Ἀθανάσιος Γκράβαλης: Ἡ Βασιλές


Ἀ­θα­νά­σιος Γκρά­βα­λης


Ἡ βα­σι­λές


ΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ στὸ χω­ριό μου ἕ­νας βα­σι­λές. Ἕ­νας βα­σι­λὲς ὅ­μως ἀ­λη­θι­νός, ὄ­χι σὰν αὐ­τοὺς ποὺ φο­ρᾶν στὸ κε­φά­λι τους κο­ρό­νες καὶ βα­στᾶν στὰ χέ­ρια πα­τε­ρί­τσες καὶ ὁ­ρί­ζουν τοὺς λα­οὺς σὰν κο­πά­δια.

        Ζοῦ­σε μιὰ φο­ρὰ στὴν πα­τρί­δα μου ἕ­νας βα­σι­λὲς ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν οὗ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ οὗ­λα τὰ μω­ρά, ποὺ πά­γαι­νε στὸ δρό­μο μο­να­χὸς δί­χως ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ τούμ­πα­να. Τοῦ­τος ὁ δι­κός μου «ἡ βα­σι­λὲς» ὅ­ρι­ζε ἕ­να βα­σί­λει­ο με­γά­λο ὅ­σο ἡ σκέ­ψη. Γιὰ σκέ­πα­σμα στὸ θρό­νο του εἶ­χε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ οὐ­ρα­νὸ καὶ γιὰ δύ­να­μή του τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν ἀ­γά­πη.

        Ὁ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λης «ἡ βα­σι­λές». Για­τί τὸν βγά­λα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα δὲν τὸ ξέ­ρω. Ὅ­ποιος τοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὅ­μως ἔ­κα­νε πο­λὺ κα­λά, για­τί τοῦ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λη τοῦ βα­σι­λὲ ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νο­μα τοῦ ταί­ρια­ζε μο­νά­χα.

        Ὅ­λη τὴ ζω­ή του «ἡ βα­σι­λὲς» τὴν πέ­ρα­σε ἀ­πά­νου στὴ θά­λασ­σα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια τῶν γκρέ­μνων ἀ­κρο­γι­α­λι­ῶν ποὺ τὰ δέρ­νει πάν­τα τὸ κύ­μα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια καὶ στὲς γοῦ­βες τὶς γε­μά­τες ἀ­πὸ κα­λό­γνω­μες καὶ στρεί­δια καὶ μύ­δια καὶ κά­θε εἶ­δος θα­λασ­σι­νά.

        Σπί­τι του καὶ χα­ρὰ του μιὰ βάρ­κα.

        Μέ­σα σ’ αὐτὴ ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νή­θη­κε σ’ αὐ­τή, ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νη­θή­κα­νε κι οἱ δυ­ό τους μα­ζί. Δὲν ξέ­ρω.

        Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸν βα­σι­λὲ καὶ τὴ βάρ­κα του δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲς νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­σω.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν βαρ­κά­ρης. Βαρ­κά­ρης ποὺ δὲν δού­λευ­ε γιὰ κα­νέ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του μο­νά­χα.

        Γύ­ρι­ζε ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴ θά­λασ­σα σέρ­νον­τας μα­ζὶ μὲ τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του καὶ τὴ γέ­ρι­κια πιὰ σὰν αὐ­τὸν κού­νια του. Μὲ τὴ βάρ­κα ἡ βα­σι­λὲς περ­πα­τοῦ­σε ἐ­πά­νω στοὺς για­λοὺς καὶ στὸ μπου­ρί­νι καὶ στὴν πα­γω­νιὰ καὶ  στὴ βρο­χὴ καὶ στὸ λι­ο­πύ­ρι.

        Ἔ­φευ­γε ἀπ’ τὴν ἀρα­ξά του πουρ­νὸ-πουρ­νό. Ἔ­φευ­γε καὶ τρα­βοῦ­σε πό­τε μέ­σα στὶς ἀγ­κά­λες, πό­τε κα­τὰ τὸ πέ­λα­γο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει για­τί, χω­ρὶς νὰ ζητᾶ τί­πο­τα. Ἀλ­λι­ῶς δὲν ἤ­τα­νε βο­λε­τὸ νὰ κά­νει.

        Ὅ­λα τὰ θο­λά­μια κι ὅ­λες οἱ γοῦ­βες οἱ γε­μά­τες ἀ­πὸ μύ­δια καὶ κα­λο­γρι­ὲς ἤ­τα­νε δι­κές του. Ζοῦ­σε ρου­φών­τας τὴν ἁρ­μύ­ρα κι ἀ­π’ τὸν ἀ­γέ­ρα κι ἀπ’ τὸ για­λό.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν λί­γο καμ­πού­ρης. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ἤ­τα­νε ὅ­μως. Ἴ­σως νὰ τὸν ἔ­παιρ­να ἔ­τσι κα­θὼς τὸν ἔ­βλε­πα πάν­τα σκυ­φτό, πό­τε στὸ κου­πί, πό­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνε στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας καὶ πό­τε σὰν τρα­βοῦ­σε τὰ βρά­δια στὴν πο­λι­τεί­α φορ­τω­μέ­νος στὸν ὦ­μο ἕ­ναν τρο­βά.

