Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα

(The smallest snowstorm on record)


Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα συ­νέ­βη μιὰ ὥ­ρα πρὶν στὴν αὐ­λή μου. Ἦ­ταν δύ­ο μό­λις νι­φά­δες. Πε­ρί­με­να νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, ὅ­μως αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ θύ­ελ­λα ἦ­ταν δύ­ο μό­νο νι­φά­δες.

       Ἔ­πε­σαν ἀ­π’ τὸν οὐ­ρα­νὸ μ’ ἕ­να στὶλ πού ’­φερ­νε στὸν νοῦ τὶς σπιρ­τό­ζι­κες γκά­φες τοῦ Χον­τροῦ καὶ τοῦ Λι­γνοῦ καί, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, οἱ δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες τοὺς ἔ­μοια­ζαν. Ἦ­ταν λὲς κι ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνὸς εἶ­χαν με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ χι­ο­νο­νι­φά­δες καὶ πρω­τα­γω­νι­στοῦ­σαν στὴ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου.

       Οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἔ­πε­φταν μὲ τὸ πά­σο τους, μὲ τοῦρ­τες στὸ πρό­σω­πο, ἀ­γω­νι­ώ­δεις προ­σπά­θει­ες νὰ βγά­λουν γέ­λιο καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοὺς τὴ στε­ρή­σει, ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἦ­ταν μα­θη­μέ­νος σὲ με­γα­λύ­τε­ρες χι­ο­νο­θύ­ελ­λες, ἑ­ξήν­τα πόν­τους καὶ πά­νω, καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε πο­λὺ εὔ­κο­λα νὰ δυ­σα­να­σχε­τή­σει βλέ­πον­τας μιὰ θύ­ελ­λα μὲ δύ­ο νι­φά­δες.

       Ἀ­φοῦ προ­σγει­ώ­θη­καν κω­μι­κὰ πά­νω στὸ χι­ό­νι πού ’­χε μεί­νει στρω­μέ­νο ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χι­ο­νο­πτώ­σεις ἐ­τοῦ­το τὸν χει­μώ­να, πε­ρί­με­να λι­γά­κι μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ δῶ ἂν θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, κι ὕ­στε­ρα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἦ­ταν ἀ­πὸ μό­νες τους θύ­ελ­λα σω­στή, ὅ­πως ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνός.

       Βγῆ­κα ἔ­ξω κι ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ τὶς βρῶ. Θαύ­μα­σα τὸ θάρ­ρος τους νὰ μεί­νουν ἴ­δι­ες πα­ρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνα νὰ τὶς βρῶ, σκαρ­φι­ζό­μουν τρό­πους νὰ τὶς βά­λω στὴν κα­τά­ψυ­ξη, νὰ νι­ώ­σουν ἄ­νε­τα καὶ νὰ δε­χτοῦν τὴν προ­σο­χή, τὸν θαυ­μα­σμὸ καὶ τὶς τι­μὲς ποὺ τοὺς ἄ­ξι­ζαν γιὰ τὴν τό­ση ὀ­μορ­φιά τους.

       Ἔ­χε­τε πο­τὲ ἐ­πι­χει­ρή­σει νὰ βρεῖ­τε δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο το­πίο σκε­πα­σμέ­νο γιὰ μῆ­νες ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι;

       Πῆ­γα στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­σγεί­ω­σης. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σα δύ­ο χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­ναν κό­σμο δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὶς πα­τή­σει, κι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὴ ἰ­δέ­α.

       Μοῦ πῆ­ρε λί­γη μό­νο ὥ­ρα νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τὴ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λου αὐ­τοῦ. Ἡ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ πάν­τα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν ξε­χω­ρί­σω.

       Μοῦ δί­νει χα­ρὰ ἡ σκέ­ψη πὼς ἴ­σως τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο θάρ­ρος τῶν δύ­ο αὐ­τῶν νι­φά­δων ἔ­χει βρεῖ τρό­πο νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει σ’ ἕ­ναν κό­σμο στὸν ὁ­ποῖ­ο τέ­τοι­α πράγ­μα­τα δὲν ἐ­κτι­μῶν­ται πάν­τα.

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, κι ἄ­φη­σα τὸν Χον­τρὸ καὶ τὸν Λι­γνὸ χα­μέ­νους στὸ χι­ό­νι.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κόλπα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 10/11)


Κόλ­πα

(Tricks)*


ΛΙΜΠΕΡΤΙ δὲν τὸ γού­στα­ρε γε­νι­κῶς τὸ Χά­λο­ου­ιν. Ἡ νύ­χτα μᾶς ἔ­κα­νε μά­ται­α νὰ ἐλ­πί­ζου­με πὼς μό­λις κά­ποι­ος ξέ­νος μᾶς χτυ­πή­σει καὶ μᾶς φω­νά­ξει στὴν πόρ­τα, οἱ πιὸ φρι­κτοὶ φό­βοι μας θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν καὶ θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν φαν­τά­σμα­τα, νυ­χτε­ρί­δες, βα­δί­ζον­τα πτώ­μα­τα καὶ τ’ ἀ­κέ­φα­λα σκυ­λιὰ τῆς κο­λά­σε­ως.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ νη­σὶ στὰ ἀ­νοι­χτὰ τῆς Φλό­ριν­τας, ἡ Λίμ­περ­τι δι­έ­σχι­ζε τοὺς δρό­μους καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε τρί­α παι­διά, τὸν Τέν­τι, τὴ Λίν­τι καὶ τὴν Ἰ­βὸν σ’ ἕ­να μι­κρό, σκο­τει­νὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο, ὅ­που ὁ Νί­κι, ὁ τέ­ταρ­τος τῆς πα­ρέ­ας, ζοῦ­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς του στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν Oh. Ὁ Κλέμ, ὁ με­γά­λος, ἄ­σπρος σκύ­λος τῆς Λίμ­περ­τι, ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ πί­σω με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος μὲ μιὰ μαύ­ρη μά­σκα. Ὁ Τέν­τι ἦ­ταν για­τρός, ἡ Λίν­τι ἦ­ταν ρό­δο, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη φού­στα μπα­λέ­του καὶ ψη­λές, πρά­σι­νες κάλ­τσες. Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν πά­πια.

       Συ­νάν­τη­σαν ἕ­να μα­γα­ζὶ μ’ ἀ­θλη­τι­κά. Μιὰ ἐ­πι­γρα­φὴ στὸ μα­γα­ζὶ ἔ­λε­γε: Ναί! Δι­α­θέ­του­με μα­γιὸ μα­στε­κτο­μῆς! Ἡ Λίμ­περ­τι χτύ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν. Πί­σω ἀ­π’ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν ἕ­νας φοῦρ­νος καὶ μιὰ ἰν­δι­ά­νι­κη σκη­νή. Ὁ Ρό­τζερ καὶ ἡ Ρό­ζι, οἱ γο­νεῖς τοῦ Νί­κι, δὲν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει νὰ ψή­σουν τί­πο­τα στὸν φοῦρ­νο τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μή­να, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἕ­να ζευ­γά­ρι κα­κα­τού­α εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει νὰ φω­λιά­σει ἐ­κεῖ. Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει καὶ βρῆ­κε τὴ Ρό­ζι κα­θι­σμέ­νη ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸ πά­τω­μα. Τὰ μά­τια τῆς Ρό­ζι προ­ε­ξεῖ­χαν, ἡ γλώσ­σα της κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ στό­μα κι οἱ τέ­νον­τες τοῦ λαι­μοῦ εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω. Μό­λις εἶ­δε τὰ παι­διά, χα­λά­ρω­σε τοὺς μῦς τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­λυ­σε καὶ ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί της κι ἦλ­θε χο­ρο­πη­δών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Θύ­μι­σε στὴ Λίμ­περ­τι ἰρ­λαν­δι­κὸ σέ­τερ χω­ρὶς κα­θό­λου μυα­λό.

       «Ὤ», εἶ­πε. «Νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα! Ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­θη­κα! Καὶ μα­ζὶ χα­λά­ρω­σα.»

       «Τί εἶ­ν’ αὐ­τό;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι. Ἄγ­γι­ξε μιὰ κον­κάρ­δα στὴν μπλού­ζα τῆς Ρό­ζι. Ἡ κον­κάρ­δα εἶ­χε πά­νω τὴ φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς ἄν­τρα.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «εἶ­ναι ὁ Δα­λά­ι Λά­μα. Τὸν συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Φο­ροῦ­σε κο­κά­λι­να γυα­λιά, κι ἕ­να μι­κρὸ σῆ­μα στὸ ἔν­δυ­μά του ἀ­κρι­βῶς σὰν καὶ τοῦ­το ἀ­πει­κό­νι­ζε τὸν ἴ­διο, τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Ὅ­ταν τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πνεῦ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ σὰν μι­κρὰ βέ­λη. Πό­θη­σα πο­λὺ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἦ­ταν τέ­λει­ο!» Ἡ Ρό­ζι πέ­ρα­σε τὰ χέ­ρια της μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς μποῦ­κλες τῶν κα­στα­νο­κόκ­κι­νων μαλ­λι­ῶν της. Χα­μο­γέ­λα­σε στὰ παι­διά. «Ἔ­παιρ­να ναρ­κω­τι­κά, ὅ­μως συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κα­θα­ρί­σω. Ἦ­ταν τέ­λει­ο ποὺ κα­θά­ρι­σα, θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ σᾶς πῶ. Ὕ­στε­ρα γνώ­ρι­σα τὸν μπαμ­πα-Ρό­τζερ κι ἦ­ταν κι αὐ­τὸ τέ­λει­ο. Θέ­λω νὰ πῶ, εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­νοι­χτῆ τώ­ρα πιά.»

