Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark): Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark)

 .

Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

(Dear Mr. President)

.

Ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε,

       Ἀ­μέ­σως μό­λις πέ­ρα­σες ἕ­να-ἕ­να τὰ δά­χτυ­λά σου μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­τί μου, ἄρ­χι­σες νὰ μι­λᾶς γιὰ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀ­σφά­λι­ση, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω τὸ γε­γο­νὸς πὼς εἶ­σαι 35 χρό­νια πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ ὄ­νει­ρό μου γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸν νὰ ὠ­φε­λη­θεῖς ἐ­σὺ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πο­λι­τι­κὲς ποὺ προ­ω­θεῖς πα­ρὰ ἐ­γώ. Τὸ Βιά­γκρα, μο­λο­νό­τι ὑ­πέ­ρο­χο γιὰ τὴ σχέ­ση μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἄρ­χι­σα νὰ δου­λεύ­ω σὲ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν καὶ ἀ­κό­μα δὲν πι­στεύ­ω πὼς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ συν­τα­ξι­ο­δο­τη­θῶ προ­τοῦ πε­θά­νω ἐ­γὼ ἢ ἀ­να­τι­να­χτεῖ ὁ πλα­νή­της ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Ξέ­ρω πὼς δὲν θὰ εἶ­χες γκρι­ζά­ρει ἂν δὲν εἶ­χες τό­σες τε­ρά­στι­ες κα­θη­με­ρι­νὲς εὐ­θύ­νες. Καὶ ναί, ὄν­τως ἡ ἰ­σχύς σου μὲ προ­σέλ­κυ­σε ἀρ­χι­κὰ κον­τά σου. Ἀλ­λὰ ἄ­κου τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους πρέ­πει νὰ δι­α­κό­ψου­με: με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἄ­κου­σα πολ­λοὺς συ­νο­μή­λι­κούς σου νὰ πα­ρο­μοιά­ζουν τὴν κα­τα­στρο­φὴ μὲ αὐ­τὴ στὸ Πὲρλ Χάρ­μπορ, μὲ τὴν ἔ­κρη­ξη στοὺς ἀ­με­ρι­κα­νι­κοὺς στρα­τῶ­νες στὴν Ἀ­φρι­κή, μὲ ὅ,τι ἔ­κα­ναν τὰ βομ­βαρ­δι­στι­κά μας στὴ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, μὲ τὸ Βι­ετ­νὰμ καὶ εἶ­πα: εἶ­μαι 21 ἐ­τῶν. Δὲν μοῦ θυ­μί­ζει τί­πο­τα. Τὰ μαλ­λιά μου γκρι­ζά­ρι­σαν ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Μέ­σα στὴ σε­ξου­α­λι­κή μου φαν­τα­σί­ω­ση, τὴν ὥ­ρα ποὺ εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ γυ­μνοὶ καὶ τὸ στό­μα μου ἔ­χει κα­λύ­ψει τὴν ἀ­ρι­στε­ρή σου θη­λή, σὲ ρω­τά­ω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά: ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ θα­νά­του καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς; Ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη, ἀλ­λὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς μα­ζί σου πρό­κει­ται γιὰ σέξ. Οὔ­τε γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ὄ­χι ἀ­πό­ψε. Ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρό μου.

       Εἰ­λι­κρι­νὰ δι­κή σου,

Ἔι­μι

  .

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 .

Ἔι­μι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark). Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή. Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κὸ τίτ­λο της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2004, ὅ­που καὶ τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ γρα­φή. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὸ Τζα­μά­ι­κα Πλέ­ιν, δι­δά­σκει στὸ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ ζεῖ στὴ Βο­στό­νη. Ἤ­θε­λε πάν­το­τε νὰ γί­νει ἀ­στρο­ναύ­της.

 .

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

.

Μὰξ Ἂπλ (Max Apple): Καρδιακὴ προσβολή

 

 

Μὰξ ­πλ (Max Apple)

 

Καρ­δια­κὴ προ­σβο­λή

(Heart Attack)

 

ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ μὲ ἐ­νο­χλεῖ, ἂν καὶ ἐ­πι­μέ­νω νὰ τὸ ἀρ­νοῦ­μαι. «Θά ’­ναι δυ­σπε­ψί­α», σκέ­φτο­μαι, καὶ ἀ­πο­φεύ­γω τὰ κρεμ­μύ­δια· ἢ λέ­ω «ἀρ­θρί­τι­δα», καὶ στα­μα­τά­ω νὰ πα­ραγ­γέλ­νω συ­κώ­τι καὶ φου­ά-γκρά. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ νευ­ρι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση μὲ κρα­τά­ει κλι­νή­ρη νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νω γιὰ τρεῖς μέ­ρες. Γιὰ νὰ ξε­πε­ρά­σω τὸ ἄγ­χος, κά­νω γιόγ­κα. Ὅ­μως, νά ’­μαι πιά, νὰ πε­ρι­μέ­νω πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, γυ­μνὸς ὣς τὴ μέ­ση καὶ μὲ μιὰ βε­λό­να στὴ φλέ­βα, νὰ βή­χω ἐ­νῶ μιὰ ξέ­νη χού­φτα μοῦ κρα­τά­ει τοὺς ὄρ­χεις. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς ἰ­ο­γε­νοῦς πνευ­μο­νί­ας μου θυ­μᾶ­μαι τοῦ­το τὸ σὲτ γρα­φεί­ου καὶ τὴν πέ­να 14 κα­ρα­τί­ων μάρ­κας Sheaffer. Γρά­φει συν­τα­γὲς χω­ρὶς τὴν πα­ρα­μι­κρὴ γρατ­ζου­νιά. Τὴ φο­ρὰ ποὺ κά­η­κα σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, τὰ πο­νε­μέ­να μά­τια μου σά­ρω­ναν τοὺς τοί­χους δι­α­βά­ζον­τας τὰ πτυ­χί­α καὶ κοί­τα­ζαν μὲ φθό­νο τὴν ὄ­μορ­φη σύ­ζυ­γο, τὰ τρί­α ἀ­γό­ρια καὶ τὴν κλαί­ου­σα ἰ­τιὰ τῆς πί­σω αὐ­λῆς.

       Μπο­ρῶ νὰ ἐ­πι­λέ­ξω ἀ­νά­με­σα στὸ Sports Illustrated, τὸ Time, τὸ Boys World καὶ ἄλ­λα. Σὰν νὰ τὸ κά­νω ἐ­πί­τη­δες, δι­α­λέ­γω τὸ δω­ρε­ὰν φυλ­λά­διο ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο. Ἡ μαρ­γα­ρί­νη Fleischmann μοῦ μι­λά­ει στα­ρά­τα γιὰ τὴ χο­λη­στε­ρό­λη. Θυ­μᾶ­μαι τὰ δέ­κα χι­λιά­δες ἀ­βγὰ τῆς νι­ό­της μου, ἐ­κεῖ­να τὰ πρω­τε­ϊ­νι­κὰ θαύ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἴ­σως ὀ­φεί­λε­ται ποὺ τὸ μέ­σα μου ἔ­γι­νε σὰν γο­μο­λά­στι­χα. Δυ­ὸ με­λά­τα τὸ πρω­ί, ἕ­να σφι­χτὸ κά­θε βρά­δυ, σι­γο­βρα­σμέ­νο, με­ρι­κὲς φο­ρὲς γε­μά­το μα­γι­ο­νέ­ζα. Ὑ­πῆρ­ξα φί­λος τῶν ἀ­βγῶν μὲ πολ­λοὺς τρό­πους. Τὸ φυλ­λά­διο δεί­χνει τὴν καρ­διά μου, μιὰ μι­κρὴ ἀν­τλί­α στὸ μέ­γε­θος τῆς γρο­θιᾶς μου. Κά­νω γρο­θιὰ τὸ χέ­ρι μου καὶ κοι­τά­ζω τὶς ἀρ­θρώ­σεις τῶν δα­χτύ­λων μου, ἄ­σπρες σὰν τὰ τσό­φλια τῶν ἀ­βγῶν ποὺ τώ­ρα εὔ­χο­μαι νὰ εἶ­χα προ­τι­μή­σει. Κά­ποι­ος μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι τὸ μέ­γε­θος τοῦ πέ­ους ἰ­σοῦ­ται μὲ τὸ μέ­γε­θος τοῦ με­σαί­ου δα­χτύ­λου σὺν τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ κα­λύ­πτει αὐ­τὸ τὸ δά­χτυ­λο λυ­γι­σμέ­νο πρὸς τὴν πα­λά­μη. Τὸ δι­κό μου δὲν φτά­νει οὔ­τε μέ­χρι τὸν καρ­πό. Κι ἡ καρ­διά μου μᾶλ­λον θὰ εἶ­ναι σὰν μπι­ζέ­λι μέ­σα σὲ τοῦ­το τὸ λι­πό­σαρ­κο, ἄ­τρι­χο στῆ­θος.

       Μιὰ νο­σο­κό­μα ντυ­μέ­νη ὅ­λη στὰ λευ­κὰ βγαί­νει ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν πι­να­κί­δα «PRIVATE» κι ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Κά­θε­ται πο­λὺ κον­τά μου στὸν κα­να­πὲ καὶ κοι­τά­ζει τὸ φυλ­λά­διο. Παίρ­νει τὸ ἱ­δρω­μέ­νο χέ­ρι μου στὰ δι­κά της καὶ γαρ­γα­λά­ει τὴν πα­λά­μη μου. Τὰ ἁ­πα­λά της χεί­λη ψι­θυ­ρί­ζουν στὸ αὐ­τί μου με­λω­δι­κά: «Κά­θε δυ­σκο­λί­α ἔ­χει τὸ νό­η­μά της…»

       «Οἱ ἀρ­τη­ρί­ες μου, λοι­πόν, εἶ­ναι γε­μά­τες νό­η­μα, φρόν­τι­σαν γι’ αὐ­τὸ τὰ πα­λιά μου λά­θη.»

       Μοῦ δεί­χνει τὸ φυλ­λά­διο. «Οἱ ἀρ­τη­ρί­ες πρέ­πει νὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μό­νο μὲ τὸ ὑ­γρὸ ποὺ με­τα­φέ­ρουν. Ὅ­ταν φρον­τί­ζεις τὶς ἀρ­τη­ρί­ες σου, φρον­τί­ζεις τὴν καρ­διά σου. Ἐ­ξάλ­λου, αὐ­τὴ ἡ καρ­διὰ θὰ σὲ συν­τρο­φεύ­ει πάν­τα.» Βά­ζει τὴ γλώσ­σα της στὸ ἀ­φτί μου καὶ νι­ώ­θω ἕ­να χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σό μου. Τρα­γου­δά­ει: «Κά­θε ἀ­γό­ρι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κο­ρί­τσι…»

       «Ἐ­γὼ χρει­ά­ζο­μαι για­τρό… γιὰ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες μου.»

       Μοῦ δεί­χνει ξα­νὰ τὸ φυλ­λά­διο καὶ δι­α­βά­ζει: «Πα­ρό­τι οἱ ἀρ­τη­ρί­ες μοιά­ζουν μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες, συ­χνὰ εἶ­ναι πιὸ ση­μαν­τι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους. Κοι­τάξ­τε αὐ­τὴν ἐ­δῶ, ρὸζ καὶ εὔ­καμ­πτη σὰν λου­ρά­κι ρο­λο­γιοῦ. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα πε­ρι­μέ­νει ἀ­πει­λη­τι­κὴ ἡ χο­λη­στε­ρί­νη, μαύ­ρη σὰν πε­τρέ­λαι­ο καὶ πα­χιὰ σὰν τούρ­τα γε­νε­θλί­ων. Ἡ χο­λη­στε­ρί­νη εἶ­ναι ὁ κα­κὸς τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα στὸ κα­λὸ καὶ ἀ­γα­θὸ αἷ­μα, ποὺ δὲν ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­ναν καὶ ρέ­ει χα­ρού­με­νο σὲ ὅ­λους, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴ φυ­λή, τὸ θρή­σκευ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τος.»

       «Πο­νά­ω», τῆς λέ­ω, «πο­νά­ω στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θω τὴ γλώσ­σα μου πρη­σμέ­νη καὶ οἱ ἀρ­θρώ­σεις μου ἔ­χουν πιά­σει μού­χλα».

