Λὸν Ὄττο (Lon Otto): Ἐρωτικὰ Ποιήματα

 

 

Λὸν Ὄττο (Lon Otto)

 

Ἐρωτικὰ Ποιήματα

(L­o­ve P­o­e­ms)

 

ΗΣ Ε­ΓΡΑ­ΨΕ ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ ποί­η­μα γιὰ τὴ μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου. Εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φο, ἐκ­φρά­ζει καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νει ἕ­να πα­θι­α­σμέ­νο, αὐ­θεν­τι­κὸ συ­ναί­σθη­μα. Ἕ­να συ­ναί­σθη­μα γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θε­ω­ροῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του ἱ­κα­νό, μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα ποὺ ἀ­νή­κει σὲ κά­ποι­ον κα­λύ­τε­ρο ἄν­θρω­πο. Ταυ­τό­χρο­να, τὰ κα­λο­λο­γι­κὰ στοι­χεῖα εἶ­ναι ἔν­το­να καὶ εὐ­δι­ά­κρι­τα, ἡ μορ­φὴ πε­ρί­πλο­κη μὰ δι­α­κρι­τι­κή. Ἀ­παγ­γέλ­λει τὸ ποί­η­μα ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ πι­στέ­ψει ὅ­τι εἶ­ναι τό­σο κα­λό. Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποί­η­μα ποὺ ἔ­γρα­ψε πο­τέ.

       Θὰ τῆς τὸ στεί­λει μὲ e-m­a­il ἀ­πό­ψε. Ἐ­κεί­νη θὰ τὸ ἀ­νοί­ξει μό­λις τὸ λά­βει, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἔ­ξυ­πνο προ­γραμ­μα­τι­σμό, τὴ μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὸ πά­θος του θὰ τὴ θαμ­πώ­σουν, θὰ τὴ συ­νε­πά­ρουν. Θὰ τὸ βά­λει μα­ζὶ μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα γράμ­μα­τά του καὶ θὰ τὸν ἀ­γα­πά­ει γιὰ αὐ­τό, ὅ­πως τὸν ἀ­γα­πά­ει καὶ γιὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα γράμ­μα­τά του. Δὲν θὰ τὸ δεί­ξει σὲ κα­νέ­ναν, ἀ­φοῦ εἶ­ναι κλει­στὸς ἄν­θρω­πος, καὶ αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει στὸ χα­ρα­κτή­ρα της.

      Ἀ­φοῦ τῆς στέλ­νει τὸ γράμ­μα ἠ­λε­κτρο­νι­κά, κα­θα­ρο­γραμ­μέ­νο μὲ τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα γρα­φή του, δα­κτυ­λο­γρα­φεῖ ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο γιὰ τὸ δι­κό του ἀρ­χεῖ­ο. Ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ στεί­λει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ φη­μι­σμέ­να λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, στὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ἔ­χει γί­νει ἀ­κό­μα δε­κτός. Δι­στά­ζει ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση, για­τί αὐ­τό, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ ἀ­μή­χα­νη κα­τά­στα­ση μὲ τὴ γυ­ναί­κα του. Στὸ τέ­λος πα­ρα­λεί­πει τὴν ἀ­φι­έ­ρω­ση. Τε­λι­κά, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ δώ­σει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο καὶ στὴ γυ­ναί­κα του. Στὴ συ­νέ­χεια, στέλ­νει καὶ ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο σὲ μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ ξέ­ρει στὴν Ἀγ­γλί­α, μιὰ ποι­ή­τρια ποὺ κα­τα­λα­βαί­νει πραγ­μα­τι­κά το ἔρ­γο του. Κα­θα­ρο­γρά­φει ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο γιὰ αὐ­τή, μὲ ἀ­φι­έ­ρω­ση στὰ ἀρ­χι­κά του ὀ­νό­μα­τός της. Θὰ τὸ λά­βει λί­γες μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, θὰ πι­στέ­ψει ὅ­τι αὐ­τὸς τὴ σκε­φτό­ταν λί­γες μέ­ρες πρὶν τὴν ἡ­μέ­ρα τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­λεν­τί­νου.

     

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Λὸν Ὄτ­το (L­on O­t­to). Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ζεῖ στὴν Ὀ­μά­χα ἐ­δῶ καὶ πολ­λὲς γε­νιές. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς — A N­e­st of H­o­o­ks (U­n­i­v­e­r­s­i­ty of I­o­wa P­r­e­ss) καὶ C­o­v­er Me (C­o­f­f­ee H­o­u­se). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στοὺς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους F­l­a­sh F­i­c­t­i­o­ns, T­o­w­n­s­h­i­ps, A­m­e­r­i­c­an F­i­c­t­i­on, καὶ B­e­st W­o­r­ds, B­e­st O­r­d­er, κα­θὼς καὶ στὸ F­l­a­sh F­i­c­t­i­o­ns F­o­r­w­a­rd. Εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Ἰν­τιά­να καὶ ἔ­χει ζή­σει στὴν Κό­στα Ρί­κα, ἔ­χει δι­δά­ξει στὸ Με­ξι­κό, στὴν Ἱ­σπα­νί­α καὶ στὴν Πορ­το­γα­λί­α. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ καὶ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Σὲντ Τό­μας, στὸ Σὲντ Πὸλ τῆς Μι­νε­σό­τα.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σμα­ρά­γδα Γκέ­τσου (Ἀ­θή­να, 07/05/1980). Ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὶς σπου­δές της στὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴ δι­ερ­μη­νεί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου τὸ 2004. Ἔ­κτο­τε ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ας στὴ με­τά­φρα­ση.

