Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Βροχή ὀνείρων

Grammatikos,Aleksandros-BrochiOneiron-Eikona-01


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς


Βρο­χὴ ὀ­νεί­ρων


03-PiΡΩΙΝΑ ΠΟΥ ΞΥΠΝΑΣ ἐ­νῶ θὲς νὰ κοι­μᾶ­σαι μέ­χρι τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, νι­ώ­θεις ἀ­παί­σια, ἀ­κό­μη κι ἂν τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ εἶ­δες ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο, ὅ­μως ἀ­ναγ­κά­ζε­σαι νὰ πᾶς γιὰ δου­λειά. Τὰ πό­δια σου βα­ρί­δια, σέρ­νε­σαι, ὅ­μως τὸ κά­νεις. Ἄλ­λα, πά­λι, ἐ­νῶ θέ­λεις νὰ ξυ­πνή­σεις δυ­στυ­χι­σμέ­νος, ἀ­φοῦ τὸ εἶ­χες σχε­δι­α­σμέ­νο γιὰ νὰ σὲ λυ­πη­θοῦν οἱ δι­κοί σου καὶ ἡ ζω­ή, ἐ­νῶ πά­λευ­ες ὅ­λη νύ­χτα μὲ ἐ­φιά­λτες καὶ ἄ­σχη­μα ὄ­νει­ρα, ση­κώ­νε­σαι μὲ ἀ­πί­στευ­τη δι­ά­θε­ση καὶ ἐ­νέρ­γεια, μιὰ ἀ­νε­ξή­γη­τη δύ­να­μη σὲ τρα­βά­ει πρὸς τὰ πά­νω, σὰ νὰ λύ­νεις τὰ σχοι­νιὰ ἀ­πὸ ἀ­ε­ρό­στα­το. Δὲ θέ­λου­με, ὅ­μως ἀ­ναγ­κα­ζό­μα­στε. Τὸ σχε­δι­ά­ζου­με, ὅ­μως ναυα­γεῖ. Πρω­ι­νὰ ξυ­πνή­μα­τα, μι­κρὲς ἀ­φε­τη­ρί­ες τῆς ζω­ῆς. Κά­θε μέ­ρα ζεῖς ἕ­να νέ­ο ξε­κί­νη­μα, μιὰ και­νούρ­για προ­σμο­νή, μιὰ νέ­α πλά­νη, μιὰ ἐλ­πί­δα τα­ξι­διά­ρα, ἕ­να ἀ­κό­μη ὄ­νει­ρο. Ὅ­πως αὐ­τὰ ποὺ βλέ­πεις στὸν ὕ­πνο, ὅ­πως αὐ­τὰ ποὺ δι­η­γοῦν­ται δι­κοί σου ἄν­θρω­ποι, φί­λοι, γνω­στοὶ καὶ ἄ­γνω­στοι, ὅ­λοι.

         Ὅ­πο­τε ὀ­νει­ρεύ­ε­ται τὸν παπ­πού του, τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα βρέ­χει, μοῦ λέ­ει. Καὶ κά­θε φο­ρὰ δι­ευ­κρι­νί­ζει: Ὄ­χι ὅ­τι κά­θε φο­ρὰ ποὺ βρέ­χει τὸν ἔ­χω δεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη. Καὶ γε­λά­ει, εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Ἀ­πὸ τὴ συ­νάν­τη­ση. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­ταν τὸν δεῖ, βρέ­χει. Καὶ τὸ κά­θε ὄ­νει­ρο ἔ­χει τὴ δι­κή του ἑρ­μη­νεί­α, τὴ δι­κή του ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ποὺ τοῦ δί­νουν. Καὶ πε­ρι­μέ­νεις νὰ βγεῖ. Τὴν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι νὰ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος σου ντυ­μέ­νη ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χες ξα­να­δεῖ, μό­νο γιὰ σέ­να, μὲ τὰ μαλ­λιὰ ριγ­μέ­να στοὺς ὤ­μους, βρεγ­μέ­να, ἀ­χτέ­νι­στα, μὲ τὰ μά­τια «πρά­σι­να ἀ­κρω­τή­ρια τῆς κα­λῆς ἐλ­πί­δας», ἀ­νοι­χτά, σὰν ὠ­κε­α­νός. Καὶ πε­ρι­μέ­νεις νά ’ρ­θει. Στη­μέ­νος στὴ δι­ά­βα­ση γιὰ νὰ πε­ρά­σεις τὴ λε­ω­φό­ρο. Σκέ­φτε­σαι. Εἶ­ναι πολ­λοὶ αὐ­τοὶ πού σοῦ λεί­πουν. Περ­πα­τᾶς κι ἀρ­χί­ζει τὸ ψι­λο­βρό­χι. Ποῦ νὰ βρί­σκον­ται, τί θὰ πρέ­πει νὰ συμ­βεῖ γιὰ νά ’ρ­θουν στὰ ὄ­νει­ρα; Καὶ πε­ρι­μέ­νεις νὰ δεῖς. Πλη­σιά­ζεις σ’ ἕ­να κα­φε­νέ, ἀ­πό­λαυ­ση ὁ ἑλ­λη­νι­κός, καὶ τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πὸ τὴ σχο­λή, δί­πλα σου, μὲ βρεγ­μέ­να τὰ τζίν, μυ­ρί­ζουν γι­α­σε­μί. Καὶ ἡ βρο­χὴ μα­γι­κή. Δὲν εἶ­σαι σί­γου­ρος, ἂν ἔ­πρε­πε νὰ ση­κω­θεῖς ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, ἂν ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νεις ξα­πλω­μέ­νος, δὲν εἶ­σαι σί­γου­ρος ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι, ἂν ὅ­λα συμ­βαί­νουν μπρο­στά σου, ἂν εἶ­σαι στὴ δου­λειὰ ἢ στὸ ἀ­ε­ρό­στα­το. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι βρέ­χει κι ἐ­κεί­νη πλη­σιά­ζει.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009). Συμ­με­τεῖ­χε στὸ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Βι­βλί­ων (Εκ­δό­σεις Κα­στα­νι­ώ­τη, 2014), μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ζων­τα­νὴ Βι­βλι­ο­θή­κη».

Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Μιὰ σακκούλα

Grammatikos,Aleksandros-MiaSakkoula-Eikona-01


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μιὰ σα­κού­λα


03-Htta ΔΥΝΑΜΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ὅ­ταν σὲ κυ­νη­γοῦν, ὄ­χι ὅ­ταν κυ­νη­γᾶς. Σὲ κυ­νη­γοῦν οἱ δου­λειές, οἱ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, ἡ ἀ­δι­κί­α, ἡ γυ­ναί­κα καὶ τὰ παι­διά σου, τὰ λά­θη τους, τὰ λά­θη ὅ­λων. Τὰ δι­κά σου. Ἐ­κεῖ δεί­χνεις τὴ δύ­να­μη. Τὴ δι­κή σου.

        Ἀ­νέ­βα­σα στὸ σπί­τι κα­μιὰ δε­κα­πεν­τα­ριὰ σα­κοῦ­λες, γε­μά­τες, ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ κι ἔ­φυ­γα σφαί­ρα γιὰ τὴ μα­ρί­να στὴν Ἀ­ρε­τσοῦ. Γιὰ τρέ­ξι­μο. Πῆ­ρα κι ἕ­να κομ­μα­τά­κι σο­κο­λά­τα γιὰ ἔξ­τρα ἐ­νέρ­γεια. Προ­πό­νη­ση στὴ φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, στὴν πνευ­μα­τι­κὴ δι­ά­νοι­α, στὴν ψυ­χι­κὴ ἀν­το­χή, στὸ κρύ­ο καὶ στὴ ζέ­στη, στὴ βρο­χὴ καὶ στὸν ἥ­λιο, στὸν πό­νο, στὴ ζω­ή. Στὴ δύ­να­μη. Τρέ­χεις γιὰ νὰ κερ­δί­σεις τὸ χρό­νο ποὺ σὲ κυ­νη­γᾶ, ποὺ σὲ σκο­τώ­νει, κά­νεις ρε­κόρ, εἶ­σαι δυ­να­τός, ὅ­μως χά­νεις, πάν­τα χά­νεις, ὅ­σα ρε­κὸρ κι ἂν κά­νεις, χά­νεις καὶ δυ­να­μώ­νεις, χά­νεις δυ­να­τά. Κι ἂν δὲν κα­τα­φέ­ρεις ρε­κόρ, βελ­τι­ώ­νε­σαι γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο δυ­να­μι­κὸ κυ­νη­γη­τό.

