κι­α­στι­κὸ τα­ξί­δι καὶ τοὺς ἔ­δει­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ τοῦ μαρ­κά­ρι­ζε τὸ μπρά­τσο καὶ θυ­μή­θη­κε καὶ τὶς ρι­γω­τὲς στο­λὲς καὶ τὰ βα­ριὰ τὰ κά­τερ­γα καὶ τοὺς φούρ­νους ποὺ ἀ­φά­νι­ζαν ἀν­θρώ­πους νύ­χτα μέ­ρα… (Ὅ­σοι τὸν ἀ­κοῦν ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ τὸν πι­στέ­ψουν)… Σᾶς τό ‘πα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ πὼς δύ­σκο­λα θὰ χω­ρέ­σουν στὸ μυα­λό σας αὐ­τά… Κι αὔ­ριο θὰ τὸ δεῖ­τε ποὺ θὰ τὰ γρά­ψου­νε μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ θὰ τὰ δεί­ξου­νε καὶ στὸ σι­νε­μά…­» («Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖο», σ. 19.) Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ἔ­χουν βι­ώ­σει τὸν τρό­μο τό­σο βα­θιὰ στὸ πε­τσί τους ποὺ θε­ω­ροῦν ὅ­τι ἀ­κό­μα κι ὁ Ἐμ­φύ­λιος ὑ­πῆρ­ξε «ἕ­να τί­πο­τα» μπρο­στὰ στὴ δι­κή τους δο­κι­μα­σί­α. Ἡ ἀ­νεί­πω­τη φρί­κη με­τα­δί­δε­ται ἔμ­με­σα κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­φή­γη­ση ἑ­νὸς ἄλ­λου «κα­τὰ τύ­χη» ἐ­πι­ζῶν­τος, τοῦ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο στὴ συ­ζή­τη­σή του μὲ τὸν ποι­η­τὴ Γ.Θ. Βα­φό­που­λο. Οὔ­τε οἱ ἴ­διοι οἱ γο­νεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν στὰ παι­διά τους τὰ φρι­χτὰ γε­γο­νό­τα. Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους τὸ παίρ­νουν ἀ­πό­φα­ση, ὁ ἀ­φη­γη­τὴς ποὺ τὰ μα­θαί­νει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θει σὰν νὰ ξα­νοί­γε­ται μπρο­στά του ἕ­να χά­σμα: «Αὐ­τή, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά του.» Κι ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σει στὰ πρό­θυ­ρα τῆς ἐ­φη­βεί­ας γιὰ νὰ τὴ νιώ­σει»(7).

            Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τή, ἄ­με­σο ἀ­πό­γο­νο τῆς βα­σα­νι­σμέ­νης γε­νιᾶς, τέ­κνο «μαρ­κα­ρι­σμέ­νων» —τοῦ 115210 καὶ τῆς 40041 (σ. 138)— τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα καὶ ὁ ὀ­δυ­νη­ρὸς ἀ­πό­η­χός του στὶς ψυ­χὲς καὶ στὰ σώ­μα­τα ὅ­σων ἀ­πὸ τοὺς δι­κούς του στά­θη­καν τυ­χε­ροὶ καὶ δὲν «τοὺς πῆ­ραν κα­ρά­βια μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ» ἀλ­λὰ ὁ θρῆ­νος τους δὲν ἔ­πα­ψε ἔ­κτο­τε νὰ πλη­γώ­νει τὸν τό­πο, χώ­ρια τὰ ζό­ρια ποὺ τρα­βή­ξα­νε γιὰ νὰ ξα­να­πα­τή­σουν ὄρ­θιοι στὰ πό­δια τους, γί­νον­ται ἀ­φορ­μὴ γιὰ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ πιὸ σπα­ρα­κτι­κὰ καὶ συ­νά­μα τρυ­φε­ρὰ δι­η­γή­μα­τα: «Ἐ­πει­σό­διο», «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», «Σπα­ράγ­μα­τα», «Συ­να­ξά­ρι τῆς Ἀ­δέ­λας καὶ τοῦ Μο­ρίς», «Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους», «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», «Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός». Ὅ­μως στὴν πε­ρί­πτω­σή του, οἱ μνῆ­μες —ποὺ «μπλέ­κουν σὰν πε­το­νι­ές», ἔ­στω κι ἂν ἡ πό­λη εἶ­ναι «τό­σο σκλη­ρὴ γιὰ ὅ­σους ἐ­πι­μέ­νουν νὰ θυ­μοῦν­ται» («Ἡ πό­λη μου οἱ ρί­ζες μου», σ. 80)— ἀ­φο­ροῦν ὄ­χι μο­νά­χα τοὺς ζων­τα­νοὺς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νους ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά: «Οἱ φυ­σι­ο­γνω­μί­ες ποὺ δὲν τὶς γνώ­ρι­σες. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις τώ­ρα κα­τὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες σου, σὰ νὰ ἀ­σκεῖ­σαι σὲ τα­ξί­μι μα­κρό­συρ­το καὶ πα­ρα­πο­νι­ά­ρι­κο. Καὶ τὶς ἀ­να­βι­ώ­νεις μὲ τὶς περ­γα­μη­νές τους καὶ τοὺς τί­τλους τους, ποὺ εἶ­ναι καὶ δι­κοί σου.» («Μπρο­στὰ σὲ μιὰ πα­λιὰ φω­το­γρα­φί­α», σ. 38.) Σὰν σὲ ἀν­τί­στι­ξη συν­τη­ρεῖ καὶ ἀ­να­σταί­νει τὰ κομ­μά­τια μιᾶς «ἄλ­λης ἀ­γα­πη­μέ­νης ζω­ῆς» ποὺ ζῆ­σαν στὸ γε­νέ­θλιο τό­πο κι ὁ ἴ­διος δὲν πρό­λα­βε. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, σὲ κεί­με­να ὅ­πως τὸ «Ἄ­σμα ἀ­σμά­των» ἢ «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α» ζων­τα­νεύ­ουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­κὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ τὶς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ποι­η­τι­κὴ χροι­ὰ πα­ρα­μυ­θιοῦ, χω­ρὶς νὰ λεί­πουν καὶ κά­ποι­ες τρα­γι­κὲς νό­τες. Νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ μα­γι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ ἐ­πι­μέ­νει ν’ ἀγ­γί­ζει τοὺς ἥ­ρω­ες τοῦ Νάρ, ἀ­κό­μα καὶ στὶς πιὸ δύ­σκο­λες κα­τα­στά­σεις ποὺ βι­ώ­νουν: «Τε­λι­κὰ δὲ βρέ­θη­κε πα­ρὰ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο, λί­γο πα­ρα­πά­νω, ποὺ γειτ­νί­α­ζε ἄ­με­σα μὲ τὴν ἀ­πο­χέ­τευ­ση. Στρα­τι­ὲς πον­τι­κῶν μᾶς κα­τέ­κλυ­ζαν. Καὶ ἀ­να­ζή­τη­σα συ­χνὰ τὸν τύ­πο μὲ τὴ μα­γι­κὴ φλο­γέ­ρα νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ καὶ τὰ πον­τί­κια νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν, ὅ­πως στὸ πα­ρα­μύ­θι.»(8)