       Ξε­κουμ­πώ­νει τὸ που­κά­μι­σό μου ἀρ­γά. Τὰ μα­κριά, δρο­σε­ρὰ δά­χτυ­λά της μὲ χου­φτώ­νουν σὰν νὰ εἶ­χα παν­τοῦ βυ­ζιά. Τὸ ἄ­τα­κτο δε­ξί της χέ­ρι με­τρά­ει τοὺς σπον­δύ­λους στὴν πλά­τη μου. Βγά­ζει τὸ κολ­λα­ρι­στὸ κα­πέ­λο τῆς στο­λῆς καὶ τρί­βει τὸ πρό­σω­πό της στὸ ἡ­λια­κό μου πλέγ­μα. Στὴ μέ­ση μου ἀρ­χί­ζει νὰ μουρ­μου­ρί­ζει: «I’m as corny as Kansas in August…»* Νι­ώ­θω τὶς δο­νή­σεις βα­θιά. Ἐ­κεί­νη ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. «Ἐ­κεῖ», ἀγ­κο­μα­χῶ, «ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ». Ἔ­χω πα­ρα­λύ­σει σὰν νὰ πῆ­ρα Βά­λιουμ. Κα­θὼς βογ­κά­ω, μὲ ξα­πλώ­νει στὸν πλα­στι­κὸ κα­να­πὲ ποὺ τρί­ζει. Τὰ χεί­λη, τὰ δόν­τια καὶ ἡ γλώσ­σα της λυσ­σο­μα­νοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρά μου. Μουρ­μου­ρί­ζει ἕ­να σκο­πὸ καὶ τὸ δω­μά­τιο γυ­ρί­ζει μέ­χρι ποὺ παίρ­νει τὸ μά­τι μου τὸ φυλ­λά­διο πε­ρα­σμέ­νο σὲ ἕ­να τσιμ­πι­δά­κι. Μέ­σα στὴν ἔ­ξα­ψή μου βλέ­πω τὸ δι­ά­γραμ­μα τῆς χο­λη­στε­ρί­νης, σὰν καρ­δι­ο­γρά­φη­μα, νὰ εἰ­σβάλ­λει στὸ αἷ­μα ποὺ ρέ­ει ἡ­ρω­ι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ κά­θε στε­νω­πό.

       Ὅ­ταν μὲ ἀ­φή­νει νὰ ση­κω­θῶ, εἶ­μαι γε­μά­τος με­λα­νι­ὲς ἀλ­λὰ νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα. Τὰ χεί­λη της ἔ­χουν χά­σει τὸ χρῶ­μα τους ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση στὸ κορ­μί μου. Ἀρ­χί­ζω νὰ βγά­ζω τὸ παν­τε­λό­νι μου. Στα­μα­τά­ει τὸ χέ­ρι μου πά­νω στὴν ἀγ­κρά­φα τῆς ζώ­νης, φι­λών­τας με πα­ρα­τε­τα­μέ­να. «Ὁ ὅρ­κος», ψι­θυ­ρί­ζει.

       «Γι­α­τρεύ­τη­κα», λέ­ω. «Ξέ­χνα τον. Ξέ­χνα τὰ οὖ­ρα καὶ τὸ αἷ­μα. Κοί­τα». Χτυ­πῶ τὸ στῆ­θος μου ὅ­πως ὁ Ταρ­ζάν, φτύ­νω σὲ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ στα­χτο­δο­χεῖ­ο στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου.

       «Θὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου», λέ­ει. Χά­νε­ται στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴν ταμ­πέ­λα «PRIVATE» ἐ­νῶ ἐ­γὼ βου­τά­ω με­ρι­κὰ Reader’s Digest γιὰ τὸ δρό­μο καὶ κα­να­δυ­ὸ Today’s Health γιὰ τὴν του­α­λέ­τα.

       Ἐ­πι­στρέ­φει μὲ μιὰ συ­σκευ­ὴ φυ­γο­κέν­τρι­σης καὶ μιὰ βά­ση μὲ δο­κι­μα­στι­κοὺς σω­λῆ­νες. Φι­λι­ό­μα­στε κι ἔ­πει­τα σκύ­βω γιὰ νὰ πά­ρω τὰ πράγ­μα­τά της.

       «Μὴ ζο­ρί­ζεις μιὰ καρ­διὰ ποὺ δὲν σὲ πρό­δω­σε…», μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Βγαί­νον­τας στέλ­νου­με ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸν φαρ­μα­κο­ποι­ὸ καὶ τὸ αἷ­μα μου κυ­λά­ει καὶ πά­λι ἀ­νεμ­πό­δι­στο.

 

* Tὸ τρα­γού­δι «(I’m In Love With) A Wonderful Guy» («Εἶμαι Ἐρω­τευ­μέ­νη μὲ ἕναν Ὑπέ­ρο­χο Τύ­πο») γρά­φτη­κε ἀπὸ τὸν Ρί­τσαρ­ντ Ρό­τζερ­ς καὶ τὸν Ὄσκαρ Χά­μερ­στιν Ι­Ι γιὰ τὸ μιού­ζι­καλ South Pacific (Νό­τιος Ει­ρη­νι­κός) [1949].

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ries,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Μὰξ ­πλ (Max Apple) (Γκράντ Ράπιντς, Μίτσιγκαν, 1941). Εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια στὴ Φι­λα­δέλ­φεια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει καὶ δύο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια.  

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τε­ρί­να Παπ­π (1976). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­­ου Ἀ­θη­νῶν (Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ), ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ 2004. Ξε­κί­νη­σε μὲ παι­δι­κὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα (πα­ρα­μύ­θια, ψυ­χα­γω­γι­κὰ & ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α) καὶ συ­νέ­χι­σε μὲ 2-3 ἀ­κό­μα βι­βλί­α γιὰ ἐ­νή­λι­κες. Ἀ­πὸ τὸ 2005 ἀ­σχο­λεῖ­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση τε­χνι­κῶν καὶ ἰ­α­τρι­κῶν κει­μέ­νων. Γλῶσ­σες ἐρ­γα­σί­ας Ἀγ­γλι­κά/Γερ­μα­νι­κὰ πρὸς Ἑλ­λη­νι­κά.

 

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle): Ὁ Ἐκτελεστής

 

 

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle)

 

Ἐκτελεστής

(The Hit Man)

 

Νε­ό­τη­τα

 

Α ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ εἶ­ναι τα­ραγ­μέ­να ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μαύ­ρης σα­κού­λας ποὺ φο­ρᾶ πά­νω στὸ κε­φά­λι. Δά­σκα­λοι δι­ορ­θώ­νουν τὴν προ­φο­ρά του, ὁ προ­πο­νη­τὴς ἐ­πι­κρί­νει τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τὸν ξε­βρα­κώ­νει για­τί ἔ­και­γε τὰ μι­κρὰ μὲ τὴν κά­φτρα τοῦ τσι­γά­ρου. Εἶ­ναι ἕ­νας κα­κὸς μα­θη­τής. Στὰ γεύ­μα­τα κά­θε­ται μό­νος, τρο­φο­δο­τών­τας τὴ σκο­τει­νὴ σχι­σμὴ τοῦ στό­μα­τός του μὲ γλυ­κο­πί­πε­ρα καὶ σα­λά­μι. Στοὺς δι­α­δρό­μους, λε­πτοὶ καὶ μυ­ώ­δεις νε­α­ροὶ ἀ­θλη­τὲς τρα­βοῦν τὴν μαύ­ρη κου­κού­λα καὶ τὸν σφα­λι­α­ρί­ζουν στὸ σβέρ­κο. Στὰ δε­κα­τρί­α του τὸν πλη­σιά­ζει ὁ ἀρ­χη­γὸς τὴν πο­δο­σφαι­ρι­κῆς ὁ­μά­δας, ποὺ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποι­εῖ καὶ τοῦ βγά­ζει τὴν κου­κού­λα. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς τὸν κα­θα­ρί­ζει. Πέν­τε χρό­νια, ἀ­πο­φαί­νε­ται ὁ δι­κα­στής.

 

Πί­σω στοὺς Δρό­μους

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἐ­πι­στρέ­φει στοὺς δρό­μους μέ­σα σ’ ἕ­να δί­μη­νο.

 

Πρῶ­το Ραν­τε­βού

 

       Ἡ κο­πέ­λα ὀ­νο­μά­ζε­ται Σύν­θια. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα τοῦ πα­τέ­ρα του. (Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος ἀ­πε­χθά­νε­ται καὶ μι­σεῖ, εἶ­ναι νε­κρο­θά­φτης. Στὸ πρω­ι­νό, ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κόρ­νφλε­ϊκς ἀ­πὸ τὸ μπὸλ τοῦ γιοῦ του. Ὁ γιὸς ἀ­πεί­λη­σε νὰ κα­θα­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα. Δὲν τὸ κά­νει, συγ­κρα­τι­έ­ται ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α λό­γους ὅ­πως ὁ «σεβασμὸς πρὸς τὸν γο­νιό» καὶ τὰ βα­θιὰ ἑ­δραι­ω­μέ­να ταμ­ποὺ κα­τὰ τῆς πα­τρο­κτο­νί­ας ποὺ δι­α­πο­τί­ζουν τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το.)

       Ὁ πα­τέ­ρας τῆς Σύν­θια ἔ­χει ἀ­ση­μέ­νι­ες φα­βο­ρί­τες καὶ παί­ζει τέ­νις. Ἀ­παν­τᾶ στὸ χτύ­πη­μα τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, δεί­χνει ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἁρ­πά­ζει τὴν Σύν­θια ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, κολ­λᾶ ἕ­να εἰ­κο­σα­δό­λα­ρο στὴν πα­λά­μη τοῦ πα­τέ­ρα της, καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα.

 

Θά­να­τος Πα­τέ­ρα

 

       Στὸ πρω­ι­νὸ ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς, ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὰ κόρ­νφλε­ϊκς ἀ­πὸ τὸ μπὸλ τοῦ πα­τέ­ρα του. Με­τὰ τὸν κα­θα­ρί­ζει.

 

Θά­να­τος Μη­τέ­ρας

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι πλέ­ον εἴ­κο­σι καὶ κά­τι. Παί­ζει μπι­λιά­ρδο, ση­κώ­νει βά­ρη καὶ πί­νει τὸ γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­ναι στὸ νο­σο­κο­μεῖο, πε­θαί­νον­τας ἀ­πὸ καρ­κί­νο ἢ καρ­διά. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας φο­ρά­ει μαῦ­ρα. Τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

 

Πρώ­τη Δου­λειά

 

       Ὁ Πορ­φύ­ριο Μπου­νι­όζ, ἕ­νας κου­βα­νὸς χρη­μα­τι­στής, προ­σκα­λεῖ τὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ σὲ γεῦ­μα. Ἀ­κού­ω ψά­χνεις δου­λειά, λέ­ει ὁ Μπου­νι­όζ.

       Σω­στά, λέ­ει ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

 

Μπι­ζέ­λια

 

       Στὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ δὲν ἀ­ρέ­σουν τὰ μπι­ζέ­λια. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σουν στὸ πι­ρού­νι.

 

Ἐκ­πομ­πὴ Λό­γου

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς πε­ρι­μέ­νει στὰ πα­ρα­σκή­νια, ἡ λεύ­κη κό­ψη ἑ­νὸς τσι­γά­ρου χα­ρά­ζει τὴ βα­θειὰ σκο­τει­νιὰ τοῦ κε­φα­λιοῦ καὶ τῶν ἄ­νω ἄ­κρων του. Ἡ μα­κι­γι­ὲζ τοῦ ἔ­χει φτιά­ξει τὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, ἔ­χει κα­θα­ρί­σει τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὴν κου­κού­λα του. Τὸν ἔ­χουν ἐ­νη­με­ρώ­σει. Ὁ κα­λε­σμέ­νος πρὶν ἀ­π’ αὐ­τὸν εἶ­ναι ἕ­νας παι­δί­α­τρος. Μιὰ πλα­νη­τι­κὴ λάμ­ψη λού­ζει τὴ σκη­νὴ ὅ­που ὁ πα­ρου­σια­στὴς καὶ ὁ παι­δί­α­τρος, χω­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­να φοί­νι­κα σὲ γλά­στρα, κά­θον­ται σταυ­ρο­πό­δι καὶ συ­ζη­τοῦν γιὰ μι­κρο­δι­α­τα­ρα­χὲς βρε­φῶν καὶ νη­πί­ων.

