Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Καίτη Βασιλάκου: Ψυχή στὴν ἔρημο


Καί­τη Βα­σι­λά­κου


Ψυ­χὴ στὴν ­ρη­μο


 ΨΥΧΗ ΕΝΟΣ ΑΣΚΗΤΗ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸν δρό­μο της. Πέ­ρα­σαν ἔ­τσι πολ­λὲς μέ­ρες καὶ ἡ ψυ­χὴ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νη καὶ χω­ρὶς ἄλ­λα κου­ρά­για φώ­να­ξε δυ­να­τὰ μέ­σα στὴν καυ­τὴ ἐ­ρη­μιά:

— Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο! Ἂν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός, ὁ Πα­ρά­δει­σος καὶ ἡ Κό­λα­ση, ἄς μὲ ἀ­κού­σουν. Ζη­τῶ βο­ή­θεια!

          Πε­ρί­με­νε λί­γη ὥ­ρα μέ­σα στὴ σι­ω­πή, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σε.

        — Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς μὲ ἀ­κοῦ­τε, φώ­να­ξε ξα­νά. Εἶ­μαι μιὰ ψυ­χὴ χω­ρὶς σῶ­μα καὶ γι’ αὐ­τὸ πρέ­πει οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ­τε καὶ νὰ μὲ βο­η­θή­σε­τε.

              Πε­ρί­με­νε πά­λι λί­γο, ἀλ­λὰ ἡ ἔ­ρη­μος ἔ­με­νε βου­βή.

        — Θὰ πε­θά­νω χω­ρὶς βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Τί­πο­τα, σι­γή. Τό­τε ἡ ψυ­χὴ κα­τά­λα­βε πὼς ἦ­ταν πράγ­μα­τι ὁ­λο­μό­να­χη.

        — Δὲ βα­ρι­έ­σαι! Μουρ­μού­ρι­σε. Πέ­θα­να ἤ­δη μιὰ φο­ρά. Τώ­ρα ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι.

        Καὶ πέ­θα­νε.

        Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα οἱ ἀ­ό­ρα­τες δυ­νά­μεις τῆς Φύ­σης συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους.

        — Γιὰ δές! εἶ­πε μί­α. Ἐ­κεί­νη ἡ ψυ­χὴ ποὺ πέ­θα­νε στὴν ἔ­ρη­μο εἶ­χε με­γά­λη ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Νό­μι­ζε πὼς θὰ ζοῦ­σε αἰ­ώ­νια.

        — Πράγ­μα­τι, εἶ­πε μιὰ ἄλ­λη. Αὐ­τὲς οἱ ἀν­θρώ­πι­νες ψυ­χὲς εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τες.

        — Τέ­λος πάν­των, εἶ­πε μιὰ τρί­τη. Ἄς φρον­τί­σου­με τώ­ρα τὸ σῶ­μα της, τὸ μό­νο ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­ώ­νιο.

        Πῆ­γαν κον­τά του καὶ τὸ βο­ή­θη­σαν νὰ ἀ­πο­δο­μη­θεῖ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ὁ Τέταρτος Κλῶνος (Αἴολος, Ἀθήνα, 2011).

Καίτη Βασιλάκου (Χανιά). Σπούδασε ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καὶ ἐργάστη­κε ὡς φιλόλογος στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Ὁ πειρασμὸς τοῦ ἐρημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ (Ἰωλκός, 2010). Ἂλλα βιβλία της: Σιμόν (θεατρικό· Μαν­δρα­γό­­ρας, 2014), Τὸ ἐπίμονο φαι­νό­μενο (πε­ζο­γρα­φία· Ἀ­πό­πει­ρα, 2016).


