Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham): Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος



Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham)


Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος

(The missing link)


ΚΕΙΝΟΣ ἦ­ταν Κρὸ-Μα­νιόν, ἐ­κεί­νη Νε­άν­τερ­ταλ. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­κνο­ποι­ή­σουν.

Ἕ­νας μα­κρι­νὸς συγ­γε­νὴς —ὄρ­θιος, ἔ­ξυ­πνος καὶ μο­χθη­ρός— εἰ­σέ­βα­λε στὴ σπη­λιά τους, τὸν σκό­τω­σε, τὴν βί­α­σε, ἅρ­πα­ξε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὴν ἄ­φη­σε συν­τε­τριμ­μέ­νη, πάμ­πτω­χη καὶ ἔγ­κυ­ο.

       Οἱ ἀν­θρω­πο­λό­γοι ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ποι­ός νὰ ἦ­ταν.

       Ἀ­γνό­η­σέ τον.

       Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ θά ΄θε­λες νὰ ξέ­ρεις.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.



 

Μύριελ Ρουκάιζερ (Muriel Rukeyser): Μύθος


Rukeyser,Muriel-Myth-Eikona-01


Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser)


Μύ­θος

(Myth)


02-PiΟΛΥ ΚΑΙΡΟ με­τά, ὁ Οἰ­δί­πο­δας, γέ­ρος καὶ τυ­φλός, περ­πα­τοῦ­σε στοὺς δρό­μους. Κι ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κεί­α μυ­ρω­διά. Ἦ­ταν ἡ Σφίγ­γα.

       «Θέ­λω νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Για­τί δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ μη­τέ­ρα μου;» εἶ­πε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ἔ­δω­σες λά­θος ἀ­πάν­τη­ση», εἶ­πε ἡ Σφίγ­γα.

        «Μὰ αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα ἐ­φι­κτά», ἀν­τα­πάν­τη­σε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­ταν ρώ­τη­σα: Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ περ­πα­τά­ει στὰ τέσ­σε­ρα τὸ πρω­ί, στὰ δύ­ο τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ στὰ τρί­α το βρά­δυ, ἐ­σὺ ἀ­πάν­τη­σες: ὁ Ἄν­θρω­πος. Δὲν εἶ­πες τί­πο­τα γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες.»

       «Ὅ­ταν λὲς ὁ Ἄν­θρω­πος», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Οἰ­δί­πο­δας, «συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νεις καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­λοι τὸ γνω­ρί­ζουν αὐ­τό.»

       Κι ἐ­κεί­νη εἶ­πε, «Ἔ­τσι νο­μί­ζεις ἐ­σύ».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Breaking Open (Random House, USA, 1973).

Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser ) (15 Δε­κεμ­βρί­ου 1913–12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1980). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια καὶ πο­λι­τι­κὴ ἀ­κτι­βί­στρια, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὴ γιὰ τὰ ποι­ή­μα­τά της μὲ θέ­μα τὴν ἰ­σό­τη­τα, τὸν φε­μι­νι­σμό, τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὸν Ἰ­ου­δα­ϊ­σμό. Ἔ­χει γρά­ψει πολ­λὲς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, κα­θὼς καὶ ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα. Ἡ πιὸ γνω­στὴ συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των της τι­τλο­φο­ρεῖ­ται Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Νε­κρῶν (1938) καὶ ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ μιὰ ἐρ­γα­τι­κὴ τρα­γω­δί­α, ὅ­που ἑ­κα­τον­τά­δες ἐρ­γά­τες ὀ­ρυ­χεί­ων πέ­θα­ναν ἀ­πὸ σι­λί­κω­ση.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Με­τά­φρα­ση στὴν Ἑλ­λη­νο­α­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νο­ς (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Εὔθραστο ὅριο (ἐκ­δ. Πλα­νό­διον, 2014), καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­τω­ν Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (ἐκ­δ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

Εἰκόνα: Antoni Stanislaw Brodowski, Oedipus and Antigone, 1828.



		

	

Τζένιφερ Α. Χάουαρντ (Jennifer A. Howard): Ἡ κατάληξη

Howard,JenniferA.-Ikataliski-Eikona-03

Τζέ­νι­φερ Α. Χά­ου­αρντ (Jennifer A. Howard)


κα­τά­λη­ξη

(How to End up)


 

03-PiΡΩΤΑ, ΑΠΟΦΟΙΤΗΣΕ ἀ­πὸ τὸ κολ­λέ­γιο. Τώ­ρα εἶ­σαι κι ἐ­πί­ση­μα ενήλικας.

       Με­τά, ὑ­πο­σχέ­σου σὲ κά­ποι­ον ὅ­τι θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶς γιὰ πάν­τα. Πές του, «κα­νέ­νας ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­σέ­να δὲ θὰ φι­λή­σει πο­τὲ αὐ­τὰ τὰ χεί­λη» (χά­ι­δε­ψέ τα μὲ τὰ δά­χτυ­λά σου γιὰ ἔμ­φα­ση). Σύ­ρε τὸ χέ­ρι σου μέ­χρι τὸ μπρο­στι­νὸ μέ­ρος τοῦ τζίν σου καὶ πὲς «κι αὐ­τό σοῦ ἀ­νή­κει, ἐ­πί­σης». Δι­ά­λε­ξε μιὰ με­ριὰ στὸ κρε­βά­τι ποὺ θὰ εἶ­ναι μό­νο δι­κιά σου, ἀλ­λὰ μοι­ρά­σου τὸ ἀ­πο­σμη­τι­κό σου καὶ τὸν κω­δι­κό σου. Στὰ τα­ξί­δια μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το δι­ά­βα­ζε δυ­να­τὰ με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Συμ­φω­νῆστε ποι­ὸ θὰ εἶ­ναι τὸ τρα­γού­δι σας. Ὅ­ταν πλέ­ον δὲ θὰ σὲ κα­λύ­πτει ἡ ἀ­σφά­λεια ὑ­γεί­ας τῶν γονι­ῶν σου, πά­ρε τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ τὸ γι­ορ­τά­σεις δη­μο­σί­ως. Δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν πά­στο­ρα ἀ­πὸ τὸν τη­λε­φω­νι­κὸ κα­τά­λογο κι ἂν γί­νε­ται δι­ά­λε­ξε ἕ­ναν ποὺ θὰ ἔ­χει δι­κή του σφρα­γί­δα. Σέρ­βι­ρε κε­φτέ­δες γιὰ φα­γη­τό.