       «Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος ὁ Νί­κι;», ρώ­τη­σε ἡ Λίμ­περ­τι. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν γε­μά­το γλά­στρες καὶ γα­βά­θες καὶ κοῦ­πες καὶ βά­ζα. Στὴ γω­νί­α ἦ­ταν μιὰ μα­γει­ρι­κὴ ἑ­στί­α καὶ πά­νω της ἦ­ταν ἕ­να κου­τὶ Corn Flakes.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «ναί. Εἶ­ναι πα­νέ­τοι­μος. Ἔ­χει τὴν πιὸ ὡ­ραί­α στο­λὴ ἀπ’ ­ὅ­λες ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει. Δὲν θέ­λει νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή. Παι­διά, για­τί δὲν πᾶ­τε ἐ­σεῖς νὰ τὸν φέ­ρε­τε ἀ­π’ τὴ σκη­νή;»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω, βά­ζον­τας μιὰ φω­νή.

       Ἕ­να χα­μό­γε­λο φώ­τι­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς Ρό­ζι κα­θὼς κοι­τοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­σαι χρι­στια­νή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Εἶ­μαι σί­γου­ρη, θέ­λω νὰ πῶ, τὸ φαν­τά­ζο­μαι.»

       «Πι­στεύ­ω στὴν ἐ­νο­χὴ καὶ στὸν πό­θο», πα­ρα­δέ­χτη­κε ἡ Λίμ­περ­τι. «Στὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καὶ τὴ δια­ρκῆ συν­τρι­βή. Τὸν κύ­κλο καὶ τὴ σπεί­ρα.» Οἱ λέ­ξεις γέ­μι­σαν εὐ­χά­ρι­στα τὸ δω­μά­τιο ὣς ἐ­πά­νω, σὰν λί­θοι.

       «Ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν θὰ μ’ εἶ­χε σώ­σει πο­τὲ ἀ­π’ τὰ ναρ­κω­τι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι νε­κρός.» Ἡ Ρό­ζι στο­χά­στη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ λυ­πη­μέ­νη.

       Τὰ παι­διὰ ἐ­πέ­στρε­ψαν μα­ζὶ μὲ τὸν Νί­κι. Τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι ἦ­ταν ντυ­μέ­νο τὸ μι­σὸ ἄν­τρας καὶ τὸ μι­σὸ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ γρα­βά­τα ἦ­ταν ραμ­μέ­νη σὲ μι­σὴ μπλού­ζα πλι­σέ, μι­σὴ φού­στα σ’ ἕ­να μο­νὸ μπα­τζά­κι. Στὸ μι­σό του πρό­σω­πο ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νη μιὰ γε­νειά­δα κι ἕ­να πυ­κνὸ φρύ­δι. Στὸ μι­σό του στό­μα φο­ροῦ­σε κρα­γιὸν κι ἕ­να σκου­λα­ρί­κι μὲ στρὰς κρε­μό­ταν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί του.

       «Τί ἔ­χει ντυ­θεῖ;», ρώ­τη­σε ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ἡ Ἰ­βὸν τὴ Ρό­ζι.

       «Εἶ­ναι», εἶ­πε πε­ρή­φα­νη ἡ Ρό­ζι, «ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, σὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, τῆς ἀρ­χῆς τῆς ὁ­λό­τη­τας.»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε μιὰ με­γά­λη γα­λά­ζια τσι­χλό­φου­σκα καὶ τὴ μά­ζε­ψε πά­λι πί­σω στὸ στό­μα της.

       «Δὲν εἶ­ναι γλυ­κού­λης;», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸν Νί­κι. «Ὁ Νί­κι τ’ ἀ­γό­ρι μου κι ὁ μπαμ­πα-Ρό­τζερ εἶ­ναι κι οἱ δυ­ὸ τό­σο γλυ­κὰ ἀν­θρω­πά­κια!» Ἔ­βα­λε ἀ­πὸ μιὰ πι­τσι­λω­τὴ μπα­νά­να στὴν τσάν­τα κα­θε­νὸς ἀ­π’ τὰ παι­διά. «Κα­λὰ νὰ πε­ρά­σε­τε», εἶ­πε στὰ παι­διά. Τὰ παι­διὰ κοίτα­ξαν τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ μπῆ­κε κά­τω-κά­τω στὶς τσάν­τες τους. Προ­η­γου­μέ­νως, οἱ τσάν­τες τους ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἄ­δει­ες. Τώ­ρα κά­θε τσάν­τα εἶ­χε μέ­σα κι ἀ­πὸ μιὰ μπα­νά­να.

       Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ ἄ­φη­σε πί­σω της τὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­λιοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ κέν­τρου καὶ μπῆ­κε σὲ μιὰ γει­το­νιὰ ποὺ ἡ Λίμ­περ­τι τὴ γνώ­ρι­ζε κα­λά. Στὸν ἀ­πέ­ραν­το οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὸν κόλ­πο τῆς Φλό­ριν­τας φά­νη­κε ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­στέ­ρι. Ἡ Λίν­τι βα­στοῦ­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τῆς Λίμ­περ­τι κι ὁ Νί­κι τὸ δε­ξί. Στὸ μπρά­τσο της ἡ Λίν­τι εἶ­χε μιὰ με­γά­λη μὼβ με­λα­νιά. Ἡ Λίν­τι τραυ­μα­τι­ζό­ταν συ­χνά, σπά­νια ὅ­μως πο­νοῦ­σε ἢ ἔ­δει­χνε νά ’­χει κά­τι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Μιὰ φο­ρά, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας γιὰ ν’ ἁρ­πά­ξει ἕ­να βά­ζο φι­στι­κο­βού­τυ­ρο ἀ­πὸ τὸ ντου­λα­πά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, ἔ­πε­σε μ’ ἀ­νοι­χτά τα πό­δια στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τοῦ ντου­λα­πιοῦ ἀ­πὸ κά­τω της. Ὁ κόλ­πος της μά­τω­σε. Τὸ μα­γιὸ Wonder Woman ἔ­γι­νε κα­τα­κόκ­κι­νο. Ἡ Λίμ­περ­τι τὴν πῆ­γε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ὅ­που κρί­θη­κε ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ πε­ρά­σει τὴ νύ­χτα. Ἡ Λίν­τι οὔ­τε ποὺ ἔ­κλα­ψε.

       Τὸ χέ­ρι τοῦ Νί­κι, τὸ χέ­ρι ποὺ μ’ αὐ­τὸ βα­στοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γάν­τι ἀ­πὸ μο­σχα­ρί­σιο δέρ­μα. Στ’ ἀ­νοι­χτά του Κόλ­που, κά­τι πλού­σιοι σ’ ἕ­να κό­τε­ρο ἔ­τρω­γαν κρέ­ας ἀ­πὸ ἀ­γέν­νη­το μο­σχα­ρά­κι. Ρό­δα ἄν­θι­ζαν σὲ τε­φρο­δό­χους. Τὰ μπρούν­τζι­να κομ­μά­τια τους ἄ­στρα­φταν.

       Τὸ πε­ρα­σμέ­νο Χά­λο­ου­ιν, στὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ χώ­ρα, ἕ­νας ὁ­δη­γὸς αὐ­το­κι­νή­του ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­να ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νο, γδαρ­μέ­νο κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο πτῶ­μα πα­ρα­τη­μέ­νο στὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος Land-O-Sleep. Τὸ θέ­α­μα ἦ­ταν ἀ­η­δι­α­στι­κό. Ὁ ἀν­τα­πο­κρι­τὴς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξέ­ρα­σε. Ἀρ­χι­κὰ βγῆ­κε πρὸς τὰ ἔ­ξω ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν φό­νο ποὺ τὸν ε­ἶ­χε δι­α­πρά­ξει θρη­σκευ­τι­κὴ αἵ­ρε­ση. Ἀ­κο­λού­θη­σαν ὑ­πό­νοι­ες ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἡ κα­τά­λη­ξη ἑ­νὸς ἄ­γριου κα­βγὰ με­τα­ξὺ ἐ­ρα­στῶν. Τὸ τρί­το ποὺ ἀ­κού­στη­κε ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μιὰ πλευ­ρὰ ἑ­νὸς μο­σχα­ριοῦ πού ’­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴν ξε­κλεί­δω­τη πόρ­τα ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ μὲ κρέ­α­τα. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ξε­χα­στεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὶς συ­νή­θεις τους ἔ­γνοι­ες, νὰ μὴν ἀ­με­λή­σουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες μὲ τὸ πλα­τυ­κέ­ριο καὶ νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν σὲ χαρ­το­φυ­λά­κια ποι­κί­λης σύν­θε­σης.

       «Οἱ γο­νεῖς μου πῆ­γαν σ’ ἕ­να πάρ­τι χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε ὁ Νί­κι, «καὶ μοῦ ’­παν ὅ­τι μέ­σα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἕ­να φέ­ρε­τρο καὶ τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν γε­μά­το Big Macs.»

