Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly): Τὸ Σύντομο Χρονικὸ τοῦ Κοριτσιοῦ…


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly)


Τό Σύν­το­μο Χρο­νι­κό τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ,

εἰ­πω­μέ­νο ἀ­πό τήν Ρε­α­λί­στρια

ὡ­στό­σο Αἰ­σι­ό­δο­ξη Ἀ­φρι­κα­νί­δα Χαρ­το­ρί­χτρα

(The Brief Chronicled History of The Girl

as told by the Realist

but yet Optimistic African Fortune-teller)


ΟΡΙΤΣΙ, προ­τοῦ ὁ πα­τέ­ρας σου σέ φυ­τέ­ψει στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας σου, προ­τοῦ ἐγ­γρα­φοῦν τά δι­κά σου χρω­μο­σώ­μα­τα Χ καί ὄ­χι τά ὑ­γι­ῆ σου Υ ἤ­σουν στό νε­ρό, στόν ἀ­έ­ρα, στά στοι­χεῖ­α: ἕ­να τρι­ά­το­μο πού δέν ἀ­νῆ­κε οὔ­τε σέ φυ­λή, οὔ­τε σέ πα­τριά, οὔ­τε σέ κα­μιά νο­μα­δι­κή Kabilah.

        Στήν πρώ­τη σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Σοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α. Τσα­λα­βου­τοῦ­σες στή λά­σπη καί ἔ­παι­ζες μέ τόν Ἀμ­πτου­λάχ καί τόν Ἄμ­πελ. Κο­λυμ­ποῦ­σες στόν πο­τα­μό Μέ­ρεμπ τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἐ­ρυ­θραί­ας κον­τά στήν ἐκ­κλη­σιά σου, ἡ πε­ρι­έρ­γειά σου πάν­τα νά αἰ­ω­ρεῖ­ται ὅ­πως ἡ σπά­νια γα­λα­ζό­φτε­ρη λιμ­πε­λού­λα πρό­θυ­μη νά ἵ­πτα­ται ψη­λά μέ­σα στή βρο­χή. Γνώ­ρι­ζες πώς ἤ­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές σου, τίς θει­ές μέ τά θλι­μέ­να μά­τια, καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς σου. Ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­τμη­τη, κά­θε ἴν­τσα τῆς σάρ­κας σου ἀ­κό­μη ὁ­λό­δι­κή σου. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα κι ἕ­να ἀ­πό τ’ ἀ­γό­ρια ἦ­ταν νά σέ νυμ­φευ­θεῖ, ἔ­δει­ξαν ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο ἀ­νά­με­σα στά πό­δια σου. Ἀ­κά­θαρ­τη, εἶ­παν. Ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος στό χω­ριό γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν – με­τα­στρέ­φον­τάς σε σέ μιάν ἀ­π’ αὐ­τές, τό εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας πού ὁ Ἄμ­πελ καί ὁ Ἀμ­πτου­λάχ ἐγ­κρί­να­νε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἡ μα­μή τε­μά­χι­σε τήν κλει­το­ρί­δα σου, ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος βγῆ­κε ἔ­ξω, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, πε­ρή­φα­νος. Δέν ἀν­τι­στά­θη­κες για­τί εἶ­χες τό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη, τό­σο με­γά­λη ἀ­γά­πη. Σκά­φτη­κες, βα­θού­λω­σες: ἀ­δει­α­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λα πού σ’ ἔ­κα­ναν ἐ­σέ­να. Ἐ­σέ­να.

        Στήν δέ­υ­τε­ρή σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Ἤ­θε­λες νά ἀν­τι­στα­θεῖς σ΄ ὅ,τι κα­θο­ρι­ζό­ταν ὡς ἀ­γνό­τη­τά σου, ἀλ­λά ἡ ὑ­πο­τα­γή ἦ­ταν τό ἀν­τί­τι­μο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης. Ὁ πό­νος σου, χυ­μέ­νος τα­χύ­τε­ρα ἀ­πό τό αἷ­μα σου, γέ­μι­σε τόν πο­τα­μό Τά­να τῆς Κέ­νυ­ας. Ἁ­πλῶς, πέ­θα­νες.

        Σ’ αὐ­τήν τήν με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Θά πε­τά­ξεις τήν κα­λύ­πτρα τῆς κε­φα­λῆς πού σέ ἀ­νάγ­κα­σαν νά φο­ρᾶς στό τζα­μί. Θά ξε­φω­νί­σεις ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου θά σέ σύ­ρει στόν μπαρ­μπέ­ρη τοῦ Μπέ­νι Σου­έφ. Θά τοῦ σπρώ­ξεις τό χέ­ρι ὅ­ταν ἡ λε­πί­δα του γδέρ­νει τά μι­κρά χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου σου. Θά τρέ­ξεις, αἱ­μορ­ρα­γών­τας τόν δι­κό σου πο­τα­μό Νεῖ­λο, κι ὅ­ταν τά δι­στα­κτι­κά / δει­λι­α­σμέ­να σου πό­δια σου δέν μπο­ροῦν νά τρέ­ξουν πα­ρα­πά­νω, θά ἀ­πο­γει­ω­θεῖς μέ τίς φτε­ροῦ­γες σου· χα­μο­γε­λᾶς γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α πού εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτη­θεῖ, ὅ­μως κο­ρί­τσι…

        Θά μεί­νεις.

        Θά τά ἐ­πα­να­λά­βεις ὅ­λα σέ μιάν ἄλ­λη με­τεν­σάρ­κω­ση.

        Δέν θά τούς ἀ­φή­σεις νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν ὑ­πέρ-κολ­πι­κό σου τραυ­μα­τι­σμό ὡς σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γνό­τη­τάς σου.

        Δέ θά τούς ἀ­φή­σεις να σέ κα­λύ­ψουν ἤ νά σέ σβή­σουν για­τί δέν εἶ­σαι ἡ φουρ­νιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

        Δέ θά τούς ἐ­πι­τρέ­ψεις νά ξε-φυλ­λί­σουν τήν παρ­θε­νι­κή ἀ­γά­πη σου γιά Σέ­να.

        Κο­ρί­τσι, θά μεί­νεις για­τί εἶ­ν’ ἀ­πί­στευ­το πῶς o­ἱ κο­λο­βω­μέ­νες ρί­ζες ξε­πε­τοῦν βλα­στά­ρια με­τά πού θά κο­ποῦν.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Afreada, 19.04.2019:

https://afreada.com/2019/04/19/the-brief-chronicled-history-of-the-girl-as-told-by-the-realist-but-yet-optimistic-african-fortuneteller-by-riham-adly/

Ρί­χαμ Ἄν­τλυ (Riham Adly). Πε­ζο­γρα­φί­α της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξύ ἄλ­λων καὶ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Bending Genres, Con­nota­tion Press, Spelk, The Ca­binet of Heed, Vestal Re­view, Volney Road Re­view, Five: 2: One, Bril­liant Flash Fiction, Gin­ger­bread House lit, Wri­ting in a Wo­man’s voi­ce, Anti-He­roine Chick, Danse Ma­ca­bre καὶ @Fe­wer­than500. Πρό­σφα­τα μπῆ­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ Βρα­βεί­ου Με­τά­φρα­σης Arab-Lit. Ἡ Ἄν­τλυ ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της στὴ Γκί­ζα τῆς Αἰ­γύ­πτου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).


Τζάνετ Φρέιμ (Janet Frame): Τὰ πουλιὰ ἄρχισαν τὸ τραγούδι


Τζά­νετ Φρέ­ιμ (Janet Frame)


Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι

(The birds began to sing)


Α ΠΟΥΛΙΑ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ὑ­πῆρ­χαν τέσ­σε­ρα ἐ­κεῖ καὶ κα­μιὰ εἰ­κο­σα­ριὰ ἀ­π’ αὐ­τὰ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ ἦ­ταν κό­τσυ­φες. Καὶ ‘γὼ τοὺς εἶ­πα, τί τρα­γου­δᾶ­τε μέ­ρα καὶ νύ­χτα, κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο καὶ τὸ σκο­τά­δι καὶ τὴ βρο­χὴ καὶ μὲς στὸν ἄ­νε­μο ποὺ κά­νει τὶς κορ­φὲς τῶν δέν­τρων ἀ­ση­μι­ές;

        Τρα­γου­δᾶ­με, εἶ­παν. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ μό­λις ἀρ­χί­σα­με καὶ ἔ­χου­με πο­λὺ ἀ­κό­μα νὰ τρα­γου­δή­σου­με καὶ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ στα­μα­τή­σου­με, πρέ­πει νὰ συ­νε­χί­σου­με καὶ νὰ συ­νε­χί­σου­με τὸ τρα­γού­δι.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἔ­βα­λα τὸ παλ­τό μου καὶ περ­πά­τη­σα στὴ βρο­χὴ πέ­ρα ἀ­π’ τὸ λό­φο. Περ­πά­τη­σα μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­λη γε­μά­τα κόκ­κι­νο νε­ρό, κα­τέ­βη­κα χαν­τά­κια γε­μά­τα συμ­φο­ρί­καρ­πους κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κα πά­λι μέ­σα ἀ­πὸ χαν­τά­κια ὅ­που φύ­τρω­ναν ἀ­γρι­ό­χορ­τα κι ἀμ­μό­φι­λα καὶ πέ­ρα­σα ρυά­κια ποὺ δί­πλα τους φύ­τρω­νε λι­νά­ρι, χορ­τά­ρι καὶ μα­νού­κα.