        Με­ση­με­ρά­κι, φθι­νο­πω­ρι­νό. Ἥ­λιος δυ­να­τός. Ἀ­ε­ρά­κι γλυ­κὸ καὶ βί­αι­ο. Ἀ­να­μέ­τρη­ση μὲ πό­νο κι ἀ­να­πνο­ές. Ἀν­το­χὴ καὶ συ­νο­μι­λί­α. Μὲ σέ­να. Μό­νος σου. Γύ­ροι δυ­να­τοί, γύ­ροι κου­ρα­σμέ­νοι, γύ­ροι ἀ­νά­τα­σης. Ἐν­δυ­νά­μω­σης. Σὲ σκλη­ρο­τρά­χη­λο ἔ­δα­φος. Στὸ πρῶ­το «πεν­τά­ρι» χι­λι­ό­με­τρα, στα­θε­ρὰ στὰ τέσ­σε­ρα λε­πτά το χι­λι­ό­με­τρο, ἀ­κρι­βὴς σὰν ρομ­πο­τά­κι. Ἀ­νέ­βα­ζα στρο­φές. Στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο ἔ­βλε­πα στὸ δα­σά­κι τῆς μα­ρί­νας νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν συγ­κεν­τρώ­νον­ταν θε­α­τές. Γιὰ μέ­να. Ἀ­να­τρί­χια­σα. Πῆ­ρα τὰ πά­νω μου, αἰ­σθάν­θη­κα σπου­δαῖ­ος, ὅ­τι κα­τά­λα­βαν τὴ μα­νί­α ποὺ μὲ κα­τα­δί­ω­κε γιὰ νὰ γρά­ψω στὸ κον­τὲρ τρε­λὰ ρε­κόρ. Ἔ­τρε­χα τέ­λεια, μὲ ἄ­ψο­γο στίλ, κάλ­πα­ζα. Κα­τέ­βα­ζα τὸ χι­λι­ό­με­τρο στὰ τρί­α λε­πτὰ καὶ σα­ράν­τα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Καὶ συ­νέ­χι­ζα. Ἀ­πί­θα­νη μέ­ρα. Συμ­πλή­ρω­να τὸ δεύ­τε­ρο «πεν­τά­ρι» καὶ ὁ κό­σμος ὁ­λο­έ­να πύ­κνω­νε, πρέ­πει νά ’­ταν κα­μιὰ πε­νην­τα­ριά, ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ λί­γο πρὶν βόλ­τα­ραν καὶ λι­ά­ζον­ταν. Κα­νεὶς δὲ μὲ κοι­τοῦ­σε. Οὔ­τε κὰν πρὸς τὸ μέ­ρος μου, τὴ θά­λασ­σα, τὸν ἥ­λιο, τὰ ἱ­στι­ο­φό­ρα. Σκυμ­μέ­νοι. Ὅ­λοι τους. Στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο δὲν ἄν­τε­ξα. Παύ­ση στὸ ρο­λό­ι καὶ χώ­θη­κα κι ἐ­γὼ στὸ μπού­γιο. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε.

        Σὲ κύ­κλο, κοι­τοῦ­σαν τὸ ἔ­δα­φος. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα ἂν προ­σεύ­χον­ταν. Πλη­σί­α­σα πιὸ κον­τά, εἶ­δα κι ἐ­γὼ τὴ σα­κού­λα. Μιὰ με­γά­λη, σκου­ρό­χρω­μη σα­κού­λα σκου­πι­δι­ῶν, μὲ ὅ­λα τὰ δι­α­κρι­τι­κά τῆς ἑ­ται­ρεί­ας πά­νω της καὶ ἕ­να πτῶ­μα μέ­σα της. Ἂν καὶ ζε­στός, μ’ ἔ­πι­α­σε τρέ­μου­λο. Κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κουμ­ποῦ­σε, κοι­τού­σα­με πα­γω­μέ­νοι. Δυ­ὸ-τρί­α χέ­ρια ἄ­νοι­ξαν χῶ­ρο, στὰ μά­τια καὶ στὴ σα­κού­λα. Τὸ πτῶ­μα ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρο. Ὄ­χι δι­α­με­λι­σμέ­νο, κά­θε ἄλ­λο, συμ­πι­ε­σμέ­νο γιὰ νὰ χω­ρέ­σει, δι­πλω­μέ­νο προ­σε­κτι­κά, μὲ μο­να­δι­κὲς πλη­γὲς στὰ τσα­κί­σμα­τα, ἐ­κεῖ, στὶς κλει­δώ­σεις, μὲ τὸ αἷ­μα ἀλ­λοῦ νω­πὸ κι ἀλ­λοῦ ξε­ρα­μέ­νο, σὰν τὰ φρέ­σκα καὶ ξη­ρὰ φροῦ­τα, ἕ­νας καρ­πὸς ποὺ δὲν εἶ­χε νὰ δώ­σει τί­πο­τε πιὰ πα­ρὰ μα­θή­μα­τα καλ­λι­έρ­γειας. Ἄρ­χι­σα νὰ κρυ­ώ­νω. Δὲν ἔ­πρε­πε, ἤ­θε­λα νὰ συ­νε­χί­σω τὴν κούρ­σα, νὰ τὴν πά­ω ἀ­κό­μη πιὸ γρή­γο­ρα. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε θο­λώ­σει, ἀλ­λὰ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω. Τὸ αὐ­το­κόλ­λη­το ἦ­ταν κι αὐ­τὸ ἐ­πι­με­λῶς γραμ­μέ­νο καὶ κολ­λη­μέ­νο πά­νω της «Πρό­σφυ­γας με­τα­νά­στης ποὺ πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἀ­φυ­δά­τω­ση. Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε. Ἔ­φυ­γε ἤ­ρε­μος».