 

Διαφημίσεις

Σαμάνθα Σούκ (Samantha Schoech): Γιατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχεις πάει ἐξαρχῆς

 

 

Σαμάνθα Σούκ (Samantha Schoech)

 

Γιατὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχεις πάει ἐξαρχῆς

(Why you shouldn’t have gone in the first place)

 

ΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙΣ μέ­χρι τὸ Βα­λέ­χο γιὰ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σεις στὰ μι­σὰ τῆς δι­α­δρο­μῆς. Ἀ­κό­μη κι ἂν νι­ώ­θεις πνιγ­μέ­νη καὶ δὲν ἔ­χεις πη­δη­χτεῖ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ χω­ρί­σα­τε πρὶν ἀ­πὸ δύ­ο μῆ­νες. Πρῶ­τον, θὰ ἔ­χεις πι­εῖ δύ­ο πο­τή­ρια κόκ­κι­νο κρα­σὶ καὶ πι­θα­νό­τα­τα νὰ μὴν εἶ­ναι κα­λὴ ἰ­δέ­α νὰ ὁ­δη­γή­σεις στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο ποὺ θὰ εἶ­ναι γε­μά­τος ἀ­κό­μα καὶ μιὰ κυ­ρι­α­κά­τι­κη νύ­χτα. Δεύ­τε­ρον, πα­ρό­λο ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὸ Βα­λέ­χο ἀ­κού­γε­ται δι­α­σκε­δα­στι­κὸ καὶ πε­ρι­πε­τει­ῶ­δες, ἀ­κό­μα καὶ λί­γο πρό­στυ­χο, ὅ­ταν φτά­σεις στὸ Ρὸν­τς Χί­κο­ρυ Πίτ, συγ­χυ­σμέ­νη, γε­μά­τη προσ­δο­κί­ες καὶ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, θὰ δεῖς ἕ­να τρι­σά­θλιο, κα­τα­θλι­πτι­κὸ μέ­ρος, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη συ­νάν­τη­ση. Τὰ μέ­λη κά­ποι­ας ἀ­σι­α­τι­κῆς συμ­μο­ρί­ας θὰ παί­ζουν μπι­λιά­ρδο στὸ μπὰρ καὶ οἱ δύ­ο ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ μέ­σα, ἡ μί­α μὲ τὸ σέ­ξι παν­τε­λό­νι, θὰ τρα­γου­δᾶ­νε ἐ­ναλ­λὰξ πα­λιὰ τρα­γού­δια τῆς Μαν­τό­να στὴ σκη­νὴ τοῦ κα­ρα­ό­κε. Θὰ εἶ­ναι κά­τι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ γέ­λα­γες ὑ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς συν­θῆ­κες.

        Ἐ­πει­δὴ θὰ φτά­σεις ἐ­κεῖ πρώ­τη, θὰ πε­ρά­σεις του­λά­χι­στον δέ­κα λε­πτὰ ἀ­νη­συ­χών­τας ὅ­τι δὲν θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Κι ἔ­στω κι ἂν ἐμ­φα­νι­στεῖ στὸ τέ­λος, τὸ ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­μεί­νεις τὴ σκέ­ψη ὅ­τι θὰ σὲ ἐ­ξευ­τε­λί­σει στή­νον­τάς σε, θὰ καρ­φω­θεῖ στὴ συ­νεί­δη­σή σου, μα­ζὶ μὲ τοὺς ὅρ­κους ποὺ ἔ­δω­σες στὸ κο­λέ­γιο γιὰ ἀ­δελ­φο­σύ­νη καὶ πὼς δὲν θὰ κοι­μᾶ­σαι μὲ ἄν­τρες ποὺ βρί­σκον­ται ἤ­δη σὲ σχέ­ση.

      Θὰ στα­θεῖς ἔ­ξω κα­πνί­ζον­τας, ἀ­νι­χνεύ­ον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης καὶ θὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖς τοὺς προ­βο­λεῖς τῶν αὐ­το­κι­νή­των νὰ χά­νον­ται ἀ­στρα­πια­ῖα στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο 80. Ὅ­ταν ζη­τή­σεις φω­τιὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας αὐ­τὸς ἀν­τὶ γιὰ φω­τιὰ θὰ ἀ­παν­τή­σει, «Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν πό­τε θὰ μοῦ μι­λοῦ­σες». Θὰ προ­σποι­η­θεῖς πὼς δὲν τὸν ἄ­κου­σες καὶ θὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖς μέ­χρι τὴν ἀν­τί­πε­ρα πλευ­ρὰ τοῦ τσι­μεν­τέ­νιου πλα­τώ­μα­τος, ἀ­νά­με­σα στὸ χῶ­ρο στάθ­μευ­σης καὶ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ προ­θα­λά­μου. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου θὰ πα­ρα­τη­ρεῖς μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια νὰ κα­τευ­θύ­νε­ται ἀρ­γὰ πρὸς τὸν μπου­φέ. Θὰ εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ θὰ τρῶ­νε καὶ ἡ εἰ­κό­να αὐ­τὴ θὰ σὲ κά­νει νὰ νι­ώ­σεις μο­να­ξιά. Θὰ κα­πνί­ζεις μα­νι­ω­δῶς, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ὠ­φε­λή­σει σὲ τί­πο­τα τὴν τα­χυ­καρ­δί­α σου.

      Ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος φτά­σει ἐ­κεῖ, θὰ ὁ­δη­γᾶ τὸ ἄ­σπρο σα­λοὺν αὐ­το­κί­νη­τό της καὶ θὰ ἀ­φή­σεις τὸ μυα­λό σου νὰ πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σ’ αὐ­τὴ τὴν σκέ­ψη γιὰ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο ἀ­μη­χα­νί­ας, πρὶν χα­μο­γε­λά­σεις καὶ τὸν πε­ρι­μέ­νεις νὰ σὲ συ­ναν­τή­σει στὸ πλά­τω­μα. Μό­λις τὸν δεῖς, θὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις ὅ­τι ἡ ὅ­λη φά­ση ἦ­ταν ἕ­να λά­θος. Ἐ­κεῖ­νος θὰ θέ­λει νὰ πά­ει στὸ μπὰρ γιὰ μιὰ μπύ­ρα καὶ μό­νο ἐ­σὺ θὰ μι­λᾶς, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νος θὰ σοῦ χα­μο­γε­λᾶ ἀγ­χω­μέ­να καὶ θὰ σφίγ­γει τὸ γό­να­τό σου χω­ρὶς νὰ μι­λᾶ κα­θό­λου. Ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ἐ­σὺ θὰ λὲς στὸν ἑ­αυ­τό σου σι­ω­πη­λὰ πὼς τὸν ἔ­χεις ξε­πε­ρά­σει, πὼς τὸν συ­νάν­τη­σες ἐ­δῶ, σ’ αὐ­τὸ τὸν γε­λοῖ­ο τό­πο ὡς μέ­ρος ἑ­νὸς κα­κό­γου­στου ἀ­στεί­ου. Δυ­ὸ ἁ­πλοὶ φί­λοι σὲ μιὰ βρα­δι­νὴ πε­ρι­πέ­τεια. Ἔ­τσι θὰ τὸ ἀ­πο­κα­λέ­σε­τε: μιὰ πε­ρι­πέ­τεια. Οἱ δυ­ό σας θὰ γε­λά­σε­τε αὐ­τά­ρε­σκα μὲ αὐ­τὸ τὸν εὐ­φη­μι­σμό.

      Με­τὰ ἀ­πὸ μι­σὴ μπύ­ρα, θὰ ἀρ­χί­σεις νὰ φλερ­τά­ρεις, θὰ πιά­σεις τὸ χέ­ρι του καὶ ἐ­νάν­τια στὴ σω­στή σου κρί­ση, θὰ προ­τεί­νεις ἕ­να δω­μά­τιο στὸ Μο­τὲλ 6. Πρὶν αὐ­τὸς συμ­φω­νή­σει, ὁ δι­σταγ­μὸς θὰ ἀ­στρά­ψει στὸ πρό­σω­πό του γιὰ λί­γο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα γιὰ νὰ τὸ μαρ­τυ­ρή­σει. Καὶ οἱ δυ­ό σας γιὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πo τῆς νύ­χτας θὰ ξέ­ρε­τε πὼς ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὸ μο­τὲλ ἦ­ταν δι­κή σου. Ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος τὸ πλη­ρώ­σει, ἐ­σὺ θὰ νι­ώ­θεις σὰν κυ­νη­γός, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ νὰ νι­ώ­θεις πο­θη­τὴ καὶ ἐ­νάν­τια στὸν ὅ­λο σκο­πὸ τοῦ νὰ βγαί­νεις μὲ ἕ­να παν­τρε­μέ­νο.

      Μὴν ὁ­δη­γή­σεις μέ­χρι τὸ Βα­λέ­χο, ἐ­πει­δὴ με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς προσ­δο­κί­ες τὸ σὲξ θὰ εἶ­ναι μέ­τριο καὶ ἐ­κεῖ­νος θὰ ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ ἕ­να αἴ­σθη­μα ἀ­νη­συ­χί­ας, ποὺ θὰ σὲ ξε­νε­ρώ­σει, γιὰ τὸ ὅ­τι θὰ με­τα­τρα­πεῖ στὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­χει ἤ­δη γί­νει. Θὰ ξα­πλώ­σεις ἐ­κεῖ στὸν κα­πνὸ τῆς κλει­σού­ρας καὶ τῆς μυ­ρω­διᾶς τοῦ ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κοῦ, ἀ­κού­γον­τας τοὺς μυ­στή­ριους ἤ­χους με­ταλ­λι­κῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων τῶν φι­λο­ξε­νού­με­νων τοῦ ἐ­πά­νω ὀ­ρό­φου, ἐ­νῶ θ’ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι τί στὸ δι­ά­ο­λο κά­νεις ἐ­κεῖ. Κι ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ρω­τή­σει ἂν θὰ σὲ ἐ­νο­χλοῦ­σε τρο­με­ρά, ἂν πή­γαι­νε σπί­τι ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα, ἀ­φοῦ τε­λι­κά, εἶ­ναι πιὸ ἄ­νε­τα νὰ κοι­μη­θεῖ στὸ δι­κό του κρε­βά­τι, ἐ­σὺ θὰ πεῖς πὼς ναὶ σὲ ἐ­νο­χλεῖ. Κι ἔ­τσι ἐ­κεῖ­νος θὰ μεί­νει, ἀλ­λὰ ἀ­πρό­θυ­μα, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα ὁ ἦ­χος τοῦ μη­χα­νή­μα­τος φιλ­τρα­ρί­σμα­τος τῆς πι­σί­νας καὶ τοῦ θο­ρύ­βου ἐ­κεί­νου τοῦ ἄν­τρα ποὺ εἶ­ναι ξύ­πνιος, θὰ σοῦ θυ­μί­ζει για­τί δὲν ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χεις πά­ει ἐ­ξαρ­χῆς.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Σαμάνθα Σούκ (Samantha Schoech). Γεν­νή­θη­κε ἀ­πὸ χί­πη­δες γο­νεῖς στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο, ὅ­που τώ­ρα ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δί­δυ­μά τους. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ πε­ρι­ο­δι­κὸ ὡς ἐ­πι­με­λή­τρια τα­ξι­δι­ω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν γιὰ τὴν Κα­λι­φόρ­νια καὶ τὸ Με­ξι­κό. Τὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ βι­βλί­α.