       Με­τὰ τὸ δι­ά­λειμ­μα τῆς ἐκ­πομ­πῆς ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς βρί­σκει τὸν ἑ­αυ­τό του στρι­μωγ­μέ­νο σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη, μὲ τὰ λευ­κὰ φῶ­τα στὰ μα­τιά του. Ὁ πα­ρου­σια­στὴς τῆς ἐκ­πομ­πῆς εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­δρας μὲ παι­δι­κὸ πρό­σω­πο ποὺ μό­λις ἔ­χει πα­τή­σει τὰ σα­ράν­τα. Χα­μο­γε­λᾶ σὰν νά ’­ταν ὁ Θε­ὸς μὲ ὅ­λους Του τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ὥ­στε, λοι­πόν, εἶ­σαι Ἐ­κτε­λε­στής, τοῦ λέ­ει. Πές μου —πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω— πῶς εἶ­ναι νὰ ἐ­κτε­λεῖς κά­ποι­ον;

 

Θά­να­τος τοῦ Μα­τέ­ο Μα­ρί­α Μπου­νι­όζ

 

       Τὸ πτῶ­μα τοῦ Μα­τέ­ο Μα­ρί­α Μπου­νι­όζ, ξά­δελ­φου καὶ συ­νέ­ται­ρου ἑ­νὸς δι­α­κε­κρι­μέ­νου χρη­μα­τι­στῆ, ἀ­να­κα­λύ­πτε­ται κά­τω στὶς ἀ­πο­βά­θρες ἕ­να ζε­στὸ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κο πρω­ι­νό. Ὁ­μί­χλη ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ σὰν ἀ­τμός, μυ­ρί­ζει ψα­ρί­λα. Ἕ­να με­γά­λο μαυ­ρο­πού­λι κουρ­νιά­ζει στὸ μέ­τω­πο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα.

 

Γά­μος

 

       Ἡ Σύν­θια καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στέ­κον­ται μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ἁ­γί­α τρά­πε­ζα, πλά­ι-πλά­ι Αὐ­τὴ φο­ρᾶ ἕ­να λευ­κὸ σα­τὲν νυ­φι­κὸ καὶ ἕ­να δαν­τε­λω­τὸ βέ­λο. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἔ­χει νοι­κιά­σει ἕ­να σμό­κιν, τὸ πο­λὺ με­γά­λο νού­με­ρο, καὶ μιὰ μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κου­κού­λα μὲ με­τα­ξω­τὸ πε­ρί­γυ­ρο.

       …Μέ­χρι νὰ σᾶς χω­ρί­σει ὁ θά­να­τος, λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

 

Δι­α­θέ­σεις

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι δύ­σθυ­μος, ἀ­πρό­βλε­πτος. Μιὰ φο­ρὰ σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο, ἡ σερ­βι­τό­ρα τοῦ ἔ­φε­ρε τὴ σπε­σι­α­λι­τέ, ρο­λὸ-κι­μά, ὅ­μως ξέ­χα­σε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ μπι­ζέ­λια. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ κη­λί­δα σάλ­τσας στὴν κου­κού­λα τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, πε­ρί­που ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι τὸ πη­γού­νι του. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὴ σερ­βι­τό­ρα, τὰ μά­τια του σὰν καρ­φιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὶς τρι­γω­νι­κὲς σχι­σμές, καὶ τὴν κα­θά­ρι­σε.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε στὸν ἱπ­πό­δρο­μο μὲ 25 δο­λά­ρια, ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ 1.800. Στα­μά­τη­σε στὸ κα­πνο­πω­λεῖ­ο. Κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ ἕ­νας μέ­θυ­σος κρε­μά­στη­κε ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι του καὶ ἱ­κέ­τευ­σε γιὰ ψι­λά. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὴ τσέ­πη, ἔ­βγα­λε τὰ 1.800 καὶ τά ’­δω­σε στὸν μέ­θυ­σο. Με­τὰ τὸν κα­θά­ρι­σε.

 

Πρω­τό­το­κος

 

       Ἀ­γό­ρι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Γέρ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ παρ­κο­κρέ­βα­του καὶ βά­ζει τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ δα­χτυ­λά­κια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν λα­βὴ ἑ­νὸς ἐ­πι­νι­κε­λω­μέ­νου πλα­τύ­στο­μου πι­στο­λιοῦ. Τὸ ὅ­πλο εἶ­ναι γε­μι­σμέ­νο μὲ ἄ­σφαι­ρα – ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς θέ­λει τὸ ἀ­γό­ρι νὰ συ­νη­θί­σει τὸν ἦ­χο. Πε­ρί­που σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων χρό­νων τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­χει κα­τα­κτή­σει τὶς βα­σι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ Τά­ε Κβὸν Ντό, μπο­ρεῖ νὰ καρ­φώ­σει ἕ­να μα­χαί­ρι στὸν τοῖ­χο ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση τρι­ῶν μέ­τρων, καὶ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει ἕ­ναν κι­νού­με­νο στό­χο καὶ μὲ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἀ­κούμ­πα τὴ φαρ­διά του πα­λά­μη στὸ κε­φά­λι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. Ἐ­σὺ Τί­γρη, λέ­ει, θά ’­σαι γιὰ τὰ με­γά­λα κόλ­πα.

 

Δου­λειά

 

       Πε­τᾶ στὸ Σιν­σι­νά­τι. Στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Στὴ Βο­στό­νη. Στὸ Λον­δί­νο. Στὶς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὺς εἶ­ναι πιὰ γνώ­ρι­μος.

 

Δυ­ὸ Στρέμ­μα­τα καὶ ἕ­να Γκα­ράζ

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς μα­ζεύ­ει τὰ φύλ­λα μὲ τὴν τσουγ­κρά­να, σὲ με­γά­λους ἀ­στα­θεῖς σω­ρούς. Φο­ρᾶ ἕ­να μαῦ­ρο μπλου­ζά­κι, κομ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους, καὶ μιὰ βαμ­βα­κε­ρὴ κου­κού­λα ἐρ­γα­σί­ας, ἐ­πί­σης μαύ­ρη. Ἡ Σύν­θια πε­ρι­ποι­εῖ­ται τὸ παρ­τέ­ρι, ὁ γιός του παί­ζει στὸ γρα­σί­δι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς χαι­ρε­τᾶ τοὺς γεί­το­νες κα­θὼς περ­νοῦν μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. Ὁ γεί­το­νες ἀν­τα­πο­δί­δουν τὸν χαι­ρε­τι­σμό.

       Ὅ­ταν ἔ­χει κα­θα­ρί­σει ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ τὸ γκα­ζόν, ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς μα­ζεύ­ει ὅ­λους τους μι­κροὺς λο­φί­σκους φύλ­λων σὲ ἕ­να με­γα­λύ­τε­ρο σω­ρὸ στὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ. Με­τὰ σκύ­βει γιὰ νὰ τὰ ἀ­νά­ψει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα του. Ἀ­μέ­σως οἱ φλό­γες ξε­πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ φύλ­λα, δη­μι­ουρ­γοῦν αὐ­λά­κια ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸν σω­ρό, τὸν τυ­λί­γουν σὲ μιὰ πύ­ρι­νη μπά­λα. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στέ­κε­ται ἀ­πό­με­ρα, μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τοὺς τε­ρά­στιους μυ­ώ­δεις δι­κε­φά­λους του. Στὸ πλευ­ρό του εἶ­ναι ὁ τρι­κέ­φα­λος σκύ­λος. Σκύ­βει γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει κά­θε κε­φά­λι, ἐ­νῶ κα­πνὸς καὶ σπί­θες μαί­νον­ται πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό.

 

Πα­ρα­μο­νεύ­ον­τας στοὺς Δρό­μους τῆς Πό­λης

 

       Πα­ρα­μο­νεύ­ει τοὺς δρό­μους τῆς πό­λης, για­κὰς ἀ­νε­βα­σμέ­νος, χα­μη­λὰ τὸ κα­πέ­λο. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα. Πα­ρα­μο­νεύ­ει σὲ πα­λιὰ πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τα, μι­κρο­ε­πι­χει­ρή­σεις, πάρ­κα, βεν­ζι­νά­δι­κα. Πα­λιὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα, φρά­χτες, βι­τρί­νες. Σκυ­λιὰ γρυ­λί­ζουν στὶς σκι­ές, με­τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται στὰ μου­λω­χτά. Μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτε­λέ­σει ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἀ­πὸ ἐ­μᾶς.

 

Ἀ­πο­χώ­ρη­ση

 

       Μιὰ ὁ­μά­δα ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες στὸ σι­νά­φι —ἑ­ξην­τά­ρη­δες, ἑ­βδο­μην­τά­ρη­δες, εὐ­τρα­φεῖς καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πεῖς, μὲ δι­α­μαν­τέ­νια δα­κτυ­λί­δια, ποῦ­ρα, μέ­σα στὴ χλί­δα— τοῦ κά­νουν ἕ­να πάρ­τι. Ὁ Πορ­φύ­ριο Μπου­νι­όζ, τώ­ρα πιὰ στὰ ὀ­γδόν­τα του, βγά­ζει λό­γο καὶ τι­μᾶ τὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ μὲ ἕ­να ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­νο δρε­πά­νι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς τὸν εὐ­χα­ρι­στεῖ, με­τὰ ἀ­πο­σύ­ρε­ται στὴ λί­μνη, ὅ­που φαί­νε­ται μέ­σα στὸ τα­χύ­πλο­ό του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει πρὸς τ’ ἀ­νοι­χτά, μὲ τὴν κου­κού­λα νὰ ἀ­νε­μί­ζει στὸ ἀ­ε­ρά­κι.

 

Θά­να­τος

 

       Εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νος, μα­ρα­μέ­νος, μι­σὸς ὁ πα­λιὸς ἑ­αυ­τός του. Βρί­σκε­ται ἀ­να­ση­κω­μέ­νος στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κρε­βα­τιοῦ του στὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ Ἐ­λέ­ους, μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ γεν­τια­νὲς κρέ­μον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι του. Σω­λη­νά­κια χώ­νον­ται στὴν κου­κού­λα ἀ­π’ τὰ ἀ­να­πνευ­στι­κὰ ἀ­νοίγ­μα­τα, τὰ μα­τιά του εἶ­ναι θο­λὰ καὶ κόκ­κι­να, βου­λι­αγ­μέ­να βα­θιὰ πί­σω ἀ­π’ τὶς τρι­γω­νι­κὲς σχι­σμές. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας φο­ρᾶ μαῦ­ρα. Τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

       Στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς πό­λης ὁ γιὸς τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ στέ­κε­ται μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸν κα­θρέ­φτη ἑ­νὸς μα­γα­ζιοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται σὲ ἀμ­φι­έ­σεις Ἐ­κτε­λε­στῶν. Προ­βά­ρει τὴν πρώ­τη του κου­κού­λα.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τ. Κο­ράγ­κε­σαν Μπό­ιλ (T. Coraghessan Boyle) (Πίλ­σκιλ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1948). Γνω­στὸς γιὰ τὸ χιοῦ­μορ καὶ τὸν σαρ­κα­σμό του. Ἔ­χει γρά­ψει πο­λυ­ά­ριθ­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 8 συλ­λο­γὲς καὶ 12 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἔ­χει λά­βει ση­μαν­τι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γι­ου­μου­ξού­ζης. Φοι­τη­τὴς τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20ου αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Τ. Κο­ράγ­κε­σαν Μπό­ιλ: Εἰκόνες καὶ ἔργα: http://www.youtube.com/watch?v=6Mw-YSY1sJM

 

Τένεσι Οὐίλιαμς (Tennessee Williams): Πιτυοκάμπιες

 

 

Τένεσι Οὐίλιαμς (Tennessee Williams)

 

Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες

(Tent Worms)

 

ΔΩ ΚΑΙ ΜΕΡΕΣ ὁ Μπίλυ Φόξ­γου­ορθ γκρί­νια­ζε γιὰ τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες ποὺ ἔ­χτι­ζαν με­γά­λα, καμ­πυ­λω­τά, βα­ριὰ κου­κού­λια δι­α­φα­νοῦς γκρὶ ἱ­στοῦ ἀ­νά­με­σα στὶς πυ­κνὲς μου­ρι­ὲς ποὺ ἦ­ταν φυ­τε­μέ­νες ὁ­λό­γυ­ρα στὸ ἐ­ξο­χι­κὸ σπί­τι τους στὸ ἀ­κρω­τή­ρι. Ἡ σύ­ζυ­γός του, ἡ Κλά­ρα, εἶ­χε δι­κά της ὄ­νει­ρα καὶ ἀ­σχο­λί­ες, καὶ τὸν ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ δί­νει προ­σο­χὴ στὴν γκρί­νια του. Κά­που-κά­που τὸν κοί­τα­ζε βα­θιὰ καὶ σκε­φτό­ταν, Ἂχ καὶ νά ‘ξε­ρε! Ἔ­χει νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες! «Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες; Τί εἶ­ναι πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες;» μουρ­μού­ρι­σε μιὰ φο­ρὰ μι­σο­νυ­σταγ­μέ­να, ἀλ­λά, ὅ­σο ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε τὸν ὁ­ρι­σμό, τὸ μυα­λό της τα­ξί­δε­ψε ἀλ­λοῦ. Μᾶλ­λον θὰ τῆς ἀ­παν­τοῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δι­έ­γρα­ψε μιὰ πλα­τιὰ τρο­χιὰ ἀ­νά­με­σα στὶς προ­σω­πι­κές της σκέ­ψεις, πρὶν ἐ­κεῖ­νος ἐ­πα­να­φέ­ρει προ­σω­ρι­νὰ τὴν προ­σο­χή της κο­πα­νών­τας τὸ φλυ­τζά­νι τοῦ κα­φὲ στὸ πι­α­τά­κι καὶ δη­λώ­νον­τας νευ­ρι­α­σμέ­να, «Πά­ψε νὰ λὲς Ναί, Ναί, Ναί, ἐ­νῶ δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε μί­α ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νη λέ­ξη!»

