Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones): Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες



Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones)


Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες

(Small Mercies)


ΤΑΝ ΠΑΙΖΕΙΣ Μονόπολη μὲ τοὺς ἀ­δελ­φούς σου, νὰ τοὺς ἀ­φή­νεις νὰ σὲ νι­κᾶ­νε, λέ­ει. Στὰ ἀ­γό­ρια δὲν ἀ­ρέ­σει νὰ χά­νουν, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὰ κο­ρί­τσια. Βά­ζει στὸ πρό­σω­πό της μιὰ πού­δρα, λὲς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ κα­ταρ­ρεύ­σουν ἂν δὲν τὰ πι­έ­σει στὴ θέ­ση τους. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἔ­ξω σε κά­ποι­ο χο­ρό, μπαί­νω κρυ­φὰ στὸ δω­μά­τιό της καὶ κά­νω πὼς εἶ­μαι ἐ­κεί­νη, ὄ­μορ­φη, ἐ­πι­δέ­ξια στὸ μα­κι­γι­άζ. Ὅ­ταν ἕ­να ἀ­γό­ρι σοῦ ζη­τᾶ ραν­τε­βοῦ, νὰ λὲς πάν­τα ναί. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο, τὸ πιὸ ἔ­ξυ­πνο ἢ τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο. Χρει­ά­ζε­ται πο­λὺ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ σοῦ ζη­τή­σει ραν­τε­βοῦ ἕ­να ἀ­γό­ρι, γιὰ αὐ­τὸ νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων, καὶ νὰ λὲς πάν­τα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Παίρ­νω τὸ κρα­γιόν της καὶ σου­φρώ­νω τὰ χεί­λια μου κα­θὼς ἀ­λεί­φω τὸ βα­θὺ κόκ­κι­νο λί­πος πά­νω στὰ πο­λὺ λε­πτὰ χεί­λια μου, σὲ ἕ­να πρό­σω­πο πο­λὺ γε­μά­το ὅ­που τα μά­τια εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­νύ­παρ­χτα. Δὲν πρό­κει­ται νὰ τῆς μοιά­σω πο­τέ, ἀλ­λὰ κά­νω ὅ­,τι μοῦ λέ­νε. Κι ἔ­τσι ἔ­κα­να. Ἔ­λε­γα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Σὲ ὅ­λα τα ἀ­γό­ρια. Τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ κον­τά, αὐ­τὰ ποὺ μυ­ρί­ζουν σὰν ὑ­πό­νο­μοι κι αὐ­τὰ ποὺ τὸ ἐ­πεῖ­γον τῆς κα­τά­στα­σής τους εἶ­ναι χαρ­το­γρα­φη­μέ­νο μὲ ἐ­ξαν­θή­μα­τα στὰ κόκ­κι­να πρό­σω­πά τους. Ὅ­ταν τὰ ἀ­δέλ­φια σου ξυ­πνοῦν τὸ πρω­ΐ, νὰ τρα­βᾶς τὶς κουρ­τί­νες, νὰ τοὺς στρώ­νεις τὰ κρε­βά­τια, νὰ εἶ­σαι χρή­σι­μη. Τὸ ἄι-λά­ι­νερ κά­νει πάν­τα τα μά­τια μου νὰ φαί­νον­ται. Ὄ­χι σὰν τὰ δι­κά της μά­τια – τὰ δι­κά μου οὔ­τε βι­ο­λε­τὶ εἶ­ναι, οὔ­τε ἐν­τυ­πω­σια­κά, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον φαί­νον­ται. Ἡ μά­να μου μὲ ἔ­κα­νε εὔ­κο­λη – ἂν καὶ πο­τὲ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λη μὲ μέ­να. Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς δὲν εἶ­χε πο­τὲ αὐ­τὴν τὴν πρό­θε­ση, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κά­τι ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὑ­πά­κου­η. Ἔ­τσι ἔ­λε­γα ναί ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ὥ­σπου τε­λι­κὰ τὴν πά­τη­σα, τε­λι­κὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τί εἶ­χα γί­νει. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν κρέ­μα δέρ­μα­τος γιὰ νὰ σβή­σω τὸ πρό­σω­πο ποὺ εἶ­χα βά­ψει. Ὕ­στε­ρα ἔ­λε­γα ὄ­χι. Ἔ­λε­γα ὄ­χι συ­νε­χῶς. Ἀλ­λὰ τὰ ἀ­γό­ρια μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ μέ­να, ὅ­τι μὲ τὰ ὄ­χι μου ἐν­νο­οῦ­σα ναί, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­παιρ­ναν αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λαν. Αὐ­τὸ μὲ πλή­γω­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο, κι ἔ­τσι ξα­νά­γι­να τὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει ἡ μά­να μου, – τὸ κο­ρί­τσι τοῦ ναί, τὸ πρό­ω­ρα γε­ρα­σμέ­νο κο­ρί­τσι, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τό­σο ὄ­μορ­φο ὅ­σο ἡ μά­να του, ἀλ­λὰ ποὺ τὸ ἐ­πέ­λε­γαν για­τί οἱ ζη­τιά­νοι δὲν ἔ­χουν ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Τώ­ρα πα­ρα­πο­νι­έ­ται ποὺ δὲν τῆς ἔ­κα­να ἐγ­γό­νια. Μὰ σοῦ ἔ­κα­να, Ἀ­γα­πη­τὴ Μη­τέ­ρα. Τό­σα μι­σο­σχη­μα­τι­σμέ­να κο­ρί­τσια ποὺ οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε ἐ­σὺ κα­τα­φέ­ρα­με νὰ κρα­τή­σου­με ἢ νὰ δι­α­πλάσ­σου­με. Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες, Μη­τέ­ρα. Νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Lost Balloon (13.06.2018):