http://www.samanthaschoech.com/about.html

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Ἄν­να Ἐ­πι­στη­θί­ου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Εἰκόνα: Motel Love II, πίνακας τοῦ Jack Vettriano.

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki): A mail in the life

 

 

Φερνάντο Ἰγουασάκι (Fernando Iwasaki)

 

A mail in the life

 

­ΔΩ ΚΑΙ ΜΕ­ΡΙ­ΚΟΥΣ ΜΗ­ΝΕΣ στέλ­νω ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα στὴ γυ­ναί­κα μου, κά­νον­τάς την νὰ πι­στεύ­ει πὼς εἶ­μαι κά­ποι­ος ἄλ­λος. Στὴν ἀρ­χὴ τὸ πῆ­ρε στὴν πλά­κα, ἀλ­λὰ σι­γὰ σι­γὰ ἄρ­χι­σε νὰ τσι­μπά­ει, νὰ ἔ­χει φαν­τα­σι­ώ­σεις μὲ τὰ μη­νύ­μα­τά μου, νὰ μοι­ρά­ζε­ται μὲ τὸ ἄλ­λο μου ἐ­γὼ τὶς πιὸ ἀ­νο­μο­λό­γη­τες ἐ­πι­θυ­μί­ες της.

       Τῆς ἔ­στη­σα πα­γί­δες γιὰ νὰ δῶ ἂν ὑ­πο­ψιά­ζε­ται κάτι, ἀλλὰ τίποτα. Τό ‘χει χά­ψει τε­λείως. Δὲν ἀρ­νοῦ­μαι ὅ­τι δείχ­νει πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, μέ­χρι ποὺ ἔ­κα­να καὶ τὸν δύ­σκο­λο ὅ­ταν μοῦ ζή­τη­σε νὰ τὴ σο­δο­μί­σω, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τῆς τὸ εἶ­χα προ­τεί­νει ὑ­πὸ τὴν κρυ­φή μου ταυ­τό­­τη­τα. Ἀλ­λὰ ὣς ἐ­δῶ ἦ­ταν· θὰ τῆς δεί­ξω ἐ­γώ.

      Θὰ αὐ­το­κτο­νή­σω γιὰ νὰ μᾶς χά­σει καὶ τοὺς δυ­ό.

 

 

 Πηγή: Ajuar funerario (Νεκρικὰ προικιά), Páginas de Espuma, Μαδρίτη, 2004

 

Φερ­νάν­το ­γου­α­σά­κι (F­e­r­n­a­n­do I­w­a­s­a­ki) (Λί­μα, 1961). M­έ­νει μό­νι­μα στὴ Σε­βίλ­λη ἀ­πὸ τὸ 1985. Ἔ­χει γρά­ψει τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα Li­bro de mal a­mor (2001) καὶ Negui­jón (2005) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των In­qui­si­cio­nes pe­ru­a­nas (1997), Un mi­la­gro in­fo­r­mal (2003), A­ju­ar fu­ne­ra­rio (2004), He­lar­te de a­mar y o­tras hi­­sto­­ri­as de ci­encia-fic­ción (2006), E­spa­ña a­par­ta de mí e­stos pre­mi­os (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τὸ δι­ή­γη­μά του «Ἡ Ἱ­σπα­νί­δα ὅ­ταν φι­λά­ει».

Ἱστοσελίδα: http://www.fernandoiwasaki.com

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τί­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­δά­κτο­ρας Ἰ­σπα­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γρα­νά­δας. Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖ­ο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Με­τα­φρα­στὴς πολ­λῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά. 

 

Ἀλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Alejandro Jodorovsky): Ποιότητα καὶ ποσότητα

 

 

Ἀ­λε­χάν­τρο Γι­ον­το­ρόφ­σκι (Alejandro Jodorovsky)

 

 Ποιότητα και ποσότητα

(Calidad y cantidad)

 

ΕΝ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ἐ­κεί­νη ἀλ­λὰ τὴ σκιά της. Φρόν­τι­ζε νὰ τὴν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τὴν αὐ­γὴ τό­τε ποὺ ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρη.              