        Πα­πού­τσια στὰ πό­δια του οὔ­τε σὰν πέ­θα­νε δὲν τὸν βά­λα­νε. Στὸ κε­φά­λι φο­ροῦ­σε ἕ­να του­νουζ­λί­δι­κο* φέ­σι ξαλ­λή­θω­ρο ἀπ’ τὰ χρό­νια. Τὰ μά­τια του ἤ­τα­νε τρι­γυ­ρι­σμέ­να πάν­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­λι­κο κύ­κλο ἀ­πὸ αἷ­μα κι ἡ μύ­τη του ἤ­τα­νε με­γά­λη, ἴ­σα­με γρο­θιά.

        Ἡ βα­σι­λὲς νε­ρὸ δὲν ἔ­πι­νε πο­τές. Τρα­βοῦ­σε μό­νο μὲ τὴν τσό­τρα κρα­σί, ποὺ τό ’παιρ­νε κά­θε βράδυ δί­νον­τας γιὰ πλη­ρω­μὴ κο­ρο­χύ­λια καὶ καβούρια καὶ χά­βα­ρα*.

        Ὁ Μα­νώ­λης ἡ βα­σι­λὲς πέ­θα­νε ὅ­πως πε­θαί­νουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως πε­θαί­νει κά­θε ζων­τα­νό.

        Ἅ­πλω­σε μιὰ νύ­χτα κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­στρο­φεγ­γιὰ τοῦ χει­μω­νι­ά­τι­κου οὐ­ρα­νοῦ τὰ πο­δά­ρια του, τέν­τω­σε τὰ χέ­ρια του μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­νοι­χτὲς πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο, ἔσφι­ξε τὰ μά­τια του καὶ κο­κά­λια­σε μὲ μιὰ σπι­θα­μὴ ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα.

        Ἡ βάρ­κα του τὸν κου­νοῦ­σε ἔ­τσι ὅ­λη τὴ νύ­χτα, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως τὸν κου­νοῦ­σε πάν­τα ἔ­τσι καὶ ζων­τα­νό.

        Τὸ πρω­ὶ τὸν βρή­κα­νε κά­τι μω­ρὰ ποὺ πῆ­ραν σβάρ­να τὶς ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γιὰ νὰ μα­ζέ­ψουν κο­ρο­χύ­λια.

        Ὁ θά­να­τος τοῦ βασιλέ μα­θεύ­τη­κε γρή­γο­ρα στὰ τρι­γύ­ρω ντά­μια*. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μιὰ καὶ ποὺ πέ­θα­νε ἐ­κε­ῖ πέ­ρα κον­τά, πα­ρά­τη­σε τ’ ἀ­λέ­τρι του ἐ­πά­νω στὴν αὐ­λα­κιά, κα­τέ­βη­κε κα­τὰ τὸ για­λό, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νη κα­τὰ τὴ στε­ριὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸν πε­θα­μέ­νον μ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴν τσό­τρα* ποὺ κοί­τουν­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ ρού­φη­ξε λί­γο κρα­σί, ἔ­σκυ­ψε καὶ κα­τὰ τὸν τρο­βά, πῆ­ρε τὰ κο­ρο­χύ­λια ποὺ ἦ­ταν μέ­σα, τά ’βα­λε στὸ ζου­νά­ρι του, τρά­βη­ξε πά­λι τὸ σχοι­νὶ τῆς βάρ­κας καὶ πή­δη­σε στὴ στε­ριά.

        Ἡ βάρ­κα μὲ τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λέ της ἔ­μει­νε ἔ­τσι μο­να­χὴ καὶ ξα­κο­λού­θη­σε νὰ χο­ρεύ­ει ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Τὸν βα­σι­λὲ τὸν θά­ψα­νε κα­τὰ τὸ βρά­δυ.

        Στὸ σού­ρου­πο οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ποὺ δὲν ἔ­κα­νε νὰ χα­σο­με­ρή­σουν τὴ μέ­ρα τὸ ζευ­γά­ρι* των, κα­τε­βή­κα­νε μ’ ἕ­να φτιά­ρι κι ἕ­ναν κα­σμά. Κα­τέ­βη­κε μα­ζί τους κι ὁ γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ μὲ τὸ πε­τρα­χή­λι στὴν ἀ­μα­σκά­λη καὶ μ’ ἕ­να μι­κρὸ σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι. Θυ­μια­τὸ δὲν φέ­ρα­νε.