        Εἶ­δα ἕ­να πεῦ­κο στὴν κορ­φὴ ἑ­νὸς λό­φου.

        Εἶ­δα ἕ­ναν κο­ρυ­δαλ­λὸ νὰ βου­τά­ει μὲς στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται.

        Εἶ­δα ὅ­τι χι­ό­νι­ζε κά­που πέ­ρα ἀ­π’ τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ὄ­χι ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μουν ἐ­γώ.

        Στά­θη­κα πά­νω σ’ ἕ­να λό­φο καὶ κοί­τα­ξα γιὰ ὥ­ρα πολ­λή.

        Δὲν τρα­γου­δοῦ­σα. Προ­σπά­θη­σα νὰ τρα­γου­δή­σω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ κά­ποι­ο τρα­γού­δι.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πί­σω στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­που ἔ­με­να καὶ κά­θη­σα στὰ σκα­λιὰ τῆς πόρ­τας κι ἀ­φουγ­κρά­στη­κα. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κα μὲ τὸ κε­φά­λι καὶ τὰ μά­τια μου, μὲ τὸ μυα­λὸ καὶ μὲ τὰ χέ­ρια μου.

        Τὰ που­λιὰ ἄρ­χι­σαν τὸ τρα­γού­δι.

        Ἦ­ταν κό­τσυ­φες ποὺ κά­θον­ταν πά­νω στὸ τη­λε­γρα­φό­ξυ­λο καὶ πη­δοῦ­σαν πά­νω στὶς μη­λι­ές.

        Ἦ­ταν τέσ­σε­ρεις καὶ εἴ­κο­σι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τρα­γου­δοῦ­σαν.

        Ποι­ό εἶ­ναι αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι, εἶ­πα. Πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Εἶ­μαι ἕ­να ἀν­θρώ­πι­νο ὃν καὶ δι­α­βά­ζω βι­βλί­α, ἀ­κού­ω μου­σι­κὴ καὶ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω τυ­πο­γρα­φη­μέ­νες εἰ­κό­νες. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ βλέ­πω λέ­ξεις σὲ ζω­η­ρὸ ἀν­τάν­τε ρυθ­μὸ νὰ τρα­γου­δι­οῦν­ται, νὰ ἐ­κτε­λοῦν­ται στὴ σκη­νή, νὰ γρά­φον­ται. Ἔ­τσι εἶ­πα ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ ὄ­νο­μα τοῦ τρα­γου­διοῦ, πεῖ­τέ το μου καὶ θὰ τὸ γρά­ψω ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ­τε νὰ τὸ ἀ­κοῦ­τε ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου παιγ­μέ­νο ἀ­π’ τοὺς κα­λύ­τε­ρους μου­σι­κούς, θὰ νι­ώ­θε­τε τό­σο ὡ­ραῖ­α ἀ­κού­γον­τάς το, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου τὸ ὄ­νο­μά του.

        Στα­μά­τη­σαν τὸ τρα­γού­δι. Ἔ­ξω ἦ­ταν σκο­τει­νά, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε. Ἦ­ταν σκο­τει­νὰ καὶ τὸ τρα­γού­δι εἶ­χε σι­ω­πή­σει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα https://timehasflewn.tumblr.com/ || Janet Frame The Birds Began to Sing ἀπὸ τὸ Janet Frame, Sto­ries and Poems (2004). Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς The Lagoon and Other Stories (1951), καὶ ἀρ­γό­τε­ρα ὡς The Pocket Mirror (1967):

https://timehasflewn.tumblr.com/post/20487219689/the-birds-began-to-sing-a-short-story-by-janet

 

Janet Frame (Τζά­νετ Φρέ­ιμ): Ἡ Nene Janet Paterson Clutha (28 Αὐ­γού­στου 1924 – 29 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2004) εἶ­ναι Νε­ο­ζη­λαν­δὴ συγ­γρα­φέ­ας, γνω­στὴ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τζά­νετ Φρέ­ιμ. Ἔ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες, νε­α­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ μιὰ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ λο­γο­τε­χνι­κή της κα­ρι­έ­ρα, ἡ Φρέ­ιμ ἔ­γι­νε γνω­στὴ καὶ λό­γω τῆς τρα­γι­κῆς προ­σω­πι­κῆς της ἱ­στο­ρί­ας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ χρό­νια ψυ­χι­α­τρι­κοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, γλί­τω­σε ὡς ἐκ θαύ­μα­τος τὴ λο­βο­το­μή, λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴ χει­ρουρ­γι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, ὅ­ταν ἡ πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των κέρ­δι­σε ἀ­πρό­σμε­νά το κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τὰ τὴ βρά­βευ­σή της, ἡ ἐ­πέμ­βα­ση ἀ­κυ­ρώ­θη­κε. Ἡ Τζά­νετ Φρέ­ιμ, ἔ­γρα­ψε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς της, ἕν­τε­κα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρεις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή, ἕ­να βι­βλί­ο νε­α­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τὴν αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α της σὲ τρεῖς τό­μους. Πέ­θα­νε στὸ Ντού­νεν­τιν τῆς Φλό­ριν­τας στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2004, σὲ ἡ­λι­κί­α 79 ἐ­τῶν.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove): Ἐντόμου σοφία



Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove)


Ἐν­τό­μου σο­φί­α

(Insect Wisdom)


Γιὰ τὴ Λί­ζα Σλέ­ι­τερ

’ ΕΠΙΑΣΕ ὁ πα­νι­κὸς τοῦ χει­ρό­γρα­φου, κι ἔ­τσι κί­νη­σα γιὰ τὴν πί­σω αὐ­λὴ γιὰ προ­ο­πτι­κὴ καὶ ἡ­λι­ό­φως. Τρί­α βή­μα­τα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα, ὅρ­μη­σε ἕ­να γι­γάν­τιο μα­μού­νι. Ἤ­τα­νε πέν­τε μέ­τρα μα­κρύ, προ­ϊ­στο­ρι­κό, ὅ­λο φτε­ρὰ καὶ σα­γό­νια, μυρ­μηγ­κο­σκα­θα­ρό­σφη­κα. M’ ἔπια­σε στὴ λα­βί­δα του, κρε­μα­σμέ­νη ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἄν­τρας μου στά­θη­κε ἀ­νή­συ­χος, κα­θὼς πή­γαι­νε νὰ σκαρ­φα­λώ­σει. Τὸ ἑ­πτά­χρο­νό μας χαι­ρε­τοῦ­σε κου­νών­τας τὸ χέ­ρι, κα­θὼς κοί­τα­γε ἀ­πὸ μα­κριὰ τὶς κε­ραῖ­ες καὶ τὰ πε­τα­χτὰ μά­τια, ὥ­σπου ὁ πα­τέ­ρας του τὸ συ­νό­δε­ψε μέ­σα γιὰ μά­θη­μα τρομ­πο­νιοῦ καὶ μπα­νά­κι. Ἔ­μει­να ‘κεῖ ἔ­ξω, νὰ αἰ­ω­ροῦ­μαι πά­νω ἀ­π’ τὸ γρα­σί­δι. Πε­ρά­σα­νε μέ­ρες. Βδο­μά­δες. Τὸ σκυ­λὶ τοῦ γεί­το­να ἐ­πι­τέ­λους ἔ­σκα­σε καί, σὰν ἔ­γι­νε ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α, χα­λά­ρω­σε ἡ ἄ­γρια λα­βὴ καὶ κα­τρα­κύ­λη­σα στὸ ἔ­δα­φος.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Cordite Poetry Review, 1 February 2018.