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τὸ ὕψος τῆς Ἀρετῆς



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τὸ ὕψος τῆς Ἀρετῆς


ΥΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, πα­ρε­κά­λε­σαν τὸν Θε­ὸν ἵ­να πλη­ρο­φο­ρή­σῃ αὐ­τούς, εἰς ποῖ­ον ἔ­φθα­σαν μέ­τρον*· καὶ ἦλ­θεν αὐ­τοῖς φω­νὴ λέ­γου­σα· εἰς τήν δε τὴν κώ­μην τῆς Αἰ­γύ­πτου, ἐ­στί τις κο­σμι­κὸς Εὐ­χά­ρι­στος ὀ­νό­μα­τι, καὶ ἡ γυ­νὴ αὐ­τοῦ κα­λεῖ­ται Μα­ρί­α· οὔ­πω ἤλ­θε­τε ὑ­μεῖς εἰς τὰ μέ­τρα αὐ­τῶν· καὶ ἀ­να­στάν­τες οἱ δύ­ο γέ­ρον­τες, ἦλ­θον εἰς τὴν κώ­μην· καὶ ἐ­ρω­τή­σαν­τες, εὗ­ρον τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ καὶ τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ καὶ λέ­γου­σιν αὐ­τῇ· ποῦ ἐ­στιν ὁ ἀ­νήρ σου; ἡ δὲ εἶ­πεν· ποι­μήν ἐ­στι καὶ βό­σκει τὰ πρό­βα­τα· καὶ εἰ­σή­γα­γεν αὐ­τοὺς εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ· ὡς δὲ ὀ­ψί­α* ἐ­γέ­νε­το, ἦλ­θεν ὁ Εὐ­χά­ρι­στος με­τὰ τῶν προ­βά­των· καὶ ἰ­δὼν τοὺς γέ­ρον­τας, ἡ­τοί­μα­σεν αὐ­τοῖς τρά­πε­ζαν, καὶ ἤ­νεγ­κεν ὕ­δωρ νί­ψαι τοὺς πό­δας αὐ­τῶν· καὶ λέ­γου­σιν αὐ­τῷ οἱ γέ­ρον­τες· οὐ μὴ γευ­σώ­με­θά τι­νος, ἐ­ὰν μὴ ἀ­ναγ­γεί­λῃς ἡ­μῖν τὴν ἐρ­γα­σί­αν σου· ὁ δὲ Εὐ­χά­ρι­στος με­τὰ τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­πεν· ἐ­γὼ ποι­μήν εἰ­μι καὶ αὕ­τη ἐ­στὶν ἡ γυ­νή μου· οἱ δὲ γέ­ρον­τες ἐ­πέ­μει­ναν πα­ρα­κα­λοῦν­τες αὐ­τὸν καὶ οὐκ ἠ­θέ­λη­σεν εἰ­πεῖν· καὶ εἶ­πον αὐ­τῷ· ὁ Θε­ὸς ἔ­πεμ­ψεν ἡ­μᾶς πρὸς σέ· ὡς δὲ ἤ­κου­σε τὸν λό­γον τοῦ­τον ἐ­φο­βή­θη καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· ἰ­δοὺ τὰ πρό­βα­τα ταῦ­τα ἔ­χο­μεν ἀ­πὸ τῶν γο­νέ­ων ἡ­μῶν· καὶ εἴ τι δ’ ἂν εὐ­ο­δώ­σῃ ὁ Κύ­ριος εἰ­σο­διά­σαι ἐξ αὐ­τῶν, ποι­οῦ­μεν εἰς τρί­α μέ­ρη· μέ­ρος ἓν τοῖς πτω­χοῖς, καὶ μέ­ρος ἓν εἰς τὴν φι­λο­ξε­νί­αν, καὶ τὸ τρί­τον μέ­ρος εἰς τὴν χρεί­αν ἡ­μῶν· ἀ­φ’ οὗ δὲ ἔ­λα­βον τὴν γυ­ναῖ­κά μου, οὐκ ἐ­μιά­νθην οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε αὐ­τή, ἀλ­λὰ παρ­θέ­νος ἐ­στί· καὶ ἕ­κα­στος ἡ­μῶν κα­θ’ ἑ­αυ­τὸν κα­θεύ­δει τὴν δὲ νύ­κτα φο­ροῦ­μεν σάκ­κους καὶ τὴν ἡ­μέ­ραν τὰ ἱ­μά­τια ἡ­μῶν· ἕ­ως ἄρ­τι, ἀν­θρώ­πων οὐ­δεὶς ταῦ­τα ἔ­γνω­κεν· καὶ ἀ­κού­σαν­τες ἐ­θαύ­μα­σαν καὶ ἀ­νε­χώ­ρη­σαν δο­ξά­ζον­τες τὸν Θε­όν.


εἰς ποῖ­ον ἔ­φθα­σαν μέ­τρον: πό­σο ψη­λὰ ἔ­χουν φτά­­σει στὴν ἀ­ρε­τή.
ὀ­ψί­α: βρά­δυ, δει­λι­νό.
εἰ­σο­διά­σαι: νὰ ἔ­χου­με εἰ­σό­δη­μα.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 32.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Κα­λὲς ἐ­πο­χές


Λι­νὸρ Γκα­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Κα­λὲς ἐ­πο­χές

(Good times)