         Ἀγοράστε ἀ­πὸ κοι­νοῦ μί­α βα­σι­κὴ οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή. Ψάξ­τε κι ἀγοράστε ἕ­να σπί­τι. Ἄλ­λα­ξε τὸ ἐ­πί­θε­τό σου καὶ πὲς στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φί­λες σου ὅ­τι εἶ­ναι πα­ρά­δο­ση γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου. Ὀρ­γα­νῶστε μα­ζὶ τὸ σπί­τι. Κάν­τε ἔ­ρευ­να σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες μὲ ἰ­δέ­ες γιὰ δι­α­κό­σμη­ση, γιὰ νὰ βρεῖ­τε χρῶ­μα γιὰ τοὺς τοί­χους.

       Κά­νε τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια γιὰ χρό­νια. Ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ ἐ­σέ­να πό­σα χρό­νια. Ἀλ­λὰ κά­που ἐ­κεῖ, ξε­κί­να νὰ κοι­μᾶ­σαι ὅ­ταν βρί­σκε­σαι στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ σὲ με­γά­λα τα­ξί­δια. Ἄρ­χι­ζε νὰ κου­ρά­ζε­σαι ποὺ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τό­σο πο­λὺ τὸ δελ­τί­ο και­ροῦ. Πεῖ­σε τὸν ἑ­αυ­τό σου ὅ­τι πο­τὲ δέ σοῦ ἄ­ρε­σε τὸ σὲξ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Ὅ­ταν νι­ώ­σεις ἕ­τοι­μη, ξε­κί­να νὰ ἀ­νυ­πο­μο­νεῖς γιὰ τὴ στιγ­μὴ τῆς νύ­χτας ποὺ ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­χει κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ρω­τεύ­σου ἐ­κεῖ­νες τὶς ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις μέ­σα στὰ βι­βλί­α ποὺ θὰ παίρ­νεις στὸ κρε­βά­τι γιὰ δι­ά­βα­σμα. Πι­ὲς πο­λὺ σ’ ἕ­να πάρ­τι καὶ φί­λα κά­ποι­ον πο­λὺ μι­κρό­τε­ρό σου. Θυ­μή­σου πῶς δί­νουν φι­λιά. Μηχανι­κὰ φι­λιά. Πά­ρε το ἀ­πό­φα­ση ὅ­τι εἶ­σαι μιὰ ἠ­θι­κὴ τσού­λα. Ὑ­πο­κρί­σου ὅ­τι προ­σπα­θεῖς νὰ πεί­σεις τὸν ἄν­τρα σου νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἀλ­λὰ εὐ­χή­σου νὰ δι­α­φω­νή­σει. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ θέ­λει ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια.

       Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ προ­χω­ρή­σεις τὴ ζω­ή σου σι­γά-σι­γά. Σκόρ­πι­σε στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α τὶς ἀγ­γε­λί­ες μὲ τὰ κυ­κλω­μέ­να μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ δι­α­με­ρί­σμα­τα. Ἀ­να­ρω­τή­σου ποι­ὸς θὰ πά­ρει τὸ μι­σο­ά­δει­ο ὑ­γρὸ σα­πού­νι χε­ρι­ῶν τοῦ μπά­νιου καὶ σι­γου­ρέ­ψου ὅ­τι τὰ δη­μη­τρια­κὰ θὰ τὰ πά­ρεις ἐ­σύ. Κρύ­ψε τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να σου βι­βλί­α στὴ δου­λειά. Ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ ἀ­να­φέ­ρε­σαι στὸν ἑ­αυ­τό σου στὸ α’ ἑ­νι­κὸ πρό­σω­πο δη­μο­σί­ως. Πά­ρε τη­λέ­φω­νο τὴ μη­τέ­ρα σου καὶ ζή­τη­σέ της κου­τιά.

       Μό­λις τοῦ ρα­γί­σεις τὴν καρ­διά, κά­νε τον νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι μό­νο μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο θὰ ἐ­πι­βί­ω­νες. Γί­νε πα­ρά­τολ­μη μὲ τὶς καρ­δι­ὲς τῶν ἄλ­λων καὶ ἄ­στα­τη μὲ τὴ δι­κή σου. Μά­θε νὰ ζεῖς χω­ρὶς τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἔ­πι­πλά σου, ἀλ­λὰ βα­σί­σου στὰ τσι­γά­ρα σου. Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, ὅ­ταν θὰ κό­ψεις κά­θε ἐ­πα­φή. Δι­ά­γρα­ψε τὰ μι­σὰ ὀ­νό­μα­τα τῆς τη­λε­φω­νι­κῆς σου ἀ­τζέν­τας μὲ ἀ­νε­ξί­τη­λο μαρ­κα­δό­ρο. Συ­νή­θι­σε νὰ μὴ φο­ρᾶς τὴ βέ­ρα σου στοὺς πε­ρι­πά­τους πρὸς τὸ μα­γα­ζί.