       Ἦ­ταν ζε­στὴ βρα­διά. Ἀ­κού­γον­ταν τὰ νε­ρὰ τοῦ Κόλ­που πού ’­γλει­φαν τὴν ἀμ­μου­διά. Τ’ ἁ­μά­ξια σέρ­νον­ταν με­τα­φέ­ρον­τας μι­κρά, ἀ­πο­τρό­παι­α ὄν­τα. Ἡ Λίμ­περ­τι καὶ τὰ παι­διὰ πλη­σί­α­σαν πρῶ­τα στὸ σπί­τι τοῦ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χη. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης εἶ­χε στὴν κα­το­χή του ἕ­να μπα­ζού­κα καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ κα­θοί­κια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι μιὰ πα­λιὰ ἐ­πι­τύμ­βια στή­λη ποὺ πα­τοῦ­σε πά­νω σὲ δυ­ὸ τσι­μεν­τό­λι­θους. Ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη, ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­π’ τὶς και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες κι ἔ­φε­ρε ἕ­να χα­ρα­κτι­κὸ μ’ ἕ­ναν ἄγ­γε­λο. Οἱ χρο­νο­λο­γί­ες ἦ­ταν: 1797-1798. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ποὺ στὸ σπί­τι του βρι­σκό­ταν ἡ πλά­κα, σκε­πα­σμέ­νη μ’ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να τα­σά­κια, ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος βα­ρύς, χλεμ­πο­νιά­ρης, ἕ­νας χῆ­ρος μὲ μαῦ­ρα μπιμ­πί­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Ἔ­δω­σε στὸ κά­θε παι­δὶ ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γλει­φι­τζού­ρι, σὰν κι αὐ­τὰ πού ’­βρι­σκε κα­νεὶς στὶς τρά­πε­ζες.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­πε­σαν τυ­χαῖ­α ἐ­πά­νω στὶς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ὲς στὸ γρα­σί­δι τοῦ γει­το­νι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κου­γό­ταν ὁ Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ νὰ τρα­γου­δᾶ τὸ «Heartbreak Hotel». Ἡ Λίμ­περ­τι στά­θη­κε καὶ χά­ζευ­ε τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει καὶ τὰ παι­διὰ στὰ σκα­λιὰ ὅ­λο χά­χα­να καὶ κού­νη­μα. Ἕ­να πε­λώ­ριο ἀ­να­το­λί­τι­κο χα­λὶ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ συ­νέ­χι­ζε στὸν ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἀ­κουμ­πι­σμέ­νοι πά­νω του ἦ­ταν δυ­ὸ με­γά­λοι γα­λά­ζιοι ἀρ­κοῦ­δοι. Καρ­φι­τσω­μέ­νη στὸ μέ­σο του χα­λιοῦ ἦ­ταν μιὰ τε­ρά­στια με­γε­θυ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸν Βα­σι­λιὰ —μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, τὰ μά­τια μὲ τὶς χον­τρὲς βλε­φα­ρί­δες, τὸ κω­μι­κὰ σα­δι­στι­κὸ βλέμ­μα— νὰ ὑ­πο­γρά­φει στὸ χέ­ρι μιᾶς ξαν­θιᾶς, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νης κο­πέ­λας μὲ που­λό­βερ ἀ­πὸ μαλ­λὶ ἀν­κο­ρὰ καὶ φού­στα μὲ πι­έ­τες. Μιὰ πα­χιὰ γυ­ναί­κα μὲ πυ­κνὲς μποῦ­κλες καὶ σκού­φια καὶ μ’ ἕ­να μπου­κά­λι Coca-Cola στὸ χέ­ρι στε­κό­ταν στὴ μι­κρὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ παι­διά. Ἡ Λίμ­περ­τι συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς βλέ­πει μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια κά­ποι­α πού ‘ναι σχε­δὸν πε­θα­μέ­νη, κά­ποι­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ στιγ­μὴ αὐ­τὴ ἔ­χει πε­ρι­κλεί­σει ὅ­λα τὰ χρό­νια πού ’­χει ἤ­δη ζή­σει. Ὁ Κλὲμ κοι­τοῦ­σε κι αὐ­τὸς τὴ γυ­ναί­κα μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς τρύ­πες τῆς μαύ­ρης μά­σκας του, τὸ βλέμ­μα του ὡ­στό­σο ἦ­ταν πιὸ ἀ­νε­κτι­κό. Τὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ Κλὲμ τοῦ ’­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ ἄλ­λο μά­τι ἀ­π’ τὴ Λίμ­περ­τι. Ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ἕ­να πρό­τυ­πο γιὰ τὸν κό­σμο, ἕ­ναν κό­σμο νὰ πι­στεύ­ει, ἕ­ναν κό­σμο νὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­μέ­νει. Ἔ­τσι εἶ­ναι, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­νη γιὰ κα­θέ­να εἶ­δος. Κα­θέ­νας —μη­δε­νὸς ἑ­ξαι­ρου­μέ­νου— καὶ τὸ δι­κό του μαῦ­ρο δά­σος.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν στὸ γρα­σί­δι πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρά.

       «Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ μᾶς ἔ­δω­σε ἀ­πὸ ἕ­να κέρ­μα τῶν δέ­κα σέν­τς», φώ­να­ξε ἡ Νί­κι.

       «Δὲν δε­χό­μα­στε μπι­σκό­τα», ἔ­λε­γε ἡ Ἰ­βὸν σὲ μιὰ γυ­ναί­κα στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς ἄλ­λης κα­τοι­κί­ας. «Ἡ μά­να μου λέ­ει ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ‘χουν μέ­σα ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κὸ του­α­λέ­τας Sani-Flush ἢ κά­τι ἀν­τί­στοι­χο. Δὲν ἔ­χε­τε τί­πο­τε ἄλ­λο;»

       Τὸ ἕ­να ἀ­π’ τὰ δύ­ο μπρά­τσα τῆς γυ­ναί­κας ἔ­μοια­ζε πα­ρα­λυ­μέ­νο. Χα­μο­γέ­λα­σε στὴν Ἰ­βὸν κι ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λὰ τὴν πόρ­τα. Τὰ μπι­σκό­τα ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­νοι­χτό­χρω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­να μὲ χρω­μα­τι­στὲς στα­γό­νες. Ἡ Ἰ­βὸν ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἕ­σφι­ξε τὰ μπι­σκό­τα στὴ χού­φτα της καὶ τά ’­κα­νε κομ­μα­τά­κια. Ἡ μά­σκα πά­πιας πρό­δι­δε σά­στι­σμα καὶ ἀ­νη­συ­χί­α. Δὲν ἦ­ταν ὁ Ντό­ναλντ Ντάκ. Ἦ­ταν μιὰ πά­πια μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τοῦ Ντό­ναλντ.

       Προ­χώ­ρη­σαν πα­ρα­πέ­ρα, βό­σκον­τας τὴν ἔ­κτα­ση σὰν με­ξι­κά­νι­κες κα­τσί­κες. Δε­κα­πέν­τε κα­τοι­κί­ες, εἴ­κο­σι. Οἱ πι­σί­νες ἦ­ταν φω­τι­σμέ­νες, οἱ συ­σκευ­ὲς αὐ­τό­μα­του πο­τί­σμα­τος σχη­μά­τι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ ὑ­δά­τι­να, ἁ­πα­λὰ τό­ξα τους. Χι­λιά­δες δο­λά­ρια γιὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια κι­λο­βὰτ ξο­δεύ­ον­ταν γιὰ νὰ κά­νουν πρά­σι­να φυ­τὰ νὰ μοιά­ζουν κόκ­κι­να καὶ γα­λά­ζια. Χι­λιά­δες λί­τρα νε­ρὸ ἀν­τλοῦν­ταν γιὰ νὰ σκου­ρύ­νουν χι­λιά­δες σά­κοι ρο­κα­νί­δια καὶ νὰ κά­νουν ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἀ­νοι­χτό­χρω­μους κορ­μούς. Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ προ­χώ­ρη­σε κι ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πέ­ραν­το καμ­πυ­λω­τὸ οὐ­ρα­νό, πού ’­χε τώ­ρα γε­μί­σει ἀ­στέ­ρια.

       Ὁ Κλὲμ εἶ­χε χά­σει τὴ μά­σκα του. Ἐρ­χό­ταν μὲ τὸ πά­σο του πί­σω ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α, στα­μα­τοῦ­σε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ νὰ κα­του­ρή­σει, ἔ­ψα­χνε λύ­σεις στὰ προ­βλή­μα­τα, ξε­δι­ά­λε­γε τὶς προ­τι­μή­σεις του, με­τροῦ­σε πα­λι­ὲς ἀ­δι­κί­ες καὶ χα­ρές.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ φο­ροῦ­σε κόκ­κι­νο παν­τε­λό­νι κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος καὶ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἦλ­θε ἀ­πὸ μέ­σα καὶ χώ­θη­κε γρή­γο­ρα μέ­σα στὴν πνι­γη­ρὴ νύ­χτα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε πυ­κνὰ γκρί­ζα μαλ­λιὰ καὶ τέσ­σε­ρις ρῶ­γες. Μιὰ πυ­κνὴ τού­φα ἀ­πὸ γκρί­ζες τρί­χες ἁ­πλω­νό­ταν συμ­με­τρι­κὰ ἀ­νά­με­σα στὶς ρῶ­γες του. Προ­σποι­ή­θη­κε ὅ­τι τρό­μα­ξε πά­ρα πο­λὺ μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἔ­βγα­λε μιὰ γα­βά­θα γε­μά­τη σο­κο­λά­τες.

       «Μπο­ρῶ νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα σου;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι.

       «Φυ­σι­κά», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τὰ παι­διὰ κοι­τοῦ­σαν ἐ­πί­μο­να τὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα πα­ρα­μέ­νον­τας σι­ω­πη­λά. Ἡ Λίν­τι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ κα­τέ­βη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸν δι­ά­δρο­μο στὰ δε­ξιά της. Ἡ Λίν­τι χαι­ρό­ταν νὰ πη­γαί­νει στὰ ξέ­να μπά­νια καὶ τὸ ἀ­λά­θη­το αἰ­σθη­τή­ριό της τὰ ἔ­βρι­σκε ἀ­μέ­σως.

       «Ξέ­ρει κόλ­πα τὸ σκυ­λί;», ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­χα ἕ­ναν σκύ­λο κά­πο­τε ποὺ ἦ­ταν τό­σο κα­λὰ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος, ποὺ τοῦ ’­δι­νες ἕ­να μπι­σκό­το, ἔ­τρω­γε τὸ μι­σό, τοῦ ’­λε­γες νὰ τὸ φτύ­σει κι αὐ­τὸς τό ’­φτυ­νε.»

       «Δὲν ξέ­ρει νὰ τὸ κά­νει αὐ­τό», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸν Κλέμ.