(http://cordite.org.au/poetry/suburbia/insect-wisdom/)

Σήντυ Κάσγκρόουβ (Shady Cosgrove) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν βι­βλί­ων: What the Ground Can’t Hold (Picador, 2013) καὶ She Played Elvis (Allen and Unwin, 2009). Δι­η­γή­μα­τά της ὑ­πάρ­χουν σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες τῆς Αὐ­στρα­λί­ας. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Wollongong, στὴν Αὐ­στρα­λί­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)



Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley)


Μη­τέ­ρα

(Mother)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ΑΚΟΥΓΑ ρα­δι­ό­φω­νο στὰ μα­κρὰ κύ­μα­τα τῶν ΑΜ. Ἒ­κεῖ, λοι­πόν, ἄ­κου­σα ἕ­να τρα­γού­δι: «Πῶς λα­χτα­ρῶ νὰ δῶ τὴ μά­να μου στὴν πόρ­τα.» Θε­ὲ καὶ Κύ­ρι­ε! Σκέ­φτη­κα ἀ­μέ­σως, πό­σο νι­ώ­θω αὐ­τὸ τὸ τρα­γού­δι. Πο­λὺ συ­χνὰ ἔ­χω λα­χτα­ρή­σει νὰ δῶ τὴ μη­τέ­ρα μου στὸ κα­τώ­φλι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τάς μου. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς συ­νή­θι­ζε νὰ στέ­κῃ σὲ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια καὶ νὰ μὲ κοι­τά­ζῃ. Ἀ­κρι­βῶς ἔ­τσι στε­κό­ταν μιὰ μέ­ρα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τά μας, ἔ­χον­τας τὸ σκο­τά­δι τοῦ δι­α­δρό­μου ἀ­πὸ πί­σω της. Ἦ­ταν Πρω­το­χρο­νιά. Μοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­να, Ἂν ἐ­πι­στρέ­φῃς στὸ σπί­τι στὶς 4 π.μ. στὰ δε­κα­ε­φτά σου, τί ὥ­ρα θὰ γυρ­νᾷς στὰ εἴ­κο­σί σου; Μὲ ρώ­τη­σε δί­χως νὰ κά­νῃ χι­οῦ­μορ, δί­χως κα­κί­α. Εἶ­χε μό­λις ξε­κι­νή­σει τὴν ἐ­να­γώ­νια προ­ε­τοι­μα­σί­α τοῦ θα­νά­του της. Δὲν θἆ­ταν ἐ­δῶ ὅ­ταν θά ’­κλει­να τὰ εἴ­κο­σί μου, σκε­φτό­ταν. Κι ἔ­τσι, εὔ­λο­γα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν.

       Μιὰν ἄλ­λη φο­ρὰ ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου μου. Εἶ­χα μό­λις δη­μο­σι­εύ­σει ἕ­να πο­λι­τι­κὸ μα­νι­φέ­στο ἐ­πι­τι­θέ­με­νη στὴ θέ­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Μοῦ εἶ­πε, Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, κοι­μή­σου ἠ­λί­θια, ἐ­σὺ κι οἱ κομ­μου­νι­στι­κές σου ἰ­δέ­ες. Τοὺς εἴ­δα­με ἤ­δη, κι ο μπαμ­πὰς κι ἐ­γώ, στὰ 1905. Τά ’­χα­με κα­τα­λά­βει ὅ­λα.

       Στὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας μοῦ εἶ­πε, Πο­τὲ δὲν τε­λει­ώ­νεις τὸ φα­γη­τό σου. Ὅ­λο τρι­γυρ­νᾷς ἄ­σκο­πα. Τί θὰ γί­νῃ μὲ σέ­να τε­λι­κά;

       Κι ὕ­στε­ρα πέ­θα­νε.

       Φυ­σι­κὰ, σ’ ὅ­λη μου τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ὴ λα­χτα­ροῦ­σα νὰ τὴ δῶ, ὄ­χι μό­νο στὰ δι­ά­φο­ρα κα­τώ­φλια, ἀλ­λὰ καὶ σὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους ἄλ­λους τό­πους – στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α μὲ τὶς θεῖ­ες μου, στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ κοι­τά­ζῃ τὸν δρό­μο ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, στὸν κῆ­πο τοῦ ἐ­ξο­χι­κοῦ μας ἀ­νά­με­σα στὰ ζί­νια καὶ τοὺς κα­τι­φέ­δες, στὸ σα­λό­νι μὲ τὸν πα­τέ­ρα μου.

       Κα­θόν­του­σαν στὶς δερ­μά­τι­νες, ἀ­να­παυ­τι­κές τους πο­λυ­θρό­νες. Ἄ­κου­γαν Μό­τσαρτ. Κοι­τι­όν­του­σαν ἔκ­πλη­κτοι. Τοὺς φαι­νό­ταν σὰν νά ’­χαν μό­λις κα­τέ­βει ἀ­π’ τὸ πλοῖ­ο. Σὰν νά ’­χαν μό­λις μά­θει τὶς πρῶ­τες τους ἀγ­γλι­κὲς λέ­ξεις. Τοὺς φαι­νό­ταν λὲς κι εἶ­χε μό­λις πα­ρα­δώ­σει τὸ ἀ­λάν­θα­στο δι­α­γώ­νι­σμά του στὸν Ἀ­με­ρι­κα­νὸ κα­θη­γη­τὴ τῆς ἀ­να­το­μί­ας. Λὲς κι εἶ­χε μό­λις βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­τά­στη­μα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν κου­ζί­να της.

       Πό­σο θά ’­θε­λα νὰ τὴν ἔ­βλε­πα στὴν πόρ­τα τοῦ σα­λο­νιοῦ μας.

       Στά­θη­κε ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να λε­πτό. Ἔ­πει­τα κά­θι­σε στὸ πλά­ι του. Εἶ­χαν ἕ­να ἀ­κρι­βὸ γραμ­μό­φω­νο. Ἄ­κου­γαν Μπάχ. Τοῦ ’­πε, Μί­λα μου λί­γο. Δὲν μι­λᾶ­με πιὰ τό­σο.

       Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, τῆς ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τὸ βλέ­πεις; Εἶ­δα κον­τὰ τριά­ντα ἄ­το­μα σή­με­ρα. Ὅ­λοι τους ἄρ­ρω­στοι, ὅ­λοι τους μπλὰ μπλὰ μπλά. Ἄ­κου τὴ μου­σι­κή, τῆς εἶ­πε. Θυ­μᾶ­μαι κά­πο­τε ἔ­πια­νες ἀ­πί­θα­νους τό­νους. Εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος, ξα­νᾶ­πε.

       Κι’ ἔ­πει­τα, αὐ­τὴ πέ­θα­νε.

 


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Read a Short, 25.06.2008.

(http://readashort.blogspot.com/2008/06/mother-by-grace-paley.html)

 

Γκρέ­ις Πέ­ϊ­λι (Grace Paley) (1922-2007) ἦ­ταν συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com



		

	

Κέϊ Ἔμ Ἔλκες (KM Elkes): Ἀκραῖες καταστάσεις


Κέϊ Ἒμ Ἔλκες (KM Elkes)


Ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις

(Extremities)


ΑΤΑΠΩΣ τά ’­πε ὁ Μπόμ­πυ, τὴ μιὰ στιγ­μὴ δού­λευ­ε τ’ ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο καὶ τὴν ἄλ­λη ἤ­τα­νε χά­μω στὸ χῶ­μα τοῦ δά­σους κι ἀ­να­ρω­τι­ό­τα­νε, για­τί δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα στὴν ἄ­κρη τοῦ μπρά­τσου του.

        Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι συ­νά­δελ­φοι κα­τα­λά­βα­νε πὼς τὸ χέ­ρι του κα­­τρα­κύ­λη­σε στὸ γκρε­μό. Κα­νεὶς δὲν ἤ­θε­λε νὰ χά­σει χρό­νο στὸ ψά­ξι­μο τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Μπόμ­πυ αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε. Ἀ­τυ­χή­μα­τα γί­νον­ται στὴν ὑ­λο­το­μί­α ὅ­λη τὴν ὥ­ρα – συμ­βαί­νουν ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις σ’ ὁ­λά­κε­ρα κεῖ­να τὰ δά­ση.

        Ὅ­ταν ἐ­βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, τοῦ κά­να­νε γι­ορ­τού­λα. Τὸν Μπό­μπυ τό­νε βρῆ­κα ἔ­ξω, νὰ κα­πνί­ζει μὲ τὸ λά­θος χέ­ρι. Τοῦ ’­φε­ρα πε­τσέ­τες πού ’­χα κλέ­ψει ἀ­πὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο στὴν πό­λη. Εἶ­ναι τού­τη ἡ κα­λο­και­ρι­νή μου δου­λειά.

        «Μπο­ρῶ νὰ δῶ;» ρώ­τη­σα.

        Ὁ Μπόμ­πυ τρά­βη­ξε τὸ γάν­τι ποὺ τοῦ ’­χα­νε δώ­σει γιὰ νὰ κρα­τᾶ τὴν οὐ­λὴ κα­θα­ρή. Ἡ ἄ­κρη ἤ­τα­νε κλει­σμέ­νη μὲ ράμ­μα­τα – σὰ χεί­λια ραμ­μέ­να. Ἀ­πὸ τὸ κά­λυμ­μα τοῦ δέρ­μα­τος πού ’­χα­νε τεν­τώ­σει ἀ­πὸ πά­νω, φυ­τρώ­να­νε κά­τι τρι­χοῦ­λες.

        «Πῶς τὸ νι­ώ­θεις;» εἶ­πα.

        «Τὰ δά­χτυ­λα-φαν­τά­σμα­τα μοῦ πο­νᾶ­νε τὶς νύ­χτες» εἶ­πε κεῖ­νος.

        «Λέ­νε πὼς τὸ συ­νη­θί­ζεις.» Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ἅ­μα εἶν’ ἀ­λή­θεια.

