Τζὰκ Χάντεϊ (Jack Handey): Οἱ φωνὲς μέσα στὸ κεφάλι μου

 

 

 

Τζὰκ Χάντεϊ (Jack Handey)

 

Οἱ φωνὲς μέσα στὸ κεφάλι μου

(T­he V­o­i­c­es in my H­e­ad)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΡΩ πό­τε οἱ φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι μου θὰ ἀρ­χί­σουν νὰ μοῦ μι­λοῦν. Μπο­ρεῖ νὰ βγαί­νω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὰ σύ­νε­φα. Ξαφ­νι­κά, οἱ φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου θὰ μοῦ ποῦν νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ νὰ πά­ρω ὀμ­πρέ­λα, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ βρέ­ξει. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὑ­πο­τάσ­σο­μαι στὶς φω­νὲς κι ἐ­πι­στρέ­φω, γιὰ νὰ πά­ρω ὀμ­πρέ­λα. Ἀλ­λὰ ἄλ­λες φο­ρὲς μα­ζεύ­ω ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις μου καὶ ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πά­ρω τὴν ὀμ­πρέ­λα. Πα­ρό­λ’­ αὐ­τά, οἱ φω­νὲς δὲν σὲ ἀ­φή­νουν νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι τὶς πα­ρά­κου­σες, εἰ­δι­κὰ ἂν ὄν­τως βρέ­ξει. Θὰ ποῦν: «Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρεις ὀμ­πρέ­λα. Για­τί δὲν τὴν πῆ­ρες;»

       Δὲν πε­ρι­μέ­νω νὰ κα­τα­λά­βε­τε πῶς εἶ­ναι νὰ ἔ­χεις φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι σου νὰ σοῦ λέ­νε τί νὰ κά­νεις. Πρό­κει­ται ὅ­μως γιὰ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζῶ κα­θη­με­ρι­νά. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, οἱ φω­νὲς μοῦ λέ­νε νὰ πά­ω πί­σω καὶ νὰ ἀλ­λά­ξω τὴ λέ­ξη «ἐ­φιά­λτης» μὲ τὴ φρά­ση «ἐ­πί­γεια κό­λα­ση».

       Οἱ φω­νὲς μὲ βα­σα­νί­ζουν ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ξυ­πνῶ. Λέ­νε: «Σή­κω καὶ πή­γαι­νε στὸ μπά­νιο νὰ οὐ­ρή­σεις.» Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας δὲν χα­λα­ρώ­νουν: «Πή­γαι­νε πά­ρε κά­τι νὰ φᾶς», «Πά­ρε ἕ­ναν ὑ­πνά­κο», «Πή­γαι­νε πά­λι στὸ μπά­νιο», «Ἑ­τοι­μά­σου γιὰ ὕ­πνο». Συ­νε­χῶς. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ φω­νὲς μοῦ μι­λοῦν ἀ­κό­μα καὶ στὸν ὕ­πνο μου, μοῦ λέ­νε νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ οὐ­ρή­σω. Ὁ φό­βος μου εἶ­ναι ὅ­τι οἱ φω­νὲς θὰ μοῦ ποῦν νὰ κά­νω κά­τι τρε­λό, ὅ­πως νὰ πά­ω νὰ ψά­ξω γιὰ δου­λειά.

       Πα­λιὰ πί­στευ­α ὅ­τι τὸ ἀλ­κο­ὸλ θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε τὶς φω­νές, ἀλ­λὰ συ­νή­θως τὶς κά­νει χει­ρό­τε­ρες. Λέ­νε πράγ­μα­τα ὅ­πως: «Πή­γαι­νε πὲς σ’ αὐ­τὸ τὸ ἄ­το­μο τί πραγ­μα­τι­κὰ πι­στεύ­εις γι’ αὐ­τόν», ἢ «Σή­κω πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­νε τὸν ἀ­στεῖ­ο κα­ουμ­πό­ι­κο χο­ρό σου».

       Οἱ φω­νὲς μοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τοὺς Μπήτλς. Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος μοῦ ἔ­λε­γαν νὰ πά­ω νὰ ἀ­γο­ρά­σω κά­ποι­ο ἄλ­μπουμ τῶν Μπήτλς.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς περ­νᾶ­νε με­γά­λες πε­ρί­ο­δοι κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες οἱ φω­νὲς δὲν μοῦ μι­λοῦν, ὅ­πως ὅ­ταν πα­ρα­κο­λου­θῶ τη­λε­ό­ρα­ση, ἢ πα­ρα­κο­λου­θῶ μυρ­μήγ­κια, ἢ εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νος στὸ πά­τω­μα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ φυ­σή­ξω μι­κρὲς μπα­λί­τσες βαμ­βα­κε­ρῶν ἰ­νῶν φτι­ά­χνον­τας ἕ­να με­γά­λο κο­πά­δι ἀ­πὸ μπα­λί­τσες. Ἢ ὅ­ταν προ­σπα­θῶ νὰ κα­τα­λά­βω ποι­ὰ ἀ­πὸ τὶς γά­τες μου φο­βᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ «κε­φά­λι μα­ξι­λα­ρο­θή­κη». Ἀλ­λὰ αὐ­τὲς οἱ χρυ­σὲς στιγ­μὲς φεύ­γουν καὶ σύν­το­μα ἐ­πι­στρέ­φουν οἱ φω­νές.

       Ἁ­πλῶς ἐλ­πί­ζω οἱ φω­νὲς νὰ μοῦ ἔ­λε­γαν κά­τι χρή­σι­μο πό­τε-πό­τε, ὅ­πως πῶς νὰ πῶ κά­τι στὰ γαλ­λι­κὰ ἢ ποῦ πῆ­γαν τὰ γάν­τια μου. Ὅ­μως δὲν τὸ κά­νουν σχε­δὸν πο­τέ. Μά­λι­στα, πολ­λὲς φο­ρές, στὶς φω­νὲς ἀ­ρέ­σει νὰ μὲ προ­κα­λοῦν, λέ­γον­τάς μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ στρί­ψω ἀ­ρι­στε­ρὰ σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση ὅ­ταν, ὅ­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­πρε­πε προ­φα­νῶς νὰ στρί­ψω δε­ξιά. Ἢ μοῦ λέ­νε νὰ φο­ρέ­σω μιὰ γρα­βά­τα ποὺ δεί­χνει γε­λοί­α.

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἴ­δι­ες οἱ φω­νὲς δὲν ξέ­ρουν τί θέ­λουν. Θὰ μοῦ ποῦν νὰ πά­ω καὶ νὰ μι­λή­σω σὲ μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα καὶ με­τὰ θὰ ποῦν «Ὄ­χι, πε­ρί­με­νε, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη γιὰ σέ­να». Ἔ­πει­τα θὰ ποῦν «Ἄν­τε, πή­γαι­νε» κι ἔ­πει­τα θὰ ποῦν «Κι ἂν τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ γυ­ναί­κα σου;» (Φί­λε, ἀ­πο­φά­σι­σε!)

       Ὅ­ταν λὲς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι ἔ­χεις φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι σου, θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­σαι τρε­λός. Ὅ­ταν ὅ­μως δὲν λὲς τί­πο­τα καὶ ἁ­πλῶς κά­θε­σαι καὶ τοὺς κοι­τᾶς, ἐ­πί­σης θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­σαι τρε­λός. Ἄ­ρα δὲν μπο­ρεῖς νὰ κερ­δί­σεις.

       Σκέ­φτη­κα νὰ πά­ω σὲ ψυ­χί­α­τρο γιὰ νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ οἱ φω­νὲς εἶ­παν ὅ­τι θὰ κό­στι­ζε ἀ­κρι­βὰ καὶ μᾶλ­λον θὰ ἔ­παιρ­νε πο­λὺ και­ρὸ καὶ ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω τὸ παν­τε­λό­νι μου καὶ νὰ πά­ω μέ­χρι τὸ με­τρό, με­τὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ὅ­λο αὐ­τὸν τὸν δρό­μο ἀ­πὸ τὸ με­τρὸ καὶ νὰ βγά­λω τὸ παν­τε­λό­νι μου καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ εἶ­χε κὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ φω­νὲς ἔ­χουν ἕ­να δί­κιο.

       Μιὰ μέ­ρα, ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι δὲν ἄν­τε­χα ἄλ­λο καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὶς φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου νὰ σω­πά­σουν μιὰ γιὰ πάν­τα. Ἀλ­λὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τὲ νὰ βρῶ πῶς νὰ τὸ κά­νω αὐ­τὸ κι ἔ­τσι δὲν τὸ ἔ­κα­να.

       Ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι νὰ μὴν προ­σπα­θῶ νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς φω­νές, ἀλ­λὰ νὰ μά­θω νὰ ζῶ μ’ αὐ­τές. (Δὲν τὸ σκέ­φτο­μαι πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τό, ἁ­πλὰ τὸ λέ­ω γιὰ νὰ τὸ ἀ­κού­σουν οἱ φω­νές.)

       Θὰ κα­τα­φέ­ρω πο­τὲ νὰ ἐ­λέγ­ξω ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὶς φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι μου; Ἴ­σως ὄ­χι. Του­λά­χι­στον, θὰ μπο­ρέ­σω νὰ προ­σαρ­μό­σω τὸ στὺλ ζω­ῆς ποὺ ζῶ, ὥ­στε οἱ φω­νὲς νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­πει­λὴ γιὰ μέ­να ἢ τοὺς ἄλ­λους; Ξα­νά, ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὄ­χι.

       Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νὰ τὸ βά­λω κά­τω ἀ­κό­μη, για­τὶ ἕ­να πράγ­μα ποὺ ἔ­μα­θα εἶ­ναι αὐ­τό: οἱ φω­νὲς μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­ταρ­χι­κές, εἶ­ναι ὅ­μως πραγ­μα­τι­κὰ ἠ­λί­θι­ες.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. 

 

Τζὰκ Χάν­τε­ϊ (J­a­ck H­a­n­d­ey) (Σὰν Ἀν­τό­νιο, Τέ­ξας). Ἀ­πὸ τοὺς πιὸ γνω­στοὺς κω­μι­κοὺς καὶ συγ­γρα­φεῖς κω­μι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν. Ἔ­γι­νε δι­ά­ση­μος γιὰ τὸ βι­βλί­ο του D­e­ep T­h­o­u­g­h­ts, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ εὐ­φυ­εῖς ἀ­τά­κες. Ζεῖ στὸ Μαν­χά­ταν μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του ἀ­πὸ τὸ 2002.

 

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

 

Διαφημίσεις

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova): Αἷμα

 

 

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova)

 

Αἷμα

(Blood)

 

ΙΓΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τὸ μα­γα­ζί μου, τρεῖς-τέσ­σε­ρις ἄν­θρω­ποι τὴ μέ­ρα. Κοι­τά­ζουν τὰ ζῶ­α στὰ κλου­βιά, ἀλ­λὰ σπά­νια τὰ ἀ­γο­ρά­ζουν. Ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι στε­νὸς καὶ δὲν χω­ρά­ω πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο, ὁ­πό­τε κά­θο­μαι συ­νή­θως στὴν πα­λιὰ σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη κα­ρέ­κλα μου πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­χω τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο σὲ βα­τρά­χους, σαῦ­ρες, φί­δια καὶ ἔν­το­μα, ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ χον­τρὲς κι­τρι­νω­πὲς γυ­ά­λι­νες πλά­κες. Δά­σκα­λοι ἔρ­χον­ται καὶ παίρ­νουν βα­τρά­χια γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα βι­ο­λο­γί­ας, ψα­ρά­δες περ­νᾶ­νε κα­μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σουν κά­τι γιὰ δό­λω­μα· οὐ­σι­α­στι­κά, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Σύν­το­μα, θὰ πρέ­πει νὰ κλεί­σω τὸ μα­γα­ζί μου καὶ θὰ λυ­πη­θῶ γι’ αὐ­τό, για­τί ἡ νυ­στα­λέ­α, βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης πάν­τα μὲ γα­λή­νευ­ε καὶ πε­ρι­έρ­γως μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω σὰν στὸ σπί­τι μου. Δου­λεύ­ω ἐ­δῶ πέν­τε χρό­νια τώ­ρα.