       «Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ κλί­ση του, ἔ;», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τοὺς φά­νη­κε πὼς ἡ Λίν­τι εἶ­χε ἀρ­γή­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ὁ Νί­κι, βα­στών­τας τὸ χέ­ρι τοῦ Τέν­τι, κοι­μό­ταν ὄρ­θιος. Ἔ­βγα­ζε σύν­το­μους, σφυ­ρι­χτοὺς στε­ναγ­μούς.

       «Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι μέ­σα», εἶ­πε ἐν­τέ­λει ὁ ἄν­τρας, «νὰ βρεῖς τὸ παι­δί σου;». Δὲν ἔ­δει­ξε ἐ­νο­χλη­μέ­νος.

       Τὰ παι­διὰ κά­θι­σαν στὰ σκα­λιὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν τὶς σο­κο­λά­τες. Ἡ Λίμ­περ­τι μπῆ­κε στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα. Ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να λευ­κὸ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ἦ­ταν ἕ­να πιά­το φι­στί­κια, δυ­ὸ ἄ­δεια πο­τή­ρια γιὰ μαρ­τί­νι κι ἕ­νας κε­ρα­μι­κὸς δο­νη­τής.

       «Πα­λιὸς εἶ­ναι», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Εἶ­ναι ὄν­τως πα­λιός», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, κοι­τών­τας μὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τὸν δο­νη­τή. «Εἶ­ναι ἀ­π’ τὸ Μάρ­θας Βί­νιαρντ. Ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς δύ­στυ­χες γυ­ναῖ­κες στὰ φα­λαι­νο­θη­ρι­κά.»

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Τὸ μπά­νιο εἶ­ναι ἀ­πὸ δῶ», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Ἡ Λίμ­περ­τι κα­τέ­βη­κε μα­ζί του τὸν δι­ά­δρο­μο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη, κι εἶ­δε μιὰ λευ­κὴ πε­τσέ­τα σὲ μιὰ κυ­κλι­κὴ κρε­μά­στρα, ἕ­ναν κα­θρέ­φτη στὸν ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν τὸ πλα­κά­κι τῆς ντου­ζι­έ­ρας, λευ­κὰ ὅ­λα τους, ὅ­πως τὸ στῆ­θος τοῦ λευ­κο­τσι­κνιᾶ. Ὁ σβέρ­κος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν λε­πτὸς καὶ νε­α­νι­κός. Τὰ χέ­ρια τῆς Λίμ­περ­τι ἔ­πε­φταν στὸ πλά­ι. Αἰ­σθα­νό­ταν λὲς καὶ μὲ κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χε γί­νει ἡ ἴ­δια ἀ­πει­λη­τι­κή. Ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση νὰ παί­ζει.

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Ἐ­δῶ εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Ἡ Λίν­τι ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ φο­ροῦ­σε ρι­γὲ μπουρ­νού­ζι. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο. Τὸ κά­λυμ­μα τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἦ­ταν ἀ­πὸ σκου­ρό­χρω­μη συν­θε­τι­κὴ γού­να. Ἔ­βλε­παν ἕ­να ντο­κι­μαν­τὲρ γιὰ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση. Ἡ με­γά­λη ὀ­θό­νη στὸν τοῖ­χο ἔ­δει­χνε τὶς χρυ­σὲς πύ­λες τοῦ Γκιμ­πέρ­τι στὸ Βα­πτι­στή­ριο στὴ Φλω­ρεν­τί­α.

       «Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ ἡ ἔκ­πτω­ση ἀ­π’ τὴν Ἐ­δέμ», εἶ­πε ἡ Λίν­τι, χο­ρο­πη­δών­τας στὸ κρε­βά­τι. «Ἄ­βελ καὶ Κά­ϊν. Κι­βω­τὸς καὶ Νῶ­ε. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Ἰ­σα­άκ.»

       Ἡ Λίν­τι πή­γαι­νε στὸ κα­τη­χη­τι­κό. Τοὺς ἤ­ξε­ρε αὐ­τοὺς ὅ­λους. Τοὺς ζω­γρά­φι­ζε μὲ τὰ κρα­γι­ό­νια της.

       «Θὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖς ἂν πᾶς στὴ Φλω­ρεν­τί­α, μι­κρή», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας στὸ κρε­βά­τι. «Ἁ­μά­ξια παν­τοῦ. Βρο­με­ρὸ μέ­ρος.»

       «Ἔ­λα, γλύ­κα μου», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ γό­να­το τῆς Λίν­τι. Οἱ ρῶ­γες στὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν σὰν τὰ μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτουν πά­νω ἀ­π’ τὶς πυ­ρα­μί­δες στὶς πί­σω ὄ­ψεις τῶν χαρ­το­νο­μι­σμά­των. Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ δὲν τὴν πεί­ρα­ξες, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ πεῖ.

       «Τρέ­χω», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Ση­κώ­θη­κε πά­νω.

       «Σὲ λί­γο θὰ δεί­ξει τοὺς τέσ­σε­ρις Σκλά­βους τοῦ Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λου», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ μπουρ­νού­ζι. «Τὴν ἔ­χω δεῖ πά­ρα πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἐκ­πομ­πὴ αὐ­τή.» Κοί­τα­ξε τὴ Λίν­τι συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ὅ­τι εἶ­ναι κι αὐ­τὴ σὰν σκλά­βα, μ’ ἕ­να της μέ­ρος φυ­λα­κι­σμέ­νο σὲ μιὰ σκλη­ρὴ σὰν πέ­τρα, ἀ­δού­λευ­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ νοῦ της.

       Ἡ Λίν­τι κοί­τα­ξε τὴν ὀ­θό­νη. «Μιὰ κού­κλα», εἶ­πε.

       «Ἔ ὄ­χι καὶ κού­κλα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. «Σ’ ἀ­ρέ­σουν οἱ κοῦ­κλες;», εἶ­πε ἡ Λίν­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του. Οἱ ρί­γες στὸ μπουρ­νού­ζι τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν με­γά­λες καὶ σκοῦ­ρες, τὸ ὑ­πό­λοι­πο μπουρ­νού­ζι ἦ­ταν λευ­κό. Ὁ κα­πνὸς γέ­μι­ζε τὸ δω­μά­τιο ὣς ἀ­πά­νω δη­μι­ουρ­γών­τας ἐ­πί­πε­δα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο του καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Τὴν ὀ­θό­νη τὴ γέ­μι­ζαν μουν­τές, θαμ­πὲς εἰ­κό­νες. Ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο, σά­λι­ω­σε κι ἔ­κλει­σε τὸν φά­κε­λο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι τῆς Λίν­τι. Αὐ­τὴ τὸν ἔ­ρι­ξε μέ­σα στὴν τσάν­τα της μὲ τὶς σο­κο­λά­τες.

       Ἐ­νῶ στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα, ὁ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω ἄν­τρας ψι­θύ­ρι­σε: «Δὲν θὰ γνω­ρί­σεις πο­τὲ πιὸ γεν­ναι­ό­δω­ρο, πιὸ γνή­σιο ἄν­θρω­πο.»

       Ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ὁ δρό­μος φά­νη­κε στὴ Λίν­τι πα­ρά­ξε­νος, σὰν νὰ τὸν εἶ­χαν βου­τή­ξει στὸ γά­λα.

       «Κι ἄλ­λο σπί­τι», πα­ρα­κά­λε­σαν τὰ παι­διά. «Ἄλ­λο ἕ­να!»

       Τοὺς πλη­σί­α­σε ἕ­να φορ­τη­γά­κι. Ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­νας ἄν­τρας καὶ στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ ἦ­ταν ἕ­νας σκύ­λος. Ὁ ὁ­δη­γὸς πρό­σε­ξε τὸν Κλὲμ καὶ κά­λυ­ψε μὲ τὸ ἕ­να του χέ­ρι τὰ μά­τια τοῦ σκύ­λου του κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα.

       Τὴ Λίμ­περ­τι τὴν ἔ­πια­σε πο­νο­κέ­φα­λος. Ἔ­νι­ω­θε σὰν προ­σκυ­νή­τρια ποὺ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται προ­ση­λω­μέ­νη δι­α­σχί­ζον­τας στέρ­φες στέ­πες, δί­χως ὡ­στό­σο προ­σευ­χή. Πῆ­ρε μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα προ­σπα­θών­τας νὰ χα­λα­ρώ­σει. Εἰ­σέ­πνευ­σε πεῦ­κο, πορ­το­κά­λια καὶ μη­χα­νό­λα­δο.

       Ἡ ἀ­νά­σα τῶν παι­δι­ῶν μύ­ρι­ζε ζα­χα­ρω­τὸ ἀρ­κου­δά­κι μὲ γεύ­ση κα­νέ­λα.

       «Ἄλ­λο ἕ­να!», φώ­να­ξαν.

       «Μοῦ ’­χουν μεί­νει μό­νο τσί­χλες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι.

       «Ἔ­πρε­πε νά ’λ­θε­τε νω­ρί­τε­ρα.» Ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον φτι­αγ­μέ­νη. Φο­ροῦ­σε μπι­κί­νι κι ἔ­πι­νε μπί­ρα. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ μα­γιὸ εἶ­χαν ἄλ­λα σχέ­δια. «Τσί­χλες μό­νο, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι ἀ­κό­μη, δὲν ἔ­χει κέ­ρα­σμα ἂν δὲν μοῦ κά­νε­τε κά­ποι­ο κόλ­πο.» Χα­μο­γε­λοῦ­σε λὲς καὶ φλέρ­τα­ρε.

       Αἴφ­νης ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε κα­τα­κό­ρυ­φο. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Μύ­ρι­σε μπλεγ­μέ­να μπού­τια μὲ καλ­σόν, μιὰ ἐ­λα­φρὰ ὀ­σμὴ οὔ­ρων.

       «Φαν­τα­στι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Μπο­ρῶ νὰ σοῦ πῶ τὴ μοί­ρα σου ἂν θές», εἶ­πε ὁ Τέν­τι.