            Ἀ­πὸ τὶς συλ­λο­γὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­που­σιά­ζουν καὶ οἱ ἱ­στο­ρί­ες κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, μιᾶς καὶ ὁ Νὰρ γνω­ρί­ζει σὲ βά­θος τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὰ προ­βλή­μα­τά της. Με­ρι­κὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἀ­φο­ροῦν κυ­ρί­ως νε­α­νι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες καὶ πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν ἡ­ρώ­ων, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ἑ­νὸς μου­σι­κοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος, ἑ­νὸς ἀ­θλη­τι­κοῦ ἀ­γώ­να ἢ μιᾶς συ­ναρ­πα­στι­κῆς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῆς ται­νί­ας, πε­ρι­γρά­φον­ται μὲ χι­οῦ­μορ ποὺ φτά­νει στὰ ὅ­ρια τοῦ αὐ­το­σαρ­κα­σμοῦ. Σὲ ἄλ­λα μᾶς δί­νον­ται ἐμ­πει­ρί­ες ἀ­πὸ τὸ στρα­τὸ (μὲ τὴν εὐ­και­ρί­α τῆς ἐ­πι­στρά­τευ­σης τοῦ 1974) ἢ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο (λό­γω μιᾶς εἰ­σα­γω­γῆς γιὰ ἐ­ξε­τά­σεις). Δι­η­γή­μα­τα ἐ­ξάλ­λου ὅ­πως «Τὸ δι­κό μας Μαν­χά­ταν» ξαφ­νιά­ζουν μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ τὴν πρω­το­τυ­πί­α τους, ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς δι­α­φυ­γῆς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ αὐ­τα­πά­τη. Ἂν καὶ στὸ φι­νά­λε βρί­σκει μό­νος του τὴν ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τὸ τὸ δέ­λε­αρ τῆς δρα­πέ­τευ­σης ποὺ κά­πο­τε ἐ­γεί­ρε­ται μέ­σα του: «Κά­θο­μαι λοι­πὸν στ’ αὐ­γά μου. Κι ὅ­ταν κα­μιὰ φο­ρὰ μπαί­νει ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα μου καὶ μὲ τρι­βε­λί­ζει, δρα­πε­τεύ­ω μέ­σ’ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές.»(9) Ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἰ­δι­αί­τε­ρα το­νί­ζουν ἢ ὑ­πο­βάλ­λουν τὰ κεί­με­νά του εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ ἀν­θρω­πιὰ καὶ ἡ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης. Μιᾶς ἀ­γά­πης δυ­να­τῆς καὶ ἀ­προ­κά­λυ­πτης, ὅ­πως αὐ­τὴ ποὺ ἐκ­δη­λώ­νουν με­τα­ξύ τους ὁ Σο­λο­μὼν Ροῦσ­σο καὶ ὁ Γ. Θ. Βα­φό­που­λος. Για­τὶ «οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ πο­λὺ δο­κι­μά­στη­καν εἶ­ναι σὲ θέ­ση καὶ πο­λὺ ν’ ἀ­γα­πή­σουν». Κι ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς πο­λὺ κά­ποι­ον, τὸν θυ­μᾶ­σαι πάν­τα, θὰ συμ­πλη­ρώ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας («Ὁ ποι­η­τὴς Γ.Θ. Βα­φό­που­λος», σ. 76). Ἀ­γά­πη, λοι­πόν, πλα­τιὰ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἀγ­κα­λιά­ζει στορ­γι­κὰ καὶ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε «ἄλ­λον», ἄ­σχε­τα ἂν ἀ­νή­κει σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ρά­τσα ἢ θρη­σκεί­α («Στραν­τι­ώ­τη Χου­σε­ῒν Μεχ­μέτ»).