 

 

 

Πη­γή: Minificciones.com.ar

 

Ἀλεχάντρο Γιοντορόφσκι (Αlejandro Jodorovsky·Χι­λή, 1929). Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ `50, ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Πα­ρί­σι. Ἀσχο­λή­θη­κε μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α, τὸ θέ­α­τρο, τὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ τὸ σκί­τσο. Ἔ­χει ἐ­πί­σης σκη­νο­θε­τή­σει ἀρ­κε­τὲς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Complutense τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἔκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

Νατάσα Χατζιδάκι: Τί κάνεις μ’ ἕνα σπασμένο καθρέφτη

 

 

Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι

 

Τί κάνεις μ’ ἕνα σπασμένο καθρέφτη

 

ΙΠΑ: Δὲν πει­ρά­ζει. Μό­νο ποὺ ὁ κα­θρέ­φτης ἔ­πε­σε πά­νω μου. Τὸ μπρά­τσο μου μά­τω­σε. Πο­νῶ λί­γο. Δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ στα­μα­τή­σω τὸ αἷ­μα.

       Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε: Σὲ εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει. Ἦ­ταν σα­φὲς ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ Κα­θρέ­φτης ἐ­πρό­κει­το νὰ σπά­σει. Ἡ ἀ­στά­θειά του ἦ­ταν με­γά­λη. Καὶ ἡ δι­κή σου ἀ­στά­θεια. Ἄλ­λα δὲν μὲ ἀ­κοῦς. Πο­τὲ δὲν ἀ­κοῦς ὅ,τι σοῦ λέ­νε οἱ ἄλ­λοι.

      Ἀρ­χί­σα­με νὰ μα­ζεύ­ου­με τὰ σπα­σμέ­να κομ­μά­τια. Ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τοῦ κα­θρέ­φτη εἶ­χε δι­α­σω­θεῖ. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὸ με­γα­λύ­τε­ρο. Εἶ­χε ὅ­μως ἕ­να πε­ρί­ερ­γο σχῆ­μα. Ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νο. Τό­τε τὸν ἔ­βγα­λα ἀ­πὸ τὸ πλαί­σιο καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σα πά­λι ἐ­κεῖ. Ἀ­νά­με­σα στὰ δυ­ὸ ἀ­ση­μέ­νια κη­ρο­πή­για μὲ τὰ γα­λά­ζια κε­ριά. Πά­νω στὴν μπὲζ δαν­τέ­λα. Στὸ σκοῦ­ρο σα­τέν. Πο­λὺ κον­τὰ στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο βε­λοῦ­δο μὲ τὰ κεν­τή­μα­τα.

      Εἶ­πα: Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ πά­ω τὴν κορ­νί­ζα αὔ­ριο γιὰ ἕ­ναν ἄλ­λο Κα­θρέ­φτη. Θέ­λω αὐ­τὴ τὴν Κορ­νί­ζα.

      Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε: Γιὰ φαν­τά­σου. Ἂν δὲν ἔ­σπα­ζε ὁ κα­θρέ­φτης, δὲν θὰ πρό­σε­χα πο­τὲ πὼς ἀ­νά­με­σα στὰ κη­ρο­πή­για μὲ τὰ γα­λά­ζια κε­ριά. Πά­νω στὴ λευ­κὴ δαν­τέ­λα. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ βε­λοῦ­δο. Μπρο­στὰ στὸν ἴ­διο σου τὸν κα­θρέ­φτη. Εἶ­χες κρυμ­μέ­νο τὸν «Χα­μέ­νο Πα­ρά­δει­σο» τοῦ Μίλ­τω­να.

      Εἶ­πα: Μά, δὲν τὸν εἶ­χα κρυμ­μέ­νο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, δὲν εἶ­ναι κρυμ­μέ­νος. Εἶ­ναι χα­μέ­νος.

 

      (Ἔ­τσι ἔ­σπα­σε ὁ κα­θρέ­φτης ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ.)

 

 

Πη­γή: Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι, Ξέ­νοι στὴν πό­λη, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1993.

 

Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἀγ­γλι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συνε­ργά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το της βι­βλίο: Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1971). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἄ­δη­λος ἀ­να­πνο­ή (Ποι­ή­μα­τα 1971-1990· Ὕ­ψι­λον, 2008).

 

Δώρα Κασκάλη: Μικρὸ ἐρωτικό

 

 

Δώρα Κα­σκά­λη

 

Μι­κρὸ ἐρω­τι­κό

 

