Angeliki Sidirá: SOS desaparecidos II



Angeliki Sidirá


SOS desaparecidos II


RA DICIEMBRE cuando se perdió por primera vez. Finales de diciembre, al amanecer y nevando. ¿Dónde iría yo a buscarlo en la ciudad inmensa? Me dejé llevar por mi instinto y los pasos me condujeron a la vieja casa familiar, donde lo encontré mirando alrededor perplejo.

       ¿Cómo había recorrido tanta distancia casi desnudo y a pie? Regañé, me acuerdo, a mi pequeño padre, y me miraba asustado como niño travieso.

       En comisaría me recomendaron escribir con rotulador todos sus datos y mi teléfono sobre una tela y coserla en el bolsillo interior de su chaqueta. Pero ¿y si llenara su bolsillo de piedrecitas para que mi Pulgarcito encontrara el camino por sí mismo?

       Esto es lo que estaba pensando y no sé el tiempo que tardé en pasar el hilo por la aguja.

       Pero ahora todo eso ha pasado. De todos modos, mi padre al final encontró su camino.



Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 10 de febrero de 2016.

Angelikí Sidirá (Atenas, 1938). Ha trabajado en el Banco Nacional de Grecia y en el Ministerio de Relaciones Exterioras. Sus poemas se han traducido al francés, alemán e inglés, se han incluído en colecciones y se han publicado en periódicos y revistas literarias. Su primer libro fue Βραχνή Φωνή (1983) y su último Αμφίδρομη έλξη (2010).

Tra­duc­ción: Equipo Proyecto Grequerías: I­lek­tra A­na­gno­stou, So­fía Fer­taki, The­oni Kabra, María Karalí, Eduardo Lucena, María Malakata, Alicia Manolá, Kon­­sta­nti­nos Pa­le­o­lo­gos, Jaralambos Theodosis, Anto­nia Vla­chou. La tra­duc­ción y revisión colectivas de los minir­rela­tos es producto del taller que orga­ni­zaron y co­ordina­ron, en la a­ca­de­mia de i­dio­mas A­ba­ni­co desde octu­bre de 2018 hasta abril de 2019, Konstanti­nos Pa­le­o­lo­gos y E­du­a­rdo Lu­ce­na.


		
Διαφημίσεις

Ἀγγελικὴ Σιδηρᾶ: Silver aller ΙΙ

Sidira,Aggeliki-SilverAlert-Eikona-01


Ἀγ­γε­λι­κὴ Σι­δη­ρᾶ


Silver alert II


ΗΤΑΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ὅ­ταν χά­θη­κε πρώ­τη φο­ρά. Τέ­λη Δε­κέμ­βρη, ξη­με­ρώ­μα­τα καὶ χι­ό­νι­ζε. Καὶ ποῦ νὰ ἔ­ψα­χνα μὲς στὴν ἀ­πέ­ραν­τη τὴν πό­λη νὰ τὸν βρῶ; Ἀ­φέ­θη­κα στὸ ἔν­στι­κτό μου καὶ τὰ βή­μα­τα μὲ ὁ­δή­γη­σαν στὸ πα­λιὸ πα­τρι­κὸ σπί­τι, ὅ­που τὸν βρῆ­κα νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω σα­στι­σμέ­νος.

       Πῶς εἶ­χε δι­α­νύ­σει τό­ση ἀ­πό­στα­ση γυ­μνὸς σχε­δὸν καὶ μὲ τὰ πό­δια; Τὸν μά­λω­σα, θυ­μᾶ­μαι, τὸν μι­κρό μου τὸν πα­τέ­ρα καὶ μὲ κοι­τοῦ­σε φο­βι­σμέ­νος σὰν ἄ­τα­κτο παι­δί.

       Στὸ Τμῆ­μα μοῦ συ­νέ­στη­σαν νὰ γρά­ψω ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α του καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό μου σ’ ἕ­να πα­νὶ μὲ μαρ­κα­δό­ρο καὶ νὰ τὸ ρά­ψω στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του. Για­τί ὅ­μως νὰ μὴν γέ­μι­ζα τὴν τσέ­πη του μὲ πε­τρα­δά­κια νὰ βρί­σκει μό­νος του τὸν δρό­μο ὁ Κον­το­ρε­βι­θού­λης μου;

       Αὐ­τὰ σκε­φτό­μουν καὶ δὲν ξέ­ρω πό­ση ὥ­ρα ἔ­κα­να γιὰ νὰ πε­ρά­σω στὴν βε­λό­να τὴν κλω­στή.