https://lost-balloon.com/2018/06/13/small-mercies-by-karen-jones/

Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Γλα­σκώ­βη. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες ὅ­πως: Disco­vering a Co­met and more micro fiction, The Wonder­ful World of Wor­ders, An Earth­less Mel­ting Pot, City Smells, 10 Red, HISSAC 10th Anni­­ver­sary, Bath Short Story Antho­logy, Ellipses: One, bath Flash Fiction Festival One. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χτεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ι καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρῆς φόρ­μας ὅ­πως Mslexia, Flash 500, Writers Bureau, The new Writer, HISSAC καὶ Words with jam. H συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των The UpsideDown Je­sus and other stories εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μη ἀ­πὸ τὸ Amazon.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.


			

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renee Thompson): Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α



Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson)


Πε­ρι­ου­σια­κὰ στοι­χεῖ­α

(Assets)


ΘΕΛΑ νὰ σοῦ πῶ ἀ­πὸ κον­τὰ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σω σπί­τι», εἶ­πε ἡ Σά­ρα. «Θέ­λω δι­α­ζύ­γιο.» Ἔ­πι­α­σε τὸ πο­τό της κι ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιά, ἀλ­λὰ ἡ κί­νη­ση ἦ­ταν ἀ­δέ­ξια, ἀ­μή­χα­νη. Ὁ Μπὲν κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲν τῆς ἦ­ταν εὔ­κο­λο. Τὸ εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε.

       «Πῆ­γα σὲ δι­κη­γό­ρο», συ­νέ­χι­σε. «Λέ­ει ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι τὸ μι­σὸ ράν­τσο καὶ τὴ μι­σὴ ἐ­πι­χεί­ρη­ση – ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ τό ’­κα­να πο­τέ, νὰ σοῦ πά­ρω τὴ δου­λειά.»

       «Ὅ­μως τὸ μι­σὸ ράν­τσο; Αὐ­τὸ δὲν ἔ­χεις πρό­βλη­μα νὰ τὸ πά­ρεις, ἔ;»

       «Τὸ ράν­τσο εἶ­ναι καὶ δι­κό μου», εἶ­πε κι ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι νὰ πιά­σει τὴν τσάν­τα της. Ση­κώ­θη­κε, ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο καί, κα­θὼς βά­δι­ζε πί­σω ἀ­π’ τὸν Μπέν, ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­να­δεύ­τη­κε καὶ ξαφ­νι­κὰ ζε­στά­θη­κε. Ὁ Μπὲν τὴν αἰ­σθάν­θη­κε ποὺ κον­το­στά­θη­κε δι­στα­κτι­κή. Κι ἔ­πει­τα ὁ ἀ­έ­ρας δρό­σι­σε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­χε φύ­γει, ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­θό­ρυ­βα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ρε­νὲ Τόμ­πσον (Renée Thompson) γεν­νή­θη­κε στὴν Οὐ­ά­σιγ­κτον καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Ἔ­γρα­ψε δύ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὴ Γέ­φυ­ρα στὸ Βα­λεν­τά­ιν (The Bridge at Valentine) καὶ τὸν Κυ­νη­γὸ τοῦ φτε­ροῦ (The Plume Hunter). Σπού­δα­σε Πε­ρι­βαλ­λον­το­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Σα­κρα­μέν­το. Κα­τὰ και­ροὺς ἔ­χει ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῶν ΗΠΑ, εἴ­τε κον­τὰ σὲ κα­τα­φύ­για ἄ­γριας ζω­ῆς εἴ­τε ἐν­τός των ὁ­ρί­ων τους. Σή­με­ρα ζεῖ στὸ Φόλ­σομ τῆς Κα­λι­φόρ­νιας.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.


Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder): Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

 



Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder)


Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

(We declare the war over breakfast)


ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ συσ­σω­ρεύ­ε­ται ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἔ­χω προ­σε­κτι­κὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ ἁ­λά­τι δί­πλα στὸν δε­ξί μου ἀγ­κώ­να. Τὸ νὰ τὸ φτά­σεις θὰ σή­μαι­νε μιὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εἰ­σβο­λὴ στὸν προ­σω­πι­κό μου χῶ­ρο, κι ἔ­τσι, ἀντ’ αὐ­τοῦ, χα­μη­λώ­νεις τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να.

       «Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις τὸ ἁ­λά­τι.»

       Συ­νε­χί­ζω νὰ πρι­ο­νί­ζω τὸ μί­ζε­ρο λευ­κὸ λί­πος τοῦ μπέ­ι­κον ποὺ ἔ­χω στὸ πιά­το μου. Ἔ­χει μεί­νει ἀ­κό­μα λί­γος κρύ­ος κα­φὲς στὴν κα­φε­τι­έ­ρα ποὺ ἀ­γό­ρα­σα πρὶν τρί­α χρό­νια καὶ τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­νεῖ­σαι νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις, για­τὶ λὲς ὅ­τι ὁ κα­φὲς ποὺ κά­νει ἔ­χει με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση.

       «Τζέ­ι­σον. Τὸ ἁ­λά­τι.»

       Ἀ­νοι­γο­κλεί­νω τὰ μά­τια μου σὰν νὰ ἔ­χω μό­λις ξυ­πνή­σει καὶ σὲ κοι­τά­ζω μὲ ἔκ­φρα­ση ἤ­πιας ἔκ­πλη­ξης. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να προ­σε­κτι­κὰ σχε­δι­α­σμέ­νο βλέμ­μα ποὺ ζυ­γί­ζει τὸν βαθ­μὸ ἀ­πο­ρί­ας στὸν τό­νο σου καὶ τὸν βαθ­μὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει πλη­γω­θεῖ ὁ ἐ­γω­ι­σμός σου, μα­ζὶ μὲ λί­γη πα­ρα­πά­νω δό­ση ἀ­νο­χῆς. Κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς δυ­ό μας δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τί ση­μαί­νει.

       «Μμ;» ρω­τά­ω.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.» Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἁρ­πά­ζεις τὸ ἁ­λά­τι καὶ τὸ ρί­χνεις θυ­μω­μέ­να πά­νω στὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό. Σὲ πα­ρα­τη­ρῶ ποὺ τὸ κά­νεις μὲ συ­νο­φρυ­ω­μέ­νο μέ­τω­πο, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νω τὰ φρύ­δια μου καὶ φου­σκώ­νω ἐ­λα­φρῶς πρὸς τὰ ἔ­ξω τὰ χεί­λη μου σὲ μιὰ εὔ­θυ­μη ἔκ­φρα­ση. Στὴν μά­χη γιὰ τὸ ποι­ός κερ­δί­ζει τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις μπρο­στὰ στὸ ἀ­ό­ρα­το κοι­νό μας, μό­λις κα­τά­φε­ρα ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ χτύ­πη­μα.

       Τώ­ρα εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ μιὰ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­ση τα­κτι­κῆς, γιὰ νὰ φα­νῶ συγ­κα­τα­βα­τι­κός. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις τὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό σου καὶ τὴν ἐ­λα­στι­κὴ μά­ζα τῆς ὀ­με­λέ­τας, σοῦ τεί­νω συμ­φι­λι­ω­τι­κά το χέ­ρι γιὰ νὰ πά­ρω τὸ πιά­το σου, ἀλ­λὰ μὲ προ­σπερ­νᾶς μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ νε­ρο­χύ­τη.

       Εἶ­μαι φι­λι­κός, ἤ­ρε­μος καὶ σὲ στρα­τη­γι­κὰ προ­νο­μια­κὴ θέ­ση.

       Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα ἐ­πει­σό­δια αὐ­τὴ τὴ βδο­μά­δα. Και­ρο­φυ­λα­κτοῦ­με. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­μως, πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο νω­ρὶς ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νη πο­νο­κέ­φα­λο καὶ ‘γὼ κά­νω ὅ­λο τὸν ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πα­θη­τι­κὸ θό­ρυ­βο, ἐ­νῶ βλέ­πω μὲ τὸ ἕ­να μά­τι τὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Jonathan Ross.  Δὲν εἶ­ναι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ω τὸ μουγ­κρη­τὸ ἀ­πὸ τὸ σκου­πι­δι­ά­ρι­κο τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ ὅ­ταν τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ καὶ κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τρέ­χον­τας γιὰ νὰ πε­τά­ξω τὸν πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο σά­κο. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σες, βέ­βαι­α, νὰ εἶ­χες τη­ρή­σει τὴν συμ­φω­νί­α γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ εἴ­χα­με κά­νει ἔ­χον­τας πο­νο­κέ­φα­λο, κι ἔ­τσι ἤ­μουν ἐ­γὼ αὐ­τὸς ποὺ ἔ­γι­να ρε­ζί­λι σέρ­νον­τας μὲ τὶς πι­τζά­μες ἔ­ξω τὸν κά­δο.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ ξα­να­πέ­σω στὸ κρε­βά­τι. Θὰ πι­ῶ μι­σὸ φλυ­τζά­νι τσά­ι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σω νὰ σκορ­πί­σω λί­γη ζά­χα­ρη στὸν πάγ­κο δί­πλα στὸν βρα­στή­ρα καὶ ἀ­φή­σω τὴν ὑ­πό­λοι­πη πά­νω στὸν μι­σο­ά­δει­ο στε­γνω­τή­ρα πιά­των, τὸ φα­κε­λά­κι τοῦ τσα­γιοῦ πα­ρα­τη­μέ­νο στὸ πο­τή­ρι, ἕ­τοι­μο γιὰ τὸ δεῖς ὅ­ταν θὰ κα­τέ­βεις.

       Πρό­κει­ται γιὰ πό­λε­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση. Καὶ ὅ­λα τα μέ­σα δι­και­ο­λο­γοῦν­ται.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα https://thepygmygiant.com/2016/01/31/the-art-of-war/.

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder) ζεῖ, δι­α­βά­ζει καὶ γρά­φει στὸ νό­τιο Λον­δί­νο καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­τι οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass): Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα



Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass)


Μιὰ ­στο­ρί­α γιὰ τὸ σῶ­μα

(A story about the body)


ΚΕΙΝΟ τὸ κα­λο­καί­ρι, κι ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν σ’ ἕ­να θέ­ρε­τρο καλ­λι­τε­χνῶν, ὁ νε­α­ρὸς ἀρ­τί­στας τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἐ­δῶ καὶ περίπου μί­αν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν Γι­α­πω­νέ­ζα, ζω­γρά­φος, σχε­δὸν ἑ­ξήν­τα ἐ­τῶν καὶ σκε­φτό­ταν ὅ­τι ἴ­σως ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Λά­τρευ­ε τὴν τέ­χνη της, ἡ ὁ­ποί­α προ­σο­μοί­α­ζε στὸν τρό­πο ποὺ κι­νοῦ­σε τὸ σῶ­μα της ἢ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὰ χέ­ρια της, στὸν τρό­πο ποὺ τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἐνῶ σκε­φτό­ταν τὶς ἀ­παν­τή­σεις ποὺ θὰ ἔ­δι­νε στὶς ἐ­ρω­τή­σεις του. Μιὰ νύ­χτα, κι ἐ­νῶ ἐ­πέ­στρε­φαν ἀ­πὸ μιὰ συ­ναυ­λί­α, ἔ­φτα­σαν στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά της, κι ἀ­φοῦ στράφηκε πρὸς αὐτὸν τοῦ ’­πε, «Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λες νὰ σοῦ δο­θῶ. Τὸ ἴ­διο ἰ­σχύ­ει κι ἀ­πὸ μέ­ρους μου, ἀλ­λὰ πρέ­πει πρῶ­τα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι ἔ­χω ὑ­πο­βλη­θεῖ σὲ δι­πλὴ μα­στε­κτο­μή», κι ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­λα­βε, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε· «Ἔ­χω χά­σει καὶ τὰ δυ­ό μου στή­θη.» Ὁ ἠ­λε­κτρι­σμὸς ποὺ ἔ­νι­ω­θε ὅ­λη μέ­ρα σὰν μου­σι­κὴ στὸ στο­μά­χι του καὶ στὸ στέρ­νο του ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα, καὶ πί­ε­σε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ τὴν κοι­τά­ξει κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γε, «Λυ­πᾶ­μαι, δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα». Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν ἐ­ξο­χι­κὴ κα­λύ­βα του ποὺ βρι­σκό­ταν πλά­ι στὰ πεῦ­κα, καὶ τὸ πρω­ὶ βρῆ­κε ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ βα­ζά­κι στὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀπ’ τὴν πόρ­τα του. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ ρο­δο­πέ­τα­λα, ἀλ­λὰ κα­θὼς τὸ σή­κω­σε, δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι τὰ ρο­δο­πέ­τα­λα μό­λις ποὺ κά­λυ­πταν τὴν ἐ­πι­φά­νεια· ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο βά­ζο —μᾶλ­λον θὰ εἶ­χε σκου­πί­σει τὶς γω­νι­ὲς τοῦ ἀ­τε­λι­έ της— ἦ­ταν γε­μά­το ἀ­πὸ νε­κρὲς μέ­λισ­σες.