       «Σὲ ἄ­κου­σα», δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ἐ­κεί­νη θυ­μω­μέ­να. «Πα­ρα­λη­ροῦ­σες γιὰ κάμ­πι­ες λὲς κι εἶ­σαι κα­μιὰ γριά! Τί θές; Νὰ εἶ­μαι σὰν κι ἐ­σέ­να, μὲ μά­τια γουρ­λω­μέ­να ἀ­π’ τὸν ἐν­θου­σια­σμό, ἐ­νῶ ἐ­σύ–»

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Μὲ ρώ­τη­σες τί εἶ­ναι, καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ σοῦ πῶ.»

       «Δὲ μὲ νοιά­ζει τί εἶ­ναι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Μπο­ρεῖ νὰ ἐ­νο­χλοῦν ἐ­σέ­να, ἀλ­λὰ δὲν ἐ­νο­χλοῦν ἐ­μέ­να.»

       «Κό­ψε τὰ παι­δι­α­ρί­σμα­τα!­», τσαν­τί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος.

       Εἶ­χαν ἕ­να λι­α­κω­τὸ στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ, ὅ­που ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα ἡ Κλά­ρα ξά­πλω­νε σὲ μιὰ σεζ­λόνγκ, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὶς ὁ­λο­δι­κές της σκέ­ψεις, ἐ­νῶ στὴ δι­πλα­νή, τὴν κλει­σμέ­νη μὲ σί­τα βε­ράν­τα κα­θό­ταν ὁ Μπί­λυ κι ἔ­γρα­φε στὴ γρα­φο­μη­χα­νή. Ἐ­πὶ πέν­τε χρό­νια ἡ Κλά­ρα δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέλ­λον. Τὸ σκε­φτό­ταν τώ­ρα. Γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρὰ τὸ μέλ­λον εἶ­χε γί­νει ἁ­πτό, λό­γῳ τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ γνώ­ρι­ζε, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἄ­γνω­στη στὸν Μπί­λυ, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σε τὸν Μπί­λυ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, για­τί ἀ­φο­ροῦ­σε ἐ­κεῖ­νο ποὺ συ­νέ­βαι­νε στὸν Μπί­λυ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπί­λυ δὲν ἤ­ξε­ρε ἢ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι δὲν ἤ­ξε­ρε. Ὄ­χι, δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν σχε­δὸν σί­γου­ρη, ἢ ἂν τὸ ἤ­ξε­ρε, τὸ ἤ­ξε­ρε ἀ­συ­νεί­δη­τα, κρυ­φά – ὁ Μπί­λυ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ δε­χτεῖ ἢ ἴ­σως νὰ μὴν τολ­μοῦ­σε κὰν νὰ τὸ ὑ­πο­ψια­στεῖ. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χε γί­νει τό­σο παι­δα­ρι­ώ­δης αὐ­τὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, πα­ρα­λη­ρών­τας σὰν βλά­κας γιὰ κάμ­πι­ες, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἦ­ταν Αὔ­γου­στος καὶ σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γαν, θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, καὶ σί­γου­ρα ὁ Μπί­λυ δὲν θὰ ξα­να­ερ­χό­ταν ἐ­δῶ καὶ ἐ­κεί­νη, ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει – δὲν τὴν ἔ­νοια­ζε, κι ἂν οἱ κάμ­πι­ες τρώ­γα­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἂν τρώ­γα­νε τὰ δέν­τρα καὶ τὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὸν ἴ­διο τὸν ὠ­κε­α­νό!

       Γύ­ρω στὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι μύ­ρι­σε κα­πνό. Ἔ­ψα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν Μπί­λυ μὲ ἕ­να δα­δὶ ἀ­πὸ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες, νὰ βά­ζει φω­τιὰ στὰ γκρὶ κου­κού­λια ποὺ εἶ­χαν φτιά­ξει οἱ πυ­τι­ο­κάμ­πι­ες. Νά τος! Φο­ρά­ει τὴ χα­κὶ βερ­μού­δα του καὶ κρα­τά­ει τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο δα­δὶ ἀ­πὸ ἐ­φη­με­ρί­δες στὰ πά­νω-πά­νω κλα­διὰ τῶν μι­κρῶν κα­τσι­α­σμέ­νων δέν­τρων, ὅ­που οἱ πυ­τι­ο­κάμ­πι­ες εἶ­χαν κα­τα­σκευά­σει τὰ σπί­τια τους.

       Τοὺς ἔ­βα­ζε φω­τιά, παι­δι­ά­στι­κα, ἀ­νό­η­τα, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν χι­λιά­δες κου­κού­λια. Ναί, κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ λι­α­κω­τὸ πά­νω ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ὅ­τι οἱ πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες εἶ­χαν ἁ­πλώ­σει τὸ βα­σί­λει­ό τους ἀ­πὸ δέν­τρο σὲ δέν­τρο μέ­χρι ποὺ τώ­ρα, ἐ­πι­τέ­λους, κον­τὰ στὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, δὲν ὑ­πῆρ­χε σχε­δὸν κα­νέ­να δέν­τρο χω­ρὶς ἕ­να ἢ πα­ρα­πά­νω γκρὶ κου­κού­λια μὲ κάμ­πι­ες νὰ τρῶ­νε τὰ φύλ­λα. Ὡ­στό­σο ὁ Μπί­λυ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ βά­λει μα­ζί τους μο­να­χός του, κρα­δαί­νον­τας τὶς γε­λοῖ­ες, χάρ­τι­νες δά­δες του.

       Ἡ Κλά­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­βγα­λε μιὰ δυ­να­τὴ χλευ­α­στι­κὴ φω­νή.

       «Τί στὸ δι­ά­ο­λο νο­μί­ζεις ὅ­τι κά­νεις!»

       «Καί­ω τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες», ἀ­πάν­τη­σε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα.

       «Τρε­λά­θη­κες; Εἶ­ναι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια!»

       «Δὲν πει­ρά­ζει. Πρὶν φύ­γου­με θὰ τὶς ἔ­χω κά­ψει ὅ­λες!»

       Ἡ Κλά­ρα τὰ πα­ρά­τη­σε. Γύ­ρι­σε πί­σω καὶ βυ­θί­στη­κε ξα­νὰ στὴ σεζ­λόνγκ της.

       Ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα συ­νε­χί­στη­κε τὸ κά­ψι­μο. Δὲν εἶ­χε νό­η­μα νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται, πα­ρό­λο ποὺ ὁ κα­πνὸς καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν μᾶλ­λον ἐ­κνευ­ρι­στι­κά. Τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ἦ­ταν νὰ πι­εῖ, κι αὐ­τὸ ἔ­κα­νε. Ἑ­τοί­μα­σε μιὰ κα­νά­τα τζὶν μὲ λε­μό­νι, κι ἔ­πι­νε ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα ἐ­νῶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἔ­κα­νε ἐ­πί­θε­ση στὰ ἔν­το­μα μὲ τὰ χάρ­τι­να δα­διά του. Κα­τὰ τὶς πέν­τε, ἡ Κλά­ρα Φόξ­γου­ορθ ἄρ­χι­σε νὰ νι­ώ­θει χα­ρού­με­νη καὶ ξέ­γνοια­στη. Τὰ ὄ­νει­ρά της χρω­μα­τί­στη­καν μὲ πορ­το­κα­λὶ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Φαν­τά­στη­κε τὸν ἑ­αυ­τό της τὸν ἐρ­χό­με­νο χει­μώ­να, κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λυ­τε­λὲς πέν­θος, μὲ κα­λο­ραμ­μέ­να μαῦ­ρα κο­στού­μια, μι­κρά, αὐ­στη­ρὰ κο­σμή­μα­τα κι ἕ­να μαῦ­ρο γού­νι­νο παλ­τό, καὶ φαν­τά­στη­κε δι­ά­φο­ρους συ­νο­δούς, τῶν ὁ­ποί­ων τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ξε­κά­θα­ρα, σὲ λι­μου­ζί­νες ποὺ γουρ­γού­ρι­ζαν γε­μά­τες ἄ­νε­ση δι­α­σχί­ζον­τας πα­γω­μέ­νους δρό­μους ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο σὲ κά­ποι­ο θέ­α­τρο, με­τὰ τὸ θέ­α­τρο σὲ κά­ποι­ο δι­α­μέ­ρι­σμα, ὄ­χι ἀ­κό­μα σὲ νυ­χτε­ρι­νὰ μπάρ, ὄ­χι τό­σο σύν­το­μα με­τά τό–

       Ἄ! Ἡ στά­ση της ἦ­ταν ὑ­γι­ής, δὲν ἦ­ταν ὑ­πο­κρί­τρια νὰ προ­σποι­εῖ­ται ὅ­τι νι­ώ­θει κά­τι ποὺ δὲν νι­ώ­θει. Οἶ­κτο; Ναί, λυ­πό­ταν γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ ἐ­δῶ καὶ πέν­τε-ἕ­ξι χρό­νια ἡ ἀ­γά­πη εἶ­χε πά­ψει νὰ ὑ­πάρ­χει, για­τί νὰ προ­σπα­θή­σει νὰ πει­σθεῖ πὼς θὰ πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πώ­λεια;

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δύ­ει ὁ ἥ­λιος ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Χτυ­ποῦ­σε πιὰ τό­σο σπά­νια ποὺ ὁ ἦ­χος του τὴν ἐ­ξέ­πλη­ξε. Ὄ­χι μο­νά­χα αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια, ἀλ­λὰ καὶ ὁ στε­νὸς κύ­κλος τῶν – φί­λων; – εἶ­χε ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, γιὰ νὰ κλει­στεῖ στὶς δι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες, ὅ­πως οἱ ἠ­θο­ποι­οὶ ποὺ δι­α­σκορ­πί­ζον­ται ὅ­ταν ἡ αὐ­λαί­α κλεί­νει, καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν στὶς ἐ­κτὸς σκη­νῆς ζω­ές τους, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὰ κα­θή­κον­τα τῆς πα­ρά­στα­σης.

       Ἄρ­γη­σε νὰ ἀ­παν­τή­σει, ἔ­χον­τας ἤ­δη ὑ­πο­θέ­σει ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τη­λε­φω­νοῦ­σε θὰ ἦ­ταν ὁ για­τρός τους, καὶ πράγ­μα­τι ἦ­ταν.

       Τὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ δό­σι­μο κου­ρά­γιου δὲν δί­νει κου­ρά­γιο.

       «Πῶς πά­ει, γλυ­κιά μου;»

       «Πῶς πά­ει τί;»

       «Ἡ ἀ­πό­δρα­σή σας ἀ­πὸ τὰ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη νέ­φη τῆς μη­τρο­πό­λε­ως.»

       «Ἂν ρω­τᾶ­τε σο­βα­ρά, για­τρέ, θὰ σᾶς ἀ­παν­τή­σω σο­βα­ρά. Ὁ ἀ­σθε­νής σας νο­σταλ­γεῖ τὰ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη νέ­φη κι ἔ­τσι τὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­δῶ.»

       «Τί εἶ­πες;»

       «Εἶ­ναι κα­κὴ ἡ σύν­δε­ση;»

       «Ὄ­χι, ἁ­πλῶς ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί ἐν­νο­εῖς;»

       «Εὐ­χα­ρί­στως θὰ σᾶς δι­α­φω­τί­σω. Ὁ Μπί­λυ, ὁ ἀ­σθε­νής σας, μο­λύ­νει τὸν ἀ­έ­ρα στὸ κα­λο­και­ρι­νό μας κα­τα­φύ­γιο βά­ζον­τας φω­τιὰ σὲ κά­τι ποὺ λέ­γε­ται πι­τυ­ο­κάμ­πια. Ὁ κα­πνὸς προ­κα­λεῖ ἀ­σφυ­ξί­α, χει­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ μο­νο­ξεί­διο τοῦ ἄν­θρα­κα σὲ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα μέ­σα σὲ τοῦ­νελ. Βή­χω καὶ πνί­γο­μαι κι ὡ­στό­σο συ­νε­χί­ζει νὰ βά­ζει φω­τιά.»

       «Του­λά­χι­στον δὲν βρί­σκε­ται σὲ ἀ­δρά­νεια.»

       «Ἄ, ναί. Δὲν εἶ­ναι σὲ ἀ­δρά­νεια. Θέ­λε­τε νὰ τὸν φω­νά­ξω στὸ τη­λέ­φω­νο;»

       «Ὄ­χι, ἁ­πλῶς πές του ὅ­τι – ὄ­χι, μὴν τοῦ πεῖς ὅ­τι τη­λε­φώ­νη­σα· θ’ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ για­τί.»

       «Για­τί γα­μῶ­το δὲν τοῦ εἴ­πα­τε τί συμ­βαί­νει ὥ­στε νὰ ξέ­ρει καὶ νά– »

       Δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α της γι’ αὐ­τὸ καὶ φώ­να­ξε στὸ ἀ­κου­στι­κό: «Δὲν ἀν­τέ­χω· εἶ­ναι πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ,τι μπο­ρῶ ν’ ἀν­τέ­ξω. Τὸ μυα­λό μου εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ φρι­κτές, φρι­κτὲς σκέ­ψεις, ὑ­πο­θέ­σεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο θὰ πρέ­πει νὰ τὸ ἀν­τέ­ξω, πό­τε θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει.»

       «Χα­λά­ρω­σε, γλυ­κιά μου.»

       «Ἐ­σεῖς νὰ χα­λα­ρώ­σε­τε, ὄ­χι ἐ­γώ. Καὶ μὴ μὲ λέ­τε γλυ­κιά μου. Δὲν εἶ­μαι γλυ­κιά, δὲν ἔ­χω τί­πο­τε γλυ­κὸ μέ­σα μου. Ἔ­χω γί­νει ἄ­γρια. Ἂν δὲν στα­μα­τή­σει νὰ καί­ει τὶς κάμ­πι­ες, θὰ φύ­γω μό­νη μου, πί­σω στὴν πό­λη. Του­λά­χι­στον ἐ­κεῖ δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄρ­ρω­στα φυ­τὰ καὶ χάρ­τι­να δα­διὰ κι αὐ­τὸς νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει ἔ­ξω. Πρέ­πει νὰ κλεί­σω. Ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ σπί­τι.»

       «Κλά­ρα, εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, προ­σπά­θη­σε.»

       «Μπο­ρεῖ­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε πῶς; Γράψ­τε μου μιὰ συν­τα­γή, δῶ­στε μου φάρ­μα­κα γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω.»

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­νά­με­σα στὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὴν ἀρ­γή, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Μπί­λυ πρὸς τὸ λι­α­κω­τό, τὸ ὁ­ποῖ­ο τώ­ρα ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ ἥ­λιος.

       «Κλά­ρα, ἡ ἀ­γά­πη παίρ­νει δι­ά­φο­ρες μορ­φές. Τὸ μυα­λό σου εἶ­ναι πι­θα­νό­τα­τα γε­μά­το φαν­τα­σι­ώ­σεις ποὺ μὲ ντρο­πὴ θὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις, ὅ­ταν θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει αὐ­τὴ ἡ δο­κι­μα­σί­α.»

       «Πέ­σα­τε διά­να. Εἶ­μαι γε­μά­τη φαν­τα­σι­ώ­σεις γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι μέλ­λον.»

       «Κά­τι εἶ­πες γιὰ συν­τα­γὴ φαρ­μά­κων.»

       «Ναί. Τί;»

       «Σκέ­ψου πῶς ἦ­ταν πρίν.»

       «Μοιά­ζει νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τὸ πρίν.»

       «Ναί, τώ­ρα ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ προ­σπα­θή­σω νὰ ἀ­να­σά­νω. Του­λά­χι­στον νὰ φυ­σοῦ­σε ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἀ­έ­ρας καὶ νά ’­δι­ω­χνε τὸν κα­πνὸ μα­κριά.­.­.»

       Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στὸ λι­α­κω­τὸ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη ἐ­πι­στρο­φή του. Εἶ­χε ἡτ­τη­μέ­νο ὕ­φος, ἦ­ταν καμ­μέ­νος σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α κι ἔ­βα­ζε κα­τα­πλά­σμα­τα ὑ­γρῆς σό­δας, ποὺ βρω­μοῦ­σαν. Πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη σεζ­λὸνγκ καὶ τὴν ἔ­συ­ρε λί­γο πιὸ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ συ­ζυ­γό του καὶ τὴν ἔ­στρε­ψε ὥ­στε ἐ­κεί­νη νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του.

       «Τὰ πα­ρά­τη­σες;» μουρ­μού­ρι­σε ἐ­κεί­νη.

       «Τέ­λει­ω­σαν τὸ χαρ­τὶ καὶ τὰ σπίρ­τα», ἀ­πάν­τη­σε μι­σο­λι­πό­θυ­μος.

       Δὲν εἶ­παν τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἡ πα­λίρ­ροι­α γυρ­νοῦ­σε πρὸς τὴν ἀ­κτή. Τὸ  ἤ­ρε­μο νε­ρὸ κυ­μά­τι­ζε ἁ­πα­λὰ κον­τά τους.

       Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες, εἶ­πε μέ­σα της.

       Καὶ με­τὰ φω­να­χτά: «Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες!»

       «Για­τί φω­νά­ζεις; Δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ φω­νά­ζεις. Ἕ­να πλῆγ­μα στὰ φυ­τὰ εἶ­ναι ὅ­πως ἕ­να πλῆγ­μα στὸ σῶ­μα.»

       «Αὐ­τὸ τὸ σπί­τι τὸ νοι­κι­ά­σα­με γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ δὲν θὰ ξα­νάρ­θου­με ἐ­δῶ.»

       «Ἕ­νας νέ­ος ἄν­τρας εἶ­ναι σὰν αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξο­χι­κὸ σπί­τι­», εἶ­πε μὲ τό­σο μα­λα­κή, κου­ρα­σμέ­νη φω­νὴ ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν τὸν ἄ­κου­σε.

       «Τί εἶ­πες;»

       Τὸ ἐ­πα­νέ­λα­βε λί­γο πιὸ δυ­να­τά.

       Τό­τε ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε. Οἱ κα­ρέ­κλες τους πα­ρέ­μει­ναν χώ­ρια στὸ λι­α­κω­τὸ ὅ­σο ὁ ἥ­λιος ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν.

       Ὅ­ταν πέ­φτει τὸ σκο­τά­δι, οἱ πα­λιοὶ σύν­τρο­φοι ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στὸ ἔν­στι­κτο ποὺ τοὺς φέρ­νει πιὸ κον­τά.

       Προ­σε­κτι­κά, σχε­δὸν τρε­μά­με­νη, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ σεζ­λόνγκ της καὶ τὴν τρά­βη­ξε πιὸ κον­τὰ στὴ δι­κή του. Τὸ κα­ψα­λι­σμέ­νο χέ­ρι του ξε­κου­ρα­ζό­ταν στὸ χε­ρού­λι τῆς κα­ρέ­κλας. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἐ­νῶ τὸ εὐ­συγ­κί­νη­το φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­τει­λε ἀ­π’ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα γιὰ ν’ ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τὴν ἀ­γρύ­πνια τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὸ δι­κό του.

       Στὸ φεγ­γα­ρο­φώ­τι­στο λι­α­κω­τὸ φύ­ση­ξε ὁ πα­γω­μέ­νος ἄ­νε­μος τοῦ ἑ­νὸς κοι­νοῦ μυ­στι­κοῦ, μιᾶς κοι­νῆς γνώ­σης.  Τὰ δά­χτυ­λά τους πλέ­χτη­καν. Μα­ζί. Ἐ­κεί­νη σκέ­φτη­κε τὸ πρῶ­το τους πά­θος καὶ πῶς ὁ χρό­νος τὸ εἶ­χε κά­νει στά­χτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ κά­νει στά­χτη τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες, νὰ τὶς δι­ώ­ξει ἀ­π’ τὸ κα­λο­και­ρι­νό τους σπί­τι, στὸ ὁ­ποῖ­ο, ὄ­χι, δὲν θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν πο­τέ, χώ­ρια ἢ μα­ζί.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Τένεσι Οὐίλιαμς (Tennessee Williams) (Κολόμπους, Μισισίπι, 1911-Νιοὺ Γιὸρκ Σίτι, 1983). Ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἔζη­σε τὴν πε­ρισ­σό­τε­ρη ζω­ή του στὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη. Κέρ­δι­σε δύο βρα­βεῖ­α Πού­λι­τζερ καὶ πολ­λὰ ἀ­κό­μα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν παι­χτεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἐ­πὶ σκη­νῆς, ἀλ­λὰ ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ καὶ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Ἡ κάλτσα

 

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)

 

Ἡ Κάλτσα

(The Sock)

 

ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ εἶ­ναι τώ­ρα παν­τρε­μέ­νος μὲ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ κον­τὴ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να, μὲ ὕ­ψος πε­ρί­που ἑ­νά­μι­ση μέ­τρο, γε­ρο­δε­μέ­νη, καὶ φυ­σι­κὰ αὐ­τὸς φαί­νε­ται πιὸ μα­κρὺς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν καὶ πιὸ στε­νός, καὶ τὸ κε­φά­λι του μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρο. Σὲ σύγ­κρι­ση μ’ ἐ­κεί­νη νι­ώ­θω κο­κα­λιά­ρα καὶ ἀλ­λό­κο­τη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ψη­λὴ ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ω στὰ μά­τια, πα­ρό­λο ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ στέ­κο­μαι ἢ νὰ κά­θο­μαι μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Κά­πο­τε εἶ­χα σα­φῆ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ παν­τρευ­τεῖ ὅ­ταν θὰ ξα­να­παν­τρευ­ό­ταν, ἀλ­λὰ κα­μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πέ­λες του δὲν εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶ­χα στὸ νοῦ μου, κι αὐ­τὴ τὸ εἶ­χε λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λες.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι ἦρ­θαν ἐ­δῶ, στὴν ἐ­ξο­χή, γιὰ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες γιὰ νὰ δοῦν τὸν γιό μου, ποὺ εἶ­ναι δι­κός μου καὶ δι­κός του. Ὑ­πῆρ­ξαν κά­ποι­ες στιγ­μὲς ποὺ νι­ώ­θα­με πε­ρί­ερ­γα, ἀλ­λὰ καὶ κα­λὲς στιγ­μές, μὰ φυ­σι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ οἱ κα­λὲς στιγ­μὲς ἦ­ταν λί­γο ἄ­βο­λες. Οἱ δυ­ό τους ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πολ­λὰ ἀ­πὸ μέ­να, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη – πο­νοῦ­σε καὶ ἦ­ταν κα­κό­κε­φη, μὲ κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ τη­λέ­φω­νό μου καὶ ἄλ­λα πράγ­μα­τα στὸ σπί­τι μου. Χω­ρὶς βι­α­σύ­νη ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α στὸ σπί­τι μου κι ἔ­κα­ναν ντούς, καὶ ἀρ­γό­τε­ρα πή­γαι­ναν γιὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ βόλ­τα, κα­θα­ροί, μὲ τὸν γιό μου ἀ­νά­με­σά τους, πι­α­σμέ­νοι χέ­ρι-χέ­ρι. Ἔ­κα­να πάρ­τυ, ἦρ­θαν, χό­ρε­ψαν, ἐν­τυ­πω­σί­α­σαν τοὺς φί­λους μου κι ἔ­μει­ναν μέ­χρι τὸ τέ­λος. Ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γι’ αὐ­τούς, κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ γιοῦ μας. Σκε­φτό­μουν πὼς γιὰ χά­ρη του ἔ­πρε­πε νὰ τὰ πη­γαί­νου­με κα­λά. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ ἐ­πί­σκε­ψή τους ἤ­μουν κου­ρα­σμέ­νη.

       Τὴ νύ­χτα πρὶν φύ­γουν, εἴ­χα­με σχε­διά­σει νὰ πᾶ­με γιὰ φα­γη­τὸ σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο ἑ­στι­α­τό­ριο μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ἡ μη­τέ­ρα του ἐρ­χό­ταν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη πό­λη, καὶ οἱ τρεῖς τους θὰ ἔ­φευ­γαν τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα γιὰ τὶς Με­σο­πο­λι­τεῖ­ες. Οἱ γο­νεῖς τῆς γυ­ναί­κας του ἤ­θε­λαν νὰ γι­ορ­τά­σουν τὸ γά­μο καὶ νὰ τοὺς γνω­ρί­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­κεί­νη εἶ­χε με­γα­λώ­σει, οἱ λε­βεν­τό­κορ­μοι ἀ­γρό­τες καὶ οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ές τους.

       Ὅ­ταν πῆ­γα στὴν πό­λη ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα νὰ τοὺς συ­ναν­τή­σω ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­με­ναν, πῆ­ρα ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὸ σπί­τι μου καὶ εἶ­χα βρεῖ ὣς τό­τε: ἕ­να βι­βλί­ο, δί­πλα στὴν πόρ­τα τῆς ντου­λά­πας, καὶ κά­που ἀλ­λοῦ μιὰ κάλ­τσα του. Ὁ­δή­γη­σα ὣς τὸ κτί­ριο καὶ εἶ­δα τὸν ἄν­τρα μου ἔ­ξω στὸ πε­ζο­δρό­μιο νὰ μοῦ κά­νει νό­η­μα νὰ στα­μα­τή­σω. Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ μι­λή­σει προ­τοῦ νὰ μπῶ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του δὲν ἦ­ταν κα­λὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μα­ζί τους, καὶ μὲ πα­ρα­κά­λε­σε ἂν θὰ γι­νό­ταν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ τὴν πά­ρω μα­ζί μου. Χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, εἶ­πα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα. Εἶ­χα ξε­χά­σει τὸν τρό­πο ποὺ θὰ ξε­ψά­χνι­ζε τὸ σπί­τι μου καὶ ὅ­τι ὅ­σο θὰ κα­θά­ρι­ζα ἐ­κεί­νη θὰ κοι­τοῦ­σε.

       Στὴν αἴ­θου­σα ὑ­πο­δο­χῆς, κά­θον­ταν ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη σὲ δυ­ὸ πο­λυ­θρό­νες, αὐ­τὲς οἱ μι­κρό­σω­μες γυ­ναῖ­κες, ὄ­μορ­φες μὲ ξε­χω­ρι­στὸ τρό­πο, καὶ φο­ροῦ­σαν κρα­γιὸν ἀλ­λι­ώ­τι­κου χρώ­μα­τος, ἀ­σθε­νι­κές, σκέ­φτη­κα ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους. Ὁ λό­γος ποὺ κά­θον­ταν ἐ­δῶ κά­τω ἦ­ταν ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του φο­βό­ταν νὰ ἀ­νε­βεῖ ἐ­πά­νω. Δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ πε­τά­ξει μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω ἀ­π’ τὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα. Τό­τε —ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη— ἄν­τε­χε ν’ ἀ­νε­βεῖ στὸν ὄ­γδο­ο, ὑ­πὸ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν κλει­στά.

       Πρὶν βγοῦ­με γιὰ φα­γη­τό, ὁ ἄν­τρας μου ἀ­νέ­βα­σε τὸ βι­βλί­ο στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἀλ­λὰ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἔ­χω­σε τὴν κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ στὴ διά­ρκεια τοῦ δεί­πνου, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα του ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ μιὰ ἄ­δεια κα­ρέ­κλα· κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­παι­ζε μὲ τὸν γιό μου, μὲ τ’ αὐ­το­κι­νη­τά­κια του, καὶ ἄλ­λο­τε ρω­τοῦ­σε τὸν ἄν­τρα μου καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ γυ­ναί­κα του σχε­τι­κὰ μὲ κόκ­κους μαύ­ρου πι­πε­ριοῦ καὶ ἄλ­λα δυ­να­τὰ μπα­χα­ρι­κὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε πι­θα­νό­τη­τα νὰ εἶ­χαν βά­λει στὸ φα­γη­τό της. Με­τά, ἀ­φοῦ φύ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­π’ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ στε­κό­μα­σταν στὸ πάρ­κινκ, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγα­λε τὴν κάλ­τσα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ τὴν κοί­τα­ξε, κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς εἶ­χε βρε­θεῖ ἐ­κεῖ.

       Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω τὴν κάλ­τσα, αὐ­τὴ τὴ μί­α κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη, μα­κρι­νὴ γει­το­νιὰ στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πό­λης σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο γκέ­το, δί­πλα σὲ αἴ­θου­σες μα­σάζ, καὶ κα­νείς μας δὲν ἤ­ξε­ρε πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν πό­λη, ἀλ­λὰ ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­δῶ μα­ζὶ καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο, για­τί ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἐ­γὼ κι αὐ­τὸς ἤ­μα­σταν σύν­τρο­φοι, εἴ­χα­με ὑ­πάρ­ξει σύν­τρο­φοι γιὰ πο­λὺ και­ρό, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα πα­ρὰ νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες κάλ­τσες του ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει, βρώ­μι­κες ἀ­π’ τὸν ἱ­δρώ­τα του καὶ ξε­φτι­σμέ­νες στὴν πα­τού­σα, σὲ ὅ­λη μας τὴν κοι­νὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο, καὶ με­τὰ σκέ­φτη­κα τὰ πό­δια του σ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς κάλ­τσες, πῶς τὸ δέρ­μα ἦ­ταν δι­α­φα­νὲς στὸν ἀ­στρά­γα­λο καὶ ἡ φτέρ­να μὲ τὴ φθαρ­μέ­νη ὕ­φαν­ση· σκε­φτό­μουν πῶς δι­ά­βα­ζε ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια σταυ­ρω­μέ­να στοὺς ἀ­στρα­γά­λους ἔ­τσι ὥ­στε τὰ δά­χτυ­λα νὰ δεί­χνουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­ρι­ὲς τοῦ δω­μα­τί­ου· πῶς με­τὰ γυρ­νοῦ­σε στὸ πλά­ι μὲ τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να σὰν δυ­ὸ μι­σὰ φρού­του· πῶς, συ­νε­χί­ζον­τας τὸ δι­ά­βα­σμα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι κι ἔ­φτα­νε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­βγα­ζε τὶς κάλ­τσες καὶ τὶς πέ­τα­γε στὸ πά­τω­μα δι­πλω­μέ­νες σὲ μι­κρὲς μπά­λες κι ἔ­πια­νε ξα­νὰ κι ἔ­τρι­βε τὰ δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε· με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοι­ρα­ζό­ταν μα­ζί μου αὐ­τὸ ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν, καὶ ἄλ­λο­τε δὲν ἤ­ξε­ρε κὰν ποῦ ἤ­μουν: στὸ δω­μά­τιο ἢ κά­που ἀλ­λοῦ.

       Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ ξε­χά­σω ὅ­λο αὐ­τό, πα­ρό­λο ποὺ ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν βρῆ­κα με­ρι­κὰ ἀ­κό­μα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει, ἢ ποὺ μᾶλ­λον ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴν τσέ­πη ἑ­νὸς σα­κα­κιοῦ μου – μί­α κόκ­κι­νη χτέ­να, ἕ­να κόκ­κι­νο κρα­γιὸν καὶ ἕ­να μπου­κα­λά­κι χά­πια. Γιὰ λί­γο και­ρὸ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κά­θον­ταν ἥ­συ­χα στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας σὲ μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα τῶν τρι­ῶν κι ἀρ­γό­τε­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ τῆς τὰ ἔ­στελ­να, ἐ­πει­δὴ ἔ­λε­γα πὼς ἴ­σως νὰ χρει­α­ζό­ταν τὰ φάρ­μα­κα, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς ξε­χνοῦ­σα νὰ ρω­τή­σω, μέ­χρι ποὺ τε­λι­κὰ τὰ ἔ­βα­λα σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι γιὰ νὰ τῆς τὰ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ ξα­να­έρ­χον­ταν ἐ­δῶ, για­τί εἶ­χε πε­ρά­σει και­ρός, ὁ­πό­τε δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σαν νὰ ξα­νάρ­θουν, καὶ κου­ρα­ζό­μουν καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκε­φτό­μουν.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ὤλ­μπα­νυ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 6 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­παι­νε­θεῖ γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους. Με­τα­φρά­ζει ἐ­πί­σης Γάλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­ξε παν­τρε­μέ­νη μὲ τὸν δι­ά­ση­μο συγ­γρα­φέ­α Πὸλ Ὦ­στερ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Μαί­ρη ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «dasein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Φω­το­γρα­φί­α: Robyn Drage, Toe Srory IV, Μι­κτὴ τε­χνι­κή σὲ καμ­βά (15,24 x 15,24 ἑκ.).

 

Τέρι Θέμλινγκ (Terry Thuemling): Ἀλφάλφα

 

 

Τέρι Θέμλινγκ (TerryThuemling)

 

Ἀλφάλφα

(Alfalfa)

 

ΚΑΒΓΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ἀ­πὸ ἕ­να ἁ­πλὸ κρυ­πτό­λε­ξο στοὺς κυ­ρι­α­κά­τι­κους Τά­ιμς τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης: Βρεῖ­τε μιὰ λέ­ξη μὲ τὸν συν­δυα­σμὸ γραμ­μά­των ΧΨΩΧ­ΨΩΧ, ἀλ­λὰ κο­ρυ­φώ­θη­κε, ὅ­πως γί­νε­ται πάν­τα μὲ τοὺς κα­βγά­δες καὶ σύν­το­μα δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πλέ­ον ἕ­να φι­λι­κὸ ἀν­τα­γω­νι­σμὸ γιὰ νὰ δοῦν ποι­ὸς θὰ ἔ­λυ­νε πρῶ­τος τὸν γρί­φο, ἀλ­λὰ μιὰ μά­χη ποὺ δι­νό­ταν μὲ νύ­χια καὶ μὲ δόν­τια πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γυ­ά­λι­νο τρα­πε­ζά­κι σα­λο­νιοῦ, ἡ ἔκ­βα­ση τῆς ὁ­ποί­ας θὰ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴ βέ­βαι­η ἀ­πό­δει­ξη τοῦ ποι­ὸς ἦ­ταν ἐ­ξυ­πνό­τε­ρος, τε­λει­ώ­νον­τας ἔ­τσι μιὰ μυ­στι­κὴ ἀν­τι­πα­λό­τη­τα ποὺ σκί­α­ζε τὸν ὁ­λο­καί­νου­ριο γά­μο τους σὰν τὸ ἀ­μό­νι στὰ κι­νού­με­να σχέ­δια καὶ εἶ­χε πρό­σφα­τα ἐν­τα­θεῖ χά­ρη σὲ σχό­λια ὅ­πως, Ἔ­λα τώ­ρα, ἀ­κό­μα καὶ ἡ δω­δε­κά­χρο­νη ἀ­νι­ψιά μου ξέ­ρει πὼς τὸ Μπί­σμαρκ εἶ­ναι ἡ πρω­τεύ­ου­σα τῆς Βό­ρειας Ντα­κό­τα, τὸ 35 ὁ­ρι­ζόν­τια εἶ­ναι ἐ­λα­φρο­χέ­ρης καὶ ὄ­χι «ἐ­λα­φρυ­χέ­ρης» καὶ Σί­γου­ρα, πί­στευ­α κι ἐ­γὼ πὼς ὁ ὑ­παρ­ξι­σμὸς πα­ρου­σί­α­ζε ἐν­δι­α­φέ­ρον, ἀλ­λὰ τό­τε πή­γαι­να ἀ­κό­μα λύ­κει­ο, καὶ πα­ρό­λο ποὺ καὶ οἱ δύ­ο ἦ­ταν μορ­φω­μέ­νοι καὶ πί­στευ­αν πὼς ἦ­ταν ὑ­πε­ρά­νω ὅ­λων αὐ­τῶν γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τσα­κώ­νον­ταν συ­νή­θως οἱ νι­ό­παν­τροι, βρέ­θη­καν καὶ οἱ ἴ­διοι νὰ λο­γο­μα­χοῦν γιὰ ἐ­ξί­σου ἀ­σή­μαν­τα ζη­τή­μα­τα – τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῶν τε­λι­κῶν βαθ­μῶν, ποι­ὸς εἶ­χε δι­α­βά­σει Μπον­τλὲρ στὰ γαλ­λι­κὰ ἢ τὴν κα­τάλ­λη­λη προ­φο­ρὰ τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ Ναμ­πό­κοφ – τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ καὶ οἱ δύ­ο γνώ­ρι­ζαν πὼς αὐ­τὰ μι­κρὴ σχέ­ση εἶ­χαν μὲ τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ ἤ­θε­λαν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νὰ θέ­σουν ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ ἤ­θε­λαν ν’ ἀ­κού­σουν, καὶ λοι­πὸν νά ποὺ βρέ­θη­καν νὰ κα­βγα­δί­ζουν γιὰ ἕ­να παι­χνί­δι λέ­ξε­ων, λέ­γον­τας ἄ­σχη­μα πράγ­μα­τα γιὰ τοὺς γο­νεῖς καὶ τῶν δύ­ο καὶ ἀ­πει­λών­τας νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ὑ­πό­θε­ση γά­μος, το­νί­ζον­τας κά­θε τους ἐ­πι­χεί­ρη­μα χτυ­πών­τας τὸ χέ­ρι τους στὸ τρα­πε­ζά­κι, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ ἡ γυ­ά­λι­νη ἐ­πι­φά­νεια θρυμ­μα­τί­στη­κε σὲ χί­λια μι­κρο­σκο­πι­κὰ κομ­μά­τια καὶ ἐ­κεῖ­νοι ἔ­μει­ναν ἀ­πο­ρη­μέ­νοι σχε­τι­κὰ μὲ τὸ τὶ εἶ­χε μό­λις συμ­βεῖ, ὥ­σπου ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δυ­ό τους, τὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 