        Ὕστερα, σὰν ἦρ­τε ἡ ὥ­ρα νὰ θυ­μιά­σουν, βά­λα­νε δυ­ὸ κάρ­βου­να ἀ­πά­νω σὲ μιὰ κε­ρα­μί­δα κι ἕ­να κου­κού­τσι λι­βά­νι ποὺ τὸ βρῆ­κε στὴν τσέ­πη τοῦ γε­λε­κιοῦ του ὁ γού­με­νος.

        Δὲν φέ­ρα­νε οὔ­τε λά­δι οὔ­τε νε­ρό. Ἀν­τὶς νε­ρὸ ἕ­νας πα­ρα­γιὸς πῆ­ρε μὲ τὸ φτιά­ρι λί­γη θά­λασ­σα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὰ μοῦ­τρα τοῦ πε­θα­μέ­νου.

        Τὰ γράμ­μα­τα ὁ γού­με­νος τά ‘­ψα­λε ἀ­πὸ στε­ριά, ἐ­νῶ ὁ νε­κρὸς κοί­τον­ταν ἀ­κό­μα μέ­σα στὴ βάρ­κα ποὺ χό­ρευ­ε ἀ­π’ τὰ κύ­μα­τα. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, κον­τὰ στὴν ἀμ­μου­διά, δυ­ὸ ἄλ­λοι πα­ρα­γιοὶ σκά­βα­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ἕ­να λάκ­κο.

        Σὰν τέ­λει­ω­σαν τὰ γράμ­μα­τα, τρα­βή­ξα­νε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σχοι­νὶ κα­τὰ τὴ στε­ριά, κι ἕ­νας φορ­τώ­θη­κε τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λὲ στὸν ὦ­μο. Αἱ πα­λά­μες του ἦ­ταν τεν­τω­μέ­νες πάν­τα πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τοῦ βά­λα­νε κι ἕ­να κε­ρα­μί­δι ποὺ βρή­κα­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸ στό­μα, τὸν κα­τέ­βα­σαν στὸ λάκ­κο του καὶ τὸν σκέ­πα­σαν μὲ χα­λί­κια τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς.

        Σὰν φύ­γα­νε ὅ­λοι, ὁ ἴ­διος ὁ πα­ρα­γιὸς ποὺ πρω­το­κα­τέ­βη­κε ἐ­πή­δη­ξε πά­λι στὴ βάρ­κα, ἤ­πι­ε ὅ­σο κρα­σὶ εἶ­χε μεί­νει στὴν τσό­τρα καὶ τὴν πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε καὶ τὸ τσου­βά­λι ποὺ εἶ­χε σκε­πά­σει πε­θα­μέ­νο τὸν βα­σι­λιά, πή­δη­ξε στὴ στε­ριὰ καὶ τρά­βη­ξε κα­τὰ τὸν ἀ­νή­φο­ρο.

        Κι ἡ βάρ­κα χο­ρο­πη­δοῦ­σε ἀ­κό­μα τώ­ρα πιὸ ἀ­λα­φριὰ ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὸ βα­σι­λὲ πέ­θα­νε κι ἡ βάρ­κα του, ποὺ ἦ­ταν γέ­ρι­κη σὰν κι αὐ­τόν, κι εἶ­χε μεί­νει ἔ­ρη­μη στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ σὰν τὸν στε­ρή­θη­κε.

        Ἦρ­ταν οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καὶ τὴν κομ­μα­τι­ά­σα­νε μὲ τοὺς μπαλ­τά­δες γιὰ τὸ κα­ζά­νι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ ξύ­λα μὲ τὸν ἀ­ραμ­πά, ἕ­να μα­δέ­ρι μὲ κά­τι γι­ω­μέ­νες* καρ­φά­ρες ἔ­πε­σε κα­τὰ γῆς. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ κάρ­φω­σε ὄρ­θιο μέ­σα στὰ χα­λί­κια, στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἴ­χα­νε χώ­σει τὸν Μα­νώ­λη τὸν βα­σι­λέ­α. Τ’ ἀ­φή­σα­νε ἐ­κεῖ πέ­ρα ἔ­τσι, καὶ κα­νέ­να χέ­ρι δὲν τό ‘­βγα­λε, ὣς ποὺ τὸ ἕ­λι­ω­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ κύ­μα καὶ ἡ βρο­χή.

        Ὕ­στε­ρα τὸν τά­φο τοῦ βα­σι­λέ­α δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεί­ξει πλειὰ κα­νέ­νας.


Γλωσσάρι:

του­νουζ­λί­δι­κος· ἀπὸ τὸ Τούνεζι (Τυνησία).

χάβαρο· εἶδος ἀχιβάδας.

ντάμι· πρόχειρο ἀγροτικὸ κατάλυμμα.

τσότρα· ξύλινο δοχεῖο.

ζευ­γά­ρι· ζευγάρι βοδιῶν γιὰ τὸ ὄργωμα.

