Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου: Τὸ σπίτι


Ἀ­δα­μαν­τι­νή Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του


Σπί­τι


ΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΕΣ, ἡ για­γιὰ μα­γεί­ρευ­ε κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στά, ἐ­νῶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, μᾶς ἔ­φτια­χνε ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ, ποὺ δυ­νά­μω­νε, ἔ­λε­γε, τὴν καρ­διά, ὥ­σπου στὰ δε­κα­τρί­α μου, ἀ­νέ­βα­σα πί­ε­ση. Ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πέ­δω­σε στὸ ὅ­τι τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ παπ­ποὺς ἀ­πὸ καρ­κί­νο στὸ πάγ­κρε­ας, πα­ρό­λα αὐ­τὰ δέ­χτη­κε νὰ μοῦ τὸ ‘κό­ψει, ἂν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ μοῦ δί­νει γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι λί­γο και­ρὸ ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ μὴν πά­θω στε­ρη­τι­κά. Με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ παπ­ποῦ, εἴ­χα­με πέν­θος καὶ γιὰ μῆ­νες ζού­σα­με μὲ μι­σό­κλει­στα παν­τζού­ρια, ἐ­νῶ οἱ κα­θρέ­φτες ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ κι ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν στὴν κά­μα­ρά μας τὰ βρά­δια καὶ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν σκᾶ­με, για­τί ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν γέ­ρος κι ἄλ­λω­στε ἤ­μα­σταν τυ­χε­ροὶ ποὺ εἴ­χα­με τοὺς γο­νεῖς μᾶς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ δί­πλα.

      Ὅ­ταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο, μά­θα­με ὅ­τι ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὴ Βουλ­γα­ρί­α ποὺ φρόν­τι­ζε τὸν παπ­ποὺ στὰ τε­λευ­ταῖ­α του κι ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γαν νὰ ζή­σουν στὸν τό­πο της, ἡ για­γιὰ μᾶς ἐ­ξή­γη­σε πὼς αὐ­τὸ κά­νουν οἱ ἄν­τρες, ρί­χνουν τὸν σπό­ρο τους κι ἔ­πει­τα μὴν τοὺς εἴ­δα­τε, κι ἄλ­λω­στε ἔ­τσι ἦ­ταν ἡ φύ­ση: τὰ παι­διὰ εἶ­ναι τῆς μά­νας. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οὔ­τε τῆς μά­νας ἤ­μα­σταν, για­τί λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ δι­κή μας γνώ­ρι­σε τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη ποὺ ἦ­ταν ὑ­πάλ­λη­λος στὴν τρά­πε­ζα καὶ πῆ­γε νὰ ζή­σει μα­ζί του σὲ ἕ­να ρε­τι­ρὲ στὸ Παγ­κρά­τι χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἀ­πὸ τό­τε ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ στὸ δω­μά­τιό μας καὶ προ­σευ­χό­μα­σταν πα­ρέ­α νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς ποὺ ἀ­νάγ­κα­σε τοὺς γο­νεῖς μας νὰ παν­τρευ­τοῦν στὰ δε­κα­ε­φτὰ για­τί ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος σὲ μέ­να καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κα­λά, για­τί ἂν πά­θαι­νε κά­τι, ἐ­μεῖς θὰ κα­τα­λή­γα­με σὲ ἵ­δρυ­μα.

     Συ­νε­χί­σα­με νὰ τρῶ­με τὶς Κυ­ρια­κὲς κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στὰ ὥ­σπου τὰ σι­χά­θη­κα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πα κου­βέν­τα, για­τί ἡ μι­κρὴ δὲν ἔ­βα­ζε τί­πο­τα ἄλ­λο στὸ στό­μα της ὅ­λη τὴ βδο­μά­δα κι ἔ­τσι γιὰ και­ρὸ δὲν ἄλ­λα­ξαν πολ­λά, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καὶ βρῆ­καν τὰ λευ­κά της κα­τε­βα­σμέ­να.