       «Ὄ­χι, γλύ­κα μου, εὐ­χα­ρι­στῶ», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα, «καὶ θὰ σοῦ πῶ για­τί». Ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὸ στῆ­θος τοῦ Τέν­τι μὲ τὸ μα­κρύ, βαμ­μέ­νο νύ­χι της. «Οἱ για­τροὶ μὲ κά­νουν καὶ τρέ­μω. Μοῦ φέρ­νουν τα­ρά­κου­λο. Ὁ πρῶ­τος μου ἄν­τρας ἦ­ταν για­τρός. Ξέ­ρεις μὲ τί ἀ­σχο­λι­ό­ταν; Μὲ συ­κώ­τια. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος του ἦ­ταν τὰ συ­κώ­τια. Ἦ­ταν ἕ­νας μι­κρό­σω­μος, μαυ­ρι­δε­ρὸς Ἰ­ρα­νός, πάν­το­τε χα­μο­γε­λα­στός. Ἦ­ταν φρι­κι­α­στι­κὸς ὅ­σο δὲν πά­ει.» Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Ἰ­βόν. «Ἐ­σὺ τί θὰ κά­νεις γιὰ μέ­να, μι­κρὴ πά­πια;»

       Ἡ πά­πια μί­λη­σε δί­χως νὰ κου­νη­θεῖ τὸ ράμ­φος της.

       Τὸ για­τὶ θὰ τὸ βρῶ ὅ­ταν λή­ξει ὁ Χρό­νος

       Καὶ πιὰ θά ’­χω πά­ψει νὰ ζη­τῶ τὸ για­τί

       Χρι­στὸς θὰ ἐ­ξη­γεῖ τό­τε τὴν κά­θε ὀ­δύ­νη

       Στὴ σχο­λι­κὴ τά­ξη τ’ οὐ­ρα­νοῦ τὴν ἁ­γνή

       Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν λι­γά­κι ψευ­δῆ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια σὰν νά ’­ταν οἱ στί­χοι ἀ­πὸ κά­ποι­ο τρα­γού­δι ρὸκ ἒντ ρόλ. «Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον», εἶ­πε ἡ Ἰ­βόν.

       «Εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πό­κο­σμο πράγ­μα πού ’­χω ἀ­κού­σει πο­τέ μου», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Τὰ παι­διὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­πό­κο­σμα. Εἶ­ναι οἱ και­ροὶ αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦ­με.» Ἔ­δω­σε ἀ­πρό­θυ­μα μιὰ τσί­χλα στὴν Ἰ­βὸν καὶ κοί­τα­ξε τὸν Νί­κι.

       «Τί θά ’­λε­γες νὰ μοῦ πεῖς τί­πο­τε στα­τι­στι­κὰ γιὰ τὸ ράγ­κμπι;», εἶ­πε, χω­ρὶς νά ’­ναι σί­γου­ρη. «Ἔ­χεις κα­μιὰ κα­λὴ πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τοὺς Bandits;» Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­κό­μη κέ­φια. Θὰ τὸ γού­στα­ρε ἕ­να κα­λὸ ἀ­στεῖ­ο. «Ἔ­χω μιὰ ἰ­δέ­α», εἶ­πε στὸν Νί­κι. «Πές μου τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ σοῦ συ­νέ­βη πο­τέ.»

       Ὁ Νί­κι κοί­τα­ξε πρῶ­τα τὴ γυ­ναί­κα κι ὕ­στε­ρα τὴ Λίμ­περ­τι. Ἔ­βα­λε τὸν ἀν­τί­χει­ρα στὸ στό­μα.

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα στρι­φο­γυρ­νών­τας τὴν μπί­ρα στὴν κοι­λιά της, «θὰ σοῦ πῶ τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ συ­νέ­βη σ’ ἐ­μέ­να. Ἤ­μουν μι­κρὸ παι­δὶ σὰν κι ἐ­σέ­να κι εἶ­χα πά­ει νὰ δῶ τὸ τσίρ­κο. Δι­α­σκέ­δα­ζα πά­ρα πο­λὺ στὸ τσίρ­κο. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα μ’ ἄ­ρε­σαν τὰ ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Τρε­λαι­νό­μουν νὰ βλέ­πω τοὺς ἀ­κρο­βά­τες ἀ­νε­βα­σμέ­νους ἐ­κεῖ ψη­λά, νὰ πε­τοῦν καὶ νὰ σκί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ στρὰς στὶς στο­λές τους ν’ ἀ­στρά­φτουν. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ ἀ­κρο­βά­τισ­σα καὶ νὰ κά­νω ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Ἤ­μουν, λοι­πόν, στὸ τσίρ­κο κι ἕ­νας ἄν­τρας, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζιο, δὲν βρῆ­κε τὸ δί­χτυ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ κοι­νό. Ἔ­πε­σε πά­νω μου καὶ μοῦ ’­σπα­σε τὴν κλεί­δα. Εἶ­χε ἀ­παί­σια μυ­ρω­διά. Λέ­ω ἀ­παί­σια καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ, μύ­ρι­ζε σὰν με­γά­λος πον­τι­κὸς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο».

       Ἡ γυ­ναί­κα γέ­λα­σε, ἀ­πὸ μέ­σα της σχε­δόν, μὲ μιὰ θλί­ψη. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ χρῶ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν της καὶ νὰ γνω­ρί­σει κα­νέ­ναν στὰ μπάρ, ἢ νὰ ψευ­το­κά­νει θα­λάσ­σιο σκί, ἡ νύ­χτα ὡ­στό­σο ἔ­φτα­νε στὸ τέ­λος της. Μπρο­στά της θὰ ἔ­βρι­σκε μνῆ­μες ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δυ­σκο­λό­τε­ρο νὰ τὶς πι­στέ­ψει, χαν­γκό­βερ καὶ πό­νο στὸ σέξ. Σπόν­τες παν­τοῦ. Γρα­πτὲς ἰ­α­τρι­κὲς δι­α­γνώ­σεις. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπάρ­μπε­κιου τῆς ἔ­σπα­σε ἕ­να δόν­τι. Κά­ποι­οι τῆς ἄ­νοι­ξαν πρό­σφα­τα τὸ σπί­τι καὶ δὲν πῆ­ραν τί­πο­τα. Οὔ­τε ἕ­να γα­μη­μέ­νο πράγ­μα. Τί πε­ρί­με­ναν νὰ βροῦν; Ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο ποὺ δὲν ἔ­λει­πε τί­πο­τα, ἦ­ταν ὅ­μως καὶ θλι­βε­ρό. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς.

       Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­λεγ­ξε τὴν κά­θε τσάν­τα χω­ρι­στὰ γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι δὲν ἔ­χουν μέ­σα ξυ­ρα­φά­κια, πι­νέ­ζες, χά­πια ἢ τα­του­ὰζ μὲ LSD.

       «Εἶ­μαι ἡ μό­νη πού ’­χω φά­κε­λο», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω καὶ τὸν ζού­λη­ξε. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἄ­φη­σε ἀ­πο­τύ­πω­μα. Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα δο­λα­ρί­ων.

       Ἡ Λίν­τι τὸ κοί­τα­ξε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­δι­α­φο­ρί­α ποὺ τὸ κοί­τα­ξε κι ὁ Κλέμ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα ἦ­ταν κολ­λα­ρι­στό, δὲν κου­βα­λοῦ­σε ἴ­χνος ἱ­στο­ρί­ας.

       «Μπο­ρεῖς μ’ αὐ­τὸ ν’ ἀ­γο­ρά­σεις κά­τι ποὺ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Τί θὰ ἤ­θε­λες;»

       Ἡ Λίν­τι δὲν ἔ­βλε­πε πῶς συν­δέ­ον­ται τὰ δύ­ο. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα. Τὸ φί­λη­σε.

       «Νὰ τὸ προ­σέ­χεις», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. «Μὴν τὸ χά­σεις.»