        Ὁ Μπόμ­πυ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. «Τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο, μό­λις ἔ­γι­νε ἄρ­χι­σε νὰ βρέ­χει. Κεῖ­νος ὁ ἦ­χος, φί­λε. Λὲς καὶ χει­ρο­κρο­τοῦ­σε κό­σμος. Γιὰ μέ­να.»

        Ἔ­φυ­γα νω­ρὶς ἀ­π’ τὴ γι­ορ­τή. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­μαι πί­σω στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο προ­τοῦ γυ­ρί­σει τ’ ἀ­φεν­τι­κό – ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη μπα­λα­ρί­να εἶ­ναι, καὶ πι­κρα­μέ­νη γιὰ τοῦ­το. Τὴν κα­λο­πιά­νω γιὰ νὰ μὴ μὲ ἀ­να­κα­λύ­ψει γιὰ τὶς πε­τσέ­τες, τὰ μα­χαι­ρο­πή­ρου­να καὶ τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα πού ’­χω κλέ­ψει.

        Σὰν ἔ­φυ­γα, ξα­νά­δα τὸν Μπόμ­πυ νὰ τεν­τώ­νει τὸ κου­τσου­ρε­μέ­νο ση­μεῖ­ο, σὰ νὰ πε­ρί­με­νε νὰ φυ­τρώ­σει τί­πο­τα ἀ­πὸ κεῖ. Δὲν ἔ­νι­ω­θα ἄ­σχη­μα γι’ αὐ­τόν. Μο­νά­χα ἔ­νι­ω­σα λύ­πη γιὰ τ’ ἄλ­λο τὸ χέ­ρι, κεῖ ἔ­ξω στὰ δά­ση, μὲ τὰ δά­χτυ­λα κυρ­τω­μέ­να, νὰ μὴν ἀ­δρά­χνει τί­πο­τα.



Πη­γή: Bath Flash Fiction Award. International Rolling Flash Fiction Com­pe­ti­tion. (19.06.2018): https://bathflashfictionaward.com/2018/06/km-elkes-june-2018-first-prize/

Κέϊ Ἒμ Ἔλκες (KM Elkes) εἶ­ναι βρα­βευ­μέ­νος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ἐκ­δό­της, ἀ­πὸ τὴ West Country τῆς Μ. Βρε­τα­νί­ας. Οἱ ἐ­πι­τυ­χί­ες του στὸν το­μέ­α τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος πε­ρι­λαμ­βά­νουν τὰ βρα­βεῖ­α Fish Publishing Flash καὶ τῶν Triskele Books, κα­θὼς καὶ πρῶ­τες θέ­σεις, ἢ το­πο­θέ­τη­ση σὲ λί­στα δι­ά­κρι­σης, σὲ δι­ά­φο­ρους δι­ε­θνεῖς δι­α­γω­νι­σμούς, ἀ­νά­με­σά σὲ ἄλ­λους γιὰ τὸ Βρα­βεῖ­ο Bridport. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει με­τα­δο­θεῖ ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ BBC καὶ πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ 20 ἀν­θο­λο­γί­ες, κα­θὼς καὶ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Δι­η­γή­μα­τά του ἐμ­φα­νί­ζον­ται στὴν ὕ­λη γιὰ τὰ σχο­λεῖ­α, στὶς ΗΠΑ καὶ στὸ Χὸνγκ-Κόνγκ. Ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο κα­λύ­τε­ρου μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος (2018) καὶ συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ A3 Review. Ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης guest editor τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Flash Frontier (Ν. Ζη­λαν­δί­α).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἕ­ναν τό­μο δι­η­γη­μά­των. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ἀγ­γλι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν: P. Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017, μὲ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe)· M. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (Βακ­χι­κόν, 2019, συ­νέκ­δο­ση μὲ Fondazione Mario Luzi)· Umberto Saba, Τὸ Βι­βλί­ο τῶν Τρα­γου­δι­ῶν (Βακ­χι­κόν, 2019, Α΄ Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν – Ἰ­τα­λι­κὸ Μορ­φω­τι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το). Με­τα­φρά­σεις καὶ κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά.


Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss): Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή



Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss)


Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή

(Domestic Appliance)


Α ΠΡΟΑΣΤΙΑ, σὲ μιὰ προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α, σὲ μιὰ κου­ζί­να μὲ γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο, μέ­σα σ’ ἕ­να ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι ζοῦ­σε μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της πῶς βρέ­θη­κε νὰ ζεῖ μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της ἄλ­λη ζω­ή, ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι μέ­σα σ’ αὐ­τό. Ξύ­πνη­σε μιὰ μέ­ρα ξα­πλω­μέ­νη πά­νω σε μιὰ ρά­βδο βού­τυ­ρο· τὸ βού­τυ­ρο εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­να­παυ­ό­ταν τὸ σῶ­μα της, θη­λυ­κὲς ἐ­σο­χὲς εἶ­χαν σχη­μα­τι­στεῖ, στὸ σχῆ­μα τῶν γο­φῶν καὶ τῆς μέ­σης. Τὰ πό­δια τῆς γυ­ναί­κας ἔ­φτα­ναν ἴ­σα­με τὴν ἄ­κρη σχε­δὸν τῆς ρά­βδου. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος μὲ δι­α­στά­σεις ἑ­φτὰ κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Γιὰ ψυ­γεῖ­ο, ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο. Φρέ­σκα φροῦ­τα καὶ λα­χα­νι­κά, πε­ρι­στρε­φό­με­να μπου­κά­λια λευ­κὸ κρα­σὶ καὶ ἑ­ξά­δες μπί­ρες, κου­τά­κι μὲ κι­νέ­ζι­κο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ βρά­δυ, μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας σὲ μα­ρι­νά­δα, μιὰ ἀ­νοιγ­μέ­νη μα­γει­ρι­κὴ σό­δα. Σπά­νια συ­νέ­βαι­νε νὰ λή­ξει κά­τι.

       Μό­λις τὸ ψυ­γεῖ­ο ἄ­νοι­γε, ἡ γυ­ναί­κα κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ γά­λα, ἔ­σκυ­βε καὶ χω­νό­ταν σὲ μιὰ χάρ­τι­νη αὐ­γο­θή­κη ἢ περ­πα­τοῦ­σε δι­στα­κτι­κὰ πρὸς τὸ βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες. Λί­γες πί­κλες, κόκ­κοι πι­πέ­ρι καὶ λε­πτὲς φέ­τες κρεμ­μυ­διοῦ κο­λυμ­ποῦ­σαν στὴν ἅλ­μη, χο­ρεύ­ον­τας ὑ­πὸ τοὺς ἤ­χους μιᾶς μου­σι­κῆς τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κού­σει. Κοι­τοῦ­σε μέ­σα στὸ βά­ζο ὧ­ρες πολ­λές. Τὸ φῶς μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν μουν­τὸ καὶ γκρί­ζο, δὲν ἦ­ταν πίσ­σα σκο­τά­δι. Ὅ­σο γιὰ τὴν τρο­φή της, πό­τε-πό­τε τσιμ­πo­λο­γοῦ­σε λί­γο τυ­ρί, σὰν τὰ πον­τί­κια. Κά­ποι­ες ἄλ­λες φο­ρές, ἄ­νοι­γε ἕ­να γι­α­ούρ­τι στὴν ἄ­κρη καὶ ρου­φοῦ­σε λι­χού­δι­κα τὴν κρέ­μα φρά­ου­λα. Ἀ­πέ­φευ­γε γε­νι­κῶς τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα, τὸ ταμ­πά­σκο, τὴ σάλ­τσα χό­ι­σιν καὶ τὴν κά­πα­ρη, ποὺ ἦ­ταν τρα­γα­νι­στή, μό­λις τὴν ἄ­νοι­γες. Τρο­φὲς ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δύ­σκο­λα θὰ τὶς ἔ­τρω­γε κα­νεὶς σκέ­τες.

       Ἡ γυ­ναί­κα κρύ­ω­νε συ­νέ­χεια.

