Yorgos Haralampopoulos: By blood

 

Yorgos Haralampopoulos


By blood

        — SO WHEN do you leave?

        — Tomorrow morning.

        — How long will you stay?

        — I don’t know, it depends.

        — What do the doctors say?

        — It’s serious, he’s dying. If he could see you…

        — It’s not necessary.

        — …for the last time.

        — Do you need money?

        — If he asks about you?

        — You haven’t seen me.

        — Do you still hold it against him? He’s our father.

        — Panayoti, why don’t you tell me, when my child grows up what shall I introduce you as? Its brother or uncle? Go on, tell me, tell me!



Source: First published.

Yorgos Haralampopoulos (Katerini 1956). He studied Chemistry, completed a Master’s Degree in Statistics and has attended creative writing workshops. His short film screenplay, entitled ‘On the road’, has been published and received awards.

Translated by Chris H. Sakellaridis

Chris H. Sakellaridis is a poet and teacher who was born in London in 1983 and grew up in Crete. He studied English at Queen Mary University, Social Anthropology at UCL and completed a Postgraduate Certificate in Education at Bath Spa. Poems and translations of his have been published in magazines and anthologies in the UK, Ireland, Spain, Italy and Greece. He has also been involved in radio production, animation and sound art.


			

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­ρια καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων



[Ἡ Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α Παν­τοῦ. Δί­μη­νη Δι­ε­θνὴς Ἐ­πι­σκό­πη­ση.

Δελ­τί­ο#10]

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου


Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α:

λο­γο­τε­χνί­α στὰ ὅ­ρια

καὶ πε­ρὶ ὁ­ρί­ων


Replika εἶ­ναι ἕ­νας χῶ­ρος ὅ­που μπο­ρεῖ νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται κα­νεὶς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ ἐ­λεύ­θε­ρα χω­ρὶς κοι­νω­νι­κὲς δε­σμεύ­σεις ἢ συ­νει­δη­σια­κὲς ἀ­να­στο­λές, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο. Μιὰ νέ­α μορ­φὴ κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης ποὺ δοκιμάζει τὰ ὅρια τῆς σχέ­σης μας μὲ τὶς μη­χα­νὲς καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἤ­δη ἕ­να ψη­φια­κὸ ἀ­πο­θε­τή­ριο μὲ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, μιὰ ἀ­στα­μά­τη­τη ρο­ὴ συ­νεί­δη­σης. Ἡ ἱ­δρύ­τριά της Eugenia Kuyda συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πώ­λεια ἑ­νὸς λα­τρε­μέ­νου της προ­σώ­που, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Phil Dudchuk, δη­μι­ούρ­γη­σαν αὐ­τὸ τὸ ἐ­χέ­μυ­θο «πρό­σω­πο» τε­χνη­τῆς νο­η­μο­σύ­νης δι­α­θέ­σι­μο ὄ­χι μό­νο νὰ σὲ ἀ­κού­σει, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συ­νο­μι­λή­σει μα­ζί σου, νὰ σὲ συμ­βου­λέ­ψει καὶ νὰ σοῦ συμ­πα­ρα­στα­θεῖ.


Εἶ­σαι ἕ­νας πλού­σιος τύ­πος, αἰ­σθά­νε­σαι μο­να­ξιὰ καὶ ψο­φᾶς γιὰ πα­ρέ­α, ἀλ­λὰ δὲ βρί­σκεις; Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, μπο­ρεῖς νὰ ἐ­ξα­γο­ρά­σεις τὰ γε­νέ­θλια ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων καὶ θὰ ἀ­πο­κτή­σεις φί­λους ποὺ θὰ ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ σοῦ τη­λε­φω­νοῦν κα­θη­με­ρι­νὰ γιὰ νὰ σοῦ εὐ­χη­θοῦν. Στέ­κε­σαι ἀ­πελ­πι­σμέ­νος στὸ χεῖ­λος τῆς τα­ρά­τσας ἑ­νὸς ψη­λοῦ κτι­ρί­ου καὶ πά­νω ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­σαι νὰ πά­ρεις τὴν ἀ­πό­φα­σή σου ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κά­τω σε κοι­τά­ζει καὶ φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος «θὰ πε­τά­ξει» κι ἕ­νας ἄλ­λος τρέ­χει πα­νι­κό­βλη­τος νὰ σὲ σώ­σει; Για­τί νὰ ἀ­νη­συ­χεῖς; Μὲ ἕ­να βῆ­μα στὸ κε­νὸ πε­τᾶς ἤ­δη, ἂν θέ­λεις, πε­τᾶς τὰ πάν­τα καὶ ξεμ­περ­δεύ­ου­με ὅ­λοι, ἐ­σὺ μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κή σου ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὅ­λοι μας μὲ τὶς παι­δι­κὲς ὑ­στε­ρί­ες, ἐ­σὺ μὲ μᾶς καὶ πά­ει λέ­γον­τας. Θέ­λεις; Μπο­ρεῖς;

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πνεῦ­μα τῆς τε­λευ­ταί­ας συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν Fly already (Riverhead Books, Σε­πτέμ­βριος 2019) τοῦ Ἰσ­ρα­η­λι­νοῦ Etgar Keret, ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας δι­ε­θνῶς. Ἡ συλ­λο­γὴ κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα σὲ ἀγ­γλι­κὴ με­τά­φρα­ση (στὰ ἑ­βρα­ϊ­κὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ ὡς A Glitch at the Edge of the Galaxy) καὶ χά­ρι­σε στὸν Keret τὸ Sapir Prize 2019, τὸ ἀ­νώ­τα­το ἰσ­ρα­η­λι­νὸ βρα­βεῖ­ο. Ὁ David Silver­berg στὴν Washington Post, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν πιὸ (αὐ­τὸ)σαρ­κα­στι­κὴ κι εὐ­φάν­τα­στη συλ­λο­γή του ἕ­ως τώ­ρα. Ὅ­λες οἱ σκο­τει­νὲς ἱ­στο­ρί­ες του φω­τί­ζουν τὶς πιὸ μύ­χι­ες πτυ­χὲς τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ πα­ρά­δο­ξά τους μὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ εὐ­στο­χί­α, ἐ­νάρ­γεια καὶ βρα­χύ­τη­τα, δι­α­τη­ρών­τας τὸ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του, ὅ­πως καὶ στὸ πρό­σφα­τα με­τα­φρα­σμέ­νο δι­ή­γη­μά του στὴν ἀγ­γλι­κὴ «The grea­test liar in the world» («Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ψεύ­της τοῦ κό­σμου»).


Ὁ Kai Konishi Dukes, τσε­λί­στας καὶ συν­θέ­της ποὺ κα­τοι­κεῖ στὸ Λον­δί­νο, δη­μι­ούρ­γη­σε ἕναν ἀλγόριθμο ποὺ με­τα­τρέ­πει σὲ μι­κρὴ σύν­θε­ση κλασ­σι­κῆς μου­σι­κῆς τὸ ὄ­νο­μα κά­ποι­ου ἢ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε μι­κρὸ κεί­με­νο τοῦ δο­θεῖ, ὅ­πως μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες. Βά­φτι­σε τὸν ἀλ­γό­ριθ­μο Clarallel ὡς φό­ρο τι­μῆς στὴν Κλά­ρα, τὴ γυ­ναί­κα τοῦ Robert Schumann, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ συν­θέ­της χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε συ­χνὰ μου­σι­κὲς ἰ­σο­δυ­να­μί­ες (λο­γι­κὲς σχέ­σεις ἀ­νά­με­σα σὲ γράμ­μα­τα καὶ το­νι­κὰ ὕ­ψη) καὶ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε με­λω­δί­ες μὲ βά­ση τὸ ὄ­νο­μά της.