Ο ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΔΥ τὸ ἄσπρο που­κά­μι­σο βγαί­νει ἀπὸ τὴ χάρ­τι­νη θή­κη του καὶ παίρ­νει θέ­ση ἀπέ­να­ντι ἀπὸ τὸ κρε­βά­τι της. Τὸ ἁπλώ­νει πά­νω στὴν πο­λυ­θρό­να καὶ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ νὰ γε­μί­ζει στα­δια­κὰ ἀπὸ τὴ σάρ­κα τοῦ σκο­τα­διοῦ, ὅσο μι­λά­ει ξα­πλω­μέ­νη στὸ τη­λέ­φω­νο μὲ τὸν ἄντρα της γιὰ τὶς ἐντυ­πώ­σεις ἀπὸ τὸ σε­μι­νά­ριο, τὶς ἡμε­ρή­σιες ἐπι­δό­σεις τῶν παι­διῶν στὸ σχο­λεῖο καὶ τὰ αὐρια­νὰ ψώ­νια. Ἀργό­τε­ρα, ἀφοῦ θὰ ἔχει σβή­σει τὸ πορ­τα­τὶφ καὶ ἡ εἰκό­να τῆς ἐργα­ζό­με­νης μη­τέ­ρας καὶ συ­ζύ­γου θὰ ἐξαϋλώ­νε­ται πά­νω στὰ ρι­γὲ σε­ντό­νια, μπο­ρεῖ νὰ φα­ντα­σιω­θεῖ, μέ­χρι τὴν τρο­μώ­δη κα­τα­βύ­θι­ση στὸν πρῶτο ὕπνο, τὸ φί­νο λευ­κὸ ὕφα­σμα φο­ρε­μέ­νο πά­νω στὸ κορ­μί του. Πρὸς τὸ πα­ρόν, μέ­σα στὴν πη­χτὴ νύ­χτα ποὺ μπαί­νει ἀπὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της καὶ ἤδη κα­τα­τρώει τὸ φω­τι­σμέ­νο κύ­κλο τῆς λά­μπας, λι­γο­στεύο­ντάς τον στὸ ζω­τι­κὸ χῶρο του γύ­ρω ἀπὸ τὸ κο­μο­δί­νο, σχη­μα­τί­ζε­ται στὶς ἄκρες τῶν χει­λιῶν της ἕνα φευ­γα­λέο χα­μό­γε­λο, στὴ σκέ­ψη ὅτι κά­τι τέ­τοια ἄσπρα που­κά­μι­σα εἶναι φτιαγ­μέ­να γιὰ νὰ τὰ ἀπο­χω­ρί­ζε­ται κα­νεὶς βίαια, συ­σκευὲς ἡδο­νῆς ποὺ ἔχουν ἐφευ­ρε­θεῖ μό­νο γιὰ νὰ ἀπο­θεώ­νο­νται τὰ σώ­μα­τα.

       Τὸ ἑπό­με­νο πρωί, τὸ δι­πλώ­νει προ­σε­κτι­κὰ καὶ τὸ σφα­λί­ζει μέ­σα στὸ κου­τί του μὲ τὶς ἴδιες αὐτο­μα­το­ποιη­μέ­νες κι­νή­σεις, μὲ τὶς ὁποῖες δι­πλώ­νει καὶ τα­κτο­ποιεῖ μέ­σα στὴ συρ­τα­ριέ­ρα τὰ φα­νε­λά­κια τῶν παι­διῶν καὶ τὰ ἐσώ­ρου­χα τοῦ ἄντρα της.

      Τὸ δεύ­τε­ρο βρά­δυ, τὸ στρώ­νει πά­νω στὸ κρε­βά­τι της, ἀφοῦ πρῶτα τὸ ἀρω­μα­τί­σει μ’ ἕνα γαλ­λι­κὸ ἀνδρι­κὸ ἄρω­μα —ση­με­ρι­νὸ ἀπό­κτη­μα— ποὺ παί­ζει χη­μι­κὰ μὲ τοὺς τό­νους τοῦ περ­γα­μό­ντου καὶ τῆς κα­νέ­λας. Τὸ τη­λε­φώ­νη­μα αὐτὴ τὴ φο­ρὰ εἶναι πιὸ σύ­ντο­μο· ἔχει μιὰ ἀνε­ξή­γη­τη ἀνυ­πο­μο­νη­σία νὰ τε­λειώ­νει μὲ τὰ τυ­πι­κὰ γι’ αὐτὸ μι­λά­ει βια­στι­κά, κά­νο­ντας κο­φτὲς δια­δρο­μὲς πά­νω στὴν πρά­σι­νη μο­κέ­τα. Ὅταν κλεί­νει τὸ τη­λέ­φω­νο, ξα­πλώ­νει πά­νω του, στὸ κέ­ντρο του, βου­λιά­ζο­ντας τὴ δα­ντε­λέ­νια νυ­χτι­κιά της μέ­σα στὶς νε­ο­α­πο­κτη­θεῖσες τσα­λά­κες του. Πά­νω στὴν ὀθό­νη τῶν μα­τιῶν της ξα­να­ζεῖ τὴ μέ­ρα ποὺ τε­λειώ­νει, προ­σπα­θεῖ νὰ δώ­σει ἕνα νέο νό­η­μα στὶς τυ­χαῖες κι­νή­σεις του —ἕνα βλε­φά­ρι­σμα, ἕνα φευ­γα­λέο ἀκού­μπη­μα τῆς πα­λά­μης του πά­νω στὰ δι­κά της χέ­ρια ποὺ πληκ­τρο­λο­γοῦν ἀβέ­βαια—, προ­βά­ρει τὰ λό­για της πού, ἴσως αὔριο, κα­τα­φέ­ρουν νὰ γί­νουν ὁ ση­μα­τω­ρὸς τῆς ἐπι­θυ­μίας της. Τὴν ἴδια ὥρα, ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ ἱδρώ­τα της ἀγω­νί­ζε­ται νὰ ἑνω­θεῖ μὲ τὴ σκλη­ρὴ ὑφὴ τῆς κόλ­λας τοῦ ἀφό­ρε­του ρού­χου καὶ τὴ γαλ­λι­κὴ ἐσὰνς τοῦ κορ­μιοῦ του ποὺ ὅλο τὸ πρωὶ τῆς πό­τι­ζε τὴ μύ­τη.