Τέ­ρι Θέμ­λινγκ (Terry Thuemling). Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κό του τί­τλο στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ Κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2003. Ζεῖ στὸ Μιλ­γου­ό­κι, Γου­ι­σκόν­σιν μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, Ρέ­ι­τσελ, καὶ τὴν κό­ρη τους, Ἐ­σμέ. Δου­λεύ­ει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μιλ­γου­ό­κι-Γου­ι­σκόν­σιν, ὅ­που δι­δά­σκει δι­ά­φο­ρα μα­θή­μα­τα Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Τζὸν Ἀπντάικ (John Updike): Πυγμαλίων

 

 

Τζὸν Ἀπντάικ (John Updike)

 

Πυγμαλίων

(Pygmalion)

 

ΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΣΕ στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα ἦ­ταν τὸ τα­λέν­το της στὶς μι­μή­σεις: Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κά­θε συ­νά­θροι­ση, στὸ σπί­τι τὸ δι­κό τους ἢ σὲ κά­ποι­ου ἄλ­λου ζευ­γα­ριοῦ, ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε γιὰ χά­ρη του ὅ­σα εἶ­χαν δεῖ, τὰ πρό­σω­πα, τὶς φω­νές, στρα­βώ­νον­τας τὸ στο­μα­τά­κι της μὲ μι­κροὺς μορ­φα­σμοὺς ποὺ γιὰ μί­α ἐκ­πλη­κτι­κὴ στιγ­μὴ ξα­νά­φερ­ναν κον­τά τους ἕ­ναν ἀ­πόν­τα γνω­στό. «Ποὺ λέ­τε, ἐ­ὰν μὲ ἐν­δι­έ­φε­γε —πῶς τὸ λέ­ει ἡ Γκου­έν; — ἐ­ὰν μὲ ἐν­δι-έ­φε­γε ἡ συν­τή­γη­ση–»  Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ σύ­ζυ­γος, γε­λοῦ­σε μὲ τὴν καρ­διά του, πα­ρό­τι ἡ Γκου­ὲν ἦ­ταν στὰ κρυ­φὰ ἐ­ρω­μέ­νη του καὶ ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει ἡ δεύ­τε­ρη σύ­ζυ­γός του. Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε σ’ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ ζω­η­ρά­δα της στὸ κρε­βά­τι, κι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πε­χθα­νό­ταν στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα ἦ­ταν τὸ ὅ­τι τοῦ ζη­τοῦ­σε νὰ τῆς τρί­ψει τὴν πλά­τη κι ὕ­στε­ρα, κά­τω ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του ποὺ μο­χθοῦ­σαν, τὴν ἔ­παιρ­νε, κά­θε νύ­χτα, ὁ ὕ­πνος.

       Τὰ πρῶ­τα χρό­νια τοῦ νέ­ου γά­μου, κά­θε ποὺ ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ σπί­τι μὲ τὴν Γκου­ὲν με­τὰ ἀ­πὸ συ­νά­θροι­ση, ἐ­κεῖ­νος πε­ρί­με­νε, ἀ­συ­νεί­δη­τα, ν’ ἀρ­χί­σουν οἱ μι­μή­σεις, ἡ ἀ­να­κε­φα­λαί­ω­ση. Μά­λι­στα τὴν πα­ρό­τρυ­νε: «Πῶς εἶ­δες τὸν ἀ­δελ­φὸ τῆς οἰ­κο­δέ­σποι­νάς μας;»

       «Ἄ», ἀ­παν­τοῦ­σε ἁ­πλὰ ἡ Γκου­έν, «πο­λὺ εὐ­χά­ρι­στος μοῦ φά­νη­κε». Καὶ ἐ­πει­δὴ ἔ­νι­ω­θε μὲ τὴ γυ­ναι­κεί­α της δι­αί­σθη­ση ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος πε­ρί­με­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἴ­σως νὰ πρό­σθε­τε «Ἄ­κα­κος. Λί­γο στε­νό­μυα­λος ἴ­σως.». Τὰ μά­τια της ἄ­στρα­φταν, ἐ­νῶ ἄ­κου­γε στὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σι­ω­πή του μιὰ ἄρ­ρη­τη ἀ­παί­τη­ση, καὶ μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συγ­κι­νη­τι­κό, παι­δι­κὸ ψεύ­δι­σμά της τοῦ ἔ­λε­γε «Τί πγαγ­μα­τι­κὰ θέ­λεις;»

       «Ἄ, τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Ἁ­πλῶς – τὸν εἶ­χε συ­ναν­τή­σει μιὰ φο­ρὰ ἡ Μαρ­γκε­ρὶτ πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια καὶ τῆς εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση τί πομ­πώ­δης βλά­κας ποὺ εἶ­ναι. Ἔ­τσι ποὺ ρου­φά­ει τὴν ἄ­κρη τῆς πί­πας του καὶ τε­λει­ώ­νει κά­θε δή­λω­σή του λέ­γον­τας “Μὲ πα­ρα­κο­λου­θεῖ­τε;”»

       «Ἐ­γὼ τὸν βρῆ­κα ἀ­πο­λύ­τως εὐ­χά­ρι­στο», εἶ­πε πα­γε­ρὰ ἡ Γκου­ὲν καὶ τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη γιὰ νὰ βγά­λει τὸ ἀ­ση­μί, ἐ­φαρ­μο­στὸ φου­στά­νι της. Ἐ­νῶ τὸ τρα­βοῦ­σε τι­νά­ζον­τας τοὺς γο­φούς της δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρὰ γιὰ νὰ τὸ κα­τε­βά­σει, γύ­ρι­σε τὸ κε­φά­λι της καὶ πρό­σθε­σε προ­κλη­τι­κὰ «Εἶ­χε πολ­λὰ νὰ πεῖ γιὰ τοὺς φο­ρο­λο­γι­κοὺς πα­ρά­δει­σους».

       «Εἶ­μαι σί­γου­ρος», σάρ­κα­σε ξε­ψυ­χι­σμέ­να ὁ Πυγ­μα­λί­ων, ναρ­κω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ θέ­α­μα τῆς γυ­ναί­κας του ποὺ προ­έ­λαυ­νε, γυ­μνή, πρὸς τὸ μέ­ρος του καὶ τὴ συ­ζυ­γι­κή τους κλί­νη. «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σε.

       «Ἄχ, ἔ­λα τώ­ρα», εἶ­πε ἐ­κεί­νη, σβή­νον­τας τὸ φῶς.

       Ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ μι­μή­θη­κε ἡ Γκου­ὲν ἦ­ταν ὁ δεύ­τε­ρος σύ­ζυ­γος τῆς Μαρ­γκε­ρίτ, ὁ Ἔντ· εἶ­χαν συ­ναν­τη­θεῖ ὅ­λοι ἀ­να­πάν­τε­χα σ’ ἕ­ναν φι­λαν­θρω­πι­κὸ χο­ρὸ γιὰ τὴ δι­ά­σω­ση τῶν φα­λαι­νῶν, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν στα­λεῖ προ­σκλή­σεις ἀ­δι­α­κρί­τως. «Ὄ-χὸ-χό», βρον­το­φώ­να­ξε ὕ­στε­ρα ὅ­ταν βρέ­θη­καν μό­νοι τους στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους, «ὥ­στε ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ εὐ­γε­νὴς προ­κά­το­χός μου!» Κι ἔ­πει­τα πρό­σθε­σε «Νὰ χα­ρῶ ἐ­γὼ εὐ­γε­νῆ. Σὲ μι­σεῖ τό­σο πο­λὺ ποὺ τὸν ἐ­ρέ­θι­σες».

       «Ἀ­λή­θεια;» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Ἐ­μέ­να μοῦ φά­νη­κε ἀ­πο­λύ­τως εὐ­χά­ρι­στος, σὲ μιὰ συ­νάν­τη­ση ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­μή­χα­νη».

       «Ναί, ἀ­μέ­ε­ε», συμ­φώ­νη­σε ἐ­κεί­νη, μι­μού­με­νη τὸν ἐγ­κάρ­διο Ἔντ, ἀ­φή­νον­τας γιὰ μιὰ ἐκ­πλη­κτι­κὴ στιγ­μὴ τὸ ἐ­λα­φρῶς ἀ­νέκ­φρα­στο καὶ ἄ­ψυ­χο ὕ­φος βε­βι­α­σμέ­νης ἀ­γα­θο­σύ­νης τοῦ Ἒντ νὰ εἰ­σβά­λει στὰ συ­νή­θως μι­κρο­σκο­πι­κὰ καὶ στρογ­γυ­λε­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της.

       «Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­θό­λου ἀ­μη­χα­νί­α με­τα­ξύ μας, χό, χό», συ­νέ­χι­σε, ἐν­θαρ­ρυ­μέ­νη. «Καί, γιὰ πές μου, φί­λε μου, για­τί δὲν ἔρ­χε­ται πο­τὲ πιὰ στὴν ὥ­ρα της ἡ δι­α­τρο­φὴ γιὰ τὰ παι­διά;»

       Κι αὐ­τὸς γε­λοῦ­σε μὲ τὴν καρ­διά του, ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νος ποὺ ἔ­βλε­πε τὴ σύ­ζυ­γό του νὰ φτά­νει σ’ αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος θε­ω­ροῦ­σε σω­στὴ γυ­ναι­κεί­α συμ­πε­ρι­φο­ρὰ – μιὰ εὔ­πλα­στη, ἀ­κοί­μη­τη εὐ­αι­σθη­σί­α στὸ ἀν­θρώ­πι­νο πε­ρι­βάλ­λον, μιὰ εὐ­ά­γω­γη αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τα ποὺ πα­ρα­συ­ρό­ταν ἀ­πὸ τὰ ρεύ­μα­τα τῆς Φύ­σης αὐ­το­προ­σώ­πως. Ὁ ἴ­διος δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γνω­ρί­σει τὸν κό­σμο, αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ φό­βος του, ἐ­ὰν δὲν τοῦ τὸν με­τέ­φρα­ζε μιὰ γυ­ναί­κα. Τώ­ρα, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συγ­κέν­τρω­ση, καὶ τὴ ρω­τοῦ­σε πῶς τῆς εἶ­χε φα­νεῖ ὁ τά­δε, ἡ Γκου­ὲν στε­κό­ταν ὄρ­θια φο­ρών­τας τὰ ἐ­σώ­ρου­χά της καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν, σὰ νὰ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σκη­νή. «Ἐ­μεῖς – νὰ πά­ρει, ἀ­γα­πη­τέ μου», ἀ­να­κοί­νω­νε σὲ μιὰ ξαφ­νι­κή, με­λω­δι­κὴ πα­ρω­δί­α, «ἂν δὲν ἦ­ταν ἡ Πορ­το­γα­λί­α, εἰ­λι­κρρρ­ι­νά, δὲν θά ’­χε μεί­νει οὔ­τε μί­α χώ­ρα στὴν Εὐ­ρώ­πη!»

       «Ἄχ, ἔ­λα τώ­ρα», δι­α­μαρ­τυ­ρό­ταν ἐ­κεῖ­νος, κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ ἔ­βλε­πε τὰ ὄ­μορ­φα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της νὰ ἀλ­λοι­ώ­νον­ται σὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη, ἀ­λα­ζο­νι­κὴ χον­τρο­κο­πιά.

       «Πῶς τὸ κά­νει;» ρω­τοῦ­σε ἡ Γκου­έν, σὰν ἀ­πὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. «Κά­πως κά­νει τὸ σα­γό­νι της, σὰ νὰ τὸ στρί­βει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρὰ χω­ρὶς νὰ ξε­σφίγ­γει τὰ δόν­τια.»

       «Τό ’­πια­σες!» ἐ­πι­κρο­τοῦ­σε αὐ­τός.

       «Φυ­σι­κά, ξέρρ­ρε­τε», συ­νέ­χι­ζε ἐ­κεί­νη μὲ τὴν προ­σποι­η­τὴ φω­νή, «κά­πο­τε ἦ­ταν ἡ Ἑλ­λά­δα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ὅ­λοι αὐ­τοὶ οἱ ἀ­παί­σιοι Ἄ­ρα­βες…»

       «Ἄχ, ναί, ναί», ἔ­λε­γε ἐ­κεῖ­νος, ἐ­νῶ τὸ πρό­σω­πό του πο­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ δυ­να­τά, γε­μά­τα πε­ρη­φά­νια, γέ­λια. Εἶ­χε γί­νει τέ­λεια γιὰ ἐ­κεῖ­νον.