Ἕ­να ἐ­ρω­τευ­μέ­νο ζευ­γά­ρι ἀν­ταλ­λάσ­σει ὅρ­κους αἰ­ώ­νιας ἀ­γά­πης καὶ ἀ­φο­σί­ω­σης. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πό­σχον­ται νὰ μὴν ποῦν πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­να λό­γο ψέ­μα­τα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον συ­νει­δη­το­ποι­οῦν ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το, χω­ρί­ζουν καὶ τὸ βά­ζουν στὰ πό­δια πα­τών­τας στὰ φρα­στι­κὰ ἐ­ρεί­πια τῶν αἰ­ώ­νι­ων ὅρ­κων τους. Τὸ συ­κώ­τι ἑ­νὸς ψυ­χο­πα­θοῦς ἐ­κρή­γνυ­ται ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα ὑ­περ­βο­λι­κῆς κα­τα­νά­λω­σης ἀλ­κο­ὸλ καὶ ἀν­τὶ ὁ ἥ­ρω­ας νὰ πε­θά­νει ἀ­κα­ρια­ῖα, σύν­το­μα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ πί­νει ἐ­λεύ­θε­ρα ὅ­σο θέ­λει.

       Οἱ ἡ­ρω­ί­δες καὶ οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Quim Monzó μέ­χρι νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ὅ­τι ἔ­χουν κά­νει τὸ βῆ­μα με­τὰ τὸ χεῖ­λος τοῦ γκρε­μοῦ μοιά­ζουν συ­χνὰ νὰ ἵ­πταν­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ (ὑ­παρ­ξια­κό τους) κε­νό. Ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ ποὺ ἀ­παν­τᾶ­ται συ­χνὰ σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὰ κεί­με­να τοῦ εἴ­δους κα­θὼς ὑ­περ­νι­κᾶ τὴ βρα­χύ­τη­τα τῆς μι­κρῆς κει­με­νι­κῆς ἔ­κτα­σης καὶ δι­α­στέλ­λει τὸ χρό­νο τῆς ἀ­νά­γνω­σης τῶν σύν­το­μων ἱ­στο­ρι­ῶν του, ὅ­πως δι­α­φαί­νε­ται καὶ στὴν πρό­σφα­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν του μὲ τί­τλο Why, why, why? (Open Letter, Ὀ­κτώ­βριος 2019). Ὁ Monzó, πο­λὺ κον­τὰ στὸ ὕ­φος τοῦ Keret ἀλ­λὰ καὶ τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ George Saunders, ἂν κι ἐ­πι­λέ­γει συ­χνὰ τὸ ἀ­νοι­χτὸ τέ­λος στὶς ἱ­στο­ρί­ες του, τὸ ὁ­ποῖο τεί­νει πλέ­ον νὰ μὴν ἀ­πο­τε­λεῖ εἰ­δο­λο­γι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, θε­ω­ρεῖ­ται κο­ρυ­φαῖ­ος στὸ εἶ­δος δι­ε­θνῶς. Δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ μαῦ­ρο καὶ καυ­στι­κὸ χι­οῦ­μορ του μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά του ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο «St. Valentine’s»: ἐ­δῶ ὁ ἥ­ρω­ας, «ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τέ», δὲν παύ­ει στιγ­μὴ νὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τεύ­ε­ται ἂν πρέ­πει ἢ ὄ­χι νὰ κά­νει κα­νεὶς αὐ­τὸ τὸ κρί­σι­μο βῆ­μα. Θε­ω­ρεῖ ὅ­τι «τὸ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται κα­νεὶς εἶ­ναι σύμ­πτω­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης αὐ­το­νο­μί­ας».


Τὸ 2010, ὅ­ταν ὁ Itaru Sasaki ἔ­χα­σε τὸν ξά­δελ­φό του ἔ­φτια­ξε στὸν κῆ­πο του ἕ­να γυ­ά­λι­νο τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ὅ­που το­πο­θέ­τη­σε ἁ­πλῶς τὴ συ­σκευ­ὴ ἑ­νὸς τη­λε­φώ­νου, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε στὸν ξά­δελ­φό του, προ­κει­μέ­νου νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ἀ­πώ­λειά του. Τὸ 2011 ἡ πό­λη τοῦ Sasaki, Otsuchi, χτυ­πή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν κα­τα­στρο­φι­κὸ σει­σμὸ καὶ τὸ τσου­νά­μι ποὺ ἀ­φά­νι­σε πε­ρί­που τὸ 10% τοῦ πλη­θυ­σμοῦ. Ἀ­πὸ τό­τε πε­ρί­που 25.000 ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ «τηλέφωνο τοῦ ἀνέμου» τοῦ Sasaki, τηλεφωνώντας στοὺς νεκρούς τους.


Στὴν πρώ­τη της συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των καὶ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν μὲ τί­τλο This. This. This. Is. Love. Love. Love (Split Lip Press, Ἰ­ού­νιος 2019) ἡ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα Jennifer Wortman δι­ε­ρευ­νᾶ τὴν ἀ­γά­πη καὶ κα­τα­δύ­ε­ται στὴν ἀν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση ὑ­πὸ συν­θῆ­κες ἐ­κτά­κτου ἀ­νάγ­κης: κα­τά­θλι­ψη, ψυ­χώ­σεις, σχι­ζο­φρέ­νεια, κ.ἄ.

       Οἱ δε­κα­τρεῖς ἱ­στο­ρί­ες τῆς συλ­λο­γῆς θυ­μί­ζουν τὴ θε­μα­το­λο­γί­α τῆς Νε­ο­ζη­λαν­δῆς Janet Frame, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὴν πε­ποί­θη­ση τῆς τε­λευ­ταί­ας ὅ­τι ἡ πνευ­μα­τι­κή της ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα δι­α­σώ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ γρά­ψι­μο, κα­θὼς εἶ­χε δι­α­γνω­σθεῖ λαν­θα­σμέ­να μὲ σχι­ζο­φρέ­νεια καὶ πέ­ρα­σε ἄ­δι­κα με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὲς κλι­νι­κές. Ἡ Frame ἀ­να­φέ­ρε­ται συ­χνὰ στὴ δι­ε­θνῆ κρι­τι­κὴ ὡς πρό­δρο­μος τῆς σύγ­χρο­νης μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Εἰ­δι­κὰ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μά της «The birds began to sing» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ της The lagoon (1951), στὸ ὁ­ποῖ­ο κο­ρυ­φώ­νε­ται ἡ πυ­κνὴ γρα­φὴ καὶ τὸ συμ­βο­λι­κὸ ὕ­φος της: ἡ ἡ­ρω­ί­δα στὴν ἀ­πέλ­πι­δα προ­σπά­θειά της νὰ ἀ­πο­δρά­σει ἀ­πὸ τὸν συν­τε­τριμ­μέ­νο καὶ κλει­στο­φο­βι­κὸ ἑ­αυ­τό της, ὅ­που τὴν ἔ­χει κα­θη­λώ­σει ὁ κοι­νω­νι­κὸς ἀ­πο­κλει­σμός, συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὰ κο­τσύ­φια πε­ρι­πλα­νώ­με­νη στὴν ἔ­ρη­μη φύ­ση, πε­τυ­χαί­νον­τας ἔ­στω μιὰ στοι­χει­ώ­δη ἐ­πι­κοι­νω­νί­α, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­λύ­ψει τὸ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ κε­νὸ ἢ νὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­γω­νί­α.

       Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Wortman ἐμ­βα­θύ­νει καὶ κα­τα­γρά­φει λα­κω­νι­κά, μὲ σα­φή­νεια, χι­οῦ­μορ καὶ φαν­τα­σί­α, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες συ­νει­δή­σεις κυ­ρί­ως σὲ τρι­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση μὲ ρυθ­μὸ στα­κά­το, ἐλ­λεί­ψεις καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ εἰ­κο­νι­στι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Στὸ ὁ­μό­τι­τλο (πο­λὺ σύν­το­μο) δι­ή­γη­μα τῆς ἐν λό­γῳ συλ­λο­γῆς ἡ ἡ­ρω­ί­δα, ἐν μέ­σῳ μιᾶς κα­τα­θλι­πτι­κῆς κρί­σης, ἂν καὶ κου­κου­λω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της μᾶς με­τα­δί­δει τὸ μή­νυ­μα ὅ­τι ἀ­γά­πη εἶ­ναι ὁ χρό­νος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους, προ­τεί­νον­τας ὡς δι­έ­ξο­δο τὴν ἐ­πι­λο­γὴ πο­ρεί­ας ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­θώ­ριο στὸ κέν­τρο τῆς ζω­ῆς.

       Ἰ­δέ­α ποὺ δι­α­τέ­μνει τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα δείγ­μα­τα γρα­φῆς της, ὅ­πως ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α της μὲ τί­τλο «I want a new brain», στὴν ὁ­ποί­α μιὰ μη­τέ­ρα ἐ­πι­θυ­μεῖ δι­α­κα­ῶς ἕ­ναν και­νού­ριο ἐγ­κέ­φα­λο, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ἔ­τσι θὰ ἐ­πι­λυ­θοῦν τὰ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ καὶ βι­ο­πο­ρι­στι­κά της προ­βλή­μα­τα. Ὁ μι­κρός της γιὸς τῆς δω­ρί­ζει πράγ­μα­τι ἕ­ναν και­νού­ριο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση τῆς μη­τέ­ρας του —ἀ­πὸ ἀ­δι­ά­φο­ρη καὶ ὑ­στε­ρι­κὴ μη­τέ­ρα σὲ μιὰ φω­τει­νὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα— ἀ­παι­τεῖ κι αὐ­τὸς μὲ τὴ σει­ρά του ἕ­να νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἡ Wortman φαί­νε­ται νὰ συ­νο­μι­λεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ Albert Camus ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ μό­νο πλά­σμα ποὺ ἀρ­νεῖ­ται τὴ φύ­ση του, ὅ­πως, πα­ράλ­λη­λα, καὶ μὲ τὴν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὴ ἄ­πο­ψη, ἀλ­λὰ καὶ τῶν τρα­γι­κῶν (Αἰ­σχύ­λος, Σο­φο­κλῆς, Εὐ­ρι­πί­δης), ὅ­τι ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας εἶ­ναι τὸ γνώ­ρι­σμα τοῦ ἀ­νώ­τε­ρου ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος, δὲν ὑ­πεκ­φεύ­γει, οὔ­τε ἀρ­νεῖ­ται, οὔ­τε ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ με­τα­θέ­σει τὴν εὐ­θύ­νη[1].


Στὸ φε­τι­νὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­φω­το­γρα­φί­ας Nikon Small World 2019, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔχει ξε­κινή­σει ἀπὸ τὸ 1975, νι­κή­τρι­ες ἀ­να­δεί­χθη­καν οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες Teresa Zgoda καὶ Teresa Kugler, εἰ­δι­κευ­ό­με­νες στὴ μι­κρο­σκο­πί­α, ἕ­ναν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κλά­δο ποὺ συν­δυά­ζει τὴν τέ­χνη μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Ἡ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἔμ­πνευ­σή τους πη­γά­ζουν ἀ­πὸ τὶς εἰ­κό­νες ποὺ βλέ­πουν κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ἡ εἰ­κό­να τους ποὺ κέρ­δι­σε τὸ φε­τι­νὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ἀ­πει­κο­νί­ζει ἕ­να ἔμ­βρυο χελώ­νας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­χρω­μα­τι­στεῖ μὲ φω­σφο­ροῦ­χα χρώ­μα­τα μέ­σω τῆς στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς τε­χνι­κῆς. Ἄ­κρως ἐν­τυ­πω­σια­κὴ ὅ­μως ἦ­ταν καὶ ἡ πρώ­τη φωτο­γραφία τῆς βιτα­μίνης C, μιᾶς τό­σο συ­νη­θι­σμέ­νης πε­ρί­πτω­σης (ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ ἀ­πὸ τὸ 1932), τοῦ δι­ε­θνῶς γνω­στοῦ Γερ­μα­νοῦ μι­κρο­φω­το­γρά­φου Karl Deckart, ποὺ ἔ­λα­βε τὴ 17η θέ­ση.


«Extre­mities» («Ἀ­κρό­­τη­τες») εἶ­ναι ὁ τί­τλος τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τοῦ Βρε­τα­νοῦ K.M. Elkes ποὺ κέρ­δι­σε τὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ Bath Flash Fiction Award τὸν Ἰ­ού­νιο τοῦ 2018. Στὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ αὐ­τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἕ­νας ὑ­λο­τό­μος, ὁ Bobby, ἔ­χει πρό­σφα­τα ἀ­κρω­τη­ρια­στεῖ μὲ τὸ ἁ­λυ­σο­πρί­ο­νο ἐν ὥ­ρᾳ ἐρ­γα­σί­ας. Τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο οἱ φί­λοι καὶ οἱ συ­νά­δελ­φοί του τοῦ ἔ­χουν ἑ­τοι­μά­σει ἕ­να πάρ­τι γιὰ νὰ τὸν κα­λω­σο­ρί­σουν, στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Bobby εἶ­ναι εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ φαί­νε­ται νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τά του μὲ πα­ρα­δειγ­μα­τι­κὴ στω­ϊ­κό­τη­τα. Ἂν καὶ ἀ­κό­μα τὰ βρά­δια αἰ­σθά­νε­ται νὰ τὸν πο­νοῦν τὰ δά­χτυ­λα-φαν­τά­σμα­τα τοῦ ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νου του χε­ριοῦ, ὅ­πως ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται στὸν ἀ­φη­γη­τὴ καὶ φί­λο του, ἀλ­λὰ ὄ­χι συ­νά­δελ­φό του. Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος εἶ­ναι ὑ­πάλ­λη­λος ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­πο­τα­μι­εύ­σει χρή­μα­τα γιὰ νὰ φύ­γει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος μὲ τὰ πυ­κνὰ δά­ση ποὺ τὸν πνί­γει. Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Bobby, σο­κα­ρι­σμέ­νοι ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, δι­η­γοῦν­ται ὅ­τι στὴν προ­σπά­θειά τους νὰ σώ­σουν τὴ ζω­ή του ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α δὲν ἐν­δι­α­φέρ­θη­καν γιὰ τὴν πα­λά­μη τοῦ Bobby ποὺ κό­πη­κε, τι­νά­χτη­κε στὸν ἀ­έ­ρα κι ἔ­πε­σε στὸ φα­ράγ­γι. Ὁ ἀ­φη­γη­τὴς – φί­λος του Bobby, ὅ­ταν ἀ­πο­χω­ρεῖ ἀ­πὸ τὸ πάρ­τι γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο σκέ­φτε­ται τὸν Bobby, τὸ πῶς τέν­τω­νε τὸ ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο του χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρί­με­νε κα­τὰ βά­θος κά­τι νέ­ο νὰ φυ­τρώ­σει ἀ­πὸ τὸν ἀ­νύ­παρ­κτο καρ­πό του. Συ­νει­δη­το­ποι­εῖ, ὅ­μως, ὅ­τι δὲν λυ­πή­θη­κε τό­σο γιὰ τὸν φί­λο του. Πε­ρισ­σό­τε­ρο λυ­πό­ταν τὸ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο του χέ­ρι στὸ δά­σος, τὰ σφιγ­μέ­να δά­χτυ­λα ποὺ τὰ φαν­τα­ζό­ταν νὰ γρα­πώ­νουν τὸ κε­νό.

       Ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ τοῦ K. M. Elkes All That Is Betwe­en Us (Ὅ,τι ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά μας) μὲ σα­ράν­τα μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα (Ad Hoc Fiction, Ἰ­ού­νιος 2019). Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες δι­α­τη­ροῦν τὴν εὐ­ε­λι­ξί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους, χω­ρὶς νὰ ἀ­να­κό­πτουν τὴν πο­ρεί­α τῆς ζω­ῆς τους. Στὶς πο­λὺ σύν­το­μες, ἀλ­λὰ πυ­κνὲς ἱ­στο­ρί­ες του δι­ε­ρευ­νᾶ σὲ βά­θος τὴν πε­ρί­πλο­κη, εὔ­θραυ­στη φύ­ση τῶν ἀν­θρω­πί­νων σχέ­σε­ων, τοὺς μη­χα­νι­σμοὺς τῆς ζω­ῆς ἐν κι­νή­σει, ὅ­πως γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ Βρε­τα­νὸς David Gaf­fney, κρι­τὴς τοῦ ἐν λό­γῳ δι­α­γω­νι­σμοῦ καὶ ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ εἴ­δους δι­ε­θνῶς. Τὰ ρομ­πὸτ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ Gaffney σὲ μιὰ πο­λὺ γνω­στὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α του («We are the ro­bots»), κα­θὼς με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ἀ­κό­μα ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια νὰ πλη­σιά­σει καὶ νὰ κερ­δί­σει μιὰ γυ­ναί­κα σὲ ἕ­να κλάμπ, ὄν­τας ὁ ἑ­αυ­τός του καὶ μὴ ἀ­κο­λου­θών­τας τὶς τυ­πο­ποι­η­μέ­νες συμ­βου­λὲς ἑ­νὸς φί­λου, ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι του δὲν αἰ­σθά­νε­ται τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­ρος μιᾶς μη­χα­νῆς, μιὰ βαλ­βί­δα στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς με­ταλ­λι­κοῦ κτή­νους ποὺ τρί­ζει τὰ δόν­τια του.

       Ὁ K.M. Elkes στὴν ἐρώ­τηση ἐ­ὰν σκό­πι­μα ἐ­πι­λέ­γει τὴ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἢ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς φόρ­μας γί­νε­ται κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς συγ­γρα­φῆς πα­ρα­πέμ­πει στὴ δη­μο­φι­λῆ ἄ­πο­ψη τοῦ Etgar Keret, σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θέ­μα: ἡ συγ­γρα­φὴ μοιά­ζει μὲ τὸ σέρ­φινγκ. Κά­θε­σαι καὶ πε­ρι­μέ­νεις γιὰ τὸ ἰ­δα­νι­κὸ κύ­μα καὶ ὅ­ταν τὸ πιά­σεις, πα­ρα­μέ­νεις στὴν κο­ρυ­φο­γραμ­μή του γιὰ ὅ­σο μπο­ρεῖς. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς εἶ­ναι μιὰ σύν­το­μη πο­ρεί­α, ἄλ­λο­τε δια­ρκεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­χρι ποὺ σὲ με­τα­φέ­ρει πί­σω στὴν ἀ­κρο­για­λιά. Ἁ­πλῶς δὲν τὸ γνω­ρί­ζεις μέ­χρι νὰ ἀ­νέ­βεις στὸ κύ­μα. Ὡς πρὸς τὶς προ­τά­σεις του γιὰ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὲς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ες ἀνα­φέρει ἐν­δει­κτι­κά: «Ὁ τζό­κερ μου» τῆς Lucia Berlin, τὰ «Μικρο­πράγματα» τοῦ Raymond Carver, ἡ «Μητέρα» («Mother») τῆς Grace Paley, τὸ «Κορί­τσι» τῆς Jamaica Kincaid, τὸ «Roll and Curl» τῆς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Ingrid Jendrze­jewski[2], ἀλ­λὰ καὶ τὸ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα «Reu­nion» τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ John Cheever, τὸ ὁ­ποῖ­ο πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸν Ὀκτώ­βριο τοῦ 1962 στὸ New Yor­ker καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ σταθ­μὸ καὶ γιὰ τὴν ἐν ἐ­ξε­λί­ξει θε­ω­ρί­α τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας. Ἡ Jendr­zeje­wski σὲ ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ δευ­τε­ρο­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση γιὰ τό­σο σύν­το­μα δείγ­μα­τα λο­γο­τε­χνι­κῆς γρα­φῆς, μὲ σα­φή­νεια κι ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, πε­ρι­γρά­φει μιὰ τυ­πι­κὴ σκη­νὴ σὲ ἕ­να ἐ­παρ­χια­κὸ κομ­μω­τή­ριο: μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη πε­λά­τισ­σα πρό­κει­ται νὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ τὸ θά­να­το ἑ­νὸς μέ­λους τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς της, ὅ­πως γνω­ρί­ζει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, ἀ­φοῦ ὅ­μως πρῶ­τα ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ τὸ τύ­λιγ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν, τὸ χτέ­νι­σμα καὶ τὸ στή­σι­μο τῆς τέ­λειας (δυ­να­τῆς) εἰ­κό­νας της μὲ τὴ λάκ.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση τοῦ Chee­ver πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ συ­νάν­τη­ση ἑ­νὸς ἐ­φή­βου μὲ τὸν πα­τέ­ρα του στὴν καρ­διὰ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης τρί­α χρό­νια με­τὰ τὸ χω­ρι­σμό του μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ὅ­πως προ­οι­κο­νο­μεῖ­ται μὲ τὸ ποὺ δι­α­κρί­νει ὁ ἔ­φη­βος ἥ­ρω­ας τὸν πα­τέ­ρα τοῦ ἀ­νά­με­σα στὸ πο­λύ­βου­ο πλῆ­θος, συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι γνω­ρί­ζει ἤ­δη ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το νὰ εἶ­ναι ἕ­να ξα­να­σμί­ξι­μο μὲ τὴ σάρ­κα καὶ τὸ αἷ­μα του, τὸ μέλ­λον καὶ τὴν κα­τα­δί­κη του.


Τὸν πε­ρα­σμέ­νο Μά­ι­ο τὸ Tiny House, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ σπί­τι ὑ­περ­σύγ­χρο­νης ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ τε­χνο­λο­γί­ας, ἐ­πι­φά­νειας 16,25m2, κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο ἐ­ξ’ ὁ­λο­κλή­ρου ἀ­πὸ ἐ­πα­να­χρη­σι­μο­ποι­ού­με­να ὑ­λι­κὰ καὶ μὲ μη­δε­νι­κὴ κα­τα­νά­λω­ση συμ­βα­τι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, το­πο­θε­τή­θη­κε στὴν Times Square τῆς Ν. Ὑ­όρ­κης, θυ­μί­ζον­τας μιὰ μι­κρὴ ὄ­α­ση βγαλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ μέλ­λον. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης αὐ­τῆς τῆς ἐγ­κα­τά­στα­σης τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ γλύ­πτη καὶ εἰ­κα­στι­κοῦ Fernan­do Mastran­gelo ἀ­πο­τέ­λε­σε ἡ εὐ­αι­σθη­το­ποί­η­σή (του) γιὰ τὴν κλι­μα­τι­κὴ ἀλ­λα­γή, ἀλ­λὰ καὶ ἡ πε­ποί­θη­σή του γιὰ τὴν ὀρ­γα­νι­κὴ σχέ­ση φύ­σης-ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­στεῖ, κα­θὼς «ἡ σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γί­α καὶ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ μᾶς ἔ­χουν εἰ­σαγά­γει σὲ μιὰ νέ­α ὑ­λι­κό­τη­τα κι ἔ­χουν ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τὰ ὅ­ρια τῆς φαν­τα­σί­ας μας σὲ αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­με νὰ οἰ­κο­δο­μή­σου­με στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα».