      Νω­ρίς, στὸ ἔμπα τοῦ λυ­καυ­γοῦς, με­τὰ ἀπὸ μιὰ ἄγρυ­πνη νύ­χτα, ἀπο­φα­σί­ζει νὰ ζη­τή­σει ἀπὸ τὸν αἰνιγ­μα­τι­κὰ φι­λι­κὸ ἐκπαι­δευ­τή της νὰ βγοῦνε γιὰ φα­γη­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖο βρά­δυ της στὴν πρω­τεύου­σα.

      Τὸ τρί­το βρά­δυ, τὸ ἄσπρο που­κά­μι­σο πα­ρα­μέ­νει τσου­βα­λια­σμέ­νο στὸ χάρ­τι­νο κι­βού­ρι του. Ἐνώ­πιος ἐνω­πίῳ γιὰ μιὰ ἀκό­μη νύ­χτα: αὐτὴ στὴν πο­λυ­θρό­να, ἐκεῖνο πά­νω στὸ στρω­μέ­νο κρε­βά­τι της. Τώ­ρα πιὰ τὸ βλέ­πει ἀπὸ μα­κριὰ καὶ τὸ πε­ρι­γε­λᾶ. Σκέ­φτε­ται ὅτι αὐτὸς ὁ ἀμή­χα­νος νε­α­ρὸς οὔτε στὰ ὄνει­ρά του δὲν θὰ ἀγό­ρα­ζε ἕνα τό­σο ἀκρι­βὸ ὕφα­σμα. Ἂν θυ­μᾶται κα­λά, τὸ ἄσπρο που­κά­μι­σο ποὺ φό­ρε­σε τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ σε­μι­να­ρίου ἦταν λι­γά­κι γα­ρια­σμέ­νο καὶ φθαρ­μέ­νο στὶς μαν­σέ­τες. Τὸ ἔμπει­ρο μά­τι τῆς νοι­κο­κυ­ρᾶς θὰ τὰ ἔπια­νε κά­τι τέ­τοια μὲ τὴν πρώ­τη καὶ θὰ ἔβγα­ζε καὶ πολ­λὰ ἄλλα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Ἀλλά, γιὰ μιὰ βδο­μά­δα ἀπο­φά­σι­σε νὰ ἀφή­σει αὐτὴ τὴ διεισ­δυ­τι­κὴ καὶ σω­τή­ρια μα­τιὰ μα­ζὶ μὲ τὶς ἀπο­σκευές της στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χείου. Κρά­τη­σε μό­νο τὴ θο­λὴ ὅρα­ση τῆς γυ­ναί­κας ποὺ θέ­λει νὰ γο­η­τεύ­σει καὶ νὰ γο­η­τευ­θεῖ.

      Φεύ­γει ἀπ’ τὸ δω­μά­τιό της ἀγκα­λιὰ μὲ τὸ που­κά­μι­σο. Δὲν ξέ­ρει για­τὶ ἀγό­ρα­σε αὐτὸ τὸ φι­νε­τσά­το ροῦχο. Δὲν ὑπῆρχε πε­ρί­πτω­ση νὰ τοῦ τὸ χα­ρί­σει, δὲν θὰ ἔφτα­νε τό­σο μα­κριά. Οὔτε καὶ σκο­πεύει νὰ τὸ πά­ρει μα­ζί της, δῶρο συ­ζυ­γι­κό, φθη­νὴ ἐξα­γο­ρὰ τῶν ἀμφί­βο­λων ἐνο­χῶν της. Στὸ ἀσαν­σέ­ρ, τσα­κί­ζει τὶς ἄκρες τῆς θή­κης του καὶ μέ­σα ἀπὸ τὸ σε­λο­φὰν προ­σπα­θεῖ νὰ δια­κρί­νει τὸ τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο ροῦχο ποὺ περ­νά­ει δύ­σκο­λα στὰ χέ­ρια της. Δὲν θέ­λει πιὰ νὰ θυ­μᾶται τὸ ἔκπλη­κτο βλέμ­μα του, ὅταν ἐκεί­νη βρῆκε τὸ κου­ρά­γιο νὰ τοῦ κά­νει τε­λι­κὰ τὴν πρό­τα­ση. «Ἔκπλη­κτο», αὐτὴ ἡ ἀνά­γνω­ση τῆς ἀρκεῖ καὶ δὲν ἐπι­θυ­μεῖ ἄλλα πά­ρε-δῶσε μὲ ἕνα πρό­σω­πο ποὺ θὰ ἔχει ξε­χά­σει μό­λις αὔριο.