       Κα­θη­με­ρι­νά, λε­πτὰ δά­χτυ­λα μὲ γυ­α­λι­στε­ρὰ νύ­χια το­πο­θε­τοῦ­σαν στὸ ψυ­γεῖ­ο τσάν­τες ποὺ πε­ρι­εῖ­χαν κο­λα­τσιὸ καὶ πά­νω τους ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Ἔι­μος» μὲ μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο, ἐ­νί­ο­τε καὶ μὲ κη­ρομ­πο­γιά, μὲ τὸ τρα­χὺ ἀ­πο­τύ­πω­μα τὸ ὁ­ποῖο ἀ­φή­νουν τὰ παι­διά. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο κοι­τοῦ­σε πάν­το­τε μέ­σα στὶς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Συ­νή­θως ἦ­ταν κά­ποι­ο σάν­του­ιτς, συ­χνὰ ἦ­ταν σάν­του­ιτς μὲ τό­νο, κα­μιὰ φο­ρὰ ἦ­ταν ψω­μὶ μὲ φι­στι­κο­βού­τυ­ρο καὶ μαρ­με­λά­δα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­βρι­σκε φο­βε­ρὰ ἑλ­κυ­στι­κό. Ἐ­νί­ο­τε ἔ­βρι­σκε ἀ­πο­μει­νά­ρια γεύ­μα­τος μέ­σα σὲ πλα­στι­κὰ τά­περ. Τυ­ρά­κια μέ­σα σὲ κόκ­κι­νο γυ­α­λι­στε­ρὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα, πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ πα­τα­τά­κια, σο­κο­λά­τες. Καὶ ὅ­λες τὶς φο­ρές, ἕ­να ση­μεί­ω­μα σὲ δι­πλω­μέ­νο χαρ­τά­κι. Σὲ σε­λί­δες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἦ­ταν προ­χει­ρο­γραμ­μέ­νο, μὲ τὸν ἴ­διο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο ποὺ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ καὶ γιὰ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό της τσάν­τας, κά­τι σὰν σύν­το­μο ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα.

       Σ’ ἀ­γα­πῶ! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!, Εἶ­σαι ὁ κα­λύ­τε­ρος!, Κύ­κλω­σε τὸ σω­στό: Μὲ ἀ­γα­πᾶς; Ναὶ / Ὄ­χι. Θύ­μι­ζαν ὅ­λα γυ­μνά­σιο, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν δι­πλω­μέ­να σὲ μι­κρὰ χάρ­τι­να μπα­λά­κια, μὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­νε νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­ξι­α­γά­πη­τα. Τὸ σκλη­ρὸ μα­νι­κιοὺρ στὰ νύ­χια ἔ­κρυ­βε κα­τὰ βά­θος μιὰ γλυ­κιὰ καρ­δού­λα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς νὰ ἔ­μοια­ζε ὁ Ἔι­μος. Πέ­ρα­σαν μῆ­νες καὶ ξε­θάρ­ρε­ψε πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὸν Ἔι­μος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται. Ἡ γυ­ναί­κα του, κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ἦ­ταν σπα­νι­ό­τε­ρα τρι­γύ­ρω. Ἐν μέ­σῳ βά­λε-βγά­λε μι­σο­φα­γω­μέ­νης πί­τσας καὶ ἀλ­λαν­τι­κῶν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἐ­ρω­τεύ­τη­κε. Μαῦ­ρα κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους καὶ στὰ χέ­ρια τοῦ Ἔι­μος. Πρά­σι­να μά­τια σὰν φέ­τες μο­σχο­λέ­μο­νο στὸ πρό­σω­πό του. Πυ­κνὰ φρύ­δια, τὸ ἕ­να πάν­τα ση­κω­μέ­νο. Ἦ­ταν πάν­τα μὲ τὸ χα­μό­γε­λο ὅ­ταν ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα γού­στα­ρε ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ δὲν ἤ­θε­λε πο­λὺ γιὰ νὰ χα­ρεῖ.

       Κά­ποι­ο πρω­ι­νὸ ἐ­πά­νω στὴν ὀ­νει­ρο­πό­λη­ση, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο δὲν πή­δη­ξε γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ μό­λις ὁ Ἔι­μος ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου. Ἔ­πι­α­σε ἀ­φη­ρη­μέ­νος τὴν κέ­τσαπ καὶ ξαφ­νι­ά­στη­κε βλέ­πον­τας την. Τό­τε ἔ­σκυ­ψε καὶ εἶ­δε τὸ σῶ­μα τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α στη­ρι­ζό­ταν σ’ ἕ­να μπου­κά­λι σάλ­τσα σρι­ρά­τσα, συλ­λέ­γον­τας στα­γό­νες μὲ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ γλεί­φον­τας τες, σου­φρώ­νον­τας τὰ λι­λι­πού­τεια χεί­λη της ἀ­πὸ τὸ κά­ψι­μο.

       «Γειά σου», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Πά­ρα πο­λὺ δυ­να­τά, γι’ αὐ­τὸ ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω, γρή­γο­ρα ὅ­μως ξα­να­στά­θη­κε στὰ πό­δια-ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες της.

       «Γειά», ἔ­κα­νε τὰ μαλ­λιά της πέ­ρα καὶ φά­νη­κε τὸ πρό­σω­πό της.

       «Τί κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα;», ρώ­τη­σε ὁ Ἔι­μος.

       «Μὲ προ­σέ­λα­βε τὸ ὑ­γει­ο­νο­μι­κό. Ἔ­χουν ἀρ­χί­σει καὶ χα­λᾶ­νε δι­ά­φο­ρα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γι­α­ούρ­τι μὲ μύρ­τι­λο ἔ­χει λή­ξει ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ μῆ­νες;»

       «Τὸ ξέ­ρω, ναί», εἶ­πε. Συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος. Ἔ­πι­α­σε τὸ γι­α­ούρ­τι καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε στὰ σκου­πί­δια ποὺ ἦ­ταν πί­σω του. «Πά­ει αὐ­τό. Τί ἄλ­λο;»

       «Αὐ­τὴ ἡ σάλ­τσα μή­λου. Δὲν ἔ­χει λή­ξει ἀ­κό­μη, ἔ­χει ὅ­μως πιά­σει μού­χλα πά­νω-πά­νω», εἶ­πε, δεί­χνον­τας τὸ βά­ζο. Τὸ ἔ­πι­α­σε, τὸ ἔ­ρι­ξε πί­σω του.

       «Ὡ­ραῖ­α, τί ἄλ­λο ἔ­χου­με;» Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ τοῦ δώ­σει ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κρέ­ας τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἔι­μος ἦρ­θε πί­σω του.

       «Κλεῖ­σε τὴν πόρ­τα», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Προ­σπα­θῶ ν’­ἀ­πο­φα­σί­σω τί θὰ φά­ω», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἔι­μος, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα στὸ ρά­φι.

       «Τὸ ψυ­γεῖ­ο βγά­ζει κρύ­ο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Ἔ­χει ἤ­δη πολ­λὴ ψύ­χρα ἐ­δῶ ἔ­ξω», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο μει­δί­α­σε καί, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἔι­μος, ἕ­να χλω­μὸ χέ­ρι ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν πόρ­τα καὶ τὴν ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη. Ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­μει­νε στὸ ρά­φι, πα­ρέ­α μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο ἠ­λε­κτρι­κὸ βου­η­τὸ τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ τὸ μουν­τό, γκρί­ζο ψύ­χος.

       Ὁ Ἔι­μος ἄρ­χι­σε ν’­ἀ­φή­νει μι­κρο­πραγ­μα­τά­κια γιὰ τὴ γυ­ναί­κα, τρό­φι­μα χω­ρὶς πολ­λὰ ὑ­γρὰ – το­στά­κια, μπι­σκό­τα γε­μι­στά, δη­μη­τρια­κὰ σὲ σχῆ­μα δα­χτυ­λι­διοῦ, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φτια­ξε ἕ­να βρα­χι­ό­λι. Μα­σου­λοῦ­σε τὸ σού­ρου­πο, ὥ­σπου ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­πι­σκέ­ψε­ων τοῦ Ἔι­μος. Με­τα­με­σο­νύ­χτι­ες λι­γοῦ­ρες, ἔ­τσι τὸ ἔ­λε­γε, καὶ φώ­να­ζε δι­και­ο­λο­γί­ες στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ ἦ­ταν στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε φω­νά­ζον­τας ὅ­τι θὰ χον­τρύ­νει… καὶ ποι­ός θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ τό­τε;

       Ἦ­ταν ἐν γνώ­σει τους. Ἦ­ταν, ὅ­μως, ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο. Δι­ό­λου πρα­κτι­κό. Δὲν εἶ­χε λο­γι­κὴ τὸ νὰ ἔ­χει σχέ­ση ἕ­νας ἄν­τρας πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νος μὲ μιὰ ἐ­νή­λι­κη τῆς ὁ­ποί­ας οἱ δι­α­στά­σεις ἦ­ταν 7 κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη μὲ τὰ ψί­χου­λα στὰ ρά­φια τοῦ ψυ­γεί­ου φώ­να­ξε τὸν Ἔι­μος νὰ ἔρ­θει. Ποι­ός πε­ρι­μέ­νεις νὰ τὰ κα­θα­ρί­σει αὐ­τά;! Τό­σος θυ­μὸς γιὰ ἕ­να πταῖ­σμα. Ἔ­πα­ψε νὰ παίρ­νει μα­ζί του τὶς τσάν­τες μὲ τὸ κο­λα­τσιὸ στὴ δου­λειά. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε νὰ τοῦ ἀ­φή­νει ση­μει­ώ­μα­τα στὶς τσάν­τες τοῦ κο­λα­τσιοῦ. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς νὰ τοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­λα­τσιό.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, τὸ ψυ­γεῖ­ο τὸ ἄ­νοι­γε μό­νο ἡ γυ­ναί­κα. Ὁ Ἔι­μος ἔ­λει­ψε γιὰ μιὰ μέ­ρα, γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὕ­στε­ρα γιὰ ἕ­ναν μή­να.