       Καὶ τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, κά­νε πα­ρέ­α μὲ γυ­ναῖ­κες κυ­νι­κὲς καὶ ὀ­νει­ρο­πό­λες. Βγὲς μα­ζί τους καὶ πά­ρε τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό σου ὑ­πνά­κο μὲς στὴ ζε­στα­σιὰ καὶ μὲ ὄ­μορ­φα συ­ναι­σθή­μα­τα. Πα­ρα­δέ­ξου ἐ­κεῖ­να ποὺ χρει­ά­ζε­σαι. Μεῖ­νε ἥ­συ­χη ὅ­τι θὰ σὲ ἀ­γα­ποῦν ἀ­κό­μα κι ἂν κα­τα­λα­βαί­νουν ὅ­τι κά­ποι­ες φο­ρὲς εἶ­σαι ἁ­πλὰ ἕ­να κο­ρί­τσι ποὺ θέ­λει νὰ κά­νει τὸ δι­κό του. Ὁ δρό­μος τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς δὲν εἶ­ναι πάν­τα ὁ ἴ­διος μὲ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σες, γιὰ νὰ φτά­σεις μέ­χρι ἐ­δῶ, θὰ σοῦ θυ­μί­σουν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 very short stories, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζέ­νι­φερ Α. Χά­ου­αρτ (Jennifer A. Howard): Ζεῖ, δι­δά­σκει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Passages North στὴ χι­ο­νι­σμέ­νη Upper Peninsula τοῦ Μί­σιγ­καν. Ἡ συλ­λο­γή μὲ τὰ ὑ­πέρ­μι­κρα δι­η­γή­μα­τά της μὲ τί­τλο How to End Up, ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὴ New Delta Review.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σι­λεί­α Μπλέ­τσα. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American College. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Τζ. Ντέιβιντ Στίβενς (J. David Stevens): Ὁ Θάνατος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος

 

.

Stevens,J.David-OThanatosTouDiigimatos-Eikona-01

.

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens)

 

Θάνατος τοῦ Διηγήματος

(The Death of the Short Story)

 

17-oΘΑΝΑΤΟΣ τοῦ Δι­η­γή­μα­τος μᾶς κα­τέ­λα­βε ἑ­ξα­πή­νης. Πα­ρα­κο­λου­θού­σα­με τό­σο στε­νὰ τὴν Ποί­η­ση ποὺ πα­ρα­βλέ­ψα­με τὰ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ ση­μά­δια. Τὴ μιὰ μέ­ρα τὸ Δι­ή­γη­μα ἦ­ταν ἐ­δῶ, ἔ­βλε­πε πο­δό­σφαι­ρο, πή­γαι­νε σὲ μπὰρ ἐρ­γέ­νη­δων, ἔ­φτια­χνε τάρ­τες. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα —ΠΑΦ!— δι­α­βά­σα­με γιὰ τὴν ἀ­πώ­λειά του στοὺς T­i­m­es, καὶ πα­ρα­τή­σα­με σύ­ξυ­λα τὰ ψω­μά­κια μας κι ἀ­φή­σα­με τοὺς κα­φέ­δες μὲ τὸ γά­λα νὰ σχη­μα­τί­ζουν λευ­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα στὰ σκοῦ­ρα ξύ­λι­να τρα­πέ­ζια τῆς κου­ζί­νας μας.

       Φυ­σι­κά, αὐ­τὸ ξε­σή­κω­σε τὸ κοι­νὸ αἴ­σθη­μα. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, βλέ­πα­με πλή­θη νὰ στοι­βά­ζουν λου­λού­δια καὶ τα­ρι­χευ­μέ­να ζῶ­α ἔ­ξω ἀ­πὸ βι­βλι­ο­θῆ­κες σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Σύν­το­μα οἱ τη­λε­ο­πτι­κὲς συ­ζη­τή­σεις ἔ­βρι­θαν ἀ­πὸ ὑ­πο­νο­ού­με­να. Ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος ποὺ χά­θη­κε πά­νω στὸ ἄν­θος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, ἔ­λε­γαν. Τὸ κοι­νὸ ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­τη­το ἀ­κού­γον­τας τὴ Βι­ο­γρα­φί­α νὰ πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς εἶ­χε σχέ­ση μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα στὴ διά­ρκεια τῆς φά­σης «ἀ­πω­θη­μέ­νης μνή­μης τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας». Τὰ μέ­σα ἐ­νη­μέ­ρω­σης ἔ­γι­ναν τό­σο φορ­τι­κὰ ποὺ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴν πό­λη γιὰ ἕ­να μή­να προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­πι­λύ­σει τὰ θέ­μα­τά της κα­τ’ ἰ­δί­αν.

      Στὴν κη­δεί­α, τὸ Πε­ζο­ποί­η­μα στὸ ἐγ­κώ­μιό του ἀ­να­φέρ­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, στοὺς ἐκ­δό­τες ὡς «προ­α­γω­γοὺς τῆς ἀ­γο­ρᾶς» καὶ ἀ­πο­κά­λε­σε τοὺς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὺς «λο­γο­τε­χνι­κὰ ἁρ­πα­κτι­κὰ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­να πλέ­ον μὲ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση τοῦ Δι­η­γή­μα­τος». Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­λοι φταί­γα­με. Στὸ ἐ­πι­κή­δει­ο δεῖ­πνο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, γυ­ρο­φέρ­να­με σα­στι­σμέ­νοι, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νοι τί θὰ μπο­ρού­σα­με ἄ­ρα­γε νὰ εἴ­χα­με κά­νει. Σὲ μιὰ γω­νί­α, ἡ ἄ­ξε­στη Νου­βέ­λα με­θοῦ­σε μὲ φθη­νὸ C­h­a­r­d­o­n­n­ay καὶ φλυ­α­ροῦ­σε, μι­λών­τας γιὰ τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς ποὺ ἔ­ζη­σε μὲ τὸ Δι­ή­γη­μα. Πα­ρη­γο­ρή­θη­κε σφι­χταγ­κα­λι­ά­ζον­τας στὴν τύ­χη πε­ρα­στι­κοὺς καὶ φω­νά­ζον­τας «Σ’­ἀ­γα­πῶ!» τό­σο δυ­να­τὰ ποὺ ἔ­βα­λε σὲ ἀ­νη­συ­χί­α τοὺς ἐκ­δό­τες λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν λί­γα μέ­τρα πιὸ πέ­ρα.

      Τὶς ἑ­βδο­μά­δες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν, ἄρ­χι­σαν νὰ κυ­κλο­φο­ροῦν φῆ­μες ὅ­τι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος τοῦ Δι­η­γή­μα­τος εἶ­χε κρυ­ο­γε­νε­τι­κὰ ἀ­πο­θη­κευ­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τα­φύ­γιο κον­τὰ στὴν Ὀ­μά­χα. Κά­ποι­ος κα­θη­γη­τὴς στὴ Γλα­σκώ­βη πρό­σφε­ρε χί­λι­ες λί­ρες σὲ ὅ­ποι­ον μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­πα­ρά­ξει ἕ­να δεῖγ­μα τοῦ DNA τοῦ Δι­η­γή­μα­τος, γιὰ λό­γους κλω­νο­ποί­η­σης. Ἐ­νῶ ἄλ­λοι ὑ­πο­στή­ρι­ζαν ὅ­τι τὸ Δι­ή­γη­μα δὲν εἶ­χε πε­θά­νει, ἀλ­λὰ προ­σποι­ή­θη­κε πὼς πέ­θα­νε κι ἀ­πο­σύρ­θη­κε σὲ κά­ποι­ο ἀ­πο­μο­νω­μέ­νο ὀ­ρει­νὸ κα­τα­φύ­γιο κά­που στὶς Ἄν­δεις ἢ τὰ Ἰ­μα­λά­ι­α.

      Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη μᾶς ἀ­να­κού­φι­σε κά­πως. Ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­πι­νο­οῦ­με φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὸ Δι­ή­γη­μα, ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­μοι­αζαν ἀ­λη­θο­φα­νεῖς με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο. Φαν­τα­ζό­μα­σταν τὸ Δι­ή­γη­μα νὰ κά­θε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τζά­κι μὲ τὸν Τζὸν Λέ­νον, τὸν Ἰ­η­σοῦ καὶ τὴν Ἀ­μέ­λια Ἔρ­χαρτ, νὰ σι­γο­πί­νουν κο­νιὰκ ἑ­κα­τὸ ἐ­τῶν καὶ νὰ συ­ζη­τοῦν γιὰ τοὺς παῖ­κτες ποὺ θὰ κα­τέ­βα­ζαν στὶς φαν­τα­στι­κές τους ὁ­μά­δες μπέ­ιζ­μπολ. Τοὺς φαν­τα­ζό­μα­σταν νὰ φο­ροῦν τὶς κάλ­τσες ποὺ εἴ­χα­με χά­σει στὸ στε­γνω­τή­ριο πρὸ πολ­λοῦ καὶ νὰ παί­ζουν μὲ τὰ ψι­λὰ ποὺ μᾶς εἶ­χαν πα­ρα­πέ­σει ἀ­νά­με­σα στὰ μα­ξι­λα­ρά­κια τοῦ κα­να­πέ. Στὴν προ­ε­ξο­χὴ τοῦ τοί­χου, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο, μὲ θέ­α τὰ βου­νά, ἔ­βλε­παν, πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα, μιὰ στρο­βι­λι­ζό­με­νη δί­νη ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὰ χρώ­μα­τα φαν­τά­ζον­ταν πὼς ἦ­ταν τὰ ὄ­νει­ρά τους καὶ πε­ρί­με­ναν καρ­τε­ρι­κὰ τὶς στιγ­μὲς ἐ­κεῖ­νες ποὺ μιὰ λε­πτὴ γραμ­μὴ φω­τὸς θὰ ξέ­φευ­γε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­νὸ πλαί­σιο, σὰν ζω­η­ρὴ μου­σι­κὴ νό­τα ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ προ­τοῦ χα­θεῖ σὰν ἀ­στρα­πὴ στὴν πε­ρι­βάλ­λου­σα νύ­χτα.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζ. Ντέ­ι­βιντ Στί­βενς (J. David Stevens). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Σί­τον Χὸλ καὶ ζεῖ στὸ βό­ρει­ο Νιοὺ Τζέρ­σε­ϊ. Τὰ πιὸ πρό­σφα­τα δι­η­γή­μα­τά του δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὰ Har­p­e­r­’s M­a­g­a­z­i­ne, T­he P­a­r­is R­e­v­i­ew, M­id-A­m­e­r­i­c­an R­e­v­i­ew καὶ N­o­t­re D­a­me R­e­v­i­ew, ἀ­νά­με­σά σε ἄλ­λα. Γρά­φει λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς καὶ τὸ βι­βλί­ο του T­he W­o­rd R­i­d­es A­g­a­in: R­e­r­e­a­d­i­ng t­he Fron­t­i­er in A­m­e­r­i­c­an F­i­c­t­i­on δη­μο­σι­εύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ O­h­io U­n­i­v­e­r­s­i­ty P­r­e­ss. Ζεῖ στὸ Ρί­τσμοντ τῆς Βιρ­τζί­νια.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).

 

Τὸμ Γουόλεν (Tom Whalen): Ἡ Ἐπίσκεψη τῶν Θεῶν

 

Whalen,Tom-IEpiskepsiTonTheon-Eikona-01

 

Τὸμ Γουόλεν (Tom Whalen)

 

Ἐπίσκεψη τῶν Θεῶν

(The Visitation)

 

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ για­τί ἦρ­θαν ἢ ἀ­πὸ ποῦ. Οὔ­τε κὰν ὁ δή­μαρ­χος.

       Ξέ­ρεις ἀ­πὸ ποῦ εἶ­ναι; τὸν ρω­τᾶ­με.

       Ὄ­χι, μᾶς ἀ­παν­τᾶ, ἀλ­λὰ τὸ ψά­χνει τὸ λη­ξι­αρ­χεῖ­ο.

 

       Σή­με­ρα οἱ θε­ό­τη­τες (μᾶς εἶ­παν ὅ­τι εἶ­ναι θε­οί) ἔ­κα­ναν στά­χτη τὸ φαρ­μα­κεῖ­ο τοῦ Ντου­ράν­γκο.

 

       Ἀ­κού­ω κά­τι νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὴ στέ­γη, βγαί­νω ξυ­πό­λυ­τος ἔ­ξω στὸ γκα­ζὸν καὶ ρί­χνω τὸ φῶς τοῦ φα­κοῦ μου στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ κο­ρυ­φή. Τρεῖς ἀπ’ αὐ­τούς, κα­θι­σμέ­νοι στὶς φτέρ­νες τους, ξη­λώ­νουν κε­ρα­μί­δια καὶ τὰ πε­τᾶ­νε στὶς αὐ­λὲς τῶν γει­τό­νων.

       Στα­μα­τῆ­στε! φω­νά­ζω.

       Γυ­ρί­ζουν ρά­θυ­μα τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὸ μέ­ρος μου, μὲ κοι­τά­ζουν γιὰ ἕ­να λε­πτὸ ἢ καὶ πα­ρα­πά­νω καὶ μοῦ πε­τᾶ­νε τρί­α κε­ρα­μί­δια στὸ κε­φά­λι.

       Σκύ­βω καὶ τὰ ἀ­πο­φεύ­γω, γυ­ρί­ζω μπου­σου­λι­στὰ μέ­σα στὸ σπί­τι καὶ φτιά­χνω τσά­ι.

 

       Στα­μά­τη­σα ἕ­ναν ἀ­π’ αὐ­τοὺς στὸ δρό­μο.

       Συγ­γνώ­μη, τοῦ εἶ­πα, μπο­ρεῖς νὰ μοῦ πεῖς για­τί κο­πα­νοῦ­σες μὲ τὸ λο­στὸ ἐ­κεί­νη τὴ Σε­βρο­λέτ;

       Ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι μοῦ ἄ­ρε­σε, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ δρό­μο του.

 

       Ἡ ἐμ­φά­νι­σή τους; Μά­τια ποὺ χρυ­σί­ζουν. Πέν­τε δά­χτυ­λα σὲ κά­θε χέ­ρι, πιὸ χον­τρὰ ἀ­π’ τὰ δι­κά μας. Χα­λα­σμέ­να δόν­τια. Μέ­σο ὕ­ψος: 1,65. Γε­νι­κὴ δι­α­γω­γή: ἐ­πί­μεμ­πτη.

 

       Πῶς γί­να­τε θε­οί; τοὺς ρω­τᾶ­με.

       Ἦ­ταν οἱ γο­νεῖς μας, ἀ­παν­τοῦν.

 

       Ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­χει κι ἀ­πὸ μιὰ θε­ω­ρί­α. Κά­ποι­οι λέ­νε πὼς μᾶς ἔ­χουν κα­τα­ρα­στεῖ ἀ­δί­κως, ἄλ­λοι πὼς μᾶς ἔ­χουν κα­τα­ρα­στεῖ δι­καί­ως, ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι εἶ­ναι μιὰ εὐ­λο­γί­α μὲ τὴ μορ­φὴ κα­τά­ρας. Ἡ κυ­ρί­α Σέ­παλ μοῦ εἶ­πε τὴ δι­κή της ἄ­πο­ψη.

       Πι­στεύ­ω πὼς οἱ συγ­κρί­σεις εἶ­ναι ἀ­πο­κρου­στι­κές, εἶ­πε, καὶ πὼς ὁ ἐ­που­ρά­νιος πα­τέ­ρας εἶ­ναι φάν­τα­σμα. Πι­στεύ­ω σὲ μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στη λέ­ξη καὶ σὲ τί­πο­τε ἄλ­λο. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ προ­θέ­σεις εἶ­ναι φω­τι­ὲς ποὺ φεγ­γο­βο­λοῦν, ὅ­τι τὰ πλά­σμα­τα τῆς νω­θρό­τη­τας εἶ­ναι οἱ λοῦ­στροι τοῦ ἥ­λιου, ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἐ­να­τέ­νι­ση δού­λου καὶ ἀ­φέν­τη ἔ­χει βυ­θι­στεῖ σὲ μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λι­πο­θυ­μί­α. Στα­μά­τη­σε, καὶ κα­τέ­λη­ξε μὲ μιὰ κραυ­γή, πι­στεύ­ω στὸν ἀ­έ­να­ο ἐρ­χο­μὸ τοῦ Νυμ­φί­ου!

      Οἱ θε­ό­τη­τες ὁρ­μοῦν κα­τα­πά­νω της κα­τὰ κύ­μα­τα.

 

       Συγ­κα­λοῦ­με γε­νι­κὴ συ­νέ­λευ­ση τῶν κα­τοί­κων, ἀλ­λὰ οἱ ὀρ­γί­λες θε­ό­τη­τες προ­σέρ­χον­ται σὰν σύ­νο­λο πνευ­στῶν καὶ κα­τα­πνί­γουν τὶς λέ­ξεις μας μὲ στριγ­κοὺς ἤ­χους.

 

       Σκαρ­φα­λώ­νω στὸν τροῦ­λο τοῦ Δη­μαρ­χεί­ου καὶ οὐρ­λιά­ζω ἀ­κα­τά­λη­πτες συλ­λα­βὲς πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό. Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα, κα­τε­βαί­νω καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Μπαί­νον­τας στὴν κου­ζί­να, βλέ­πω τέσ­σε­ρις ἀ­π’ αὐ­τοὺς κα­θι­σμέ­νους γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νο μου ψυ­γεῖ­ο, νὰ τρῶ­νε τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια.

 

       Πη­γαί­νου­με στὸν πα­πὰ τῆς ἐ­νο­ρί­ας καὶ ζη­τᾶ­με τὴ συμ­βου­λή του.

       Δο­κι­μά­σα­τε νὰ τοὺς λο­γι­κέ­ψε­τε; μᾶς ρω­τά­ει.

       Τὸν δέ­νου­με μὲ τὶς ζῶ­νες μας σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ τοὺς τὸν πα­ρα­δί­νου­με.

 

       Ἡ ζω­ὴ στὸ χω­ριό μας συ­νε­χί­ζε­ται.

 

       Μπαί­νουν στὸ μα­γα­ζί μου, τρεῖς ἀ­π’ αὐ­τούς, ντυ­μέ­νοι μὲ σκοῦ­ρα σταυ­ρω­τὰ κο­στού­μια καὶ γυ­α­λι­στε­ρὰ με­λόν. Ἤρ­θα­με γιὰ πλι­ά­τσι­κο, μοῦ λέ­νε.