       Μιὰ μέ­ρα, μιὰ πα­ρά­ξε­νη μι­κρό­σω­μη γυ­ναί­κα μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί μου. Τὸ πρό­σω­πό της φαι­νό­ταν φο­βι­σμέ­νο καὶ γκρί­ζο. Μὲ πλη­σί­α­σε, μὲ τὰ χέ­ρια της νὰ τρέ­μουν, ἀ­φύ­σι­κα χλο­μά, μοι­ά­ζον­τας μὲ δυ­ὸ νε­κρὰ λευ­κὰ ψά­ρια στὸ σκο­τά­δι. Ἡ γυ­ναί­κα δὲν μὲ κοί­τα­ξε, οὔ­τε εἶ­πε τί­πο­τε. Οἱ ἀγ­κῶ­νες της πα­ρέ­παι­αν, ἀ­να­ζη­τών­τας στή­ρι­ξη πά­νω στὸν ξύ­λι­νο πάγ­κο. Μοῦ φά­νη­κε πὼς δὲν εἶ­χε ἔρ­θει ν’ ἀ­γο­ρά­σει σαῦ­ρες· μπο­ρεῖ ἁ­πλῶς νὰ μὴν ἔ­νι­ω­θε κα­λὰ καὶ νὰ ἀ­να­ζή­τη­σε βο­ή­θεια στὴν πρώ­τη ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ποὺ βρῆ­κε μπρο­στά της. Φο­βή­θη­κα πὼς θὰ ἔ­πε­φτε, καὶ τὴν ἔ­πια­σα ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λὴ καὶ σκού­πι­σε τὰ χεί­λη της μ’ ἕ­να μαν­τή­λι. Δὲν ἤ­ξε­ρα τὶ νὰ κά­νω· ἦ­ταν πο­λὺ ἥ­συ­χα καὶ σκο­τει­νὰ μέ­σα στὸ μα­γα­ζί.

       «Ἔ­χε­τε τυ­φλο­πόν­τι­κες ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Τό­τε εἶ­δα τὰ μά­τια της. Ἔ­μοια­ζαν μὲ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους, κου­ρε­λι­α­σμέ­νους ἱ­στοὺς μὲ μιὰ μι­κρὴ ἀ­ρά­χνη στὸ κέν­τρο, τὴν κό­ρη.

       «Τυ­φλο­πόν­τι­κες;» μουρ­μού­ρι­σα. Ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ   πού­λη­μα στὸ μα­γα­ζὶ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα δεῖ τυ­φλο­πόν­τι­κα πο­τέ μου. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἄλ­λο – μιὰ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια της, στὸ δει­λὸ σά­λε­μα τῶν δα­χτύ­λων της ποὺ ἁ­πλώ­θη­καν νὰ μὲ ἀγ­γί­ξουν. Ἔ­νι­ω­σα στε­νά­χω­ρα κοι­τά­ζον­τάς την.

       «Δὲν ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες», εἶ­πα. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, σι­ω­πη­λὴ καὶ τσα­κι­σμέ­νη, μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στοὺς ὤ­μους της. Τὰ βή­μα­τά της ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­βέ­βαι­α.

       «Ἔ, πε­ρι­μέ­νε­τε!» φώ­να­ξα. «Ἴ­σως νὰ ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες.» Δὲν ξέ­ρω, για­τί φέρ­θη­κα ἔ­τσι.

       Τὸ σῶ­μα της τι­νά­χτη­κε, εἶ­χε πό­νο στὰ μά­τια της. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σω.

       «Τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα μπο­ρεῖ νὰ θε­ρα­πεύ­σει ἀρ­ρώ­στους», ψι­θύ­ρι­σε. «Μό­νο τρεῖς στα­γό­νες πρέ­πει νὰ πι­εῖς.»

       Φο­βή­θη­κα. Ἔ­νι­ω­σα κά­τι μο­χθη­ρὸ νὰ κα­ρα­δο­κεῖ στὸ σκο­τά­δι.

       «Ἁ­πα­λύ­νει τὸν πό­νο, του­λά­χι­στον», συ­νέ­χι­σε ἀ­φη­ρη­μέ­να, καὶ ἡ φω­νή της κα­τέ­λη­ξε σ’ ἕ­ναν λυγ­μό.

       «Εἶ­στε ἄρ­ρω­στη;» ρώ­τη­σα. Οἱ λέ­ξεις σφύ­ρι­ξαν σὰν σφαῖ­ρες στὸν πη­χτό, ὑ­γρὸ ἀ­έ­ρα κι ἔ­κα­ναν τὸ κορ­μί της νὰ τραν­τα­χτεῖ. «Λυ­πᾶ­μαι.»

       «Ὁ γιός μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος.»

       Τὰ δι­ά­φα­να βλέ­φα­ρά της ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­μυ­δρή, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη λάμ­ψη στὸ βλέμ­μα της. Τὰ χέ­ρια της κεί­τον­ταν μου­δι­α­σμέ­να στὸν πάγ­κο, ἄ­ψυ­χα σὰν κού­τσου­ρα. Οἱ στε­νοί της ὦ­μοι φαί­νον­ταν στε­νό­τε­ροι μέ­σα στὸ τριμ­μέ­νο γκρὶ παλ­τό της.

       «Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ θὰ σᾶς κά­νει νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα», εἶ­πα.

       Ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη, κι ὅ­ταν τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­δρα­ξαν τὸ πο­τή­ρι, τὰ βλέ­φα­ρά της ἦ­ταν ἀ­κό­μα σφα­λι­σμέ­να. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, μι­κρὴ καὶ εὔ­θραυ­στη, μὲ τὴν πλά­τη καμ­που­ρι­α­σμέ­νη, τὰ βή­μα­τά της ἀ­θό­ρυ­βα κι ἀ­νήμ­πο­ρα μέ­σα στὸ σκο­τά­δι. Ἔ­τρε­ξα στὸ κα­τό­πι της. Εἶ­χα πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή μου.

       «Θὰ σᾶς δώ­σω αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!» φώ­να­ξα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὰ χέ­ρια. Ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρο νὰ τὴν κοι­τᾶς. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­δειος. Τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν σὰν κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ. Δὲν εἶ­χα αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα. Φαν­τά­στη­κα τὴ γυ­ναί­κα στὸ δω­μά­τιό της, νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς. Ἴ­σως νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα σκε­πα­σμέ­νο τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια. Λοι­πόν, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ μὴ μὲ δεῖ καὶ χά­ρα­ξα τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πὸ μ’ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἡ πλη­γὴ αἱ­μορ­ρά­γη­σε καὶ στά­λα­ξε ἀρ­γὰ μέ­σα σ’ ἕ­να γυ­ά­λι­νο μπου­κα­λά­κι. Ὅ­ταν δέ­κα στα­γό­νες κά­λυ­ψαν τὸν πά­το του, ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ βρῆ­κα τὴ γυ­ναί­κα νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει.

       «Ὁ­ρί­στε», εἶ­πα. «Ὁ­ρί­στε τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα.»

       Δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο κοί­τα­ξε τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πό. Ἡ πλη­γὴ ἀ­κό­μα αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε λί­γο, κι ἔ­χω­σα τὸ χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­διά μου. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κοί­τα­ξε κι ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λή. Δὲν ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ γυ­ά­λι­νο μπου­κά­λι, ἀλ­λὰ στρά­φη­κε καὶ πῆ­γε γορ­γὰ στὴν πόρ­τα. Τὴν πρό­φτα­σα κι ἔ­βα­λα μὲ τὸ ζό­ρι τὸ μπου­κά­λι στὰ χέ­ρια της.

       «Εἶ­ναι αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»

       Ψη­λά­φη­σε τὰ δι­ά­φα­νο μπου­κά­λι. Τὸ αἷ­μα μέ­σα του λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἑ­τοι­μο­θά­να­τη φω­τιά. Ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη της.

       «Ὄ­χι. Ὄ­χι», εἶ­πα.

       Ἔ­σκυ­ψε τὸ κε­φά­λι. Ἔ­ρι­ξε τὰ χρή­μα­τα στὸν πάγ­κο καὶ δὲν εἶ­πε λέ­ξη. Ἤ­θε­λα νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὴ γω­νί­α. Μέ­χρι καὶ δεύ­τε­ρο πο­τή­ρι νε­ρὸ ἔ­βα­λα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν πε­ρί­με­νε. Τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν πά­λι ἄ­δει­ο καὶ τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη σὰν βρεγ­μέ­να κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ.

       Ψυ­χρές, ἥ­συ­χες μέ­ρες πέ­ρα­σαν. Τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ φύλ­λα στρο­βι­λί­ζον­ταν ἀ­νήμ­πο­ρα στὸν ἄ­νε­μο, δί­νον­τας στὸν ἀ­έ­ρα ὄ­ψη κα­φε­τιά. Οἱ πρῶ­τες χει­μω­νι­ά­τι­κες χιο­νο­θύ­ελ­λες ἐκ­σφεν­δό­νι­ζαν νι­φά­δες στὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν στὶς φλέ­βες μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω ἐ­κεί­νη τὴ γυ­ναί­κα. Τῆς εἶ­χα πεῖ ψέ­μα­τα. Κα­νεὶς δὲν ἔμ­παι­νε στὸ μα­γα­ζί μου, καὶ μέ­σα στὸ ἥ­συ­χο σού­ρου­πο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ πῶς ἦ­ταν ὁ γιός της. Τὸ ἔ­δα­φος ἦ­ταν πα­γω­μέ­νο, οἱ δρό­μοι ἔ­ρη­μοι, καὶ ὁ χει­μώ­νας ἔ­δε­νε τὸν πα­γω­μέ­νο κόμ­πο του γύ­ρω ἀ­πὸ σπί­τια, ψυ­χὲς καὶ πέ­τρες.

       Ἕ­να πρω­ί, ἡ πόρ­τα τοῦ μα­γα­ζιοῦ μου ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἡ ἴ­δια μι­κρό­σω­μη γκρί­ζα γυ­ναί­κα μπῆ­κε μέ­σα, καὶ πρὶν προ­λά­βω νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σω, ὅρ­μη­ξε καὶ μὲ ἀγ­κά­λια­σε. Οἱ ὦ­μοι της ἦ­ταν πα­νά­λα­φροι κι ἀ­δύ­να­μοι καὶ δά­κρυ­α κυ­λοῦ­σαν στὰ λε­πτε­πί­λε­πτα ρυ­τι­δω­μέ­να μά­γου­λά της. Ὅ­λο της τὸ σῶ­μα συγ­κλο­νί­στη­κε καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ σω­ρι­α­ζό­ταν, γι’ αὐ­τὸ ἔ­πια­σα τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της. Τό­τε ἡ γυ­ναί­κα ἅρ­πα­ξε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι καὶ τὸ σή­κω­σε μπρο­στὰ στὰ μά­τια της. Τὸ ση­μά­δι τῆς πλη­γῆς εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λὰ βρῆ­κε τὸ ση­μεῖ­ο. Τὰ χεί­λη της φί­λη­σαν τὸν καρ­πό μου, τὰ δά­κρυ­ά της ζέ­στα­ναν τὸ δέρ­μα μου. Ξαφ­νι­κὰ τὸ μα­γα­ζὶ γέ­μι­σε θαλ­πω­ρὴ καὶ γα­λή­νη.

       «Περ­πα­τά­ει!» Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­κλαι­γε μὲ ἀ­να­φι­λη­τά, κρύ­βον­τας ἕ­να δα­κρυ­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πί­σω ἀ­πὸ τὶς πα­λά­μες της. «Περ­πα­τά­ει!»

       Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ δώ­σει χρή­μα­τα· ἡ με­γά­λη μαύ­ρη τσάν­τα της ἦ­ταν γε­μά­τη δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει γιὰ μέ­να. Ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­να­θαρ­ρή­σει, τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν γί­νει σκλη­ρὰ κι ἐ­πί­μο­να. Τὴ συ­νό­δε­ψα μέ­χρι τὴ γω­νί­α ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου, νὰ μὲ κοι­τά­ζει, μι­κρὴ καὶ χα­μο­γε­λα­στὴ στὴν πα­γω­νιά.