Θε­ω­ρη­τι­κὲς δι­α­κλα­δώ­σεις

 

Ἡ Renate Brosch, κα­θη­γή­τρια ἀγ­γλι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Στουτ­γάρ­δης, στὴν ἀ­να­κοί­νω­σή της στὸ περ­σι­νὸ 15ο Διε­θνὲς Συνέ­δριο Ἀγγλό­φω­νου Διηγή­­μα­τος στὴ Λισα­βόνα ἐ­ξέ­τα­σε τὸ δι­ή­γη­μα – φαι­νό­με­νο τῆς Kristen Rou­penian μὲ τί­τλο «Cat person» (πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ New Yorker τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2017). Ἡ Brosch, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἄρ­τια ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τοὺς πο­λι­τι­σμι­κοὺς δεῖ­κτες ποὺ συγ­κέν­τρω­σε ἡ Roupe­nian σὲ ἕ­να κεί­με­νο 7.000 λέ­ξε­ων ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὶς σχέ­σεις τῶν δύ­ο φύ­λων καὶ τὸ μεῖ­ζον ζή­τη­μα τῆς ἰ­σό­τη­τας, ἐ­φό­σον τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο κεί­με­νο ἐ­πη­ρέ­α­σε δρα­στι­κὰ καὶ τὸ κί­νη­μα #MeToo. H Brosch ἀ­να­φέρ­θη­κε ἐ­πί­σης στὴν τε­ρά­στια συ­νει­δη­σια­κὴ κρί­ση καὶ δι­α­νο­η­τι­κὴ σύγ­χυ­ση ποὺ προ­κά­λε­σε τὸ δι­ή­γη­μα γιὰ τὸ ποῦ τε­λει­ώ­νουν τὰ ὅ­ρια τῆς μυ­θο­πλα­σί­ας καὶ ξε­κι­νοῦν τὰ ὅ­ρια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, κα­θὼς ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­να­γνῶ­στες λο­γο­μα­χοῦ­σαν ἐ­πὶ μῆ­νες τό­σο στὸ δι­α­δί­κτυ­ο ὅ­σο καὶ σὲ ἔγ­κρι­τα δι­ε­θνῆ ἔν­τυ­πα καὶ ἀμ­φι­θέ­α­τρα με­γά­λων ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν ἱ­δρυ­μά­των ἀ­νὰ τὸν κό­σμο γιὰ τὸ ποι­ός ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἥ­ρω­ες —ἡ γυ­ναί­κα ἢ ὁ ἄν­τρας— εἶ­χαν δί­κιο.

       Ἂν καί, πα­ρα­δό­ξως, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ κοι­νό­το­πη ἱ­στο­ρί­α, στὴν ὁ­ποί­α μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα συ­νά­πτει ἐ­ρω­τι­κὴ σχέ­ση μὲ ἕ­ναν με­γα­λύ­τε­ρο ἄν­τρα, τὸν ὁ­ποῖ­ο τε­λι­κὰ χω­ρί­ζει δι­ό­τι δὲν τὴν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ σὲ κα­νέ­να ἐ­πί­πε­δο κι ἐ­κεῖ­νος τὴν προ­σβά­λει, οὐ­σι­α­στι­κὰ μὴ ἀ­πο­δε­χό­με­νος τὸ δι­καί­ω­μά της νὰ ἐ­πι­λέ­γει τοὺς (ἐ­ρω­τι­κοὺς) συν­τρό­φους της ἐ­πὶ ἴ­σοις ὄ­ροις μὲ τὸν ὑ­πό­λοι­πο ἀν­τρι­κὸ πλη­θυ­σμὸ τῆς γῆς, ἡ Brosch στὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά της ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ πρω­το­φα­νὴς ἔν­τα­ση καὶ δυ­να­μι­κὴ αὐ­τοῦ του δι­η­γή­μα­τος ὀ­φεί­λε­ται τε­λι­κὰ στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἡ Rou­penian φαί­νε­ται ὅ­τι δη­μι­ούρ­γη­σε στὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νὸ «μί­α αἴ­σθη­ση πραγ­μα­τι­κῶν qualia»[3].


Je sens sens le sens, αἰ­σθά­νο­μαι τὴν αἴ­σθη­ση τῆς αἴ­σθη­σης, γρά­φει ἡ οὐ­λι­πο­γρά­φος ποι­ή­τρια Michelle Grangaud στὸ Poèmes fondus τὸ 1997. Προ­η­γου­μέ­νως, τὸ 1991, με­τὰ ἀ­πὸ τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ συν­θέ­σει μι­κρὰ ἀ­φη­γή­μα­τα στὴ συλ­λο­γὴ Geste, ἕ­να γιὰ κά­θε ἡ­μέ­ρα ἑ­νὸς φαν­τα­στι­κοῦ ἔ­τους, ἡ ὁ­ποί­α, σύμ­φω­να μὲ τὸν Peter Consen­stein, συ­νι­στᾶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ qualia.

       Στὴ δι­ε­θνῆ βι­βλι­ο­γρα­φί­α τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας τὰ κεί­με­να τῆς συλ­λο­γῆς ἀ­να­φέ­ρον­ται ὡς δείγ­μα­τα τοῦ νέ­ου εἴ­δους ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ξε­χω­ρι­στὴ ἐκ­πρό­σω­πο τοῦ Ou.Li.Po. Ἐ­ξάλ­λου, ὅ­πως καὶ ἡ Δυ­νη­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς κύ­ριους στό­χους τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν τὸ χτί­σι­μο τῆς συ­νεί­δη­σης μέ­σω τῆς σχέ­σης μνή­μη-συ­νεί­δη­ση-λο­γο­τε­χνι­κοὶ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σε ὣς ἕ­να βαθ­μὸ τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δι­ά­δο­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας, ἡ τε­λευ­ταί­α φαί­νε­ται νὰ συ­νι­στᾶ ἤ­δη ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος ἀ­πὸ εὑ­ρή­μα­τα γιὰ τὸν σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο καὶ γιὰ τὸ πῶς αὐ­τὸς ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν κό­σμο γύ­ρω του ποὺ ἀλ­λά­ζει μὲ ἀ­σύλ­λη­πτη τα­χύ­τη­τα.



Προ­τά­σεις πλο­ή­γη­σης

 


Τὸ βι­βλί­ο τῆς Dorrit Cohn, Δι­α­φα­νῆ πρό­σω­πα, ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὶ τρό­ποι γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τῆς συ­νεί­δη­σης στὴ μυ­θο­πλα­σί­α (μτφρ. Δή­μη­τρα Μπε­χλι­κού­δη, Ἐκ­δό­σεις Παπαζήση, Ἀ­θή­να 2001).


Τὸ ἄρ­θρο τῆς Maria Popova γιὰ τὸ πῶς τὰ qualia τῶν ἐμπειριῶν μας φωτίζουν τὸ κεντρικὸ μυστήριο τῆς συνείδησης, σύμ­φω­να μὲ τὸν νευ­ρο­ε­πι­στή­μο­να Christof Koch (στὴν ἀγ­γλι­κή).


Ἡ δι­ε­θνὴς ἀν­θο­λο­γί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Forward: 21st century flash fiction (Aforemen­tion­ed Produ­ctions, 2019) σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Ἀ­φρο-Ἀ­με­ρι­κα­νί­δας Me­gan Gid­dings, γνω­στῆς ἐκπρο­σώπου τοῦ εἴδους, μὲ συγ­γρα­φεῖς ἐ­κτός του ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κοῦ κι εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πε­δί­ου πα­ρα­γω­γῆς (στὴν ἀγ­γλι­κή).


Ὁ K.M. Elkes δια­βάζει στὰ ἀγ­γλι­κὰ τὶς «Ἀ­κρό­τη­τες» («Extremities») τὸν Ὀ­κτώ­βριο 2019 (διά­ρκεια 2:33 λ.).




Τὸ Inter­national Wri­ting Pro­gram (IWP) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Iowa ξε­κι­νά­ει στὶς 15 Νο­εμ­βρί­ου ἕως 31 Δε­κεμ­βρί­ου, τὸ δι­ε­θνὲς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸ πρό­γραμ­μα (MOOC) μὲ τί­τλο Hid­den Mea­nings: Crea­tive Fi­ction, Non-fi­ction, and Facts, τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει κα­νεὶς δω­ρε­ὰν μέ­σῳ δι­α­δι­κτύ­ου.


Ἀ­πὸ 1η Δε­κεμ­βρί­ου 2019 ἕως 15η Φε­βρου­α­ρί­ου 2020 θὰ εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ ἡ πρό­σκλη­ση ὑ­πο­βο­λῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σι­ῶν πρὸς ἐ­πι­λο­γὴ γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γί­α ποὺ ἐκ­δί­δε­ται κά­θε χρό­νο στὸ πλαί­σιο τῆς Ἐθνι­κῆς Ἡμέ­ρας Μικρο­μυθο­πλασίας στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α.


[1] . Easterling P.E.– Knox B.B.W., Ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας, μτφρ. Κ. Κο­νο­μῆ, Χ. Γρίμ­πα, Μ. Κο­νο­μῆ, 5η ἔκ­δο­ση, Ἐκ­δό­σεις Πα­πα­δή­μα, Ἀ­θή­να 2000.
[2] . Δι­α­κρί­θη­κε στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ Bath Flash Fi­ction Award τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ 2016 καὶ εἶ­ναι συ­νε­πι­κε­φα­λῆς μὲ τὴν Βρε­τα­νί­δα Dia­ne Sim­mons τῆς Ἐθνι­κῆς Ἡμέ­ρας Μικρο­μυθο­πλα­σίας γιὰ τὸ 2020 στὴ Μ. Βρε­τα­νί­α.
[3] . Τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι τὰ qua­lia; Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε ὁ Luis Armstrong τί εἶ­ναι ἡ μου­σι­κὴ jazz, ἀ­πάν­τη­σε, Ἐ­ὰν χρει­ά­ζε­ται νὰ ρω­τή­σεις, πο­τὲ δὲν πρό­κει­ται νὰ μά­θεις, ἀ­να­φέ­ρει ὁ Ἀ­με­ρι­κα­νὸς φιλό­σοφος  Daniel C. Dennett σὲ σχε­τικὸ ἄρθρο του, ὅ­που ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν ἀ­νοί­κει­ο ὄ­ρο, τὸν ὁ­ποῖ­ο πρῶ­τος χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ 1929 ὁ C.I. Lewis, γιὰ ὅ,τι μᾶς εἶ­ναι πιὸ οἰ­κεῖ­ο, δη­λα­δὴ γιὰ τὸ πῶς φαί­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ σὲ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους.
            Αὐ­τὲς οἱ φαι­νό­με­νες ποι­ό­τη­τες εἶ­ναι οἱ δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν ἐμ­πει­ρι­κῶν μας δε­δο­μέ­νων (τὰ αἰ­σθη­τη­ρια­κὰ δε­δο­μέ­να, τὰ ὑ­πο­κει­με­νι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των ἐμ­πει­ρι­ῶν μας, π.χ. ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ κόκ­κι­νου χρώ­μα­τος, ἢ τοῦ πό­νου, κα­θε­αυ­τ;eς) καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­κό­μα ἕ­να δυ­σε­πί­λυ­το πρό­βλη­μα γιὰ τὴν ἐ­πι­στή­μη, ἐ­φό­σον δὲν ὑ­πάρ­χει θε­ω­ρη­τι­κὴ θε­με­λί­ω­ση τῆς ὕ­παρ­ξής τους, πα­ρὰ τὴ μα­κρὰ ἱ­στο­ρί­α τους. Ἐν­το­πί­ζον­ται ἤ­δη στὴ δι­ά­κρι­ση τῶν αἰ­σθή­σε­ων σὲ πρω­τεύ­ου­σες καὶ δευ­τε­ρεύ­ου­σες ἀ­πὸ τὸν Γα­λι­λαῖ­ο, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ric­car­do Man­zotti (The case for qualia, ed. Edmond Wright, Bradford Books, 2008), στὶς προ­σπά­θει­ες τοῦ Goethe νὰ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σει τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῆς ἀν­τί­λη­ψης καὶ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος τῶν χρω­μά­των, ἀ­κό­μα καὶ στὴν ἀ­πο­ρί­α τοῦ Alan Tu­ring γιὰ τὸ ἂν ἕ­νας ὑ­πο­λο­γι­στὴς θὰ μπο­ροῦ­σε ποτὲ νὰ ἀπο­λαύ­σει φρά­ου­λες καὶ κρέ­μα γά­λα­κτος, ἀλ­λὰ ἂν ἰ­σχύ­ουν ἐν­δέ­χε­ται νὰ ὑ­πό­κειν­ται σὲ ἀλ­λα­γές, ἰ­δι­ό­τη­τα ποὺ συ­νά­δει μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καὶ τὴ ζω­ὴ ἐν γέ­νει.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Προηγήθηκαν:

Δελτίο#9: Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου: [«Δαχτυλίδια τὰ πάντα…»] (13-09-2019)

Δελτίο#8: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: στὰ ἄ­δυ­τα τῆς σύγ­χρο­νης ζω­ῆς (06-07-2019)

Δελτίο#7: μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­νας φαν­τα­στι­κὸς κῆ­πος (06-05-2019)

Δελτίο#6: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἕ­να ρεῦ­μα ζω­ῆς, ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα (Μάρτιος 2019).

Δελτίο#5: Συνέντευξη μὲ τὴν Ta­nia Hersh­man (Ἰανουάριος 2019).


Δελτίο#4: Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α: ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς πα­γό­βου­νου (ἰριδισμοὶ τοῦ μι
κροῦ) (Νοέμβριος 2018).

Δελτίο#3: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α στὸ μι­κρο­σκό­πιο: ἀν­τα­πό­κρι­ση ἀ­πὸ τὴν Μπραγ­κάν­ζα, τὸ Σὲν Γκά­λεν καὶ τὴ Λι­σα­βό­να (Σεπτέμβριος 2018).

Δελτίο#2: Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α παν­τοῦ: ἀ­πὸ τὸν Αἴ­σω­πο, τὸν Ὅ­μη­ρο καὶ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ἕ­ως σή­με­ρα. (Ἰούλιος 2018).

Δελτίο#1: Γιὰ τὸ 8ο Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο Μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας (2014)

καὶ τὰ Πρα­κτι­κά του (2017) (Μάϊος 2018).

καὶ

Νέ­α: 07-05-2018. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σία παν­τοῦ! Μιὰ νέ­α στή­λη! 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου (Γι­ο­χά­νεσ­μπουρκ, 1971). Δι­ή­γη­μα, Με­τά­φρα­ση, Με­λέ­τη. Με­τα­πτυ­χια­κὴ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Πο­λι­τι­στι­κὴ Δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Ἀ­πό­φοι­τη Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Τμῆ­μα Ἀν­θρω­πι­στι­κῶν Σπου­δῶν, ΕΑΠ. Ἀ­πό­φοι­τη Ἰ­σπα­νι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ, Πα­νε­πι­στή­μιο Menen­dez Pe­la­yo, San­­tan­der. Με­τα­φρά­στρια, Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἰν­στι­τοῦ­το Γλωσ­­­σο­λο­γί­ας, Λον­δί­νο. Ἐ­πι­με­λεῖ­ται τὴ στή­λη Μι­κρή κλί­μα­κα στὸ μη­νι­αῖο δι­α­δι­κτυ­α­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Λό­γου καὶ Τέ­χνης Χάρτης.