        Ὁ χρό­νος μου μέ­χρι τὸ πτῶ­μα ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νος, τέ­τοι­ο «δε­κά­ρι» δὲν εἶ­χα ξα­να­κά­νει. Ἤ­θε­λα νὰ συ­νε­χί­σω μὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Μοῦ ’­χαν κο­πεῖ τὰ πό­δια. Κοι­τοῦ­σα τὴ σα­κού­λα καὶ τὸν κό­σμο τρι­γύ­ρω καὶ τὸ τρέ­μου­λο ἀ­νέ­βα­ζε τὶς δι­κές του στρο­φές. Κρύ­ω­να. Ἔ­χα­να τὴν πιὸ με­γά­λη νί­κη ἀ­πὸ τὸν ὕ­που­λο χρό­νο καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση. Πό­σο χρει­ά­ζε­ται; Γιὰ νὰ φτά­σεις ἐ­δῶ; Πό­σο ἀ­κρι­βὰ πρέ­πει νὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ νὰ μά­θεις ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες σου; Πό­σα χι­λι­ό­με­τρα νὰ τρέ­ξεις γιὰ νὰ κά­νεις ρε­κόρ; Ἁ­πλὰ ρε­κόρ, ζω­ῆς. Κά­θε δευ­τε­ρό­λε­πτο μὲ θέ­α τὴ σα­κού­λα καὶ τὸ τρέ­μου­λο δυ­νά­μω­νε. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κου­νη­θῶ. Εἶ­χα κό­ψει τὸ νῆ­μα λί­γο πρίν, ἐν ἀ­γνοί­α μου κι ἀ­πρό­σμε­να. Βρι­σκό­μουν ἤ­δη στὴ γραμ­μὴ τερ­μα­τι­σμοῦ, στὴ γραμ­μὴ μέ­τρη­σης τῆς ἀν­το­χῆς καὶ τῆς δύ­να­μής μου, σ’ αὐ­τὴ ποὺ εἶ­χα κά­νει τὸν κα­λύ­τε­ρό μου χρό­νο. Κρύ­ω­να, πο­λύ. Χρει­α­ζό­μουν κά­τι νὰ σκε­πα­στῶ. Μιὰ σα­κού­λα. Ὄ­χι ἀ­πορ­ρι­μά­των καὶ κυ­ρί­ως ὄ­χι μαύ­ρη, ἀλ­λὰ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ ἔ­βλε­πα νὰ δί­νουν στοὺς μα­ρα­θω­νο­δρό­μους, αὐ­τές, τὶς ἰ­ρι­δί­ζου­σες, αὐ­τὲς ποὺ χρυ­σα­φί­ζουν, ποὺ τυ­λιγ­μέ­νος μοιά­ζεις μὲ σο­κο­λα­τά­κι. Γε­μά­τος ἐ­νέρ­γεια. Αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πω τώ­ρα νὰ τυ­λί­γουν τὰ προ­σφυ­γό­που­λα καὶ τοὺς κα­τα­τρεγ­μέ­νους τῶν πο­λέ­μων, αὐ­τῶν ποὺ τρέ­χουν κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ χώ­ρα σὲ χώ­ρα μὲ ὅ­λη τους τὴ δύ­να­μη. Μιὰ «εἰ­δι­κὴ σα­κού­λα ζε­στα­σιᾶς».

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τσμουθ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας-δι­α­φή­μι­σης. Τὸ Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (Ἐκ­δό­σεις Νη­σί­δες, 2009). Συμ­με­τεῖ­χε στὸ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο Ἱ­στο­ρί­ες Βι­βλί­ων (Εκ­δό­σεις Κα­στα­νι­ώ­τη, 2014), μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ζων­τα­νὴ Βι­βλι­ο­θή­κη».

Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Χωρὶς ρεπό


GrammatikosAleksandros-ChorisRepo-Eikona-02


Ἀλέξανδρος Γραμματικός


Χω­ρὶς ρε­πό


02-PiΑΤΟΥΣΑ τὸ πό­δι μου στὴν Ἑλ­λά­δα ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια στὴν ξε­νι­τιά, στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου. Σίδ­νε­ϊ. Προ­σγει­ω­θή­κα­με στὸ Ἐ­λευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος με­ση­μέ­ρι. Στρι­μω­ξί­δι στὴν οὐ­ρὰ γιὰ τα­ξί, ὅ­μως πει­θαρ­χη­μέ­νο. Πί­σω μου στε­κό­ταν ἕ­νας νε­α­ρός, μᾶλ­λον στὴν ἡ­λι­κί­α μου. Μό­λις εἶ­χε φτά­σει ἀ­πὸ Κα­να­δά, Μόν­τρε­αλ, ξέ­μει­νε τέσ­σε­ρα χρό­νια. Δου­λεύ­α­με χω­ρὶς ρε­πό, nonstop γιὰ νὰ ξε­χρε­ώ­σου­με, νὰ στεί­λου­με πί­σω κά­να φράγ­κο, νὰ φᾶ­με, νὰ βά­λου­με κά­τι στὴν ἄ­κρη. Ἀν­τα­να­κλα­στι­κὰ ἀ­να­σφά­λειας, φο­βό­μα­σταν μὴ χά­σου­με τὴ δου­λειά. «Σὰν ὄ­νει­ρο», συμ­φω­νή­σα­με κι οἱ δυ­ό, «σὰ νὰ μὴν πέ­ρα­σε μιὰ στιγ­μή, σὰ χθὲς ποὺ φεύ­γα­με». Βρι­σκό­μα­σταν στὴν ἴ­δια πό­λη μὲ ἄ­δεια εἴ­κο­σι ἡ­με­ρῶν. Μά­γει­ρας ἐ­γώ, κα­θα­ρι­στὴς ἐ­κεῖ­νος. Ἴ­σως νὰ ἐ­πι­στρέ­φα­με στὴ δου­λειά, ἴ­σως ὄ­χι. Ἴ­σως ἂν βρί­σκα­με ἐρ­γα­σί­α, ἔ­στω μὲ μέ­τρια ἀ­μοι­βή, νὰ ρί­χνα­με μαῦ­ρες πέ­τρες στὶς ἄ­κρες του κό­σμου. Λέ­γα­με τὰ ἴ­δια πράγ­μα­τα, ἀ­κου­γό­ταν σὰν ἀν­τί­λα­λος, σὰ νὰ ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ἄν­θρω­πος. Τὸν κοί­τα­ξα στὰ μά­τια γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τῶ ὅ­τι δὲν ἦ­ταν κα­θρέ­φτης, τὸν χτύ­πη­σα φι­λι­κὰ στὴν πλά­τη, μοι­ρα­στή­κα­με τὸ τα­ξί. Κέν­τρο Ἀ­θή­νας κι οἱ δυ­ό. Ἀμ­πε­λό­κη­πους αὐ­τός, Ἐ­ξάρ­χεια ἐ­γώ. Σύμ­πτω­ση, συγ­χρο­νι­σμός, ὅ­λα λει­τουρ­γοῦ­σαν ρο­λό­ι. Πρὶν φτά­σου­με στὴν Πα­νόρ­μου τὸ τα­ξὶ ἀ­κι­νη­το­ποι­ή­θη­κε, φρά­κα­ρε τὸ σύμ­παν. Παγ­κό­σμια Ἡ­μέ­ρα Κα­τὰ τοῦ Ρα­τσι­σμοῦ καὶ ἀν­τι­ρα­τσι­στι­κὴ πο­ρεί­α στὸ κέν­τρο. Γιὰ τοὺς με­τα­νά­στες, τοὺς πρό­σφυ­γες, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς κα­νο­νι­κούς. Ἀ­ξι­ο­πρε­πῆ ζω­ὴ γιὰ ὅ­λες καὶ ὅ­λους, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν προ­έρ­χον­ται, ὅ­που κι ἂν πη­γαί­νουν. Τὰ πα­νὸ ἦ­ταν πολ­λά, τὰ συν­θή­μα­τα ξε­κά­θα­ρα. Τὸ τα­ξὶ δὲν κου­νοῦ­σε ρού­πι. Κά­τι πῆ­γε νὰ πεῖ ὁ τα­ξι­τζής, ὅ­μως δὲν πρό­λα­βε, τὸν στα­μά­τη­σε ἡ ἴ­δια αὐ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση, τὰ χέ­ρια μας στὸν ὦ­μο. Δὲ μὲ ἔ­νοια­ζε ἂν καὶ πό­τε θὰ ξεμ­πλο­κά­ρα­με, τὸ ἴ­διο ἔ­γνε­ψε κι ὁ ἄλ­λος. Ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὸ δρό­μο. Μοῦ ἦ­ταν ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἀ­κό­μη κι ἂν ἔ­χα­να ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἄ­δεια, τὴν εἶ­χα χε­σμέ­νη. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα κα­τέ­βη­καν γιὰ φρέ­σκο ἀ­έ­ρα, ἀ­κού­γα­με τὰ συν­θή­μα­τα ὑ­πο­μο­νε­τι­κά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τσμουθ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζεται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας-δι­α­φή­μι­σης. Τὸ Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (Ἐκ­δό­σεις Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Ἀλέξανδρος Γραμματικός: Ἀδικαιολογήτως ἀπών

.