ΠΟΛΕΜΟΣ δι­ήρ­κε­σε ὀ­χτὼ ἡ­μέ­ρες· νί­κη­σαν. Ἡ μό­νη ἀ­πώ­λεια ἦ­ταν ὁ σκύ­λος του. Πράγ­μα γε­λοῖ­ο. Σὲ μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα δη­μο­σι­εύ­τη­κε μιὰ γε­λοι­ο­γρα­φί­α. Μιὰ ἄλ­λη τὸν κά­λε­σε ζη­τών­τας του νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρή­σει συ­νέν­τευ­ξη. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν ἀ­στει­εύ­ον­ταν. Ἐ­κεῖ­νοι εἶ­παν: «Ὄ­χι» – ἀρ­κε­τοὶ ἄν­θρω­ποι τοῦ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν, θέ­λον­τας νὰ μά­θουν πε­ρισ­σό­τε­ρα γι’ αὐ­τὸν καὶ τὸν σκύ­λο του ἢ γιὰ τὸ πῶς ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸν πό­νο του. Ἐ­κεῖ­νος τοὺς ρώ­τη­σε ἂν θὰ τὸν πλή­ρω­ναν. Τοῦ εἶ­παν ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ σκε­φτοῦν πρῶ­τα. Αὐ­τὴ ἦ­ταν κι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χε νέ­α τους.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Li­nor Go­ra­lik (Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.): Proyecto GreQuerías



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (ἐπιμ.)


Proyecto GreQuerías


[Πληροφοριακὸ σημείωμα γιὰ τὴν ἔκ­δοση, τὴν κυ­κλο­φο­ρία καὶ τὴν πα­ρου­σί­α­σή της:]
  ἔκ­δο­ση μιᾶς Ἀν­θο­λο­γί­ας
       Στὶς 23 Ἀ­πρι­λί­ου 2020 κυ­κλο­φό­ρη­σε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, τὸ Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος). Ὁ ἐν λό­γω τό­μος, ἡ ἔκ­δο­ση τοῦ ὁ­ποί­ου χρη­μα­το­δο­τή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ Τμῆ­μα Ἰ­τα­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ, ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν πιὸ ἐ­κτε­νῆ πα­ρου­σί­α­ση τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας ποὺ ἔ­χει γί­νει στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ μέ­χρι σή­με­ρα: 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­πὸ ἰ­σά­ριθ­μους συγ­γρα­φεῖς. Δη­μι­ουρ­γοὶ τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­ναι ὁ κα­θη­γη­τὴς τοῦ ΑΠΘ καὶ με­τα­φρα­στῆς, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ ὁ φι­λο­λό­γος καὶ με­τα­φρα­στῆς Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να. Καὶ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἔ­χουν ἐμ­φα­νι­στεῖ, ὡς πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση ἢ ὡς ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση, στὸ Ἱ­στο­λό­γιον Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι, ἐ­νῶ ἡ με­τά­φρα­σή τους εἶ­ναι συλ­λο­γι­κή, προ­ϊ­ὸν δε­κά­δων ἐρ­γα­στη­ρί­ων ποὺ δι­ορ­γα­νώ­θη­καν, κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α πεν­τα­ε­τί­α, ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θο­λό­γους στὸ ΑΠΘ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γας, στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Θερ­βάν­τες τῆς Ἀ­θή­νας καὶ στὸ κέν­τρο Ἱ­σπα­νι­κῆς, Πορ­το­γα­λι­κῆς καὶ Κα­τα­λα­νι­κῆς γλώσ­σας, Abanico.
       Ἡ Ἀν­θο­λο­γί­α, κο­ρο­νο­ϊ­οῦ ἐ­πι­τρέ­πον­τος, θὰ πα­ρου­σια­στεῖ στὴν Ἀ­θή­να, στὴ Στο­ὰ τοῦ Βι­βλί­ου, στὸ πλαί­σιο τοῦ 12ου Φε­στι­βὰλ ΛΕΑ, στὶς 29 Σε­πτεμ­βρί­ου 2020, στὶς 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Τὰ Πε­ριε­χό­με­να τῆς Ἀν­θο­λο­γίας μπο­ρεῖ­τε νὰ τὰ δεῖ­τε ἐδῶ (ἐγ­γρα­φὴ 31.05.2020).]
 
La edición de una Antología
       El 23 de abril de 2020 salió en España, de la editorial malagueña EDA Libros, Ρroyecto GreQuerías. Antología del mini­cuento griego conte­mporáneo (portada de Dimitris Hantzópoulos). Dicho tomo, cuya edición contó con el apoyo económico del Departa­mento de Filología Italiana de la Universidad Aristó­te­les de Salónica, constituye la más amplia presentación de la minificción griega actual en otra lengua: 78 mini­cuentos de otras tantas y tantos autores. Cre­adores de esta antología son el profesor da la Unive­rsidad Aristóteles de Salónica y traductor, Konstanti­nos Paleo­logos y el filólogo y traductor Eduardo Lucena. Todos los micror­relatos provienen de la página web Planodion-Bonsái, y su traduc­ción al español es grupal, fruto de decenas de talleres que han tenido lugar, a lo largo de los últimos cinco años, en las Uni­versi­da­des de Málaga y de Salónica, en el Insti­tuto Cervantes de Atenas y en el Centro de lenguas española, portu­gu­esa y catalana, Abanico.
       La Antología, con el permiso del coronavirus, será presentada en Atenas (Stoá tu Vivliou), en el marco del XII Festival LEA, el 29 de septiembre de 2020, a las 19.00  [https://lea-festival.com/book-presentation/].
[Pue­des ver el Con­teni­do de la An­to­lo­gía aq­uí (nota 31.05.2020).]

Π ρ ό λ ο γ ο ς


Σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α


ΥΠΕΡΒΡΑΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΣΗ, μὲ σκο­ποὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς ἢ δι­δα­κτι­κούς, ἦ­ταν πάν­τα πα­ροῦ­σα σὲ ὅ­λους τους ση­μαν­τι­κοὺς πο­λι­τι­σμοὺς τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ Ἡ­σι­ό­δου, τοῦ Αἰ­σώ­που ἢ τοῦ Ἠ­ρα­κλεί­του τοῦ Ἐ­φε­σί­ου μέ­χρι τὶς μέ­ρες μας, μὲ ἐν­δι­ά­με­σους σταθ­μοὺς τὰ ἀ­να­το­λί­τι­κα πα­ρα­μύ­θια, τὴν πα­ρα­δο­ξο­γρα­φί­α (ἀ­πὸ τὸν 4ο αἰ­ώ­να π.Χ. μέ­χρι τὸν 3ο αἰ­ώ­να τῆς ἐ­πο­χῆς μας: Ἀν­τι­γό­νος ἀ­πὸ τὴν Κά­ρυ­στο, Ἀ­πολ­λώ­νιος, Ἀν­τι­γό­νος, Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Ἀ­πολ­λό­δω­ρο, τὸν Λου­κια­νὸ τὸν Σα­μο­σα­τέ­α, τοὺς λα­τί­νους συγ­γρα­φεῖς (Κι­κέ­ρων, Πε­τρώ­νιος καὶ ἄλ­λοι), τὸν Πλού­ταρ­χο καί, ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Βο­κά­κιο, τὰ ἀ­σκη­τι­κὰ κεί­με­να τῆς με­σαι­ω­νι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας κ.λπ. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα πιὸ ἔν­το­να ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ, μπο­ροῦν νὰ ἐν­το­πι­στοῦν πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πε­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης στὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ πολ­λῶν χω­ρῶν, κυ­ρί­ως ἱ­σπα­νό­φω­νων, γαλ­λό­φω­νων ἢ ἀγ­γλό­φω­νων. Με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους αὐ­τοῦ τοῦ τρό­που ἀ­φή­γη­σης ἦ­ταν οἱ Πό­ε, Λάβ­κρα­φτ, Ντα­ρί­ο, Οὐ­ι­δόμ­προ ἢ Ταγ­κόρ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Κα­θὼς ἐ­ξε­λίσ­σε­ται ὁ 20ὸς αἰ­ώ­νας, ἡ ὑ­περ­βρα­χεί­α ἀ­φή­γη­ση ἐμ­πλου­τί­ζε­ται μὲ τὴ συ­νει­σφο­ρὰ ση­μαν­τι­κῶν εὐ­ρω­παί­ων καὶ ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων· ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ δη­μι­ουρ­γοὺς τοῦ με­γέ­θους τῶν Τσέ­χοφ, Κάφ­κα, Μπέρ­νχαρντ, Μπόρ­χες, Μπήρς, Κορ­τά­σαρ, Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, Ἄπ­ντάϊκ καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων.