       Θλιμ­μέ­νη ὅ­πως ἦ­ταν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­πι­νε μπί­ρα ἤ­δη σερ­βι­ρι­σμέ­νη καὶ  ξε­θυ­μα­σμέ­νο κα­φέ, ποὺ τὰ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει ἐ­κεῖ ἡ γυ­ναί­κα. Τὸ μα­ρού­λι μα­ραι­νό­ταν, ἔ­πει­τα γι­νό­ταν κολ­λῶ­δες, ἔ­πει­τα μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ὑ­γρὴ μαυ­ρί­λα στὸ βά­θος τοῦ ψυ­γεί­ου· τὸ δι­ά­φα­νο πλα­στι­κὸ κου­τὶ τε­ρά­στιο γιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πει­ρά­μα­τα. Ἔ­τρω­γε ἀ­να­πο­φλοί­ω­το ρύ­ζι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πε­τρώ­σει, ἀ­πὸ σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο φα­γη­τὸ σὲ πα­κέ­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κι οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες τὸ ἔ­τρω­γαν. Μοι­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ τα ἄ­θλια ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι – ἀ­π’ αὐ­τὰ πού σου δί­νουν πά­γο καὶ φιλ­τρα­ρι­σμέ­νο νε­ρό, ἐ­φό­σον τὸ ζη­τή­σεις.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο, κοί­τα­ξε μέ­σα, ἔ­κλει­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο, χω­ρὶς νὰ πά­ρει τί­πο­τα. Ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε στὴν πα­γω­νιὰ τοῦ ψυ­γεί­ου μὲ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­πι­ε τὸ ζου­μὶ ἀ­πὸ τὸ δί­χως πί­κλες βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες· τὸ ἔ­βα­λε πί­σω στὴ θέ­ση του. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­τρι­ψε τὸ συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ τὰ φροῦ­τα. Ἡ γυ­ναί­κα πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα.

       Δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν πα­ρου­σί­α τῆς γυ­ναί­κας στὸ ψυ­γεῖ­ο, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε πλέ­ον καὶ πολ­λὰ μέ­ρη γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ. Μιὰ μέ­ρα, ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­νοι­χτή. Λι­γά­κι μό­νο. Τὸ ψύ­χος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα σή­κω­σε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα στὰ ξύ­λι­να πα­τώ­μα­τα, ἔ­ξω καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο. Τὸ φῶς σὰν σκό­νη ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν ἥ­λιο, ἦ­ταν ὅ­μως ἑλ­κυ­στι­κό. Σκέ­φτη­κε νὰ πη­δή­ξει. Σκέ­φτη­κε νὰ γί­νει κα­πνός. Τό­τε, ὅ­μως, ἡ γυ­ναί­κα πρό­σε­ξε τὸ λά­θος της, ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα, πι­ά­νον­τας σχε­δὸν τὰ μαλ­λιὰ τῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς γυ­ναί­κας. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω καὶ γιὰ μέ­ρες δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε κα­νείς.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­ρι­ξε μί­α στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κά­λι μπί­ρα ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Μὲ τὴν πλά­τη κόν­τρα στὸ γυα­λί, γυα­λὶ κρὺo καὶ μὲ στα­γο­νί­δια, ἔ­νι­ω­σε πί­ε­ση στὰ μά­τια, οἱ φλέ­βες στὸν λαι­μό της πε­τά­χτη­καν ἔ­ξω. Στὴν ἐ­τι­κέ­τα, ἕ­νας δρά­κος κα­θό­ταν σὲ μιὰ κού­νια. Ἐ­πι­κίν­δυ­νος, με­λαγ­χο­λι­κὸς ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Τὸν συ­ναι­σθα­νό­ταν. Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μί­α στὸ μπου­κά­λι κι αὐ­τὸ ἔ­πε­σε μ’ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κρό­το. Ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ βγά­λει τὸ κα­πά­κι. Ἦ­ταν πε­ρι­στρε­φό­με­νο. Μὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί της γυρ­νοῦ­σε γύ­ρω-γύ­ρω. Καὶ τό­τε: μιὰ στα­γό­να μπί­ρα. Γκλούπ, γκλούπ, γκλοὺπ βγῆ­κε τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρό. Ἡ γυ­ναί­κα γλί­στρη­σε στὸ ἀ­πο­κά­τω ρά­φι. Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτεῖ· ὁ κα­τα­κλυ­σμὸς μπί­ρας τὴν ἔ­πνι­ξε. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ,τι τὸ μι­κρό της σῶ­μα ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βά­λει φρέ­νο. Πά­λευ­ε καὶ ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­κό­μη. Πνι­γό­ταν. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κι ὕ­στε­ρα σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω. Τὸ ρά­φι στὴν πλά­τη της ἦ­ταν κρύ­ο.

       Ὁ Ἔι­μος ἐ­πέ­στρε­ψε. Δὲν θὰ ξα­να­γί­νει, συμ­βαί­νουν αὐ­τά, ὅ­πως εἶ­πε στοὺς φί­λους του. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε σὲξ μὲ τὴ μέλ­λου­σα πρώ­ην του, ὁ Ἔι­μος σύρ­θη­κε καὶ ἄ­φη­σε πί­σω το ρο­χα­λη­τό της καὶ τὸ κου­λου­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Εἶ­χε σχε­δὸν ξη­με­ρώ­σει κι ἕ­να ἁ­πα­λὸ φῶς ἔμ­παι­νε λί­γο-λί­γο μέ­σα ἀ­πὸ βρό­μι­κα πα­ρά­θυ­ρα. Πῆ­γε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ μη­χα­νὴ γιὰ πά­γο ἔ­βγα­λε τὰ ὁ­μοι­ό­μορ­φα πα­γά­κια της. Δα­χτυ­λι­ὲς λέ­ρω­σαν τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι.

       Τὴ βρῆ­κε μέ­σα, τὸ λι­λι­πού­τει­ο στό­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μπρά­τσα της δυ­ὸ εὔ­θραυ­στες μα­κρό­στε­νες μά­ζες. Τὸ ἀλ­κο­ὸλ κολ­λοῦ­σε καὶ σκέ­πα­ζε τὸ κορ­μί της καὶ τὰ πα­ρα­δι­πλα­νὰ ρά­φια. Τσίμ­πη­σε τὸ μι­κρὸ κορ­μί της μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του καὶ το­πο­θέ­τη­σε μ’ αὐ­τὰ τὸ κε­φά­λι της στὴν ἄ­κρη τοῦ δεί­χτη του. Μὲ τὸ ποὺ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν νε­ρο­χύ­τη, εἶ­δε στὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι τὴ θαμ­πὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση ἀ­πὸ τὶς ξαν­θι­ές της μποῦ­κλες. Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­κού­σει τὸ ρο­χα­λη­τὸ τῆς ὄ­χι-γυ­ναί­κας του ἀ­πὸ τὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­στα­ση ἀ­κου­γό­ταν ἀρ­κε­τὰ πνι­χτό, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πάν­τως ἦ­ταν θο­ρυ­βῶ­δες. Πί­ε­σε τὸ στῆ­θος τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. Πί­ε­σε. Φύ­ση­ξε λί­γο ἄ­ε­ρα μέ­σα στὸ στό­μα της, ὅ­πως θὰ φυ­σοῦ­σε μιὰ βλε­φα­ρί­δα στὸ δά­χτυ­λό του γιὰ νὰ φύ­γει. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Οἱ βλε­φα­ρί­δες της τρε­μό­παι­ξαν. Τὰ χεί­λη της συ­σπά­στη­καν. Ἔ­βη­ξε. Κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρὸ ξε­πή­δη­σε σὰν πί­δα­κας ἀ­πὸ μέ­σα της, ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ γε­μί­σει μιὰ δα­χτυ­λή­θρα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της καὶ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὰ μα­κριά, ἄ­γρια, κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ στοὺς ὤ­μους κι ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε πά­λι τὸ κε­φά­λι. Ὁ Ἔι­μος τὴν το­πο­θέ­τη­σε σὲ μιὰ πιά­στρα κου­ζί­νας, τῆς εἶ­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἕ­να λε­πτό.

       Πῆ­ρε ἕ­να πα­νὶ κου­ζί­νας γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα. Σκού­πι­σε καὶ τὸν πάγ­κο. Ἐ­ξέ­τα­σε ἐ­πι­στα­μέ­νως καὶ τὸ φουρ­νά­κι καὶ τὰ μι­κρο­κύ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε μι­κρο­σκο­πι­κὲς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ. Ἄ­ρα­γε ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νέ­κα­θεν γυ­ναῖ­κες στὶς γω­νί­ες καὶ στὶς ρωγ­μὲς τοῦ κό­σμου καὶ κα­τεύ­θυ­ναν τὴ ζω­ή; Ἦ­ταν σκό­πι­μο νὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­φα­νεῖς; Μὰ αὐ­τὸς τὴν εἶ­χε προ­σέ­ξει. Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε καὶ σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους; Μὲ μιὰ πε­τσέ­τα γιὰ τὰ πιά­τα καὶ μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ σφουγ­γά­ρι ἔ­φτια­ξε ἕ­να κρε­βά­τι γιὰ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα μέ­σα σ’ ἕ­να πλα­στι­κὸ δο­χεῖ­ο ἀ­πο­θή­κευ­σης. Κα­θά­ρι­σε ἀ­πὸ τὶς δα­χτυ­λι­ὲς τὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι στὴν κου­ζί­να μὲ τὸν γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο στὴν προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α στὰ προ­ά­στια.



Πη­γή: Ἰ­στο­σε­λί­δα Bartleby Snopes

http://www.bartlebysnopes.com/stories/domestic-appliance.html?fbclid=IwAR2w49ilS7ouhLgx4yTEMXqVhDZ6LP3sYwPaiI-q9NKaUfaQUsQCW7FHuOI

Τζέ­νι­φερ Φλὶς (Jennifer Fliss) γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δο­κί­μιο καὶ ἔ­χει γιὰ βά­ση της τὸ Σιά­τλ. Δου­λειά της ἔ­χει πα­ρου­σια­στεῖ στὰ PANKThe RumpusThe Citron ReviewNecessary FictionMonkeybicycle καὶ ἀλ­λοῦ. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴ βρεῖ στὸ Twitter, στὸ @JFlissCreative ἀλ­λὰ καὶ στὸν προ­σω­πι­κό της ἱ­στό­το­πο:

 www.jenniferflisscreative.com.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Κα­λὲς ἐ­πο­χές


Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Κα­λὲς ἐ­πο­χές

(Good times)


ΠΟΛΕΜΟΣ δι­ήρ­κε­σε ὀ­χτὼ ἡ­μέ­ρες· νί­κη­σαν. Ἡ μό­νη ἀ­πώ­λεια ἦ­ταν ὁ σκύ­λος του. Πράγ­μα γε­λοῖ­ο. Σὲ μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε μιὰ γε­λοι­ο­γρα­φί­α. Μιὰ ἄλ­λη τὸν κά­λε­σε ζη­τών­τας του νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρή­σει συ­νέν­τευ­ξη. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Ἐ­κεῖ­νοι εἶ­παν: «Ὄ­χι» – ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν, θέ­λον­τας νὰ μά­θουν πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ τὸν σκύ­λο του ἢ γιὰ τὸ πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸν πό­νο του. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν θὰ τὸν πλή­ρω­ναν. Τοῦ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ σκε­φτοῦν πρῶ­τα. Αὐ­τὴ ἦ­ταν κι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε νέ­α τους.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow): Γαλανή



Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow)


Γα­λα­νή

(Blue)


ΟΥ ΛΕΕΙ πὼς ὀ­νο­μά­ζε­ται Γα­λα­νή, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα, καί, μο­λο­νό­τι πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σες κα­νέ­ναν ποὺ νὰ τοῦ ἔ­δω­σαν χρῶ­μα γιὰ ὄ­νο­μα, δὲν ἀ­πο­ρεῖς, δι­ό­τι στὸ χα­μό­γε­λό της βλέ­πεις ὄν­τως κά­τι τὸ βα­θυ­γά­λα­νο, τὸ με­λαγ­χο­λι­κό.

       «Πᾶ­με γιὰ μπό­ου­λινγκ», λέ­ει. «Ξέ­ρω ἕ­να μέ­ρος ποὺ ἔ­χει δι­ά­δρο­μο μὲ κάγ­κε­λα καὶ ἡ μπά­λα δὲν μπο­ρεῖ νὰ βγεῖ.»

       Ἀ­μέ­σως σκέ­φτε­σαι: «Μὰ κα­λά, αὐ­τὰ τὰ κάγ­κε­λα δὲν εἶ­ναι γιὰ παι­διά;». Ἀλ­λὰ τό­τε συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι, κάγ­κε­λα-ξε­κάγ­κε­λα, ὅ­ταν κά­ποι­ος εἶ­ναι τό­σο ἀ­μή­χα­νος ὅ­σο ἐ­σὺ τώ­ρα, κα­λύ­τε­ρα νὰ γνέ­ψει κα­τα­φα­τι­κὰ καὶ νὰ πεῖ κι εὐ­χα­ρι­στῶ.

       Στὸν δρό­μο γιὰ τὴν αἴ­θου­σα μπό­ου­λινγκ, λέ­ει: «Ὁ γιός μου τρε­λαί­νε­ται γιὰ μπό­ου­λινγκ.»

       Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ νὰ τὴ ρω­τή­σεις για­τί πά­ει γιὰ μπό­ου­λινγκ μ’ ἕ­ναν ἄ­γνω­στο καὶ χω­ρὶς τὸν γιό της. Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ νὰ τὴ ρω­τή­σεις ποῦ εἶ­ναι ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ. Δὲν σοῦ περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ πό­σο θὰ μπλέ­ξει σὲ λί­γο ἡ κα­τά­στα­ση.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Narrative

(https://www.narrativemagazine.com/node/81331).

Ὁ Γι­ού­βι Ζάλ­κοβ (Yuvi Zalkow) γεν­νή­θη­κε στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­τλάν­τα. Ἔ­γρα­ψε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἕ­να λαμ­πρὸ μυ­θι­στό­ρη­μα στὰ σκα­ριὰ (A Bril­liant No­vel in the Works). Τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μά του «Γα­λα­νή» («Blue») πε­ρι­ε­λή­φθη στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ ἐ­ρω­τι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος τῆς δι­α­δι­κτυα­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Narrative.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (IntroBooks, 2007) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012), ποὺ τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος τοῦ ἠ­λε­κτρο­νι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, ἔ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο τῶν κό­μικς Τὸ πτῶ­μα (Jemma Press, 2011) καὶ Γρὰ-Γρού (Ἴ­κα­ρος, 2017), τὰ ὁ­ποῖ­α εἰ­κο­νο­γρά­φη­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου. Τὸ Γρὰ-Γρού τι­μή­θη­κε μὲ τὰ βρα­βεῖ­α Κα­λύ­τε­ρου Κό­μικς καὶ Σε­να­ρί­ου στὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ Βρα­βεῖ­α Κό­μικς. Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἐ­πα­νέκ­δο­ση τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­φη­γη­μά­των τοῦ Ἀ­θα­νά­σιου Θ. Γκρά­βα­λη μὲ τί­τλο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930, ἐ­πα­νέκ­δο­ση: Νε­φέ­λη, 2019) καὶ με­τέ­φρα­σε Τομ­πά­ι­ας Γούλφ, Φλά­νε­ρι Ὁ’ Κό­νορ, Μπρὶς Ντ’ Τζ. Πάν­κε­ϊκ, Οὐά­λλας Στέγ­κνερ καὶ Οὐ­ίλ­λιαμ Φῶ­κνερ. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Τὸ παι­δί (Νε­φέ­λη, 2019). Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον–Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φιέ­ρώ­ματα στὸν Ἄμπρουζ Μπήρς καὶ τὸν Λοὺ Μπίτς κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.



		

	

Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew): Ὁ ἀλιγάτορας



Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew)


­λι­γά­το­ρας

(Alligator)


Ο ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ βλέ­πω μό­λις ἀ­νε­βά­ζω τὸ στό­ρι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου εἶ­ναι τὸ δα­κτυ­λι­κὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς γυ­ναί­κας μου πά­νω στὸ τζά­μι. Τὸ πρῶ­το, ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴν πι­σί­να.

       Ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο καὶ πιά­νω τὸ κι­νη­τό, Google «δι­α­φο­ρὰ κρο­κό­δει­λος ἀ­λι­γά­το­ρας». Εἶ­χα πά­ψει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ γραμ­μα­τι­κὴ στὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις μου ἐ­δῶ καὶ χρό­νια. Ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο, κι ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὸ ἴ­διο καὶ στὴν προ­φο­ρι­κή μου ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Αὐ­τὸ λί­γο πρὶν μὲ πα­ρα­τή­σει ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­λε­γα ἂς ποῦ­με «δῶ­σε ἁ­λά­τι» ἢ «κλει­διὰ ποῦ». Τὸ μι­σοῦ­σε αὐ­τό, τῆς ἔ­λε­γα λοι­πὸν «χρό­νος χρῆ­μα». Ὄ­χι, ἔ­λε­γε, δου­λειὰ χρῆ­μα.

       Τε­λι­κὰ χά­θη­καν οἱ λέ­ξεις ἀ­νά­με­σά μας. Μιὰ μέ­ρα χά­θη­κε καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ λέ­ξη ἀν­τί­ο.

       Νὰ πῶς μπο­ρεῖς νὰ ξε­χω­ρί­σεις ἕ­να ἀ­λι­γά­το­ρα:

       1) Τὸ ρύγ­χος του εἶ­ναι πλα­τὺ καὶ στρογ­γυ­λε­μέ­νο.