       Μὰ τώ­ρα ἔ­χουν πε­ρά­σει ὅ­λα αὐ­τά. Ἐξ ἄλ­λου ὁ πα­τέ­ρας μου βρῆ­κε τε­λι­κὰ τὸν δρό­μο του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Άγγελικὴ Σιδηρᾶ (Ἀθήνα, 1938).Ἔχει ἐργαστεί στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλά­δος καὶ στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Ποιήματά της ἔχουν μεταφρα­στεῖ στὰ γαλλικά, γερμανικά καὶ ἀγγλικά, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ ἀνθο­λογίες καὶ ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐφημερίδες καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δικά. Πρῶτο της βιβλίο: Βραχνὴ φωνή (1983) καὶ τελευταῖο: Άμφίδρομη ἕλξη (ἐκδ. Διάττων, Καστανιώτης, 2010). Eἷναι μέλος τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων.


Ἀγγελικὴ Σιδηρᾶ: Θεσσαλονίκη-Ἀθήνα

 

 

Ἀγγελικὴ Σιδηρᾶ

 

Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀθή­να

 

ΤΑΝ ΔΕΝ ΜΙΛΑΓΕ χα­μο­γε­λοῦσε κι ἦταν πά­λι σὰ νὰ μί­λα­γε, μ’ ἐκεῖνο τὸ τζο­κό­ντειο, αἰνιγ­μα­τικὸ χα­μό­γελό της, μισὸ ὑπε­ρο­ψί­α, μισὸ συ­γκα­τά­βα­ση. Σὰν συ­νο­δεί­α, σὲ χα­μηλὴ ἔντα­ση, ἐναλ­λάσ­σο­νταν ἀδιά­κο­πα οἱ φωνὲς τῶν τριῶν με­γά­λων: Pavarotti, Domingo, Carreras. Πά­σχι­ζε, μὲ φα­να­τι­σμὸ σχε­δόν, νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ δια­κρί­νω τὶς φω­νές τους, ποὺ διαρ­κῶς μπέρ­δευα καὶ ὕστε­ρα σὲ κά­θε τρα­γού­δι ποὺ ἄλλα­ζε, μὲ τσε­κά­ρι­ζε ρωτώ­ντας με γιὰ τὸν ἑκά­στο­τε ἑρμη­νευ­τή.

       Ἐγὼ δὲν μπο­ροῦσα διό­λου νὰ συ­γκεντρωθῶ, δὲν μ’ ἔνοια­ζε ἐξάλ­λου. Πα­ρα­κο­λου­θοῦσα μό­νο μὲ μισὸ μάτι τὶς ἐκφρά­σεις της: τὴν ἀγα­νά­κτη­σή της γιὰ τὴν ἀνε­πάρ­κειά μου, τὴν ἱκα­νο­ποί­η­ση, ὅταν τυ­χαί­ως ἀνα­κά­λυ­πτα τὸν τρα­γου­δι­στή, τὸν φό­βο της, ὅταν πα­τοῦσα πιὸ πολὺ τὸ γκά­ζι στὶς στρο­φές. Ἤξε­ρα τό­τε πὼς οἱ κό­ρες τῶν πα­ρά­ξε­νων μα­τιῶν της δια­στέλ­λο­νταν καὶ πὼς πα­τοῦσε φρέ­νο στὸν ἀέ­ρα μὲ τὸ δε­ξί της πο­δα­ρά­κι.

       Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀθή­να, πλη­σιά­ζα­με κιό­λας στὴν Στυ­λί­δα. Ἤθε­λα νὰ πατή­σω φρέ­νο, νὰ τὴν πά­ρω ἀγκα­λιά, νὰ τὴν φι­λή­σω. Μὰ ἦταν τό­σο ἀπόμα­κρη κι ἂς ἤτα­νε τό­σο κο­ντά μου, μι­σο­ξα­πλω­μέ­νη. «Νὰ πιοῦμε ἕνα κα­φέ, νὰ στυ­λω­θοῦμε», πρό­τει­να καὶ φυ­σικὰ συμ­φώ­νη­σε. Δὲν ἤθελα στ’ ἀλή­θεια κα­φέ, πιὸ πολὺ ἤθε­λα νὰ τὴν δῶ νὰ περ­πα­τά­ει μ’ ἐκεῖνο τὸ ἀνά­λα­φρο, ἐλα­φί­σιο βῆμα, κυ­ρί­ως νὰ κα­θυ­στε­ρή­σω, ὅσο μ’ ἔπαιρ­νε, τὸ τε­λευ­ταῖο ἐκεῖνο τα­ξί­δι μας. «Πά­ει κι αὐτό, τε­λείω­σε, ὅλα ἀλλά­ζουν ἀπὸ δῶ καὶ πέ­ρα», εἶπε πί­νο­ντας τὴν τε­λευταί­α γου­λιά τοῦ ἐσπρέ­σο της. «Πη­γαί­νου­με;» πρό­σθε­σε μετὰ πιὸ ζω­η­ρά.