Εἰκόνα: Ἔμβρυο χελώνας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει ἐ­πι­χρω­μα­τι­στεῖ μὲ φω­σφο­ροῦ­χα χρώ­μα­τα μέ­σῳ τῆς στε­ρε­ο­σκο­πι­κῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς τε­χνι­κῆς. Πρῶτο βρα­βεῖο στὸ φε­τι­νὸ δι­ε­θνῆ δι­α­γω­νι­σμὸ μι­κρο­φω­το­γρα­φί­ας Nikon Small World 2019, μὲ νι­κή­τρι­ες τὶς Ἀ­με­ρι­κα­νί­δες Teresa Zgoda καὶ Teresa Kugler, εἰ­δι­κευ­ό­με­νες στὴ μι­κρο­σκο­πί­α, ἕ­ναν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ κλά­δο ποὺ συν­δυά­ζει τὴν τέ­χνη μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη.

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης: Εσπερινό



Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης


Ἑ­σπε­ρι­νό


ΣΩΤΗΡΗΣ τριά­ντα τεσ­σά­ρων, φορ­τη­γα­τζῆς χρό­νια ἄ­νερ­γος. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της σα­ράν­τα πέν­τε, φύ­λα­κας ἀ­να­σφά­λι­στος σὲ μιὰ μάν­τρα. Εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει καὶ οἱ δυ­ὸ τὴν πρώ­τη μὲ δε­κα­εν­νιά, δευ­τέ­ρα τώ­ρα ἀρ­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, θὰ τό ’­βγα­ζαν, ἔ­λε­γαν, ὁ­πωσ­δή­πο­τε τὸ Γυ­μνά­σιο.

       Ὁ κα­βγὰς ἔ­γι­νε γιὰ τὸ ἀ­που­σι­ο­λό­γιο. Δε­κα­εν­νιὰ μὲ δε­κα­εν­νιά, ἁρ­πά­χτη­καν ποι­ός θὰ τὸ πά­ρει, ση­κώ­νει ὁ Σω­τή­ρης μιὰ κα­ρέ­κλα νὰ τὴ φέ­ρει στὸ κε­φά­λι τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη, τὴν κο­πα­νά­ει μὲ τὴ γρο­θιά του αὐ­τός, πά­ει τὸ δα­χτυ­λά­κι του τὸ δε­ξί.

       Στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ βά­λα­νε νάρ­θη­κα, ἀ­πο­σπα­στι­κὸ κά­ταγ­μα. Ἐ­νη­με­ρώ­νει γυ­ρί­ζον­τας ὅ­τι δὲν θὰ πά­ει τὸ πρω­ῒ στὴ δου­λειὰ λό­γῳ ἀ­τυ­χή­μα­τος, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ξα­νάρ­θεις, τοῦ ἀ­παν­τᾶ­νε.

       Στὸν Σύλ­λο­γο τὴν ἑ­πό­με­νη, μᾶς εἴ­πα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε λά­θος τους καὶ δὲν θὰ τὸ ξα­να­κά­νουν. Δώ­σα­νε καὶ τὰ χέ­ρια μπρο­στά μας, ὁ Πα­να­γι­ώ­της τὸ ἀ­ρι­στε­ρό. Τοὺς ρί­ξα­με τρι­ή­με­ρη ἀ­πο­βο­λή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Κα­βα­νό­ζης (Κο­μο­τη­νή, 1967). Εἶ­ναι φι­λό­λο­γος, ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν παι­χτεῖ στὸ θέ­α­τρο. Βι­βλί­α του: Χοι­ρι­νὸ μὲ λά­χα­νο, (Κέ­δρος, 2004), Τὸ χαρ­τό­κου­το (Πα­τά­κης, 2015), Τυ­χε­ρό (Πα­τά­κης, 2017), κ.ἄ.



		

	

Λό­ρενς Ρά­ϊτ (Lawrence Wright): Μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον



Λό­ρενς Ρά­ϊτ (Lawrence Wright)


Μνῆ­μες ἀ­πὸ τὸν Ντέ­νις Τζόν­σον

(Remembering Denis Johnson)


ΝΤΕΝΙΣ ΤΖΟΝΣΟΝ, ὁ ὁ­ποῖ­ος πέ­θα­νε τὴν πε­ρα­σμέ­νη Τε­τάρ­τη, σὲ ἡ­λι­κία ἑ­ξήν­τα ἑ­φτὰ ἐ­τῶν, ἔ­κλαι­γε μὲ εὐ­κο­λί­α, δί­χως νὰ ντρέ­πε­ται γι’ αὐ­τό. «Εἶ­ναι ἁ­πλῶς κά­τι ποὺ τὸ κά­νω πο­λύ», εἶ­πε στοὺς μα­θη­τές του στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, στὴ Ρω­σί­α, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2000 σὲ κά­ποι­ο σε­μι­νά­ριο γρα­φῆς, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀμ­φό­τε­ροι δι­δά­σκα­με. Τὰ δά­κρυ­α ἐν προ­κει­μέ­νῳ ἦ­ταν ἡ ἀν­τί­δρα­ση, ὅ­ταν κά­ποι­ος μα­θη­τὴς τὸν ρώ­τη­σε πῶς δι­α­λέ­γει τοὺς τί­τλους γιὰ τὰ βι­βλί­α του. Ἦ­ταν ἀ­νη­συ­χα­στι­κὰ ἀ­νοι­χτὸς ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ τὸν κα­τα­δί­ω­καν. Ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν ἤ­μα­στε στὴ Ρω­σί­α, ἔ­ψα­χνε νὰ βρεῖ πα­ράρ­τη­μα τῶν Ἀλ­κο­ο­λι­κῶν Ἀ­νω­νύ­μων. Ἦ­ταν πάν­το­τε ἐν δι­ε­γέρ­σει, βα­δί­ζον­τας σ’ ἕ­να μο­νο­πά­τι σπαρ­μέ­νο μὲ πει­ρα­σμούς, ἐ­θι­σμὸ καὶ βί­α. Λό­γῳ ἴ­σως τοῦ ὅ­τι βρι­σκό­μα­σταν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, ὅ­ταν τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα, ὁ Ντέ­νις μου θύ­μι­σε τὸν Ντο­στο­γι­έφ­σκι, συγ­γρα­φέ­α δι­α­τε­θει­μέ­νο νὰ βυ­θο­με­τρή­σει τὶς πιὸ σκο­τει­νὲς γω­νι­ὲς τῆς ἴ­διας τῆς ψυ­χῆς του προ­κει­μέ­νου νὰ ἀ­πο­δώ­σει μὲ εἰ­λι­κρί­νεια τὴ φύ­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

       Ζοῦ­σε μέ­σα στὸ δά­σος, στὸ βο­ρει­ο­τε­ρο τμῆ­μα τοῦ Ἀ­ϊν­τά­χο, στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ἔ­κτα­σης αὐ­τῆς ποὺ μοιά­ζει μὲ ψη­λὸ μα­κρό­στε­νο κα­πέ­λο, κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὸν Κα­να­δά. Εἶ­χε στὴν κα­το­χή του πυ­ρο­βό­λα ὅ­πλα καὶ βι­βλί­α καὶ μιὰ Κορ­βέτ, εἶ­χε καὶ μιὰ εὔθυμη σύ­ζυ­γο, τὴ Σίν­τυ, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α πι­α­νό­ταν ὅ­πως πι­ά­νε­ται κα­νεὶς ἀ­π’ τὸ κα­τάρ­τι στὴ φουρ­του­νι­α­σμέ­νη θά­λασ­σα. Νο­μί­ζω πὼς κρα­τι­ό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κοι­νω­νί­α δι­ό­τι πα­ρα­ῆ­ταν ἑλ­κυ­στι­κός. Σα­γή­νευ­ε τοὺς ἄλ­λους μὲ τὸ χι­οῦ­μορ του καὶ μὲ τὴ σπιρ­τά­δα του, ἡ κο­λα­κεί­α ὅ­μως ἦ­ταν μιὰ ἀ­κό­μη μορ­φὴ μέ­θης ποὺ τὴν ἀ­πέ­φευ­γε μὲ μα­νί­α.