       Μά­λι­στα, ἀ­παν­τῶ.

       Κα­μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση; μὲ ρω­τοῦν.

       Κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ σπά­νια βι­βλί­α τὰ ἔ­χω ἐ­δῶ καὶ χρό­νια, τοὺς λέω.

       Τό­σο τὸ κα­λύ­τε­ρο.

       Κοι­τά­ζω ὁ­λό­γυ­ρα κα­θὼς ἀ­να­λαμ­βά­νουν δρά­ση, ἀλ­λὰ τὰ μά­τια μου ἀρ­νοῦν­ται νὰ ἑ­στιά­σουν, ὅ­λα μου τὰ βι­βλί­α καὶ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἕ­να θαμ­πὸ συ­νον­θύ­λευ­μα.

       Σοῦ ἄ­ξι­ζε, μοῦ λέ­νε, σκου­πί­ζον­τας τὴ σκό­νη ἀ­π’ τὸ πέ­το τους μὲ τὴ ρά­χη τῶν λευ­κῶν χε­ρι­ῶν τους. Καὶ τώ­ρα, εὐ­χα­ρί­στη­σέ μας.

       Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ.

       Πα­ρα­κα­λοῦ­με, καὶ κα­λη­μέ­ρα.

       Κα­λη­μέ­ρα σας, ἀ­πο­κρί­νο­μαι.

       Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους καὶ βγαί­νουν ὁ ἕ­νας πί­σω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο.

       Κά­ποι­ο πρω­ὶ ἐ­πι­κρα­τεῖ παν­τοῦ ἡ­συ­χί­α. Βγαί­νου­με δι­στα­κτι­κὰ ἀ­π’ τὰ σπί­τια μας. Μὰ ποῦ πῆ­γαν;

       Ἀ­να­λή­φθη­καν στοὺς οὐ­ρα­νούς;

       Σω­ρι­α­ζό­μα­στε στὰ γό­να­τα πά­νω στὸ πε­ζο­δρό­μιο, χα­μο­γε­λᾶ­με ἠ­λί­θια ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο, ἀρ­χί­ζου­με νὰ ξε­ρι­ζώ­νου­με ὁ ἕ­νας τὰ μαλ­λιὰ τοῦ ἄλ­λου.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τὸμ Γουόλεν (Tom Whalen) (1948). Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Φρά­ιμ­πουρκ τῆς Γερ­μα­νί­ας. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας πολ­λῶν δι­η­γη­μά­των, μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ποι­η­τι­κῶν συλ­λο­γῶν, κρι­τι­κῶν, ἄρ­θρων καὶ δο­κι­μί­ων, ἀ­κό­μα καὶ σε­να­ρί­ων. Ἔ­χει βρα­βευ­τεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς γιὰ τὸ ἔρ­γο του. (Ἱστοσελίδα: http://tomwhalen.com/)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Εἰ­ρή­νη Τσαγ­κα­ρά­κη (1984). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ξέ­νων Γλωσ­σῶν, Με­τά­φρα­σης καὶ Δι­ερ­μη­νεί­ας τοῦ Ἰ­ο­νί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Ἐ­δῶ καὶ δύο χρό­νια δου­λεύ­ει ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες, ἐ­νῶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ γρα­φεῖ­α τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ καὶ μὲ ἕ­ναν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο.

 

Μαίρη Ρόμπισον (Mary Robison): Δικά σου

 

.

Robison,Mary-DikaSou-Eikones-01

.

ΜαίρηΡόμπισον (Mary Robison)

 

Δι­κά σου

(Y­o­u­rs)

 

04-Htta ΑΛΙΣΟΝ ΠΑΛΕΨΕ νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὸ ἄ­σπρο της Ρε­νό, κου­τσαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῆς τε­λευ­ταί­ας κο­λο­κύ­θας. Βρῆ­κε τὸν Κλὰρκ στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, στὴν βε­ράν­τα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ ἦ­ταν στρω­μέ­νη μὲ κλα­διὰ καὶ φύλ­λα.

       Φο­ροῦ­σε μιὰ μάλ­λι­νη σάρ­πα. Πή­γαι­νε μπρὸς-πί­σω, σὲ μιὰ ἐ­πεν­δυ­μέ­νη πο­λυ­θρό­να, ποὺ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὶς κλει­δώ­σεις τοῦ παν­το­φλο­φο­ρε­μέ­νου πο­διοῦ του.

       Ἡ Ἄ­λι­σον κα­τέ­βα­σε μιὰ με­γά­λη κο­λο­κύ­θα, καὶ τὴν ἄ­φη­σε πά­νω στὶς πλα­τι­ὲς σα­νί­δες τοῦ πα­τώ­μα­τος.

       Ὁ Κλὰρκ ἦ­ταν πο­λὺ με­γα­λύ­τε­ρος, ἑ­βδο­μήν­τα ὀ­κτώ, ἐ­νῶ ἡ Ἄ­λι­σον τριά­ντα πέν­τε. Ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νοι. Ἦ­ταν καὶ οἱ δυ­ὸ ἀρ­κε­τὰ ψη­λοὶ καὶ ἔ­μοια­ζαν κά­πως με­τα­ξύ τους στὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που. Ἡ Ἄ­λι­σον φο­ροῦ­σε μιὰ πε­ρού­κα ἀ­πὸ φυ­σι­κὴ τρί­χα. Ἦ­ταν πυ­κνὴ καὶ ξαν­θὴ σὰν κου­κού­λα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό της. Φο­ροῦ­σε ἕ­να ἀ­νοι­χτό­χρω­μο τζὶν σή­με­ρα. Συ­νή­θως φο­ροῦ­σε ἀν­θε­κτι­κὰ ροῦ­χα, για­τί τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα πρό­σφε­ρε ἐ­θε­λον­τι­κὴ βο­ή­θεια στὸν παι­δι­κὸ σταθ­μό.