       Εἶ­χε τό­ση θαλ­πω­ρὴ στὸ σκο­τει­νό μου μα­γα­ζὶ καὶ ἡ πα­λιά, ἀ­νε­παί­σθη­τη μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης μοῦ ἔ­φερ­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ζά­λη. Οἱ σαῦ­ρες μου ἦ­ταν τό­σο ὄ­μορ­φες ποὺ τὶς ἀ­γα­ποῦ­σα λὲς καὶ ἦ­ταν παι­διά μου.

       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἴ­διας μέ­ρας, ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἄν­τρας μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί. Ἦ­ταν ψη­λός, κο­κα­λιά­ρης καὶ φο­βι­σμέ­νος.

       «Ἔ­χε­τε… αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα;» ρώ­τη­σε, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ. Τρό­μα­ξα.

       «Ὄ­χι, δὲν ἔ­χω. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ πού­λη­μα.»

       «Μὰ ἔ­χε­τε! Ἔ­χε­τε! Τρεῖς στα­γό­νες… Τρεῖς στα­γό­νες, ὄ­χι πα­ρα­πά­νω… Ἡ γυ­ναί­κα μου θὰ πε­θά­νει. Ἔ­χε­τε! Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ!»

       Μοῦ ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… τρεῖς στα­γό­νες! Ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­θά­νει-­-»

       Τὸ αἷ­μα μου στά­λα­ξε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν πλη­γή. Ὁ ἄν­τρας κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπου­κα­λά­κι καὶ οἱ κόκ­κι­νες στα­γό­νες ἔ­λαμ­παν ἐ­κεῖ μέ­σα σὰν ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γε κι ἕ­να μι­κρὸ ρο­λὸ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα κύ­λη­σε πά­νω στὸν πάγ­κο.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ι­νὸ ἕ­να πλῆ­θος ἀ­γνώ­στων ποὺ ψι­θύ­ρι­ζαν μὲ πε­ρί­με­νε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Στὰ χέ­ρια τους ἔ­σφιγ­γαν γυ­ά­λι­να μπου­κα­λά­κια.

      «Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα! Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»

       Φώ­να­ζαν, στρίγ­γλι­ζαν καὶ σπρώ­χνον­ταν. Ὅ­λοι τους εἶ­χαν ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο στὸ σπί­τι κι ἕ­να μα­χαί­ρι στὸ χέ­ρι.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova) Ἡ Ζντράφ­κα Ἐ­φτί­μο­βα ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τέσ­σε­ρις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στὴ γε­νέ­τει­ρά της Βουλ­γα­ρί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, τὸν Κα­να­δά, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ἡ νου­βέ­λα της B­i­t­t­er S­ky δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴ Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της G­od of T­r­a­i­t­o­rs δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ βι­βλί­ο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις B­u­ck. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Βουλ­γα­ρί­ας καὶ ἔ­χει με­τα­φρά­σει πολ­λὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γερ­μα­νι­κὰ στὰ βουλ­γά­ρι­κα. Ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, τοὺς δύο γιούς τους καὶ τὴν κό­ρη τους στὸ Περ­νίκ. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Αἷ­μα» πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε μὲ τὸν τίτ­λο «Τὸ Αἷ­μα ἐ­νὸς Τυ­φλο­πόν­τι­κα».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Κάρολ Ἔντελσταϊν (Carol Edelstein): 232-9979

 

 

Κάρολ Ἔντελσταϊν (Carol Ed­elstein)

 

232-9979

 

ΣΩΣ ΝΑ ΗΤΑΝ ΛΑΘΟΣ νὰ σοῦ τη­λε­φω­νή­σω. Μπο­ροῦ­σα ἤ­δη νὰ ἀ­κού­σω τὰ παι­διά. Δὲν ξέ­ρω πῶς θὰ ἀρ­χί­σω γιὰ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω τί ἔ­χω κά­νει.

       Ὑ­πο­θέ­τω θὰ ἀρ­χί­σω παρ­κά­ρον­τας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου. Ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως ἀρ­χί­ζω νὰ φαν­τά­ζο­μαι ὅ­τι θὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται ὁ­δι­κὰ ἔρ­γα ποὺ θὰ τὸ κά­νουν αὐ­τὸ ἀ­δύ­να­το. Ἐ­γὼ θὰ βρῶ ἕ­να μέ­ρος ὅ­μως, ἀ­κό­μα καὶ ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὸ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος γρή­γο­ρης ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σης. Δὲν θὰ εἶ­ναι γρή­γο­ρη ὅ­μως ἡ ἐ­πί­σκε­ψή μου, ἂν εἶ­σαι σπί­τι καὶ μοῦ ἀ­νοί­ξεις τὴν πόρ­τα. Δὲν ἔ­χω κά­τι νὰ πῶ, ἀλ­λὰ νο­μί­ζω πὼς θὰ μοῦ πά­ρει πολ­λὴ ὥ­ρα, γιὰ νὰ τὸ πῶ.

       Δὲν ξέ­ρω πό­σο πί­σω στὸ πα­ρελ­θὸν πρέ­πει νὰ πά­ω. Πρό­σφα­τα ἔ­χουν γί­νει ἡ­φαι­στεια­κὲς ἐ­κρή­ξεις στὴν Ἀ­φρο­δί­τη. «Πρό­σφα­τα» σύμ­φω­να μὲ τοὺς ἐ­πι­στή­μο­νες, ὅ­πως ἔ­λε­γε ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα, εἶ­ναι «300.000 μέ­χρι με­ρι­κὰ ἑκα­τομ­μύ­ρια» χρό­νια πρίν. Πι­στεύ­ω θὰ ξε­κι­νή­σω τρεῖς χει­μῶ­νες πρίν, ἦ­ταν 19 Δε­κεμ­βρί­ου γιὰ νὰ εἶ­μαι ἀ­κρι­βής, ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας σου καὶ ἐ­γὼ εἴ­χα­με τὸ πρῶ­το μας ἀ­τύ­χη­μα. Ἕ­να αὐ­το­κι­νη­τι­στι­κὸ ἀ­τύ­χη­μα. Κα­νέ­νας δὲν πλη­γώ­θη­κε, ἀλ­λὰ ἀν­ταλ­λά­ξα­με δι­ευ­θύν­σεις, νού­με­ρα πι­να­κί­δων, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ στοι­χεῖ­α – πρέ­πει νὰ τὸ πα­ρα­δε­χτῶ ὅ­μως ὅ­τι πα­ρα­τή­ρη­σα τὸ χρῶ­μα τῶν μα­τι­ῶν τοῦ συ­ζύ­γου σου, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς. Ἀ­νοι­κτὸ κα­στα­νό.

       Τί­πο­τα ἄλ­λο δὲν θὰ συ­νέ­βαι­νε με­τα­ξύ μας, ἂν τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα δὲν ἐ­πέ­στρε­φα ἕ­να σα­κού­λι μὲ φα­ρί­να ποὺ εἶ­χε μέ­σα ψεῖ­ρες σὲ μιὰ ὑ­πε­ρα­γο­ρά, στὴν ὁ­ποί­α δὲν ψω­νί­ζω συ­νή­θως λό­γῳ πε­ρι­στα­τι­κῶν, ὅ­πως τὸ προ­η­γού­με­νο, καὶ λό­γῳ τοῦ ὅ­τι ἡ πρώ­ην κου­νιά­δα μου, μὲ τὴν ὁ­ποί­α πο­τὲ δὲν τὰ πη­γαί­να­με κα­λά, δου­λεύ­ει ἐ­κεῖ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ εἶ­χα σχε­διά­σει νὰ βρε­θεῖ ὁ ἄν­τρας σου μπρο­στά μου στὸ τα­μεῖ­ο ἀ­γο­ρά­ζον­τας φρου­τό­κρε­μα καὶ πλα­στι­κὲς πά­νες; Τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ πα­ρα­τή­ρη­σα ἦ­ταν τὸ κο­λά­ρο ποὺ φο­ροῦ­σε στὸ λαι­μό, με­τὰ ὅ­μως, ὅ­ταν εἶ­δα ποι­ὸς ἦ­ταν, ἔ­πρε­πε νὰ μά­θω τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ φάω κα­μιὰ μή­νυ­ση, ἤ­θε­λα νὰ τὸ ξέ­ρω. Ἐ­σεῖς δὲν θὰ θέ­λα­τε;

       Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τό­τε τί­πο­τα δὲν θὰ εἶ­χε συμ­βεῖ ἄν, στὶς 16 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἡ γει­τό­νισ­σά μου ἡ Μά­τι, ποὺ μέ­νει ἀ­πὸ κά­τω, δὲν κά­πνι­ζε στὸ κρε­βά­τι. Θυ­μᾶ­μαι κα­θα­ρὰ τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α, για­τί εἶ­χα πά­ρει ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ γιὰ νὰ πά­ω τὴ μη­τέ­ρα μου γιὰ ἀ­πο­νεύ­ρω­ση δον­τιοῦ. Ἀ­πο­δεί­χτη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἀλ­λερ­γι­κὴ στὸν αἰ­θέ­ρα ἢ σ’ αὐ­τὸ τέ­λος πάν­των ποὺ τὴν ἀ­νάγ­κα­σαν νὰ ρου­φή­ξει καὶ πέ­θα­νε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα.

       Εἶ­χα ἐ­πι­πλή­ξει τὴ Μά­τι γιὰ νὰ κα­πνί­ζει μὲ ἀ­σφά­λεια πά­νω στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ δὲν μὲ ἄ­κου­σε. Ἔ­κα­ψε σχε­δὸν ὁ­λο­σχε­ρῶς τὸ δι­ά­δρο­μο, κά­τι ποὺ χρει­α­ζό­ταν, ἀλ­λὰ ἂν δὲν ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας σου καὶ ἡ ὁ­μά­δα του, ἡ φω­τιὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­χε προ­χω­ρή­σει καὶ πα­ρα­πέ­ρα.

       Τυ­χαῖ­α φο­ροῦ­σα τὴν κί­τρι­νή μου ρόμ­πα, σχε­δὸν ἔ­τρε­μα, καὶ εἶ­πα “Χὰνκ Χέν­κινς!­”, ἀ­φοῦ μέ­χρι τό­τε τὸν ἤ­ξε­ρα μὲ τὸ ὄ­νο­μά του.

       “Χὰνκ Χέν­κινς! Δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­σαι ἐ­σύ!” Φυ­σι­κὰ καὶ χά­ρη­κα ποὺ τὸν εἶ­δα κά­τω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς πε­ρι­στά­σεις – κι ἐ­σεῖς θὰ χαι­ρό­σα­σταν. Καὶ ὀ­φεί­λω νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω, ἀ­κό­μα καὶ ἂν αὐ­τὸς δὲν τὸ κά­νει, ὅ­τι τό­τε ἦ­ταν ποὺ πρό­σε­ξε τὸ χρῶ­μα τῶν δι­κῶν μου μα­τι­ῶν· πού, ἁ­πλὰ πλη­ρο­φο­ρια­κά, εἶ­ναι μπλέ.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ χα­ζὴ ὁ­μι­λί­α ποὺ ἔ­χω στὸ μυα­λό μου ἐ­νῶ ὁ­δη­γῶ, πα­ρό­λο ποὺ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χω κά­νει αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα. Ἔ­χω τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῆς Ἔ­λι Χέν­κινς καὶ ἔ­χω πε­ρά­σει ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της ἔ­τσι ὥ­στε νὰ γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Ἡ πόρ­τα τοῦ γκα­ρὰζ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ καὶ τὸ κα­ρο­τσά­κι τῶν δι­δύ­μων βρί­σκε­ται σὲ μιὰ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση στὴ μέ­ση του πε­ζο­δρο­μί­ου. Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μι­λή­σω. Εἶ­μαι τρε­λὰ ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ τὸν Χὰνκ Χέν­κινς καὶ αὐ­τὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ρι­μέ­νει μέ­χρι νὰ με­γα­λώ­σουν ἡ Κά­θι καὶ ἡ Πάμ. Δὲν μπο­ρεῖ κὰν νὰ πε­ρι­μέ­νει μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν τὸ σχο­λεῖ­ο, πράγ­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Χὰνκ καὶ ἐ­γὼ προ­σπα­θού­σα­με. Νό­μι­ζα πὼς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὸ με­γα­λύ­τε­ρο φλὲρτ στὴν ἱ­στο­ρί­α χω­ρὶς ὀ­λέ­θρι­ες συ­νέ­πει­ες, ἀλ­λὰ τώ­ρα κά­τι ἔ­χει συμ­βεῖ καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Κά­ρολἜν­τελ­στα­ϊν (C­a­r­ol E­d­e­l­s­t­e­in). Γεν­νή­θη­κε στὸ Νορ­θάμ­πτον τῆς Μα­σα­χου­σέ­της καὶ μα­ζὶ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, τὸν Ρόμ­πιν Μπάρ­μπερ, δι­ευ­θύ­νουν συγ­γρα­φι­κὰ ἐρ­γα­στή­ρια καὶ ὀρ­γα­νώ­νουν ἀ­να­γνώ­σεις γιὰ τὴν προ­ώ­θη­ση το­πι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων. Γρά­φει ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ δο­κί­μια καὶ ἡ δου­λειά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Σκεύ­η Χατ­ζη­ευ­θυ­μί­ου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark): Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark)

 .

Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

(Dear Mr. President)

.

Ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε,

       Ἀ­μέ­σως μό­λις πέ­ρα­σες ἕ­να-ἕ­να τὰ δά­χτυ­λά σου μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­τί μου, ἄρ­χι­σες νὰ μι­λᾶς γιὰ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀ­σφά­λι­ση, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω τὸ γε­γο­νὸς πὼς εἶ­σαι 35 χρό­νια πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ ὄ­νει­ρό μου γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸν νὰ ὠ­φε­λη­θεῖς ἐ­σὺ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πο­λι­τι­κὲς ποὺ προ­ω­θεῖς πα­ρὰ ἐ­γώ. Τὸ Βιά­γκρα, μο­λο­νό­τι ὑ­πέ­ρο­χο γιὰ τὴ σχέ­ση μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἄρ­χι­σα νὰ δου­λεύ­ω σὲ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν καὶ ἀ­κό­μα δὲν πι­στεύ­ω πὼς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ συν­τα­ξι­ο­δο­τη­θῶ προ­τοῦ πε­θά­νω ἐ­γὼ ἢ ἀ­να­τι­να­χτεῖ ὁ πλα­νή­της ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Ξέ­ρω πὼς δὲν θὰ εἶ­χες γκρι­ζά­ρει ἂν δὲν εἶ­χες τό­σες τε­ρά­στι­ες κα­θη­με­ρι­νὲς εὐ­θύ­νες. Καὶ ναί, ὄν­τως ἡ ἰ­σχύς σου μὲ προ­σέλ­κυ­σε ἀρ­χι­κὰ κον­τά σου. Ἀλ­λὰ ἄ­κου τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους πρέ­πει νὰ δι­α­κό­ψου­με: με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἄ­κου­σα πολ­λοὺς συ­νο­μή­λι­κούς σου νὰ πα­ρο­μοιά­ζουν τὴν κα­τα­στρο­φὴ μὲ αὐ­τὴ στὸ Πὲρλ Χάρ­μπορ, μὲ τὴν ἔ­κρη­ξη στοὺς ἀ­με­ρι­κα­νι­κοὺς στρα­τῶ­νες στὴν Ἀ­φρι­κή, μὲ ὅ,τι ἔ­κα­ναν τὰ βομ­βαρ­δι­στι­κά μας στὴ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, μὲ τὸ Βι­ετ­νὰμ καὶ εἶ­πα: εἶ­μαι 21 ἐ­τῶν. Δὲν μοῦ θυ­μί­ζει τί­πο­τα. Τὰ μαλ­λιά μου γκρι­ζά­ρι­σαν ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Μέ­σα στὴ σε­ξου­α­λι­κή μου φαν­τα­σί­ω­ση, τὴν ὥ­ρα ποὺ εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ γυ­μνοὶ καὶ τὸ στό­μα μου ἔ­χει κα­λύ­ψει τὴν ἀ­ρι­στε­ρή σου θη­λή, σὲ ρω­τά­ω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά: ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ θα­νά­του καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς; Ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη, ἀλ­λὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς μα­ζί σου πρό­κει­ται γιὰ σέξ. Οὔ­τε γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ὄ­χι ἀ­πό­ψε. Ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρό μου.

       Εἰ­λι­κρι­νὰ δι­κή σου,

Ἔι­μι

  .

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 .

Ἔι­μι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark). Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή. Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κὸ τίτ­λο της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2004, ὅ­που καὶ τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ γρα­φή. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὸ Τζα­μά­ι­κα Πλέ­ιν, δι­δά­σκει στὸ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ ζεῖ στὴ Βο­στό­νη. Ἤ­θε­λε πάν­το­τε νὰ γί­νει ἀ­στρο­ναύ­της.

 .

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

.

Μὰξ Ἂπλ (Max Apple): Καρδιακὴ προσβολή

 

 

Μὰξ ­πλ (Max Apple)

 

Καρ­δια­κὴ προ­σβο­λή

(Heart Attack)

 

ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ μὲ ἐ­νο­χλεῖ, ἂν καὶ ἐ­πι­μέ­νω νὰ τὸ ἀρ­νοῦ­μαι. «Θά ’­ναι δυ­σπε­ψί­α», σκέ­φτο­μαι, καὶ ἀ­πο­φεύ­γω τὰ κρεμ­μύ­δια· ἢ λέ­ω «ἀρ­θρί­τι­δα», καὶ στα­μα­τά­ω νὰ πα­ραγ­γέλ­νω συ­κώ­τι καὶ φου­ά-γκρά. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ νευ­ρι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση μὲ κρα­τά­ει κλι­νή­ρη νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νω γιὰ τρεῖς μέ­ρες. Γιὰ νὰ ξε­πε­ρά­σω τὸ ἄγ­χος, κά­νω γιόγ­κα. Ὅ­μως, νά ’­μαι πιά, νὰ πε­ρι­μέ­νω πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, γυ­μνὸς ὣς τὴ μέ­ση καὶ μὲ μιὰ βε­λό­να στὴ φλέ­βα, νὰ βή­χω ἐ­νῶ μιὰ ξέ­νη χού­φτα μοῦ κρα­τά­ει τοὺς ὄρ­χεις. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς ἰ­ο­γε­νοῦς πνευ­μο­νί­ας μου θυ­μᾶ­μαι τοῦ­το τὸ σὲτ γρα­φεί­ου καὶ τὴν πέ­να 14 κα­ρα­τί­ων μάρ­κας Sheaffer. Γρά­φει συν­τα­γὲς χω­ρὶς τὴν πα­ρα­μι­κρὴ γρατ­ζου­νιά. Τὴ φο­ρὰ ποὺ κά­η­κα σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, τὰ πο­νε­μέ­να μά­τια μου σά­ρω­ναν τοὺς τοί­χους δι­α­βά­ζον­τας τὰ πτυ­χί­α καὶ κοί­τα­ζαν μὲ φθό­νο τὴν ὄ­μορ­φη σύ­ζυ­γο, τὰ τρί­α ἀ­γό­ρια καὶ τὴν κλαί­ου­σα ἰ­τιὰ τῆς πί­σω αὐ­λῆς.

       Μπο­ρῶ νὰ ἐ­πι­λέ­ξω ἀ­νά­με­σα στὸ Sports Illustrated, τὸ Time, τὸ Boys World καὶ ἄλ­λα. Σὰν νὰ τὸ κά­νω ἐ­πί­τη­δες, δι­α­λέ­γω τὸ δω­ρε­ὰν φυλ­λά­διο ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο. Ἡ μαρ­γα­ρί­νη Fleischmann μοῦ μι­λά­ει στα­ρά­τα γιὰ τὴ χο­λη­στε­ρό­λη. Θυ­μᾶ­μαι τὰ δέ­κα χι­λιά­δες ἀ­βγὰ τῆς νι­ό­της μου, ἐ­κεῖ­να τὰ πρω­τε­ϊ­νι­κὰ θαύ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἴ­σως ὀ­φεί­λε­ται ποὺ τὸ μέ­σα μου ἔ­γι­νε σὰν γο­μο­λά­στι­χα. Δυ­ὸ με­λά­τα τὸ πρω­ί, ἕ­να σφι­χτὸ κά­θε βρά­δυ, σι­γο­βρα­σμέ­νο, με­ρι­κὲς φο­ρὲς γε­μά­το μα­γι­ο­νέ­ζα. Ὑ­πῆρ­ξα φί­λος τῶν ἀ­βγῶν μὲ πολ­λοὺς τρό­πους. Τὸ φυλ­λά­διο δεί­χνει τὴν καρ­διά μου, μιὰ μι­κρὴ ἀν­τλί­α στὸ μέ­γε­θος τῆς γρο­θιᾶς μου. Κά­νω γρο­θιὰ τὸ χέ­ρι μου καὶ κοι­τά­ζω τὶς ἀρ­θρώ­σεις τῶν δα­χτύ­λων μου, ἄ­σπρες σὰν τὰ τσό­φλια τῶν ἀ­βγῶν ποὺ τώ­ρα εὔ­χο­μαι νὰ εἶ­χα προ­τι­μή­σει. Κά­ποι­ος μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι τὸ μέ­γε­θος τοῦ πέ­ους ἰ­σοῦ­ται μὲ τὸ μέ­γε­θος τοῦ με­σαί­ου δα­χτύ­λου σὺν τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ κα­λύ­πτει αὐ­τὸ τὸ δά­χτυ­λο λυ­γι­σμέ­νο πρὸς τὴν πα­λά­μη. Τὸ δι­κό μου δὲν φτά­νει οὔ­τε μέ­χρι τὸν καρ­πό. Κι ἡ καρ­διά μου μᾶλ­λον θὰ εἶ­ναι σὰν μπι­ζέ­λι μέ­σα σὲ τοῦ­το τὸ λι­πό­σαρ­κο, ἄ­τρι­χο στῆ­θος.

       Μιὰ νο­σο­κό­μα ντυ­μέ­νη ὅ­λη στὰ λευ­κὰ βγαί­νει ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν πι­να­κί­δα «PRIVATE» κι ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Κά­θε­ται πο­λὺ κον­τά μου στὸν κα­να­πὲ καὶ κοι­τά­ζει τὸ φυλ­λά­διο. Παίρ­νει τὸ ἱ­δρω­μέ­νο χέ­ρι μου στὰ δι­κά της καὶ γαρ­γα­λά­ει τὴν πα­λά­μη μου. Τὰ ἁ­πα­λά της χεί­λη ψι­θυ­ρί­ζουν στὸ αὐ­τί μου με­λω­δι­κά: «Κά­θε δυ­σκο­λί­α ἔ­χει τὸ νό­η­μά της…»

       «Οἱ ἀρ­τη­ρί­ες μου, λοι­πόν, εἶ­ναι γε­μά­τες νό­η­μα, φρόν­τι­σαν γι’ αὐ­τὸ τὰ πα­λιά μου λά­θη.»

       Μοῦ δεί­χνει τὸ φυλ­λά­διο. «Οἱ ἀρ­τη­ρί­ες πρέ­πει νὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μό­νο μὲ τὸ ὑ­γρὸ ποὺ με­τα­φέ­ρουν. Ὅ­ταν φρον­τί­ζεις τὶς ἀρ­τη­ρί­ες σου, φρον­τί­ζεις τὴν καρ­διά σου. Ἐ­ξάλ­λου, αὐ­τὴ ἡ καρ­διὰ θὰ σὲ συν­τρο­φεύ­ει πάν­τα.» Βά­ζει τὴ γλώσ­σα της στὸ ἀ­φτί μου καὶ νι­ώ­θω ἕ­να χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σό μου. Τρα­γου­δά­ει: «Κά­θε ἀ­γό­ρι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κο­ρί­τσι…»

       «Ἐ­γὼ χρει­ά­ζο­μαι για­τρό… γιὰ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες μου.»

       Μοῦ δεί­χνει ξα­νὰ τὸ φυλ­λά­διο καὶ δι­α­βά­ζει: «Πα­ρό­τι οἱ ἀρ­τη­ρί­ες μοιά­ζουν μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες, συ­χνὰ εἶ­ναι πιὸ ση­μαν­τι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους. Κοι­τάξ­τε αὐ­τὴν ἐ­δῶ, ρὸζ καὶ εὔ­καμ­πτη σὰν λου­ρά­κι ρο­λο­γιοῦ. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα πε­ρι­μέ­νει ἀ­πει­λη­τι­κὴ ἡ χο­λη­στε­ρί­νη, μαύ­ρη σὰν πε­τρέ­λαι­ο καὶ πα­χιὰ σὰν τούρ­τα γε­νε­θλί­ων. Ἡ χο­λη­στε­ρί­νη εἶ­ναι ὁ κα­κὸς τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα στὸ κα­λὸ καὶ ἀ­γα­θὸ αἷ­μα, ποὺ δὲν ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­ναν καὶ ρέ­ει χα­ρού­με­νο σὲ ὅ­λους, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴ φυ­λή, τὸ θρή­σκευ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τος.»

       «Πο­νά­ω», τῆς λέ­ω, «πο­νά­ω στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θω τὴ γλώσ­σα μου πρη­σμέ­νη καὶ οἱ ἀρ­θρώ­σεις μου ἔ­χουν πιά­σει μού­χλα».

       Ξε­κουμ­πώ­νει τὸ που­κά­μι­σό μου ἀρ­γά. Τὰ μα­κριά, δρο­σε­ρὰ δά­χτυ­λά της μὲ χου­φτώ­νουν σὰν νὰ εἶ­χα παν­τοῦ βυ­ζιά. Τὸ ἄ­τα­κτο δε­ξί της χέ­ρι με­τρά­ει τοὺς σπον­δύ­λους στὴν πλά­τη μου. Βγά­ζει τὸ κολ­λα­ρι­στὸ κα­πέ­λο τῆς στο­λῆς καὶ τρί­βει τὸ πρό­σω­πό της στὸ ἡ­λια­κό μου πλέγ­μα. Στὴ μέ­ση μου ἀρ­χί­ζει νὰ μουρ­μου­ρί­ζει: «I’m as corny as Kansas in August…»* Νι­ώ­θω τὶς δο­νή­σεις βα­θιά. Ἐ­κεί­νη ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. «Ἐ­κεῖ», ἀγ­κο­μα­χῶ, «ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ». Ἔ­χω πα­ρα­λύ­σει σὰν νὰ πῆ­ρα Βά­λιουμ. Κα­θὼς βογ­κά­ω, μὲ ξα­πλώ­νει στὸν πλα­στι­κὸ κα­να­πὲ ποὺ τρί­ζει. Τὰ χεί­λη, τὰ δόν­τια καὶ ἡ γλώσ­σα της λυσ­σο­μα­νοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρά μου. Μουρ­μου­ρί­ζει ἕ­να σκο­πὸ καὶ τὸ δω­μά­τιο γυ­ρί­ζει μέ­χρι ποὺ παίρ­νει τὸ μά­τι μου τὸ φυλ­λά­διο πε­ρα­σμέ­νο σὲ ἕ­να τσιμ­πι­δά­κι. Μέ­σα στὴν ἔ­ξα­ψή μου βλέ­πω τὸ δι­ά­γραμ­μα τῆς χο­λη­στε­ρί­νης, σὰν καρ­δι­ο­γρά­φη­μα, νὰ εἰ­σβάλ­λει στὸ αἷ­μα ποὺ ρέ­ει ἡ­ρω­ι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ κά­θε στε­νω­πό.

       Ὅ­ταν μὲ ἀ­φή­νει νὰ ση­κω­θῶ, εἶ­μαι γε­μά­τος με­λα­νι­ὲς ἀλ­λὰ νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα. Τὰ χεί­λη της ἔ­χουν χά­σει τὸ χρῶ­μα τους ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση στὸ κορ­μί μου. Ἀρ­χί­ζω νὰ βγά­ζω τὸ παν­τε­λό­νι μου. Στα­μα­τά­ει τὸ χέ­ρι μου πά­νω στὴν ἀγ­κρά­φα τῆς ζώ­νης, φι­λών­τας με πα­ρα­τε­τα­μέ­να. «Ὁ ὅρ­κος», ψι­θυ­ρί­ζει.

       «Γι­α­τρεύ­τη­κα», λέ­ω. «Ξέ­χνα τον. Ξέ­χνα τὰ οὖ­ρα καὶ τὸ αἷ­μα. Κοί­τα». Χτυ­πῶ τὸ στῆ­θος μου ὅ­πως ὁ Ταρ­ζάν, φτύ­νω σὲ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ στα­χτο­δο­χεῖ­ο στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου.

       «Θὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου», λέ­ει. Χά­νε­ται στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴν ταμ­πέ­λα «PRIVATE» ἐ­νῶ ἐ­γὼ βου­τά­ω με­ρι­κὰ Reader’s Digest γιὰ τὸ δρό­μο καὶ κα­να­δυ­ὸ Today’s Health γιὰ τὴν του­α­λέ­τα.

       Ἐ­πι­στρέ­φει μὲ μιὰ συ­σκευ­ὴ φυ­γο­κέν­τρι­σης καὶ μιὰ βά­ση μὲ δο­κι­μα­στι­κοὺς σω­λῆ­νες. Φι­λι­ό­μα­στε κι ἔ­πει­τα σκύ­βω γιὰ νὰ πά­ρω τὰ πράγ­μα­τά της.

       «Μὴ ζο­ρί­ζεις μιὰ καρ­διὰ ποὺ δὲν σὲ πρό­δω­σε…», μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Βγαί­νον­τας στέλ­νου­με ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸν φαρ­μα­κο­ποι­ὸ καὶ τὸ αἷ­μα μου κυ­λά­ει καὶ πά­λι ἀ­νεμ­πό­δι­στο.

 

* Tὸ τρα­γού­δι «(I’m In Love With) A Wonderful Guy» («Εἶμαι Ἐρω­τευ­μέ­νη μὲ ἕναν Ὑπέ­ρο­χο Τύ­πο») γρά­φτη­κε ἀπὸ τὸν Ρί­τσαρ­ντ Ρό­τζερ­ς καὶ τὸν Ὄσκαρ Χά­μερ­στιν Ι­Ι γιὰ τὸ μιού­ζι­καλ South Pacific (Νό­τιος Ει­ρη­νι­κός) [1949].

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ries,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Μὰξ ­πλ (Max Apple) (Γκράντ Ράπιντς, Μίτσιγκαν, 1941). Εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια στὴ Φι­λα­δέλ­φεια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει καὶ δύο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια.  

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τε­ρί­να Παπ­π (1976). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­­ου Ἀ­θη­νῶν (Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ), ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ 2004. Ξε­κί­νη­σε μὲ παι­δι­κὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα (πα­ρα­μύ­θια, ψυ­χα­γω­γι­κὰ & ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α) καὶ συ­νέ­χι­σε μὲ 2-3 ἀ­κό­μα βι­βλί­α γιὰ ἐ­νή­λι­κες. Ἀ­πὸ τὸ 2005 ἀ­σχο­λεῖ­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση τε­χνι­κῶν καὶ ἰ­α­τρι­κῶν κει­μέ­νων. Γλῶσ­σες ἐρ­γα­σί­ας Ἀγ­γλι­κά/Γερ­μα­νι­κὰ πρὸς Ἑλ­λη­νι­κά.

 

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle): Ὁ Ἐκτελεστής

 

 

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle)

 

Ἐκτελεστής

(The Hit Man)

 

Νε­ό­τη­τα

 

Α ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ εἶ­ναι τα­ραγ­μέ­να ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μαύ­ρης σα­κού­λας ποὺ φο­ρᾶ πά­νω στὸ κε­φά­λι. Δά­σκα­λοι δι­ορ­θώ­νουν τὴν προ­φο­ρά του, ὁ προ­πο­νη­τὴς ἐ­πι­κρί­νει τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τὸν ξε­βρα­κώ­νει για­τί ἔ­και­γε τὰ μι­κρὰ μὲ τὴν κά­φτρα τοῦ τσι­γά­ρου. Εἶ­ναι ἕ­νας κα­κὸς μα­θη­τής. Στὰ γεύ­μα­τα κά­θε­ται μό­νος, τρο­φο­δο­τών­τας τὴ σκο­τει­νὴ σχι­σμὴ τοῦ στό­μα­τός του μὲ γλυ­κο­πί­πε­ρα καὶ σα­λά­μι. Στοὺς δι­α­δρό­μους, λε­πτοὶ καὶ μυ­ώ­δεις νε­α­ροὶ ἀ­θλη­τὲς τρα­βοῦν τὴν μαύ­ρη κου­κού­λα καὶ τὸν σφα­λι­α­ρί­ζουν στὸ σβέρ­κο. Στὰ δε­κα­τρί­α του τὸν πλη­σιά­ζει ὁ ἀρ­χη­γὸς τὴν πο­δο­σφαι­ρι­κῆς ὁ­μά­δας, ποὺ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποι­εῖ καὶ τοῦ βγά­ζει τὴν κου­κού­λα. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς τὸν κα­θα­ρί­ζει. Πέν­τε χρό­νια, ἀ­πο­φαί­νε­ται ὁ δι­κα­στής.

 

Πί­σω στοὺς Δρό­μους

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἐ­πι­στρέ­φει στοὺς δρό­μους μέ­σα σ’ ἕ­να δί­μη­νο.

 

Πρῶ­το Ραν­τε­βού

 

       Ἡ κο­πέ­λα ὀ­νο­μά­ζε­ται Σύν­θια. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα τοῦ πα­τέ­ρα του. (Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος ἀ­πε­χθά­νε­ται καὶ μι­σεῖ, εἶ­ναι νε­κρο­θά­φτης. Στὸ πρω­ι­νό, ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κόρ­νφλε­ϊκς ἀ­πὸ τὸ μπὸλ τοῦ γιοῦ του. Ὁ γιὸς ἀ­πεί­λη­σε νὰ κα­θα­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα. Δὲν τὸ κά­νει, συγ­κρα­τι­έ­ται ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α λό­γους ὅ­πως ὁ «σεβασμὸς πρὸς τὸν γο­νιό» καὶ τὰ βα­θιὰ ἑ­δραι­ω­μέ­να ταμ­ποὺ κα­τὰ τῆς πα­τρο­κτο­νί­ας ποὺ δι­α­πο­τί­ζουν τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το.)

       Ὁ πα­τέ­ρας τῆς Σύν­θια ἔ­χει ἀ­ση­μέ­νι­ες φα­βο­ρί­τες καὶ παί­ζει τέ­νις. Ἀ­παν­τᾶ στὸ χτύ­πη­μα τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, δεί­χνει ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἁρ­πά­ζει τὴν Σύν­θια ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, κολ­λᾶ ἕ­να εἰ­κο­σα­δό­λα­ρο στὴν πα­λά­μη τοῦ πα­τέ­ρα της, καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα.

 

Θά­να­τος Πα­τέ­ρα

 

       Στὸ πρω­ι­νὸ ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς, ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὰ κόρ­νφλε­ϊκς ἀ­πὸ τὸ μπὸλ τοῦ πα­τέ­ρα του. Με­τὰ τὸν κα­θα­ρί­ζει.

 

Θά­να­τος Μη­τέ­ρας

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι πλέ­ον εἴ­κο­σι καὶ κά­τι. Παί­ζει μπι­λιά­ρδο, ση­κώ­νει βά­ρη καὶ πί­νει τὸ γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­ναι στὸ νο­σο­κο­μεῖο, πε­θαί­νον­τας ἀ­πὸ καρ­κί­νο ἢ καρ­διά. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας φο­ρά­ει μαῦ­ρα. Τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

 

Πρώ­τη Δου­λειά

 

       Ὁ Πορ­φύ­ριο Μπου­νι­όζ, ἕ­νας κου­βα­νὸς χρη­μα­τι­στής, προ­σκα­λεῖ τὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ σὲ γεῦ­μα. Ἀ­κού­ω ψά­χνεις δου­λειά, λέ­ει ὁ Μπου­νι­όζ.

       Σω­στά, λέ­ει ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

 

Μπι­ζέ­λια

 

       Στὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ δὲν ἀ­ρέ­σουν τὰ μπι­ζέ­λια. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σουν στὸ πι­ρού­νι.

 

Ἐκ­πομ­πὴ Λό­γου

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς πε­ρι­μέ­νει στὰ πα­ρα­σκή­νια, ἡ λεύ­κη κό­ψη ἑ­νὸς τσι­γά­ρου χα­ρά­ζει τὴ βα­θειὰ σκο­τει­νιὰ τοῦ κε­φα­λιοῦ καὶ τῶν ἄ­νω ἄ­κρων του. Ἡ μα­κι­γι­ὲζ τοῦ ἔ­χει φτιά­ξει τὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, ἔ­χει κα­θα­ρί­σει τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὴν κου­κού­λα του. Τὸν ἔ­χουν ἐ­νη­με­ρώ­σει. Ὁ κα­λε­σμέ­νος πρὶν ἀ­π’ αὐ­τὸν εἶ­ναι ἕ­νας παι­δί­α­τρος. Μιὰ πλα­νη­τι­κὴ λάμ­ψη λού­ζει τὴ σκη­νὴ ὅ­που ὁ πα­ρου­σια­στὴς καὶ ὁ παι­δί­α­τρος, χω­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­να φοί­νι­κα σὲ γλά­στρα, κά­θον­ται σταυ­ρο­πό­δι καὶ συ­ζη­τοῦν γιὰ μι­κρο­δι­α­τα­ρα­χὲς βρε­φῶν καὶ νη­πί­ων.

       Με­τὰ τὸ δι­ά­λειμ­μα τῆς ἐκ­πομ­πῆς ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς βρί­σκει τὸν ἑ­αυ­τό του στρι­μωγ­μέ­νο σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη, μὲ τὰ λευ­κὰ φῶ­τα στὰ μα­τιά του. Ὁ πα­ρου­σια­στὴς τῆς ἐκ­πομ­πῆς εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­δρας μὲ παι­δι­κὸ πρό­σω­πο ποὺ μό­λις ἔ­χει πα­τή­σει τὰ σα­ράν­τα. Χα­μο­γε­λᾶ σὰν νά ’­ταν ὁ Θε­ὸς μὲ ὅ­λους Του τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ὥ­στε, λοι­πόν, εἶ­σαι Ἐ­κτε­λε­στής, τοῦ λέ­ει. Πές μου —πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω— πῶς εἶ­ναι νὰ ἐ­κτε­λεῖς κά­ποι­ον;

 

Θά­να­τος τοῦ Μα­τέ­ο Μα­ρί­α Μπου­νι­όζ

 

       Τὸ πτῶ­μα τοῦ Μα­τέ­ο Μα­ρί­α Μπου­νι­όζ, ξά­δελ­φου καὶ συ­νέ­ται­ρου ἑ­νὸς δι­α­κε­κρι­μέ­νου χρη­μα­τι­στῆ, ἀ­να­κα­λύ­πτε­ται κά­τω στὶς ἀ­πο­βά­θρες ἕ­να ζε­στὸ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κο πρω­ι­νό. Ὁ­μί­χλη ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ σὰν ἀ­τμός, μυ­ρί­ζει ψα­ρί­λα. Ἕ­να με­γά­λο μαυ­ρο­πού­λι κουρ­νιά­ζει στὸ μέ­τω­πο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα.

 

Γά­μος

 

       Ἡ Σύν­θια καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στέ­κον­ται μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ἁ­γί­α τρά­πε­ζα, πλά­ι-πλά­ι Αὐ­τὴ φο­ρᾶ ἕ­να λευ­κὸ σα­τὲν νυ­φι­κὸ καὶ ἕ­να δαν­τε­λω­τὸ βέ­λο. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἔ­χει νοι­κιά­σει ἕ­να σμό­κιν, τὸ πο­λὺ με­γά­λο νού­με­ρο, καὶ μιὰ μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κου­κού­λα μὲ με­τα­ξω­τὸ πε­ρί­γυ­ρο.

       …Μέ­χρι νὰ σᾶς χω­ρί­σει ὁ θά­να­τος, λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

 

Δι­α­θέ­σεις

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι δύ­σθυ­μος, ἀ­πρό­βλε­πτος. Μιὰ φο­ρὰ σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο, ἡ σερ­βι­τό­ρα τοῦ ἔ­φε­ρε τὴ σπε­σι­α­λι­τέ, ρο­λὸ-κι­μά, ὅ­μως ξέ­χα­σε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ μπι­ζέ­λια. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ κη­λί­δα σάλ­τσας στὴν κου­κού­λα τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, πε­ρί­που ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι τὸ πη­γού­νι του. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὴ σερ­βι­τό­ρα, τὰ μά­τια του σὰν καρ­φιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὶς τρι­γω­νι­κὲς σχι­σμές, καὶ τὴν κα­θά­ρι­σε.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε στὸν ἱπ­πό­δρο­μο μὲ 25 δο­λά­ρια, ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ 1.800. Στα­μά­τη­σε στὸ κα­πνο­πω­λεῖ­ο. Κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ ἕ­νας μέ­θυ­σος κρε­μά­στη­κε ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι του καὶ ἱ­κέ­τευ­σε γιὰ ψι­λά. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὴ τσέ­πη, ἔ­βγα­λε τὰ 1.800 καὶ τά ’­δω­σε στὸν μέ­θυ­σο. Με­τὰ τὸν κα­θά­ρι­σε.

 

Πρω­τό­το­κος

 

       Ἀ­γό­ρι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Γέρ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ παρ­κο­κρέ­βα­του καὶ βά­ζει τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ δα­χτυ­λά­κια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν λα­βὴ ἑ­νὸς ἐ­πι­νι­κε­λω­μέ­νου πλα­τύ­στο­μου πι­στο­λιοῦ. Τὸ ὅ­πλο εἶ­ναι γε­μι­σμέ­νο μὲ ἄ­σφαι­ρα – ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς θέ­λει τὸ ἀ­γό­ρι νὰ συ­νη­θί­σει τὸν ἦ­χο. Πε­ρί­που σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων χρό­νων τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­χει κα­τα­κτή­σει τὶς βα­σι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ Τά­ε Κβὸν Ντό, μπο­ρεῖ νὰ καρ­φώ­σει ἕ­να μα­χαί­ρι στὸν τοῖ­χο ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση τρι­ῶν μέ­τρων, καὶ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει ἕ­ναν κι­νού­με­νο στό­χο καὶ μὲ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἀ­κούμ­πα τὴ φαρ­διά του πα­λά­μη στὸ κε­φά­λι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. Ἐ­σὺ Τί­γρη, λέ­ει, θά ’­σαι γιὰ τὰ με­γά­λα κόλ­πα.

 

Δου­λειά

 

       Πε­τᾶ στὸ Σιν­σι­νά­τι. Στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Στὴ Βο­στό­νη. Στὸ Λον­δί­νο. Στὶς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὺς εἶ­ναι πιὰ γνώ­ρι­μος.

 

Δυ­ὸ Στρέμ­μα­τα καὶ ἕ­να Γκα­ράζ

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς μα­ζεύ­ει τὰ φύλ­λα μὲ τὴν τσουγ­κρά­να, σὲ με­γά­λους ἀ­στα­θεῖς σω­ρούς. Φο­ρᾶ ἕ­να μαῦ­ρο μπλου­ζά­κι, κομ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους, καὶ μιὰ βαμ­βα­κε­ρὴ κου­κού­λα ἐρ­γα­σί­ας, ἐ­πί­σης μαύ­ρη. Ἡ Σύν­θια πε­ρι­ποι­εῖ­ται τὸ παρ­τέ­ρι, ὁ γιός του παί­ζει στὸ γρα­σί­δι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς χαι­ρε­τᾶ τοὺς γεί­το­νες κα­θὼς περ­νοῦν μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. Ὁ γεί­το­νες ἀν­τα­πο­δί­δουν τὸν χαι­ρε­τι­σμό.

       Ὅ­ταν ἔ­χει κα­θα­ρί­σει ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ τὸ γκα­ζόν, ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς μα­ζεύ­ει ὅ­λους τους μι­κροὺς λο­φί­σκους φύλ­λων σὲ ἕ­να με­γα­λύ­τε­ρο σω­ρὸ στὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ. Με­τὰ σκύ­βει γιὰ νὰ τὰ ἀ­νά­ψει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα του. Ἀ­μέ­σως οἱ φλό­γες ξε­πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ φύλ­λα, δη­μι­ουρ­γοῦν αὐ­λά­κια ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸν σω­ρό, τὸν τυ­λί­γουν σὲ μιὰ πύ­ρι­νη μπά­λα. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στέ­κε­ται ἀ­πό­με­ρα, μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τοὺς τε­ρά­στιους μυ­ώ­δεις δι­κε­φά­λους του. Στὸ πλευ­ρό του εἶ­ναι ὁ τρι­κέ­φα­λος σκύ­λος. Σκύ­βει γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει κά­θε κε­φά­λι, ἐ­νῶ κα­πνὸς καὶ σπί­θες μαί­νον­ται πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό.

 

Πα­ρα­μο­νεύ­ον­τας στοὺς Δρό­μους τῆς Πό­λης

 

       Πα­ρα­μο­νεύ­ει τοὺς δρό­μους τῆς πό­λης, για­κὰς ἀ­νε­βα­σμέ­νος, χα­μη­λὰ τὸ κα­πέ­λο. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα. Πα­ρα­μο­νεύ­ει σὲ πα­λιὰ πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τα, μι­κρο­ε­πι­χει­ρή­σεις, πάρ­κα, βεν­ζι­νά­δι­κα. Πα­λιὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα, φρά­χτες, βι­τρί­νες. Σκυ­λιὰ γρυ­λί­ζουν στὶς σκι­ές, με­τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται στὰ μου­λω­χτά. Μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτε­λέ­σει ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἀ­πὸ ἐ­μᾶς.

 

Ἀ­πο­χώ­ρη­ση

 

       Μιὰ ὁ­μά­δα ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες στὸ σι­νά­φι —ἑ­ξην­τά­ρη­δες, ἑ­βδο­μην­τά­ρη­δες, εὐ­τρα­φεῖς καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πεῖς, μὲ δι­α­μαν­τέ­νια δα­κτυ­λί­δια, ποῦ­ρα, μέ­σα στὴ χλί­δα— τοῦ κά­νουν ἕ­να πάρ­τι. Ὁ Πορ­φύ­ριο Μπου­νι­όζ, τώ­ρα πιὰ στὰ ὀ­γδόν­τα του, βγά­ζει λό­γο καὶ τι­μᾶ τὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ μὲ ἕ­να ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­νο δρε­πά­νι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς τὸν εὐ­χα­ρι­στεῖ, με­τὰ ἀ­πο­σύ­ρε­ται στὴ λί­μνη, ὅ­που φαί­νε­ται μέ­σα στὸ τα­χύ­πλο­ό του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει πρὸς τ’ ἀ­νοι­χτά, μὲ τὴν κου­κού­λα νὰ ἀ­νε­μί­ζει στὸ ἀ­ε­ρά­κι.

 

Θά­να­τος

 

       Εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νος, μα­ρα­μέ­νος, μι­σὸς ὁ πα­λιὸς ἑ­αυ­τός του. Βρί­σκε­ται ἀ­να­ση­κω­μέ­νος στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κρε­βα­τιοῦ του στὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ Ἐ­λέ­ους, μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ γεν­τια­νὲς κρέ­μον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι του. Σω­λη­νά­κια χώ­νον­ται στὴν κου­κού­λα ἀ­π’ τὰ ἀ­να­πνευ­στι­κὰ ἀ­νοίγ­μα­τα, τὰ μα­τιά του εἶ­ναι θο­λὰ καὶ κόκ­κι­να, βου­λι­αγ­μέ­να βα­θιὰ πί­σω ἀ­π’ τὶς τρι­γω­νι­κὲς σχι­σμές. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας φο­ρᾶ μαῦ­ρα. Τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

       Στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς πό­λης ὁ γιὸς τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ στέ­κε­ται μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸν κα­θρέ­φτη ἑ­νὸς μα­γα­ζιοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται σὲ ἀμ­φι­έ­σεις Ἐ­κτε­λε­στῶν. Προ­βά­ρει τὴν πρώ­τη του κου­κού­λα.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τ. Κο­ράγ­κε­σαν Μπό­ιλ (T. Coraghessan Boyle) (Πίλ­σκιλ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1948). Γνω­στὸς γιὰ τὸ χιοῦ­μορ καὶ τὸν σαρ­κα­σμό του. Ἔ­χει γρά­ψει πο­λυ­ά­ριθ­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 8 συλ­λο­γὲς καὶ 12 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἔ­χει λά­βει ση­μαν­τι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γι­ου­μου­ξού­ζης. Φοι­τη­τὴς τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20ου αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Τ. Κο­ράγ­κε­σαν Μπό­ιλ: Εἰκόνες καὶ ἔργα: http://www.youtube.com/watch?v=6Mw-YSY1sJM

 

Τένεσι Οὐίλιαμς (Tennessee Williams): Πιτυοκάμπιες

 

 

Τένεσι Οὐίλιαμς (Tennessee Williams)

 

Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες

(Tent Worms)

 

ΔΩ ΚΑΙ ΜΕΡΕΣ ὁ Μπίλυ Φόξ­γου­ορθ γκρί­νια­ζε γιὰ τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες ποὺ ἔ­χτι­ζαν με­γά­λα, καμ­πυ­λω­τά, βα­ριὰ κου­κού­λια δι­α­φα­νοῦς γκρὶ ἱ­στοῦ ἀ­νά­με­σα στὶς πυ­κνὲς μου­ρι­ὲς ποὺ ἦ­ταν φυ­τε­μέ­νες ὁ­λό­γυ­ρα στὸ ἐ­ξο­χι­κὸ σπί­τι τους στὸ ἀ­κρω­τή­ρι. Ἡ σύ­ζυ­γός του, ἡ Κλά­ρα, εἶ­χε δι­κά της ὄ­νει­ρα καὶ ἀ­σχο­λί­ες, καὶ τὸν ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ δί­νει προ­σο­χὴ στὴν γκρί­νια του. Κά­που-κά­που τὸν κοί­τα­ζε βα­θιὰ καὶ σκε­φτό­ταν, Ἂχ καὶ νά ‘ξε­ρε! Ἔ­χει νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες! «Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες; Τί εἶ­ναι πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες;» μουρ­μού­ρι­σε μιὰ φο­ρὰ μι­σο­νυ­σταγ­μέ­να, ἀλ­λά, ὅ­σο ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε τὸν ὁ­ρι­σμό, τὸ μυα­λό της τα­ξί­δε­ψε ἀλ­λοῦ. Μᾶλ­λον θὰ τῆς ἀ­παν­τοῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δι­έ­γρα­ψε μιὰ πλα­τιὰ τρο­χιὰ ἀ­νά­με­σα στὶς προ­σω­πι­κές της σκέ­ψεις, πρὶν ἐ­κεῖ­νος ἐ­πα­να­φέ­ρει προ­σω­ρι­νὰ τὴν προ­σο­χή της κο­πα­νών­τας τὸ φλυ­τζά­νι τοῦ κα­φὲ στὸ πι­α­τά­κι καὶ δη­λώ­νον­τας νευ­ρι­α­σμέ­να, «Πά­ψε νὰ λὲς Ναί, Ναί, Ναί, ἐ­νῶ δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε μί­α ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νη λέ­ξη!»

       «Σὲ ἄ­κου­σα», δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε ἐ­κεί­νη θυ­μω­μέ­να. «Πα­ρα­λη­ροῦ­σες γιὰ κάμ­πι­ες λὲς κι εἶ­σαι κα­μιὰ γριά! Τί θές; Νὰ εἶ­μαι σὰν κι ἐ­σέ­να, μὲ μά­τια γουρ­λω­μέ­να ἀ­π’ τὸν ἐν­θου­σια­σμό, ἐ­νῶ ἐ­σύ–»

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος. «Μὲ ρώ­τη­σες τί εἶ­ναι, καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ σοῦ πῶ.»

       «Δὲ μὲ νοιά­ζει τί εἶ­ναι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Μπο­ρεῖ νὰ ἐ­νο­χλοῦν ἐ­σέ­να, ἀλ­λὰ δὲν ἐ­νο­χλοῦν ἐ­μέ­να.»

       «Κό­ψε τὰ παι­δι­α­ρί­σμα­τα!­», τσαν­τί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος.

       Εἶ­χαν ἕ­να λι­α­κω­τὸ στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ, ὅ­που ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα ἡ Κλά­ρα ξά­πλω­νε σὲ μιὰ σεζ­λόνγκ, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὶς ὁ­λο­δι­κές της σκέ­ψεις, ἐ­νῶ στὴ δι­πλα­νή, τὴν κλει­σμέ­νη μὲ σί­τα βε­ράν­τα κα­θό­ταν ὁ Μπί­λυ κι ἔ­γρα­φε στὴ γρα­φο­μη­χα­νή. Ἐ­πὶ πέν­τε χρό­νια ἡ Κλά­ρα δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέλ­λον. Τὸ σκε­φτό­ταν τώ­ρα. Γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρὰ τὸ μέλ­λον εἶ­χε γί­νει ἁ­πτό, λό­γῳ τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας ποὺ γνώ­ρι­ζε, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ἄ­γνω­στη στὸν Μπί­λυ, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σε τὸν Μπί­λυ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, για­τί ἀ­φο­ροῦ­σε ἐ­κεῖ­νο ποὺ συ­νέ­βαι­νε στὸν Μπί­λυ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μπί­λυ δὲν ἤ­ξε­ρε ἢ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι δὲν ἤ­ξε­ρε. Ὄ­χι, δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν σχε­δὸν σί­γου­ρη, ἢ ἂν τὸ ἤ­ξε­ρε, τὸ ἤ­ξε­ρε ἀ­συ­νεί­δη­τα, κρυ­φά – ὁ Μπί­λυ δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸ δε­χτεῖ ἢ ἴ­σως νὰ μὴν τολ­μοῦ­σε κὰν νὰ τὸ ὑ­πο­ψια­στεῖ. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χε γί­νει τό­σο παι­δα­ρι­ώ­δης αὐ­τὸ τὸ κα­λο­καί­ρι, πα­ρα­λη­ρών­τας σὰν βλά­κας γιὰ κάμ­πι­ες, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἦ­ταν Αὔ­γου­στος καὶ σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γαν, θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, καὶ σί­γου­ρα ὁ Μπί­λυ δὲν θὰ ξα­να­ερ­χό­ταν ἐ­δῶ καὶ ἐ­κεί­νη, ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει – δὲν τὴν ἔ­νοια­ζε, κι ἂν οἱ κάμ­πι­ες τρώ­γα­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἂν τρώ­γα­νε τὰ δέν­τρα καὶ τὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὸν ἴ­διο τὸν ὠ­κε­α­νό!

       Γύ­ρω στὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι μύ­ρι­σε κα­πνό. Ἔ­ψα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν Μπί­λυ μὲ ἕ­να δα­δὶ ἀ­πὸ πα­λι­ὲς ἐ­φη­με­ρί­δες, νὰ βά­ζει φω­τιὰ στὰ γκρὶ κου­κού­λια ποὺ εἶ­χαν φτιά­ξει οἱ πυ­τι­ο­κάμ­πι­ες. Νά τος! Φο­ρά­ει τὴ χα­κὶ βερ­μού­δα του καὶ κρα­τά­ει τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο δα­δὶ ἀ­πὸ ἐ­φη­με­ρί­δες στὰ πά­νω-πά­νω κλα­διὰ τῶν μι­κρῶν κα­τσι­α­σμέ­νων δέν­τρων, ὅ­που οἱ πυ­τι­ο­κάμ­πι­ες εἶ­χαν κα­τα­σκευά­σει τὰ σπί­τια τους.

       Τοὺς ἔ­βα­ζε φω­τιά, παι­δι­ά­στι­κα, ἀ­νό­η­τα, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν χι­λιά­δες κου­κού­λια. Ναί, κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸ λι­α­κω­τὸ πά­νω ἀ­πὸ τὰ δέν­τρα μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ὅ­τι οἱ πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες εἶ­χαν ἁ­πλώ­σει τὸ βα­σί­λει­ό τους ἀ­πὸ δέν­τρο σὲ δέν­τρο μέ­χρι ποὺ τώ­ρα, ἐ­πι­τέ­λους, κον­τὰ στὸ τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, δὲν ὑ­πῆρ­χε σχε­δὸν κα­νέ­να δέν­τρο χω­ρὶς ἕ­να ἢ πα­ρα­πά­νω γκρὶ κου­κού­λια μὲ κάμ­πι­ες νὰ τρῶ­νε τὰ φύλ­λα. Ὡ­στό­σο ὁ Μπί­λυ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ βά­λει μα­ζί τους μο­να­χός του, κρα­δαί­νον­τας τὶς γε­λοῖ­ες, χάρ­τι­νες δά­δες του.

       Ἡ Κλά­ρα ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­βγα­λε μιὰ δυ­να­τὴ χλευ­α­στι­κὴ φω­νή.

       «Τί στὸ δι­ά­ο­λο νο­μί­ζεις ὅ­τι κά­νεις!»

       «Καί­ω τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες», ἀ­πάν­τη­σε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα.

       «Τρε­λά­θη­κες; Εἶ­ναι ἑ­κα­τομ­μύ­ρια!»

       «Δὲν πει­ρά­ζει. Πρὶν φύ­γου­με θὰ τὶς ἔ­χω κά­ψει ὅ­λες!»

       Ἡ Κλά­ρα τὰ πα­ρά­τη­σε. Γύ­ρι­σε πί­σω καὶ βυ­θί­στη­κε ξα­νὰ στὴ σεζ­λόνγκ της.

       Ὅ­λο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα συ­νε­χί­στη­κε τὸ κά­ψι­μο. Δὲν εἶ­χε νό­η­μα νὰ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται, πα­ρό­λο ποὺ ὁ κα­πνὸς καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ ἦ­ταν μᾶλ­λον ἐ­κνευ­ρι­στι­κά. Τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει ἦ­ταν νὰ πι­εῖ, κι αὐ­τὸ ἔ­κα­νε. Ἑ­τοί­μα­σε μιὰ κα­νά­τα τζὶν μὲ λε­μό­νι, κι ἔ­πι­νε ὅ­λο το ἀ­πό­γευ­μα ἐ­νῶ ὁ σύ­ζυ­γός της ἔ­κα­νε ἐ­πί­θε­ση στὰ ἔν­το­μα μὲ τὰ χάρ­τι­να δα­διά του. Κα­τὰ τὶς πέν­τε, ἡ Κλά­ρα Φόξ­γου­ορθ ἄρ­χι­σε νὰ νι­ώ­θει χα­ρού­με­νη καὶ ξέ­γνοια­στη. Τὰ ὄ­νει­ρά της χρω­μα­τί­στη­καν μὲ πορ­το­κα­λὶ αἰ­σι­ο­δο­ξί­α. Φαν­τά­στη­κε τὸν ἑ­αυ­τό της τὸν ἐρ­χό­με­νο χει­μώ­να, κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λυ­τε­λὲς πέν­θος, μὲ κα­λο­ραμ­μέ­να μαῦ­ρα κο­στού­μια, μι­κρά, αὐ­στη­ρὰ κο­σμή­μα­τα κι ἕ­να μαῦ­ρο γού­νι­νο παλ­τό, καὶ φαν­τά­στη­κε δι­ά­φο­ρους συ­νο­δούς, τῶν ὁ­ποί­ων τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ξε­κά­θα­ρα, σὲ λι­μου­ζί­νες ποὺ γουρ­γού­ρι­ζαν γε­μά­τες ἄ­νε­ση δι­α­σχί­ζον­τας πα­γω­μέ­νους δρό­μους ἀ­πὸ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο σὲ κά­ποι­ο θέ­α­τρο, με­τὰ τὸ θέ­α­τρο σὲ κά­ποι­ο δι­α­μέ­ρι­σμα, ὄ­χι ἀ­κό­μα σὲ νυ­χτε­ρι­νὰ μπάρ, ὄ­χι τό­σο σύν­το­μα με­τά τό–

       Ἄ! Ἡ στά­ση της ἦ­ταν ὑ­γι­ής, δὲν ἦ­ταν ὑ­πο­κρί­τρια νὰ προ­σποι­εῖ­ται ὅ­τι νι­ώ­θει κά­τι ποὺ δὲν νι­ώ­θει. Οἶ­κτο; Ναί, λυ­πό­ταν γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ ἐ­δῶ καὶ πέν­τε-ἕ­ξι χρό­νια ἡ ἀ­γά­πη εἶ­χε πά­ψει νὰ ὑ­πάρ­χει, για­τί νὰ προ­σπα­θή­σει νὰ πει­σθεῖ πὼς θὰ πρό­κει­ται γιὰ ἀ­πώ­λεια;

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ δύ­ει ὁ ἥ­λιος ὅ­ταν χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Χτυ­ποῦ­σε πιὰ τό­σο σπά­νια ποὺ ὁ ἦ­χος του τὴν ἐ­ξέ­πλη­ξε. Ὄ­χι μο­νά­χα αὐ­τὴ ἡ ἴ­δια, ἀλ­λὰ καὶ ὁ στε­νὸς κύ­κλος τῶν – φί­λων; – εἶ­χε ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, γιὰ νὰ κλει­στεῖ στὶς δι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες, ὅ­πως οἱ ἠ­θο­ποι­οὶ ποὺ δι­α­σκορ­πί­ζον­ται ὅ­ταν ἡ αὐ­λαί­α κλεί­νει, καὶ ἐ­πι­στρέ­φουν στὶς ἐ­κτὸς σκη­νῆς ζω­ές τους, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὰ κα­θή­κον­τα τῆς πα­ρά­στα­σης.

       Ἄρ­γη­σε νὰ ἀ­παν­τή­σει, ἔ­χον­τας ἤ­δη ὑ­πο­θέ­σει ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τη­λε­φω­νοῦ­σε θὰ ἦ­ταν ὁ για­τρός τους, καὶ πράγ­μα­τι ἦ­ταν.

       Τὸ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ δό­σι­μο κου­ρά­γιου δὲν δί­νει κου­ρά­γιο.

       «Πῶς πά­ει, γλυ­κιά μου;»

       «Πῶς πά­ει τί;»

       «Ἡ ἀ­πό­δρα­σή σας ἀ­πὸ τὰ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη νέ­φη τῆς μη­τρο­πό­λε­ως.»

       «Ἂν ρω­τᾶ­τε σο­βα­ρά, για­τρέ, θὰ σᾶς ἀ­παν­τή­σω σο­βα­ρά. Ὁ ἀ­σθε­νής σας νο­σταλ­γεῖ τὰ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη νέ­φη κι ἔ­τσι τὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­δῶ.»

       «Τί εἶ­πες;»

       «Εἶ­ναι κα­κὴ ἡ σύν­δε­ση;»

       «Ὄ­χι, ἁ­πλῶς ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί ἐν­νο­εῖς;»

       «Εὐ­χα­ρί­στως θὰ σᾶς δι­α­φω­τί­σω. Ὁ Μπί­λυ, ὁ ἀ­σθε­νής σας, μο­λύ­νει τὸν ἀ­έ­ρα στὸ κα­λο­και­ρι­νό μας κα­τα­φύ­γιο βά­ζον­τας φω­τιὰ σὲ κά­τι ποὺ λέ­γε­ται πι­τυ­ο­κάμ­πια. Ὁ κα­πνὸς προ­κα­λεῖ ἀ­σφυ­ξί­α, χει­ρό­τε­ρη ἀ­πὸ τὸ μο­νο­ξεί­διο τοῦ ἄν­θρα­κα σὲ μπο­τι­λι­ά­ρι­σμα μέ­σα σὲ τοῦ­νελ. Βή­χω καὶ πνί­γο­μαι κι ὡ­στό­σο συ­νε­χί­ζει νὰ βά­ζει φω­τιά.»

       «Του­λά­χι­στον δὲν βρί­σκε­ται σὲ ἀ­δρά­νεια.»

       «Ἄ, ναί. Δὲν εἶ­ναι σὲ ἀ­δρά­νεια. Θέ­λε­τε νὰ τὸν φω­νά­ξω στὸ τη­λέ­φω­νο;»

       «Ὄ­χι, ἁ­πλῶς πές του ὅ­τι – ὄ­χι, μὴν τοῦ πεῖς ὅ­τι τη­λε­φώ­νη­σα· θ’ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ για­τί.»

       «Για­τί γα­μῶ­το δὲν τοῦ εἴ­πα­τε τί συμ­βαί­νει ὥ­στε νὰ ξέ­ρει καὶ νά– »

       Δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α της γι’ αὐ­τὸ καὶ φώ­να­ξε στὸ ἀ­κου­στι­κό: «Δὲν ἀν­τέ­χω· εἶ­ναι πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ,τι μπο­ρῶ ν’ ἀν­τέ­ξω. Τὸ μυα­λό μου εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ φρι­κτές, φρι­κτὲς σκέ­ψεις, ὑ­πο­θέ­σεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο θὰ πρέ­πει νὰ τὸ ἀν­τέ­ξω, πό­τε θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει.»

       «Χα­λά­ρω­σε, γλυ­κιά μου.»

       «Ἐ­σεῖς νὰ χα­λα­ρώ­σε­τε, ὄ­χι ἐ­γώ. Καὶ μὴ μὲ λέ­τε γλυ­κιά μου. Δὲν εἶ­μαι γλυ­κιά, δὲν ἔ­χω τί­πο­τε γλυ­κὸ μέ­σα μου. Ἔ­χω γί­νει ἄ­γρια. Ἂν δὲν στα­μα­τή­σει νὰ καί­ει τὶς κάμ­πι­ες, θὰ φύ­γω μό­νη μου, πί­σω στὴν πό­λη. Του­λά­χι­στον ἐ­κεῖ δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄρ­ρω­στα φυ­τὰ καὶ χάρ­τι­να δα­διὰ κι αὐ­τὸς νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει ἔ­ξω. Πρέ­πει νὰ κλεί­σω. Ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ σπί­τι.»

       «Κλά­ρα, εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ γιὰ τ’ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, προ­σπά­θη­σε.»

       «Μπο­ρεῖ­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε πῶς; Γράψ­τε μου μιὰ συν­τα­γή, δῶ­στε μου φάρ­μα­κα γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω.»

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­νά­με­σα στὸ τη­λέ­φω­νο καὶ τὴν ἀρ­γή, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη ἐ­πι­στρο­φὴ τοῦ Μπί­λυ πρὸς τὸ λι­α­κω­τό, τὸ ὁ­ποῖ­ο τώ­ρα ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ ἥ­λιος.

       «Κλά­ρα, ἡ ἀ­γά­πη παίρ­νει δι­ά­φο­ρες μορ­φές. Τὸ μυα­λό σου εἶ­ναι πι­θα­νό­τα­τα γε­μά­το φαν­τα­σι­ώ­σεις ποὺ μὲ ντρο­πὴ θὰ ἀ­πορ­ρί­ψεις, ὅ­ταν θὰ ἔ­χει τε­λει­ώ­σει αὐ­τὴ ἡ δο­κι­μα­σί­α.»

       «Πέ­σα­τε διά­να. Εἶ­μαι γε­μά­τη φαν­τα­σι­ώ­σεις γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι μέλ­λον.»

       «Κά­τι εἶ­πες γιὰ συν­τα­γὴ φαρ­μά­κων.»

       «Ναί. Τί;»

       «Σκέ­ψου πῶς ἦ­ταν πρίν.»

       «Μοιά­ζει νὰ μὴν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τὸ πρίν.»

       «Ναί, τώ­ρα ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ. Θὰ προ­σπα­θή­σω νὰ ἀ­να­σά­νω. Του­λά­χι­στον νὰ φυ­σοῦ­σε ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἀ­έ­ρας καὶ νά ’­δι­ω­χνε τὸν κα­πνὸ μα­κριά.­.­.»

       Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στὸ λι­α­κω­τὸ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη ἐ­πι­στρο­φή του. Εἶ­χε ἡτ­τη­μέ­νο ὕ­φος, ἦ­ταν καμ­μέ­νος σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α κι ἔ­βα­ζε κα­τα­πλά­σμα­τα ὑ­γρῆς σό­δας, ποὺ βρω­μοῦ­σαν. Πῆ­ρε τὴν ἄλ­λη σεζ­λὸνγκ καὶ τὴν ἔ­συ­ρε λί­γο πιὸ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ συ­ζυ­γό του καὶ τὴν ἔ­στρε­ψε ὥ­στε ἐ­κεί­νη νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ τὸ πρό­σω­πό του.

       «Τὰ πα­ρά­τη­σες;» μουρ­μού­ρι­σε ἐ­κεί­νη.

       «Τέ­λει­ω­σαν τὸ χαρ­τὶ καὶ τὰ σπίρ­τα», ἀ­πάν­τη­σε μι­σο­λι­πό­θυ­μος.

       Δὲν εἶ­παν τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἡ πα­λίρ­ροι­α γυρ­νοῦ­σε πρὸς τὴν ἀ­κτή. Τὸ  ἤ­ρε­μο νε­ρὸ κυ­μά­τι­ζε ἁ­πα­λὰ κον­τά τους.

       Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες, εἶ­πε μέ­σα της.

       Καὶ με­τὰ φω­να­χτά: «Πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες!»

       «Για­τί φω­νά­ζεις; Δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ φω­νά­ζεις. Ἕ­να πλῆγ­μα στὰ φυ­τὰ εἶ­ναι ὅ­πως ἕ­να πλῆγ­μα στὸ σῶ­μα.»

       «Αὐ­τὸ τὸ σπί­τι τὸ νοι­κι­ά­σα­με γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ δὲν θὰ ξα­νάρ­θου­με ἐ­δῶ.»

       «Ἕ­νας νέ­ος ἄν­τρας εἶ­ναι σὰν αὐ­τὸ τὸ ἐ­ξο­χι­κὸ σπί­τι­», εἶ­πε μὲ τό­σο μα­λα­κή, κου­ρα­σμέ­νη φω­νὴ ποὺ ἐ­κεί­νη δὲν τὸν ἄ­κου­σε.

       «Τί εἶ­πες;»

       Τὸ ἐ­πα­νέ­λα­βε λί­γο πιὸ δυ­να­τά.

       Τό­τε ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος ἤ­ξε­ρε. Οἱ κα­ρέ­κλες τους πα­ρέ­μει­ναν χώ­ρια στὸ λι­α­κω­τὸ ὅ­σο ὁ ἥ­λιος ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν.

       Ὅ­ταν πέ­φτει τὸ σκο­τά­δι, οἱ πα­λιοὶ σύν­τρο­φοι ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στὸ ἔν­στι­κτο ποὺ τοὺς φέρ­νει πιὸ κον­τά.

       Προ­σε­κτι­κά, σχε­δὸν τρε­μά­με­νη, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴ σεζ­λόνγκ της καὶ τὴν τρά­βη­ξε πιὸ κον­τὰ στὴ δι­κή του. Τὸ κα­ψα­λι­σμέ­νο χέ­ρι του ξε­κου­ρα­ζό­ταν στὸ χε­ρού­λι τῆς κα­ρέ­κλας. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο, ἐ­νῶ τὸ εὐ­συγ­κί­νη­το φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­τει­λε ἀ­π’ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα γιὰ ν’ ἀν­τι­κα­τα­στή­σει τὴν ἀ­γρύ­πνια τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὸ δι­κό του.

       Στὸ φεγ­γα­ρο­φώ­τι­στο λι­α­κω­τὸ φύ­ση­ξε ὁ πα­γω­μέ­νος ἄ­νε­μος τοῦ ἑ­νὸς κοι­νοῦ μυ­στι­κοῦ, μιᾶς κοι­νῆς γνώ­σης.  Τὰ δά­χτυ­λά τους πλέ­χτη­καν. Μα­ζί. Ἐ­κεί­νη σκέ­φτη­κε τὸ πρῶ­το τους πά­θος καὶ πῶς ὁ χρό­νος τὸ εἶ­χε κά­νει στά­χτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ κά­νει στά­χτη τὶς πι­τυ­ο­κάμ­πι­ες, νὰ τὶς δι­ώ­ξει ἀ­π’ τὸ κα­λο­και­ρι­νό τους σπί­τι, στὸ ὁ­ποῖ­ο, ὄ­χι, δὲν θὰ ἐ­πέ­στρε­φαν πο­τέ, χώ­ρια ἢ μα­ζί.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Τένεσι Οὐίλιαμς (Tennessee Williams) (Κολόμπους, Μισισίπι, 1911-Νιοὺ Γιὸρκ Σίτι, 1983). Ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἔζη­σε τὴν πε­ρισ­σό­τε­ρη ζω­ή του στὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη. Κέρ­δι­σε δύο βρα­βεῖ­α Πού­λι­τζερ καὶ πολ­λὰ ἀ­κό­μα βρα­βεῖ­α γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν παι­χτεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς ἐ­πὶ σκη­νῆς, ἀλ­λὰ ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ καὶ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μαί­ρη Ἀ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).