           Ἡ χρή­ση τοῦ β΄ προ­σώ­που ποὺ κά­νει συ­χνό­τε­ρα ὁ Νάρ (ἂν καὶ ἐ­ναλ­λάσ­σε­ται μὲ τὸ α΄ ἢ σπα­νι­ό­τε­ρα μὲ τὸ γ΄, χω­ρὶς νὰ ση­μαί­νει τί­πο­τε ἰ­δι­αί­τε­ρο αὐ­τό), ὁ οἰ­κεῖ­ος καὶ ζε­στὸς τό­νος τῆς ἀ­φή­γη­σης ποὺ μοιά­ζει σὰν ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται ἐ­ξο­μο­λο­γη­τι­κὰ στὸν ἑ­αυ­τό του, θυ­μί­ζουν τὸν Γ. Ἰ­ω­άν­νου. Ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ἄ­σκη­σε θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν προ­σω­πι­κή του «ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους». Τὸ ὕ­φος τοῦ Νὰρ βέ­βαι­α ποι­κίλ­λει ἀ­νά­λο­γα καὶ μὲ τὸ θέ­μα του. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ ὅ­τι δι­α­κρί­νω δύ­ο «τρό­πους» στὶς ἀ­φη­γή­σεις του: ἕ­νας συ­νειρ­μι­κὸς-ποι­η­τι­κὸς ποὺ νο­μί­ζω ὅ­τι κυ­ρια­ρχεῖ στὰ δι­η­γή­μα­τα τῆς πρώ­της συλ­λο­γῆς ἀλ­λὰ καὶ σὲ με­ρι­κὰ τῆς δεύ­τε­ρης, ὅ­πως «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο» κ.ἄ.· ὁ ἄλ­λος ρε­α­λι­στι­κός, μὲ γλώσ­σα πιὸ λυ­μέ­νη καὶ λα­ϊ­κό­τρο­πη, μὲ δι­α­λό­γους ἀ­πο­λαυ­στι­κούς, μᾶς ἀ­φη­γεῖ­ται ἄ­με­σα τὶς κοι­νὲς κα­θη­με­ρι­νὲς ἱ­στο­ρί­ες. Καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις πάν­τως νὰ ἐ­πι­ση­μά­νω τὴν ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη ἱ­κα­νό­τη­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸ κλεί­σι­μο τοῦ δι­η­γή­μα­τος μὲ μιὰ δυ­να­τὴ πα­ρά­γρα­φο, ὅ­που, ἀ­να­κα­λών­τας πρά­ξεις καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς μνή­μης ἀλ­λὰ καὶ τῆς πα­ρα­τή­ρη­σης, προ­βαί­νει σὲ ἕ­ναν δρα­στι­κὸ ἀ­να­στο­χα­σμό, κα­θο­ρι­στι­κὸ γιὰ τὴν ὅ­ποι­α στά­ση τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ στὸ τώ­ρα. Ἡ πα­ρά­γρα­φος αὐ­τή, ποὺ μοιά­ζει μὲ σύν­το­μη ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση, ὁ­μο­λο­γί­α ἢ τε­λι­κὸ ἀ­πο­λο­γι­σμό (γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀ­πὸ τὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ «Κον­σο­μα­σιὸν καὶ ρεμ­πέ­τι­κα» συ­νά­γε­ται ὅ­τι τὸ μό­νο καὶ ὁ­ρι­στι­κὸ κέρ­δος ἀ­π’ ὅ­λα τα νυ­χτο­περ­πα­τή­μα­τα τοῦ νε­α­ροῦ ἥ­ρω­α ἦ­ταν ἡ μύ­η­σή του «στὰ ἅ­για ρεμ­πέ­τι­κα τῆς Λέ­λας»­), νὰ ποῦ­με ὅ­τι προ­ϋ­πο­θέ­τει καὶ ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας.