       Το­πο­θέ­τη­σε μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες κο­λο­κύ­θες στὴν μα­κριὰ πο­διὰ τοῦ Κλάρκ. «Τώ­ρα, τί­πο­τα σου­ρε­α­λι­στι­κό», τοῦ εἶ­πε. «Ἁ­πλὰ χά­ρα­ξε ἕ­να κα­νο­νι­κὸ πρό­σω­πο. Αὐ­τὰ εἶ­ναι γιὰ παι­διά.»

       Στὸ φου­α­γι­έ, πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο μάρ­κας H­e­p­p­l­e­w­h­i­te, ἡ Ἄ­λι­σον βρῆ­κε τὴ λί­στα τῆς ὑ­πη­ρέ­τριας μὲ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ μὲ σβη­σμέ­να αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χε ἤ­δη κά­νει, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου καὶ τὸ δεῖ­πνο τοῦ Κλάρκ. Ἡ Ἄ­λι­σον κοί­τα­ξε γρή­γο­ρα τὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τῆς ἡ­μέ­ρας: ἕ­να φαν­τα­χτε­ρὸ πα­κέ­το μὲ κου­πό­νια, ἕ­νας λο­γα­ρια­σμὸς ἀ­πὸ τὰ Οἰ­νο­πνευ­μα­τώ­δη Τζέ­ιμ­στα­ουν, ὁ τη­λε­ο­πτι­κὸς ὁ­δη­γὸς Νο­εμ­βρί­ου τῆς συν­δρο­μη­τι­κῆς τη­λε­ό­ρα­σης, καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο, τὸ πιὸ ἀ­στεῖ­ο, ἕ­να ἤ­δη ἀ­νοιγ­μέ­νο καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­γε­νὲς γράμ­μα, ἀ­πὸ τοὺς συγ­γε­νεῖς τοῦ Κλὰρκ στὰ Βό­ρεια. «Εἶ­σαι ἕ­νας ἀ­νό­η­τος γέ­ρος», δι­ά­βα­σε ἡ Ἄ­λι­σον, καί, «Σ’ ἐ­ξα­πα­τοῦν ἀ­πάν­θρω­πα.» Ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἐ­σώ­κλει­στη δω­ρο­ε­πι­τα­γὴ γιὰ τὸν Κλάρκ, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­σι­μη, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ὑ­πο­γε­γραμ­μέ­νη, «Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός».

       Ἀρ­γά, ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα αὐ­τή, ἡ Ἄ­λι­σον καὶ ὁ Κλὰρκ ξε­κοί­λια­σαν καὶ χά­ρα­ξαν τὶς κο­λο­κύ­θες μα­ζί, πά­νω σε ἕ­να πα­λιὸ τρα­πέ­ζι στη­μέ­νο στὴν πί­σω αὐ­λή, πά­νω σε ἐ­φη­με­ρί­δες πά­νω ἀ­πὸ μου­σκε­μέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, μὲ μα­χαι­ρά­κια καὶ κου­τά­λια καὶ μὲ ἕ­να ἑλ­βε­τι­κὸ μα­χαί­ρι στρα­τοῦ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ Κλὰρκ γιὰ νὰ σχη­μα­τί­ζει μὲ ἀ­κρί­βεια τὰ δόν­τια, τὰ μά­τια καὶ τὰ ρου­θού­νια. Ὁ Κλὰρκ ὑ­πῆρ­ξε για­τρός, πα­θο­λό­γος, ἀλ­λὰ καὶ ζω­γρά­φος τὶς Κυ­ρια­κές. Οἱ τέσ­σε­ρις κο­λο­κύ­θες του ἦ­ταν ἐκ­φρα­στι­κὲς καὶ ἔ­ξυ­πνα σχε­δι­α­σμέ­νες. Τὰ χα­ραγ­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ταί­ρια­ζαν στὸ μέ­γε­θος καὶ τὸ σχῆ­μα τῶν κο­λο­κύ­θων. Οἱ δύ­ο φαί­νον­ταν ἄ­γρι­ες καὶ ἀ­κα­νό­νι­στα αἰχ­μη­ρές. Ἡ μία ἔ­δει­χνε ἔκ­πλη­ξη. Ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν γα­λή­νια καὶ φω­τει­νή.

       Τὰ τέσ­σε­ρα πρό­σω­πα ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ Ἄ­λι­σον ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἐ­πι­δέ­ξια φτι­αγ­μέ­να, μὲ σχι­σμὲς καὶ πα­ρα­μορ­φω­μέ­να ση­μεῖ­α. Εἶ­χε κό­ψει τρί­γω­να γιὰ μύ­τες καὶ μά­τια. Τὰ στό­μα­τα ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει ἦ­ταν ἁ­πλὰ κομ­μά­τια πα­τά­τες – δύ­ο γυ­ρι­σμέ­νες πά­νω καὶ δύ­ο γυ­ρι­σμέ­νες κά­τω.

       Μέ­χρι τὶς μί­α τὸ πρω­ὶ εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει. Ὁ Κλάρκ, ποὺ εἶ­χε λυ­γί­σει τὸ κορ­μί του πρὸς τὰ ἐμ­πρὸς γιὰ νὰ δου­λέ­ψει, ἔ­γει­ρε πί­σω στὴν πο­λυ­θρό­να καὶ κοί­τα­ξε νυ­σταγ­μέ­να στὸ κε­νό. Ὅ­λα τὰ φῶ­τα ἦ­ταν σβη­στὰ ἀ­πέ­ναν­τι στὴ ρε­μα­τιά.

       Ὁ Κλὰρκ στα­μά­τη­σε. Γιὰ τὴν ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν ὥ­ρα, ἡ νύ­χτα στὴ Βιρ­τζί­νια ἦ­ταν ζε­στή. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα φύλ­λα εἶ­χαν ἤ­δη πέ­σει καὶ σκορ­πί­σει στὸν ἄ­νε­μο, καὶ τὰ δέν­τρα ἔ­στε­καν ἀ­νε­νό­χλη­τα. Τὸ φεγ­γά­ρι ὁ­λό­γι­ο­μο ἀ­πὸ πά­νω τους.