Grammatikos,Aleksandros-AdikaiologitosApon-Eikona-01

.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς

 .

Ἀ­δι­και­ο­λο­γή­τως ἀ­πών

 .

08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΡΙΞΕ ΤΑ ΖΑΡΙΑ στρι­φο­γυ­ρι­στὰ στὸ τά­βλι, μὲ τὰ δά­χτυ­λα νὰ χο­ρεύ­ουν, δεῖγ­μα αὐ­το­πε­ποί­θη­σης καὶ μιᾶς ἀ­συ­νεί­δη­της κί­νη­σης νὰ προ­κα­λέ­σει τὴν τύ­χη. Ἔ­πρε­πε νὰ φα­νεῖ ἄ­νε­τος στὸ φί­λο με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί του, γιὰ νὰ τοῦ δεί­ξει πῶς παί­ζε­ται αὐ­τὸ τὸ βα­θιὰ ἀρ­ρε­νω­πὸ παι­χνί­δι.

      Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο χρό­νο δὲν εἶ­χε πα­τή­σει τὸ πό­δι του στὸ Στέ­κι τῶν με­τα­να­στῶν. Δί­δα­σκε, ἐ­θε­λον­τι­κά, στοι­χει­ώ­δη Χη­μεί­α σὲ ὅ­λους τοὺς με­τα­νά­στες ποὺ δή­λω­ναν πα­ρόν­τες. Ἦ­ταν δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ὅ­μως δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α, ἀ­ξί­α εἶ­χε ὅ­τι δή­λω­νε κι ἐ­κεῖ­νος πα­ρὼν γιὰ νὰ μπο­ρέ­σουν συ­νάν­θρω­ποι ἄλ­λων χω­ρῶν νὰ ἐγ­κλι­μα­τι­στοῦν στὴ δι­κή του. Ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ σε­μι­νά­ρια, χρή­σι­μα στὴ γλώσ­σα, στὴν ἐρ­γα­σί­α. Δὲν τοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο, ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ὕ­λη ἦ­ταν ἁ­πλή, στὸ σχο­λεῖ­ο ἔ­παιρ­νε ἄ­ρι­στα. Ἐ­ξάλ­λου, ἦ­ταν μέ­ρος τῆς δου­λειᾶς του, νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­εῖ κι­νή­σεις καὶ προ­θέ­σεις στὴν πο­λι­τι­κὴ σκα­κι­έ­ρα, νὰ τὶς συν­θέ­τει κά­νον­τας πει­ρα­μα­τι­σμοὺς στὴν ἕ­νω­ση γνω­στῶν καὶ ἄ­γνω­στων στοι­χεί­ων, νὰ τὶς σερ­βί­ρει στὴν κοι­νὴ γνώ­μη. Ἦ­ταν. Δι­ό­τι τὸν τε­λευ­ταῖ­ο χρό­νο περ­νοῦ­σε δι­α­δο­χι­κὰ ἀ­πὸ τὶς φά­σεις ἐρ­γα­σί­ας-ἀ­νερ­γί­ας σὲ ρυθ­μὸ ἀ­πρό­βλε­πτο, ὅ­πως τὰ ζά­ρια ποὺ ἔ­ρι­χνε. Αὐ­τὸς ἦ­ταν κι ὁ λό­γος ποὺ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ Στέ­κι, ἡ ἀ­νερ­γί­α καὶ τὰ πα­ρελ­κό­με­να. Χω­ρὶς χρή­μα­τα, κρα­ται­ὸς κα­να­πε­δά­τος, πα­ρα­δο­μέ­νος σὲ ἐν­στι­κτώ­δεις κοι­νω­νι­κὲς ἐ­ξάρ­σεις μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἡ αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας θύ­μι­ζε κα­φε­νεῖ­ο —κό­σμος, κα­πνός, φα­σα­ρί­α—, ἴ­σως κρα­τη­τή­ριο, ἴ­σως γρα­φεῖ­ο το­πι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης κόμ­μα­τος, ἂν καὶ τὰ λου­κέ­τα αὐ­ξά­νον­ταν. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­δι­και­ο­λο­γή­τως ἀ­πὼν αὐ­τὸ τὸ χρό­νο, ἀλ­λὰ κοι­τά­ζον­τας τὸν με­τα­νά­στη σκέ­φτη­κε ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πεῖ κά­να ψε­μα­τά­κι γιὰ δι­και­ο­λο­γί­α. Ντρε­πό­ταν. Εἶ­χε πή­ξει στὴ δου­λειά, αὐ­τὸ τοῦ εἶ­πε, ἦ­ταν πε­ρι­ζή­τη­τος, ἀ­φοῦ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συ­νά­δελ­φοι εἶ­χαν ἤ­δη φύ­γει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Τέ­λει­ω­νε κι­ό­λας ἡ πρώ­τη παρ­τί­δα. Καὶ χτυ­ποῦ­σε καὶ τὰ πού­λια. Μό­νο ἔ­τσι θὰ τὸν ἔψη­νε, μόρ­τι­κα.