       Ἡ Λίν­τι ὡ­στό­σο δὲν τὸ πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­δω­σε στὴ μά­να της κι αὐ­τὴ τὸ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐκ­κλη­σί­α τό ’­δω­σε σὲ μιὰ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση. Ἡ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τὸ δι­ο­χέ­τευ­σε σὲ μιὰ κλι­νι­κὴ γιὰ τὴν ἀ­πε­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ καὶ τὴν πρό­λη­ψη τῶν αὐ­το­κτο­νι­ῶν. Τρα­βή­χτη­κε ἀ­π’ τὸν λο­γα­ρια­σμὸ τῆς κλι­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­γο­ρα­στεῖ ἕ­να φουρ­νά­κι γιὰ τοὺς ἐρ­γα­ζό­με­νους. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἠ­λε­κτρι­κῶν συ­σκευ­ῶν ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­γο­ρά­στη­κε τὸ φουρ­νά­κι τὸ πέ­τα­ξε, κα­τὰ τὴ διάρ­κεια μιᾶς ἀ­πο­πνι­κτι­κῆς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῆς πα­ρά­στα­σης, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ σ’ ἕ­ναν σκύ­λο ὀ­νό­μα­τι Μπὰτ Μί­στερ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα μπῆ­κε τό­τε σ’ ἕ­να γα­ϊ­τα­νά­κι πλη­ρω­μῶν γιὰ σέξ, ἀλ­κο­όλ, ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα βι­ο­ψί­ας καὶ γιὰ τὴν ἐ­πι­σκευ­ὴ ἑ­νὸς καρ­μπι­ρα­τέρ. Σή­κω­σε τὸ βά­ρος μιᾶς ζω­ῆς ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ συλ­λά­βει οὔ­τε κι ἡ πιὸ τρε­λὴ φαν­τα­σί­α. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ κα­νά­λια σφο­δρά, ἀ­νό­σια καὶ βα­ρε­τά. Τα­ξί­δε­ψε καὶ πι­ά­στη­κε κο­ρό­ϊ­δο οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρές. Γνώ­ρι­σε φῶ­τα ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ καὶ σκο­τει­νὲς τσέ­πες. Εἶ­δε ἀ­πὸ κον­τὰ τὸ γεῦ­μα ποὺ πα­ρα­τέ­θη­κε πρὸς τι­μὴν μιᾶς ἠ­θο­ποι­οῦ στὸ Κὶ Οὐ­ὲ­στ κι εἶ­χε γιὰ κυ­ρί­ως πιά­το μπρι­ζό­λα ἀ­πὸ χε­λώ­να. Κέρ­δι­σε μο­νὸ εἰ­σι­τή­ριο γιὰ ται­νί­α πορ­νὸ στὴν ὁ­ποί­α τὸ σο­κα­ρι­στι­κὸ μέ­γε­θος τοῦ ὀρ­γά­νου τοῦ ἱ­ε­ρέ­α-μάρ­τυ­ρα ὀ­φει­λό­ταν σὲ πε­ρί­σφι­ξη τὴν ὥ­ρα τῆς ἐκ­σπερ­μά­τι­σης. Ἀ­γό­ρα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα, ντά­κι­ρι φρά­ου­λα κι ἕ­να προ­πλη­ρω­μέ­νο τα­ξί­δι ποὺ τε­λι­κὰ δὲν ἔ­γι­νε. Ἔ­φυ­γε σὰν ὀρ­φα­νό, κλαί­γον­τας γο­ε­ρά. Οἱ ἀστρα­φτε­ρὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους συμ­πτώ­σεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­κά­λυ­πτε, γρή­γο­ρα γί­νον­ταν ρου­τί­να. Δὲν κοί­τα­ξε πο­τὲ τὴ ζω­ὴ στὰ μά­τια. Οὔ­τε μιὰ φο­ρά. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πο­τὲ πί­σω. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πί­σω οὔ­τε τὸ ρό­δο, οὔ­τε ἡ πά­πια, οὔ­τε ἡ ἀρ­χὴ τῆς ὁ­λό­τη­τας. Πο­τὲ ξα­νά.


* Τὸ ἔ­θι­μο τοῦ Χά­λο­ου­ιν «trick-or-treating» (κόλ­πο-ἢ-κέ­ρα­σμα), στὸ ὁ­ποῖ­ο τὰ παι­διὰ μα­σκα­ρεύ­ον­ται καὶ ζη­τοῦν κε­ρά­σμα­τα ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες δι­α­δό­θη­κε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, κα­θὼς ἰρ­λαν­δι­κὲς καὶ σκο­τσέ­ζι­κες κοι­νό­τη­τες ἀ­να­βί­ω­σαν τὸ προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ τὸν Πα­λιὸ Κό­σμο ἔ­θι­μο τῆς με­ταμ­φί­ε­σης· οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦ­σαν στο­λὲς προ­κει­μέ­νου νὰ ποῦν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νὰ ἀ­παγ­γεί­λουν κά­ποι­ο ποί­η­μα ἢ νὰ κά­νουν κά­ποι­ο ἄλ­λο κόλ­πο μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα φροῦ­το ἢ ἄλ­λο κέ­ρα­σμα. Στὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα ἐκ­δο­χὴ τοῦ Χά­λο­ου­ιν, τὸ βρά­δυ τῆς 31ης Ὀ­κτω­βρί­ου τὰ παι­διὰ βά­ζουν τὶς στο­λές τους καὶ βγαί­νουν στὸν δρό­μο, κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὁ­μά­δες, πᾶ­νε ἀ­πὸ πόρ­τα σὲ πόρ­τα καὶ ἀ­να­φω­νοῦν σ’ ὅ­ποι­ον τοὺς ἀ­νοί­γει: trick-or-treat (κόλ­πο ἢ κέ­ρα­σμα). Ἂν τὸ κέ­ρα­σμα δὲν ἔλ­θει, τὸν σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη τὸν πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­α… δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη.
            Στὸ δι­ή­γη­μα τῆς Οὐ­ί­λιαμς βλέ­που­με, ἐ­κτὸς ὅ­λων των ἄλ­λων, πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ ἐ­θί­μου στὴν πρά­ξη (θὰ σὲ κε­ρά­σω… ἀλ­λὰ μό­νο ἂν μοῦ κά­νεις κόλ­πο), ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὴν ἀ­παγ­γε­λί­α ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τοῦ τε­τρά­στι­χου τῆς Ντί­κιν­σον, εἶ­δος κόλ­που-τε­χνά­σμα­τος ποὺ τεί­νει δυ­στυ­χῶς νὰ ἐ­κλεί­ψει (ἐ­ξοῦ κι ἡ χλια­ρὴ ἀν­τί­δρα­ση —ἔμ­με­σο σχό­λιο τῆς γρά­φου­σας— καὶ τὸ ἀ­πρό­θυ­μο κέ­ρα­σμα).
(σ.τ.μ. μὲ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ ἀν­τλή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια Bri­tan­nica)


Πη­γή: The Paris Review, τεῦ­χος 90, χει­μώ­νας 1983 (βλ. ἐδῶ).

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἄρτος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 9/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἄρ­τος

(Bread)


ΚΑΜΠΟΣΟΥΣ ΜΗΝΕΣ πρὶν πε­θά­νει, ἡ γαλ­λί­δα φι­λό­σο­φος καὶ μυ­στι­κί­στρια Σι­μὸν Βέ­ιλ ἔ­γρα­ψε στὸ ση­μει­ω­μα­τά­ριό της γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μπαί­νει μιὰ μέ­ρα στὸ δω­μά­τιό της καὶ λέ­ει:

       «Κα­η­μέ­νο πλά­σμα, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις, ἐ­σὺ ποὺ τί­πο­τα δὲν ξέ­ρεις. Ἔ­λα μα­ζί μου καὶ θὰ σοῦ μά­θω πράγ­μα­τα ποὺ δὲν τά ’χεις φαν­τα­στεῖ.»

       Τὴν ὁ­δη­γεῖ σὲ μιὰ «καινούργια κι ἄ­σχη­μη ἐκ­κλη­σί­α», ὕ­στε­ρα σὲ μιὰ ἄ­δεια σο­φί­τα. Μέ­ρες καὶ νύ­χτες περ­νοῦν. Κου­βεν­τιά­ζουν καὶ μοι­ρά­ζον­ται ἄρ­το καὶ οἶ­νο.

       «Ὁ ἄρ­τος εἶ­χε πράγ­μα­τι γεύ­ση ἄρ­του», ἔ­γρα­ψε. «Δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­συ­ναν­τή­σει που­θε­νὰ τὴ γεύ­ση αὐ­τή.» Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἀλ­λὰ σα­στι­σμέ­νη: «Ὑ­πο­σχέ­θη­κε νὰ μὲ δι­δά­ξει, ὅ­μως δὲν μοῦ ’­μα­θε τί­πο­τα.»

       Ὕ­στε­ρα τὴ δι­ώ­χνει. Ἡ καρ­διά της ρα­γί­ζει κι ἡ ἴ­δια πε­ρι­πλα­νι­έ­ται ἀ­δεια­νή. Ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἦρ­θε ἀ­πὸ λά­θος νὰ τὴ βρεῖ, ὅ­τι ἡ θέ­ση της δὲν εἶ­ναι στὴ σο­φί­τα.

       Τὸ κεί­με­νο τε­λει­ώ­νει μὲ τὰ ἑ­ξῆς λό­για: «Τὸ ξέ­ρω κα­λὰ πὼς δὲν μ’ ἀ­γα­πᾶ. Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε; Κι ὅ­μως βα­θιὰ μέ­σα μου κά­τι, ἕ­να κομ­μα­τά­κι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ συλ­λο­γι­στεῖ μὲ φό­βο καὶ τρό­μο πὼς ἴ­σως, μο­λα­ταύ­τα, μ’ ἀ­γα­πᾶ.»

       Ἡ Βέ­ιλ πέ­θα­νε στὰ τριά­ντα τέσ­σε­ρά της, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἐ­λάτ­τω­σε σκό­πι­μα τὴν πο­σό­τη­τα τῆς τρο­φῆς ποὺ κα­τα­νά­λω­νε· ὅ­σο γιὰ τοὺς λό­γους ποὺ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, ἡ συ­ζή­τη­ση δὲν ἔ­χει τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μη.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Δρόσος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 8/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Δρό­σος

(Dew)


ΔΡΟΣΟΣ ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται λί­γο με­τὰ τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα. Οἱ ὑ­δρα­τμοὶ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται καὶ ψύ­χουν τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν φυ­τῶν, κα­θὼς αὐ­τὰ γρή­γο­ρα χά­νουν τὴ θερ­μό­τη­τα πού ’­χουν μα­ζέ­ψει ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ φυ­τοῦ ἢ τοῦ λου­λου­διοῦ γί­νε­ται ψυ­χρό­τε­ρη ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν πε­ρι­βάλ­λει, κι αὐ­τὸ ἔ­χει σὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὑ­δρα­τμοὶ κα­τὰ τὴ δι­α­πνο­ὴ νὰ συμ­πυ­κνώ­νον­ται καὶ νὰ γί­νον­ται δρο­σο­στα­λί­δες.

       Ἡ δρό­σος εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κρυ­στάλ­λους ποὺ ἀ­ε­νά­ως σχη­μα­τί­ζονται, ὑγρο­ποι­οῦνται καὶ συλ­λέ­γουν ἐ­νέρ­γεια.

       Δι­α­σχί­ζον­τας κα­νεὶς ξυ­πό­λυ­τος τὴ δρό­σο μπο­ρεῖ πιὸ εὔ­κο­λα νὰ δε­χτεῖ τὴν ἐ­νέρ­γεια ἀ­π’ τὸ μα­γνη­τι­κὸ πε­δί­ο τῆς Γῆς.