       2) Εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ κρύ­βει τὰ δόν­τια του.

       3) Εἶ­ναι γρή­γο­ρος. Πο­λὺ πιὸ γρή­γο­ρος ἀ­πὸ ἕ­ναν κρο­κό­δει­λο.


Ἡ γυ­ναί­κα μου εἶ­χε νη­κτι­κὴ μεμ­βρά­νη στὰ πό­δια της. Συ­νή­θι­ζα νὰ τὶς φι­λά­ω τὰ δά­χτυ­λα καὶ νὰ παί­ζω μὲ αὐ­τὰ τὸ «πά­ει ὁ λα­γὸς νὰ πι­εῖ νε­ρό». Τῆς ἔ­λε­γα πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ λό­γος ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε τό­σο γρή­γο­ρα. Τό­τε μὲ κοί­τα­ζε μὲ κεῖ­νο τὸ ὕ­φος σὰν νὰ μοῦ ἔ­λε­γε: πα­ρό­λα αὐ­τὰ δυ­ὸ ὧ­ρες προ­πό­νη­ση τὴν ἡ­μέ­ρα δὲν βλά­πτουν.

       Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου καὶ κοι­τά­ζω ἔ­ξω.

       Πῶς θὰ χει­ρί­ζον­ταν τὴν κα­τά­στα­ση συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι; Ἕ­να φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ ζευ­γά­ρι; Τί θὰ ἔ­κα­ναν ἂν ἔ­βρι­σκαν ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴ πι­σί­να; Πι­θα­νὸν νὰ ἔ­πι­α­νε πα­νι­κὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ζευ­γά­ρι. Ἀ­γά­πη, θὰ ἔ­λε­γε ὁ ἄν­δρας. Ἔ­λα νὰ δεῖς κά­τι. Ἔ­πει­τα θὰ κοι­τα­ζόν­του­σαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. Ἡ γυ­ναί­κα θὰ ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιο τοῦ παι­διοῦ τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­δρας θὰ κα­λοῦ­σε τὸ 112. Θὰ εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς ἀρ­χές. Ἕ­να ἄρ­θρο στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα. Πι­θα­νὸν θὰ ὀρ­γά­νω­ναν μιὰ ἔ­κτα­κτη συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς γεί­το­νες.

       Ἐ­γώ; Κα­τε­βαί­νω κά­τω στὴν κου­ζί­να καὶ παίρ­νω ἕ­να μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ μα­χαι­ρο­θή­κη. Μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο στὰ χέ­ρια τσε­κά­ρω τὰ μη­νύ­μα­τά μου (κα­νέ­να) καὶ ἐ­νερ­γο­ποι­ῶ τὸ βίν­τε­ο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρή­σω στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Ἄν­δρας πα­λεύ­ει μὲ ἀ­λι­γά­το­ρα, μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στῶν. Θὰ γί­νω ἀ­στέ­ρι στὸ YouTube. Ἕ­να φαι­νό­με­νο τοῦ Twitter. Ὁ κό­σμος θὰ περ­νά­ει δί­πλα μου στὸ δρό­μο καὶ θὰ λέ­ει: εἶ­ναι ὁ Κρο­κο­δει­λά­κιας! Ὄχι ἕ­να μα­χαί­ρι, ἕνα μα­χαί­ρι!

       Πα­τά­ω «ἐγ­γρα­φή» καὶ πλη­σιά­ζω στὴν πι­σί­να. Στέ­κο­μαι στὴν ἄ­κρη της καὶ κοι­τά­ζω προ­σε­χτι­κά. Ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Δὲν κι­νεῖ­ται. Πε­ρι­μέ­νω νὰ δῶ τὰ μά­τια του νὰ λάμ­πουν κε­χριμ­πα­ρέ­νια ἢ πρά­σι­να, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ φω­τι­στι­κὰ ἀ­σφα­λεί­ας πέ­φτει πά­νω τους, τὰ μά­τια καῖ­νε μὲ ἕ­να βα­θυ­κόκ­κι­νο χρῶ­μα, σὰν αἷ­μα.

       Εἶ­χα ἀ­δειά­σει τὴν πι­σί­να τὴν ἴ­δια μέ­ρα ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὸ χῶ­μα.

       Κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τῆς πι­σί­νας καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὸ τη­λέ­φω­νο σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φίλ­τρα νε­ροῦ . Τρα­βά­ω τὸ μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη μου, πλη­σιά­ζω τὸν ἀ­λι­γά­το­ρα μὲ πλά­για βή­μα­τα, σὰν τὸν κά­βου­ρα.

       Ἡ πι­σί­να ἔ­χει τέ­τοι­α κλί­ση ποὺ τὸ ἕ­να της ἄ­κρο εἶ­ναι πέν­τε πό­δια βα­θὺ καὶ τὸ ἄλ­λο ὀ­κτώ. Κα­θὼς κι­νοῦ­μαι δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα τὸ στο­μά­χι του τεν­τώ­νε­ται πρὸς τὰ πά­νω καὶ κά­τι κυ­λά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να μι­κρὸ ἄ­σπρο αὐ­γό. Τέ­λεια. Ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­που πε­νήν­τα ἀ­πὸ δαῦ­τα σω­ρευ­μέ­να σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς πι­σί­νας.

       Γο­να­τί­ζω δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὴν πα­λά­μη μου πά­νω στὴ λευ­κὴ κοι­λιά του. Τὸ δέρ­μα εἶ­ναι μα­λα­κὸ καὶ κρα­τών­τας τὸ χέ­ρι μου ἐ­κεῖ με­τρῶ τὸν ἀρ­γὸ παλ­μὸ τῆς καρ­διᾶς του. Κα­θὼς οἱ μῦς του τεν­τώ­νον­ται ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας μι­σο­κλεί­νει τὰ μά­τια κι ἕ­να δά­κρυ κά­νει ζὶγκ-ζὰγκ στὰ μά­γου­λά του.

       Καὶ τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ κλαί­ω. Μὲ λυγ­μούς. Πα­ρὰ τὴν θέ­λη­σή μου. Ἀ­δύ­να­τον νὰ στα­μα­τή­σω. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἀ­γα­ποῦ­σε σὲ μέ­να. Τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α μου. Ὅ­μως ἔ­λε­γε κι ἄλ­λα πολ­λὰ πρὶν φύ­γει.

       Ἔ­κλαι­γα στὶς ρο­μαν­τι­κὲς ται­νί­ες. Στοὺς γά­μους. Ὅ­ταν ἔ­παι­ζε στὸ ρα­δι­ό­φω­νο τὸ The Winner Takes It All, ἢ τὴν δι­α­φή­μι­ση τῆς μπύ­ρας Budweiser Super Bowl – αὐ­τὴ μὲ συγ­κι­νοῦ­σε κά­θε φο­ρά. Ἐ­κεί­νη μὲ τὸν ἄν­δρα καὶ τὸ ἄ­λο­γό του. Ἡ συν­τρο­φι­κό­τη­τα.

       Γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νὴς ἔ­χω νὰ κλά­ψω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου, δὲν ἔ­κλα­ψα οὔ­τε ὅ­ταν εἶ­δα τὸ Κρά­μερ ἐ­ναν­τί­ον Κρά­μερ – αὐ­τὸ κι ἂν ἦ­ταν γιὰ κλά­μα.

       Ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα κοι­τά­ζω τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό. Ἔ­χω ἁ­πλω­μέ­νο τὸ ἕ­να μου χέ­ρι καὶ σκέ­φτο­μαι ἐ­κεί­νη. Πῶς βου­τοῦ­σε στὴν πι­σί­να, τὴν σκιὰ της κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, νὰ κο­λυμ­πά­ει μιά, δυ­ό, τρεῖς ἁ­πλω­τές.

       Πῶς κα­θό­μουν μπρὸς ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου μας μὲ ἕ­να πα­κέ­το Μάρ­λμπο­ρο πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν κα­πνὸ νὰ δι­α­λύ­ε­ται στὸ ψυ­χρό, γκρί­ζο δει­λι­νό.

       Πῶς πε­ρί­με­να τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ μὲ τὰ χέ­ρια σὲ ἔ­κτα­ση, τὸ κε­φά­λι ριγ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω κι ἀ­νοι­χτὸ στό­μα, σὰν νὰ κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ γα­μη­μέ­νο κό­σμο.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly (12.11.2018):

http://www.smokelong.com/alligator/

Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M Drew) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως τὰ Third Point Press, Literary Orphans καὶ New Flash Fiction Review. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στοὺς δι­α­γω­νι­σμούς: Bath Flash Fiction καὶ Reflex Fiction καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Best Small Fictions τὸ 2017 καὶ τὸ 2018. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς στὸ FlashBack Fiction. Μπο­ρεῖς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μὲ τὸν Chris στὸ Twitter @cmdrew81.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.