      Στὸν κά­δο τῆς γω­νίας ἀπέ­να­ντι ἀπὸ τὸ ξε­νο­δο­χεῖο της, ξε­φορ­τώ­νε­ται τὸ που­κά­μι­σο ποὺ ἔχει χά­σει τὴν αἴγλη τοῦ και­νούρ­γιου καὶ ἀλα­φρω­μέ­νη ἀπὸ κά­θε λο­γῆς ροῦχα καὶ αἰσθή­μα­τα ἀπὸ δεύ­τε­ρο χέ­ρι βα­δί­ζει νω­χε­λι­κὰ πρὸς ἕνα μι­σο­φω­τι­σμέ­νο μπα­ρά­κι, σ’ ἕναν δι­πλα­νὸ πα­ρά­δρο­μο, ἀπο­φα­σι­σμέ­νη νὰ ἀνα­κα­τευ­τεῖ μὲ τοὺς κα­πνούς του, μὲ τὴν ταγ­γι­σμέ­νη μυ­ρω­διὰ ἀπὸ τὰ πει­ραγ­μέ­να οὐί­σκια του καὶ τοὺς σκο­τει­νοὺς τύ­πους του ποὺ ἔχουν ξε­χά­σει ἀπὸ χρό­νια τὰ λευ­κὰ χα­μό­γε­λα καὶ τὰ βαμ­βα­κε­ρὰ βλέμ­μα­τα.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Δώρα Κασκάλη (Σέρ­ρες, 1969). Σπού­δα­σε Ἑλλη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γία στὸ Ἀρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἔκα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ γιὰ τὴν ποίη­ση τοῦ Γιώρ­γου Θε­ο­το­κᾶ. Εἶναι ὑπάλ­λη­λος τοῦ Ὑπουρ­γείου Δι­καιο­σύ­νης. Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει διη­γή­μα­τά της στὰ πε­ριο­δι­κὰ Ἐξώ­πο­λις, Ναύ­δε­το, Πλα­νό­διον, Πα­ρέμ­βα­ση καὶ στὸ ἠλεκ­τρο­νι­κὸ πε­ριο­δι­κὸ Στά­χτες. Τὸ 2010 κυ­κλο­φό­ρη­σε συλ­λο­γὴ ὀχτὼ διη­γη­μά­των της μὲ τίτ­λο Στὸ τρέ­νο ἀπὸ τὶς ἐκδό­σεις Γα­βριη­λί­δης.

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Ἄτολμος

 

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου

 

Ἄ­τολ­μος

 

ΕΣ ΝΑ Μ’ΑΓΓΙΞΕΙΣ; θέ­λεις; πό­τε τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε κοι­τά­ζον­τάς τον κα­τα­πρό­σω­πο μὲ κά­τι μά­τια γε­μά­τα νε­ρὸ σὰν νέ­κταρ μυ­στι­κῆς πη­γῆς καὶ πό­τε ἄ­γρια, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τοῦ ἔ­παιρ­νε τὸ χέ­ρι σὰν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἡ ἴ­δια της ἕ­να μα­χαί­ρι πά­νω στὸ βυ­ζί της, νά, ἐ­δῶ πιά­σε κα­η­μέ­νε, τοῦ ‘λέ­γε, τί πε­ρι­μέ­νεις, τί ἀρ­γεῖς, τί σκέ­ψη χρει­ά­ζε­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τί κό­πο, κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­με­νε εἰ­σέ­τι ἄ­βου­λος, δει­λός, τρε­μά­με­νος μέ­σα του, ἀ­να­πο­φά­σι­στος, σὰν ἐ­χθρὸς στὸν πό­λε­μο ἔ­με­νε, νὰ σκο­τώ­σει ἢ ὄ­χι ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἐγ­γύ­τα­τα βρι­σκό­ταν καὶ ἱ­κέ­τευ­ε γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α του, δί­βου­λος ἔ­νοι­ω­θε, δι­συ­πό­στα­τος γιὰ κεί­νη τὴν πρά­ξη, δὲ νο­γοῦ­σε πῶς γί­νον­ται αὐ­τὰ τὰ αἵ­μα­τα, πῶς ση­κώ­νε­ται τὸ χέ­ρι ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα ν’ ἀγ­γί­ξει τὸ ἄλ­λο σῶ­μα, τί δυ­νά­μεις ὁ­δη­γοῦν, πα­ρορ­μοῦν ἀ­πὸ βα­θιά, ποι­ά ἡ ἀρ­χή, ποι­ό τὸ τε­τέ­λε­σται, κι ἂν ἐ­κεί­νη πα­ρω­δοῦ­σε σ’ ἕ­να φρι­χτὸ παι­χνί­δι ἐ­ξον­τώ­σε­ως, σὲ μιὰ μοί­ρα ἀ­λύ­γι­στη, ἀ­γύ­ρι­στη ἀ­πὸ πα­λιά, πῶς θά ‘βρι­σκε ξα­νὰ τὸν ὁ­λό­κλη­ρο ἑ­αυ­τό του, τὸ ὁ­λό­κλη­ρο χέ­ρι του, πῶς θὰ κοί­τα­ζε τὸν κό­σμο ξέ­νοια­στα, τὸ χέ­ρι του δὲν θὰ ἦ­ταν πιὰ δι­κό του, πα­ρὰ σὰν μιὰ σφρα­γί­δα ἀ­νε­ξί­τη­λη θά ‘με­νε πά­νω στὸ δι­κό της σῶ­μα, ἀ­πο­τύ­πω­μα καυ­τὸ σὲ μιὰ ξέ­νη σάρ­κα, ἂχ θὰ ἔ­χα­νε τὸ χέ­ρι του διὰ παν­τὸς ἀ­πὸ μιὰ ἐ­ξου­σί­α, ἕ­νας μο­νό­χειρ θὰ ἦ­ταν, ἕ­νας ἀ­ξι­ο­θρή­νη­τος κου­λός, θὰ φαι­νό­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ ἡ θ υ σ ί α.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ τέ­χνη. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Σεν­τό­νια τῆς ἀ­γρύ­πνιας (Ποι­ή­μα­τα, Με­ταίχ­μιο, 2006).

 

Εἰκό­να: Χέ­ρι στὸ στῆθος. Ἡμί­γλυ­φο ἔνθε­το σὲ πλα­κό­στρω­το τῆς πε­ριοχῆς τῶν «κόκ­κινων φα­να­ριῶν» τοῦ Ἄμστερ­νταμ.