γιωμένος· σκουριασμένος.


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.


			
Διαφημίσεις

Ἀθανάσιος Θ. Γκράβαλης: Μητρουφάν’ς


Gkrabalis,Athanasios-Mitroufan's-Eikona-04b


Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης

 

Μη­τρου­φά­ν’ς


02-OmikronΤΑΝ οἱ πα­τρι­ῶ­τες μου γύ­ρι­ζαν ἀ­π’ τὴν ἐ­ξο­ρί­α τοῦ Τσάλ, τοῦ Σίν­τιρ­γι καὶ τοῦ Μπα­λού­κε­σερ, ἀν­τά­μω­σα τὸν Μη­τρου­φά­ν’ ἀ­νά­με­σα σὲ γο­νιοὺς χω­ρὶς παι­διὰ καὶ παι­διὰ χω­ρὶς τοὺς γο­νιούς των, τσομ­πά­νη ἀ­λη­θι­νὸ μέ­σα σὲ ξε­κομ­μέ­να ἀ­π’ τὸ κο­πά­δι τους πρό­βα­τα.

       Κρα­τοῦ­σε ἕ­να ρα­βδὶ χον­τρὸ στὶς χε­ροῦ­κλες του, εἶ­χε στὶς πλά­τες μιὰ προ­βιὰ προ­βα­τί­νας κι ἕ­να σα­ρί­κι στὸ κε­φά­λι καὶ λα­λοῦ­σε τὰ πρό­βα­τα τὰ χα­μέ­να ἐ­πά­νω στοὺς δρό­μους τῆς ἐ­ξο­ρί­ας καὶ τῆς προ­σφυ­γιᾶς κα­τὰ τὴν πο­λι­τεί­α τὴ νε­κρὴ ποὺ ξα­να­ζων­τά­νευ­ε.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἦ­ταν πα­πάς.

       Κε­φά­λι λι­ον­τα­ριοῦ βαλ­μέ­νο ἐ­πά­νω σὲ πλά­τες Ἡ­ρα­κλέ­α. Μά­τια κύ­κλω­πα. Δόν­τια ἐ­λέ­φαν­τα. Δύ­να­μη τε­τρα­πό­δου. Καρ­διὰ βου­νό.

       Σὰν τὸν ἅρ­πα­ξαν ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σιά, ἡ Μητρου­φά­ν’ς ἔ­ζη­σε που­λών­τας ὅ,τι μπο­ροῦ­σε νὰ που­λη­θεῖ. Φόρ­τω­νε τὸ ἐμ­πό­ρευ­μά του ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να γά­δα­ρο καὶ γύ­ρι­ζε τὰ τουρ­κο­χώ­ρια. Ὅ,τι κέρ­δι­ζε τὸ μοί­ρα­ζε τὸ βρά­δυ μὲ τοὺς πα­τρι­ῶ­τες του. Αὐ­τὸς ἔ­πι­νε μο­νά­χα καὶ ζά­λι­ζε τὸ κε­φά­λι του καὶ κοι­μό­τα­νε ὕ­πνον δι­καί­ου.

       Τέ­τοι­ος ἤ­τα­νε ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἡ πα­πάς. Πρὶν νὰ γί­νει πα­πὰς ἤ­τα­νε μπεχ­τσής*. Σκό­τω­σε κά­ποι­ον κι ἔ­φυ­γε στὸ Ὄ­ρος. Ἀ­π’ ἐ­κεῖ γύ­ρι­σε πα­πάς.

       Ἡ Μη­τρο­φά­ν’ς ἤ­τα­νε πα­λι­κά­ρι. Ἕ­να με­γά­λο, ἥ­με­ρο ζὸ μὲ κα­λυμ­μαύ­χι. Ἀ­πὸ κά­τω ἀ­π’ τὸ ρά­σο φο­ροῦ­σε ἀ­κό­μα τὰ «μπουρ­σου­βά­νι­κα», κι εἶ­χε κρε­μα­σμέ­νη κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­ρι­στε­ρή του μα­σχά­λη τὴν Ἀ­δρα­μυ­τια­νὴ τὴ μα­χαι­ρού­λα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό.

       Ἡ Μη­τρο­φά­ν’ς ἔ­κα­νε πα­πὰς στὸν Ἅ­γιο Νι­κό­λα. Ὕ­στε­ρα τὸν στεί­λα­νε στὸ Γκι­ου­ρέ, σ’ ἕ­να χω­ριὸ ποὺ ἤ­τα­νε λί­γοι οἱ Χρι­στια­νοὶ καὶ πιὸ πολ­λοὶ οἱ Τοῦρ­κοι.

       Τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ βγά­λα­νε τὸν ‘­πι­τά­φιο. Ἀ­π’ τὸ πα­ζά­ρι ποὺ πέ­ρα­σε ἡ ἀ­κο­λου­θί­α οἱ Τουρ­κα­λά­δες κο­ρο­ϊ­δεύ­α­νε. Ἔ­τσι κά­να­νε πάν­τα. Ἡ Μη­τρο­φά­ν’ς δὲν τὸ χώ­νε­ψε αὐ­τό. Πέ­τα­ξε τὸ θυ­μια­τὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια του, χτύ­πη­σε κά­του τὸ κα­λυμ­μαύ­χι του, τύ­λι­ξε στὴ μέ­ση του τὸ φε­λό­νι καὶ τὸ πι­τρα­χή­λι καὶ φό­ρα τὴν Ἀ­δρα­μυ­τια­νή.

       Οἱ Τουρ­κα­λά­δες ὅ­που φύ­γει-φύ­γει ἀ­π’ τοὺς κα­φε­νέ­δες, κα­βα­λι­κεύ­ον­τας τὰ του­ρά­κια*.

       Ἀ­πὸ τό­τες σὰν βλέ­πα­νε τὸν Μη­τρο­φά­νη ση­κω­νούν­τα­νε οὗ­λοι καὶ οὔ­τε κα­νέ­νας τόλ­μη­σε πο­τὲς νὰ πει­ρά­ξει Χρι­στια­νό.

       Κά­πο­τε ἡ Δι­σπό­τ’ς ἔ­κα­νε τὸν Μη­τρου­φά­νη «ἀρ­γό». Αἰ­τί­α πάν­τα το πιο­τό.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς πῆ­ρε ἕ­να κα­λά­θι λε­μό­νια καί κά­θι­σε ἔ­ξω ἀ­π’ τὴ Μη­τρό­πο­λη μέ­ρα μι­ση­μέ­ρι.

       «Λι­μό­νια ζου­μι­ρά!»

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Δι­σπό­τ’ς δι­ό­ρι­σε τὸν Μη­τρου­φά­νη στὸ Ἁ­γι­α­σμά­τι.

       Ἐ­κεῖ τὸν γνώ­ρι­σα κα­λά.

       Εἶ­χα πά­γει στὸ κε­λί του Με­γά­λη Βδο­μά­δα. «Φύ­λα­ξε», μοῦ ‘­πε, «νὰ μὴν κα­γεῖ τὸ φα­γὶ ὥ­σπου νὰ ἀλ­λο­γυ­ρί­ξου­με αὐ­τόν». Ἐ­πρό­κει­το νὰ βγά­λουν τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Ὕ­στε­ρα φά­γα­με. Φά­γα­με μιὰ ὄρ­νι­θα ποὺ ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς τὴν εἶ­χε κλεμ­μένη ἀ­πὸ μιὰ γει­τό­νισ­σά του τουρ­κά­λα.

       Ἦ­ταν συ­χω­ρε­μέ­νο αὐ­τό.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς δὲν εἶ­χε πο­τές του τσα­κι­στὴ δε­κά­ρα. Ὅ,τι ἔ­βγα­ζε ἀ­π’ τὴ με­ρί­δα τοῦ δί­σκου κι ἀ­π’ τὰ τυ­χε­ρὰ τά ‘­τρω­γε. Πρῶ­τα στὸ πι­ο­τό, σὲ χου­βαρ­ντα­λί­κια, στοὺς μου­σα­φί­ρη­δες καὶ στὶς φτω­χές.

       Ὅ,τι τοῦ ξε­πέρ­σευ­ε τά ‘­δι­νε στὸν Νί­κο τὸν κα­βά­ση* τοῦ Προ­ξε­νεί­ου γιὰ τὸ Ἔ­θνος.

       Σὰν ἦρ­τε ἡ Ἑλ­λά­δα, ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς πῆ­γε στὸ Ἁ­γι­α­σμά­τι πά­λι. Μπῆ­κε στὴ χα­λα­σμέ­νη ἐκ­κλη­σιά, τὴν κα­θά­ρι­σε ἀ­π’ τὶς κο­πρι­ὲς καὶ τὴ λει­τουρ­γοῦ­σε.

       Ἦ­ταν πλειὰ ἄλ­λος ἄν­θρω­πος. Ἡ ἀ­στυ­νό­μος κι ἡ φρού­ραρ­χος μπο­ροῦ­σαν νὰ κοι­μοῦν­ται ὥ­σπου ἦ­ταν αὐ­τὸς στὸ χω­ριό. Ἀ­νε­κα­τω­νό­τα­νε παν­τοῦ, καὶ στὰ μα­χαι­ρώ­μα­τα καὶ στοὺς καυ­γά­δες, κρα­τών­τας πάν­τα μιὰ «κου­τσκού­δα*» ἀ­πὸ ἀ­γρι­λιὰ ἀν­τὶς σταυ­ρό.

       Σὰν τύ­χαι­νε ἀ­νάγ­κη ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἔ­παιρ­νε τὸ μάν­λι­χερ καὶ τρα­βοῦ­σε μὲ τὰ ἀ­πο­σπά­σμα­τα στὰ βου­νὰ γιὰ τοὺς Τσέ­τες.

       Ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς ἦ­ταν ἡ Κύ­κλω­πας ποὺ ἀ­γρυ­πνοῦ­σε ἐ­πά­νω σ’ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριό, ἕ­τοι­μος νὰ πνί­ξει μὲ τὶς χε­ροῦ­κλες του κά­θε ἄ­τα­κτο.

       Ὅ­σο ἦ­ταν ἡ Ἑλ­λά­δα στὸ χω­ριὸ ἔ­ψελ­νε πάν­τα τὸ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη». Μοι­ρά­ζον­τας τ’ ἄν­τι­δε­ρο ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὴ λει­τουρ­γί­α τρα­γου­δοῦ­σε τὸ «Λι­γε­ρὸν καὶ κο­φτε­ρὸν σπα­θί μου».

       Ὅ­ταν πλά­κω­σε ἡ χει­μώ­νας τῆς Κα­τα­στρο­φῆς, ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς δὲν τὸ κού­νη­σε ἀ­π’ τ’ Ἁ­γι­α­σμά­τι. Τό ‘­ρι­ξε στὸ κλιά­μα καὶ στὸ πι­ο­τό. Στὴν ἐκ­κλη­σιὰ οὔ­τε πα­τοῦ­σε πλειά.

       Οἱ Ἀ­γα­ρη­νοὶ τὸν βρή­κα­νε με­θυ­σμέ­νον καὶ κλι­α­μέ­νον μέ­σα σ’ ἕ­να χά­νι καὶ τὸν σφά­ξα­νε μὲ τὸ πρι­ό­νι πά­νω στὰ σκα­λο­πά­τια του.

       Τὴν ὥ­ρα ποὺ τοῦ πρι­ο­νί­ζα­νε τὸ σβέρ­κο, ἡ Μη­τρου­φά­ν’ς βλα­στη­μοῦ­σε τὸν Χρι­στό τους καὶ τὴν Πα­να­γιὰ καὶ τί­να­ζε τὶς χε­ροῦ­κλες του πά­νου στὸ ντου­σε­μέ*, κα­τα­μα­τω­μέ­νες πιὰ τὴν ὥ­ρα ποὺ ξε­ψυ­χοῦ­σε.

       Οἱ Τουρ­κα­λά­δες κλώ­τση­σαν τὸ κε­φά­λι του, πού ‘­χε μεί­νει μὲ τὰ μά­τια ἀ­νοι­χτά, μέ­σα σ’ ἕ­να χαν­τά­κι γε­μά­το λά­σπες.


μπεχ­τσής (τουρκ.)  = νυχτοφύλακας
του­ρά­κι (τουρκ.) = κάθισμα, σοφάς
κα­βά­σης (τουρκ.) = θυρωρός, κλητήρας προξενείου ἢ πρεσβείας
κου­τσκού­δα (τουρκ.) = ξύλινο ρόπαλο
ντου­σε­μές (τουρκ.) = λιθόστρωτο καλντερίμι

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]


Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.


Ἀθανάσιος Θ. Γκράβαλης: Οἰδίποδας

  

 

  

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης 

  

Οἰ­δί­πο­δας

  

Η­ΤΙΑ­ΝΑ Η­ΤΑΝ ἡ Βγέ­νι­κου, μὰ στὸ νάρ­θη­κα τῆς ἐκ­κλη­σί­ας δὲν στά­θη­κε πο­τὲς γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σει χέ­ρι κι οὔ­τε στὶς πόρ­τες πα­ρα­στό­λια­σε*. 

         Πά­γαι­νε στὴν ἐκ­κλη­σιὰ γιὰ νὰ κά­νει τὸ σταυ­ρό της μο­νά­χα. Ἦ­ταν τα­χτι­κὴ στὸν σπερ­νὸ καὶ στὴ λει­τουρ­γί­α ἀ­π’ τὸν ὄρ­θρο κι εἶ­χε μα­ζί της πάν­τα καὶ τὸ μου­ρό της τοὺ Νι­κου­λέ­λι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ πα­πὰς περ­νοῦ­σε τ’ ἅ­για κι ἔ­λε­γε τὸ «Πάν­των ἡ­μῶν», τοὺ Νι­κου­λέ­λι ξα­πλω­νό­τα­νε πλα­τὺ μα­κρὺ ἀ­πά­νω στὰ μάρ­μα­ρα κι ἡ πα­πὰς τὸ δι­α­σκε­λοῦ­σε. Καὶ σὰν ἔ­λε­γε τὸ Βαγ­γέ­λιο ἡ πα­πάς, πά­λι τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­σκυ­βε μπρο­στά του ὥ­σπου ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὸ κε­φά­λι του στὸ βι­βλί­ο. 