      Πάν­τως, σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ βρεῖ δου­λειά. Αὐ­τὸ ἔ­ψα­χνε ἀ­πε­γνω­σμέ­να, μί­α δου­λειὰ γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες, δὲ τὴν ἔ­βγα­ζε μὲ τὰ με­ρο­κά­μα­τα στὰ φροῦ­τα καὶ σὲ κά­τι κή­πους ποὺ κα­θά­ρι­ζε. Ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται οἱ παύ­σεις στὴ μέ­ση τῆς παρ­τί­δας. Ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σει ὅ­τι παί­ζεις χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­πτεις, χω­ρὶς νὰ κοι­τᾶς τὸν ἄλ­λο στὰ μά­τια. Ρί­χνεις τὰ ζά­ρια, χτυ­πᾶς τὰ πού­λια, μι­λᾶς κο­φτά, δυ­να­τά, ρου­φᾶς φρα­πέ, λε­μο­νά­δα, σχο­λιά­ζεις, ἀ­κοῦς τὰ γύ­ρω τρα­πέ­ζια, τὴν τη­λε­ό­ρα­ση, εἶ­σαι στὴ μέ­ση τῆς δί­νης, ἑ­τοι­μο­πό­λε­μος, χά­νεις-κερ­δί­ζεις. Κι ἂν πα­λι­ώ­σεις, κλεί­νεις καὶ τὸ τά­βλι θυ­μω­μέ­νος στὴ μέ­ση τῆς παρ­τί­δας, μὲ στίλ.

      Ἔ­πρε­πε νὰ τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψει μι­κρὰ μυ­στι­κὰ ἐν ὥ­ρᾳ παι­χνι­διοῦ, ἀ­κό­μη καὶ μὲ ἄ­σχη­μο ζά­ρι. Νὰ τοῦ μά­θει τε­χνι­κές. Πρω­τί­στως, νὰ ἑ­στιά­ζει τὶς αἰ­σθή­σεις στὸ «τώ­ρα». Νὰ συν­θέ­τει τὰ πάν­τα, τὴν πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση καὶ πλη­ρο­φο­ρί­α, χω­ρὶς ἄγ­χος. Μιὰ πνευ­μα­τώ­δη ἀν­τί­λη­ψη γιὰ τὸ ξύ­λι­νο τε­ρέν, μὲ ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νες ἀν­τι­δρά­σεις τῶν παι­κτῶν. Ντόρ­τια κι ἀσ­σό­δυ­ο ἡ τύ­χη τους καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση στὴ δι­α­πα­σών, μὲ μιὰ φω­νὴ πο­λι­τι­κοῦ νὰ σκού­ζει γιὰ τὴν ἀ­κρο­α­ρι­στε­ρὰ καὶ ἀ­κρο­δε­ξιά, νὰ κα­ταγ­γέλ­λει τὰ ἄ­κρα. Ἰ­σχυ­ρὴ ὁ­μι­λί­α, ποὺ ἐ­κτό­ξευ­ε μό­ρια σά­λιου στὴν κά­με­ρα ἀν­τι­κρι­στά. «Φα­σί­στες τοῦ κε­ρα­τᾶ τὰ ἄ­κρα», ἀ­κου­γό­ταν μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­πρε­πε ταυ­τό­χρο­να νὰ κρα­τᾶ ση­μει­ώ­σεις γιὰ τὸ ἄρ­θρο, νὰ παί­ζει τὸ τρι­ό­δυ­ο καὶ νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κά­θε του κί­νη­ση στὸ με­τα­νά­στη. Χω­ρὶς δι­α­κο­πές, ὅ­λα μα­ζί, στὴ μέ­ση μιᾶς μι­κρῆς παρ­τί­δας. Στὴν ἴ­δια μέ­ση ποὺ στέ­κον­ταν οἱ δη­μο­κρά­τες καὶ οἱ ἐ­λεύ­θε­ροι πο­λί­τες, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ἡ φω­νὴ τοῦ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­πὸ τὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ ὑ­περ­πέ­ραν, «καὶ ὅ­λοι ὅ­σοι ἀ­σκοῦν κρι­τι­κὴ καὶ ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἄ­πο­ψή τους. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δη­μο­κρα­τία, ἐ­πι­τρέ­πει ἐ­λεύ­θε­ρα στὸν κα­θέ­να νὰ τῆς ἐ­πι­τε­θεῖ». Κι ὁ ἴ­διος αὐ­τὸ σκε­φτό­ταν μὲ τὶς δυά­ρες ποὺ ἔ­ρι­ξε. Δυ­ὸ πορ­τί­τσες ἀ­κό­μη στὸν με­τα­νά­στη, νὰ κα­τα­λά­βει τί ση­μαί­νει τά­βλι, νὰ τοῦ δι­δά­ξει «πόρ­τες» στὴ ζω­ή, «πλα­κω­τό» στὸ κρε­βά­τι, «φεύ­γα» στὴ σκέ­ψη. Μιὰ δι­α­δρα­στι­κὴ σχέ­ση τῶν τρι­ῶν στὴν ἴ­δια παρ­τί­δα.