       Ὡ­στό­σο, μό­νο ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἔ­πει­τα ἀρ­χί­ζουν νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται οἱ ὅροι «mi­cror­re­la­to» [«μι­κρο­α­φή­γη­ση»], «minicuento» [«μι­κρο­δι­ή­γη­μα»], «mi­nir­re­la­to» [«να­νο­δι­ή­γη­μα»] κ.λπ. (ἢ τὰ ἰ­σο­δύ­να­μά τους «flash fiction» ἢ «short short story», στὰ ἀγ­γλι­κά), ὀ­δη­γών­τας ἔ­τσι στὴ συγ­κρό­τη­ση αὐ­τοῦ ποὺ πλέ­ον ὀ­νο­μά­ζε­ται —με­τὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, τὴ νου­βέ­λα καὶ τὸ δι­ή­γη­μα— «τέ­ταρ­το πε­ζο­γρα­φι­κὸ εἶ­δος». Πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­να, στὸν ἱ­σπα­νό­φω­νο κό­σμο, τὸ 1981, ἡ κου­βα­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς κα­θη­γή­τρια, κά­τοι­κος Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν Ἀ­με­ρι­κῆς, Ντο­λό­ρες Κὸχ δη­μο­σι­εύ­ει, στὸ νού­με­ρο 30 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Hispamerica, τὸ πρῶ­το θε­ω­ρη­τι­κὸ κεί­με­νο στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ μι­κρο-ἀ­φή­γη­μα (πρώ­τη ἐ­πί­ση­μη ἐμ­φά­νι­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου), μὲ τί­τλο «El micro-relato en Mexico: Τorri, Αrreola, Μο­n­t­e­r­r­o­so». Δέ­κα δὲ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ 1991, ὁ χι­λια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κα­θη­γη­τὴς Χου­ὰν Ἀρ­μάν­το Ἔ­πλε, καὶ αὐ­τὸς κά­τοι­κος ΗΠΑ, χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν ὅ­ρο «μι­κρο-δι­ή­γη­μα» στὴν ἀν­θο­λο­γί­α του γιὰ τὸ ἱ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο μι­κρο­δι­ή­γη­μα (Brevisima relacion. Antologia del micro-cuento hispanoamericano). Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρεῖ­τε, σὲ ἀμ­φό­τε­ρες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις το­πο­θε­τεῖ­ται ἕ­να ἑ­νω­τι­κὸ γιὰ νὰ ἑ­νω­θεῖ τὸ πρό­θε­μα «μι­κρὸ» μὲ τὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ ὅ­ρο.

       Στὴν Ἑλ­λά­δα, οἱ ὅ­ροι «μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α» ἢ «μι­κρο­δι­ή­γη­μα», χω­ρὶς ἑ­νω­τι­κό, ἄρ­γη­σαν ἀρ­κε­τὰ νὰ κα­θι­ε­ρω­θοῦν, μιᾶς καὶ αὐ­τὸ συ­νέ­βη στὰ πρῶ­τα χρό­νια τῆς τρέ­χου­σας χι­λι­ε­τί­ας. Μέ­χρι τό­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν οἱ ὅ­ροι «σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α» ἢ «σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» γιὰ νὰ ὁ­ρι­στοῦν τὰ ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ προ­ϊ­όν­τα ποὺ δὲν ὑ­πε­ρέ­βαι­ναν τὶς χί­λι­ες λέ­ξεις. Ὡ­στό­σο, τό­σο κα­τὰ τὸν 19ο αἰ­ώ­να ὅ­σο καὶ κα­τὰ τὸν 20ὸ εἶ­ναι πολ­λοὶ οἱ ἕλ­λη­νες συγ­γρα­φεῖς ποὺ γρά­φουν μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἀρ­κε­τὲς δε­κα­ε­τί­ες πρὶν τὴν κα­θι­έ­ρω­ση τοῦ ἐν λό­γῳ ὅ­ρου στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πρό­κει­ται, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γιὰ πε­ρι­πτώ­σεις συγ­γρα­φέ­ων ὅ­πως οἱ Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της, Ἰ­ω­άν­νης Μ. Δαμ­βέρ­γης, Ἰ­ω­άν­νης Κον­δυ­λά­κης, Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Κώ­στας Βάρ­να­λης ἢ Στρα­τῆς Μυ­ρι­βή­λης, με­τα­ξὺ πολ­λῶν ἄλ­λων, ποὺ γρά­φουν καὶ δη­μο­σι­εύ­ουν τὶς σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες τους κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 19ου αἰ­ώ­να ἢ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ.

       Ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων ποὺ γρά­φουν μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, ὅ­πως ἦ­ταν ἀ­να­με­νό­με­νο, ἀρ­χί­ζει νὰ με­γα­λώ­νει ση­μαν­τι­κὰ κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο μι­σὸ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ φτά­νει σὲ ὕ­ψη ποὺ πο­τὲ δὲν εἴ­χα­με φαν­τα­στεῖ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 21οῦ αἰ­ώ­να. Στὴν πα­ροῦ­σα ἀν­θο­λο­γί­α πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται 78 ἀ­φη­γη­τὲς καὶ ἀ­φη­γή­τρι­ες ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα (47 ἄν­δρες καὶ 31 γυ­ναῖ­κες συγ­γρα­φεῖς), γεν­νη­μέ­νοι/ες ὅ­λοι/ες τὸν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ώ­να (τὸ 1924 ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὸ 1990 ὁ νε­ό­τε­ρος). Ἐν­τὸς αὐ­τῆς τῆς «ὁ­μά­δας» συ­ναν­τι­οῦν­ται μορ­φὲς κα­τα­ξι­ω­μέ­νες τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὅ­πως εἶ­ναι οἱ Θα­νά­σης Βαλ­τι­νός, Νί­κος Δή­μου, Πέ­τρος Τα­τσό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Σου­ρού­νης, Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης, Δη­μή­τρης Κα­λο­κύ­ρης, Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου, Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου, Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ ἢ ὁ πα­τριά­ρχης τῆς σύγ­χρο­νης ἑλ­λη­νι­κῆς ὑ­περ­βρα­χεί­ας ἀ­φή­γη­σης, Ἐ­πα­μει­νών­δας Χ. Γο­να­τᾶς, ἀλ­λὰ καὶ νε­α­ρό­τε­ροι συγ­γρα­φεῖς, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες, ποὺ βρῆ­καν στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­να νέ­ο εἶ­δος/μέ­σο ἔκ­φρα­σης.

       Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴ χρο­νο­λο­γί­α δη­μο­σί­ευ­σης τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας (ἕ­να ἀ­πὸ κά­θε συγ­γρα­φέ­α), τὸ πρῶ­το γρά­φτη­κε τὸ 1977, ἐ­νῶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α, πρό­σφα­της ἐ­σο­δεί­ας, τὸ 2019: ἀ­πὸ αὐ­τά, 10 εἶ­χαν γρα­φτεῖ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, 4 τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τοῦ 21ου καὶ 64 τὴν δε­κα­ε­τί­α ποὺ μό­λις ἀ­φή­σα­με πί­σω μας. Ἔ­χου­με ἔ­τσι μιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ προ­φα­νῆ ἔν­δει­ξη τῆς ἄν­θι­σης τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ το­πί­ο τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, ἄν­θι­ση στὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν παί­ξει ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, τό­σο γιὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α ὅ­σο καὶ γιὰ τὴ δι­ά­δο­ση τοῦ εἴ­δους, οἱ νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες καὶ τὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Ὄ­χι μά­ται­α, 44 ἀ­πὸ τὰ 78 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας ἔ­χουν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἱ­στο­λό­γιο ποὺ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α (τό­σο τὴ γραμ­μέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὅ­σο καὶ σὲ 14 ἀ­κό­μα γλῶσ­σες, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἡ κα­τα­λα­νι­κή, καὶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κά), ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν τὸ 2010, καὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ ἐμ­πλου­τί­ζουν, ὁ ποι­η­τὴς Γιά­ννης Πα­τί­λης καὶ ἡ συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, ὑ­πὸ τὸν τί­τλο: Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (https://bon­sai­sto­ri­es­flash­fi­ction.wordpress.com/). Τὰ ὑ­πό­λοι­πα 34 μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας εἶ­χαν ἀρ­χι­κῶς δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ συλ­λο­γὲς (μι­κρο)δι­η­γη­μά­των. Ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὴν ἔ­κτα­ση, τὸ πιὸ σύν­το­μο («Vita Brevis») με­τρά­ει 4 λέ­ξεις, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τοῦ τί­τλου, καὶ τὸ πιὸ μα­κρύ («Πορ­σε­λά­νη»), 833.

       Αὐ­τὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δι­η­γή­μα­τα δὲν μᾶς ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χαί­α ἐ­πο­χὴ τῶν ἡ­ρώ­ων καὶ τῶν θε­ῶν στὴν ὁ­ποί­α κυ­ο­φο­ρή­θη­κε τὸ θέ­α­τρο, ἡ φι­λο­σο­φί­α ἢ ἡ δη­μο­κρα­τί­α: βγαί­νουν κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὸ φοῦρ­νο μιᾶς Ἑλ­λά­δας μον­τέρ­νας καὶ τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κῆς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ με­λε­τοῦ­με στὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες καὶ στὰ ἐγ­χει­ρί­δια μυ­θο­λο­γί­ας.