       Ἡ δρό­σος ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐν­δι­α­φέ­ρον θέ­μα.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἀμέλεια



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 7/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἀ­μέ­λεια  

(Neglect)


ΡΩΤΗΣΑΝ τὸν Κύ­ριο ἂν πι­στεύ­ει στὴ με­τεν­σάρ­κω­ση.

       Βε­βαί­ως, εἶ­πε. Ἐ­ξη­γεῖ τό­σο πολ­λά.

       «Τί ἐ­ξη­γεῖ, ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε;», τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος.

       Κα­τὰ τοὺς πρό­σφα­τους ἑ­ορ­τα­σμούς σας γιὰ τὴν 4η Ἰ­ου­λί­ου μὲ κά­λε­σαν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­ναν δι­α­γω­νι­σμὸ κα­τα­νά­λω­σης χὸτ ντὸγκ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται κά­θε χρό­νο, εἶ­πε ὁ Κύ­ριος, κι ἦ­ταν ὅ,τι πιὸ ἠ­λί­θιο ἔ­χω δεῖ πο­τέ μου.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ὄ­χι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρό του



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 6/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ὄ­χι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρό του

(Not His Best)


Ο ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ ἀ­πο­κά­λε­σε κά­πο­τε τὰ γρα­πτά του μιὰ μορ­φὴ προ­σευ­χῆς.

       Ἀ­κό­μη, ἐ­πέ­πλη­ξε σὲ κά­ποι­ο γράμ­μα του τὴν πο­λυ­βα­σα­νι­σμέ­νη Φε­λί­τσε Μπά­ου­ερ: «Δὲν εἶ­πα ὅ­τι ἐ­νῶ τὸ γρά­ψι­μο θὰ ὄ­φει­λε νὰ φω­τί­ζει τὰ πάν­τα, ἀ­πε­ναν­τί­ας τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα· αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πα εἶ­ναι ὅ­τι τὸ γρά­ψι­μο φω­τί­ζει τὰ πάν­τα καὶ τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα.»

       Συ­χνὰ τὸν κα­τέ­τρω­γε ἡ ἀ­νη­συ­χί­α πὼς δὲν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος καὶ πὼς αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πά­νω στὸ κορ­μί του δὲν εἶ­ναι κε­φά­λι ἀν­θρώ­που. Κά­πο­τε ὀ­νει­ρεύ­τη­κε πὼς ξα­πλω­μέ­νος κα­θὼς ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι του ἄρ­χι­σε ἀ­δι­ά­κο­πα νὰ πη­δᾶ ἀ­π’ τ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο κά­θε τέ­ταρ­το της ὥ­ρας.

       «Κι ἔ­πει­τα ἔρ­χον­ταν τρέ­να, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο περ­νοῦ­σαν πά­νω ἀ­π’ τὸ κορ­μί μου, ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη στὶς ρά­γες βά­θαι­ναν καὶ πλά­ται­ναν τὶς δυ­ὸ το­μὲς στὸν λαι­μὸ καὶ στὰ πό­δια μου.»

       Αὐ­τὸ δὲν τοῦ τό ’­δω­σα ἐ­γώ, εἶ­πε ὁ Κύ­ριος.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κοιλότητα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 5/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Κοι­λό­τη­τα

(Cavity)


ΜΑΡΚΑ τῶν τσι­γά­ρων ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἡ σπου­δαί­α ἀγ­γλί­δα κον­τράλ­το Κά­θλιν Φέ­ρι­ερ λε­γό­ταν Passing Clouds*. Σύμ­φω­να μὲ τὰ λε­γό­με­να ἑ­νὸς ἐκ τῶν πρώ­των της δα­σκά­λων**, ἡ φω­νή της ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χη χά­ρη σὲ μιὰ «θαυ­μά­σια κοι­λό­τη­τα στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λαι­μοῦ της». Αὐ­τὴ ἦ­ταν καὶ ἡ μό­νη ἐ­ξή­γη­ση ποὺ δό­θη­κε πο­τὲ γιὰ τὴν κα­θα­ρό­τη­τα καὶ τὴ δύ­να­μη τῆς φω­νῆς της.

       Λί­γο πρὶν τε­λει­ώ­σει ἡ σύν­το­μη ζω­ή της, ἡ Φέ­ρι­ερ τρα­γού­δη­σε τὸ συμ­φω­νι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Μά­λερ «Τὸ τρα­γού­δι τῆς Γῆς». Πε­θαί­νου­με, ὅ­μως ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι και­νούρ­για, αἰ­ω­νί­ως και­νούρ­για· αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἐκ­στα­τι­κὴ βε­βαι­ό­τη­τα τοῦ Μά­λερ. Ἡ φύ­ση ἀ­να­νε­ώ­νε­ται χρό­νο μὲ τὸν χρό­νο… ἐ­σα­εί, ἐ­σα­εί.

       Ἡ Φέ­ρι­ερ τρα­γού­δη­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μέ­ρος δα­κρυ­σμέ­νη, τό­σο συγ­κλο­νι­σμέ­νη, ποὺ πα­ρέ­λει­ψε τὸ τε­λι­κὸ ewig, τὸ τε­λι­κὸ ἐ­σα­εί.***


* Στὰ ἑλ­λη­νι­κά: Σύν­νε­φα ποὺ περ­νοῦν. (σ.τ.μ.)
** Πρό­κει­ται γιὰ τὸν βα­ρύ­το­νο καὶ δά­σκα­λο μου­σι­κῆς Ρό­ι Χέν­τερ­σον (Ἐ­διμ­βοῦρ­γο, 1899 – Μπρόμ­λι, 2000). (σ.τ.μ.)
*** Ἡ κα­τα­λη­κτι­κὴ στρο­φὴ ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς:
Ἡ λα­τρε­μέ­νη Γῆ ἁ­παν­τα­χοῦ
ἀν­θί­ζει τo ἔ­αρ κι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ πρα­σι­νί­ζει!
Ἁ­παν­τα­χοῦ κι ἐ­σα­εὶ τ’ ἀ­λαρ­γι­νὰ λάμ­πουν γα­λα­νά!
Ἐ­σα­εί… Ἐ­σα­εί… (σ.τ.μ.)


Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἑ­ω­θι­νό



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)    [Ἀφιέρωμα, 4/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

­ω­θι­νό

(Aubade)


ΝΑΣ ΣΗΜΑΙΝΩΝ ἀν­θρω­πι­στὴς προ­σκλή­θη­κε νὰ λά­βει μέ­ρος σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς ἀ­πει­λὲς ἀλ­λὰ καὶ τὶς εὐ­και­ρί­ες ποὺ θὰ πα­ρου­σια­στοῦν ἂν τυ­χὸν ἀ­να­κα­λύ­ψου­με πὼς ὑ­πάρ­χουν νο­ή­μο­νες μορ­φὲς ζω­ῆς σ’ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες. Οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις του, ἂν καὶ κα­νέ­νας δὲν δι­α­φώ­νη­σε μ’ αὐ­τές, δι­α­τυ­πώ­θη­καν μὲ τέ­τοι­α θέρ­μη, ὥ­στε ἀρ­γό­τε­ρα οἱ πα­ρα­γω­γοί, συ­νυ­πο­λο­γί­ζον­τας ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ μὴν τὸν συμ­πε­ρι­λά­βουν στὸ πρό­γραμ­μα.*

       Ὑ­πῆρ­ξε γε­νι­κὴ συμ­φω­νί­α ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι εἶ­ναι πι­θα­νό, ἴ­σως δὲ καὶ ἀ­ναγ­καῖ­ο γιὰ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο ἐγ­χεί­ρη­μα, ν’ ἀ­να­κα­λυ­φθοῦν νο­ή­μο­νες μορ­φὲς ζω­ῆς σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες, ὡ­στό­σο με­γά­λο μέ­ρος τῆς κου­βέν­τας εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸ ἂν μπο­ρεῖ ν’ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ μορ­φὴ ζω­ῆς ἐ­φά­μιλ­λη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης νο­η­μο­σύ­νης καὶ δη­μι­ουρ­γί­ας.

       Ὁ ἀν­θρω­πι­στής, ποὺ ἦ­ταν ἐ­πί­σης καὶ δι­α­πρε­πὴς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός, ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι τί­πο­τε δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ ποὺ νὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση εἴ­τε νὰ συν­θέ­σει μιὰ συμ­φω­νί­α σὰν κι αὐ­τὲς ποὺ ἔ­γρα­ψαν τό­σοι λαμ­προὶ συν­θέ­τες μας εἴ­τε νὰ ἐ­κτι­μή­σει τὴ συμ­φω­νί­α. Ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἐ­κτι­μή­σει κα­νεὶς τὴ συμ­φω­νί­α τοῦ φαι­νό­ταν ἐ­ξί­σου σπου­δαί­α μὲ τὴν ἴ­δια τὴ σύν­θε­ση.

       Ὁ ἀν­θρω­πι­στὴς/ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς μί­λη­σε πο­λὺ φορ­τι­σμέ­να ὅ­ταν ἔ­φε­ρε στὸν νοῦ τοῦ τὴν εἰ­κό­να ἑ­νὸς κό­σμου δί­χως ἀν­θρώ­πους, σε­νά­ριο ποὺ δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλ­λης κα­τα­στρο­φῆς τὶς ὁ­ποῖ­ες προ­ξε­νοῦν —κι αὐ­τὸ πρέ­πει νὰ εἰ­πω­θεῖ— οἱ δι­κές μας πρά­ξεις. Ἦ­ταν ὅ,τι χει­ρό­τε­ρο μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ – κό­σμοι δί­χως ἀν­θρώ­πους, ἀ­κό­μη κι ἂν οἱ κό­σμοι αὐ­τοὶ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ ἄλ­λες νο­ή­μο­νες καὶ εὑ­ρη­μα­τι­κὲς μορ­φὲς ζω­ῆς.