Καὶ σὲ ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους:

.


Πη­γή: Jon Mukand, Art­icula­tions: The Body and Il­lness in Poetry, Iowa, Univ. of Iowa Press, 1994.

Ρόμ­περτ Χάς (Robert Hass). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς ποι­η­τής, γεν­νή­θη­κε τὸ 1941 στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο καὶ με­γά­λω­σε στὸ προ­ά­στιο Σὰν Ρα­φα­έλ. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στάν­φορντ, ἀ­π’ ὅ­που ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του δί­πλω­μα. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια καὶ ἰν­στι­τοῦ­τα ἀ­νὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πι­κρά­τεια. Ἡ ποί­η­σή του ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε ση­μαν­τι­κὰ ἀ­πὸ τὸ κί­νη­μα τῶν beatniks καὶ ἀ­πὸ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χε­ται ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του δι­α­μορ­φώ­θη­κε κά­τω ἀ­π’ τὶς ἐ­πι­δρά­σεις ποι­η­τῶν ὅ­πως ὁ Lew Welch, ὁ Pablo Ne­ruda, ὁ César Val­lejo καὶ οἱ Πο­λω­νοὶ Zbi­gniew Her­bert, Wi­sława Szy­mbor­ska καὶ Cze­sław Mi­łosz. Μά­λι­στα, ὁ Hass με­τέ­φρα­σε ἐ­νῶ δί­δα­σκε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ τὸ ἔρ­γο τοῦ Mi­łosz. Δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται ἐ­νερ­γὰ στὸν το­μέ­α τῆς οἰ­κο­λο­γο­τε­χνί­ας, μὲ ἀ­κτι­βι­στι­κὲς δρά­σεις καὶ δη­μό­σι­ες πα­ρεμ­βά­σεις. Εἶ­ναι παν­τρε­μέ­νος μὲ τὴν ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια κα­τὰ τοῦ πο­λέ­μου, Brenda Hillmann.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz): Ἄλογα



Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz)


Ἄ­λο­γα

(Horses)


«ΑΛΟΓΑ εἶ­ν’ ὅ­λα στὴ ζω­ή», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πά­νω σ’ ἕ­να κορ­μό.

       Ὁ Σμέλ­γκορ εἶ­χε προ­σχω­ρή­σει σὲ μιὰ νέ­α θρη­σκεί­α: τὴν ἱπ­πο­λα­τρία. Πι­στεύ­α­νε πὼς τὰ πάν­τα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ἕ­να δέν­τρο ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ τοῦ­τα ἀ­λο­γά­κια ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Μο­να­δι­κὴ ἐ­ξαί­ρε­ση: τὰ ἴ­δια τ’ ἄ­λο­γα. Κεῖ­να ἤ­σαν ἕ­να πράγ­μα ἀ­δι­αί­ρε­το.