       Στὸ κρε­βά­τι ἐ­κεί­νη τοῦ τό­νι­ζε «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά».

       «Θέ­λεις νὰ σοῦ τρί­ψω τὴν πλά­τη;»

       «Μμμ. Αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν πγαγ­μα­τι­κὰ ὡ­ραῖ­ο». Ἐ­νῶ τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι μο­χθοῦ­σε μα­λά­ζον­τας τὴ λεί­α, ζε­στή, εὔ­πλα­στη ἐ­πι­φά­νεια, ἡ σύ­ζυ­γός του —αὐ­τὸ τὸ μι­κρὸ κα­τι­τὶς μέ­σα της ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο δι­κό της— βυ­θι­ζό­ταν μα­κριά του· τὴν ἔ­παιρ­νε, κά­θε νύ­χτα, ὁ ὕ­πνος.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Τζὸν Ἀπντάικ (John Updike) (Ρέν­τινγκ, Πεν­σιλ­βά­νια, 1932-Ντάνβερς, Μα­σα­χουσέτης, 2009). Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἔ­χει γρά­ψει πάμ­πολ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἔ­χει ἐ­πη­ρε­ά­σει πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς. Βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Κέρ­δι­σε δύ­ο βρα­βεῖ­α Πού­λι­τζερ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­να Μπού­ρη (1983). Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ΜΜΕ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, με­τα­φρά­ζει βι­βλί­α —κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνι­κὰ καὶ δο­κί­μια γιὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά— καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες γιὰ φε­στι­βὰλ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

 

Τζένιφερ Κάρ (Jennifer Carr): Ἡ Φωτογραφία Δίπλα στὸ Κρεβάτι

 

 

Τζένιφερ Κάρ (JenniferCarr)

 

Ἡ Φωτογραφία Δίπλα στὸ Κρεβάτι

(Photo by the Bed)

 

ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ μοῦ δί­νει νὰ δῶ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κή σου ἡ­λι­κί­α σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ δο­κι­μα­σί­α. «Ποιός εἶ­ναι ὁ Ἄ­λεκ;» ρω­τά­ει, χτυ­πών­τας τὴν ἄ­κρη μὲ τὸ δά­χτυ­λό της. Πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι τὰ πρό­σω­πά σας, τὸ δι­κό σου καὶ τοῦ δί­δυ­μου ἀ­δελ­φοῦ σου, στρογ­γυ­λὰ καὶ τὰ δύο, καὶ πλαι­σι­ω­μέ­να ἀ­πὸ μαῦ­ρα μαλ­λιά, μά­τια μι­σό­κλει­στα καὶ χα­μό­γε­λο. Τὸ πρό­σω­πό σου μοιά­ζει πιὸ πλα­τύ, ἡ μύ­τη σου ὄ­χι τό­σο μα­κριά, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ μοῦ δί­νει τὴν ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὅ­τι πάν­τα γέρ­νεις πρὸς τὰ ἐμ­πρός. Εἶ­σαι αὐ­τὸς ποὺ τεν­τώ­νε­ται πρὸς τὴ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή, ἢ εἶ­σαι ἕ­τοι­μος νὰ πη­δή­ξεις ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κορ­νί­ζα. Εἶ­σαι τρί­α λε­πτὰ καὶ σα­ράν­τα πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ ἤ­ξε­ρες ἀ­κό­μα καὶ τό­τε. Σὲ δεί­χνω μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ ἡ μέ­ρα συ­νε­χί­ζε­ται, Πά­σχα ἢ γε­νέ­θλια, ἡ μέ­ρα συ­νε­χί­ζε­ται.

       Ὅ­ταν μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται, παίρ­νει στὰ χέ­ρια της τὴν κορ­νί­ζα στὸ κο­μο­δί­νο. Σ’ ἐ­κεί­νη τὴ φω­το­γρα­φί­α ὁ πα­τέ­ρας σου γε­λά­ει. Ἔ­χει μού­σι, γυα­λιὰ σὰν τοῦ Τζὸν Λέ­νον, μιὰ μπαν­τά­να ποὺ τοῦ σπρώ­χνει τὰ μαλ­λιὰ πρὸς τὰ πί­σω καὶ στὸ φόν­το σκο­τά­δι. Εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας μὲ δύο νε­α­ρὰ ἀ­γό­ρια, ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ ἀ­κό­μα δὲν γνω­ρί­ζει τὸν πό­νο ποὺ θὰ τοῦ προ­κα­λοῦ­σε ὁ δε­σμὸς τῆς γυ­ναί­κας του μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο, τὸν πό­νο ποὺ θὰ τοῦ προ­κα­λοῦ­σε τὸ νὰ εἶ­ναι πα­τέ­ρας μό­νος σὲ ἕ­να σπί­τι. Οἱ γο­νεῖς του ἔ­μελ­λε νὰ πε­θά­νουν σὲ δύο χρό­νια. Ἔ­χει τὴν τω­ρι­νὴ ἡ­λι­κί­α μας.

       Στὴ φω­το­γρα­φί­α αὐ­τή, ἐ­σὺ στέ­κε­σαι μπρο­στά του μα­ζὶ μὲ τὸν δί­δυ­μο ἀ­δελ­φό σου, σὲ ἡ­λι­κί­α πέν­τε ἐ­τῶν. Φο­ρᾶ­τε καὶ οἱ δυ­ὸ ἐ­κεῖ­να τὰ ρι­γὲ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὰ κα­πέ­λα ποὺ φο­ρού­σα­με ὅ­λοι – κι ἐ­γὼ φο­ροῦ­σα ἕ­να, πεν­τα­κό­σια μί­λια καὶ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια πιὸ μα­κριά. Μοῦ δί­νει τὴ φω­το­γρα­φί­α καὶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν πρό­κει­ται γιὰ δο­κι­μα­σί­α, πρό­κει­ται γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α δί­πλα στὸ κρε­βά­τι. Σὲ δεί­χνω καὶ ἡ μη­τέ­ρα σου κου­νά­ει ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι της καὶ δεί­χνει τὸν ἀ­δελ­φό σου. Ἐ­σὺ γνέ­φεις κα­τα­φα­τι­κὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τάς τη. «Ὄ­χι», τῆς λέ­ω καὶ με­τὰ σω­παί­νω ἀ­μέ­σως, τρο­μά­ζον­τας πὼς ἀ­γα­ποῦ­σα τὸ λά­θος πρό­σω­πο τό­σο και­ρό, ἔ­ψα­χνα τὸ λά­θος πρό­σω­πο, ἔ­ψα­χνα αὐ­τὸν μὲ τὸ λευ­κὸ που­κά­μι­σο γιὰ νὰ βρῶ τὰ δι­κά σου ση­μά­δια.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 

Τζέ­νι­φερ Κάρ (Jennifer Carr) Συγ­γρα­φέ­ας, μπλόγ­κερ, ὁ­μι­λή­τρια καὶ ὑ­πέρ­μα­χος κά­θε εἴ­δους δι­α­φυ­λι­κῶν ἀ­τό­μων. Ἡ ἀ­να­τρο­φὴ τοῦ δι­α­φυ­λι­κοῦ παι­διοῦ της ἐμ­πνέ­ει τὸ τα­ξί­δι αὐ­τε­πι­στα­σί­ας της ποὺ τὸ μοι­ρά­ζε­ται στὸ δι­ε­θνοῦς ἀ­κτι­νο­βο­λί­ας ἱ­στο­λό­γιό της, ὅ­που ψευ­δω­νυ­μο­γρα­φεῖ γιὰ τὴν προ­στα­σί­α τῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας της (www.todayyouareyou.com).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἕνας αἰσιόδοξος

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Ἕ­νας αἰ­σι­ό­δο­ξος

(An O­p­t­i­m­i­st)

 

ΥΟ ΒΑΤΡΑΧΟΙ στὸ στο­μά­χι ἑ­νὸς φι­διοῦ συλ­λο­γί­ζον­ταν τὴν ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐ­πῆλ­θε στὴ ζω­ή τους.

«Με­γά­λη ἀ­τυ­χί­α» εἶ­πε ὁ ἕ­νας.

       «Μὴ βγά­ζεις τό­σο εὔ­κο­λα συμ­πε­ρά­σμα­τα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. «Δὲν κιν­δυ­νεύ­ου­με ἀ­πὸ τὴ βρο­χὴ καὶ μᾶς βρί­σκε­ται στέ­γη καὶ τρο­φή».

       «Στέ­γη, σί­γου­ρα» εἶ­πε ὁ πρῶ­τος βά­τρα­χος. «Ὅ­μως δὲν βλέ­πω τὴν τρο­φή.»

       «Συ­νε­χῶς γκρι­νιά­ζεις» ἐ­ξή­γη­σε ὁ ἄλ­λος. «Ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι εἴ­μα­στε ἡ τρο­φή».

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ:  Στὸ πρω­τό­τυ­πο, τὰ τε­λευ­ταῖ­α λό­για τοῦ δεύ­τε­ρου βα­τρά­χου ξε­κι­νοῦν μὲ τὴ φρά­ση Y­ou a­re a c­r­o­a­k­er. Πρό­κει­ται γιὰ μὴ με­τα­φρά­σι­μο λο­γο­παί­γνιο με­τα­ξύ τῶν ση­μα­σι­ῶν τῆς λέ­ξης c­r­o­a­k­er, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει (α) ἐ­κεῖ­νον ποὺ κο­ά­ζει (ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸν βά­τρα­χο), (β) τὸν γκρι­νιά­ρη καὶ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο καὶ (γ) ἐ­κεῖ­νον ποὺ πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει.

   

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Τὸ ὀπόσουμ τοῦ μέλ­λοντος

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Τὸ ­πό­σουμ τοῦ μέλ­λον­τος

(T­he O­p­o­s­s­um of t­he F­u­t­u­re)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ἕ­να ὀ­πό­σουμ ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ κρε­μα­σμέ­νο ἀ­νά­πο­δα μὲ τὴν οὐ­ρά του ἀ­πὸ ἕ­να κλα­δί, ξύ­πνη­σε καὶ εἶ­δε ἕ­να με­γά­λο φί­δι νὰ τυ­λί­γε­ται στὸ δέν­τρο, ἀ­νά­με­σα στὸ κλα­δὶ καὶ τὸν κορ­μό.

       «Ἂν μεί­νω ἐ­δῶ» μο­νο­λό­γη­σε «θὰ μὲ φά­ει· ἂν λύ­σω τὴν οὐ­ρά μου, θὰ σπά­σω τὸ κε­φά­λι μου».

       Ἀλ­λὰ αἴφ­νης σκέ­φτη­κε νὰ φερ­θεῖ πο­νη­ρά:

       «Ἐ­ξε­λιγ­μέ­νε ὣς τὴν τε­λει­ό­τη­τα φί­λε μου» εἶ­πε «τὸ ἔμ­φυ­το ἔν­στι­κτό μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει στὸ πρό­σω­πό σου μιὰ εὐ­γε­νὴ ἔκ­φαν­ση καὶ ἀ­πό­δει­ξη τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης. Εἶ­σαι τὸ ὀ­πό­σουμ τοῦ μέλ­λον­τος, ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καὶ ἰ­δε­ω­δέ­στε­ρος ἀ­πό­γο­νός του εἴ­δους μας, ἡ ὥ­ρι­μη ἀ­πό­λη­ξη τῆς προ­ό­δου τῆς ἁρ­πά­γης – ὁ­λό­κλη­ρος μιὰ οὐ­ρά!»

       Ἀλ­λὰ τὸ φί­δι, πε­ρή­φα­νο γιὰ τὴν πα­λαι­ὰ ὑ­πε­ρο­χή του, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα πα­ρα­δί­δουν οἱ Γρα­φές, ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ ὀρ­θό­δο­ξο καὶ δὲν ἀ­πο­δέ­χθη­κε τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη.

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Τὰ ὀ­πό­σουμ εἶ­ναι μι­κρὰ σὲ μέ­γε­θος μαρ­σι­πο­φό­ρα θη­λα­στι­κὰ ποῦ ζοῦν στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (κυ­ρί­ως στὸ Βό­ρει­ο τμῆ­μα τῆς ἠ­πεί­ρου) καὶ στὴν Ὠ­κε­α­νί­α. Ὅ­ταν εἶ­ναι σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α, συ­νη­θί­ζουν νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ κλα­διὰ δέν­τρων μὲ τὴν οὐ­ρά τους.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Εἰκό­να: Γε­λοιο­γραφικὴ ἀπεικό­νι­ση τοῦ Martin Van Buren, ὀγδό­ου Προέ­δρου τῶν Η­ΠΑ ὡς ὀπόσουμ. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴ Νέ­α Ὑόρ­κη τὸ 1840 ἀπὸ τὸν H.R. Robinson.