      «Φεύ­γα στὴ σκέ­ψη», κι ὁ με­τα­νά­στης τὸν κοι­τοῦ­σε ἀ­πο­ρη­μέ­νος, δὲν εἶ­χε ξα­να­κού­σει τὴν ἔκ­φρα­ση. Ἀ­κού­γον­ταν κι­νέ­ζι­κα, ἦ­ταν ἑλ­λη­νι­κά. Ἔ­ρι­ξε τὴν πρώ­τη ζα­ριὰ στὸ «φεύ­γα» μὲ μιὰ «πο­λι­τι­κὴ σκέ­ψη», γιὰ ν’ ἀ­να­δεί­ξει καὶ τὴ δι­α­δρα­στι­κό­τη­τα τοῦ παι­χνι­διοῦ. Καὶ ποι­ὰ ἡ σχέ­ση αὐ­τῆς τῆς σκέ­ψης μὲ τὸ κρε­βά­τι; ἄ­κου­γε νὰ τὸν ρω­τᾶ ὁ με­τα­νά­στης, ποὺ κά­τι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ  κα­τα­λα­βαί­νει ἀ­πὸ τὴ σχέ­ση αὐ­τὴ μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὶς «πόρ­τες» της. Τί νὰ τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε καὶ σὲ ποι­ὰ γλώσ­σα; Πε­ζο­δρό­μιο ἢ πο­λι­τι­κὸς πο­λι­τι­σμός; Τί νὰ τοῦ ἔ­λε­γε στὴ μέ­ση τῆς πιὸ κρί­σι­μης παρ­τί­δας; Φεύ­γα. Στὴ σκέ­ψη. Κι ἕ­να σχό­λιο γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α. Ποιά πόρ­νη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ στέ­κε­ται στὴ μέ­ση κι ἀ­φή­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ τὴν κά­νουν ὅ,τι θέ­λουν; Παν­τὸς τύ­που προ­βο­κά­το­ρες, πλι­α­τσι­κο­λό­γοι καὶ ὑ­πο­κρι­τές, ἑ­νω­θεῖ­τε! Φό­ρα γιὰ τὴ με­σαί­α τρύ­πα τῆς δη­μο­κρα­τί­ας, εἶ­ναι γλυ­κιά.

      Αὐ­τὰ στὰ λέ­ει ἕ­νας αὐ­το­α­πα­σχο­λού­με­νος ἄ­νερ­γος δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἕ­νας ἁ­πλὸς ἄν­θρω­πος, παί­ζον­τας μιὰ παρ­τί­δα τά­βλι μὲ σέ­να, τὸ φί­λο με­τα­νά­στη. Σοῦ ζη­τᾶ συγ­γνώ­μη ποὺ ἔ­λει­ψε ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο ἀ­πὸ τὰ ἐ­θε­λον­τι­κὰ μα­θή­μα­τα στὸ Στέ­κι, ἀλ­λὰ βρί­σκε­ται ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴ μέ­ση τῶν «ἄ­κρων» κι ἔ­χει πολ­λὴ δου­λειά.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 .

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τσμουθ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζεται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας-δι­α­φή­μι­σης. Τὸ Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο (Ἐκ­δό­σεις Νη­σί­δες, 2009).

 .