           Καὶ τέ­λος δύ­ο κου­βέν­τες γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀ. Νάρ. Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ ὅ­τι κρα­τού­σα­με στε­νὴ ἐ­πα­φή, ἀλ­λὰ τὸν θε­ω­ροῦ­σα φί­λο ἀ­γα­πη­τό. Μέ­να­με στὴν ἴ­δια πό­λη, ἐμ­φα­νι­στή­κα­με στὰ γράμ­μα­τα σχε­δὸν τὴν ἴ­δια χρο­νι­κὴ πε­ρί­ο­δο (μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­80), δη­μο­σι­εύ­α­με κεί­με­να σχε­δὸν στὰ ἴ­δια λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­κτι­μού­σα­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πὸ τὶς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν βι­βλί­ων ποὺ ἀν­ταλ­λά­ξα­με. Στὶς ἀ­ραι­ὲς συ­ναν­τή­σεις μας σὲ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις βρί­σκα­με τὴν εὐ­και­ρί­α ν’ ἀλ­λά­ξου­με καὶ λί­γα λό­για. Ἦ­ταν με­τρη­μέ­νος καὶ γλυ­κο­μί­λη­τος, ἡ πα­ρου­σί­α του ἐ­ξέ­πεμ­πε μιὰ πρα­ό­τη­τα κι ἕ­να ἦ­θος ποὺ θὰ πρέ­πει νά ’ταν φυ­σι­κὸ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Μιὰ φο­ρά, σ’ ἕ­να Συ­νέ­δριο, τοῦ ζή­τη­σα νὰ δι­α­βά­σει στὸ κοι­νὸ ἕ­να κεί­με­νο ἀν­τὶ γιὰ μέ­να καὶ δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως μὲ προ­θυ­μί­α νὰ μ’ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει. Φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι κά­ποι­ος ποὺ δι­α­θέ­τει τέ­τοι­ο εὐ­προ­σή­γο­ρο καὶ κα­λο­συ­νά­το χα­ρα­κτή­ρα θὰ εἶ­χε ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­ταν ἡ δου­λειά του (ὡς γνω­στόν, ὑ­πῆρ­ξε γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κῆς Κοι­νό­τη­τας) τοῦ ἐ­πέ­βαλ­λε, με­ρι­κὲς φο­ρές, στὸ πλαί­σιο τῆς τυ­πι­κῆς ἄ­σκη­σης τῶν κα­θη­κόν­των του, μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Τὴν ἄ­πο­ψή μου αὐ­τὴ ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει σὲ ἕ­να πρό­σφα­το κεί­με­νό του καὶ ὁ Ν. Δα­βέτ­τας μνη­μο­νεύ­ον­τας ἕ­να σχε­τι­κὸ συμ­βὰν μὲ ἥ­ρω­α τὸ Νὰρ ποὺ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α του σὲ πα­ρό­μοι­α θέ­μα­τα φαί­νε­ται ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν φέ­ρει στὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ σπα­ραγ­μοῦ καὶ τῆς συν­τρι­βῆς. Κι αὐ­τὴ ἡ στά­ση του, ση­μει­ώ­νει ὁ Δα­βέτ­τας, τὸν πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πλά­σει ἀρ­γό­τε­ρα (στὴν «Ἑ­βραί­α νύ­φη» του) ἕ­ναν μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κὸ ἥ­ρω­α, ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ συμ­πί­λη­μα δύ­ο προ­σώ­πων – ἕ­να ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ὁ Ἀλ­μπέρ­τος(10). Τέ­τοι­ος «σπά­νιος τύ­πος», ὅ­πως μοῦ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­σε κά­πο­τε κι ὁ Ἀλ. Ζή­ρας, ἦ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἐ­ξε­τά­ζου­με.

           Ἔ­φυ­γε νω­ρὶς ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, στὴ ση­μα­δια­κὴ ἡ­λι­κί­α τῶν 58 ἐ­τῶν. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε γρά­ψει: «Ὑ­γεί­α νά ‘χου­με, ὅ­μως δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται. Γε­ρά­μα­τα πε­ρι­μέ­νου­με στὸ κά­τω κά­τω. Καὶ τὰ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα κα­ρα­δο­κοῦν. Γιά νὰ δοῦ­με!­»(11) Ἕ­ξι χρό­νια με­τά, δὲν ξε­χνῶ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­πο­φρά­δα μέ­ρα, 2 Μαρ­τί­ου τοῦ 2005, ποὺ βρε­θή­κα­με μὲ τὸν Πά­νο Πί­στα καὶ ἄλ­λους φί­λους στὸ Ἰσ­ρα­η­λι­τι­κὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ νὰ τὸν ξε­προ­βο­δί­σου­με. Ἀ­τμό­σφαι­ρα βου­βοῦ θρή­νου. Ἔ­νι­ω­σα τὴν ἴ­δια λύ­πη ποὺ μοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει ὁ θά­να­τος τοῦ Γ. Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ Τό­λη Κα­ζαν­τζῆ. Πα­ρη­γο­ρι­έ­μαι τώ­ρα, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τας τὰ κεί­με­νά του, ἰ­δί­ως ὅ­ταν πέ­φτω πά­νω σε κά­ποι­ες ἀ­ρά­δες, πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­νο­ρα­τι­κές, ὅ­πως οἱ πα­ρα­κά­τω: «Καὶ ξε­κι­νών­τας γιὰ τοῦ­το τὸ τρο­μα­κτι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ χα­μοῦ, ἵ­πτα­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ γε­νέ­θλια πό­λη, ἁ­πλώ­νον­τας προ­στα­τευ­τι­κὰ τὰ νέ­α φτε­ρά του. Καὶ ἐ­πι­βι­ώ­νει ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.»(12)

.