       Ἐν­τού­τοις, σὲ αὐ­τὰ τὰ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα οἱ θνη­τοὶ συ­νε­χί­ζουν νὰ μά­χον­ται ἐ­νάν­τια στὰ σχέ­δια κά­ποι­ου θε­οῦ, συ­νε­χί­ζουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν τὰ κα­πρί­τσια τοῦ ἔ­ρω­τα καὶ τοῦ μί­σους, συ­νε­χί­ζουν νὰ νι­ώ­θουν μο­να­ξιὰ ἢ φό­βο, εὐ­τυ­χί­α ἢ ἀλ­λη­λεγ­γύ­η μὲ τὸν πλη­σί­ον, συ­νε­χί­ζουν νὰ φέ­ρουν σὲ πέ­ρας κα­τορ­θώ­μα­τα ὅ­μοι­α ἢ τὸ ἴ­διο με­γά­λα μὲ ἐ­κεῖ­να κά­ποι­ου ἀ­χαι­οῦ πο­λε­μι­στῆ, μιᾶς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης γυ­ναί­κας ἢ ἑ­νὸς θε­οῦ με­ταμ­φι­ε­σμέ­νου σὲ ταῦ­ρο ἢ σὲ χρυ­σὴ βρο­χή.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, αὐ­τὰ τὰ ἐ­κλε­κτὰ σύγ­χρο­να ἑλ­λη­νι­κὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μᾶς σερ­βί­ρουν, εὐ­φραί­νον­τάς μας, τὰ αἰ­ώ­νια πα­ναν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λά, ὅ­πως εἶ­ναι λο­γι­κό, μὲ τρό­πο ἑλ­λη­νι­κό, γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης ποὺ δι­εισ­δύ­ει σὲ αὐ­τὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ες ἐμ­μο­νὲς ἢ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­νη­συ­χοῦν καὶ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὸ μυα­λὸ ὄ­χι μό­νο των ἴ­δι­ων των συγ­γρα­φέ­ων, ἀλ­λὰ καὶ ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε κα­θη­με­ρι­νοῦ Ἕλ­λη­να ἢ με­τρί­ως ἐ­ξελ­λη­νι­σμέ­νου. Ἡ Ἀ­θή­να καὶ τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν κα­τοί­κων της (τὸ ὄ­νο­μα «Κυ­ψέ­λη», μιὰ ἱ­στο­ρι­κὴ ἀ­θη­να­ϊ­κὴ γει­το­νιά, ση­μαί­νει κα­τ’ ἀ­κρι­βο­λο­γί­α «Colmena»)· ἡ τρί­τη ἡ­λι­κί­α, ποὺ φέρ­νει μα­ζί της τὴ γνώ­ση τῶν πα­ροι­μι­ῶν καὶ τῶν συν­τα­γῶν, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη στὴν τύ­χη της καὶ τὸν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμό της σὲ ἕ­ναν κό­σμο ἰ­λιγ­γι­ώ­δη· ἡ με­τα­νά­στευ­ση, καὶ ὄ­χι μό­νο ἡ προ­ερ­χό­με­νη ἀ­πὸ τὰ Βαλ­κά­νια ἢ ὁ­ρι­σμέ­νες ἀ­σι­α­τι­κὲς χῶ­ρες, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ τὰ χω­ριὰ καὶ τὰ νη­σιὰ (ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ ἕ­να φτω­χὸ πλά­σμα ποὺ πε­ρι­φέ­ρει μὲν τὸ σαρ­κί­ο του στὴν πρω­τεύ­ου­σα, κα­τά­γε­ται ὅ­μως ἀ­πὸ μιὰ κοι­νό­τη­τα τῆς ἐν­δο­χώ­ρας ποὺ λέ­γε­ται, τί εἰ­ρω­νεί­α, Και­νούρ­γιο)· ἡ πα­ρου­σί­α τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ ἀ­πὸ τὸν Βορ­ρᾶ (αὐ­τὴ ἡ με­γά­λη ἄ­γνω­στη), ἀλ­λὰ καὶ τοῦ το­πί­ου μὲ τὰ λι­ό­δεν­τρα καὶ τὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ χω­ρά­φια καὶ πε­λά­γη, τῶν ἡ­ρώ­ων τῆς Ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας καὶ τῆς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, τῶν ἐ­κλο­γῶν κά­θε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς μπα­γα­πον­τιᾶς…

       Καὶ μέ­σα σὲ ὅ­λα αὐ­τά, ἕ­να σκη­νι­κὸ ἀ­πὸ κα­φε­νεῖ­α (αὐ­τὴ ἡ ὄ­α­ση μὲ κα­φέ­δες, ρα­κὶ ἢ τσί­που­ρο, πο­δο­σφαι­ρι­κὲς δι­α­μά­χες καὶ με­ζέ­δες, ἀ­πο­λι­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν χρό­νο σὲ κά­θε ἀ­στι­κὴ γει­το­νιὰ ἢ στὶς πλα­τεῖ­ες τῶν χω­ρι­ῶν), κομ­πο­λό­για (αὐ­τὲς οἱ γυ­ά­λι­νες χάν­τρες ποὺ παί­ζουν μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι ἄν­δρες μὲ ἱ­στο­ρί­α καὶ βα­ρε­μά­ρα), κόλ­λυ­βα (πιά­το ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ βρα­σμέ­νο σι­τά­ρι ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ ξη­ροὺς καρ­ποὺς καὶ ζά­χα­ρη, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σφέ­ρε­ται στὶς κη­δεῖ­ες καὶ στὶς λει­τουρ­γί­ες ὑ­πὲρ ἀ­νά­παυ­σης τῶν ψυ­χῶν) καὶ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ στοι­χεῖ­α ποὺ κά­νουν τὴ σύγ­χρο­νη Ἑλ­λά­δα ἕ­να τέ­λει­ο πρό­σχη­μα γιὰ νὰ τα­ξι­δέ­ψεις, νὰ σκε­φτεῖς, νὰ γρά­ψεις καί, ὅ­πως θὰ κά­νουν οἱ ἀ­να­γνῶ­στες μας, νὰ δι­α­βά­σεις.