       «Μὰ κοί­τα δῶ», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸν Σμέλ­γκορ, μ’ ἕ­να κλα­δά­κι ἐ­λά­της στὸ κα­πέ­λο του. «Σὰν τί θὰ συμ­βεῖ ἅ­μα πά­ρω τὸ τσε­κού­ρι μου καὶ κό­ψω τ’ ἄ­λο­γο στὰ δυ­ό;»

       «Μπο­ρεῖς νὰ τὸ κό­ψεις στὰ δυ­ὸ ἢ στὰ ἑ­κα­τό», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ. «Ἀλ­λὰ δὲ θὰ κομ­μα­τιά­σεις τὴν ἀ­λο­γο­σύ­νη του». Ὁ Στή­βεν­σον ἔ­πρε­πε νὰ κά­τσει νὰ τὸ σκε­φτεῖ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει σὲ χοι­ρο­στά­σιο. Ὁ πα­τέ­ρας του πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἄ­λο­γο. Ἀν­τὶ γιὰ τοῦ­το, ὁ Στή­βεν­σον πέρ­να­γε τὶς μέ­ρες του πα­σα­λειμ­μέ­νος μὲ γουρ­νο­κο­πρι­ές. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὶς ξέ­πλε­νε στὸ πη­γά­δι, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πὸ κον­τά του στὸ σχο­λει­ό.

       «Καὶ τὰ γου­ρού­νια τὸ ἴ­διο;», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του. «Τί μοῦ λὲς δη­λα­δή, πὼς τὰ γου­ρού­νια εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­π’ ἄ­λο­γα;»

       Τὰ πάν­τα εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα», εἶ­πε ἤ­ρε­μα ὁ Σμέλ­γκορ.

       Ὁ Στή­βεν­σον ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους. Ἐ­κεῖ πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας λό­φος πρά­σι­νος, ποὺ ἔ­βγα­ζε σ’ ἕ­να ρυά­κι ποὺ κε­λά­ρυ­ζε. Πλά­ι στὸ ρυά­κι βρι­σκόν­του­σαν ἀ­γε­λά­δες. Πα­ρα­πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­νε­μό­μυ­λος, δί­πλα σε μιὰ πέ­τρι­νη κα­λύ­βα. Ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κα­λύ­βα στε­κό­τα­νε μιὰ γρι­ού­λα. Ἤ­τα­νε κι ἕ­να χα­λά­κι κρε­μα­σμέ­νο σὲ μιὰ πόρ­τα με­γά­λη, κι ἡ γυ­ναί­κα τὸ κο­πά­να­γε. Ὁ Στή­βεν­σον σκε­φτό­ταν: ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ σκέ­ψη συ­ναρ­πα­στι­κή. Οὔ­τε κὰν τό ’­ξε­ρε κεί­νη πὼς παν­τοῦ, στὰ μπρά­τσα της, μὲς στὴν καρ­διά της, ἴ­σα­με κά­τω στὰ πό­δια της, μιὰ με­γά­λη ἱπ­πο­δρο­μί­α γι­νό­τα­νε μέ­σα στὸ αἷ­μα της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Jellyfish (12.06.2017):

https://jellyfishreview.wordpress.com/2017/06/12/horses-by-geordie-williams-flantz/

Τζόρ­ντι Γου­ΐλ­λιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz). Συγ­γρα­φέ­ας, ζεῖ στὴ Min­nea­polis τῆς Minne­sota. Ἡ πε­ζο­γρα­φί­α του ἐμ­φα­νί­στη­κε στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις Sha­dows & Tall Trees, G.U.D. Maga­zine, New Genre Maga­zine, καὶ R.KV.R.Y Quarterly. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του:

geordiewilliamsflantz.tumblr.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler): Φι­λί­α καὶ τέ­χνη



Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler)


Φι­λί­α καὶ τέ­χνη

(Friendship and Art)


ΕΣΑΝΥΧΤΑ σχε­δόν, χτυ­πά­ει τὸ κου­δού­νι. Εἶ­ναι ὁ Ρόμ­περτ, ἀ­νά­στα­τος. Μά­λω­σε μὲ τὴν κο­πέ­λα του κι ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ σπί­τι. Μή­πως μπο­ρεῖ νὰ μεί­νει σὲ μέ­να;

       Ἐν­νο­εῖ­ται, λέ­ω, καὶ τοῦ βά­ζω ἕ­να φλυ­τζά­νι τσά­ι. Κου­βεν­τι­ά­ζου­με λι­γά­κι. Τε­λι­κὰ φεύ­γει καί, ὅ­ταν τὸν ξα­να­βλέ­πω, μοῦ λέ­ει πὼς ὅ­λα πῆ­γαν κα­λά. Χαί­ρο­μαι ποὺ βο­ή­θη­σα νὰ σω­θεῖ μιὰ σχέ­ση.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια τὸν συ­ναν­τῶ τυ­χαῖ­α στὸ με­τρό. Μοῦ λέ­ει ὅ­τι γρά­φει ποι­ή­μα­τα. Ρω­τά­ει ἂν θέ­λω νὰ δι­α­βά­σω ἕ­να. Κα­θὼς τὸ δι­α­βά­ζω, συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πε­ρι­γρά­φει ἐ­κεί­νη τὴ βρα­διά. Τὸ ποί­η­μα μὲ πα­ρου­σιά­ζει σὰν ἄν­θρω­πο ψυ­χρό, ποὺ με­τὰ βί­ας ἀ­νέ­χε­ται τὴν εἰ­σβο­λὴ καὶ ἀ­ρα­διά­ζει πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ λό­για ἁ­πλῶς καὶ μό­νο γιὰ νὰ τὸν ξε­φορ­τω­θεῖ.

       «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται;» ρω­τά­ει ὁ Ρόμ­περτ, λὲς καὶ τὸ ποί­η­μα μι­λοῦ­σε γιὰ ρο­δῶ­νες τὸν χει­μώ­να.

       «Κα­λὸ εἶ­ναι», ἀ­παν­τῶ – ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ δί­νου­με ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κάμ­ψου­με τὸ ἠ­θι­κὸ ἑ­νὸς ποι­η­τῆ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ἄ­λαν Τζίγ­κλερ (Alan Ziegler) εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος παι­δα­γω­γι­κῆς στὴ Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν τοῦ Πα­νε­πι­στή­μιου Κο­λούμ­πια, ὅ­που ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς ἀ­πὸ τὸ 2001 ὣς τὸ 2006. Γιὰ τὴ θη­τεί­α του στὴ θέ­ση αὐ­τὴ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Προ­ε­δρι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ἐ­ξαί­ρε­της Δι­δα­σκα­λί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Τὸ κύ­κνει­ο ἄ­σμα τοῦ Βων­τβίλ (The Swan Song of Vau­devil­le), Τὸ χλω­ρὸ γρα­σί­δι τοῦ Φλάτ­μπους (The Green Grass of Flat­bush), Πολ­λὴ δου­λειά (So Much to Do), Τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐρ­γα­στή­ριο, τ. 1 καὶ 2 (The Wri­ting Work­shop, vol. 1 and 2) καὶ Τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριο τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου (The Wri­ting Work­shop Note Book). Αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο, ὁ Τζίγ­κλερ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό του βι­βλί­ο. Βα­σί­ζε­ται σὲ ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή: κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νη αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α (Ba­sed on a True Life: A Me­moir in Pie­ces) καὶ ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του, τὴν Ἔ­ριν Λάν­γκστον (Erin Langston).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher): Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά



Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher)


Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά

(Candy girls)


ΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ἡ εἴ­σο­δος στοὺς Ἑ­βραί­ους, στοὺς νέ­γρους καὶ στὶς ἀ­συ­νό­δευ­τες γυ­ναῖ­κες με­τὰ τὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μπο­ρεῖς νὰ πα­ρα­βιά­σεις καὶ τοὺς τρεῖς κα­νό­νες ἂν που­λᾶς πού­ρα Κού­βας καὶ ζα­χα­ρω­τὰ μὲ ἕ­να δί­σκο πε­ρα­σμέ­νο μὲ λου­ριὰ ἀ­πὸ τὸ λαι­μό σου. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βγά­ζου­με κά­να φράγ­κο. Αὐ­τὴ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ Μα­ρί­α. Ἐ­γὼ λεύ­κα­να τὰ πό­δια μου. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α – στὸ κλὰμπ Πε­λαρ­γός οἱ ἄν­δρες σὲ “ἐ­κτι­μοῦν” ἀ­πὸ τὰ πό­δια σου ἢ κρυ­φο­κοι­τά­ζουν τὸ ντε­κολ­τέ σου τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες τους που­δρά­ρουν τὴν μύ­τη τους. Κοι­τοῦν πιὸ ἐ­πί­μο­να, ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες τους μέ­νουν σπί­τι.

       Στὸ δω­μά­τιό μας, τὰ πα­πού­τσια καὶ οἱ δί­σκοι εἶ­ναι πε­τα­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ· ξα­πλώ­νου­με ἀ­νά­πο­δα σὲ ἕ­να μο­νὸ κρε­βά­τι. «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;», ρω­τά­ει ἡ Μύ­ριαμ τρί­βον­τας στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ οἱ πο­λὺ σφι­χτὲς γό­βες ἔ­χουν ἀ­φή­σει τὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νά τους ση­μά­δια.