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

(1) Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου, «Πε­ζο­γρά­φοι με­τὰ τὸ ’­70», Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Ἑ­πτὰ Ἡ­μέ­ρες, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1997.

(2) Σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση ὕ­φους, σ. 138.

(3) «Ἡ βα­ρώ­νη αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ χρό­νο», σ. 17.

(4) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 39-40.

(5) «Οἱ σα­ράν­τα καὶ ἡ Ἐ­στρέ­α», σ. 121.

(6) «Τὸ πα­λιὸ τρε­λο­κο­μεῖ­ο», σ. 24.

(7) «Σπα­ράγ­μα­τα», σ. 90.

(8) «Ἀ­νε­ξό­φλη­το χρέ­ος», σ. 47.

(9) «Δρα­πέ­της ἀ­πὸ τό­τε», σ. 126.

(10) Ν. Δα­βέ­τ­τας, «Δύ­ο ὑ­παρ­κτὰ πρό­σω­πα στὴν Ἑ­βραί­α νύ­φη», περ. Ν. Ἑ­στία, τχ. 1842, Μάρτ. 2011.

(11) «Ἐ­πι­στρά­τευ­ση ’­74», σ. 115.

(12) «Σα­λο­νι­κά­ι, δη­λα­δὴ Σα­λο­νι­κιός», σ. 65.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Εἰ­σή­γη­ση στὴν τι­μη­τι­κὴ ἐκ­δή­λω­ση, ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ μνή­μη τοῦ Ἀλ­μπέρ­του Νάρ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ 10 Ἰ­ου­νί­ου 2011, στὴν μι­κρὴ ἐ­ξέ­δρα τοῦ Φε­στι­βὰλ βι­βλί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Στιγ­μι­ό­τυ­πα ἀ­πὸ τὴν ἐκ­δή­λω­ση αὐ­τὴ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει στὶς πα­ρα­κά­τω δι­ευ­θύν­σεις:

(1) http://mesokosmos.blogspot.gr/2011/06/1_26.html καὶ

(2) http://www.youtube.com/watch?v=sZb8ZEPUxwc

.

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

Ἀλ­μπέρ­τος Νάρ.

Ἀ­νέκ­δο­τες φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ μᾶς ἐμ­πι­στεύ­τη­κε ὁ γιός του Λέ­ων Νάρ. Τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­­με θερ­μὰ καὶ ἀπὸ τὴν σε­λί­δα αὐτή.

Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κειμένου: Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Ὁ Ἀλμπέρτος Νὰρ μπρο­στὰ στὴ συ­να­γω­γὴ τῶν Μο­να­στη­ρι­ω­τῶν.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoTinAgoraModiano)

  Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὴν ἀ­γο­ρὰ Μο­διά­νο.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToGiachountiChamam,Basil.Irakleiou-Louloudadika))

 Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Γι­α­χουν­τὶ Χα­μάμ, γνω­στὸ ὡς «Λου­λου­δά­δι­κα», στὴν ὁ­δὸ Βα­σι­λέ­ως Ἡ­ρα­κλεί­ου.

.

Nar,Almpertos(TeliDekaetias'80)(MeFontoToMpezesteli-Egnatias&Benizelou)

Θεσ­σα­λο­νί­κη, τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’80. Μὲ φόν­το τὸ Μπε­ζε­στέ­νι, στὴ συμ­βο­λὴ τῶν ὁ­δῶν Ἐ­γνα­τί­ας καὶ Ἐλ. Βε­νι­ζέ­λου.

.