     Τό­τε μᾶς πῆ­ρε καὶ πή­γα­με στὸν συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο νὰ μᾶς γρά­ψει τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α καὶ νὰ μᾶς ἀ­φή­σει ὅ­λα της τὰ λε­φτά, ἐ­νῶ στὴ μα­μὰ ἄ­φη­σε τὰ ἔ­πι­πλα ποὺ ἦ­ταν ἀν­τί­κες καὶ λί­γα κο­σμή­μα­τα γιὰ νὰ μὴν θυ­μώ­σει μα­ζί μας καὶ μᾶς κό­ψει τὴν κα­λη­μέ­ρα.

     Τέ­λος μ’ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ μοῦ ‘μα­θε νὰ φτιά­χνω κοκ­κι­νι­στὸ καὶ γε­μι­στὰ καὶ μὲ ἔ­βα­λε νὰ πά­ρω ὅρ­κο ὅ­τι θὰ τὰ φτιά­χνω στὴ μι­κρὴ γιὰ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Ὅ­ταν πιὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, μα­γεί­ρευ­α ἐ­γὼ κι ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει οὔ­τε κου­τά­λι, τὴν τά­ι­ζα ὥ­σπου λί­γες βδο­μά­δες ἀ­φό­του ἔ­κλει­σα τὰ δε­κα­ο­χτώ, πέ­θα­νε στὸν ὕ­πνο της μιὰ νύ­χτα.

     Ἡ μα­μὰ ἦρ­θε τό­τε νὰ μεί­νει λί­γο και­ρὸ μα­ζί μας κι ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­κεῖ, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τα κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε μὲ ὅ­λα, ἔ­στει­λε με­τα­φο­ρι­κὴ νὰ πά­ρει τὰ ἔ­πι­πλα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ κρε­βά­τια μας γιὰ νὰ ἔ­χου­με κά­που νὰ κοι­μό­μα­στε καὶ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας για­τί δὲν ἦ­ταν ἀν­τί­κα. Ἀ­πὸ τό­τε τρι­γυ­ρί­ζα­με στὰ ἄ­δεια δω­μά­τια, κοι­τά­ζα­με τὰ ση­μά­δια στοὺς τοί­χους καὶ τὰ σα­νί­δια, κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πῶς ἔ­γι­νε κι ὅ­λοι ἔ­φυ­γαν κι ἔ­δι­να ὅρ­κο ὅ­τι τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­πα. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ξε­θύ­μω­σα μὲ τὴ για­γιὰ ποὺ πῆ­γε καὶ πέ­θα­νε, ἔ­κλα­ψα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξα­νά­βλε­πα καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι μὲ ἕ­να βά­ψι­μο κι ἕ­να γυ­ά­λι­σμα ὅ­λα θὰ ἔ­σβη­ναν, για­τί ἕ­να σπί­τι ἦ­ταν μο­νά­χα, ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­γι­ναν μέ­σα του – θέ­λα­με δὲν θέ­λα­με – θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἐ­μέ­να καὶ τὴ μι­κρὴ ὅ­που κι ἂν βρι­σκό­μα­σταν.

     Τὴν προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κὴ ποὺ κά­να­με τὰ σα­ράν­τα, ἔ­φτια­ξα κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια κι ἦρ­θε ἡ μα­μὰ μὲ τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη, φά­γα­με πα­ρέ­α, εἴ­πα­με δυ­ὸ λό­για γιὰ τὴ για­γιὰ κι ἔ­πει­τα μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, ποὺ ἦ­ταν Τε­τάρ­τη, φώ­να­ξα τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι δὲν θὰ φτι­ά­χνα­με γε­μι­στά, για­τί τὸ με­ση­μέ­ρι θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ τὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ ὅ­τι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­νε μα­ζὶ μὲ τὸν μπαμ­πὰ γιὰ λί­γα χρό­νια ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ ἔ­βλε­πα τί θὰ ἔ­κα­να. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε νὰ φύ­γω ἀ­πὸ κον­τά της ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σπί­τι μας, κι ἐ­γὼ τὴν πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τῆς ἀ­πάν­τη­σα ὅ­τι σπί­τι ἤ­μα­στε ἐ­μεῖς, ἐ­γὼ κι ἐ­σὺ τῆς εἶ­πα ἤ­μα­στε σπί­τι κι ἔ­πει­τα ἐ­πί­α­σα τὸ χέ­ρι της, τὸ ἀ­κούμ­πη­σα στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς μου κι ὕ­στε­ρα στὴ δι­κή της καρ­διὰ καὶ τῆς εἶ­πα ἐ­δῶ εἶ­ναι σπί­τι κι ἔ­πει­τα βγή­κα­με ἔ­ξω, κι ἀ­φοῦ τῆς εἶ­πα νὰ ρί­ξει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πρὸς τὰ μέ­σα, τὴν ἔ­βα­λα νὰ κλεί­σει πί­σω της τὴν πόρ­τα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου (Ἀθήνα, 1979). Διηγήματά της ἔχουν δια­κρι­θεῖ σὲ λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ συλλο­γὲς κι ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸ διαδίκτυο.


Ἀδαμαντινὴ Καβαλλιεράτου: Ἑστία Μοτέλ

.

KaballieratouAdamantini-EstiaMotel-Eikona-01

.

Ἀ­δα­μαν­τι­νὴ Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του

 

Ἑ­στί­α Μο­τέλ

 .

05-Alpha-01ΠΟ ΤΟΤΕ ποὺ θυμᾶμαι τὸν ἑαυτό μου, θυ­μᾶ­μαι καὶ κά­ποι­ο ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Οἱ παν­σιόν, οἱ ξε­νῶ­νες, τὰ φθη­νὰ μο­τέλ, εἶ­ναι τὸ σπί­τι μου. Με­γά­λω­σα μό­νο μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου. Γιὰ τὸν πα­τέ­ρα μου δὲν ξέ­ρω πολ­λά. Μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­τι πέ­θα­νε, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρός, μὰ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι μᾶς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε μό­λις γεν­νή­θη­κα. Ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν κα­θα­ρί­στρια σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Συ­χνὰ μὲ ἔ­παιρ­νε μα­ζί της στὴ δου­λειά. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­νοί­γα­με καὶ κλεί­να­με πί­σω μας τὴν πόρ­τα ἑ­νὸς δω­μα­τί­ου, ἔ­νι­ω­θα πα­ρά­ξε­να, σὰν νὰ εἰ­σέ­βαλ­λα στὴ ζω­ὴ ἑνὸς ἀ­γνώ­στου, σὰν νὰ εἶ­χα γιὰ λί­γο στὴ δι­ά­θε­σή μου ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὴ δι­κή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Αὐ­τὸ ὅ­μως ποὺ μοῦ ἄ­ρε­σε πάν­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἦ­ταν, ὅ­ταν ὁ πε­λά­της εἶ­χε ἀ­να­χω­ρή­σει, νὰ ἐ­πι­στρέ­φω στὴ γα­λή­νη ποὺ προ­σφέ­ρουν τὰ ἄ­δεια δω­μά­τια.

            Ὅ­ταν με­γά­λω­σα ἔ­πια­σα κι ἐ­γὼ δου­λειὰ σὲ ἕ­να μο­τὲλ στὴν ἔ­ξο­δο τῆς πό­λης. Οἱ πε­λά­τες ποὺ τὸ ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἦ­ταν αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν τὸ πιὸ φθη­νὸ κα­τά­λυ­μα ἢ ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ πε­ρά­σουν λί­γες ὧ­ρες μὲ συν­τρο­φιά. Ἐ­κεῖ γνώ­ρι­σα κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κα μιὰ κο­πέ­λα· ἦ­ταν κα­μα­ρι­έ­ρα. Ἤ­μα­σταν μα­ζὶ κά­να-δυ­ὸ χρό­νια, ὅ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της μᾶς ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε τὸ μο­τὲλ πιά. Πού­λη­σα τὸ σπί­τι τῆς μη­τέ­ρας μου ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει, ἔ­βα­λα καὶ κά­ποι­α χρή­μα­τα ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει καὶ τὸ πῆ­ρα. Ἡ κο­πέ­λα μου τό­τε μοῦ εἶ­πε: «θὰ ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο νὰ γί­νου­με οἰ­κο­γέ­νεια τώ­ρα» κι ἐ­γὼ συμ­φώ­νη­σα. Παν­τρευ­τή­κα­με, δι­α­μορ­φώ­σα­με δυ­ὸ ὑ­πό­γεια δω­μά­τια σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπι­τά­κι, κι ἀρ­χί­σα­με νὰ δου­λεύ­ου­με τὸ μο­τέλ μας.

            Λί­γο και­ρὸ με­τὰ φτι­ά­χτη­κε ὁ και­νούρ­γιος αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος καὶ πολ­λοὶ τα­ξι­δι­ῶ­τες στα­μα­τοῦ­σαν γιὰ νὰ πε­ρά­σουν τὴ νύ­χτα. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἔ­κλει­σε συμ­φω­νί­ες μὲ πρα­κτο­ρεῖ­α καὶ ἀ­νὰ πε­ρι­ό­δους ἔ­φτα­ναν ποῦλ­μαν μὲ του­ρί­στες ποὺ γέ­μι­ζαν τὰ δω­μά­τια. Κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ εἶ­πε: «θὰ ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο νὰ εἴ­χα­με ἕ­να παι­δὶ τώ­ρα» κι ἐ­γὼ συμ­φώ­νη­σα. Καὶ τὸ παι­δὶ ἦρ­θε μιὰ μέ­ρα ποὺ ἔ­φτα­σαν στὸ μο­τὲλ ταυ­τό­χρο­να δυ­ὸ ποῦλ­μαν. Κι ἐ­κεί­νη γεν­νοῦ­σε ἐ­νῶ ἐ­γὼ βρι­σκό­μουν στὴ ρε­σε­ψιόν, κα­λω­σό­ρι­ζα τοὺς πε­λά­τες καὶ τοὺς ὁ­δη­γοῦ­σα στὰ δω­μά­τια. Ὅ­μως τὸ παι­δὶ δὲν ἔ­μει­νε και­ρὸ κον­τά μας, ξε­ψύ­χη­σε στὸν ὕ­πνο του λί­γες μέ­ρες με­τά. Γιὰ ἑ­βδο­μά­δες ἡ μη­τέ­ρα του ἔ­μει­νε κλει­δω­μέ­νη στὸ δω­μά­τιό της. Ἄ­κου­γα τὸ κλά­μα της τὶς νύ­χτες, ὅ­σο ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σα τοὺς πε­λά­τες στὸ μπάρ.

            Ὁ και­ρὸς πέ­ρα­σε καὶ μιὰ μέ­ρα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο καὶ μοῦ εἶ­πε: «ἂς πᾶ­με πα­ρα­κά­τω τώ­ρα» κι ἐ­γὼ συμ­φώ­νη­σα. Γιὰ ὅ­,τι εἶ­χε συμ­βεῖ δὲν συ­ζη­τή­σα­με ξα­νὰ κι οὔ­τε σκε­φτή­κα­με νὰ κά­νου­με ἄλ­λα παι­διά. Συ­νε­χί­σα­με νὰ δου­λεύ­ου­με, μὰ τὰ πράγ­μα­τα σι­γὰ-σι­γὰ ἄλ­λα­ξαν. Και­νούρ­για ξε­νο­δο­χεῖ­α φτι­ά­χτη­καν πά­νω στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο, ἡ πε­λα­τεί­α λι­γό­στε­ψε, οἱ στα­θε­ροὶ πε­λά­τες ἔρ­χον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ σπά­νια. Ἕ­να πρω­ὶ ἐ­κεί­νη μά­ζε­ψε τὰ πράγ­μα­τά της, κα­τέ­βη­κε στὴ ρε­σε­ψιὸν καὶ μοῦ εἶ­πε: «θὰ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα, ἂν ἔ­φευ­γα τώ­ρα» κι ἐ­γὼ δὲν μί­λη­σα καὶ ἔ­τσι ἔ­φυ­γε καὶ δὲν τὴν εἶ­δα ξα­νά.