       Στὸ Ρroyecto GreQuerias συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται, ἐ­πι­πλέ­ον τοῦ πα­ρόν­τος προ­λό­γου καὶ τῶν 78 μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, μιὰ ἑ­νό­τη­τα μὲ τὰ σύν­το­μα βι­ο­γρα­φι­κὰ ὅ­λων τῶν συγ­γρα­φέ­ων (τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ὀ­νό­μα­τα ἔ­χουν «με­τα­φερ­θεῖ» στὰ ἱ­σπα­νι­κὰ ἐ­πι­δι­ώ­κον­τας νὰ τη­ρη­θεῖ μιά, ἀ­δύ­να­τη, ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀ­νά­με­σα στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους γρα­φὴ καὶ στὴν ἱ­σπα­νι­κὴ προ­φο­ρά), κα­θὼς καὶ ἕ­να κε­φά­λαι­ο ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὁ­μα­δι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ συ­νό­λου τῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ξε­κι­νᾶ­με!


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να
Ἀ­θή­να, 2019


Πηγή: Ρroyecto GreQuerías. Antologia del minicuento griego contemporaneo (EDA Libros, ποὺ ἑ­δρεύ­ει στὴ Μά­λα­γα, 2020, ἐ­ξώ­φυλ­λο: Δη­μή­τρης Χαν­τζό­που­λος).


Με­τά­φρα­ση: Κα­νέλ­λα Λι­α­κο­πού­λου.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ἐ­δουά­ρδο Λου­θέ­να (Eduardo Lucena) γεν­νή­θη­κε στὴν Κόρ­δο­βα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να ὡς κα­θη­γη­τὴς ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, με­τα­φρα­στῆς καὶ θε­α­τρι­κὸς σκη­νο­θέ­της.


 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι

 

ΛΕΓΟΝ πε­ρὶ τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κο­λο­βοῦ, ὅ­τι εἶ­πέ πο­τε τῷ ἀ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ τῷ μει­ζο­τέ­ρῳ*· ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­μέ­ρι­μνοί εἰ­σι, μη­δὲν ἐρ­γα­ζό­με­νοι, ἀλ­λ’ ἀ­δι­α­λεί­πτως λα­τρεύ­ον­τες τῷ Θε­ῷ· καὶ ἀ­πο­δυ­σά­με­νος τὸ ἱ­μά­τιον, ἐ­ξῆλ­θεν εἰς τὴν ἔ­ρη­μον· καὶ ποι­ή­σας ἑ­βδο­μά­δα μί­αν, ἀ­νέ­καμ­ψε πρὸς τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ· καὶ ὡς ἔ­κρου­σε τὴν θύ­ραν, ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ* πρὶν ἀ­νοί­ξει, λέ­γων· σύ τίς εἶ; ὁ δὲ εἶ­πεν ἐ­γώ εἰ­μι Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἀ­δελ­φός σου· καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἰ­ω­άν­νης γέ­γο­νεν ἄγ­γε­λος, καὶ οὐκ ἔ­τι ἐν ἀν­θρώ­ποις ἐ­στίν· ὁ δὲ πα­ρε­κά­λει, λέ­γων· ἐ­γώ εἰ­μι· καὶ οὐκ ἤ­νοι­ξεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ἀ­φῆ­κεν αὐ­τὸν ἕ­ως πρω­ῒ θλί­βε­σθαι· ὕ­στε­ρον δὲ ἀ­νοί­ξας αὐ­τῷ· λέ­γει· ἄν­θρω­πος εἶ, χρεί­αν ἔ­χεις πά­λιν ἐρ­γά­ζε­σθαι ἵ­να τρα­φῇς· καὶ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­αν, λέ­γων· συγ­χώ­ρη­σόν μοι.


μει­ζο­τέ­ρῳ: μεγαλύτερο (σὲ ἡλικία).
ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ: τὸν ἄκουσε.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.