       Τὴν Τρί­τη ἦ­ταν ἡ τρί­τη μας φο­ρὰ στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν θὰ ἀ­να­φερ­θῶ σὲ γνω­στὰ ὀ­νό­μα­τα. Τοὺς ξέ­ρεις ὡς γί­γαν­τες τῆς με­γά­λης ὀ­θό­νης. Ἀρ­γό­τε­ρα θὰ λάμ­ψουν στὴν μαυ­ρό­α­σπρη τη­λε­ό­ρα­ση, μι­κροὶ ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μό­νο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βλέ­που­με τὰ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὰ σμό­κιν καὶ τὰ μπορ­σα­λί­νο. Μυ­ρί­ζου­με τὴν ἀ­να­πνο­ὴ τους – τὴν γλυ­κά­δα τῆς σαμ­πά­νιας, τὴν ἁ­ψά­δα τοῦ τζίν. Νι­ώ­θου­με τὰ κορ­μιά τους ποὺ σφίγ­γον­ται καὶ χα­λα­ρώ­νουν πρὶν ἀρ­χί­σουν τὰ κου­τσομ­πο­λιὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τρα­πέ­ζια γε­μά­τα στα­χτο­δο­χεῖ­α. Δὲν τοὺς ξέ­ρεις ὅ­πως τοὺς ξέ­ρου­με ἐ­μεῖς.

       Θὰ ποῦν γιὰ τὶς φοῦ­στες μας σὲ σχῆ­μα καμ­πά­νας, γιὰ τὸ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα μας ποὺ στὰ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἔ­χει κο­ρι­τσί­στι­κη γεύ­ση – ὄ­χι Ἑ­βραι­ο­πού­λας, οὔ­τε ἔγ­χρω­μου κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ ψι­θυ­ρί­σουν γιὰ τὸ πῶς τὰ δά­χτυ­λά μου βρί­σκουν αὐ­τὰ τῆς Μύ­ριαμ, πῶς κρα­τι­ό­μα­στε χέ­ρι-χέ­ρι καὶ κα­τὰ τὴν διά­ρκεια καὶ με­τά. Θὰ γε­λά­σουν.

       Ὅ­ταν μέ­νου­με μό­νες, λέ­με ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη δι­ά­φο­ρα ψέ­μα­τα:

             Ἀ­κό­μη λί­γο.

             Τὰ χρή­μα­τα βο­η­θᾶ­νε.

             Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά.

       Λέ­με κι ἀ­λή­θει­ες ποὺ κά­νουν ρί­μα μὲ τὸ σὲ ἀ­γα­πῶ.

       «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;» καὶ μὲ φι­λᾶ παν­τοῦ, βγά­ζει τὸ καλ­τσόν μου καὶ τὸ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σει σὲ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ δι­χτυ­ω­τὰ καλ­τσὸν στὸ ἄ­δει­ο πά­τω­μα.

       «Ὄ­χι, πιά», ψεύ­δο­μαι.

       Τό­τε ἡ ἡ Μύ­ριαμ τρί­βει τὰ πο­νε­μέ­να ση­μεῖ­α, ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀγ­γί­ξει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Bath Flash Fiction Award (28.02.2019) [Νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ Bath Flash Fiction Award February 2019]:

https://bathflashfictionaward.com/2019/02/christina-dalcher-february-2019-first-prize/

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher) εἶ­ναι γλωσ­σο­λό­γος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ ἐ­θι­σμέ­νη στὶς ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο μέ­ρος τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου Νό­του. Εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ φοι­τή­τρια τοῦ προ­γράμ­μα­τος MFA: Read Every Word by Stephen King (ἐ­πι­νο­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια). Μπο­ρεῖς νὰ βρεῖς δου­λειά της —με­ρι­κὲς φο­ρὲς βρα­βευ­μέ­νη— στὸ Molotov Coctail, στὸ Whiskey Paper, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New South Journal, καὶ ἀλ­λοῦ. Ἂν γυ­ρεύ­εις τὴν Χρι­στί­να μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ: @CVDalcher, www.chri­stina­dalcker.com , ἢ νὰ κρύ­βε­ται στὴν ντου­λά­πα δι­α­βά­ζον­τας ξα­νὰ ἕ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο ἀν­τί­­τυ­πο τοῦ The shining. Ἐ­πί­σης ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο VOX.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καρο­φί­λιο.