       Ἡ ἀλή­θεια εἶναι πώς, ἐκεί­νη τὴν ἴδια ὥρα, σκε­φτό­μουν πὼς ἡ ἀπο­μό­νω­σή μας στὸ αὐτο­κί­νη­το μὲ ξε­γε­λοῦσε, τὴν ἔνιω­θα πιὸ δι­κή μου, παρὰ σ’ αὐτὸ τὸ κα­φε­νεῖο μὲ τὸν πε­ρί­γυ­ρο αὐτόν, ποὺ γέ­λα­γε, ἔτρω­γε, ἔπι­νε ἀγνο­ώ­ντας τὴν θλί­ψη καὶ τὴν τα­ρα­χή μου.

       —Vincero!…— Ἐπέ­με­νε ὁ τε­νό­ρος στὸ με­γά­φω­νο, εἴχα­με φθά­σει κιό­λας στὶς στροφὲς τῆς Ὑλί­κης κι ἄρχι­σα νὰ χα­μη­λώ­νω τα­χύ­τητα. Μὲ κοί­τα­ξε πα­ρά­ξε­να. Συ­νή­θως ἐκεί­νη μὲ πα­ρα­κα­λοῦσε νὰ μὴν τρέ­χω. Αὐτό­μα­τα πά­τη­σα γκά­ζι. Ἔκλει­σε τὰ μά­τια της. Ἤξε­ρα πὼς δὲν κοι­μό­ταν. —Una furtiva lagrima!— τ’ ἀγα­πη­μέ­νο της. Δυ­νά­μω­σε τὴν ἔντα­ση. «Ποιός;» εἶπε πο­νη­ρά. Δὲν ἀπά­ντη­σα. Πο­νοῦσα, σχεδὸν ἀφό­ρη­τα πο­νοῦσα. Ἐκεῖνος, ὁποιοσ­δή­πο­τε κι ἄν ἢταν, συ­νέ­χι­σε νὰ τρα­γουδᾶ. —Nessun dorma!— «Κι οἱ τρεῖς με­γά­λοι μαζὶ τώ­ρα», ξα­να­εῖπε. Ἡ ἀλή­θεια εἶναι πὼς εἶχα μυ­η­θεῖ στὶς μου­σι­κές της προ­τι­μή­σεις καὶ γε­νι­κό­τε­ρα στὴν κουλ­τού­ρα της τ’ ἀτέ­λειω­τα χι­λιό­με­τρα ποὺ εἴχα­με δια­νύ­σει συ­ζη­τώ­ντας κι ἀκού­γο­ντας τὰ δι­κά της πά­ντο­τε CD. Τώ­ρα ὅμως εἶχα πει­σμώ­σει. Μὰ δὲν τὴν ἀπα­σχο­λοῦσε λοιπὸν τί­πο­τε, τί­πο­τε ἄλλο; Οὔτε κὰν ὁ και­ρός, ποὺ συμ­με­ρι­ζό­με­νος τὸν πό­νο μου, βαρὺς καὶ σκυ­θρωπὸς προ­μή­νυε κα­ται­γί­δα. Στὸ με­ταξὺ ἄρχι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει. Ἐκεῖνο τὸ σι­γανὸ ψι­χά­λι­σμα ποὺ σ’ ἐκνευ­ρί­ζει, κυ­ρί­ως ὅταν ὁδη­γεῖς. Τῆς ἔρρι­ξα πά­λι μιὰ φευ­γα­λέ­α μα­τιά. Ἦταν τε­λεί­ως ἀτη­μέ­λη­τη. Ἕνα φου­στά­κι τζήν, ἕνα βαμ­βα­κε­ρό ἄσπρο μπλου­ζά­κι καὶ τὰ μαλ­λιά της ξέ­πλε­κα, λυ­τά. Σὲ ποιὰν ἔκστα­ση ἐπά­νω, σὲ χορὸ μα­γικὸ μπορεῖ ἕνα τέ­τοιο πλά­σμα νὰ γεν­νή­θη­κε;… κι ἐγὼ ὁ τυ­χε­ρός ποὺ τό ‘χει δεῖ. Ἀπὸ μιὰ ἄπο­ψη, δὲν λέ­ω, ἤμουν τυ­χερὸς ποὺ τὴν γνώρι­σα κι ἂς τὴν ἔχα­να τώ­ρα, τὶς ἀνα­μνή­σεις κα­νέ­νας δὲν θὰ μοῦ τίς ἔπαιρ­νε, μὰ γιατὶ τὸ τρα­γού­δι νά ‘ναι λυ­πη­τε­ρό, στ’ αὐτιά μου στρι­φο­γύ­ρι­ζαν οἱ στί­χοι τοῦ δι­κοῦ μας, κα­τα­δι­κοῦ μας Πα­πά­ζο­γλου, ἀλλὰ δὲν τόλ­μη­σα νὰ μι­λή­σω.