        Τὴ Βγέ­νι­κου τὴν ξέ­ρα­νε οὗ­λοι, καὶ στὸ μα­χα­λὰ καὶ πα­ρα­μά­χα­λα. 

        Χή­ρα πρὶν χρό­νια εἶ­χε ἀ­κό­μη τὶς πα­λι­ές της ‘­μορ­φι­ές. 

        Δου­λειά της ἦ­ταν νὰ γυ­ρί­ζει. Ἀ­π’ τὸ πουρ­νὸ ἴ­σα­με τὸ βρά­δυ πά­γαι­νε στὰ σπί­τια. Ἔ­κα­νε χου­σμέ­τια*. Ἔ­παιρ­νε λά­δι ν’ ἀ­νά­ψει κα­νὲ καν­τή­λι στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Πά­γαι­νε τὴν πι­α­τέ­λα τὰ κόλ­λυ­βα στὴν ἐκ­κλη­σιά. Καὶ πό­τε-πό­τε, σὰν τὴν κα­τα­φέρ­να­νε οἱ κου­πε­λοῦ­δες, ἔ­βλε­πε καὶ τὸν κα­φὲ κι ἔ­λε­γε τὴ μοί­ρα τους. 

        Ἡ Βγέ­νι­κου ἦ­ταν ἡ πιὸ κα­λὴ ἡ κου­πα­κού. Μέ­σα σὲ πό­σα τέρ­μι­να θὰ γι­νό­τα­νε τὸ κά­θε πρά­μα τό ‘­ξε­ρε πάν­τα. Στῶν κο­ρι­τσι­ῶν τὶς φλυτ­ζά­νες εὕ­ρι­σκε οὗ­λο σταυ­ρούς. Σφα­λοῦ­σε τό­τε μὲ πο­νη­ρά­δα τό ‘­να της τὸ μά­τι. Τὰ κο­ρί­τσια σὰν τὸ βλέ­πα­νε αὐ­τὸ κοκ­κι­νί­ζα­νε καὶ τὴ γνέ­φα­νε μὴν τυ­χὸν καὶ τὸ πεῖ. Ἡ Βγέ­νι­κου τό ‘­ξε­ρε. Ὁ σταυ­ρὸς μέ­σα στὸ πη­χτά­ρι τοῦ κα­φε­διοῦ ἤ­τα­νε σί­γου­ρα γαμ­πρός, προ­ξε­νιὰ τὸ δί­χως ἄλ­λο. 

        Ἔ­τσι ποὺ γύ­ρι­ζε στὰ σπί­τια ἡ Βγέ­νι­κου κορ­φα­δι­α­ζό­τα­νε πάν­τα. Ὅ,τι τῆς δί­να­νε τό ‘­παιρ­νε. Κι οὗ­λα ποὺ τῆς δί­να­νε τὰ σμά­ζευ­ε γιὰ τὸ μου­ρό της τοὺ Νκου­λέ­λι. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι εἶ­χε σφα­λί­ξει τὰ τριά­ντα καὶ πορ­πα­τοῦ­σε γιὰ τὰ σα­ράν­τα. 

        Ἀ­κοῦ­στε νὰ δεῖ­τε τί λου­γιοῦ ἤ­τα­νε τοὺ Νι­κου­λέ­λι. 

        Ἦ­ταν ὄ­μορ­φο πρῶ­τα-πρῶ­τα. Μαυ­ρο­μού­στα­κο. Ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ ἔ­τσι ποὺ τὸ κοί­τα­ζες σὲ ρου­φοῦ­σε ἀ­πὸ μέ­σα. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι δὲν δού­λε­ψε στὴ ζω­ή του πο­τές, με­γά­λω­σε στὰ γό­να­τα τῆς μά­νας του κι ἤ­τα­νε μου­ρὸ πάν­τα. 

        Ἅ­μα ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­φευ­γε γιὰ τὴ βόλ­τα, τοὺ Νκου­λέ­λι κα­θό­τα­νε στὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους καὶ τὴν ἀ­πάν­τε­χε νὰ γυ­ρί­σει. Κά­τι θὰ τό ‘­φερ­νε πάν­τα, ἕ­να σύ­κο, ἕ­να λου­κού­μι, γιὰ ἕ­να κομ­μά­τι μέν­τα. 

        Μο­να­χό του στὸ δρό­μο δὲν ἔ­βγαι­νε, δὲν δι­α­σκε­λοῦ­σε τὴν μπε­ζού­λα. Πάν­τα μὲ τὴ μά­να του μα­ζί, γιὰ νὰ μὴν τὸ πει­ρά­ζουν τὰ μω­ρὰ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα σὰν κι αὐ­τόν. Ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­λε­γε πὼς τὸ κά­να­νε ἀ­πὸ ζού­λια. 

        Τοὺ Νκου­λέ­λι τὰ μου­ρὰ τὸ φω­νά­ζα­νε: «κου­λι­α­βί­δα βίκ-βίκ». 