       Μό­λις ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τὸ γύ­ρι­σμα, ὁ ἀν­θρω­πι­στὴς/ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸς ὀ­νό­μα­τι Τσὰρ­λς Θάξ­τερ Ὄρ­μαντ, τὸ ἀ­κρω­νύ­μιο τοῦ ὁ­ποί­ου στὸ ὁ­λο­έ­να ἐ­ξε­λισ­σό­με­νο καὶ παλ­λό­με­νο πε­δί­ο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ­σῳ μη­νυ­μά­των θὰ ἦ­ταν τσέ­κα­ρέ το**, πῆ­γε νὰ γευ­μα­τί­σει σὲ κά­ποι­ο ἀ­π’ τὰ πολ­λὰ μι­κρά, κα­λὰ ἑ­στι­α­τό­ρια τῆς πό­λης. Πα­ρήγ­γει­λε τὸ πιά­το ἡ­μέ­ρας. Ὅ­ταν τοῦ τὸ ἔ­φε­ραν, μα­γει­ρε­μέ­νο στὴν ἐν­τέ­λεια καὶ ὄ­μορ­φα σερ­βι­ρι­σμέ­νο, στά­θη­κε μιὰ στιγ­μὴ νὰ τὸ με­λε­τή­σει προ­τοῦ ξε­κι­νή­σει νὰ τρώ­ει.

       Ἄ­κου­σε νά ’ρ­χε­ται ἀ­νε­παί­σθη­τα μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ πιά­το ὁ ἦ­χος τῆς πιὸ ὄ­μορ­φης μου­σι­κῆς, κι αὐ­τὸ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σει ἄ­βο­λα. Ἦ­ταν μου­σι­κὴ ἐ­ξαί­σια, εὐ­φρό­συ­νη ἀλ­λὰ καὶ σπα­ρα­ξι­κάρ­δια, μιὰ λε­πτὴ συ­νύ­φαν­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ ἐγ­κω­μί­ου ποὺ λί­γο-λί­γο χα­μή­λω­νε, ὥ­σπου ἔ­σβη­σε τε­λεί­ως.

       Τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, δὲν ἔ­πα­ψε νὰ κοι­τᾶ τὴν πι­τσι­λω­τὴ πέ­στρο­φα πού, ὅ­πως τοῦ εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος, τὴν εἶ­χαν ἀ­πο­σπά­σει λί­γες μό­λις ὧ­ρες πρὶν στὰ βου­νὰ ἀ­π’ τὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ της. Τό­τε, κραυ­γά­ζον­τας, ἔ­τρε­ξε στὴν κου­ζί­να, ὅ­που ἐ­πι­τέ­θη­κε στὸν σερ­βι­τό­ρο καὶ στὸν ἀρ­χι­μά­γει­ρα χρη­σι­μο­ποι­ών­τας δι­ά­φο­ρα βα­ριὰ σκεύ­η πρὶν τὸν κα­τα­στεί­λουν καὶ τὸν ὁ­δη­γή­σουν γιὰ πα­ρα­κο­λού­θη­ση στὴν πλη­σι­έ­στε­ρη ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Τὰ πα­ρα­λη­ρή­ματά του γιὰ τὴν πέ­στρο­φα δὲν τὸ ἐ­κτί­μη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ πα­ρα­λη­ρή­μα­τα τῶν ἄλ­λων πα­ρα­φρό­νων ποὺ κρα­τοῦν­ταν ἐ­κεῖ.


* Σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς λι­γο­στὲς συ­νεν­τεύ­ξεις της, ἡ Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς ἀ­φη­γεῖ­ται τὸ ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό: «Ἔ­γρα­ψα ἕ­να μι­κρὸ ἄρ­θρο γιὰ τοὺς “κυ­νη­γοὺς τρο­παί­ων”. Τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ποὺ μοῦ τὸ ζή­τη­σε τε­λι­κὰ δὲν τὸ δη­μο­σί­ευ­σε. Εἶ­χα γρά­ψει ὅ­τι ὅ­σοι κυ­νη­γοῦν γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τρό­παι­α εἶ­ναι ψυ­χο­πα­θεῖς. Εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἡ δή­λω­ση αὐ­τή, φαν­τά­ζο­μαι, καὶ δὲν τυγ­χά­νει γε­νι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς.» Βλ. γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ:
https://www.vice.com/en/article/avav9b/joy-williams-ninety-nine-stories-of-god-how-to-write-a-short-story (σ.τ.μ.)
** Στὸ πρω­τό­τυ­πό το ὄ­νο­μα εἶ­ναι Charles Thaxter Ormand καὶ τὸ ἀ­κρω­νύ­μιο (μὲ τὰ ἴ­δια τρί­α ἀρ­χι­κὰ) check this out. (σ.τ.μ.)

Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Πα­ρὰ ταῦ­τα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 3/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­tyi­ne Sto­ri­es of God)]

Πα­ρὰ ταῦ­τα

(Nevertheless)


ΚΑΠΟΙΑ στιγ­μή, ὁ Κάφ­κα ἔ­γι­νε χορ­το­φά­γος.

       Ὕ­στε­ρα, κα­τὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του σ’ ἕ­να ἐ­νυ­δρεῖ­ο στὸ Βε­ρο­λί­νο μί­λη­σε στὸ ψά­ρι μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ γυα­λί.

       «Τώ­ρα ἐ­πι­τέ­λους μπο­ρῶ νὰ σὲ κοι­τά­ζω ἐν εἰ­ρή­νῃ, τώ­ρα πιὰ δὲν σὲ τρώ­ω.»



Πβ. τὸ ποί­η­μα τοῦ Μίλ­του Σα­χτού­ρη μὲ τί­τλο «Ο Kafka καὶ τὰ ψά­ρια» (Ἐ­κτο­πλά­σμα­τα, Στιγ­μή, Ἀ­θή­να 1986): Στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Κάφ­κα ποὺ ἔ­χω κολ­λή­σει / στὸν κα­θρέ­φτη τῆς κά­μα­ράς μου, ἔ­βα­λα δε­ξιὰ / κι ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να ψά­ρι. / Για­τὶ ὁ Κάφ­κα ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ψά­ρια καὶ δὲν τὰ / ἔ­τρω­γε. / Τὸ χει­μώ­να μα­ζὶ μὲ τὰ ψά­ρια ἔ­κα­νε μπά­νιο / στὸ κρύ­ο νε­ρὸ μιᾶς λί­μνης, ὅ­πως κι ἕ­νας / ἅ­γιος πρό­γο­νός του, ποὺ ἔ­σπα­ζε τὸν πά­γο τῆς / λί­μνης κι ἔμ­παι­νε μέ­σα. / Ἄλ­λω­στε ἡ ἀ­γά­πη του γιὰ τὰ ψά­ρια φά­νη­κε / καὶ στὸν θά­να­τό του. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ / δὲ μι­λοῦ­σε, ἔ­γρα­φε ὅ,τι ἤ­θε­λε νὰ πεῖ κι ὁ θά- / ­να­τός του ἔ­μοια­σε μὲ θά­να­το ψα­ριοῦ ποὺ τὸ / βγά­λαν στὴ στε­ριά. / Πέ­θα­νε για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ἀ­να­πνεύ­σει. / Κι ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη ἡ Dora Dymant. (σ.τ.μ.)

Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κὰρτ πο­στάλ


.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 2/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­tyi­ne Sto­ri­es of God)]

Κὰρτ πο­στάλ 

(Postcard)


ΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ λά­τρευ­ε τὴ μη­τέ­ρα της καὶ γιὰ χρό­νια πεν­θοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν θά­να­τό της ἔ­πε­σε τυ­χαῖ­α πά­νω σὲ κά­τι κὰρτ πο­στὰλ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ ποὺ που­λοῦ­σε ἀν­τί­κες καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα. Οἱ κὰρτ πο­στὰλ ἀ­πει­κό­νι­ζαν σκη­νὲς ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νες, ὡ­στό­σο κά­τι τὴν τρά­βη­ξε κι ἀ­γό­ρα­σε ὁ­ρι­σμέ­νες ποὺ ἀ­πει­κό­νι­ζαν παρ­θέ­νες πα­ρα­λί­ες καὶ δα­σι­κοὺς δρό­μους. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­νι­ω­σε νὰ τὴν κα­τα­κυ­ρι­εύ­ει ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ στεί­λει μιὰ κάρ­τα στὴ μη­τέ­ρα της.

       Αὐ­τὰ ποὺ τῆς ἔ­γρα­ψε δὲν ἦ­ταν σπου­δαῖ­α. Σπου­δαί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­νάγ­κη.

       Ἔ­βα­λε τὴν κάρ­τα μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο καὶ τὴν τα­χυ­δρό­μη­σε στὴν τε­λευ­ταί­α δι­εύ­θυν­ση τῆς μη­τέ­ρας της στὴ γῆ, ἕ­να φτω­χι­κὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το ποὺ πο­λὺ και­ρὸ πρὶν εἶ­χε που­λη­θεῖ καὶ ξα­να­που­λη­θεῖ.

       Μιὰ βδο­μά­δα ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­λα­βε ἕ­να γράμ­μα· ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὸν φά­κε­λο ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τῆς μη­τέ­ρας της. Ἀ­κό­μη καὶ τὸ πρά­σι­νο με­λά­νι ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἦ­ταν ἴ­διο.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν ἄ­νοι­ξε τὸ γράμ­μα πο­τὲ οὔ­τε ἔ­στει­λε ἄλ­λες κὰρτ πο­στὰλ στὴ δι­εύ­θυν­ση αὐ­τή.

       Τὸ γράμ­μα, μὲ τὸν και­ρό, μο­λο­νό­τι φη­μο­λο­γεῖ­ται καὶ μό­νον ἡ ὕ­παρ­ξή του, προ­ξέ­νη­σε στὰ παι­διά της, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι με­γά­λα πιά, ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).