       Ἡ Ἄ­λι­σον συ­γύ­ρι­σε τὴν ἀ­κα­τα­στα­σί­α.

       «Τὰ δι­κά σου φα­νά­ρια ἀ­πὸ κο­λο­κύ­θα εἶ­ναι πο­λύ, πο­λὺ πιὸ κα­λὰ ἀ­πὸ τὰ δι­κά μου», τῆς εἶ­πε ὁ Κλάρκ.

       «Οὔ­τε γιὰ ἀ­στεῖ­ο», εἶ­πε ἡ Ἄ­λι­σον.

       «Κοί­τα με», εἶ­πε ὁ Κλάρκ, καὶ ἡ Ἄ­λι­σον τὸν κοί­τα­ξε.

       Αὐ­τὴ κρα­τοῦ­σε μιὰ μου­σκε­μέ­νη δέ­σμη ἐ­φη­με­ρί­δες. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες βρο­μοῦ­σαν γλυ­κὰ μα­ζὶ μὲ τὴν μυ­ρω­διὰ ἀ­π’ τὴν ψί­χα τῆς κο­λο­κύ­θας.

       «Τὰ δι­κά σου εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ κα­λά», εἶ­πε αὐ­τός.

       «Κά­νεις λά­θος. Θὰ δεῖς ὅ­ταν θ’ ἀ­νά­ψουν», εἶ­πε ἡ Ἄ­λι­σον.

       Πῆ­γε μέ­σα, κι ἦρ­θε πί­σω κρα­τών­τας κί­τρι­να κε­ριά. Τῆς πῆ­ρε λί­γη ὥ­ρα νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει ὅ­λα τα κε­ριά, καὶ με­τὰ νὰ πα­ρα­τά­ξει τὸ τε­λι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα σὲ μιὰ σει­ρὰ πά­νω στὰ κάγ­κε­λα τῆς βε­ράν­τας. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ἄ­να­ψε ὅ­λα τα κε­ριὰ καὶ στε­ρέ­ω­σε κα­λά τα κα­πά­κια τῶν κο­λο­κύ­θων πά­νω ἀ­πὸ τὶς μι­κρὲς φλό­γες.

       «Βλέ­πεις;» τοῦ εἶ­πε.

       Ἔ­μει­ναν μα­ζὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ κοι­τοῦ­σαν τὰ πορ­το­κα­λιὰ πρό­σω­πα.

       «Εἴ­μα­στε ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι. Εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ κα­λη­νύ­χτα», εἶ­πε ἡ Ἄ­λι­σον. «Μὴν σβή­σεις τὰ κε­ριά. Θὰ βά­λω και­νούρ­για αὔ­ριο.»

       Ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα, στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά τους, με­ρι­κὲς βδο­μά­δες νω­ρί­τε­ρα στὴ ζω­ή της ἀ­π’ ὅ­,τι εἶ­χαν προ­βλέ­ψει, ἡ Ἄ­λι­σον ἄρ­χι­σε νὰ ἀρ­γο­πε­θαί­νει. «Μὴ μὲ κοι­τά­ξεις ἂν βγεῖ ἡ πε­ρού­κα μου», εἶ­πε στὸν Κλάρκ. «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ.»

       Ὁ σφυγ­μός της φτε­ρού­γι­ζε κά­τω ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά του. Σή­κω­σε τὰ γό­να­τά της καὶ κλώ­τση­σε πί­σω το πά­πλω­μα. Εἶ­πε κά­τι στὸν Κλὰρκ σχε­τι­κὰ μὲ τὸ κλεί­δω­μα τοῦ γκα­ράζ.

       Μι­λών­τας στὸ τη­λέ­φω­νο, ὁ Κλὰρκ εἶ­χε ξε­κά­θα­ρη θέ­α πί­σω στὴ βε­ράν­τα. Ἤ­θε­λε νὰ με­θύ­σει μα­ζὶ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρά. Ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ, λό­γῳ τῆς πιὸ σφαι­ρι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης ποὺ εἶ­χε, ὅ­τι τὸ νὰ κα­τέ­χεις μό­νο ἕ­να μι­κρὸ τα­λέν­το, σὰν τὸ δι­κό του, ἦ­ταν ἕ­να ἀ­παί­σιο καὶ κα­τα­στρο­φι­κὸ πράγ­μα, ὅ­τι τὸ νὰ εἶ­σαι ἁ­πλὰ λί­γο ξε­χω­ρι­στὸς σή­μαι­νε πὼς πε­ρί­με­νες πά­ρα πολ­λά, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καὶ πο­λὺ λί­γο σοῦ ἄ­ρε­σε ὁ ἑ­αυ­τός σου. Ἤ­θε­λε νὰ τὴν δι­α­βε­βαι­ώ­σει πὼς δὲν εἶ­χε χά­σει τί­πο­τα.

       Μι­λοῦ­σε στὸ τη­λέ­φω­νο τώ­ρα. Ἔ­βλε­πε τὰ φα­νά­ρια ἀ­πὸ κο­λο­κύ­θα. Τὰ φα­νά­ρια ἀ­πὸ κο­λο­κύ­θα ἔ­βλε­παν ἐ­κεῖ­νον.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Robison,Mary-Eikona-02ΜαίρηΡό­μπι­σον (Mary Robison) (Οὐάσινγκτον, 1949). Διή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Δη­μοσί­ευ­σε τέσ­σε­ρις συλ­λογὲς δι­η­γημά­των καὶ τέσ­σε­ρα μυ­θι­στορή­μα­τα. Ἔλα­βε πολ­λὲς δια­κρί­σεις γιὰ τὸ ἔργο της καὶ θε­ω­ρεῖται ἀπὸ τοὺς κύ­ριους εἰση­γητὲς τῆς μι­νι­μα­λι­στικῆς γραφῆς. Ἔ­χει δι­δά­ξει σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἡ δου­λειά της ἔ­χει ἀ­να­γνω­ρι­στεῖ δι­ε­θνῶς.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Κων­σταν­τί­να Διά­κου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.