            Ἀ­πὸ τό­τε κρά­τη­σα μό­νος μου τὸ μο­τέλ. Δὲν μοῦ ἔ­με­νε χρό­νος νὰ σκέ­φτο­μαι πολ­λά. Περ­νοῦ­σα ὅ­λη τὴ μέ­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιὸν πε­ρι­μέ­νον­τας ἢ ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας τοὺς λι­γο­στοὺς πιὰ πε­λά­τες ποὺ ἔ­φευ­γαν μὲ μοῦ­τρα. Σι­γὰ-σι­γὰ τὸ μέ­ρος ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­ρη­μώ­νει. Ὁ κῆ­πος γέ­μι­σε ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ οἱ τοῖ­χοι μού­χλα καὶ ὑ­γρα­σί­α. Τὸ κά­πο­τε κόκ­κι­νο χα­λὶ τῆς εἰ­σό­δου εἶ­χε γί­νει κα­φὲ καὶ μύ­ρι­ζε ἄ­σχη­μα καὶ οἱ κουρ­τί­νες εἶ­χαν κι­τρι­νί­σει καὶ κρέ­μον­ταν.

            Λί­γο και­ρὸ ἀ­φοῦ ἔ­φυ­γε ἡ γυ­ναί­κα μου, κλεί­δω­σα τὰ δυ­ὸ δω­μά­τια ποὺ εἴ­χα­με προ­σαρ­μό­σει σὲ σπί­τι καὶ δὲν ξα­να­πά­τη­σα ἐ­κεῖ μέ­σα. Ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα ποὺ τὸ μο­τὲλ δὲν λει­τουρ­γεῖ πιά, κά­θο­μαι ὅ­λη μέ­ρα πί­σω ἀ­πὸ τὴ ρε­σε­ψιόν. Μό­νο ὅ­ταν βρα­διά­ζει μπαί­νω σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἄ­δεια δω­μά­τια —δι­α­φο­ρε­τι­κὸ κά­θε φο­ρά— καὶ περ­νά­ω τὴ νύ­χτα. Πρὶν ξα­πλώ­σω, ἐ­λέγ­χω ἂν ὅ­λα εἶ­ναι στὴ θέ­ση τους: τὰ μπου­κα­λά­κια μὲ τὸ σα­πού­νι καὶ τὸ σαμ­που­άν, οἱ πε­τσέ­τες δι­πλω­μέ­νες στὸ κρε­βά­τι, ἡ Βί­βλος στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου· ἔ­πει­τα ξα­πλώ­νω στὰ σκο­τει­νά. Εἶ­ναι φο­ρὲς ποὺ νο­μί­ζω ὅ­τι ἀ­κούω τὰ βή­μα­τά της στὸ δι­ά­δρο­μο ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὰ δω­μά­τια, μὰ ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­νο­μαι, οἱ μό­νοι ἦ­χοι ποὺ φτά­νουν στὰ αὐ­τιά μου τε­λι­κὰ εἶ­ναι ὁ ἄ­νε­μος ποὺ περ­νά­ει μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χα­λα­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα, τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ψυ­γεῖ­ο τοῦ μπὰρ καὶ τὰ ὀ­χή­μα­τα ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο μπρο­στά. Ποὺ καὶ ποὺ ἀ­κού­γε­ται καὶ τὸ κου­δού­νι τῆς εἰ­σό­δου ποὺ χτυ­πά­ει κά­ποι­ος πε­ρα­στι­κός. Τό­τε ση­κώ­νο­μαι, κα­τε­βαί­νω στὴ ρε­σε­ψιόν, ἀ­νά­βω τὰ φῶ­τα κι ἀ­νοί­γω τὴν πόρ­τα· ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ΕΣΤΙΑ ΜΟΤΕΛ κρέ­με­ται ἀ­κό­μα στὴν πρό­σο­ψη τοῦ κτι­ρί­ου, ἂν καὶ σβη­σμέ­νη ἐ­δῶ καὶ χρό­νια.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­δα­μαν­τι­νὴ Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του (Ἀ­θή­να, 1979). Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς Book Press ποὺ ἀ­φο­ρᾶ σὲ νέ­ους δη­μι­ουρ­γούς.

.

Εἰκόνα κειμένου: «Μοτέλ» τοῦ Ἔντουαρντ Χόπερ.