       Στὰ διό­δια τῶν Ἀφιδνῶν: «Ὄμορ­φα ἤτα­νε, πό­σα χρό­νια τρί­α, τέσ­σε­ρα;» ψι­θύ­ρι­σε. Δὲν ἦταν οὔτε δύ­ο χρό­νια καλὰ-κα­λά, ἀλλὰ δὲν ἤθε­λα νὰ τὴν δια­ψεύ­σω. —Γρα­νά­δα, ave Maria— καὶ τὰ σχε­τι­κά. Στὴν ἔξο­δο τῆς Κη­φι­σιᾶς θ’ ἀφή­να­με τὴν ἐθνι­κή. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μοῦ ‘ρθε νὰ πα­ρα­τή­σω τὸ τι­μό­νι, νὰ χώ­σω τὰ δά­χτυλά μου στὰ ὑπέ­ρο­χα μαλ­λιά της καὶ νὰ τῆς φω­νά­ξω κα­τά­φα­τσα πὼς δὲν ἀντέ­χω ποὺ τὴν χά­νω. Πλη­σιά­ζα­με, πλη­σιά­ζα­με ἀφό­ρη­τα, ἐγὼ θὰ γύ­ρι­ζα ἀμέ­σως στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἐκεί­νη με­τα­κό­μι­ζε ὁρι­στι­κά στὴν Ἀθή­να.

       —Time to say goodbye!— Βαλ­τός ἦταν κι αὐτός; Μᾶλλον ἐκεί­νη τὄβα­λε ἐπί­τη­δες, νὰ μὲ ἀπο­τρε­λά­νει: «Ὁ Pavarotti», εἶπα βια­στικὰ. Εἴχα­με φτά­σει. Βγῆκα νὰ τῆς ἀνοίξω τὴν πόρ­τα. Μοῦ ‘σφι­ξε τὸ χέ­ρι γλι­στρώ­ντας μου μὲ τρό­πο δύ­ο χαρ­το­νομί­σμα­τα. Ἔκα­να νὰ δια­μαρ­τυ­ρηθῶ. Ὄχι, του­λά­χι­στον ὄχι αὐτήν τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ἐξάλ­λου δὲν εἶχα πά­ρει ἄλλους ἐπι­βά­τες μὲ τὴν ἐλπί­δα, τὴν ὕστα­τη ἐλπί­δα νὰ μπο­ρέ­σω ἐπι­τέ­λους νὰ τῆς ἐκμυ­στη­ρευθῶ τὰ αἰσθή­μα­τά μου. Ὅμως γι’ αὐτήν δὲν ἤμου­να παρὰ ὁ κουλ­του­ριά­ρης τα­ξι­τζῆς, ποὺ τὴν πη­γαι­νο­έ­φερ­νε Θεσ­σα­λο­νί­κη-Ἀ­θήνα, του­λά­χι­στον μί­α φο­ρά τὴν ἑβδο­μά­δα. Μοῦ ‘σφι­ξε πά­λι τὸ χέ­ρι: «Τὰ ρέ­στα δι­κά σου», φώ­να­ξε φεύ­γο­ντας.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Άγγελικὴ Σιδηρὰ: (Ἀθήνα, 1938).Ἔχει ἐργαστεί στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλά­δος καὶ στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Ποιήματά της ἔχουν μεταφρα­στεῖ στὰ γαλλικά, γερμανικά καὶ ἀγγλικά, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ ἀνθο­λογίες καὶ ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἐφημερίδες καὶ λογοτεχνικὰ περιο­δικά. Πρώτο της βιβλίο: Βραχνὴ φωνή (1983) καὶ τελευταῖο: Άμφίδρομη ἕλξη (ἐκδ. Διάττων, Καστανιώτης, 2010). Eἷναι μέλος τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων.