Ἀλεξάνδρα Σάνδη: Τὰ γενέθλια


Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη


Τὰ γε­νέ­θλια


ΗΜΕΡΑ ΕΧΕΙ τὰ γε­νέ­θλιά του. Ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ στὸ γρα­φεῖ­ο δὲν ἔ­χει ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Δὲ δου­λεύ­ει. Δὲν προ­λα­βαί­νει, ἔ­χει τό­σες εὐ­χὲς νὰ ἀ­παν­τή­σει. Στὸ φέ­ισ­μπουκ, στὸ μέ­ιλ, στὸ κι­νη­τό. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ‘χει πά­ρει ἄ­δεια σή­με­ρα ἀλ­λὰ ἡ γυ­ναί­κα του δὲν τὸν ἄ­φη­σε. Ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὴν ἡ­μέ­ρα γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τα­ξί­δι. Οἱ εὐ­χὲς κα­τα­φθά­νουν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὁ ἦ­χος εἰ­δο­ποί­η­σης εἶ­ναι χα­μη­λω­μέ­νος ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὸς γιὰ νὰ τὸν δι­ε­γεί­ρει. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἀ­κού­ει τοῦ γαρ­γα­λᾶ τὸ στο­μά­χι. Γι’ αὐ­τὸν δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὸ πράγ­μα νὰ ἀ­παν­τᾶ σὲ εὐ­χές. Εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­κτι­κός. Νὰ μὴν ἀ­δι­κή­σει κα­νέ­ναν, νὰ μὴ φα­νεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο ἐγ­κάρ­διος, νὰ μὴ δώ­σει δι­και­ώ­μα­τα. Σὲ αὐ­τοὺς ποὺ γρά­φουν τὸ ὄ­νο­μά του στὴν εὐ­χή, γρα­φεῖ κι αὐ­τὸς τὸ δι­κό τους. Ὑ­πο­λο­γί­ζει πά­νω κά­τω τὶς λέ­ξεις καὶ ἀ­παν­τᾶ μὲ ἀν­τί­στοι­χο νού­με­ρο. Ἂν ἡ εὐ­χὴ πε­ρι­λαμ­βά­νει χα­ρι­τω­μέ­να εἰ­κο­νί­δια, καὶ μό­νο τό­τε, προ­σθέ­τει κι αὐ­τός, πάν­τα κά­τι κα­λαί­σθη­το. Με­τρᾶ τὰ θαυ­μα­στι­κὰ καὶ ἀν­τα­πο­δί­δει μὲ ἀ­κρί­βεια. Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς τὰ κα­τα­φέρ­νει μιὰ χα­ρά. Ἔ­χει πιὰ χτί­σει μέ­θο­δο. Ἐ­νί­ο­τε χαί­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὴ μέ­θο­δό του πα­ρὰ μὲ τὸν κό­σμο ποὺ τοῦ εὔ­χε­ται. Συ­χνὰ πυ­κνὰ τσε­κά­ρει τὸ ἰν­μπόξ. Ξέ­ρει πὼς ἂν ἐ­κεί­νη τοῦ στεί­λει θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα τῆς γυ­ναί­κας του. Ἔ­τσι ἐλ­πί­ζει του­λά­χι­στον. Κά­νει συ­νε­χῶς ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα μή­πως αὐ­τὸ φταί­ει καὶ δὲ φτά­νει τὸ μή­νυ­μα. Κά­θε ἀ­να­νέ­ω­ση καὶ μιὰ νέ­α ἐλ­πί­δα ποὺ σύν­το­μα δι­α­λύ­ε­ται σὲ ἄ­πει­ρα σω­μα­τί­δια σκό­νης μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρω­ί, συ­νε­χί­ζει νὰ ἐλ­πί­ζει.

         Ἡ γυ­ναί­κα του καρ­δι­ο­χτυ­πᾶ μπρο­στὰ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κοι­τά­ει καὶ ξα­να­κοι­τᾶ τὸν τοῖ­χο του. Ξέ­ρει ὅ­τι ἂν ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νι­στεῖ θὰ τὸ κά­νει δι­α­κρι­τι­κά. Φο­βᾶ­ται ὅ­μως τὴν πρό­κλη­ση, αὐ­τὴ ποὺ δὲ θὰ ἀ­φή­σει πε­ρι­θώ­ρια γιὰ τυ­φλὰ ση­μεῖ­α καὶ σι­ω­πές. Κά­νει συ­χνὰ ἀ­να­νέ­ω­ση στὴ σε­λί­δα. Σφίγ­γε­ται, φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι βλέ­πει τὴ φω­το­γρα­φί­α της, αὐ­τὴ μὲ τὸ κόκ­κι­νο μπι­κί­νι καὶ τὰ ἀ­τε­λεί­ω­τα πό­δια. Πό­σο ἀ­ψε­γά­δια­στα εἶ­ναι αὐ­τὰ τὰ πό­δια. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­με­νε μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη νὰ τὰ χα­ζεύ­ει. Ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ χαί­ρε­ται πο­λὺ ποὺ ὑ­πάρ­χουν τό­σο τέ­λεια πό­δια. Χαί­ρε­ται νὰ τὰ βλέ­πει. Σή­με­ρα ὅ­μως τρέ­μει. Τρέ­μει καὶ μό­νο στὴν ἰ­δέ­α τους. Ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χουν φα­νεῖ. Εἶ­ναι πρω­ί. Συ­νε­χί­ζει νὰ τρέ­μει.

         Εἶ­ναι με­ση­μέ­ρι. Ἐ­κεί­νη τρέ­μει ἡ­μί­γυ­μνη πά­νω σε ἕ­να κρε­βά­τι. Τρέ­μει καὶ βογ­γά­ει. Τὸ σῶ­μα της εἶ­ναι ὑ­γρὸ καὶ γυ­α­λί­ζει ἔν­το­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς. Κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὸ φῶς φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. Τὰ μα­κριά της πό­δια δι­πλώ­νουν πρὸς τὸ στῆ­θος της. Τὸ σῶ­μα της μοιά­ζει νὰ βρί­σκε­ται σὲ μιὰ ἐ­πώ­δυ­νη ἔκ­στα­ση σὰν νὰ δο­νεῖ­ται ἀ­πὸ μέ­σα πρὸς τὰ ἔ­ξω. Ξάφ­νου ἡ ἀ­νά­σα της γί­νε­ται γρή­γο­ρη, τό­σο γρή­γο­ρη. Δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θεῖ σὲ ἕ­να πη­γαῖ­ο οὐρ­λια­χτό.

         Εἶ­ναι με­σά­νυ­χτα. Ἐ­κεῖ­νος κλεί­νει τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ μοι­ρα­σμέ­νος ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Ὁ δι­χα­σμὸς του γί­νε­ται ἀν­τι­λη­πτὸς ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα. Κα­τα­λα­βαί­νει. Τὸν πλη­σιά­ζει. Ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται. Συ­ζη­τοῦν γιὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους προ­ο­ρι­σμούς.

         Ἐ­κεί­νη μᾶλ­λον κοι­μᾶ­ται. Τὰ πό­δια της, ἀ­νή­συ­χα προ­σπα­θοῦν νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦν ἀ­πὸ τὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι. Μοιά­ζει νὰ ζε­σταί­νε­ται. Δί­πλα της, τὸ νε­ο­γέν­νη­το κοι­μᾶ­ται βα­θιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λε­ξάν­δρα Σάν­δη (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ τὴν Ἰ­α­τρι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς στὴ Σχό­λη τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ


		
Advertisements