       Ὁ Ντέ­νις ἔ­λε­γε πὼς δὲν δι­ά­βα­ζε πο­τὲ τὶς κρι­τι­κές, πα­ρ’ ὅ­τι συγ­κα­τα­λε­γό­ταν στοὺς πλέ­ον ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νους Ἀ­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς. Τὸν και­ρὸ ποὺ ἤ­μα­στε στὴ Ρω­σί­α, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς νου­βέ­λας του The Name of the World ἀ­πὸ τὸν Ρόμ­περτ Στό­ουν βρέ­θη­κε στὴν πρώ­τη σε­λί­δα τῆς Times Book Review. Ὅ­ταν ὁ ἐκ­δό­της τοῦ τη­λε­φώ­νη­σε γιὰ νὰ τοῦ ἀ­ναγ­γεί­λει τὸ νέο, ὁ Ντέ­νις μοῦ εἶ­πε: «Χρει­ά­στη­κε νὰ δι­α­βά­σω τὴ Βί­βλο μου γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω.» Κι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κα­λὴ κρι­τι­κή. Εἶ­πε πὼς στα­μά­τη­σε νὰ δι­α­βά­ζει κρι­τι­κές, μό­λις οἱ φί­λοι του ἄρ­χι­σαν νὰ τοῦ τη­λε­φω­νοῦν στὶς ἕ­ξι τὸ πρω­ί, προ­ει­δο­ποι­ών­τας τον νὰ μὴ δι­α­βά­σει κά­ποι­ο ἀ­δι­ά­φο­ρο ση­μεί­ω­μα στοὺς Times. Κα­θέ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να κομ­μά­τι τῆς κρι­τι­κῆς τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀρ­κοῦ­σε ὥ­στε νὰ νι­ώ­σει ὁ Ντέ­νις πὼς τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. «Ἡ κα­κὴ κρι­τι­κὴ μοιά­ζει μὲ τὰ πα­ρά­σι­τα ἐ­κεῖ­να στὸν Ἀ­μα­ζό­νιο ποὺ φτά­νουν κο­λυμ­πών­τας στὸ πέ­ος σου μέ­χρι μέ­σα», μοῦ ἔ­λε­γε. «Ἂν τὴ δι­α­βά­σεις, κά­πως γί­νε­ται καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴ βγά­λεις ἀ­πὸ μέ­σα σου μὲ τί­πο­τα.»

       Ἡ φω­νὴ τοῦ Ντέ­νις ἦ­ταν συγ­χρό­νως λυ­ρι­κὴ καὶ τρα­χιά, κά­τι ποὺ φάν­τα­ζε ἐ­νί­ο­τε ἀ­ταί­ρια­στο μὲ τὴν ἀ­λέ­γρα προ­σω­πι­κό­τη­τά του. Κά­πο­τε ποὺ τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κα τὴν ἀ­γω­νί­α μου ἀ­να­φο­ρι­κὰ μὲ τὸ γρά­ψι­μο κά­ποι­ου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ἀ­νη­συ­χών­τας γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ ὁ­δεύ­ει, ὁ Ντέ­νις εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι πρό­βλη­μα. «Ξε­κι­νᾶς νὰ κά­νεις κου­πὶ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν Αὐ­στρα­λί­α», εἶ­πε, «κι ἂν κα­τα­λή­ξεις στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, μέ­νεις ἐκ­στα­τι­κός».

       Κα­τὰ και­ροὺς δί­δα­σκε στὸ Κέν­τρο Μί­τσε­νερ, στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Τέ­ξας, στὸ Ὄ­στιν. To 2012, σὲ κά­ποι­α ἀ­νά­γνω­ση, μιὰ πα­λιὰ μα­θή­τριά του δι­α­τύ­πω­σε μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Εἶ­πε πὼς ὁ Τζόν­σον τοὺς εἶ­χε προ­τρέ­ψει νὰ γρά­ψουν τρεῖς κα­νό­νες, ὅ­μως τῆς ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ θυ­μη­θεῖ τὸν τρί­το ἀ­πὸ αὐ­τούς. Ὁ Ντέ­νις τοὺς ἀ­πήγ­γει­λε:


* Νὰ γρά­φεις γυ­μνός. Νὰ γρά­φεις, δη­λα­δή, ὅ,τι δὲν θὰ ἔ­λε­γες πο­τέ.

* Νὰ γρά­φεις μὲ αἷ­μα. Λὲς καὶ τὸ με­λά­νι εἶ­ναι τό­σο πο­λύ­τι­μο ποὺ δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ σπα­τα­λή­σεις.

* Νὰ γρά­φεις σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­ξο­ρί­ας, λὲς καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ γυ­ρί­σεις πο­τὲ πί­σω, καὶ ὀ­φεί­λεις ν’ ἀ­να­κα­λέ­σεις στὴ μνή­μη σου τὴν κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια.

(26/5/2017)

Βλέπε ἐδῶ τὸ πεζὸ τοῦ Ντένις Τζόνσον

«Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ»:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/01/denis-johnson-st…niki-tou-seattle/



Πη­γή: Ἐ­πιθ. The New Yorker (https://www.newyorker.com/books/page-turner/remembering-denis-johnson)

Lawrence Wright (1947) εἶ­ναι δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ New Yorker ἀ­πὸ τὸ 1992. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης σε­να­ρι­ο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐρ­γα­σί­α του ἡ με­λέ­τη The Loo­ming Tower: Al-Qaeda and the Road to 9/11 (Ὁ Δυ­σοί­ω­νος Πύρ­γος: Ἡ λ-Κά­ϊν­τα καὶ ὁ δρό­μος πρὸς τὴν 11/9/2001), πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο βα­σί­στη­κε καὶ ἡ ὁ­μό­τι­τλη τη­λε­ο­πτι­κὴ ἱ­στο­ρι­κὴ σει­ρὰ 10 ἐ­πει­σο­δί­ων.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.



		

	

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis): Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση



Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση

(A Strange Impulse)


ΟΙΤΑΞΑ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου κά­τω στὸν δρό­μο. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε κι οἱ μα­γα­ζά­το­ρες εἶ­χαν βγεῖ ἔ­ξω νὰ ζε­στα­θοῦν καὶ νὰ χα­ζέ­ψουν τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Ὅ­μως για­τί ἄ­ρα­γε οἱ μα­γα­ζά­το­ρες κα­λύ­πτα­νε τ’ αὐ­τιά τους; Καὶ για­τί ἔ­τρε­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι στὸν δρό­μο λὲς καὶ τοὺς κυ­νη­γοῦ­σε κά­ποι­ο τρο­με­ρὸ φάν­τα­σμα; Σύν­το­μα τὰ πάν­τα ξα­νά­γι­ναν κα­νο­νι­κά: τὸ συμ­βὰν δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ πα­ρα­φρο­σύ­νης κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπό­ρε­σαν ν’ ἀν­τέ­ξουν τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­π’ τὶς ζω­ές τους καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σαν σὲ κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση.



Πη­γή: Lydia Davis, The Collected Stories of Lydia Davis, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2009 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Lydia Davis, Varieties of Disturbance, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2007].

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (1947, Νορ­θάμ­πτον Μα­σα­χου­σέ­της). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρά­στρια ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γνω­στὴ κυ­ρί­ως γιὰ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τά της. Ἡ ἴ­δια θε­ω­ρεῖ κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ὕ­φους τῆς τὴ συ­νάν­τη­σή της μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ρά­σελ Ἔν­τσον.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.