        Τό­τες, σὰν τ’ ἄ­κου­γε αὐ­τὸ τοὺ Νι­κου­λέ­λι, ἔ­κλαι­γε μὲ δυ­να­τὰ οὐρ­λια­χτὰ καὶ πα­σπά­τευ­ε τὴ γῆς νὰ πιά­σει κα­μιὰ κα­γιά­δα*. Ἡ Βγέν­κου κα­τα­ρι­ό­τα­νε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό της, ζη­τών­τας νὰ δεῖ ἀ­ψη­λὰ τὸ Θε­ό. 

        Αὐ­τὸ γι­νό­τα­νε πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­πα­θε τοὺ κα­η­μέ­νου καὶ σα­κα­τεύ­θη­κε. 

        Τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἤ­τα­νε σχε­δὸν στρα­βό. Τὰ μά­τια του τζιμ­πλι­α­σμέ­να, κόκ­κι­να, φο­νιά­δες. Στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ πο­λὺ τὸ φῶς πο­τὲς δὲν ἄ­νοι­γα­νε. Μὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τοὺ Νι­κου­λέ­λι τό ‘­πια­νε κι ἡ «ἐ­ξ’ ἀ­πὶ ‘­δῶ» —σι­λι­νια­σμός—, ὅ­πως ἔ­λε­γε σκου­πί­ζον­τας τὰ μά­τια της ἡ Βγέν­κου. 

        Σὰν τὸ πρω­το­έ­πια­σε σκά­ψα­νε στὸ χῶ­μα ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­πε­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ βρή­κα­νε ἕ­να κάρ­βου­νο ἀ­ναμ­μέ­νο. Τὸ σβή­σα­νε τό­τες μέ­σα στὸν ἁ­για­σμό, τὸ τρί­ψα­νε καὶ τοῦ τὸ πο­τί­σα­νε. Λέ­νε πὼς για­ίνει μ’ αὐ­τὸ ὁ ἄρ­ρω­στος. 

        Σὰν τὸ ἔ­πια­νε τὸ κα­κὸ τοὺ Νι­κου­λέ­λ’ ἔ­πε­φτε κά­του καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε σὰν σκυ­λό­ψα­ρο. Τὸ στό­μα του γέ­μι­ζε ἀ­φρό. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό­με­νε ξε­ρὸ καὶ ρο­χά­λι­ζε. Σὰν ξυ­πνοῦ­σε ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­νο καὶ συλ­λο­γι­σμέ­νο. 

        Τῆς Βγέν­κους τ’ ἀ­χεί­λι ἤ­τα­νε κά­θε τό­σο πι­κρό, ψα­κί*. 

        Πό­τε-πό­τε τοὺ Νι­κου­λέ­λι ἔ­κα­νε κι ἄλ­λα πρά­μα­τα χει­ρό­τε­ρα. Τὸ πιά­να­νε πα­ρο­ξυ­σμοί. Έ­βα­ζε τὶς πλα­λι­ὲς* καὶ γύ­ρευ­ε νὰ βρεῖ γυα­λιὰ νὰ βγά­λει τὰ μά­τια του ποὺ δὲν βλέ­πα­νε. Τό­τες ἡ Βγέ­νι­κου μα­δι­ό­τα­νε σὰν τὸ πα­γώ­νι. Ἔ­τρε­χε ἀ­πὸ πί­σω του, τοῦ φώ­να­ζε «μου­ρὸ μ’ Νι­κου­λέ­λι», τὸ πα­ρα­κα­λοῦ­σε, ἔ­κλαι­γε, λα­χά­νια­ζε, φώ­να­ζε τὰ μου­ρὰ νὰ τὸ πιά­σουν. 

        Κι ἐ­κεῖ­να φω­νά­ζα­νε τό­τες πιὸ πο­λὺ ἀ­κό­μα «κου­λι­α­βί­δα βίκ-βίκ». 

        Σὰν κα­τα­λά­για­ζε μὲ τὰ πολ­λὰ τοὺ Νι­κου­λέ­λι, ἡ Βγέ­νι­κου τό ‘­παιρ­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ πα­γαί­να­νι σπί­τι τους. 

        Τό­τες ἔ­τσι ποὺ τὰ μου­ρὰ φω­νά­ζα­νε ἀ­πὸ πί­σω τους «βίκ-βίκ» ἡ Βγέ­νι­κου ἔ­κλαι­γε βου­βὰ καὶ τοὺ Νι­κου­λέ­λι βλα­στή­μα­γε τὴ μά­να ποὺ τὸν γέν­νη­σε.

 

 

*********

 

* παραστολιάζω = στέκομαι κοντὰ σὲ κάποιον

* χουσμέτι = ἐξυπηρέτηση, θέλημα

* καγιάδα = πέτρα

* ψακί = φαρμάκι

* πλαλιά = τρεχάλα

 

 

 Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). 

  

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.